Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Σε λίγες μέρες έρχονται τα Χριστούγεννα, εορτή, από τις μεγαλύτερες της Χριστιανοσύνης. Η μητρόπολη των εορτών, όπως την ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα εορτάσουμε τα Χριστούγεννα και θα θυμηθούμε το πώς γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.

Ιησούς! Το ομορφότερο και γλυκύτερο όνομα που ακούστηκε στη γη. Αλλά ταυτόχρονα  και το πιο παρεξηγημένο όνομα που έγινε αιτία διαχωρισμού του κόσμου μας στα δύο. Στους πιστούς και τους απίστους. Στους ανθρώπους που αγωνίζονται να εφαρμόσουν στη ζωή τους τα διδάγματα του Χριστού και στους ανθρώπους που είναι ενάντια του Χριστού. Από την ώρα που στη Βηθλεέμ γεννιόταν ο Χριστός, ο Ιδρυτής της Εκκλησίας μας, ο κόσμος μας  χωρίστηκε στην προ Χριστού και στην μετά Χριστόν εποχή.
Ιησούς! Είναι το γλυκύτερο όνομα. Όνομα που  το ύμνησαν πρώτα όχι άνθρωποι αλλά οι άγγελοι.  Αυτοί στη Βηθλεέμ έψαλλαν ενώπιον των ποιμένων το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Ιησούς! Είναι ακόμα το αγιότερο πρόσωπο της ιστορίας. Είναι η πιο μεγάλη και ιερή μορφή όλων των αιώνων. Η παρουσία του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε βάλσαμο παρηγοριάς για κάθε πονεμένο άνθρωπο.. Ο Χριστός είναι τέλος, το κυριότερο, ο Σωτήρας μας από την αμαρτία. Είναι ο λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.
Λίγες μέρες μας απέμειναν για να εορτάσουμε το χαρμόσυνο τούτο μήνυμα της Γεννήσεως του Θεανθρώπου, αγαπτοί Χριστιανοί. Και η Εκκλησία, όλος ο Χριστιανικός κόσμος, χαίρεται και αγάλλεται. Ο δε Ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλοντας να τονίσει ότι ο Ιησούς εκτός από Τέλειος Θεός είναι και Τέλειος άνθρωπος, αναφέρει. Σήμερα, το γενεαλογικό Του δένδρο. Αναφέρει τους προγόνους του Χριστού γιατί σαν ο ο Χριστός είχε προγόνους. Ακόμα και ο Ιωσήφ, που ήταν προστάτης της Παναγίας και του Χριστού, φαίνεται στο νόμο ως πατέρας Του.
Έτσι άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστωρα Ιωσήφ και του μηνύει ότι η γυναίκα που φυλάγει και προστατεύει, η Υπεραγία Θεοτόκος, θα φέρει στο κόσμο παιδί. Το παιδί αυτό όμως δεν θα είναι σαν τα άλλα. Θα γεννηθεί εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Και τέλος, αναγγέλλει ο άγγελος στον Ιωσήφ και το όνομα του παιδίου. Το όνομα του παιδιού θα είναι Ιησούς «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
Ιησούς λοιπόν το όνομα του Θείου Βρέφους. Με το όνομα αυτό περνά στην ιστορία. Είναι όνομα Θεοδώρητο. Δεν το’ δωσαν, αδελφοί μου, άνθρωποι αλλά ο ίδιος ο Θεός. Ο Θεός, λέει ο απ. Παύλος, «εχαρίσατο ημίν όνομα, το υπέρ παν όνομα», στο οποίο, «παν γόνυ κάμψη, επουρανίων, και επιγείων και καταχθονίων». Όλοι πρέπει να προσκυνούμε το Χριστό γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δόξα. Και αυτό, το όνομα σημαίνει,  Σωτήρ. Και ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος Σωτήρας γιατί μας έσωσε από τις αμαρτίες μας. Μας έσωσε από τον ανθρωποκτόνο διάβολο. Γιατί πριν έρθει ο Χριστός στο κόσμο ο διάβολος είχε εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Όμως από την ώρα που το άστρο της Βηθλεέμ έδειξε το τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός, αυτόματα γεννήθηκε και η ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων. Γεννήθηκε η ελπίδα για τη νίκη του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου.
Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας. Ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των Εθνών, η γλυκιά απαντοχή όλων των αιώνων, η ελπίδα του περιουσίου λαού του Θεού, το όραμα των Πατριαρχών, το κήρυγμα των προφητών, ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και ήρθε για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού και γης. Πριν την έλευση του Χριστού στη γη ο άνθρωπος ήταν εχθρός του Θεού εξαιτίας της αμαρτίας. Όμως ο Χριστός γεννώμενος άνθρωπος ένωσε τα διεστώτα, Θεό και άνθρωπο, και μας έδωσε τη δυνατότητα να σωθούμε δι’  Αυτού.
Ετοιμαζόμαστε. Αδελφοί μου, για τα Χριστούγεννα. Πως θα εορτάσουμε τούτη την εορτή; Ας ξεχάσουμε, αδελφοί, την κοσμοχαλασιά που γίνεται γύρω μας. Ας λησμονήσουμε για λίγο το εορταστικό περίγυρο, τους φωταγωγημένους δρόμους, τις στολισμένες βιτρίνες, το θόρυβο της αγοράς, τη κίνηση των ανθρώπων και την ανταλλαγή δώρων και ευχών, και ας αναρωτηθούμε: Ποια θέση έχει  μέσα μας ο Χριστός; Πολύ φοβούμαι ότι η απάντηση που θα λάβω είναι εντελώς αρνητική. Ακόμα και για μας τους χριστιανούς ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών της ζωής μας. Είναι ο βαθειά λησμονημένος, ο άγνωστος. Οι πολλοί, δυστυχώς, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Χωρίς τα χείλη μας να τον αναφέρουν, χωρίς η καρδιά μας να τον πιστεύει και να τον αγαπά. Χωρίς ο νους μας να τον σκέπτεται. Χωρίς η ύπαρξή μας να αισθάνεται  τη χαρά της λυτρώσεως. Χωρίς η ζωή μας να τον έχει οδηγό  και κυβερνήτη της.
Χριστούγεννα όμως χωρίς Χριστό είναι ουτοπία, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι μόνο ένα κοινωνικό γεγονός, ένας τύπος, που η αξία του έγκειται μονάχα σε κάποια εναλλαγή που προσφέρει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος βασανίζεται από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και το άγχος των βιοτικών φροντίδων. Αλλοίμονο, όμως, αν ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για κάτι τέτοιο. Γι’  αυτό, αν θέλουμε να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, άς προσέξουμε αδελφοί και να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου αυτού γεγονότος. Να νοιώσουμε το μήνυμα της εορτής. Οφείλουμε να αναζητήσουμε μαζί με τους μάγους τον Ιησού. Ο Κύριος και η Εκκλησία Του να γίνει το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.
Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού να είναι στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ παν όνομα, να είναι στα χείλη όλων των χριστιανών. Να τον δοξάζουμε και να τον υμνούμε με τόλμη και θάρρος με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο  άγ. Νικόδημος ο αγιορείτης και αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον είναι ή το να μελετά τις το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού; Ποία δε έννοια  και ενθύμησις είναι χαριεστέρα και Θειοτέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και Θεοπρεπούς, φοβερού ονόματος του Ιησού;» Σ’ όλους δε ημάς που ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαίας παραγγέλει: «βοάτε το όνομα Αυτού, αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα Αυτού, μιμνήσκεσθε ότι υψώθη το όνομα Αυτού».
Ο Χριστός ακόμα να είναι μέσα στη καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος  της καρδιάς μας να είναι ο Ιησούς. Ο Υψηλός Επισκέπτης, η πρώτη μας αγάπη, ο κορυφαίος μας πόθος, ο αληθινός έρωτάς μας. Το να κατοικεί μέσα μας ο Χριστός είναι το ιερότερο και μεγαλύτερο δείγμα της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Παύλος, μια καρδιά που αξιώθηκε να αγαπά βαθειά τον Ιησού, έγραφε: «Τις ημάς  χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή διωγμός, ή στενοχωρία ή μάχαιρα;» Τίποτα απ’  όλα αυτά.
Τέλος, ο Χριστός να βρίσκεται μέσα στην ζωή μας. Στην οικογένειά μας, στην εργασία μας, ακόμα και στη ψυχαγωγία μας. Οδηγός της ζωής μας να είναι ο Χριστός. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Άς τον παρακαλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών μας. Είναι το φώς. Ας τον ικετεύσουμε να έρθει και να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής μας. Είναι η αλήθεια. Άς τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Ας τον παρακαλέσουμε να διώξει το πόνο και τις θλίψεις της ζωής μας.. Να τον παρακαλέσουμε ακόμη να διώξει την αδικία φέρνοντας τη δική του δικαιοσύνη στη γη μας.
Αδελφοί μου! Οι μάγοι πήγαν στη Βηθλεέμ και έδωσαν τα δώρα τους. Έδωσαν τα δώρα της αγάπης τους.  Χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εμείς να δώσουμε στο Χριστό την αγάπη μας, την πίστη μα και την ευλάβειά μας με ταπείνωση. Και να τον προσκυνήσουμε νοερά μαζί με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους μάγους της Ανατολής. Να τον προσκυνούμε δε με αγάπη και πίστη προς Αυτόν ψάλλοντας μαζί με τους αγγέλους του Θεού το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΘΕΟΥ

χριστούγεννα
ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ Δ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
 
Σημείωμα Συγγραφέα: Το διήγημα που ακολουθεί – και είχαμε πρωτοδημοσιεύσει πέρυσι – δεν έχει σκοπό να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες και βραβεία. Αντίθετα, επιδιώκει να αφυπνίσει συνανθρώπους μας που είναι βυθισμένοι στο σκοτάδι της αθεΐας, φέρνοντάς τους στο ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Για έναν λόγο παραπάνω: Διότι τα όσα αναφέρονται βασίζονται  σε πραγματικά περιστατικά, με τα ονόματα των πρωταγωνιστών αλλαγμένα για ευνόητους λόγους.
Ξύπνησε πάλι απότομα. Άγρια. Με τον συνεχόμενο ήχο του κουνουδιού, αντί για τον γνώριμο του κινητού του, που χτυπάει σαν ξυπνητήρι κάθε πρωί στις 8.
«Ούτε να κοιμηθεί κανείς δεν μπορεί», σκέφτηκε και άλλαξε πλευρό γκρινιάζοντας. Προσπάθησε να ξαναβυθιστεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Μάταια όμως. Το κουδούνι χτύπαγε σαν τρελό, ξανά και ξανά.
«Τι συμβαίνει;», αναρωτήθηκε για λίγο. Γιατί αμέσως άκουσε χαρούμενα ξεφωνητά παιδιών που έλεγαν τα Κάλαντα. Τους είχαν ανοίξει στο κάτω πάτωμα.
Βλαστήμησε δυνατά. Είχε πάρει άδεια από τη δουλειά τις μέρες αυτές, επίτηδες για να ξεκουραστεί. Με ποιο δικαίωμα τον ενοχλούσαν αυτά τα μυξιάρικα;
Τι είναι σήμερα και τραγουδάνε; Μια συνηθισμένη μέρα. Μια ακόμα μουντή, γκρίζα και παγωμένη μέρα του Δεκεμβρίου.
Μετά θυμήθηκε πως είναι Παραμονή Χριστουγέννων. Έσκασε στα γέλια. «Ρε με τι αηδίες κάθονται και παραμυθιάζονται…», φώναξε με θριαμβευτικό, σαρκαστικό χαμόγελο.
Σηκώθηκε, έφτιαξε καφέ και κάθησε στον υπολογιστή. Είχε μήνυμα από τη Λένα στο Facebook, για να συναντηθούν για τα τελευταία ψώνια «πριν γεννηθεί ο Χριστός», όπως του έγραφε.
Όχι, δεν ήταν καμιά θρησκευόμενη η κοπέλα του. Απλά τον πείραζε, ειδικά αυτές τις μέρες, μιλώντας του συνεχώς γι’ αυτά που εκείνος όχι μόνο δεν πιστεύει, αλλά βρίζει κι από πάνω.
Έτσι έκανε και τώρα. Βλαστήμησε ξανά, με τον ίδιο τρόπο που κάνουν εκατομμύρια Έλληνες.Βαριέται να πάει για ψώνια, αλλά αυτό που τον εκνευρίζει περισσότερο είναι αυτή η «γέννηση».
Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η μητέρα του, που μένει στον πάνω όροφο μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Τον προσκαλεί στο χριστουγεννιάτικο δείπνο, αλλά του βάζει και μια «αγγαρεία» να κάνει, να πεταχτεί δηλαδή μέχρι τον χασάπη της γειτονιάς και να πάρει μερικά μπριζολάκια.
Με τα χίλια ζόρια ντύνεται και βγαίνει έξω. Μια περίεργη γιορταστική ατμόσφαιρα αναδύεται στην πόλη, παρότι η κίνηση στα μαγαζιά είναι περιορισμένη.
Ανοίγει την πόρτα για να μπει στο κρεοπωλείο. Ταυτόχρονα - κατάρα! - βγαίνει ένας ιερέας. Κρατώντας μια τεράστια γαλοπούλα τυλιγμένη σε ζελατίνα.
Τον κοιτάζει με αηδία. Είναι χοντρός, με αυτά τα μούσια και τις μαύρες πλερέζες, που τον κάνουν ακόμα πιο αντιπαθητικό.
«Ρε τον πεινάλα! Κοίτα να δεις τι γαλοπούλα πήρε να φάει ο βούβαλος!», σκέφτεται. «Ε βέβαια, αφού τους πληρώνουμε τους χαραμοφάηδες…!»
Κουνάει το κεφάλι περιπεκτικά. Ναι, φυσικά και είχε δίκιο! Κλασικός παπάς ήταν αυτός, από εκείνους που βλέπει και σιχαίνεται! Κοίτα τι πήρε να φάει, ενώ ο κοσμάκης πεινάει! ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ!
Ξαφνικά, από την γωνία παραδίπλα, ένα χαρούμενο λεφούσι ξεπετάγεται. Πέντε – έξι παιδάκια τρέχουν κοντά στον παπά, με την μητέρα να προσπαθεί να τα φτάσει. Κάνουν χαρά, επειδή βλέπουν τη μεγάλη γαλοπούλα και το γελαστό πρόσωπο του πατέρα τους.
Ο Μηνάς αποστρέφει το βλέμμα του. «Τι τα θέλει τόσα παιδιά ο αργόσχολος», προσπαθεί να δικαιολογήσει τις προηγούμενες σκέψεις του.
Μ’ αυτά και μ΄αυτά, ούτε καταλαβαίνει πώς περνάει το πρωινό. Απορροφημένος στον υπολογιστή, ρίχνει τις τελευταίες ματιές στη δουλειά για το σπίτι που του έδωσε ο προϊστάμενος και σε κάτι άρθρα που του έστειλε ο Λευτέρης.
Μα ναι, είναι πολύ ενδιαφέροντα αυτά που του στέλνει ο κολλητός του! «Έτσι θα αντιμετωπίζεις τους χριστιανούληδες όποτε σου κολλάνε», του έχει πει. Και πράγματι! Αισθάνεται σε θέση ισχύος, ειδικά με αυτό το «zeitgeist» που του έστειλε πρόσφατα.
Αλλά και πόσες ακόμα ιστοσελίδες που ενισχύουν τις απόψεις του, δεν έχει καταχωρήσει στα «αγαπημένα»! Εδώ βρίσκεται τώρα, ανταλλάσοντας απόψεις για τα Χριστούγεννα, μαζί με άλλους λογικούς ανθρώπους, που δεν είναι πρόβατα όπως οι Χριστιανοί.
Το δηλητήριο που ξερνάει η οθόνη του υπολογιστή τον έχει εντελώς απορροφήσει. Ώσπου χτυπάει η πόρτα του.
Είναι η Λένα, που τον περίμενε για μια ώρα στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού. Βάζει τις φωνές. Μια τυπική φασαρία ζευγαριού αρχίζει. Και τελειώνει με βρισιές, απειλές και νέα χτυπήματα, πιο δυνατά αυτή τη φορά, στην πόρτα.
«Ωραία», σκέφτεται. «Πάει κι αυτή, να σε δω με ποιον θα πας το βράδυ στο κλαμπ που έχουμε κλείσει, κακομοίρη μου».
Δεν κάθεσαι σπίτι καλύτερα; Τι τις θες εσύ τις γιορτινές ατμόσφαιρες, γι’ αυτά τα παραμύθια; Τι γιορτάζεις;
Άσε που δεν έχουν μείνει και πολλά λεφτά. Πάνε τα παλιά μεγαλεία με τα μπουκάλια σε πανάκριβα κέντρα της παραλιακής. Φέτος έκλεισε με προσφορά, κι αυτή με το ζόρι.
Χέστα λοιπόν όλα! Παράτα τα! Καλύτερα να μην υπάρχουν Χριστούγεννα, για να μην ξοδεύουμε κιόλας!
Δεν πεινάει, ούτε έχει διάθεση να βγει έξω. Κλεισμένος στο δωμάτιό του, παρέα με τα νέα κείμενα του «atheism. net»,περνάει καλύτερα την ώρα του.
Με τα χίλια ζόρια ανεβαίνει πάνω, όταν το βραδάκι η μάνα του τον φωνάζει για φαγητό. Έχουν και ορισμένους καλεσμένους συγγενείς, που έχουν έρθει για «ρεβεγιόν».
Δεν τον ενοχλεί αυτό. Ευτυχώς, δεν υπάρχουν θεούσοι εδώ μέσα. Να φάμε, να πιούμε, να παίξουμε και κάνα χαρτάκι, να πούμε και καμιά βλακεία για να περάσει ανώδυνα η ώρα. Όπως κάθε χρόνο δηλαδή, παραμονή Χριστουγέννων. Βαρεμάρα…
Η ώρα περνάει και κατά τις 2 τα μεσάνυχτα, ένας – ένας οι καλεσμένοι φεύγουν. Για στάσου όμως! Υπάρχει ένας ακόμα, που τώρα έφτασε…!
Είναι ο Λευτέρης, ο φίλος του. Το πρότυπό του. Ο μέντοράς του. Έρχεται με αυτό το γνωστό ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση, σιγουριά και ίσως αλαζονεία.
Ωραία, σκέφτεται. Θα το ξενυχτήσουμε απόψε. Θα πούμε δυο κουβέντες σαν άνθρωποι, βρε αδερφέ! Ο Λευτέρης είναι κάτι σαν…γκουρού γι’ αυτόν.
Αναπόφευκτα η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους «χριστιανούληδες» και τα Χριστούγεννα τους. Τους ειρωνεύονται και τους οικτίρουν, για τα «παραμύθια» που πιστεύουν. Εκεί κάπου, ο Λευτέρης του πετάει και κάτι «καινούρια».
«Αυτοί κατέστρεψαν την Ελλάδα, φίλε. Έσφαζαν τους Έλληνες, γκρέμιζαν τους ναούς. Η Ελλάδα τελείωσε στην αρχαιότητα, φίλε. Μαζί με τους θεούς μας».
Στέκεται αποσβολωμένος ο Μηνάς.
«Τους ποιους, είπες; Τους θεούς;»
«Ναι, φίλε. Αυτή είναι η θρησκεία μας και όχι ο εβραιοχριστιανισμός. Αυτήν πιστεύω κι εγώ».
Κρύος ιδρώτας λούζει τώρα τον Μηνά. Τον άθεο, που νόμιζε πως ο φίλος του έχει τις ίδιες απόψεις μ’ εκείνον.
«Μα καλά, εσύ δεν μου λες χρόνια τώρα πως δεν υπάρχει κανένας θεός;;; Τι μου λες για δώδεκα θεούς τώρα; Εγώ δεν πιστεύω ούτε σε Έναν!»
«Μη στενοχωριέσαι, Μηνά», του απαντά εκείνος με το γνώριμο, υπεροπτικό ύφος του.
«Έλα να σου δείξω μερικά μπλογκ που γράφουν γι’ αυτά, να δεις πώς συνδυάζονται όλα».
Τον πιάνει από το χέρι. Ο Μηνάς το τραβάει. Μέσα του, αυτή τη στιγμή συμβαίνει μια τιτανομαχία. Γκρεμίζονται οι ιδέες, τα πιστεύω και τα…δεν πιστεύω του. Αισθάνεται προδομένος.
Όχι, δεν θα ακούσει τον “φίλο” του. Εκείνος είναι και παραμένει άθεος. Ορκισμένος κι αμετακίνητος.
«Λευτέρη, είμαι κουρασμένος», του λέει. «Θα πέσω για ύπνο, τα λέμε αύριο».
«Μα…», ίσα που προλαβαίνει να ψελλίσει εκείνος, πριν η πόρτα κλείσει με δύναμη σχεδόν μπροστά στο πρόσωπό του.
Είναι εκτός εαυτού ο Μηνάς. Αρχίζει να βλαστημά ξανά, με τον γνωστό του τρόπο. Βρίζει αυτά που δεν πιστεύει ότι υπάρχουν! Τα παραμύθια!
Όχι, δεν του φαίνεται κωμικό αυτό. Ίσα – ίσα, τον κάνει να αισθάνεται δυνατός.
Βγαίνει στο μπαλκόνι να καπνίσει τσιγάρο. Η ώρα πήγε 5 το πρωί. Κρύο και απόλυτο σκοτάδι, που διακόπτουν μονάχα κάποια – λίγα, είναι η αλήθεια – φωτάκια που αναβοσβήνουν στην απέναντι πολυκατοικία.
Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη σιγή της νύχτας, μια καμπάνα ακούγεται να τη σπάζει. Θα είναι του Αγίου Αντρέα, της Ενορίας της γειτονιάς του.
Σκάει στα γέλια. «Κοίτα να δεις τρέλα που έχει ο κόσμος, αξημέρωτα να πηγαίνει στην Εκκλησία! Τι να κάνει εκεί; Αφού δεν υπαρχει τίποτα!”
«ΤΙΠΟΤΑ! ΤΙΠΟΤΑ! ΤΙΠΟΤΑ!»
Το λέει και το ξαναλέει. Με μίσος. Με οργή, σαν να θέλει να βρίσει όχι τα Θεία όπως κάνει πάντα, αλλά τον εαυτό του. Ναι, αυτόν υβρίζει με μανία αυτή τη φορά. Ξεσπά.
«Είμαι ένα τίποτα λοιπόν; Μαζί με όλα τα υπόλοιπα στον κόσμο είμαστε ένα τίποτα;»
Η σκέψη αυτή διαπερνά το μυαλό του σαν ηλεκτροσόκ. Αρνείται να δεχθεί ότι όλα είναι μάταια.Πως υπάρχει μόνο η ύλη, που φθείρεται κι εξαφανίζεται.
Εκείνη τη στιγμή, ακούει βιαστικά βήματα στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Σκύβει και βλέπει τον Δήμο μαζί με τους δικούς του, να τρέχουν με τα καλά τους προς τη μεριά της Εκκλησίας.
Καλό παιδί ο Δήμος, αλλά λιγάκι «βαρεμένος». Συμμαθητές στο σχολείο, μα ο Μηνάς τον είχε απομακρύνει από κοντά του. Τον έλεγε «χριστιανοταλιμπάν», επειδή συνεχώς του μίλαγε για τον Θεό.
Παρατηρεί αυτές τις σιλουέτες που απομακρύνονται στο σκοτάδι, μέχρι να χαθούν. Κάθεται και σκέφτεται.
Σίγουρα τώρα θα βρίσκονται στην Εκκλησία. Τι μανία κι αυτή; Τι βρίσκουν πια εκεί πέρα;
«Και δεν πάς κι εσύ να δεις;», ακούγεται μια φωνή από μέσα του, που μοιάζει να ξυπνάει από το λήθαργο ετών.
«Εγώ;;; Είπες, εγώ; Να πάω στην Εκκλησία;;; Εγώ ρε;;; Ρε πας καλά; Με τους παπάδες και τις θεούσες; Τι να πάω να κάνω εκεί εγώ;»
«Πήγαινε, αλλά χωρίς το εγώ σου», ακούγεται και πάλι να αντιλαλεί αυτή η φωνή.
Κάθεται ακίνητος ο Μηνάς. Το σκέφτεται και χωρίς πολλά – πολλά, το αποφασίζει!
Σε λίγο, βρίσκεται καθ’ οδόν για την Εκκλησία. Έχει να πάει από το Γυμνάσιο, που τους πήγαιναν μια φορά το χρόνο. Κι αυτός πήγαινε, για να μην πάρει απουσίες.
Έφτασε κιόλας. Μέσα στο σκοτάδι, ο μικρός ναός μοιάζει με φωτεινό πλεούμενο. Με φάρο που σκορπά ελπίδα, ζεστασιά και γαλήνη.
Ανοίγει την πόρτα. Δεν κάνει το σταυρό του, ούτε ανάβει κερί. Κάθεται πίσω – πίσω όρθιος, για να μην τον βλέπουν.
Τα φώτα είναι μισοσβησμένα. Δεν καταλαβαίνει γιατί. Ώσπου ακούγεται ένας περίεργος ύμνος, που κάτι λέει για αγγέλους που δοξάζουν…τον Χριστό!!!
Ανάβουν τότε όλα τα φώτα. Η ατμόσφαιρα γίνεται γιορτινή και οι ψαλμωδίες πλημμυρίζουν τ’ αυτιά του.
Δεν τις ξέρει, αλλά θέλει να τις ψιθυρίσει. Ειδικά αυτό το «Χριστός γεννάται δοξάσατε», το μαθαίνει κάπως με τη συνεχή επανάληψη.
Δεν κάθεται λεπτό. Ούτε καν παρατηρεί τους γύρω του. Αδιαφορεί για τις «θεούσες». Δεν βλέπει τον παπά αν έχει κοιλιά, αν έχει «χρυσάφια» πάνω του κι αν ψέλνει καλά.
Είναι μόνος του, αυτός κι ο Χριστός.
Σε μια μικρή Εκκλησιά της μεγαλούπολης που λέγεται Αθήνα, μια χαραμάδα φωτός αχνοφέγγει.
Δεν είναι ούτε τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, ούτε οι φωτισμένοι πλέον ναοί που πανηγυρίζουν.
Αλλά η ψυχή του Μηνά, που επιτέλους έδιωξε το σκοτάδι και γέμισε με Θείο, Ουράνιο ΦΩΣ…! 

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΝ



ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ
Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Ο Ν

Ποίημα Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου.
Ευλογήσαντος του Ιερέως, το Κύριε εισάκουσον,
το Θεός Κύριος και το εξής του Αγίου.
Ήχος Δ΄. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Ιεράρχης και στερρός Αθλοφόρος, και πρεσβευτής υπέρ ημών προς τον Κτίστην, Ιερομάρτυς Πάτερ Ελευθέριε, πάσης ελευθέρωσον, προσβολής εναντίας, τους πιστώς προστρέχοντας, τη αγία σου σκέπη, και των σωμάτων άμα και ψυχών, πάσι χορήγει, υγείαν δεόμεθα.
Θεοτόκιον.
Ου σιωπήσομεν ποτέ Θεοτόκε…
Ο Ν’. Ψαλμός και ο κανών ου η ακροστιχίς.
«Ελευθέριε ρύου ημάς κινδύνων. Γερασίμου».
Ωδή Α’. Ήχος Δ’. Υγράν διοδεύσας.
Εν πάσαις του βίου επιφοραίς, θερμόν αρωγόν σε, κεκτημένοι παρά Θεού, πάσης λυτρωθείημεν ανάγκης, τη ση πρεσβεία σοφέ Ελευθέριε.

Λιτάνευσον Πάτερ ειλικρινώς, τον πάντων Δεσπότην, ως αν λύσιν των δυσχερών, και χάριν και έλεος και ρώσιν, οι προσιόντες σοι εύρωμεν άνωθεν.

Επίκουρος έσο και βοηθός, θερμότατος ρύστης, και υπέρμαχος εν παντί, ημίν Ελευθέριε παμμάκαρ, τοις ευφημούσι τους θείους αγώνάς σου.

Θεοτόκιον.
Υδάτων αΰλων ζωοποιών, γλυκύρροε κρήνη, Παντευλόγητε Μαριάμ, βλύσον μετανοίας μοι τα ρείθρα, τω προσιόντι πιστώς τη ση χάριτι.
Ωδή Γ’. Ουρανίας αψίδος.
Θρασυνόμενον σφόδρα, τον δυσμενή δράκοντα, κατά των πιστών ικετών σου, και ωρυόμενον, οία περ λέοντα, σύντριψον Πάτερ υψόθεν, τούτου της κακώσεως, ημάς ρυόμενος.

Ευσπλαγχνίας της θείας, τους οικτιρμούς ένδοξε, ευπαρρησιάστοις λιταίς σου, ημίν υπάνοιξον, ως συμπαθέστατος, και τον κατώδυνον βίον, ημών μεταποίησον, τρόποις χρηστότητος.

Ρωστική σου πρεσβεία, τα των ψυχών ίασαι, και τα των σωμάτων παμμάκαρ, ημών αλγήματα, και την ζωήν ημών, φόβω κυβέρνησον θείω, ως αν τω Παντάνακτι, σεμνώς λατρεύσωμεν.
Θεοτόκιον.
Ιλαστήριον θείον, χρυσοειδές έμψυχον, ώφθης σωματώσασα Κόρη, τον ιλασμόν ημών, Χριστόν τον Κύριον˙ διο τοις σοι προσιούσιν, αίτησαι την άφεσιν, ων εξημάρτομεν.
Διάσωσον, ώ Ελευθέριε θείε Ιερομάρτυς, εκ παντοίων οδυνηρών περιστάσεων, τους τη σεπτή σου προστρέχοντας προστασία.
Επίβλεψον εν ευμενεία…
Αίτησις και το Κάθισμα.
Ήχος Β’. Τα άνω ζητών.
Πρεσβεύειν αεί, Χριστώ τω Πανοικτίρμονι, ως Μάρτυς αυτού, και λειτουργός ευπρόσδεκτος, μη παύση Ελευθέριε, ίνα πάσης ρυσθείημεν θλίψεως, και ειρηναίαν ανύωμεν ζωήν, οι μέγαν προστάτην σε πλουτήσαντες.
Ωδή Δ’. Εισακήκοα Κύριε.
Επωδύνων συμπτώσεων, και ανιαρών σκανδάλων και θλίψεων, Ελευθέριε μακάριε, τους σοι αφορώντας ελευθέρωσον.

Ρώσιν θείαν πρυτάνευσον, τοις εν ασθενείαις δειναίς στενάζουσιν, ευπραγίαν δε και άνεσιν, τοις εν λυπηροίς του βίου κάμνουσιν.

Υπερτέρους ανάδειξον, εν τοις πειρασμοίς ημάς Ελευθέριε, ως αν λύσιν κομισώμεθα, παρά του Χριστού ων εσφαλόμεθα.

Ουρανόθεν επίβλεψον, ίδε συνηγμένους προ της Εικόνος σου, ημάς ήδη Ελευθέριε, και παράσχου πάσι τα αιτήματα.
Θεοτόκιον.
Υψηλόν ενδιαίτημα, του Υψίστου Λόγου και Παντοκράτορος, τον πεσόντα νουν μου ύψωσον, προς υψώσεις Κόρη βίου κρείττονος.
Ωδή Ε’. Φώτισον ημάς.
Ήρεμον ημών, την ζωήν και αστασίαστον, διατήρει Ελευθέριε σοφέ, εν ειρήνη και αγάπη και σεμνότητι.

Μάστιγι των σων, θεοδέκτων παρακλήσεων, τα κυκλώσαντα ημάς πλείστα δεινά, διασκέδασον εν τάχει Ελευθέριε.

Αύγασον ημίν, σελασφόροις ικεσίαις του, ευφροσύνην και χαράν την αληθή, και την λύπην των ψυχών ημών διάλυσον.


Θεοτόκιον.
Σθένωσον Αγνή, την ψυχήν μου ασθενήσασαν, ταις ποικίλαις προσβολαίς του δυσμενούς, ίνα τούτου κατισχύσω ο προστρέχων σοι.
Ωδή ΣΤ’. Την δέησιν.
Κατεύνασον, πειρασμών τα κύματα, τα χειμάζοντα ημάς ολεθρίως, και προς τον εύδιον όντως λιμένα, των του Θεού θελημάτων κυβέρνησον, Ιερομάρτυς Αθλητά, τους την σην εκζητούντας αντίληψιν.

Ιάσεων, ειληφώς το δώρημα, ως λαμπρός Ιερομάρτυς Κυρίου, τα των ψυχών ημών ίασαι πάθη, και των σωμάτων τους πόνους μετάβαλε, εις ευρωστίαν αληθή, μυστική επισκέψει σου ένδοξε.

Νοσούσι μεν, ιατήρ πανάριστος, τοις δε πάσχουσι θερμός παρακλήτωρ, και λυπουμένοις τερπνή θυμηδία, και τεθλιμμένοις σεπτόν παραμύθιον, ώ Ελευθέριε, γενού ως Χριστού μιμητής γνησιώτατος.
Θεοτόκιον.
Δοχείον με, θεϊκών ελλάμψεων, θεοκόσμητε ναέ του Σωτήρος, Ευλογημένε Παρθένε Μαρία, δι’ εμμελείας ηθών τελειότητος, και αρετών θεουργικών, τον πιστώς σε υμνούντα ανάδειξον.
Διάσωσον ώ Ελευθέριε θείε Ιερομάρτυς, εκ παντοίων οδυνηρών περιστάσεων, τους τη σεπτή σου προστρέχοντας προστασία.
Άχραντε, η δια λόγου…
Αίτησις και το Κοντάκιον.
Ήχος Β’. Προστασία των Χριστιανών.
Ιεράρχα του Σωτήρος ενθεώτατε, και γενναίε Αθλητά και Μάρτυς αήττητε, μη παρίδης σων ικετών ικέσιον ωδήν, αλλά πρόσδεξαι ως ευμενής, τας εν αιτήσει προσφοράς, των θερμώς εκβοώντων σοι˙ Φύλαττε πάσης βλάβης, και πάσης εχθρών μανίας, τους αιτουμένους σε πιστώς, Ελευθέριε πανεύφημε.
Προκείμενον.
Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού.
Στίχος. Τοις Αγίοις τοις εν τη γη αυτού…
Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Μάρκον (β’. 23-28 και γ’. 1 -2)
Τω καιρώ εκείνω επορεύετο ο Ιησούς τοις Σάββασι δια των σπορίμων, και ήρξαντο οι Μαθηταί αυτού οδόν ποιείν, τίλλοντες τους στάχυας. Και οι Φαρισαίοι έλεγον αυτώ˙ Ίδε, τι ποιούσιν εν τοις Σάββασιν, ο ούκ έξεστι; Και αυτός έλεγεν αυτοίς˙ Ουδέποτε ανέγνωσε τι εποίησε Δαβίδ, ότε χρείαν έσχε και επείνασαν αυτός και οι μετ’ αυτού; Πώς εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού, επί Αβιάθαρ του Αρχιερέως, και τους άρτους της προθέσεως έφαγεν, ούς ούκ έξεστι φαγείν, ειμή τοις Ιερεύσι, και έδωκε και τοις συν αυτώ ούσι; Και έλεγεν αυτοίς˙ Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ούχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον˙ ώστε κύριος εστίν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου˙  Και εισήλθε πάλιν εις την συναγωγήν˙ και ήν εκεί άνθρωπος εξηραμμένην έχων την χείρα˙ και παρετήρουν αυτόν, ει τοις Σάββασι θεραπεύσει αυτόν, ίνα κατηγορήσωσιν αυτού. Και λέγει τω ανθρώπω, τω εξηραμμένην έχοντι την χείρα˙ Έγειραι εις το  μέσον. Και λέγει αυτοίς˙ Έξεστι τοις Σάββασιν αγαθοποιήσαι, ή κακοποιήσαι; Ψυχήν σώσαι, ή αποκτείναι; Οι δε εσιώπων. Και περιβλεψάμενος αυτούς μετ’ οργής, συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της καρδίας αυτών, λέγει τω ανθρώπω. Έκτεινον την χείρά σου. Και εξέτεινε˙ και αποκατεστάθη η χείρ αυτού υγιής, ως η άλλη.
Δόξα.
Ταις του Ιεράρχου…
Και νύν.
Ταις της Θεοτόκου…
Προσόμιον.
Ήχος Πλ. Β’. Όλην αποθέμενοι.
Στίχος. Ελέησόν με ο Θεός…
Πάσαις κλονιζόμενοι, επιβουλαίς του Βελίαρ, και περιστατούμενοι, ταις ευρούσαις θλίψεσιν ημάς Άγιε, τη σεπτή σκέπη σου, πίστει αδιστάκτω, καταφεύγομεν κραυγάζοντες˙ Πρόφθασον ένδοξε, και των θλιβερών περιστάσεων, απάλλαξον δεόμεθα, την πολυπαθή ημών ύπαρξιν, και τον πάντων Κτίστην, δυσώπει Ελευθέριε σοφέ, ίνα το πλούσιον έλεος, πέμψη ταις ψυχαίς ημών.
Ωδή Ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Υπό πλήθους πταισμάτων, συνεσχέθημεν πλήθει βιοτικών συμφορών, άλλ’ ώ Ιερομάρτυς, η ση επιστασία, προφθασάτω τους δούλους σου, και λυτρωσάσθω ημάς, των νυν παρενοχλούντων.

Νενομένη αθλίως, την ζωήν ημών πάσαν η της κακίας φορά, εις βάθη αθυμίας, ημών τας διανοίας, μεθιστά βιαιότατα˙ συ ούν ημάς εξελού, τοιαύτης τυραννίδος.

Ως λαμπρός υποφήτης, της εν Πνεύματι θείω ελευθερίας ψυχών, παθών των ακαθέκτων, και πόνων ανηκέστων, ελευθέρωσον άπαντας, Ιερομάρτυς Χριστού, τους σε παρακαλούντας.
Θεοτόκιον.
Νάμα θείον μοι βλύσον, χαριτόβρυτε κρήνη θεουργικών δωρεών, δροσίζον την ψυχήν μου, την καταφλεγομένην, της κακίας τοις άνθραξιν ίνα υμνώ σε αεί, Υπερδεδοξασμένη.
Ωδή Η’. Τον Βασιλέα.
Γνώμη ευθεία, εν αληθεί μετανοία, πολιτεύεσθαι ικάνωσον παμμάκαρ, ως Ιερομάρτυς, τους σε υμνολογούντας.

Ελευθερίαν, της εν ημίν αμαρτίας, και απάλλαξιν πάσης κακοπραγίας, πρέσβευε δοθήναι τοις σε υμνολογούσι.
Ρύσαί με γλώσσης, δολιοτρόπων ανθρώπων, και στενώσεων παντοδαπών εν βίω ίνα σε γεραίρω, σοφέ Ιερομάρτυς.
Θεοτόκιον.
Αγγέλων δόξα, ώ Υπερένδοξε Κόρη, αδοξίας με παθών των ακαθάρτων, κάθαρον τοις ρείθροις, της σης αγαθωσύνης.
Ωδή Θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Σωμάτων αρρωστίας, και ψυχών τα βάρη, τη δεδομένη σοι χάριτι σκέδασον, των την σην κλήσιν φωνούντων ώ Ελευθέριε.

Ιλέωσαι παμμάκαρ, τοις σοι προσιούσι, τον αγαθόν και φιλάνθρωπον Κύριον, ως αν της τούτου χρηστότητος απολαύσωμεν.

Μη παύση εποπτεύων και φρουρών και σκέπων, και των εν βίω δεινών εξαιρούμενος, τους σε θερμόν αντιλήπτορα ευμοιρήσαντας.

Ορμαίς ακατασχέτοις, προς την αμαρτίαν, κατολισθήσας Θεού απεμάκρυνα, αλλά συ με πανεύφημε επανάγαγε.
Θεοτόκιον.
Υπέρφωτε λυχνία, του αδύτου φέγγους, την σκοτισθείσαν ψυχήν μου καταύγασον, όπως φωτί του Κυρίου Κόρη πορεύσωμαι.
Το Άξιον εστίν, και τα Μεγαλυνάρια.
Πνεύματος αγίου από παιδός, πλήρης χρηματίσας, Ελευθέριε ιερέ, της ελευθερίας, της εν Χριστώ εκφάντωρ, τοις δουλωθείσιν ώφθης, φθόνω του όφεως.

Άνθος της Ανθίας της ευκλεούς, πανεύοσμον ώφθης, γεωργία ηθών σεμνών, και του Ανικήτου, του ιερού φυτεία, καρποφορήσας Πάτερ, τα υπέρ έννοιαν.
Χαίροις Εκκλησίας βάσις στερρά, και παθών Κυρίου, αφομοίωμα και εικών˙ χαίροις ο βραβεύων, δεινών ελευθερίαν, τοις σε παρακαλούσιν ώ Ελευθέριε.

Άμωμον θυσίαν και μυστικήν, θύων τω Σωτήρι, ώσπερ θείος ιερουργός, αυτώ πορσηνέχθης, καθάπερ ιερείον, νομίμως εναθλήσας, ώ Ελευθέριε.

Ήνεγκας βασάνους τας χαλεπάς, εν τη ση αθλήσει, δι’ αγάπην του Ιησού˙ όθεν τας οδύνας, ημών αεί κουφίζεις, τη ση επιστασία ως ιερώτατος.

Φύλαττε ατρώτους ταις σαις ευχαίς, εκ παντός σκανδάλου, και απάσης επιβουλής, του δεινού Βελίαρ, και νόσων και κινδύνων, τους σε υμνολογούντας ώ Ελευθέριε.
Πάσαι των Αγγέλων…
Το τρισάγιον. Και το τροπάριον. Ήχος Πλ. Α’.
Ιερέων ποδήρει κατακοσμούμενος, και αιμάτων τοις ρείθροις επισταζόμενος, τω Δεσπότη σου Χριστώ Μάκαρ ανέδραμες, Ελευθέριε σοφέ, καθαιρέτα του σατάν. Διο μη παύση πρεσβεύων, υπέρ των πίστει τιμώντων την μακαρίαν σου Άθλησιν.
Εν τη απολύσει το παρόν.
Ήχος Β’. Ότε εκ του ξύλου.
Πάσης επηρείας και οργής, βλάβης και παντοίας ανάγκης, και περιστάσεως, πάντας ελευθέρωσον, Ιερομάρτυς Χριστού, Ελευθέριε ένδοξε, τους εξαιτουμένους, την θερμήν αντίληψιν, της προστασίας σου˙ συ γαρ βοηθός Ορθοδόξοις, και τοις κινδυνεύουσι ρύστης, προς Θεού εδόθης ιερώτατε.
Δίστιχον.
Παθών παντοίων ελεύθερόν με δείξον
Γεράσιμον παμμάκαρ σοι προσιόντα.

 Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη. 



Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Παράκλητικός Κανών Αγίου Σπυρίδωνος του Θαυματουργού Επισκόπου Τριμυθούντος



Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού• ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.

Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τόν ἱεράρχην τοῦ Χριστοῦ τόν πανένδοξον καί τροπαιοῦχον εὐσεβείας ἀήττητον, τῶν ὀρθοδόξων καύχημα, Σπυρίδων σοφόν, πάντες ἀνυμνήσωμεν, πρός αὐτόν ἐκβοῶντες, ρύσαι ἰκεσίαις σου, πειρασμῶν καί κινδύνων, τούς μετά πόθου, Πάνσεπτε, τό σόν, καταφιλοῦντας ἱερόν ἐκτύπωμα.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Θεοτοκίον.
Τή Θεοτόκω ἐκτενῶς νῦν προσδράμωμεν, ἁμαρτωλοί καί ταπεινοί καί προσπέσωμεν, ἐν μετανοία κράζοντες ἐκ βάθους ψυχῆςΔέσποινα βοήθησον, ἐφἠμίν σπλαγχιθεῖσασπεῦσον ἀπολλύμεθα, ὑπό πλήθους πταισμάτωνμή ἀποστρέψης σούς δούλους κενούςσέ γάρ καί μόνη ἐλπίδα κεκτήμεθα.
Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μουεπί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μοῦ καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἀν•ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον σού μόσχους.

Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Σπυρίδων Μακάριε τῶν πιστῶν, ἀντιλήπτωρ μέγα ,τήν πρεσβεία σου συνεργόν, ἠμίν πάσι δίδου τοῖς ἐκ πόθου, ἀσπαζομένοις τήν θεία Εἰκόνα σου.
Ἅγιέ
του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Πᾶσαι εὐσεβούντων θαυμαστέ, Σπυρίδων αἵ τάξεις, ἀνυμνούσι σέ ἀληθῶς, Θεός γάρ πλάστης καί δεσπότης, ἀξιοχρέως σέ πάτερ ἐδόξασε.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Φωτί τῷ αὐλω ἐν οὐρανῶ, Σπυρίδων Παμμάκαρ, σύν ἀγγέλοις σύ ἐντρυφῶν, ταῖς πρός τόν Δεσπότην εὐπροσδέκτοις, ἠμᾶς λιταίς σου φωταγώγησον. χριστιανος.gr
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Συνέχομαι κινδύνοις καί πειρασμοῖς, καί πρός σέ Παρθένε, καταφεύγων ἐπιζητῶ, τήν λύσιν αὐτῶν καί σωτήριαν, διο λιταίς σου τόν δοῦλον σόν οἴκτηρον.

Ὠδή γ΄. Σύ εἰ τό στερέωμα
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Νεκράν σύ ἐφώνησας, ἐκ τοῦ μνημείου Σπυρίδων Ὅσιε, οὕτω καμέ, πταίσμασι θανόντα, σαῖς λιταῖς ἑξανάστησον.

Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Κόρος οὐ προσγίνεται, τοῖς σέ τιμῶσι Σπυρίδων Ὅσιε, Σύ γάρ ἠμῶν, προστάτης καί ρύστης, καί τιμή καί ἀντίληψης.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ἅπασης μέ θλίψεως, καί ἐκ κινδύνων, Σπυρίδων Ὅσιε, σαῖς προσευχαῖς καί παντοίων νόσων καί κολάσεως λύτρωσε.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἔχων τήν ἐλπίδα μου ἐν σοῖ Πανάσπιλε Δέσποινα ὅλην πρός σέ, ἀνατείλω χαίρων τήν ψυχήν καί διάνοιαν.

Ὠδή δ΄. Εἰσακήκοα, Κύριε
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Ὤ πολύφωτε ἥλιε τῶν Πατέρων κλέος Σπυρίδων Ὅσιέ , τους τιμώντας σέ ἀξίωσον, φωταγωγηθῆναι ταῖς πρεσβείαις σου.

Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Παρεστῶς τοῦ Παντάνακτος, θρόνω αἰωνίω τούς ἀνυμνοῦντας σέ, ὤ Σπυρίδων ἐλευθέρωσον, ἐκ παντός κινδύνου ἰκεσίαις σου.


Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ὡς τόν ὄφιν μετέβαλες, εἰς χρυσόν Σπυρίδων Παναγιώτατε, οὕτω δέομαι μετάβαλε, ἀπό τῶν κακῶν μέ εἰς μετάνοιαν.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ρύσαι Μῆτερ τόν δοῦλον σου, ἐκ τῶν κατεχόντων δεινῶν μέ θλίψεων, ἐπί σοῖ γάρ ἀνατίθημι πάσαν τήν ἐλπίδαν Ἀειπάρθενε.

Ὠδή ἐ΄. Φώτισον ἠμᾶς
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Λύσον τῶν παθῶν, τήν ὁμίχλη Ἁγιώτατε, τή φωταγωγία τῶν σεπτῶν σου λιτῶν, καί πρός τρίβους, βίου μέ ὁδήγησον.

Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Νόσων ἰατρός, καί κινδύνων ρύστης ἔνθεος, σύ ἀνεδείχθης Σπυρίδων Ἱερέ. Διο ψυχήν μου, ταῖς λιταίς σου νῦν θεράπευσον.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ρύσαι μέ δεινῶν, ὤ Σπυρίδων ἱερώτατε τόν σοί εὐλαβῶς καταφεύγοντα καί ταῖς λιταίς σου, πάσης θλίψεως ἁπάλλαξον.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἄχραντε ἠμίν, τοῖς οἰκέταις σου χορηγῆσον, τοῖς κατεχομένοις ὑπό τῶν θλίψεων τήν σωτηρίαν, μεσιτείαις σου πρός Κύριον.

Ὠδή στ΄. Τήν δέησον ἐκχεῶ
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Νεκρώσας, σού τῆς σαρκός τάς κινήσεις, ἑξανέστησας νεκρούς ὤ Σπυρίδων, ζωοποιῶ καί ἐνθέω σου λόγω. Ὅθεν καμού τήν ψυχήν Πάτερ Ἅγιε, ταῖς σαῖς λιταῖς ὡς συμπαθής, νεκρωθείσαν τοῖς πάθεσι ζώωσον.

Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Συνέχει μέ τῶν πταισμάτων θάλασσα, καί χειμάζει τρικυμία κινδύνων, καί πρός βυθόν ἀπωλείας καθέλκει, τῶν ἀνιάτων παθῶν ἡ ἀντιπνοια, Θεόν ὁ κυρήξας τόν Χριστόν, ὤ Σπυρίδων τῶν κλύδωνα κόπασον.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Προστάτα τῶν θλιβωμένων Σπυρίδων, μολυνθεῖσαν ἠδοναῖς τήν ψυχήν, μοῦ διά λουτροῦ κατανύξεως Θείας, καθαρτικῶν τέ δακρύων ἀπολοῦσον. Καί ρύσαι μέ τῆς φοβερᾶς,σαῖς λιταῖς καί ἀσβέστου κολάσεως.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Φυγάδευσον ἐκ τῆς ἀθλίας σαρκός μου, τήν ἀνίατον ἀσθένειαν Κόρη καί τῶν δεινῶν ἀλγηδόνων μέ ρύσαι καί θεραπείαν τελείαν μοί δώρησαι καί σῶσον μέ τόν ἐπί σοῖ, πεποιθότα ταῖς θείαις πρεσβείαις σου.

Διασωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους σου Ἱεράρχα, ὅτι πάντες τή σή πρεσβεία προστρέχομεν, ἴνα ρυσθῶμεν Φανούριε πάσης βλάβης.

Ἐκ θλίψεων καί ἐκ παντοίων κινδύνων λύτρωσαι Ἱεράρχα τούς τήν θείαν Μνήμην σου θερμῶς ἑορτάζοντας ὡς ρύστης τῶν θλιβωμένων Σπυρίδων.
Ἄχραντε, ἡ διάλογου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.



Ὁ Ἱερεύς μνημονεύει. Εἴτα τό κοντάκιον Ἦχος δ΄
Τοῖς λόγοις ἐκόσμησας ,τήν ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τοῖς ἔργοις ἐτίμησας τό κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, Σπυρίδων Μακάριε. Ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμω, τή ἐν τή σωφροσύνη, χάριτας ἰαμάτων ἀπαστράπτων τοῖς πάσι. Διο καί νῦν γεραίρομεν πίστει τήν Μνήμην σου.

Καί εὐθύς τό Προκείμενον. Ἦχος δ΄
Τό στόμα μου λαλήσει σοφίαν καί ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν.
Στίχος. Ἀκούσατε ταῦτα πάντα τά ἔθνη, Ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τήν Οἰκουμένην.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην (ι΄ 9-16)
Εἶπεν ὁ Κύριος. Ἐγώ εἴμι ἡ θύρα, δί ἐμοῦ ἐάν τίς εἰσέλθη, σωθήσεται, καί εἰσελεύσεται, καί ἐξελεύσεται, καί νομήν εὐρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰμή ἴνα κλέψη, καί θύση, καί ἀπολέση• ἐγώ ἦλθον ἴνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσιν. Ἐγώ εἴμι ὁ Ποιμήν ὁ καλός• ὁ Ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων. Ὁ μισθωτός δέ καί οὐκ ὧν ποιμήν οὐ οὐκ εἰσί τά πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τόν λύκον ἐρχόμενον, καί ἀφίησι τά πρόβατα, καί φεύγει καί ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτά, καί σκορπίζει τά πρόβατα. Ὁ δέ μισθωτός φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι, καί οὐ μέλει αὐτῶ περί τῶν προβάτων. Ἐγώ εἰμί ὁ Ποιμήν ὁ καλός, καί γινώσκω τά ἐμᾶ, καί γινώσκομαι ὑπό τῶν ἐμῶν. Καθώς γινώσκει μέ ὁ Πατήρ καγῶ γινώσκω τόν Πατέρα, καί τήν ψυχήν μου τίθημι, ὑπέρ τῶν προβάτων. Καί ἀλλά πρόβατα ἔχω, ἅ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης, κακείνα μέ δεῖ ἀγαγεῖν, καί τῆς φωνῆς μου, ἀκούσουσι, καί γενήσεται μία ποίμνη, εἰς ποιμήν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τού σου Ἱεράρχου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλεήμων, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Πλοῦτον ἀναφαίρετον ἔχει σέ Κέρκυρα νῆσος, ταύτην ἀξιάγαστε φαεινοῖς αὐγάζοντα ταῖς λαμπρότησιν. ἡ καί νῦν δώρησαι τήν εἰρήνην Πάτερ, καί τροπαίων αὔτην ἔμπλησον, ἐχθρῶν τήν ἔπαρσην καί παρεμβολᾶς κάμψας βέλεσι, Σπυρίδων Θεοδόξαστε καί τῆς συμπαθοῦς μεταδόσεως. πλῆσον τάς καρδίας, ἠμῶν τῶν ἀνυμνούντων σέ πιστῶς ἐν παρρησία δεόμενος ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.

Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σού• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυρού• προστασίαις τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων• ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργών• τῶν ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τοῦ ἁγίου ....... (τῆς ἡμέρας), καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς. χριστιανος.gr

Ὠδή ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Σῶσον τους σέ ἀνευφημούντας ,Ὀσιώτατε Σπυρίδων Ἱεράρχα, καί τῷ θείω φωτί καταύγασον σούς δούλους, καί ταῖς λιταῖς ἑξάρπασον, τῆς σατᾶν μηχανουργίας.
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.

Ρύσαι Σπυρίδων Ἱεράρχα, σαῖς πρεσβείαις, δαιμόνων ἐπηρείας, λογισμῶν πονηρῶν σός δούλους καί κινδύνων, ὅπως ἀεί σωζόμενοι, καταχρέως σέ ὑμνῶμεν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Παῦσον, Σπυρίδων σαῖς πρεσβείαις, τῆς ψυχῆς μου τήν ἄρρητον ὀδύνην, καί δεινῶν συμφορῶν σόν δοῦλον καί κινδύνων, καί τῶν παθῶν ἁπάλλαξον, ὡς πατήρ τῶν θλιβομένων.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἔμμονον ἔχων τήν κακίαν, καί δουλούμενος ἀτόποις συνηθείαις, εὐσπλαχνία τή σή προστρέχω ἀνακράζων διασωσον μέ, Παναγνέ, Μητρικαίς σου ἰκεσίαις.

Ὠδή ἡ΄. Τόν Βασιλέα
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Ἀσθενειῶν τέ, χαλεπῶν καί κινδύνων, Ἰατρόν σέ γινώσκω ὤ Σπυρίδων. Ρύσαι οὔν ψυχήν μου, λιταίς σου ἀθυμίας.

Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Τῶν κατεχόντων, ἀνιαρῶν τους σούς δούλους ἐλευθέρωσον Σπυρίδων Ἱεράρχα, θείαις σου πρεσβείαις, αὐτοῖς διδούς τήν λύσιν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Μή διαλείπης, τόν Ἰησοῦν ἱκετεύων, ὡς προστάτης Πιστῶν ὤ Σπυρίδων, διαφυλαχθῆναι ἠμᾶς ἐκ πάσης βλάβης.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἴλαθι Κόρη, τῷ οἰκτροτάτω σου δούλω, καί ἐκ νόσων ἀνιάτων μέ ρύσαι. Ἴνα σέ δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰώνας.

Ὠδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον
Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Τούς πόθω τή σή σκέπη, Ἅγιε Σπυρίδων καταφυγόντας κινδύνων διασωσον, καί ἐκ παθῶν καί τῶν νόσων, λιταίς σου λύτρωσαι.

Ἅγιέ του Θεοῦ πρέσβευε ὑπέρ ἠμῶν.
Φρουρῶν μή διαλίπης, Ὅσιε Σπυρίδων, τούς σέ τιμώντας πιστῶς καί δοξάζοντας, καί σαῖς πρεσβείαις κινδύνων, αὐτούς λυτρούμενος.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Λυτρούμενος ὡς ὤφθης, πρότερον Σπυρίδων, τούς ἐν Κερκύρα πιστῶς σοῖ προστρέξαντας. Οὕτω καί νῦν πάσης, ρύσαι μέ περιστάσεως.

Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μαρία σωτηρίας, λιμένα σέ εἰδότες, τή Παναχράντω σου σκέπη προστρέχομεν, καί ἐκ τῶν νόσων, ρυσθῆναι σέ ἰκετεύομεν.

Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν
ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια.
Χαίροις Τριμυθοῦντος ἡ καλλονή, χαίροις ἀσθενούντων καί πασχόντων ὁ ἰατρός, χαίροις τῶν Πατέρων, ὡράισμα καί κλέος, τρισόλβιε Σπυρίδων, σέ μεγαλύνομεν.

Πρέσβευε Σπυρίδων Θαυματουργέ, ὑπέρ Ὀρθοδόξων, καί ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὅπως τῶν πταισμάτων τήν λύτρωσιν, λαβόντες παρά Θεοῦ σέ πάντες πόθω γεραίρωμεν.

Δέησιν προσάγαγε τῷ Θεῶ, Σπυρίδων Παμμάκαρ, ὑπέρ δούλων τῶν σῶν Σοφέ, τῶν τυραννουμένων, ὑπό παντοίων νόσων, θλίψεων καί κινδύνου, καί τούτους λύτρωσαι.

Σπυρίδων τά ὄμματα τῆς ἐμῆς, ψυχῆς τυφλωθέντα, ἁμαρτήμασι χαλεποῖς, φώτισον λιταίς σου, φωτί θεογνωσίας, καί ρύσαι μέ τῶν Ἅδου, πικρῶν κολάσεων.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.

Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον
δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Καί τό τροπάριον.
Ἀπολυτίκιον Ἦχος ἅ΄, τοῦ λίθου σφραγισθέντος

Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καί θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων Πατήρ ἠιμῶν, διό νεκρά σύ ἐν τάφω προσφωνεῖς, καί ὄφιν εἷς χρυσοῦν μετέβαλες, καί ἐν τῷ μέλπειν τάς ἁγίας σου εὐχᾶς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντας σοί Ἱερώτατε, Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διά σου πάσιν ἰάματα.

Εἴτα Ἐκτενής καί Ἀπόλυσις, μεθ’ ἤν τό ἑξῆς.
Ἦχος β΄. Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Σκεῦος ἀπετέλεσας σαυτόν, Πνεύματος Ἁγίου τρισμάκαρ, καθαρᾶς σου τήν ψυχήν, χρίσμα θεῖον ἔλαβες, Ἀρχιερεύς γεγονῶς, καί προστάτης θερμοτατος, λαοῦ Ὀρθοδόξου, τοῦ ἐγκαυχωμένου σου. τή παναγία Σωρῶ, ὅθεν ὤ Σπυρίδων θεοφρον, εὔχου τῷ Θεῶ ὑπέρ πάντων, ἠμῶν τῶν τιμώντων καί εὐφημούντων σέ.

Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.