Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

ΤΡΙΩΔΙΟΝ

Λοιπόν,αρχίζει ή ανοίγει το Τριώδιο. Αλλά τί είναι το Τριώδιο και τί εννοούμε, όταν λέμε ότι αρχίζει το Τριώδιο, και τί είναι η εκκλησιαστική περίοδος του Τριωδίου; Γι’ αυτά τα πράγματα λοιπόν θα μιλήσουμε τώρα.

Πρώτα – πρώτα το Τριώδιο είναι ένα από τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Στο βιβλίο αυτό περιέχονται σχεδόν κάθε μέρα ύμνοι, που λέγονται Τριώδια, ύμνοι δηλαδή με τρεις ωδές. Οι ύμνοι αυτοί γενικά λέγονται Κανόνες.

Οι Κανόνες, στην άρτια μορφή τους και αντίθετα προς τα Τριώδια, αποτελούνται από εννέα ωδές. Τί είναι οι ωδές; Είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή και περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ενώ λοιπόν οι Κανόνες είναι ύμνοι με εννέα ωδές, τα Τριώδια είναι μικρότεροι ύμνοι με τρεις μόνο ωδές. Ωδή είναι το ιερό τραγούδι. Από τα Τριώδια λοιπόν αυτά, λέγεται  και το βιβλίο Τριώδιο.
 Όλα αυτά ως εδώ είναι ένα ανιαρό μάθημα. Κι όμως αυτά παλαιότερα οι χριστιανοί τα ήξεραν και δεν ήσαν περιττά για την ευσέβειά τους. Αντίθετα, αυτά και όσα γίνονται και λέγονται στην Εκκλησία, ήσαν εκείνα, που χαρακτήριζαν την ορθόδοξη ευσέβεια.
Η ιερή υμνολογία, η βυζαντινή ψαλμωδία, και η θεία λατρεία γενικά της Εκκλησίας, μαζί με την ανάγνωση των Γραφών και το θείο κήρυγμα είναι τα ιερά γράμματα και η παιδεία των ορθοδόξων. Για μας τους Έλληνες είναι και η εθνική μας γλώσσα, γιατί όλα αυτά είναι γραμμένα στα Ελληνικά, και η θεία Γραφή και οι ιερές Ακολουθίες.
Αυτό για το Έθνος μας είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο.

Τριώδιο λέγεται και η εκκλησιαστική περίοδος από σήμερα ως το Πάσχα, επειδή όλο αυτό το χρονικό διάστημα, είναι σε χρήση το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου.
Δηλαδή, οι τέσσερις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, οι πέντε εβδομάδες τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως το Σάββατο του Λαζάρου, και η Μεγάλη Εβδομάδα. Σ’ αυτές όμως τις ήμερες πρέπει να προσθέσουμε και τις άλλες εκείνες του Πεντηκοσταρίου, από το Πάσχα δηλαδή μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Το Πεντηκοστάριο είναι ένα δεύτερο λειτουργικό βιβλίο, συνέχεια στο Τριώδιο. Η εκκλησιαστική λοιπόν περίοδος, που αρχίζει σήμερα, κλείνει την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Αυτή η περίοδος είναι τέσσερις μήνες, από τα τέλη του χειμώνα ως τις αρχές του καλοκαιριού.
Όλη αυτή η περίοδος, με όλες μαζί τις Κυριακές, είναι οι κινητές εορτές του εκκλησιαστικού χρόνου. Λέγονται κινητές, γιατί αλλάζουν ημερομηνίες και κινούνται πότε πρώιμα και πότε όψιμα. Αυτές οι εορτές είναι δεμένες με τη μεγάλη εορτή του Πάσχα, την οποία και ακολουθούν. Και είναι γνωστό ότι για διάφορους λόγους, που δεν θα πούμε τώρα, η εορτή του Πάσχα εορτάζεται άλλοτε πρώιμα κι άλλοτε όψιμα.
Όλα αυτά ας μη τα πάρουμε σαν ένα στεγνό μάθημα. Δεν κερδίζουμε τίποτε, αν μάθουμε περισσότερα και δεν χάνουμε αν ξέρουμε λιγότερα. Το ζήτημα είναι πως αυτά τα πράγματα τα ζούμε μέσα μας ως ορθόδοξοι.
Αυτή η λειτουργική τάξη και παράδοση της Εκκλησίας μας είναι ζυμωμένη με τη ζωή των πατέρων μας. Και δεν είναι λίγο να κρατάμε την πίστη των προγόνων μας και να πιστεύουμε ότι ο Θεός μας είναι «ο Θεός των πατέρων ημών», καθώς η Εκκλησία το ψάλλει κάθε ήμερα στην ιερή Ακολουθία. Όλη η περίοδος του Τριωδίου είναι για τους ορθόδοξους χριστιανούς καιρός μετανοίας, προσευχής και νηστείας. Γι’ αυτό κι από σήμερα, που ανοίγει το Τριώδιο, ο κάθε πιστός προσεύχεται κατανυκτικά και ψάλλει· «της μετα­νοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα…».

(+Διονυσίου, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης )





ΤΟ «ΤΡΙΩΔΙΟ»
Το Τριώδιο είναι ένα από τα εκκλησιαστικά βιβλία που χρησιμοποιεί στις ιερές ακολουθίες της η ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία μας. Ονομάζεται έτσι διότι οι κανόνες (ύμνοι)  που περιέχει έχουν μόνο τρεις ωδές (τρία + ωδή = Τριώδιο) σε αντίθεση με τους κανόνες του υπόλοιπου έτους που έχουν εννέα ωδές.
«ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ»
Η φράση αυτή σημαίνει ότι αρχίζει να χρησιμοποιείται το βιβλίο αυτό στις ιερές ακολουθίες της εκκλησίας. Αυτό γίνεται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Η χρονική αυτή περίοδος διαρκεί 10 εβδομάδες και έχει σαν σκοπό της την προετοιμασία όλων των χριστιανών για την εορτή των εορτών, δηλαδή το Πάσχα, που εορτάζουμε την ανάσταση του Χριστού και τη νίκη της ζωής εναντίον του θανάτου. Οι τρεις πρώτες εβδομάδες είναι προπαρασκευαστικές για τη μεγάλη Τεσσαρακοστή που θα ακολουθήσει. Οι έξι επόμενες είναι η μεγάλη Τεσσαρακοστή που είναι μια περίοδος αυστηρής νηστείας (σωματικής και πνευματικής), συντριβής και μετάνοιας για κάθε χριστιανό. Η τελευταία είναι η Μεγάλη Εβδομάδα που εορτάζουμε τα πάθη, τη σταύρωση, την ταφή και την κάθοδο του Χριστού στον Άδη.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ (4 Κυριακές)
Οι τρεις πρώτες εβδομάδες του Τριωδίου περιλαμβάνουν τέσσερις Κυριακές και αποτελούν την εισαγωγή για τη μεγάλη Τεσσαρακοστή.
1) Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου
Είναι η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. Στην εκκλησία διαβάζεται η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου.
Η παραβολή με λίγα λόγια: Δυο άνθρωποι πήγαν στο ναό του Θεού να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κα o άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε όρθιος για να φαίνεται καλά και είπε στην προσευχή του: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν τον τελώνη. Νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω το 1/10 από τα εισοδήματά μου». Ο τελώνης όμως στάθηκε στο πίσω μέρος του ναού σε κάποια άκρη. Δε σήκωνε ούτε τα μάτια του στον ουρανό αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: « Θεέ μου λυπήσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό». Σας βεβαιώνω, είπε στο τέλος ο Χριστός, ότι ο περιφρονημένος τελώνης γύρισε στο σπίτι του συγχωρημένος από το Θεό, παρά ο Φαρισαίος εκείνος. Κι αυτό γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του (υπερηφανεύεται), θα ταπεινωθεί και θα κατακριθεί ενώ εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του (αναγνωρίζοντας τα λάθη του και ζητώντας συγχώρηση γι’ αυτά) θα υψωθεί και θα τιμηθεί από το Θεό.
Από την παραπάνω παραβολή μαθαίνουμε: 1) Ότι η προσευχή, η επικοινωνία μας δηλαδή με το Θεό, αποδοκιμάζεται και στην ουσία είναι άχρηστη και κατακριτέα όταν συνοδεύεται με κενοδοξία (μάταιη δόξα) και υπερηφάνεια (ο Φαρισαίος έλεγε στο Θεό με υπερηφάνεια ότι δε μοιάζει καθόλου με τους άλλους ανθρώπους που είναι αμαρτωλοί και ιδιαίτερα με τον αμαρτωλό Τελώνη που προσευχόταν λίγο πιο πίσω του), 2)  Ότι η ταπεινή προσευχή που γίνεται με συντριβή και μετάνοια (συναίσθηση δηλ. των αμαρτιών που έχει κάνει κάποιος και απόφαση να μην επαναλάβει τα ίδια) γίνεται αποδεκτή από το Θεό που συγχωρεί τις αμαρτίες και εξυψώνει το μετανοούντα αμαρτωλό και 3) Ότι έχοντας στο νου μας τη μεγάλη διαφορά των δυο αυτών αντίθετων χαρακτήρων που μας παρουσιάζει ο Χριστός στην παραβολή του, πρέπει να προσέχουμε πολύ να μη μοιάσουμε στο Φαρισαίο αλλά να προσευχόμαστε με ταπείνωση σαν τον τελώνη και να ζητάμε αυτό που θέλουμε.
2) Η Κυριακή του Ασώτου
Τη δεύτερη Κυριακή διαβάζεται στην εκκλησία η συγκινητική παραβολή του ασώτου γιου.
Η Παραβολή με λίγα λόγια: Ένας πατέρας είχε δυο παιδιά. Κάποια μέρα, ο μικρότερος γιος, του ζήτησε το μερίδιό του από την πατρική περιουσία κι έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί σπατάλησε όλη την περιουσία του ζώντας άσωτα. Στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους για να μπορεί να ζήσει και να μην πεθάνει της πείνας. Κάποια στιγμή όμως θυμήθηκε πόσο καλά περνούσε στο σπίτι του πατέρα του, απολαμβάνοντας την αγάπη και την προστασία του και μετάνιωσε για όλα αυτά που έκανε. Αποφάσισε τότε να γυρίσει πίσω και να πέσει στα πόδια του πατέρα του ζητώντας του να τον συγχωρήσει και να τον πάρει έστω και σαν δούλο του στη δούλεψή του γιατί ακόμη κι οι δούλοι του πατέρα του περνούσαν πολύ πιο καλά απ’ ό,τι αυτός τώρα. Επιστρέφει λοιπόν στο πατρικό του σπίτι κι ενώ ακόμη δεν είχε πλησιάσει κοντά, τον είδε ο πατέρας του και βγήκε να τον υποδεχτεί. Ο άσωτος γιος ζητάει συγχώρηση από τον πατέρα του λέγοντας: «Πατέρα αμάρτησα στον ουρανό (δηλ. στο Θεό) και σε σένα. Δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι γιος σου. Κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς υπηρέτες σου». Ο πατέρας του όμως αντί να τον διώξει ή να τον μαλώσει ή έστω να τον κάνει σαν έναν από τους υπηρέτες του, για όλα αυτά που έκανε, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και είπε στους υπηρέτες να του δώσουν να φορέσει λαμπρή στολή. Μάλιστα να σφάξουν το μοσχάρι που έτρεφαν ξεχωριστά για κάποια χαρμόσυνη κι εξαιρετική περίσταση και να χαρούν και να διασκεδάσουν διότι επέστρεψε ο χαμένος γιος του.
Η παραπάνω παραβολή είναι μια συγκλονιστική προτροπή για μετάνοια ενώ ταυτόχρονα μας δείχνει την απέραντη αγάπη του Θεού Πατέρα ο οποίος είναι πρόθυμος στη στιγμή να συγχωρήσει κάθε αμαρτωλό που μετανοεί ειλικρινά (όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες του) και να τον δεχθεί και πάλι στην αγκαλιά του.
3) Η Κυριακή της Κρίσεως ή των Απόκρεω
Θέμα της τρίτης Κυριακής του Τριωδίου είναι η ημέρα της Κρίσεως. Η ημέρα δηλαδή που ο Θεός θα κρίνει δίκαια τους ανθρώπους, κατατάσσοντάς τους στη θέση που τους αρμόζει, ανάλογα με τις πράξεις τους. Το μέτρο της κρίσης του Θεού είναι η αγάπη προς τους συνανθρώπους μας. Την Κυριακή αυτή κορυφώνεται η προτροπή της εκκλησίας προς όλους μας για μετάνοια, ζητώντας από μας έργα αγάπης προς το συνάνθρωπο, τα οποία θα είναι και το εισιτήριο για την αιώνια ζωή κοντά στο Θεό επισημαίνοντας όμως ότι τα αντίθετα έργα της κακίας θα είναι και η αιτία της αιώνιας καταδίκης μας.
Η Κυριακή αυτή λέγεται και Κυριακή των «Απόκρεω» γιατί από την επόμενη μέρα σταματάμε να τρώμε το κρέας καθώς σε λίγες μέρες φθάνει και η μεγάλη Τεσσαρακοστή. Την εβδομάδα που ακολουθεί τρώμε μόνο γάλα, τυρί, αυγά και ψάρι και την ονομάζουμε εβδομάδα της Τυρινής ή Τυροφάγου.
4) Η Κυριακή της Τυρινής ή Τυροφάγου
Κύριο θέμα της τέταρτης Κυριακής του Τριωδίου είναι η ανάμνηση του χαμένου παραδείσου σε συνδυασμό με την αρχή της νηστείας. Η εκκλησία, μας θυμίζει την έξωση του Αδάμ από τον παράδεισο και την αποκοπή του από το Θεό, που είχε σαν συνέπεια τον πνευματικό και σωματικό του θάνατο επειδή δεν τήρησε την εντολή του Θεού, που στην πραγματικότητα ήταν εντολή νηστείας και είχε σαν σκοπό της την ηθική του τελειότητα. Μας καλεί λοιπόν με τη νηστεία, σωματική (αποχή από ορισμένα φαγητά) και πνευματική (νέκρωση των φθοροποιών παθών και αποχή από κακές πράξεις), να ξανακερδίσουμε το χαμένο παράδεισο καθώς μέσα από τη νηστεία και τον αγώνα της μεγάλης Τεσσαρακοστής θα αξιωθούμε το Πάσχα να ενωθούμε με τον αναστημένο Χριστό συμμετέχοντας στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας.
Η επόμενη μέρα από την Κυριακή της Τυρινής είναι η «καθαρά Δευτέρα» και αρχίζει η αυστηρή νηστεία της μεγάλης Τεσσαρακοστής η οποία, όπως προαναφέραμε, είναι περίοδος πένθους και μετανοίας.

ΠΗΓΗ ΕΔΩ

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
"ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ"

Ακούμε
αγαπητοί αδελφοί, στο Ευαγγέλιο της ΙΖ Κυριακής του Ματθαίου για τη συνάντηση που είχε ό Χριστός με μια γυναίκα, Χαναναία, στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνος. Στα σύνορα δηλαδή του Ισραήλ, εκεί πού κα¬τοικούσαν περισσότερο ειδωλολάτρες και όχι πιστοί στον Θεό. Το Ευαγγέλιο αυτό το ακούμε μία Κυριακή πριν αρχίσει το Τριώδιο. Μπορούμε να πούμε και πάλι πώς μας προετοιμάζει γι' αυτή την τόσο σπουδαία περίοδο, για τη συνάντησή μας με το Θεό, φέρνοντας μας ως παράδειγμα στάσης μπροστά στον Θεό τη γυναίκα που δεν ανήκει επίσημα στο λαό του.

Ενώ την προηγούμενη Κυρια¬κή μας έδειξε έναν άνδρα. τον Ζακχαίο, σαν πρότυπο αληθινής αναζήτησης του Θεού. τώρα μας δείχνει μία γυναίκα, που όχι μό¬νο αναζητά το Θεό άλλα και τον ανακα¬λύπτει στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Ζακχαίος ανέβηκε στο δένδρο για να δει το Χριστό. Η Χαναναία ξετρυπώνει το Χριστό, μέσα από το πλήθος .

Και τότε;

«Κυνάριον», σκυλάκι, αποκαλεί ο Χριστός τη Χαναναία, την ειδωλάτρισσα που τον ακολουθεί με παρακλητικές κραυγές. Με αβάστακτο ανθρώπινο μητρικό πόνο, προσέρχεται στο Χριστό. Ζήτησε προηγουμένως την βοήθεια και από γιατρούς, μα κόρη της εξακολουθεί να δαιμονίζεται και εκείνη είναι ανήμπορη να τη βοηθήσει με τα ανθρώπινα μέσα που διαθέτει. Τώρα πλέον αφού είδε ότι τίποτα δεν κατάφερε, προσφεύγει στο Χριστό. Αποδέχεται την δύναμη Του. Πιθανόν έμμεσα δέχεται και την θεία Του προέλευση. Ζητά να την ελεήσει, να θεραπεύσει την κόρη της. Κι ενώ είναι ιδιαίτερα πιεστική και απαιτητική, Εκείνος της αρνείται τη βοήθεια. Της αρνείται γιατί πρώτα, λέει, πρέπει να φροντίσει «τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ». Πρέπει πρώτα να βοηθήσει τους Ισραηλίτες που ξέφυγαν από τον νόμο του Θεού. «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις». Επομένως δεν είναι σωστό να παίρνει το ψωμί των παιδιών Του και να το δίνει στα σκυλιά. Ωστόσο την άρνηση του Κυρίου αντιμετωπίζει με την έξυπνη απάντησή της. Ναι, αλλά τα σκυλάκια, απαντά στον Χριστό, τρέφονται από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του κυρίου τους.

Η απάντηση του Κυρίου μας, αγαπητοί μου, αναμενόμενη άλλωστε, είναι απλή αλλά και θετικά αποτελεσματική. «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις».

Σημαντικά τα διδάγματα, που μάς προσφέρει η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Η πειστική αλλά και έξυπνη απλότητα που φανερώνει την πίστη της ειδωλολάτρισσας, που επιτυγχάνει την θαυματουργική θεραπεία της κόρης της, είναι το ένα. Η δύναμη της προσευχής είναι το άλλο.

Ο Κύριος, αγαπητοί Χριστιανοί, βρίσκεται σε περιοχές που κατοικούνται κυρίως από ειδωλολάτρες, εθνικούς. Η Χαναναία τρέχει φωνάζοντας πίσω από τον Κύριο. Εκείνος την διώχνει. Αυτή επιμένει. Επιμένει και κερδίζει. Πείθει τελικά τον Κύριο για την πίστη της. Να γίνει ό,τι θέλεις. Να γίνει αυτό που πιστεύεις. Καταπληκτική απάντηση. «Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης». Γιατρεύτηκε η κόρη της από εκείνη τη στιγμή. Επιβεβαιώνει ένα ακόμη υπερφυσικό θαύμα.

Χαρακτηριστικός τρόπος της προσφυγής μας στο Θεό, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι η προσευχή.

Η προσευχή, είτε ιδιαίτερα, μακριά από άλλους, με λόγους ή και με σκέψεις, είτε δημόσια, στο ναό, μαζί με τους άλλους αδελφούς μας, με ψαλμούς ή ενδόμυχες ευχές, είναι ο τρόπος επικοινωνίας με το θείο. Προσευχή σταθερή και καθαρή από αμφιβολίες, με βαθιά πίστη. Αυτή η προσευχή θα έχει ασφαλώς αποτελέσματα στην ζωή μας, στα καθημερινά προβλήματά μας. Και εφόσον διακρίνεται και για την επιμονή, την ακαταπόνητη προσευχή, δεν θα είναι μακριά από εμάς η απάντηση του Κυρίου μας: «γενηθήτω σοι ως θέλεις». Ας γίνει ό,τι θέλεις προς το συμφέρον της ψυχής σου, της σωτηρίας σου.

Αδελφοί μου! Αναφερόμενοι στην προσευχή, περίοδος προσευχής, έντονης προσευχής είναι εξάλλου και η περίοδος ου από την επόμενη Κυριακή ξεκινά και στη δύναμη της, τούτη τη στιγμή και μάλιστα στο μέσον της Θείας Λειτουργίας, ας πούμε δυο λόγια και για την πιο μικρή μα αφάνταστα δυνατή προσευχή. Ποια είναι αυτή; Σε κάθε δέηση που αναπέμπει η Εκκλησία, που ζητούμε υλικά και πνευματικά αγαθά, τι απαντούν οι ψάλτες εκ μέρους του λαού; «Κύριε, ελέησον». Το λέει μόνο ο ψάλτης• πρέπει να το λέει όλη η Εκκλησία. «Κύριε, ελέησον», σώσε μας, δος μας αυτά πού έχουμε ανάγκη σαν πατέρας πού είσαι. Το «Κύριε, ελέησον» είναι ή πιο σύντομη προσευχή. Δυο λέξεις είναι, αλλά Τι δύναμη έχουν, όταν λέγονται όπως πρέπει, με βαθιά πίστη και αφοσίωση!

Το «Κύριε, ελέησον» το είπε και ή γυναίκα του σημερινού ευαγγελίου και έκανε θαύμα. Ένα ψίχουλο, Κύριε, θέλω• δε ζητώ το ψωμί σου ολόκληρο... Τι μεγάλα λόγια αυτά! Ένα ψίχουλο από την άπειρο δύναμη του Χριστού ζήτησε. Κι ο Χριστός, που είδε αυτή την πίστη, αυτή την ταπείνωση, αυτή την επίμονο προσευχή, της είπε• «Ω γύναι, μεγάλη σου ή πίστης! γενηθήτω σοι ως θέλεις...» (ε.ά. 15,28).

Ας διδαχθούμε, απ’ αυτό κι εμείς. Η Εκκλησία μας δεν είναι ψέμα• δεν μας παραπλανά• δεν μας κοροϊδεύει• δεν μας οδηγεί σε απατηλά, ψεύτικα και καταστρεπτικά μονοπάτια όπως κάνουν όλοι οι άλλοι. Όλοι οι άλλοι, που ζούνε σε βάρος δικό μας, που ξευτελίζουν την προσωπικότητά μας, που επιβάλλουν στη ζωή μας μια στυγνή δικτατορία, με πρώτους και καλυτέρους τους πολιτικούς των ημερών μας. Το βλέπουμε αυτό καθημερινά στη ζωή μας και μάλιστα πολύ –πολύ έντονα. Το πώς μεταχειρίζεται ο άνθρωπος, το πόσο τον κοροϊδεύουν και τον εξαπατούν, το πώς καθημερινά κλέβουν τη ζωή του, το πώς τον οδηγούν σε αδιέξοδο. \

Όμως! Η επικοινωνία με το Θεό είναι ζωντανή, ολοζώντανη. Μπορεί να είναι και είναι ψέμα το χρήμα, η δόξα, οι θέσεις, οι πολιτικοί μας! Ο ήλιος, ακόμα και η γη, μπορεί να είναι ψέμα• τα πάντα. Ένα μονάχα δεν είναι ψέμα. Ο Κύριος μας. Η πίστη μας. Η εκκλησία μας. Να μιμηθούμε λοιπόν κι εμείς τη Χαναναία. Να γονατίζουμε τούτες τις στιγμές και να προσευχόμαστε λέγοντας ακαταπαύστως το «Κύριε, ελέησον».

«Κύριε, ελέησον» η πιο μικρή και η πιο μεγάλη προσευχή. Μπορεί να την πει ένας αγράμματος, μπορεί να την πει το μικρό παιδί, το νήπιο, ο ασπρομάλλης γέρος. Ο άρρωστος, ο ανήμπορος, ο κλινήρης, ο κουρασμένος, ο καθένας. όλοι μας• παντού και πάντα σε κάθε στιγμή, σε κάθε περίπτωση και περίσταση. Και ό Θεός ακούει το «Κύριε, ελέησον».

Αδελφοί μου! Οι περιστάσεις, κακώς βέβαια, και η τρεχάλα της ζωής, οι του βίου μέριμνες, μας κλέβουν συνεχώς το χρόνο της προσευχής. Ακόμα και στην Εκκλησία δυσκολευόμαστε να πάμε. Τουλάχιστον ας λέμε, εκεί που είμαστε, το «Κύριε, ελέησον». Κάθεσαι να φας, «Κύριε, ελέησον». Βράδιασε, «Κύριε, ελέησον». Ξημέρωσε, «Κύριε, ελέησον». Πας στη δουλειά, «Κύριε, ελέησον». Σκάβεις τη γη, «Κύριε, ελέησον». Βόσκεις τα ζώα, «Κύριε, ελέησον». Είσαι εργάτης, «Κύριε, ελέησον». Είσαι αμαρτωλός, «Κύριε, ελέησον».

Το «Κύριε, ελέησον» κάνει θαύματα. Αυτό που ζητούμε θα μας το δώσει ο Θεός, γιατί είναι πατέρας. Λέει ο Χριστός• «Ποιος πατέρας ζητεί το παιδί του ψωμί, και του δίνει πέτρα; ή ζητεί ψάρι, και του δίνει φίδι;» (Ματθ. 7,9-10' Λουκ. 11,11). Αν ό επίγειος πατέρας ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, πολύ περισσότερο εκείνος πού του λέμε «Πάτερ ημών...». Θα μας τα δώσει αυτά ο Θεός, εάν πιστεύουμε πραγματικά, εάν είμεθα Χριστιανοί!
ΑΜΗΝ.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. {ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ)

 

«Μετά δε χρόνον πολύν έρχεται ο Κύριος των δούλων εκείνων και συναίρει, μετ' αυτών λόγον». (Ματθ. κε' 19)


Το σημερινό Ευαγγέλιο αποτελεί, αγαπητοί μου αδελφοί, το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας που έχει σαν κέντρο αναφοράς τη Δευτέρα Παρουσία και την τελική κρίση καθώς και την αναγκαιότητα της ετοιμότητας που θα πρέπει να υπάρξει από όλους τους ανθρώπους Έτσι, μετά την παραβολή των δέκα Παρθένων, ακολουθεί σήμερα η παραβολή των ταλάντων, για να καταλήξει αργότερα στη διδασκαλία για τη Δευτέρα Παρουσία και την τελική κρίση.

Η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θεωρείται δεδομένη. Άρα εκείνο που χρειάζεται από μέρους του ανθρώπου είναι από τη μια η ανάγκη της ετοιμότητας και από την άλλη η σωστή αξιοποίηση των διαφόρων χαρισμάτων σε όλη τη διάρκεια της επίγειας ζωής του.  Οι λέξεις «εγρήγορση» και «ετοιμότητα» αν και εκφραστικά είναι γένους θηλυκού, εν τούτοις, πρακτικά, όπως διαπιστώνουμε με τις Παραβολές των «δέκα Παρθένων» και των «ταλάντων», αυτές αφορούν διαδοχικά τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες Κατά συνέπεια, και τα δύο φύλα, δηλαδή και οι άντρες και οι γυναίκες, οφείλουν να είναι σε διαρκή ετοιμότητα. Ο χρόνος της αναμονής είναι χρόνος εργάσιμος. Σ' αυτό το διάστημα οφείλει ο άνθρωπος να αξιοποιήσει τα διάφορα χαρίσματα προς όφελος του συνόλου της ανθρώπινης κοινωνίας και όχι εγωιστικά με τη στενή έννοια για δικό του όφελος. Τα χαρίσματα είναι δώρα που προσφέρονται από το Θεό για αξιοποίηση προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και όχι για οικειοποίηση, για τούτο και θα λογοδοτήσει ο καθένας, με βάση την παραβολή των ταλάντων, για το βαθμό αξιοποίησης αυτών των ταλάντων.  Άνιση η κατανομή των ταλάντων, κατά τη σημερινή παραβολή: «Ω με έδωκε πέντε τάλαντα, ω δε δύο, ω δε εν, εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν». Άνιση η κατανομή των ταλάντων, αφού στον πρώτο έδωσε πέντε, στο δεύτερο δύο τάλαντα και στον τρίτο μόνο ένα. Άνιση η κατανομή, αλλά σημαντική η επισήμανση που κάνει ο Κύριος στη συνέχεια. Δόθηκαν αυτά τα τάλαντα «εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν», δηλαδή ανάλογα με τη δυνατότητά του.

Άνιση η κατανομή, γιατί δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να επωμιστούν όλοι τις ίδιες ευθύνες Η ισότητα δεν είναι απλή μαθηματική πράξη. Η ισότητα είναι έννοια πνευματική. Η ισότητα είναι κάτι πέρα από απλούς αριθμούς και που είναι πέρα από απλή εξίσωση, δηλαδή ταύτιση. Η ισότητα υπάρχει και μέσα από τη διαφορετικότητα. Η ισότητα για παράδειγμα είναι προνόμιο που προσφέρεται σε όλους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ανεξάρτητα από χρώμα, φυλή ή θρησκεία. Η υλοποίηση της ισότητας όμως, θα εξαρτηθεί από την προθυμία, αλλά ιδιαίτερα από την προσφορά του ανθρώπου. Άρα και τα όποια τάλαντα χαρίσματα του καθενός θα υπολογιστούν με βάση την προθυμία και την προσφορά και όχι με βάση την έκτασή τους.

Συνήθως οι άνθρωποι δυσφορούμε εναντίον όλων, ακόμα και του Θεού, όταν οι άλλοι «παίρνουν» περισσότερα! Μέσα στα πλαίσια αυτής της λογικής αδυνατούμε να εντοπίσουμε τις όποιες δυνατότητές μας, με αποτέλεσμα το χάρισμα ή τα χαρίσματα που μας δόθηκαν να ενταφιάζονται, όπως έγινε και με τον τρίτο υπηρέτη. Αυτός, σε αντίθεση με τους άλλους δύο υπηρέτες, όχι μόνο δεν αξιοποίησε το τάλαντο διπλασιάζοντας την αξία του, αλλά το έθαψε στη γη και για να δικαιολογήσει την οκνηρία του προσάπτει και κατηγορία στον Κύριό του για σκληρότητα!

Οι άνθρωποι πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα όποια αγαθά, αλλά και τα όποια χαρίσματα μας δόθηκαν για να τα αξιοποιήσουμε, γιατί στο τέλος θα κληθούμε να λογοδοτήσουμε, όπως έγινε και με τους υπηρέτες της σημερινής παραβολής. Οι απαντήσεις που δόθηκαν, αγαπητοί μου, είναι ιδιαίτερα σημαντικές, για όλους και κατ' επέκταση και για τον καθένα από μας ξεχωριστά.

Ταυτόσημες οι απαντήσεις των δύο πρώτων υπηρετών. Αυτά που πήραν ήταν τάλαντα που τους εμπιστεύθηκε ο Κύριός τους κι αυτά που κέρδισαν τα όφειλαν σ' αυτά και όχι αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις. Είπε ο πρώτος «Κύριε, μου εμπιστεύθηκες πέντε τάλαντα. Κοίτα, κέρδισα με αυτά άλλα πέντε». Αλλά και ο δεύτερος που πήρε δύο τάλαντα τα αξιοποίησε ισάξια με τον πρώτο, αφού τα διπλασίασε και με τη δική του προσπάθεια. Αυτή η ισάξια αξιοποίηση έφερε και την ισάξια αμοιβή. Αν και τα ποσά ήταν διαφορετικά, εν τούτοις, η αμοιβή ήταν η ίδια και για τους δύο. «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ. Επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω». Δηλαδή, εύγε, καλέ και έμπιστε δούλε! Αποδείχτηκες αξιόπιστος σε μικρές υποθέσεις, γι' αυτό θα σου εμπιστευθώ μεγαλύτερες.

Όμως, ποια είναι η σημερινή κατάσταση; Λειτουργούμε μέσα στα πλαίσια των αρχών που κινήθηκαν οι δύο πρώτοι υπηρέτες; Δυστυχώς, σήμερα οι άνθρωποι λειτουργούμε περισσότερο ανταγωνιστικά, με την έννοια από τη μια της αφθονίας και από την άλλη με μια τάση αλληλοεξόντωσης. Σήμερα θέλουμε περισσότερα αν όχι και όλα. Τα θέλουμε όλα για τον εαυτό μας ή τουλάχιστον να έχει ο εαυτός μας πιο πολλά από τους άλλους! Σαν άλλοι «άφρονες πλούσιοι» έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα εξασφαλιστούμε μόνο μέσα από τα αξιώματα ή τα υλικά αγαθά. Αλλά έρχεται η στιγμή που ενώ εμείς φεύγουμε, τα «αγαθά μας» αρνούνται να μας ακολουθήσουν, γιατί αυτού του είδους τα .αγαθά είναι και πιο απατηλά από τα όνειρα. Για τούτο και ο υμνωδός προσπαθεί να μας συνετίσει λέγοντάς μας με έμφαση πως «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον».

Αδελφοί μου, τα πιο πάνω έχουν σαν στόχο να μας προσγειώσουν και όχι να μας καταδικάσουν σε αδράνεια και μαρασμό. Γιατί η αδράνεια, όπως ακούσαμε σήμερα με την περίπτωση του τρίτου υπηρέτη, έχει αιώνιες προεκτάσεις, για κείνον που αδρανεί. Και τούτο γιατί μια τέτοια συμπεριφορά, φανερώνει άρνηση χρησιμοποίησης των αγαθών που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Ο καθένας πρέπει να γνωρίζει ότι τα χαρίσματα του Θεού δεν χάνονται. Αν κάποιος τα αρνηθεί, τότε ο Θεός θα του τα πάρει και θα τα εμπιστευθεί σε άλλον. Δικαιολογημένα μας υπενθυμίζει και ο υμνωδός τη Μεγάλη Δευτέρα: «Ιδού σοι το τάλαντον ο Δεσπότης εμπιστεύει ψυχή μου. Φόβω δέξαι το χάρισμα, δάνεισαι το δεδωκότι, διάδος πτωχοίς και κτήσαι φίλον τον Κύριον. Ίνα στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη και ακούσης μακαρίας φωνής. Είσελθε, δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ, τον πλανηθέντα, δια το μέγα σου έλεος». Αμήν.

Θεόδωρος Αντωνιάδης

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ ΛΟΥΚΑ - ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: "Διόρθωση καί σωτηρία τοῦ ἀρχιετελώνη Ζακχαῖου (ΙΕ΄ Λουκᾶ)



1. Πρωτύτερα ἐπήραμε ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ περὶ τῆς ἰάσεως τῶν λεπρῶν καὶ τυφλῶν κατὰ τὸ σῶμα γιὰ τὴν πνευματικὴ ὁμιλία πρὸς τὴν ἀγάπη σας. Σήμερα θέμα θὰ ἔχωμε τὸν κατὰ τὴν ψυχὴ τυφλὸ Ζακχαῖο πού κατοικοῦσε στὴν Ἱεριχῶ καὶ τὴν ἀναβλεψὶ του κατ' αὐτήν.
Εἶναι δὲ μεγάλο τὸ σχετικὸ μὲ αὐτὸν θαῦμα καὶ ὄχι μικρότερο ἀπὸ τὰ σχετικὰ μ' ἐκείνους. Διότι καὶ αὐτὸς εἶχε σκοτεινούς τους ἐσωτερικοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδιᾶς, ὅπως ὁ τυφλὸς ἐκεῖνος εἶχε σκοτεινούς τους ὀφθαλμοὺς τῆς ἔξω ἀπὸ τὸ πρόσωπο μορφῆς· ἀφοῦ οὔτε αὐτὸς δὲν μποροῦσε κατὰ τὴ διὴγησι νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀπαλλάχθηκε δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ νοῦ μὲ μόνο τὸ λόγο ἐκείνου πού καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου μὲ μόνο τὸ λόγο συνέστησε τὸ φῶς καὶ κατηύγασε ὅλη τὴν αἰσθητὴ κτίσι. Ὅπως δηλαδὴ τότε, πρὶν νὰ εἰπῆ ὁ Θεός, «ἂς γίνη φῶς, κι' ἔγινε φῶς», ὑπῆρχε σκότος ἐπάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ τώρα, πρὶν νὰ εἰπῆ πρὸς τὸν Ζακχαῖο ὅτι «σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκο σου», τὸ δεινὸ σκότος τῆς φιλαργυρίας ἦταν καθισμένο ἐπάνω στὴν ψυχὴ τούτου, ἐνῶ ἡ διάνοιά του ἦταν ὁπωσδήποτε παραχωμένη μαζὶ μὲ τὸ χρυσὸ σὲ σκοτεινοὺς τόπους, ὅπου θησαυρίζεται ἀπὸ τοὺς φιλαργύρους ὁ χρυσὸς καὶ ἄργυρος.
2. Ἂς ἰδοῦμε λοιπὸν τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν κατὰ τὴ διήγησι. «Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχώ. Ποιὸν ἐκεῖνο καιρό; Ὅταν ἐκαθάρισε τοὺς λεπρούς, ὅταν ἐφώτισε τοὺς τυφλούς, ὅταν διὰ τῆς σχετικὰ πρὸς αὐτοὺς φήμης μαζὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους προσείλκυσε καὶ τὸν Ζακχαῖο πρὸς τὸν πόθο τῆς θέας του. «Ἀφοῦ λοιπὸν εἰσῆλθε ὁ Ἰησοῦς διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ»• ὄχι δὲ μόνο τὴν Ἱεριχώ, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἰουδαία διερχόταν ὁ Κύριος, καὶ τὴ Γαλιλαία καὶ γενικῶς τὴ γῆ. Διότι δὲν ἦλθε ἐδῶ γιὰ νὰ παραμείνη σωματικῶς, ἂν καὶ ἔλαβε τὸ σῶμα σὰν τὸ δικό μας ὑπὲρ ἠμῶν, ὅπως εὐδόκησε, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ διέλθη κι' ἀνεβῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ ὅπου κατῆλθε, ἀνεβάζοντας μαζὶ καὶ τὸ δικό μας φύραμα καὶ τοποθετώντας τὸ ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία• ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν καιρὸ τῆς διδασκαλίας διερχόταν περιοδεύοντας ὅλο τὸν τόπο τῆς Παλαιστίνης. Ὅπως δηλαδὴ στὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας συνήγαγε σ' ἕνα δίσκο ὅλο τὸ φῶς τῆς ἡμέρας καὶ ἔκαμε βασιλέα της τὸν ἥλιο, δὲν τὸν ἄφησε δὲ νὰ στέκεται, ἀλλὰ τὸν ἔκαμε νὰ περιπολῆ• ἔτσι, συνάπτοντας τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος μὲ τὸ σῶμα καὶ παρουσιάζοντας τὸν ἑαυτὸ τοῦ βασιλέα τοῦ παντὸς πραγματικὰ ἐπίγειο καὶ ἐπουράνιο, ὁρατὸ καὶ ἀόρατο, ἀρκτὸ καὶ ἀΐδιο, δὲν ἐδέχθηκε νὰ κάθεται ἐπάνω σ' ἕνα τόπο, ἀλλ' εὐδόκησε νὰ περιέρχεται ἕως ὅτου ἀπεργασθῆ σωτηρία μόνιμη καὶ ἀδιάκοπη στὸ μέσο τῆς γῆς, καθὼς προανήγγειλε ὁ Δαβὶδ λέγοντας, «ὁ Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς μας, ἀπεργάσθηκε σωτηρία στὸ μέσο τῆς γῆς»• διότι αὐτὴν τὴν σωτηρία ἐπετέλεσε ὁ Κύριος περιερχόμενος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἥλιος δὲν περιπολεῖ γενικῶς ὅλον τὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὸ μεσαῖο μέρος τοῦ ζωοδιακοῦ πόλου, ἔτσι λοιπὸν καὶ «ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης» Χριστός, περιερχόμενος σὲ ὅση ἔκτασι ἐχρειαζόταν τὸ μέσο τῆς κατοικουμένης ἀπὸ τὰ ζῶα, διερχόταν τὰ μέρη του, κι' ἔτσι ἀφοῦ εἰσῆλθε διερχόταν τὴν Ἱεριχῶ.
3. «Καὶ ἰδού», λέγει, «ἦταν ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, πού ἦταν μάλιστα ἀρχιτελώνης. Ἦταν δὲ πλούσιος αὐτὸς κι' ἐζητοῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἐξ αἰτίας τοῦ ὄχλου, διότι ἦταν μικρὸς στὸ σῶμα». Ὄχι δὲ μόνο ἦταν μικρός, ἀλλὰ ἦταν καὶ μακριὰ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ• διότι ἂν ἐπλησίαζε, ἔστω καὶ μικρόσωμος, δὲν θὰ ἐστερεῖτο τῆς θέας. Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι τοῦτος ἑλκυόταν καὶ ἀναχαιτιζόταν ἀρρήτως ἀπὸ τὴν θεία δύναμι τοῦ Ἰησοῦ• ἑλκυόταν δηλαδή, ἐπειδὴ εἶχε τρόπο χρηστὸ καὶ ψυχὴ κατάλληλη γιὰ τὴν ἀρετή, γι' αὐτὸ κι' ἐπιθυμοῦσε κι' ἐπιχειροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ• ἀναχαιτιζόταν δὲ ἀπὸ τὴ θεία δύναμι, διότι αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τὰ ἀντίθετα στὴν πολιτεία τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ τὸν πλοῦτο. Αὐτὰ νομίζω δεικνύοντας καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς στοὺς συνετοὺς μὲ λίγα λόγια, ἐφ' ὅσον μὲν ἦταν θαυμάσιος στοὺς τρόπους, εἶπε γι' αὐτόν, «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας ὀνομαζόμενος Ζακχαῖος, ἐφ' ὅσον δὲ ἦταν πιασμένος στοὺς βρόχους τῆς κακίας, πρόσθεσε «καὶ αὐτὸς ἦταν ἀρχιτελώνης, καὶ βέβαια πλούσιος». Πραγματικὰ τὸ μὲν «ἰδοὺ ἕνας ἄνδρας» λέγεται στὶς περιπτώσεις τῶν ἀξιολόγων πού δὲν ἀνήκουν στοὺς πολλούς. Καὶ πρὸς αὐτὸ τείνει ἡ μνεία τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀνδρός• διότι δὲν ἦταν ἀπὸ ἐκείνους, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Δαβίδ, «δὲν θὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους διὰ τῶν χειλέων μου». Τὸ ὅτι δὲ ἐμαρτύρησε ὅτι δὲν ἦταν μόνο τελώνης, ἀλλὰ καὶ ἀρχιτελώνης καὶ γι' αὐτὸ πλούσιος, ἔδειξε ὅτι ἦταν διακεκριμένος σὲ κακία. Ἀλλ' ἐπειδή, ὡς μικρόσωμος καὶ ἀπομακρυσμένος ὁ Ζακχαῖος, δὲν μποροῦσε νὰ ἰδῆ τὸν Ἰησοῦ, λέγει, «ἔτρεξε ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα, γιὰ νὰ τὸν ἰδῆ· διότι ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἐπρόκειτο νὰ περάση». Παρατήρησε τὴν σφοδρότητα τοῦ πόθου καὶ ἀναλογίσου ἀπὸ αὐτὸ ποιὸς ἦταν ὁ τρόπος του. Ὅταν δηλαδὴ δὲν μπόρεσε νὰ διασπάση τὸν ὄχλο, δὲν ἀπογοητεύθηκε, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεξε καὶ δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πόθο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ὄχλο· καὶ ἀφοῦ προπορεύθηκε, ἀνέβηκε σὲ μία συκομορέα πού ἦταν φυτευμένη στὸ δρόμο, γιὰ νὰ ἰδῆ ἀπὸ ἐκεῖ τὸν ποθούμενο.
4. Κι' ἐκεῖνος ἔκαμε τοῦτες τὶς ἐνέργειες σοφῶς καὶ φιλοθέως μὲ κεντρίσματα πόθου κτυπώμενος καὶ προτρέχοντας στὴν ὁδό, μὲ πτερὰ πόθου ἀνυψούμενος κι' ἀνεβαίνοντας στὸ δένδρο. Τί δὲ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς, ἡ ἐνυπόστατος σοφία τοῦ ἀνάρχου Πατρός, αὐτὸς πού λέγει διὰ τοῦ Σολομῶντος, «ἐγὼ ἀγαπῶ ὅσους μὲ ἀγαποῦν· ὅσοι δὲ μὲ ἀγαποῦν, θὰ εὕρουν χάριν, «ὁ ὁποῖος καὶ στοὺς δρόμους ἀκόμη τοὺς φέρεται μὲ εὐμένεια;».
Φθάνει τὸν Ζακχαῖο, τὸν βλέπει πρῶτος, τὸν προσφωνεῖ φιλικώτατα καὶ τοῦ ὑπόσχεται τὴν ἐπίσκεψι καὶ διαμονὴ στὸν οἶκο του. Διότι, λέγει, «ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς στὸν τόπο» (ὅπου δηλαδὴ ἡ συκομορέα ἐβάσταζε τὸν Ζακχαῖο σὰν οὐράνιο καρπὸ λόγω τοῦ ἐνθέου πόθου του) καὶ ἐκύτταξε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε»· «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα· διότι σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸν οἶκό σου». Μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνεγνώριζαν εὔκολα τὸν Ἰησοῦ ἀνάμεσα στὸν ὄχλο ἀπὸ μόνη τὴ θέα αὐτοὶ πού δὲν τὸν εἶχαν ἰδεῖ προηγουμένως, διότι περιπατοῦσε μὲ λιτότητα καὶ δὲν εἶχε τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ ἐπιτύχη κανεὶς τὴ θέα τοῦ κατὰ πρόσωπο ἀπὸ ψηλά, διότι συνήθως ἔσκυβε πρὸς τὸν ἑαυτό του. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ γνωρίζων τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδὼν τὸν ἐνδόμυχο πόθο τοῦ Ζακχαίου τὸν προσφωνεῖ καὶ καλεῖ μὲ τὸ ὄνομά του τοῦτον πού δὲν εἶχε ἰδεῖ ποτὲ προηγουμένως κατ' ὄψι, γιὰ νὰ τοῦ δείξη τὴν ὄψι του ἀπὸ φιλανθρωπία καὶ νὰ γνωρίση τὸν ἑαυτό του πρὸς τὸν ποθοῦντα φυλοφρόνως καὶ νὰ τοῦ δείξη ὅτι δὲν ποθεῖ μόνο ἀλλὰ καὶ ποθεῖται. Ἐππλέον δὲ καὶ προστάσσει νὰ σπεύση στὸ σπίτι, ὥστε μὲ ἀφθονία νὰ πράξη καὶ νὰ ἀποκομίση τὰ τέλη τῆς θεοφιλίας ἀπὸ αὐτὸν πού δίδει μὲ τὸ παραπάνω ὅσα ζητοῦμε ἢ σκεπτόμαστε.
5. «Αὐτὸς δέ», λέγει, «κατέβηκε καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαρά». Διότι αὐτὸς πού πρὶν τὸν ἰδῆ τρέχει γιὰ τὴν θέα του καὶ πράττει τὰ πάντα, ὥστε νὰ τὴν ἐπιτύχη, πῶς δὲν θὰ ἔσπευδε, ὅταν τὸν εἶδε καὶ τὸν ἄκουσε, καὶ μάλιστα ὅταν ἐδέχθηκε τέτοια ἐπαγγελία; Μόλις λοιπὸν εἶδε ὅτι καὶ ἡ ἐπαγγελία ἐπραγματοποιήθηκε, αὐτὸς ὁ ἴδιος ἐχαιρόταν πού συνευρισκόταν μὲ τὸν ποθούμενο καὶ ἤδη ἐγευόταν τὶς ἄφθαρτες χάριτες ἀπὸ τὴν πηγή· οἱ δὲ βλέποντες, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπαν μὲ σύνεσι, λέγει, «ἐγόγγυζαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας ὅτι εἰσῆλθε στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου».
6. Ἀλλὰ ὁ τελώνης, ἀμιλλώμενος σὲ φιλοτιμία μὲ αὐτὸν πού ὄχι μόνο κατέβηκε ἕως ἐμᾶς μὲ σάρκα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄφατη φιλανθρωπία ἐσήκωσε τὸν ὀνειδισμό μας, «ἀφοῦ ἐστάθηκε καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ»• τὸ ὅτι δὲ ἐστάθηκε εἶναι δεῖγμα βεβαίας γνώμης, θαρραλέας καὶ ταπεινῆς συγχρόνως• ἀφοῦ λοιπὸν ἐστάθηκε καὶ ἀποστόμωσε μὲ παρρησία τοὺς κατηγόρους, εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦ• ἰδού, Κύριε, δίδω τὰ μισὰ ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς πτωχούς, καὶ ἂν ἐξεβίασα κανένα, τοῦ τὰ ἀνταποδίδω στὸ τετραπλό». Καὶ παρουσιαζόμενος μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο δίκαιος, διέλυσε τὸν ὀνειδισμὸ τῶν γογγυστῶν πρὸς τὸν Κύριο πού ἔλεγαν, «ὅτι εἰσῆλθε νὰ διαμείνη στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου»• διότι, ἀφοῦ ἀπέδωσε νομίμως τετραπλάσια τὰ μὲ ἐκβιασμὸ συναχθέντα ἀπομακρύνθηκε πραγματικὰ ἀπὸ τὸ κακό, ἀφοῦ δὲ διένειμε τὰ ὑπάρχοντα στοὺς πτωχοὺς ἔπραξε τὸ ἀγαθὸ καὶ ἐφάνηκε σὲ ὅλα καθαρμένος. Ὥστε ὁ Κύριος πρὸς μὲν τοὺς Φαρισαίους ἔλεγε, «ἀλλὰ ἂν δώσετε κατὰ δύναμι ἐλεημοσύνη, ὅλα θὰ εἶναι καθαρὰ σὲ σᾶς» τώρα δὲ ἀποφασίζοντας ἐν σχέσει μὲ τέτοιες πράξεις καὶ παίρνοντας ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀπολογία πρὸς τοὺς ἐναντίον του γογγυστᾶς, λέγει «σήμερα ἦλθε σωτηρία σὲ τοῦτον τὸν οἶκο, ἐφ' ὅσον καὶ ὁ Ζακχαῖος εἶναι υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ», ὡς γενόμενος τώρα πιστός, ὡς δίκαιος καὶ φιλόξενος καὶ φιλόπτωχος. Διότι «ἦλθε ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ ζητήση καὶ νὰ σώση τὸ ἀπολωλός», λέγοντας ἐκεῖνο ἀκριβῶς πρὸς τοὺς γογγυστάς, ὅτι εἰσῆλθα μὲν στὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ γιὰ νὰ καταλύσω, ἀλλὰ τὸ ἔκαμα γιὰ νὰ τὸν μετασκευάσω καὶ τὸν σώσω, δεικνύοντάς τὸν ἀντὶ φιλαργύρου φιλόθεο, ἀντὶ ἀδίκου δίκαιο, ἀντὶ μισοξένου φιλόξενο, ἀντὶ ἀσυμπαθοῦς ἐλεήμονα, ὅπως τὸν βλέπετε νὰ γίνεται τώρα.
7. Ἀλλὰ βλέπετε ὅλοι τὸν Ζακχαῖο, πῶς ἀγάπησε καὶ ἐζήτησε, καὶ ἀγαπήθηκε καὶ προσηλώθηκε καὶ ἐξοικειώθηκε μὲ τὸν Χριστό; Ὅποιος λοιπὸν εἶναι τελώνης ἢ ἀρχιτελώνης πού πλουτεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο του κακῶς καὶ συνάζει ἀδίκως, ἂς μιμηθῆ τὴν ὁδὸ τοῦ ἀρχιτελώνη τούτου πρὸς τὴν σωτηρία, καὶ ἂς ἀποδίδη καὶ σκορπίζη καλῶς, ὅσα ἐθησαύρισε κακῶς. Ὅποιος εἶναι πτωχός, ἐπειδὴ ἔγινε θῦμα ἁρπαγῆς ἢ γιὰ ἄλλον λόγο, ἂς εἶναι εὐχαριστημένος• διότι ἔχει τὴν σωτηριώδη πτωχεία, μᾶλλον δὲ ἂς τὴν κάμη αὐτὸς σωτηριώδη διὰ τῆς εὐχαριστίας, πρὸς τὴν ὁποία καταφεύγοντας καὶ ὁ πλούσιος τελώνης προθύμως ἐσώθηκε, ὅπως ἀκούσατε τώρα περὶ αὐτοῦ. Αὐτὰ λοιπὸν ὡς πρὸς τὴν διήγησι.
8. Στὴ συνέχεια δὲ παρακολουθήσατε μὲ προσοχὴ ὅσοι ἔχετε διεισδυτικώτερη τὴ διάνοια. Ἐπειδὴ δηλαδὴ τὸ ὄνομα Ζακχαῖος σημαίνει δικαιούμενος, παρακαλῶ νόησε ἀπὸ αὐτὸ τοὺς Φαρισαίους πού δικαιώνουν τοὺς ἑαυτοὺς των, πού εἶναι σὰν νὰ τελωνοῦν κατὰ κάποιον τρόπο, ὅπως λέγει ὁ Κύριος στὰ εὐαγγέλια, «κατατρώγοντας τὰ σπίτια τῶν χηρῶν καὶ προσευχόμενοι ἐπιδεικτικὰ πολλὴ ὥρα». Ὅταν λοιπὸν κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς ποθήση νὰ ἐπιγνώση τὴν ἀλήθεια, ζητεῖ νὰ ἰδῆ καὶ νὰ γνωρίση, ὅπως ἐζητοῦσε ὁ Ζακχαῖος, τὸν Ἰησοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια· μὴ μπορώντας δὲ ὡς μικρόσωμος καὶ μικρόνους, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ μικρόσωμου Ζακχαίου, ἀνεβαίνει σὲ μιὰ συκομορέα, δηλαδὴ στὴν ἀκρίβεια τοῦ νόμου καὶ τῶν ἰουδαϊκῶν ἐθῶν, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ αὐτοῦ θὰ ἐπιτύχη τὴν ἀλήθεια τόσο κατὰ τὴ γνῶσι ὅσο καὶ κατὰ τὴν πράξι. Ὁ δὲ Κύριος, πού διερχόταν ἀπὸ τὴν νόμιμη πολιτεία, σὰν ἀπὸ κάποια ὁδό, ἀφοῦ εἶδε τὸν ἀγαθό του σκοπὸ καὶ τὸν πρὸς τὴν ἀλήθεια πόθο, ἀποκαλύπτει σ' αὐτὸν τὸν ἑαυτό του, καὶ τὸν προσφωνεῖ προσκαλώντας καὶ τὸν διατάσσει νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὴ συκομορέα, δηλαδὴ νὰ ἐγκαταλείψη τὸν μωσαϊκὸ νόμο πού δὲν καρποφορεῖ τίποτε σπουδαῖο, καὶ νὰ σπεύση στὴν χάρι καὶ τὴν κατὰ τὸ εὐαγγέλιο διαγωγή, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ λάβη ἔνοικο τὸν Θεὸ καὶ νὰ καρπωθῆ τὴ σωτηρία.
9. Αὐτὸς λοιπόν, ἐπειδὴ ὑπήκουσε στὸ Λόγο καθὼς ἐδίδασκε καὶ ἐκαλοῦσε, ὅπως ἐκεῖνος ὁ Ναθαναὴλ (διότι καὶ αὐτὸν τὸν εἶδε ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ σκιά, δηλαδὴ νὰ ζῆ κατὰ τὸν σκιώδη βίο) ἢ ὁ μέγας Παῦλος (διότι κι' αὐτόν, «ἐπειδὴ ἔγινε ἄμεμπτος κατὰ τὴν δικαιοσύνη τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου», ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, πρῶτος τὸν ἐκύτταξε καὶ τὸν προσκάλεσε ὁ Χριστός)• ὅποιος λοιπὸν ὑπακούση ἔτσι τὸν Λόγο πού προσκαλεῖ καὶ διδάσκει, γίνεται ἀκριβῶς Ζακχαῖος• καὶ τὰ μισὰ τῶν διδαγμάτων ἀπὸ τὸν νόμο πού κατεῖχε προηγουμένως ἀφήνει στοὺς Ἰουδαίους τοὺς πτωχοὺς κατὰ τὴ διάνοια, δηλαδὴ περιτομές, σαββατισμούς, βαπτισμούς, ζωοθυσίες καὶ γενικῶς ὅλα τὰ ταιριαστὰ στὸ χαμαίζηλο γράμμα. Παριστώντας δὲ καὶ συνάγοντας ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ νόμου ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂν ποτὲ ἐσυκοφάντησε κάποιον ἀπὸ τοὺς πιστοὺς λέγοντάς τὸν ἄπιστον ἢ σὰν τέτοιον τὸν ἐκακοποίησε ἀνοικτά, ἀποδίδει πολλαπλασίως θεραπεύοντας πολλοὺς πιστοὺς καὶ ὁδηγώντας πολλοὺς ἀπίστους πρὸς τὴν πίστι στὸν Χριστό. Ἔχομε σύντομα καὶ τὴν ἀλληγορικὴ ἑρμηνεία.
10. Ἐπειδὴ ὁ Ζακχαῖος κατὰ τὴ διήγησι προηγουμένως ἦταν φιλάργυρος (διότι καὶ ἐσύναζε τὸ χρυσὸ ἀπὸ τὴν τελωνία καὶ κοντὰ του τὸ κρατοῦσε πλουτώντας), ὕστερα ὅμως παρουσιάσθηκε φιλόπτωχος, μᾶλλον δὲ πτωχὸς καὶ ἀκτήμων ἑκουσίως, ἀφοῦ ἄλλα τὰ ἔδωσε καὶ ἄλλα τὰ ἀνταπέδωσε, τώρα ἐμεῖς θὰ ἐπαινέσωμε τὴν ἀρετὴ ἢ θὰ γίνωμε κατήγοροι τῆς κακίας; Διότι τὰ μέτρα τῆς ὁμιλίας δὲν ἐπιτρέπουν νὰ τὰ κάμωμε καὶ τὰ δύο. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς παρισταμένους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι κανεὶς ἑκούσιος κάτοχος της ἀκτημοσύνης, ἀλλὰ στὴ φιλαργυρία ὑποχωροῦμε σχεδὸν ὅλοι, ἂς εἰποῦμε λοιπὸν λίγα καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ὥρα περὶ φιλαργυρίας, γιὰ νὰ φανερώσωμε τὴν ἀπὸ αὐτὴν φθορά, ἀπαλλάσσοντάς μας ἀπὸ αὐτὴν κατὰ τὴ δύναμί μας. Ἡ φιλαργυρία εἶναι αἰτία ὅλων τῶν κακῶν αἰσχροκέρδειας, σφικτοχεριᾶς, γλισχρότητος, ἀστοργίας, ἀπιστίας, μισανθρωπίας, ἁρπαγῆς, ἀδικίας, πλεονεξίας, τόκου, δόλου, ψεύδους, καὶ ὅλων τῶν ὁμοίων μὲ αὐτά. Ἐξ αἰτίας τῆς φιλαργυρίας γίνονται ἱεροσυλίες, λωποδυσίες καὶ κάθε εἶδος κλοπῆς• ἐξ αἰτίας τῆς φιλαργυρίας δὲν ὑπάρχουν μόνο στοὺς δρόμους καὶ στὴν ξηρὰ καὶ στὰ πελάγη ἅρπαγες καὶ λησταὶ καὶ πειραταί, ἀλλὰ καὶ μέσα στὴν πόλι ἄδικα σταθμὰ καὶ ζύγια καὶ διπλὰ μέτρα καὶ περίεργη κουρὰ καὶ παραχάραξις νομισμάτων, ὑπέρβασις ὁρίων, πονηροὶ ἀνταγωνισμοὶ γειτόνων. Αὐτὴ φέρει ἔθνη ἐναντίον ἐθνῶν καὶ διαλύει δυνατὲς φιλίες καὶ μερικὲς φορὲς διασπᾶ τὴ συγγένεια• ἐξ αἰτίας αὐτῆς προδίδει κανεὶς καὶ τὴν πατρίδα, ἄλλος στρατόπεδο ὁμόφυλο, ἄδικος δικαστὴς τὸ νόμο καὶ μάρτυς τὴν ἀλήθεια, καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα ὁ καθένας τὴν ψυχή του. Ἔτσι κατὰ τὸν θεῖο ἀπόστολο, «ἡ φιλαργυρία εἶναι μητέρα καὶ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν», ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας μερικοὶ πού τὴν ὀρέγονται ἀποπλανήθηκαν ἀπὸ τὴν πίστι καὶ περιπλέχθηκαν σὲ πολλὲς ὀδύνες
11. Ἀλλὰ προσέξετε μὲ σύνεσι τὴ φωνὴ τοῦ ἀποστόλου• διότι δὲν εἶπε ὅσοι πλουτοῦν ἀποπλανήθηκαν ἀπὸ τὴν πίστι, ἀλλὰ ὅσοι ὀρέγονται τὸν πλοῦτο, ὅπως καὶ ἀλλοῦ λέγει ὅτι «ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ πλουτήσουν πέφτουν σὲ πειρασμοὺς καὶ παγίδες τοῦ Διαβόλου». Νὰ μὴ εἰπῆτε λοιπόν, πτωχοὶ εἴμαστε οἱ περισσότεροι ἐδῶ• τί ὁμιλεῖς κατὰ τῆς φιλαργυρίας πρὸς ἀνθρώπους πού δὲν ἔχομε σχεδὸν χρήματα; Τὸ πράττω διότι ἔχομε τὴ νόσο διὰ τῆς ἐπιθυμίας στὴν ψυχὴ καὶ χρειαζόμαστε γι' αὐτὴν θεραπεία. Ἐὰν δὲ μοῦ εἰπῆς ὅτι δὲν ἔχεις τὴν νόσο, δεῖξε ὅτι δὲν ζητεῖς ν' ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν πτωχεία, ἀλλ' ὅτι τὴν θεωρεῖς ποθεινότερη καὶ πολυτιμότερη ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ χαίρεις καὶ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ γι' αὐτήν, μὲ τὴν πεποίθησι ὅτι σου καθιστὰ εὐκολώτερη τὴ σωτηρία. Ἂν δὲ εἶναι κανεὶς πλούσιος, ἂς ἀκούη μὲν ὅτι δύσκολα θὰ εἰσέλθη πλούσιος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ ἂς γνωρίζη ἐπίσης ὅτι καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἦταν πλούσιος, καὶ ὅμως ἐσώθηκε (διότι ἦταν φιλόξενος καὶ φιλόπτωχος, ἀλλ' ὄχι φιλάργυρος) καὶ ὁ Ἰὼβ πού ἐδοκιμάσθηκε διὰ πλούτου καὶ πτωχείας, ὅταν ἦταν πλούσιος λέγει γιὰ τὸν ἑαυτό του, «δὲν ἐθεώρησα τὸ χρυσάφι δύναμί μου καὶ δὲν εὐφράνθηκα γιὰ τὸν πολὺ πλοῦτο πού ἀπέκτησα».
12. Ἑπομένως ὁ ἔρως πρὸς τὸν πλοῦτο εἶναι κακό, πού ἂν δὲν προσέχη, καὶ ὁ πτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος τὸν παθαίνει ματαίως. Ἐπειδὴ δὲ ὁ πονηρὸς πλοῦτος μερικὲς φορὲς προσλαμβάνει μαζί του καὶ συζυγία πονηρότερη, δηλαδὴ τὴν ὑψηλοφροσύνη καὶ τὴν πεποίθησι στὸν πλοῦτο, γι' αὐτὸ γράφοντας πρὸς τὸν Τιμόθεο ὁ θεῖος Παῦλος λέγει, «στοὺς πλουσίους του παρόντος αἰῶνος παράγγελλε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦν μήτε νὰ ἐλπίζουν στὴν ἀδηλότητα τοῦ πλούτου, ἀλλὰ στὸν Θεό». Διότι ἡ ταπείνωσις ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἐπίγνωσις ἀληθείας• ὅποιος δὲ καυχᾶται γιὰ τὸν πλοῦτο πού εἶναι περισσότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μας ἀληθινὰ γήινος καὶ ἐλπίζει σ' αὐτόν, εἶναι πραγματικὰ ἄφρων καὶ κατὰ τίποτε ἀνόμοιος ἀπὸ τοὺς πλουσίους πού προέβαλε ὁ Κύριος σὲ παραβολή• ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ μὲν ἕνας ἔχοντας στὰ πρόθυρά του τὸν Λάζαρο οὔτε τὸν ἐκύτταζε ἀπὸ ὑψηλοφροσύνη, ὁ δὲ ἄλλος διαλεγόμενος μὲ τὴν ψυχὴ του περὶ τῶν γιὰ πολλὰ ἔτη θησαυρισμένων ἀγαθῶν παρέστησε ποιὰ εἶναι ἡ ἐλπίδα στὸν πλοῦτο• γι' αὐτὸ τὸν μὲν ἕνα ἐδέχθηκε ἄσβεστη φλόγα, τὸν δὲ ἄλλο ἡ ἀναπόφευκτη ἀπαίτησις τῆς ψυχῆς. Βλέπετε τὸ τέλος τῶν προσηλωμένων στὸν πλοῦτο; Γι' αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ «ἐὰν ρέη πλοῦτος, μὴ προσκολλᾶτε σ' αὐτὸν τὴν καρδιά»• ὁ δὲ Σολομῶν λέγει, «ὅποιος ἔχει πεποίθησι στὸν πλοῦτο, θὰ πέση», σὲ ἄλλο δὲ σημεῖο πάλι παρομοιάζει ὅσους χάσκουν στὰ κέρδη μὲ ἅδη καὶ καταστροφὴ λέγοντας, «ὅπως ὁ ἅδης καὶ ἡ καταστροφὴ δὲν χορταίνουν, ἔτσι καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν ἀφρόνων»• ὁ δὲ Κύριος λέγει, «ἀλλοίμονο στοὺς πλουσίους, ἀλλοίμονο στοὺς χορτασμένους».
13. Ἀλλὰ ἐμεῖς, ἀδελφοί, ἂς πλουτήσωμε σὲ ἀγαθὰ ἔργα• ἂς γεμίσωμε μὲ ὅσα ἔχομε τὰ στομάχια τῶν πτωχῶν, ὥστε ν' ἀξιωθοῦμε τὴν ἐπηγγελμένη φωνὴ καὶ εὐλογία καὶ νὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνια βασιλεία. Καὶ εἴθε ὅλοι μας νὰ τὴν ἀποκτήσωμε μὲ τὴν χάρι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο πρέπει δόξα, κράτος, μεγαλοσύνη καὶ μεγαλοπρέπεια μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ζωοποιὸ Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.



----------------------------------------------------

πηγή: Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις "Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσ/νίκη 1986.
 
http://paterikakeimena.blogspot.com/

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

ΕΠΕΤΙΜΩΝ ΑΥΤΩ ΙΝΑ ΣΙΩΠΗΣΕΙ (ΙΔ ΛΟΥΚΑ)


Είναι όντως εκπληκτικό, αδελφοί μου, μα όμως αληθινό. Μας το μαρτυρεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πιστοί οπαδοί και άλλοι ακόλουθοι του Ιησού αγανακτούν και επιπλήττουν ένα δυστυχισμένο τυφλό, γιατί τόλμησε να ζητήσει τη βοήθεια Του.

Μας είναι γνωστή η ιστορία του τυφλού Βαρτίμαιου. Του ζητιάνου τυφλού, που καθημερινά με μόνη συντροφιά του το σκοτάδι του, άνοιγε παρακλητικά και υπομονετικά το χέρι του στους διαβάτες, για να κατορθώσει να ζήσει κι αυτός.

Και να που σήμερα τον πληροφορούν πως ο Ιησούς θα περάσει σε λίγο από μπροστά του. Η ελπίδα φουντώνει μέσα του. Ίσως να είναι η ευκαιρία της ζωής του. Επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις και παρακλητικά φωνάζει: «Ιησού υιέ Δαυίδ ελέησον με».

Μα τότε, «οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει». Του έβαλαν «πάγο», τον επιτίμησαν, του έβαλαν τις φωνές, για να σταματήσει να φωνάζει, να ενοχλεί, να χαλά την ησυχία τους με τις φωνές του. Ευτυχώς που περιφρόνησε ο Βαρτίμαιος τις «φρόνιμες» και «συνετές» υποδείξεις όλων αυτών. Ευτυχώς που δεν τον αποθάρρυναν οι επιπλήξεις τους. Ευτυχώς που δεν τον απογοήτευσε η σκληροκαρδία τους. Ευτυχώς που αυτός, ο τυφλός Βαρτίμαιος, «πολλώ μάλλον έκραζε, υιέ Δαυίδ ελέησον με». Και έτσι η επιμονή του δικαιώθηκε. Και έτσι οι ελπίδες του εκπληρώθηκαν. Και γέμισαν ξανά με φως τα σβησμένα του μάτια. Γιατί όπως μας βεβαιώνει ο Λουκάς, ο Κύριος κάλεσε τον τυφλό κοντά του και τον θεράπευσε.

Αδελφοί μου, ώρα για κάποιες επισημάνσεις. Επισημάνσεις που αφορούν τη συμπεριφορά εκείνων που με τις επιπλήξεις τους προσπάθησαν να κρατήσουν τον τυφλό μακριά απ’ το Χριστό.

Και πρώτα – πρώτα για τους οπαδούς του Χριστού. Τον συνοδεύουν στο ταξίδι του. Πολλοί απ' αυτούς θα εγκατέλειψαν ίσως και σπίτια και δουλειές. Ίσως και να είναι άξιοι θαυμασμού για την αφιέρωση τους στο Χριστό, για την ευσέβειά τους, για το ότι όπως θα λέγαμε σήμερα τα «έδωσαν όλα για το Χριστό». Και λοιπόν; Είναι έτσι τα πράγματα; Ας δούμε τη συνέχεια. Ας δούμε τη συμπεριφορά τους απέναντι σε κάποιον που εναγώνια ζητούσε βοήθεια. Απέναντι στο Βαρτιμαίο.

Πως συμπεριφέρθηκαν; Η στάση τους απέναντι στον τυφλό απέδειξε περίτρανα πως μέσα από την ψυχή τους έλειπε το πρωτεύον• έλειπε η αγάπη. Η ψυχή τους τελικά ήτανε άδεια. Ήτανε παγωμένη. Μπαίνει λοιπόν το ερώτημα: Μπορεί να υπάρχει πίστη χωρίς αγάπη; Ασφαλώς όχι αδελφοί μου. Δεν νοείται Χριστιανισμός χωρίς αγάπη, πίστη μέσα σε μια άδεια καρδιά. Πίστη και αγάπη «ενωμένες θαυματουργούν, χωρισμένες τερατουργούν» έγραψαν. Η πίστη όταν χωριστεί απ’ την αγάπη δημιουργεί μια εκτρωματική θρησκευτικότητα. Μια επικίνδυνη θρησκευτικότητα. Μια κόλαση περιτυλιγμένη με ψεύτικα χρυσόχαρτα παραδείσου. Ας το έχουμε υπόψη όλοι εμείς που συναζόμαστε σε Εκκλησίες, σε λειτουργίες, σε αγρυπνίες, σε κηρύγματα, που ανάβουμε κεριά και θυμιατά, που κάνουμε μετάνοιες. Ας μη λησμονάμε πως ο Χριστιανισμός, μέσα στο πέρασμα των αιώνων, από αυτήν την άνευ αγάπης πίστη, υπέφερε και ζημιώθηκε περισσότερο παρά από τους αρνητές και διώκτες του. Η άνευ αγάπης πίστη έφερε τις αιρέσεις, δημιούργησε τα σχίσματα, ανάδειξε τους ιεροεξεταστές. Είναι αυτή η άνευ αγάπης πίστη που γέμισε την Εκκλησία με τέτοιους υποκριτές, σύγχρονους Γραμματείς και Φαρισαίους που περηφανεύονται γιατί «νηστεύουν δις του Σαββάτου» και «αποδεκατούσι το ηδύοσμο και το άνηθον και το κύμινον» αλλά λησμονούσι «το έλεον» δηλαδή την ευσπλαχνία και την αγάπη. Είναι αυτοί που θα λογοδοτήσουν, γιατί αυτή η ασυνέπεια τους, κάνει το χριστιανικό κήρυγμα να μη γίνεται πιστευτό. Είναι αυτοί που σπρώχνουν στην θρησκευτική αδιαφορία - μέχρι και την αθεΐα, εκείνους που έχουν αδύνατη τη πίστη τους.

Είναι βέβαια και οι άλλοι. Αυτοί που στέκονται απέναντι. Αυτοί που λοιδορούν, που θεωρούν μειωμένης νοημοσύνης και δεύτερης κατηγορίας, όποιον κραυγάζει «Ιησού ελέησον με». Είναι οι αιώνιοι διώκτες του Χριστού, αυτοί που τον Σταύρωσαν και αυτοί που και σήμερα συνεχίζουν τη σταύρωση. Οι απηνείς εχθροί του Χριστού που και στο όνομα του ακόμα ανατριχιάζουν σαν τους δαίμονες.

Μα έχουμε μπουχτίσει και από τέτοιους. Γεμίσαμε από απηνείς διώκτες, που στο όνομα μιας δήθεν ελευθερίας, μιας δήθεν δημοκρατίας - αλήθεια πόσο χυδαιολογούμε γύρω από αυτές τις χιλιοταλαιπωρημένες λέξεις «ελευθερία»! και «δημοκρατία»! – διώκουν απηνώς το Χριστιανισμό και την πίστη! Γεμίσαμε από σύγχρονους Ιουλιανούς, Νέρωνες και Διοκλητιανούς, που έστειλαν στα βασανιστήρια και στο θάνατο εκατομμύρια χριστιανούς! Γεμίσαμε και βέβαια μπουχτίσαμε από τη «νεοεποχήτικη» θολοκουλτούρα και τους «Μυρμηγκολέοντες» της Νέας Τάξεως Πραγμάτων, που ορμούν σαν τα λυσσασμένα σκυλιά για να ξεσκίσουν με βουλιμία τις σάρκες της Ορθοδοξίας και τις Ελλάδας. Δεν εκπλησσόμαστε βέβαια ούτε και «εξ απήνης» μας πιάνουν, αφού δεν είναι καινούρια η λυματολάσπη, δεν είναι αναπάντεχη, δε είναι απρόσμενη. Ο πόλεμος γνωστός, μεθοδευμένος, συστηματικός, ανελέητος.

Ο λόγος, για τους «αυτοσχέδιους μάγους της αλλοτρίωσης» και των περιώνυμων ενώσεων για τα δικαιώματα και τα προσωπικά δεδομένα του πολίτη. Βλέπεις πόσο νοιάζονται για μας κάποιοι! Για όλους γενικά τους σαρκοφάγους του Ελληνισμού και τους νεκροθάφτες του Έθνους. Ο λόγος γι’ αυτούς που κατά τη γνώμη τους, η πίστη, η Εκκλησία, η Ορθοδοξία, τα Ελληνορθόδοξα ήθη και έθιμα «βλάπτουν σοβαρά την υγεία»…

Αναρωτιέμαι όμως, όλοι αυτοί οι «εκατομμυριοπληρωμένοι» καρεκλοκένταυροι και αυτόκλητοι σωτήρες μας, τι περισσότερο προσφέρουν στην Ελλάδα από ένα Έλληνα κληρικό! Τι περισσότερο δίνουν στην πατρίδα μας από ένα παπά, τον ποιο μικρό και απλό παπά, στο πιο μικρό και άσημο χωριό – αυτά που η πολιτικοί μας δεν τα ξέρουν ούτε πάνω στο χάρτη - που μένει εκεί, εθελοντής και φυλάει Θερμοπύλες, πολύτεκνος, ξεχασμένος, στρατιώτης 24 ώρες το εικοσιτετράωρο στο πόστο του. Τι περισσότερα δίνουν κάποιοι πολιτικοί μας, κάποιοι βουλευτές μας, ουραγοί και χειροκροτητές τοιούτων ανόμων σχεδίων και σιωνιστικών ιδεών; Τι περισσότερο προσφέρουν όλοι αυτοί που με κλειστά τα μάτια, υπογράφουν τη καταδίκη 10.000.000 Ελλήνων πολιτών, οδηγώντας τους στην απόλυτη φτώχεια και στον αφανισμό; Ο Ελληνικός λαός γνωρίζει του καθενός την προσφορά!

Αναρωτιέμαι ακόμη, είναι τόσο κοντόφθαλμοι και δεν βλέπουν, δε θέλουν να δουν, τι έγινε πιο πέρα; Δεν βλέπουν τι έγινε στην πάλαι ποτέ γεραρά «Σοβιετική αυτοκρατορία»; Δεν βλέπουν τι έγινε στα γειτονικά μας πρώην αθεϊστικά κράτη και σ’ όλες τις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Εκεί όπου για χρόνια και χρόνια διώχτηκε απηνώς ο Χριστιανισμός και η πίστη, τώρα αφού είδαν πως μόνο ζημιά προξένησαν οι ιδέες αυτές, τις πέταξαν σαν βλαβερά δηλητήρια;

Δεν έχουν μάθει ότι είναι σκληρό για μας να χτυπάμε κλωτσιές στα καρφιά;

Δεν διδάχτηκαν από την ιστορία 2000 ετών ότι η Εκκλησία όσο πολεμείται τόσο πιο αντρειωμένη γίνεται; Όσο μανιασμένα κι αν είναι τα κύματα, όσο λυσσασμένα κι αν πέφτουν πάνω της, δεν πρόκειται να καταποντιστεί;

Αδελφοί μου ζούμε σε καιρούς δύσκολους. Πολύ δύσκολους. Καθημερινά τίθεται θέμα επιβίωσης. Χιλιάδες άνθρωποι χάνουν καθημερινά τη δουλειά τους. Χιλιάδες άνθρωποι χάνουν καθημερινά το σπίτι τους. Χιλιάδες παιδιά στα σχολεία λιποθυμούν απ’ τη πείνα. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν φτάσει ακόμα και στην αυτοκτονία επειδή δεν άντεξαν αυτή τη κατάσταση. Αγωνιζόμαστε για φυσική, για ατομική, για οικογενειακή, αγωνιζόμαστε για εθνική επιβίωση, αφού τελικά έχουμε χάσει και την εθνική μας κυριαρχία και άλλα ξένα και άνομα κέντρα νομοθετούν για εμάς, και οι δικοί μας χρυσοπληρωμένοι κυβερνήτες έμειναν γλάστρες διακοσμητικές και μόνο. Κατά τα άλλα μιλάμε για εκδημοκρατισμό, για δικαιώματα, για εκσυγχρονισμό, για ανάπτυξη.

Λοιπόν είναι λογικό να μη δίνουμε το χέρι μας σ’ Αυτόν που ζητά να μας πιάσει και μα μας τραβήξει έξω απ’ το βούρκο μέσα στον οποίο βουλιάζουμε; Δεν είναι παράλογο να επιτιμούμε όποιον φωνάζει «Ιησού ελέησον ημάς», τη στιγμή που βυθιζόμαστε στο μανιασμένο ωκεανό; Έχουμε άραγε άλλη ελπίδα άλλη ευκαιρία; Πιστεύει άραγε κανείς πως έστω και ένας ενδιαφέρεται για μας;

Ας το χωνέψουμε λοιπόν. Μόνο η πίστη και η αγάπη είναι τα σταθερά υπόβαθρα του αγώνα μας. Μόνο εκεί υπάρχει ελπίδα. Αυτά μόνο μπορούν να προσφέρουν την ασφαλέστερη αμυντική θωράκιση ενάντια σε κάθε εχθρό.

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

Η αχαριστία πρός τόν ευεργέτην ανθρωπον καί τόν ευεργέτην Θεόν



Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, ακούσαμε για την θεραπεία των δέκα λεπρών.
«Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς», φώναξαν παρακλητικά οι δέκα λεπροί.
Και ο γλυκύτατος και γεμάτος αγάπη Ιησούς, τους εθεράπευσε από την φοβερή, και αποκρουστική αρρώστια της λέπρας.
Δυστυχώς όμως, όπως ακούσατε, μόνον ένας γύρισε για να ευχαριστήσει τον Σωτήρα και Ευεργέτη του.
«Οι δε εννέα πού» ; ρωτάει με παράπονο ο Κύριος.
Αλλά η αχαριστία μας μερικές φορές, περνάει κάθε όριο λογικής.
Και ένα είναι το βέβαιον, ότι η αχαριστία είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο μεταξύ των ανθρώπων.
Θα τολμούσα να πω μάλιστα, ότι περισσότερες φορές συναντάμε την αχαριστία παρά την ευγνωμοσύνη.
Πολλοί συνάνθρωποί μας, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, γείτονες, συνάδελφοι, όταν βρεθούν σε κάποια μεγάλη ανάγκη, ζητούν την συμπαράστασή μας και την συμπαράσταση αυτών που γνωρίζουν.
Παρακαλούν επίμονα και με πολλούς τρόπους, για να βγουν από τις δυσκολίες εκείνες που τους πιέζουν.
Άλλοτε είναι υπερβολικές και άλλοτε όχι.
Ταπεινώνονται, δακρύζουν και υπόσχονται με όρκους, ότι δεν θα ξεχάσουν ποτέ την καλοσύνη και την γενναιοδωρία τους.
Και όταν πετύχουν να βγουν από τα τραγικά αδιέξοδα που τους έπνιγαν, και λυθούν τα προβλήματά τους, τότε ;
Ξεχνούν και την ευεργεσία, και τους ευεργέτες τους, α, όπως εγένετο με το Χριστό.
Δέκα θεράπευσε, ένας γύρισε, για να Τον ευχαριστήσει και δώσει δόξα στο Θεό.
Γρήγορα έτσι λοιπόν, λησμονούν τις υποσχέσεις τους οι περισσότεροι των ανθρώπων, και τα πολλά ευχαριστώ που προείπαν, και το χειρότερον είναι ότι αλλάζει τις περισσότερες φορές η συμπεριφορά τους, και γίνονται αδιάφοροι και ψυχροί.
Και ας μη σταθούμε μόνο στα τυχόν, λέμε στα τυχόντα δανεικά, διότι πολλές είναι οι ανάγκες τις οποίες, μπορούμε να βοηθήσομε και μάλιστα και ανωνύμως.
Παραδείγματος χάρη, να βοηθήσομε με κάποιους δικούς μας ανθρώπους, να βρει ένας άνεργος νέος δουλειά και μάλιστα στο Δημόσιο.
Να προλάβομε ένα διαζύγιο.
Να φροντίσομε για την αποφυλάκιση κάποιου φυλακισμένου.
Να βρεθεί ένα κρεβάτι για έναν άπορο σε ένα νοσοκομείο.
Να αναλάβουμε τις σπουδές ενός ορφανού ή υπερπολυτέκνου με δέκα αδελφάκια.
Να λυτρωθεί ένα παιδί από τα ναρκωτικά.
Και με τις τυχόν ισχυρές γνωριμίες που έχουμε, να αποτρέψομε έναν καταστρεπτικό πλειστηριασμό.
Και άλλα πολλά που μας τυχαίνουν στη ζωή, και στα οποία μπορούμε αποτελεσματικά και σωτήρια, να επέμβουμε όταν μας το ζητήσουν.
Και ο καθένας από σας, μπορεί να έχει μια κάποια άλλη περίπτωση, που την σώσατε χωρίς αυτή να έχει κατ’ ανάγκην σχέση με λεφτά.
Πάντως όλοι όσοι ζητούν βοήθεια, και λύσεις στα προβλήματά τους,
και πάρουν αυτή τη βοήθεια, οφείλουν να είναι πάντοτε ευγνώμονες, και όχι αχάριστοι.
Και κάτι άλλο.
Οι αχάριστοι φτάνουν μέχρι του σημείου, όχι μόνον να ξεχνούν, ότι ευεργετήθηκαν, αλλά αν σε δουν να βρίσκεσαι και συ, σαν άνθρωπος σε ανάγκη, και πνίγεσαι τρόπον τινά απ’ αυτές τις ανάγκες, αυτοί γυρίζουν αλλού το κεφάλι.
Και δεν σου δίνουν πλέον σημασία.
Και κάνουν ότι δε σε ξέρουν.
Και το χειρότερο απ’ όλα.
Γίνονται και εχθροί σου.
Γι’ αυτό και ο Δαυίδ στον τεσσαρακοστόν τέταρτον ψαλμόν του, βεβαιώνει «αντί το αγαθόν μοι ανταπέδωσαν πονηρά».
Όχι λοιπόν ξεχνούν την ευεργεσία, αλλά και σε διαβάλλουν, σε συκοφαντούν, σε αδικούν, σε προδίδουν, σε πολεμούν.
Το ίδιο δεν έκαμαν και στον Χριστό;
Αντί του μάνα χολήν.
Αντί του ύδατος όξος, ξύδι δηλαδή.
Δεν ήταν αυτός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός που τους λεπρούς εκαθάρισε;
Τους παραλυτικούς ανόρθωσε;
Στους τυφλούς έδωσε φώς;
Τους δαιμονισμένους δεν είναι Αυτός που τους ελευθέρωσε από τα δαιμόνια;
Τους χωλούς δεν τους απεκατέστησε στην υγεία;
Στους κωφούς έδωσε ακοή!
Και στους βωβούς έδωσε λαλιά, ομιλία!
Ακόμα και νεκρούς ανάστησε.
Κι όμως αυτός ο αχάριστος λαός, των Ιουδαίων, Τον Σταύρωσε, φωνάζοντας «άρον άρον σταύρωσον αυτόν».
Όσο παραμένει η αχαριστία, ιδίως προς τους γονείς και τα αδέλφια, τόσο και η σκληροκαρδία μεγαλώνει, τόσο και η μετάνοια δεν τους αγγίζει.
Τα ευγενή αισθήματά τους φθείρονται, το χαμόγελο απ’ τα χείλη τους χάνεται, το μυαλό σκοτίζεται και οι τρόποι τους αλλάζουν.
Η επιθυμία τους είναι να απομακρυνθούν, όσο το δυνατόν μακρύτερα από τους ευεργέτες τους, και να μην τους βλέπουν στα μάτια διότι δεν μπορούν να τους βλέπουν.
Και μόνον η εικόνα και η σκέψις του ευεργέτου, τους ενοχλεί γι’ αυτό δεν θέλουν ούτε το όνομά τους να ακούσουν.
Βλέπεις την αχαριστία και πικραίνεσαι.
Και είναι φυσικόν και πότε πότε να παραπονείσαι, αφού ο ίδιος ο Κύριος εξέφρασε παράπονο.
Εμείς θα κάνομε το καλό, και θα το ρίξομε στο γιαλό, στο ποτάμι.
Όπως λέει ο λαός.
Το καλό και η ευεργεσία θα γίνεται, χωρίς να περιμένομε ποτέ, από κείνους οι οποίοι ευεργετούνται, ευγνωμοσύνη και ευχαριστώ.
Εμείς θα προσφέρομε το καλό.
Την διευκόλυνση και την έμπρακτη συμπαράσταση, γιατί το θέλει ο Θεός, και το επιβάλλει η αγάπη, τίποτε άλλο.
Δεν θα περιμένομε ποτέ ανταπόδοση.
Ο ευεργετούμενος όμως έχει υποχρέωση, να θυμάται την ευεργεσία.
Η ευεργεσία, μας λέει ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, πρέπει να οδηγεί όσους ευεργετούνται σε ευγνωμοσύνη, τους δε ευεργέτας σε μεγαλύτερη, και μυστικότερη ευεργεσία και απλοχεριά.

Αν η αχαριστία απέναντι στους ανθρώπους, που μας ευεργετούν είναι κάτι δυσάρεστο και εξοργιστικό, τι να πούμε και πώς να χαρακτηρίσομε την αχαριστία μας απέναντι στο Θεό;
Γι αυτό και η αχαριστία απέναντί Του είναι πολύ βαρειά αμαρτία, και έχει ανυπολόγιστη ευθύνη.
Και μεγάλη μεγάλη ανοχή.
Ο Θεός είναι ο μέγιστος ευεργέτης όλων των ανθρώπων.
Διότι οι δωρεές Του προς αυτούς, όχι μόνον έχουν τεράστια αξία, αλλά και είναι και υπερβολικά ανεκτίμητες.
Δηλαδή ζούμε μέσα σε έναν απέραντο ωκεανό αγάπης, και θεϊκών ευεργεσιών.
Χρωστάμε τη ζωή μας στο Θεό.
Σ’ Αυτόν τη χρωστάμε.
Διότι Αυτός μας έπλασε.
Αυτός είναι ο Δημιουργός μας, Κύριος και ο Θεός μας.
Ο Πλάστης μας, που μας έπλασε κατ’ εικόνα Αυτού και καθ’ ομοίωση.
Μας έδωσε το μυαλό.
Μας έδωσε τη λογική.
Μας έδωσε το λόγο, μας έδωσε το νου.
Μας έδωσε μάτια για να βλέπουμε.
Αυτιά για να ακούμε.
Πόδια για να περπατάμε, χέρια για να πιάνομε.
Μας έδωσε καρδιά που ξέρει να κτυπά.
Είναι η ζωή μας.
Αίμα για να κυκλοφορεί.
Και πλήθος άλλων αγαθών οργάνων μέσα μας, δια των οποίων ο άνθρωπος ζει, κινείται, υπάρχει.
Σκέπτεται, αποφασίζει, κρίνει μεταξύ του καλού και του κακού, έχει θέληση, έχει προαίρεση, έχει και σοφία, αλλά και διάκριση.
Μπορεί να οικοδομεί, αλλά μπορεί και να γκρεμίζει.
Μπορεί να εργάζεται σωματικά και πνευματικά.
Μπορεί και να τεμπελιάζει.
Μπορεί να ευεργετεί, μπορεί να γίνει ακόμα και εφευρέτης της ανθρωπότητος.
Να λοιπόν μερικές δωρεές του Θεού, προς τον καθένα μας χωριστά, και προς όλους μας.
Και σας ρωτώ : «Τον ευχαριστούμε για την χαρά της ζωής;»
Τον δοξάζομε γιατί μας χάρισε τη μέρα και τη νύκτα, τον ήλιο και το φεγγάρι;
Λέμε «δόξα σοι ο Θεός σήμερα, ευχαριστούμε σοι Χριστέ ο Θεός ημών, ότι ενέπλησας ημάς των επιγείων σου αγαθών»;
Το λέμε αυτό κάθε μέρα;
Όταν σηκωνόμαστε από το τραπέζι, ή τα ξεχνάμε όλα;
Τον ευχαριστούμε που ενώ ήτο Θεός, έγινε άνθρωπος, Θεάνθρωπος, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, για να μας σώσει από την αμαρτία, και από την κόλαση την αιωνία;
Τον ευχαριστούμε για το Άγιο Βάπτισμα, το ότι δηλαδή γεννηθήκαμε από ορθοδόξους γονείς;
Το ότι κάποτε, έστω και μωρά, μας πήραν απ’ το χέρι, και μας κοινώνησαν των αχράντων μυστηρίων;
Τον ευχαριστούμε γιατί εξακολουθεί να υπάρχει, Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία;
Δυστυχώς μόνο το πέντε τοις εκατό τον ευχαριστούν, και συμμετέχουν στο Ποτήριο της Ζωής, και στη Θεία Λειτουργία, ε, ας πούμε και με κατάλληλη προετοιμασία.

Κάθε μέρα ο Θεός κάνει θαύματα!
Από πολύ πολύ μικρά, μέχρι και μεγάλα. Για παράδειγμα:
Το ότι συγχωρεί στην Ιερά Εξομολόγηση, τον φονιά, τον κακούργο, τον ληστή, την πόρνη, την μοιχαλίδα γυναίκα, τη μάνα που γίνεται φόνισσα με τις εκτρώσεις.
Τον προδότη, που προδίδει την Πατρίδα του, τον καταχραστή, και τον συκοφάντη.
Τον άσπλαχνο και ανάλγητο εκείνο πατέρα που εγκαταλείπει παιδιά και σύζυγο.
Τη σκληρόκαρδη εκείνη μάνα που προχτές εγκατέλειψε τέσσερα παιδιά, για να ακολουθήσει ένα νταβατζή, συγχωρέστε με για τη λέξη, στα καταγώγια της πορνείας και της κολάσεως.
Τέσσερα παιδιά εγκατέλειψε.
Συγχωρεί και τον μέθυσο, και του εύχεται να συνέλθει.
Συγχωρεί και το ναρκομανή, και του εύχεται να συνέλθει.
Σ’ αυτό που μπλέκεται στο τζόγο, και σε άλλα μεγάλα πάθη.
Τον βλάσφημον των θείων, και τόσους αμαρτωλούς, αμαρτωλούς, αμαρτωλούς, όλης της γης, όλων των αιώνων.
Αυτός λοιπόν ο Θεός, που συγχωρεί, τους πάντες και τα πάντα, αρκεί να υπάρχει μετάνοια, σας ρωτώ,
Είναι μεγάλος, στις ευεργεσίες του ΝΑΙ ή ΟΧΙ ;
Ναι είναι, και είναι γεμάτος από αγάπη, είναι μακρόθυμος, και είναι και πολυέλαιος.
Αλλά πόση ευεργεσία, και ευχαριστία, και δοξολογία, οφείλομε να ανταποδίδομε στον Θεόν;
Τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών;
Μέγας ο Θεός, αμαρτωλοί εμείς, όλοι μας.
Μηδενός εξαιρουμένου, και κατεβάστε τα κεφάλια σας.
Αγάπη ο Θεός, κακομοίρηδες εμείς.
Άγιος και Πανάγιος ο Θεός, βρωμιάρηδες εμείς.
Πανάγαθος ο Θεός, αχάριστοι εμείς.
Άγιος και πανάσπιλος ο Θεός, αισχροί εμείς.
Πλούσιο, ο Θεός, το έλεός Του, και μείς πάλι και πάλι και πάλι αχάριστοι απέναντί Του.
Δόξα τη μακροθυμία Σου Κύριε!

Δόξα στα ελέη και στους οικτιρμούς Σου,
και σ’ Αυτόν τον Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν,
τον Θεόν του ελέους της μακροθυμίας και της αγάπης,
ανήκει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις,
τώρα και πάντοτε,
και εις τους απεράντους αιώνας,

Χριστιανοί μου,




ΠΗΓΗ:  ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΠΑΤΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

 «Λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα»

 ΠΗΓΗ

7imagesCAVL43W1ἡμέρα τῆς βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ, Ἀγαπητοί μου, ὀνομάσθηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία μας «ἡμέρα τῶν Φώτων» γιά τρεῖς κυρίως λόγους:
Πρῶτον, γιατί ἀνέτειλε ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος μέ τήν διδασκαλία του ἐφώτισε τό γένος τῶν ἀνθρώπων.
 Δεύτερον, γιατί ἐμφανίσθηκε τό ἅγιον Πνεῦμα «ἐν εἴδει περιστερᾶς», καί
Τρίτον, γιατί τήν ἡμέρα ἐκείνη φωτίζονταν μέ τό ἅγιο Βάπτισμα οἱ κατηχούμενοι.
Τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας μας τίς ἡμέρες αὐτές κάνουν λόγο γιά τό Φῶς. Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, κι ἐμεῖς σήμερα, νά ἀσχοληθοῦμε μέ τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀνακαλύψουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά μπορέσουμε νά τό ἀποκτήσουμε.

Τό φῶς τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ ἴδιος διεκήρυξε «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου». (Ἰωάν. η΄ 12) Μέ τήν ἐνανθρώπισή του ἔλαμψε στόν κόσμο· «φῶς ἐκ φωτός ἔλαμψε τῷ κόσμῳ Χριστός». Ἐκεῖνος εἶναι τό φῶς πού καθαρίζει τήν συνείδηση, θερμαίνει τήν καρδιά, φωτίζει τήν διάνοια. Χωρίς τόν Χριστό δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή, ὅπως χωρίς τόν ἥλιο δέν ὑπάρχει φυσική ζωή.
Πρίν ἀπό τόν Χριστό ὑπῆρχε σκοτάδι. Ὁ Χριστός ἔδειξε τόν δρόμο τῆς σωτηρίας καί φώτισε τόν ἄνθρωπο. Ὁλόκληρη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἦταν πλημμυρισμένη στό θεῖο Φῶς. Ἡ Γέννησή Του προμηνύεται μέ τό φωτεινό ἀστέρι. Στήν βάπτισή Του σχίζονται οἱ οὐρανοί καί κατέρχεται στήν κεφαλή Του τό Ἅγιον Πνεῦμα. Στό ὅρος τῆς Μεταμορφώσεως ἐπισκιάζεται ἀπό τό οὐράνιο Φῶς. Στήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του οἱ ἀστραπές τῆς θεότητας ντροπιάζουν τόν Ἅδη καί καταφωτίζουν γῆ καί οὐρανό.
Ἡ Ἐκκλησία μας πιστεύει, ὅτι ὅπου ὁ Χριστός ἐκεῖ καί ὁ Θεός Πατήρ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Καί τά τρία πρόσωπα τῆς τρισηλίου θεότητος τά ὀνομάζει «Φῶς». «Φῶς ὁ Πατήρ, Φῶς ὁ Λόγος, Φῶς καί τό Ἅγιον Πνεῦμα». Ὁδηγός τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό Φῶς, τό ὁποῖο ἐκπέμπεται ἀπό τόν Πατέρα καί παραμένει στό Μυστικό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Προσωποποίηση τοῦ θείου Φωτός εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, πού προσφέρει στόν καθένα μας τό Φῶς τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλήθειας Του.
Τά πάντα, μέσα στήν Ἐκκλησία, μᾶς μιλοῦν γιά τό Φῶς καί μᾶς διδάσκουν αὐτή τήν ἀλήθεια, τήν ὁποία καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει: «Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε». (Ἐφ. ε΄ 8) Ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι καθαρή σάν τό φῶς, θερμή σάν τό φῶς καί ἀκτινοβόλος σάν τό φῶς. Αὐτή τήν ἀλήθειά μᾶς ὑπενθυμίζει τό κερί πού ἀνάβουμε μπροστά στίς ἅγιες εἰκόνες. Ὅτι δηλαδή, καλούμαστε νά γίνουμε φῶς πού θά καίγεται καί θά λιώνει, γιά νά θερμαίνει καί νά φωτίζει ἐμᾶς καί τούς ἀδελφούς μας. Ἡ ζωή μας μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι λουσμένη μέ τό Φῶς. Φωτεινός λευκός χιτώνας στήν Βάπτιση. Λευκά φωτεινά ἐνδύματα στόν Γάμο. Λαμπρά χρυσά ἄμφια οἱ Ἱερεῖς. Κάθε γεγονός τῆς Ἐκκλησίας στολίζεται μέ τό λευκό καί τό φωτεινό· πολυέλαιοι, κανδήλια, λαμπάδες εἶναι βασικά στοιχεῖα τῆς θείας Λατρείας πού συνεχῶς μᾶς ὑπενθυμίζουν τήν ἀνάγκη ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς καθαρότητας καί ἁγιοπνευματικοῦ φωτισμοῦ.
Τελευταία γίνεται πολύς λόγος γιά τήν κρίση πού διέρχεται ὁ κόσμος. Γεγονός εἶναι ὅτι ἡ κρίση δέν εἶναι οὔτε οἰκονομική, οὔτε κοινωνική, οὔτε μορφωτική· εἶναι κρίση πνευματική καί περιγράφεται μέ σαφήνεια ἀπό τόν Κύριο στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου. «Αὐτή εἶναι ἡ κρίση, ὅτι τό φῶς ἦλθε στόν κόσμο καί οἱ ἄνθρωποι ἀγάπησαν περισσότερο τό σκοτάδι ἀπό τό φῶς, διότι ἦταν πονηρά τά ἔργα τους». (Ἰω. γ΄ 19)
Γι᾽ αὐτό ὑποφέρει ὁ σημερινός ἄνθρωπος. Γιατί ζεῖ στό σκοτάδι τοῦ μίσους καί τῆς ἀγνωσίας. Τό μῖσος τυφλώνει τήν ψυχή καί τῆς ἀφαιρεῖ κάθε δυνατότητα χαρᾶς καί εὐτυχίας. Ἐκεῖνος πού μισεῖ, μοιάζει μέ τούς τυφλούς πού δέν ξέρουν πού βαδίζουν. Ἡ ἀγάπη εἶναι Φῶς. Ὅποιος ζεῖ τήν ἀγάπη ἀποκτᾶ τήν γνώση, ἀνακαλύπτει τήν ἀλήθεια. Ἡ ἀγάπη, τοῦ φωτίζει τόν νοῦ καί τοῦ παρέχει τήν δυνατότητα νά γνωρίσει τά Μυστηρία τοῦ Θεοῦ. «Ὁ ποιῶν τήν ἀλήθειαν ἔρχεται πρός τό φῶς» λέγει ὁ ἅγιος Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. (γ΄ 19)  Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ εἰλικρινά, ζεῖ τήν ἀλήθεια καί ἀποκτᾶ τό Φῶς.
Γιά νά ἀποκτήσουμε τό θεῖο Φῶς ἔχουμε ἀνάγκη ἐσωτερικοῦ καθαρισμοῦ. Ὅπου ὑπάρχουν σκοτεινά ἔργα, τό φῶς τοῦ Θεοῦ ἀποστρέφει τίς ἀκτίνες του. Δέν εἶναι δυνατόν νά συνυπάρξει φῶς καί σκοτάδι, πίστη καί ἀπιστία, ἀγάπη καί μῖσος. Ὁ Χριστός, «τό φῶς τό ἀληθινόν», ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν ἀπόκτηση τοῦ Φωτός θεωρεῖ τήν μετάνοια. Μ᾽ αὐτό τό κήρυγμα ἄρχισε τήν διδασκαλία Του: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Χωρίς μετάνοια ὁ ἄνθρωπος μένει στό σκοτάδι τῶν παθῶν. Τά δάκρυα καθαρίζουν τήν ψυχή καί προετοιμάζουν τόν δρόμο ἐλεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μέ τήν μετάνοια γινόμαστε φωτοφόροι. Μᾶς ἐπισκιάζει ἡ θεία Χάρη καί μᾶς καταυγάζει τό Ἅγιον Πνεῦμα.
Οἱ Ἅγιοι της Ἐκκλησίας μας, πού ἔζησαν ζωή μετανοίας, ἐξέπεμπαν τό ἅγιο Φῶς τοῦ Θεοῦ καί συνοδεύονταν ἀπό τό ἄκτιστο φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ φωτοστέφανος τῆς δόξης τῶν ἱερῶν εἰκόνων τους ἐκφράζει αὐτόν ἀκριβῶς τόν ἐσωτερικό φωτισμό. Οἱ Ἅγιοι ζοῦσαν μέσα στό Φῶς.
Πηγή τοῦ φωτός εἶναι, γιά μᾶς σήμερα, ἡ θεία Λειτουργία. Μέ τήν κοινωνία τοῦ τιμίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ παίρνουμε τό Φῶς. Στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας δοξολογοῦμε τόν δωρεοδότη Χριστό μ᾽ αὐτά τά λόγια: «Εἴδομεν τό Φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ …». Φωτισμένοι, ἀνακαινισμένοι καί δυναμωμένοι μέ τό Φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ὕστερα εἰσερχόμαστε στόν καθημερινό στίβο τῆς ζωῆς, γιά νά μεταδώσουμε τό φῶς καί στούς ἀδελφούς μας.
Ἀγαπητοί μου, τό νά ἔχουμε δίπλα μας τό φῶς καί ἐμεῖς νά ζοῦμε στό σκοτάδι τοῦ ἐγωισμοῦ καί τοῦ μίσους, εἶναι ὅ,τι τραγικώτερο ὑπάρχει στήν ζωή. Ἄς βγοῦμε, λοιπόν, ἀπό τά σκοτεινά σπήλαια τῶν παθῶν γιά νά ἀπολαύσουμε τήν ἀνατολή πού ἔφερε στήν γῆ ἡ Γέννηση τοῦ Θεανθρώπου. «Ἡ νύξ προέκοψε, ἡ δέ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὔν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός».