Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ένα καινούριο χρόνο, αγαπητοί Χριστιανοί, υποδέχεται και πάλι ο κόσμος μας. Ένας καινούριος χρόνος εισέρχεται στο προσκήνιο της ιστορίας εν μέσω πάλι ξέφρενων και πολυποίκιλων εορταστικών εκδηλώσεων. Φώτα, δένδρα, μουσικές, δώρα, αγορές, ξεφαντώματα, πολλές ευχές.

Νέο έτος, λοιπόν, 2013. Και γιορτάζουμε όλοι και πανηγυρίζουμε για την πρώτη μέρα του έτους και την είσοδο μας σ’ αυτό. Και προσφέρουμε και δεχόμαστε ευχές –πληθωρικές ευχές- και ελπίδες. Και οι πόθοι μας αναπτερώνονται ξανά, για ένα καλλίτερο «αύριο», και οι βλέψεις μας, σε κάτι διαφορετικό, πιο όμορφο, πιο ανθρώπινο, για ακόμη μια φορά διακαείς και έντονες.

Αγαπητοί Χριστιανοί.

Ανέκαθεν ο άνθρωπος ψάχνει, ελπίζει και προσπαθεί για ένα καλλίτερο κόσμο. Και πρώτα – πρώτα ο αγώνας γι’ αυτή την ίδια τη ζωή. Αγώνες για την εξασφάλιση των απαραίτητων για την επιβίωση αγαθών. Αγώνες για την κοινωνική άνοδο και επικράτηση. Αγώνες για την επαγγελματική τακτοποίηση και οικονομική χειραφέτηση. Και κοντά σ’ αυτούς κι άλλοι αγώνες με ευγενέστερο περιεχόμενο, αγώνες εθνικής μορφής, ιδεολογικοί, πολιτικοί και τόσοι και τόσοι άλλοι.

Αγώνες λοιπόν πολλοί και διάφοροι συνθέτουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει και κινείται ο άνθρωπος. Και σήμερα πρώτη του νέου έτους και για αρκετές ακόμη ημέρες, αναπτερώνεται η αγωνιστική μας διάθεση για την κατάκτηση των αυτονόητων και την πετυχημένη έκβαση των εναγώνιων επιδιώξεων μας.

Αδελφοί μου.

Είναι αλήθεια ότι το σύγχρονο άνθρωπο τον διακατέχει το ανικανοποίητο. Όχι μόνο τώρα, στις αρχές της καινούριας χρονιάς, τώρα με τους προγραμματισμούς και τους προϋπολογισμούς του για το αμέσως επόμενο χρονικό πλαίσιο των 365 ημερών, αλλά, πάντα και παντού. Συνεχώς αναζητά για να γεμίσει τη ζωή του. Όλο ψάχνει και ποτέ δεν αρκείτε ποτέ δεν αναπαύεται στα επιτεύγματα του. Η «πείνα», λοιπόν, και η «δίψα», για το διαφορετικό και το καινούριο, χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου. Και γεννάται το ερώτημα:

Γιατί να μην μπορούμε να ικανοποιηθούμε στις αναζητήσεις μας; Γιατί να μην μπορούμε ποτέ να χορτάσουμε τη ψυχή μας τη στιγμή που έχουμε όλη τη πλάση στη διάθεση μας; Γιατί να μην μπορούμε να ξεδιψάσουμε πραγματικά τη στιγμή που καμιά πηγή δεν έχουμε αφήσει απλησίαστη και ανεξερεύνητη, είτε αυτή λέγεται επιστήμη, είτε τεχνολογία, είτε φιλοσοφία, είτε πολιτική, είτε οτιδήποτε άλλο;

Η απάντηση είναι ότι στις αναζητήσεις μας προσεγγίζουμε τα ζητούμενα μέσα από λάθος δρόμους. Σίγουρα έχουμε κάνει ένα τεράστιο λάθος. Ο κόσμος που ζούμε, οι ελπίδες και τα όνειρα μας, οι πίκρες και οι χαρές μας, όλος ο αγώνας μας για τη ζωή γενικά, δεν είναι μια υπόθεση άσχετη με τον τελικό σκοπό της ύπαρξη μας. Και ενώ πρέπει να διψάμε για το Θεό, ενώ πρέπει να αναπαυόμαστε με την αγάπη, τη δικαιοσύνη, την προσφορά, ακόμα και τη θυσία, αναπαυόμαστε στο απόλυτο συμφέρον, στην περιποίηση του «εγώ»μας, και σ’ ένα απίστευτο «ωχαδερφισμό». Ο «ευτουλισμός» μας έγινε ιδεολογία και σήμα κατατεθέν της «πολιτισμένης» εποχής μας. Η απομάκρυνση μας απ’ το Θεό και η συνεχής και επίμονη αποθέωση των κατακτήσεων μας, μας στέρησαν από τη δυνατότητα να κοιτάξουμε λίγο πιο πέρα από τον εαυτό μας, και να δούμε το δράμα ενός αντιφατικού κόσμου που παλεύει δίπλα μας και ψάχνει να βρει τον εαυτό του.

Που έχουμε φτάσει!

Μιλάμε υπερβάλλοντας για ελευθερία και έχουμε υπο¬δουλωθεί σε πολλές μορφές ψυχολογικής και κοινωνικής δουλείας. Εγκαταλείψαμε τα παιδιά μας χωρίς αρχές, χωρίς αληθινά πρότυπα και αναζητούν τη χαρά, και τον παράδεισο, στα θολά νερά του αλκοόλ, των ναρκωτικών, του ασύδοτου ηδονισμού και καταλήγουν στην τυραννία, και την κόλαση. Οι μεγάλοι και οι ισχυροί, παίζουν το ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Θεατές φρικτών καταστάσεων και πίσω από τα φαινόμενα ίσως συνεργούν στην αθλία κατάσταση. Η δικαιοσύνη, λόγος κενός, που χάνεται μέσα σε δολοπλοκίες. Φτώχεια και πείνα μαστίζει το 1/3 του πληθυσμού της γης και από το άλλο μέρος πλούτος, αλόγιστη σπατάλη και επίδειξη άκριτης ματαιοδοξίας. Η βιομηχανία με το πάθος του απροσμέτρητου κέρδους κατα¬στρέφει τη γη και την ατμόσφαιρα της.

Μιλάμε για χριστιανισμό, για ανθρώπινα δικαιώματα, για την προστασία του παιδιού και η κυριαρχία του μίσους φέρνει αντιμέτωπους τους λαούς, διαψεύδει τις ελπίδες των εθνών και επιβάλλει τη σκληρότητα και τη βία, ακόμη και εις βάρος των τρυφερών παιδικών υπάρξεων. Μιλάμε για τη νεολαία, ενώ έχει τραυματιστεί βά¬ναυσα συνειδησιακά από τις αντιφάσεις τις δικές μας. Δυστυχώς έχουμε κατορθώσει να συμβιβαστούμε με μια κοιμισμένη συνείδηση.

Ακόμα, μας λέει ένας σύγχρονος θεολόγος! «Ο αιώνας μας βάλθηκε και βιάστηκε να πλάσει το μύθο για το «θάνατο» του Θεού, στο όνομα μιας κα¬θαρά ανθρωπιστικής λογικής και ουμανιστικής υπε¬ροψίας: Ο «θάνατος» του Θεού όχι μόνο δεν αφήνει ρωγμές στη δομή του κόσμου, αλλά και θα επιτρέψει επί τέλους στον άνθρωπο να πραγματοποιήσει ανε¬νόχλητος τον εαυτό του και να ζήσει τη ζωή του, να ασκεί απεριόριστα την ελευθερία και την αγάπη του! Σύμφωνα μ' αυτή τη φιλοσοφία, ο «θάνατος» του Θεού είναι ή ζωή του ανθρώπου (ξεχνώντας βέβαια τον αληθινό θάνατο του Θεού πού είναι πηγή ζωής και αναστάσεως), γιατί ό Θεός, στα όρια φαίνεται των ιδεών περί Θεού, είναι το αδύνατο, το δειλό, το πονηρό και ανέραστο όν, πού φοβάται, μισεί, επιβου¬λεύεται και εχθρεύεται τη ζωή του ανθρώπου. Στο δαιμονικό ψευδοδίλημμα: ή ο Θεός ή ο άνθρωπος, ο άνθρωπος δε δυσκολεύεται να διαλέξει το μηδενισμό, γιατί δε θ' αργήσει να ανακαλύψει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή αντικαταστήσει το Θεό. Έτσι όμως φτάσαμε στην τραγωδία του σύγ¬χρονου άθεου ανθρωπισμού, στη σύγχυση των ουμανισμών και των πολιτισμών: Ο δαίμονας νίκησε κι ο άνθρωπος έμεινε χωρίς να πάει πουθενά. Ο δρόμος της αυτοθεοποιήσεως του ανθρώπου οδηγεί στην κα¬ταστροφή του ίδιου του ανθρώπου και της ελευθε¬ρίας του». ( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).

«Και είναι οδυνηρό να βλέπει κανένας το φόβο και την υποκρισία του αυτονομηθέντος και αυτοθεοποιηθέντος ανθρώπινου όντος: Να είναι ελεύθερος, αλλά γε¬λοίος και κυνικός, παντοδύναμος, αλλά φοβισμένος και επικίνδυνος, παντογνώστης, κάτοχος μιας εξυ¬πνάδας πού καταπιάνεται με όλα ή τα εξηγεί όλα, άλλα πού τα αγνοεί ή τα αρνείται όλα. Και ενώ αρνήθηκε το θεό, αρνείται να αναλαμβάνει τις ευθύνες της απεριόριστης ελευθερίας, της παντοδυναμίας και παντογνωσίας του. Ενώ κατέστησε τον εαυτό του «μέτρον πάντων χρημάτων», η αρχή κάθε σοφίας, την αυτάρκη και αυτονόητη εξήγηση όλων των πραγ¬μάτων, παραμένει ανήμπορος και τρομαγμένος ενώ¬πιον του μυστήριου του κόσμου. Ενώ γι' αυτόν τον αλλοτριωμένο από το Θεό και αυτονομημένο άνθρω¬πο όλα επιτρέπονται και όλα είναι δυνατά, ταυτόχρο¬να διαπιστώνει ότι ό ίδιος δεν μπορεί να αντέξει αυτή την ανεξέλεγκτη πλησμονή των θελήσεων και των δυ¬νάμεων του, όταν μάλιστα ανακαλύπτει τον κίνδυνο πού κρύβεται σ' αυτές τις θελήσεις και τις δυνάμεις του». ( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).

Αδελφοί μου!.

Πριν μια βδομάδα γιόρτασε όλος ο Χριστιανικός κόσμος την ενανθρώπηση του θεού. Γιορτάσαμε, μάλιστα σε έντονους ρυθμούς, την έλευση του θεού στον κόσμος μας και όλοι, μικροί και μεγάλοι, μιλήσαμε για τα Χριστούγεννα.

Αυτός ο ταπεινός Χριστός με την έλευση του αναδημι¬ούργησε τον άνθρωπο. Καθάρισε την ύπαρξη του, τον κατέ¬στησε εικόνα του, ελεύθερο διανοητή, ένα τέλειο δημιούργη¬μα. Του χάρισε τις αληθινές αρετές, τη νηφαλιότητα, την ηρεμία, την ακεραιότητα, την αγαθοσύνη. Την πραγματική σοφία, τη δικαιοσύνη, την ανεξικακία, την καθαρή πίστη και προπαντός την αγάπη. Ανέβη ο άνθρωπος ψηλά, για να φθάσει το θεό και την αθανασία. Ίδρυσε ο Χριστός την Εκκλησία, μια υπέροχη κοινωνία προσώπων, όπου όλα τα ενώνει –πρέπει να τα ενώνει - η ανιδιοτελής αγάπη.

2013 μ.Χ… Και ακόμη και σήμερα στην εποχή της κρίσης και της μεγάλης ανέχειας, της φτώχειας και των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, ακόμη και τώρα με τις τόσες δυσκολίες, δεν λογικευτήκαμε. Εξακολουθούμε να ζούμε χωρίς Χριστό. Το φως του αστεριού χαμένο μέσα σε έντονα πάθη, στην προβολή όχι της ανθρώπινης αξίας, αλλά της απαξίας στην καταρράκωση κάθε αξιοπρέπειας. Αντί της αγάπης, της δικαιοσύνης, της ανεξικακίας, της εθελοθυσίας, η υποτίμη¬ση της ανθρώπινης ζωής, η κυριαρχία του κέρδους, η περιφρόνηση όλων των θεσμών που οικοδόμησαν και οικοδομούν τον αληθινά ανθρωπιστικό πολιτισμό. Ο Χρι¬στιανισμός προβάλλεται σαν μία βιτρίνα και δυστυχώς οι περισσότεροι ζούμε μέσα σε μία αντιφατικότητα λόγων και πράξεων. Ο άνθρωπος ζαλισμένος από την τεχνική της επιστήμης, και την τεχνολογία, έγινε δούλος των ειδώλων και της μηχανής και έχασε το πνεύμα του, έχασε την αληθινή ύπαρξη του. Ζούμε όλοι μας σήμερα σε τρομακτικές αντιφάσεις.

Αλήθεια σκεφτήκαμε άραγε ποτέ πως δε διαφέρουμε και πολύ απ’ τους ανόητους πλούσιους για τους οποίους τόσο καυστικά έχει μιλήσει ο Χριστός; Τις αποθήκες μας τις γκρεμίζαμε μέχρι πριν λίγο καθημερινά και φτιάχνουμε καινούριες. Κι μη μου πείτε πού είναι τα κτίσματά μας και οι καινούριες μας αποθήκες.

Έχουμε ξεχάσει άραγε το μεγάλο σφάλμα μας, το ασυγχώρητο σφάλμα μας, όταν ανίδεοι πέφταμε στα χέρια των τραπεζικών σειρήνων και χωρίς κανένα αντίκρισμα, παραλαμβάναμε καθημερινά κάρτες και δάνεια, για γιορτές και πανηγύρια, για διακοπές και ρούχα για καινούριες τηλεοράσεις και πλυντήρια, δάνεια επί των δανείων άσκεφτα για οτιδήποτε και αλόγιαστα για άσκοπα φαγοπότια.

Και τώρα; Τώρα σηκώνουμε τα χέρια μας. Δεν μπορούμε να πληρώσουμε. Δε μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα. Δε μπορούμε να ζήσουμε τούτη τη συμβιβασμένη ζωή, στερημένοι ίσως και πεινασμένοι.

Φταίμε γιατί πιστέψαμε στα τραγούδια των σειρήνων. Φταίμε γιατί δε βουλώσαμε τα αφτιά μας στα ψέματά τους. Φταίμε γιατί απλώσαμε τα πόδια μας πιότερο απ΄ το πάπλωμα μας. Φταίμε γιατί έτσι τους επιτρέψαμε να γίνουν οι οικονομικοί δικτάτορές μας.

Φταίμε αδελφοί μου γιατί αν και Χριστιανοί, αν και ακούμε συνεχώς για τους άφρονες πλουσίους, αφήνουμε τα λόγια τούτα να μπαίνουν απ’ τη μια και να βγαίνουν απ’ την άλλη.

Φταίμε γιατί ζούμε σαν να μην έχουμε Θεό, σαν άθεοι που λέμε «φάγωμεν και πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκομεν», σαν να είμαστε κυρίαρχοι της ζωής, σαν να μην υπάρχει τίποτε παραπέρα.

«Έχει ήδη διατυπωθεί η βεβαιότητα ότι «ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι η μυστικιστικός ή τίποτα». Οι άνθρωποι άρχισαν ήδη να αναγνωρίζουν ότι τίπο¬τα δεν είναι πιο άνανδρο και πιο μάταιο, πιο άχρηστο και πιο απελπιστικό, από του να κάνουν το γενναίο ενώπιον του θεού ή να αρνούνται το θεό, χωρίς να έχουν κάτι αντάξιο να προτείνουν στη θέση του. Και φαίνεται ότι ο κόσμος, με τα γρηγορούντα πνεύματα του, προετοιμάζεται για μια νέα εποχή, πού ήδη έχει αρχίσει όταν οι κάθε λογής επαναστάσεις αποδείχτη¬καν «φιάσκο» και διαψεύστηκαν οι ιδεολογίες, για να παραχωρήσουν τη θέση τους στην πνευματική ανα¬ζήτηση και το θεολογικό-θεανδρικό μυστήριο: Όλα τείνουν να καταλήξουν στην ελπίδα ότι μόνο ο Θεός και η πίστη στο θεό είναι η διαφάνεια του ανθρώπου και η πίστη στον άνθρωπο, ότι μόνο στο θεό έχουμε τη βεβαιότητα της υπάρξεως και της αιωνιότητας της υπάρξεως του ανθρώπου. Τα γεγονότα του αιώνα μας είναι τόσο τραγικά, αλλά και τόσο αποκαλυπτι¬κό εκφράζουν τόση αθλιότητα αλλά και τόση δίψα, πού είναι σαν να επιβεβαιώνουν και να διακηρύσ¬σουν: «Σήμερα, λοιπόν, ο Θεός ή τίποτα». …( π. Μιχαήλ Καρδαμάκης).

Σήμερα λοιπόν ή Θεός ή τίποτα!

Όλοι μας και ο καθένας μας ξεχωριστά να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με τη πλάση ολόκληρη. Με τον εαυτό μας, το συνάνθρωπο μας, το Θεό. Να νοιώσουμε επιτέλους ότι κοινωνία σημαίνει αλληλεξάρτηση και να μη διστάσουμε να δούμε κατάματα τις αδυναμίες, τα πάθη, τις ελλείψεις μας. Ο Χριστός είναι η μοναδική διέξοδος στα αδιέξοδα μας. Η μοναδική ελπίδα στη σημερινή απελπισία, το μοναδικό στήριγμα στον κλονισμένο άνθρωπο. Ας εξαγοράσουμε λοιπόν το χρόνο μας. Ας θεωρήσουμε την καινούρια χρονιά σαν μια ακόμη ευκαιρία, σαν «παροχή» του Θεού στον άνθρωπο, για να ανακαινίσει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Μεθέορτα Χριστουγέννων

Ἰωάννου Φουντούλη

 
Ἑωρτάσαμε Χάριτι θείᾳ, τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Στά αὐτιά μας ἀντηχοῦν ἀκόμη οἱ χαρμόσυνοι ὕμνοι τῆς μεγάλης ἑορτῆς καί τά ἱερά ἀναγνώσματα. Ἡ μεγαλοπρεπής τελεσιουργία τοῦ ὑπερφυοῦς μυστηρίου μᾶς μετέφερε καί πάλι στό ἱερό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, τῆς πόλεως τῆς Ἰουδαίας, ὅπου ὁ Χριστός γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὅπου οἱ ποιμένες προσκυνοῦν καί οἱ μάγοι προσφέρουν τά βασιλικά των δῶρα. Ἐκεῖ ὅπου ἀντήχησαν γιά πρώτη φορά οἱ ἀγγελικές δοξολογίες, πού σήμαναν τό ὀρθρινό τῆς ἀνατολῆς τῆς νέας ἡμέρας, τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης.

Ὅσοι πιστοί νίκησαν τήν ραθυμία καί ἔσπευσαν ἐνωρίς στούς ναούς δέν θά λησμονήσουν ποτέ τήν ὑπερκοσμία ἀτμόσφαιρα, στήν ὁποία τούς μετέφερε ἡ λαμπρά ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μέσα στό ἡμίφως τῶν τελευταίων ὡρῶν τῆς νυκτός, κάτω ἀπό τούς ὑποβλητικούς θόλους τῶν ναῶν μας, μέσα στούς χαρμοσύνους ὕμνους καί στά θυμιάματα νομίζει κανείς πώς βρίσκεται ἐκτός χώρου καί χρόνου. Τότε ἀκούει δωρικά, κοφτά, νά ἀναγινώσκεται τό συναξάριο τῆς ἡμέρας μέ τούς ἰαμβικούς του στίχους, ποίημα Χριστοφόρου τοῦ Μυτιληναίου:

«Τῇ 25ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ κατά σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεός τό τεχθέν ἡ δέ μήτηρ παρθένος· Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις; Τῆ αὐτῇ ἡμέρα, ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων. Σέ προσκυνοῦσα τάξις ἐθνική, Λόγε, Τό πρός σέ δηλοῖ τῶν ἐθνῶν μέλλον σέβας. Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τῶν θεασαμένων ποιμένων τόν Κύριον. Ποίμνην ἀφέντες τήν ἑαυτῶν ποιμένες, ἰδεῖν καλόν σπεύδουσι Χριστόν ποιμένα. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Δέν γνωρίζει κανείς ἄν ζῇ στήν σημερινή ἐποχή ἤ στήν ἐποχή τοῦ Βυζαντίου ἤ στήν ἰδία νύκτα πού συνέβησαν τά γεγονότα αὐτά. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό μυστήριο τῆς λατρείας μας. Θραύει τά σύνορα τῶν ἐποχῶν καί τῶν ρεόντων χρονικῶν σχημάτων τοῦ κόσμου τούτου. Παρόν, παρελθόν καί μέλλον ἰσοπεδώνονται. «Σήμερον» καί πάλι ὁ Χριστός γεννᾶται, ὅπως γεννήθηκε καί πέρισυ καί κατά τήν ἰδία ἡμέρα τῶν περασμένων αἰώνων, ὅπως θά γεννᾶται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε τήν θεία νύκτα τῶν Χριστουγέννων τοῦ πρώτου ἔτους τῆς χριστιανικῆς χρονολογίας. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό αἰσθάνεται κανείς πώς ὁ Χριστός εἶναι «ἐχθές καί σήμερον καί ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8), πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμά Του, αἰώνιο καί ἀγήραστο ὅπως Ἐκεῖνος. Πώς καί ὁ καθείς ἀπό μᾶς δέν εἶναι μόνος, ἀλλά ἕνα μέλος τῆς ἱερᾶς αὐτῆς κοινωνίας τῶν ἐν Χριστῷ ἀναγεννηθέντων ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχει φθορά καί χρόνος, χθές καί σήμερα καί αὔριο, ἀλλά ἕνα αἰώνιο καί ἄφθαρτο «σήμερα», τό ὁποῖο ζοῦν καί ἀπολαμβάνουν οἱ γενεές τῶν πιστῶν, πού ἐβαπτίσθησαν εἰς Χριστόν καί ἐνεδύθησαν τόν Χριστό. Πού συμβασιλεύουν μετά τοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τίς γενεές πού ἦλθαν καί θά ἔλθουν, χωρίς ὅμως νά παρέλθουν ποτέ, γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι «βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καί ἡ δεσποτεία Του ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ» (Ψαλμ. 144, 13).

Σέ προηγούμενο κείμενο εἴδαμε τήν κατά μίμησι τῆς περιόδου τοῦ Πάσχα ἀνάπτυξι τῆς προεορτίου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Εἴδαμε πώς μέ βάσι τά Χριστούγεννα, τήν 25η Δεκεμβρίου, καθωρίσθησαν οἱ πρό αὐτῆς ἑορτές, τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς γεννήσεως τοῦ Βαπτιστοῦ, πώς ἀνεπτύχθη βαθμηδόν ἡ τεσσαρακοστή τῶν Χριστουγέννων καί πώς ἡ κλιμακωτή ἀνάβασις πρός τήν μεγάλη ἑορτή καταλήγει καί ἀποκορυφώνεται στήν μεγάλη ἑβδομάδα καί στό Πάσχα, γιά νά εἰποῦμε ἔτσι, τῶν Χριστουγέννων. Τό Πάσχα ὅμως ἐπεκτείνεται καί πρός τά ἐμπρός· ἡ ἑβδομάς μετά ἀπό αὐτό εἶναι ἡ διακαινήσιμος, πού λογίζεται, κατά τίς τυπικές διατάξεις, σάν μία καί ἡ αὐτή πασχάλιος ἡμέρα· τήν ὀγδόη ἡμέρα εἶναι ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, ἤ τοῦ Ἀντίπασχα, τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος· τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα κλείεται ἡ πασχάλιος περίοδος μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἐν σώματι εἰς τήν δόξαν αὐτοῦ, εἰς τά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.

Ἄς παρακολουθήσωμε τήν ἐπίδρασι τῆς πασχαλίου αὐτῆς περιόδου καί στήν διαμόρφωσι τῆς μετά τά Χριστούγεννα μεθεόρτου περιόδου. Ἐπί ἑπτά ἡμέρες ἑορτάζεται ἡ μεγάλη ἑορτή. Τήν 26η Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται ἡ Σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς μητρός τοῦ Χριστοῦ, καί ἀναμιμνησκόμεθα τήν εἰς Αἴγυπτον φυγήν τῆς ἁγίας οἰκογενείας. Τήν 29ην ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ, πού ἐσφάγησαν ἀπό τόν Ἡρῴδη.Ἡ Κυριακή πού ἐμπίπτει στό διάστημα αὐτό, ἡ Κυριακή «μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν», εἶναι ἀφιερωμένη στόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα τῆς Παρθένου, στόν Ἰάκωβο κατά σάρκα ἀδελφό τοῦ Κυρίου, υἱό τοῦ Ἰωσήφ ἀπό ἄλλη γυναῖκα πού εἶχε πρίν μνηστευθῆ τήν Θεοτόκο, καί τόν κοινό προπάτορα, τόν βασιλέα Δαυίδ. Καθ᾿ ὅλο τό ἑπταήμερο διάστημα οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων συμπλέκονται μέ τήν ἀκολουθία τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἁγίων καί ὁλόκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς ἐπαναλαμβάνεται κατά τήν ἀπόδοσί της, τήν 31η Δεκεμβρίου.

Παράλληλος πρός τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν μωσαϊκό νόμο, πού ἑορτάζομε τήν 1η Ἰανουαρίου, τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ὅπως ἡ ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου στόν Θωμᾶ συντελεῖ στήν ἐξακρίβωσι καί βεβαίωσι τοῦ ὑπερφυσικοῦ γεγονότος τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καί ἀπό τόν πιό ἀμφιβάλλοντα καί δυστροποῦντα μαθητή, ἔτσι καί ἡ ὀκταήμερος περιτομή καί ἡ κατ᾿ αὐτήν ὀνοματοδοσία, ἀποτελεῖ τήν σφραγῖδα καί τήν βεβαίωσι τῆς τελείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ· τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως· τῆς πραγματικότητος τῆς ὑπερφυσικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐντάξεώς Του διά τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς στόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὑπαγωγῆς Του στόν Νόμο. Ἡ ὀγδόη ἐκείνη ἡμέρα διά τῆς ἐμφανίσεως καί παρουσίας τοῦ ἀναστάντος ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του γίνεται τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καί τῆς κατ᾿ αὐτήν ἀδιαλείπτου παρουσίας καί ἀπολαύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή, ἡ ὀγδόη ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρα, «εἰκονίζει», κατά τούς ἱερούς ὑμνογράφους, «τήν τοῦ μέλλοντος ἄληκτον ζωήν» «φέρει τύπον τοῦ μέλλοντος», λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐπισήμου παρουσίας ἐν σαρκί τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τοῦ λαοῦ Του καί μεταξύ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ ἑορταστική περίοδος συνεχίζεται· παρεμβάλλεται ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανείων μέ τά προεόρτια καί τά μεθέορτά της, πού παρατείνονται μέχρι τῆς 14ης Ἰανουαρίου γιά νά ἀρχίσῃ ἀπό τήν ἑπομένη ἡμέρα, τήν 15η, μία νέα προεόρτιος περίοδος, πού εἰσάγει τήν ἑορτή τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρας, τήν ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς 2ας Φεβρουαρίου. Εἶναι ἡ κατακλείς τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀπόδοσίς των κατά κάποιο τρόπο, τό παράλληλο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τοῦ Πάσχα ἡμέρας. Ὁ Χριστός ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο εἰσέρχεται στόν ναό Του, στόν ἐπίγειο οὐρανό. Ἐκεῖ θά Τόν ἀναγνωρίσῃ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά ζητήσῃ τήν λῆξί της καί τήν ἀπόλυσί της μέ τό στόμα τοῦ δικαίου Συμεών καί τῆς προφήτιδος Ἄννης, γιατί ἦλθε ὁ προφητευόμενος καί ἀναμενόμενος, τό «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν»καί ἡ«δόξα τοῦ λαοῦ» Του, τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου Ἰσραήλ. (Λουκ. 2, 32).

Αὐτός στίς γενικές του γραμμές εἶναι ὁ μεθέορτος κύκλος τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Μαζί μέ τόν προεόρτιο κύκλο, πού εἴδαμε ἄλλοτε καταλαμβάνει σχεδόν τό ἕν πέμπτον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἄν ἐκτός ἀπό αὐτά λάβωμε κατά νοῦν, ὅτι ἀπό τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐξαρτᾶται καί ἡ σειρά τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν πού ἀναφέραμε, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς συλλήψεως καί τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου, βλέπομε πόσον ἀκριβής εἶναι ὁ χαρακτηρισμός της ὡς πόλου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου βρῆκε μέσα στήν λειτουργική πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας τήν δικαία καί ἁρμόζουσα θέσι της. Ἔγινε τό δεύτερο Πάσχα, ἡ πρώτη μετά τήν βασιλίδα καί κυρία τῶν ἑορτῶν ἑορτή, πού βαθμιαία ἔτεινε νά ἐξομοιωθῇ καί νά μιμηθῇ ἐκείνη, χωρίς ὅμως τελικά νά φθάσῃ καί στά μέτρα ἐκείνης.

Ἐπανερχόμεθα στό θέμα τῆς «Κυριακῆς μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν». Στά τρία πρόσωπα πού ἑορτάζονται κατ᾿ αὐτήν συνάπτονται τά θέματα τῆς προεορτίου καί μεθεόρτου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Δαυίδ εἶναι ὁ ἀρχηγέτης τῆς βασιλικῆς δυναστείας τῶν Ἰουδαίων, ἀπό τήν ὁποία τό κατά σάρκα κατήγετο ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος πού ἐδέχθη τήν προφητική ἐπαγγελία «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» ( Ψαλμ. 131, 11). Ἡ «ρίζα τοῦ Ἰεσσαί», ἀπό τήν ὁποία, ὡς ἀπό ξηρά ράβδο, τήν ἀειπάρθενο Μαρία, ἐβλάστησε τό ἄνθος, ὁ Χριστός, ὁ βασιλεύς καί ὁ «ἡγούμενος» (Γενέσ. 49, 10), ἡ «προσδοκία» ἐθνῶν (Ἠσ. 11, 1).

Ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ μακαρίζεται γιατί ἠξιώθη νά γίνῃ ὁ φρουρός καί φύλαξ τῆς Παρθένου Μαρίας καί πιστῶς νά ὑπηρετήσῃ τήν βουλή τοῦ Θεοῦ, προσφέροντας στήν Μαρία καί στόν νεογέννητον Ἰησοῦ τήν προστασία καί τήν φροντίδα πού εἶχαν ἀνάγκη. Εἶναι ὁ σύνδεσμος τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μέ τά μάτια του εἶδε νά ἐκπληρώνωνται οἱ προφητεῖες καί τά αὐτιά του ἄκουσαν τίς ἀγγελικές φωνές πού ἐβεβαίωναν τήν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου. Ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος καί πρῶτος μετά ταῦτα ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐγκωμιάζεται καί αὐτός ὡς μάρτυς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί μέχρις αἵματος κήρυξ τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἔτσι ἀκριβῶς τούς ὑμνοῦν τά τροπάρια τῆς Κυριακῆς, τά τρία στιχηρά τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α´ ἤχου, προσόμοια τοῦ «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων». Τό πρῶτο ἀναφέρεται στόν Δαυίδ, τό δεύτερο στόν Ἰωσήφ καί τό τρίτο στόν Ἰάκωβο. Ὁ Δαυίδ καί ὁ Ἰάκωβος συνάπτονται στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου. Καί οἱ τρεῖς εἶναι οἱ διδάσκαλοι καί οἱ μάρτυρες τῆς γεννήσεως.



«Τόν θεοπάτορα πάντες, ἀνευφημήσωμεν

Δαυίδ τόν βασιλέα·

ἐκ γάρ τούτου προῆλθε ράβδος ἡ Παρθένος

καί ἐξ αὐτῆς ἀνατέταλκεν ἄνθος Χριστός

καί τόν Ἀδάμ σύν τῇ Εὔᾳ

ἐκ τῆς φθορᾶς ἀνεπλάσατο ὡς εὔσπλαγχνος».




«Τῶν προφητῶν τάς προρρήσεις

εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς ὁ Ἰωσήφ ὁ μνήστωρ

ἐμφανῶς πληρουμένας,

μνηστείας λαχών ξένης,

χρηματισμούς τῶν ἀγγέλων δεξάμενος·

Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων,

ὅτι ἐν γῇ τήν εἰρήνην ἐδωρήσατο».

«Τόν ἀδελφόθεον πάντες ἀνευφημήσωμεν,

ὡς ἱεράρχην ὄντα,

μαρτυρίῳ δέ πάλιν ἐμπρέψαντα γενναίως,

οὗ ταῖς εὐχαῖς, Ἰησοῦ ὁ Θεός ἡμῶν,

ὁ ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ σπαργανωθείς,

σῶσον πάντας τούς ὑμνοῦντάς σε».



«Μνήνην ἐπιτελοῦμεν Δαυίδ καί Ἰακώβου, εὐσεβοῦς βασιλέως προφήτου καί ἀποστόλου πρώτου ἐπισκόπου· αὐτῶν γάρ τοῖς διδάγμασι πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν τόν ἐκ παρθένου ἀνατείλαντα, τόν καί σαρκωθέντα σῶσαι τάς ψυχάς ἡμῶν».

Tήν κοινή πάλι ἀνύμνησί των ὡς ὑπηρετῶν τοῦ μυστηρίου τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐπαναλαμβάνει καί ὁ ποιητής τοῦ ὡραίου ἐξαποστειλαρίου, προσομίου τοῦ «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν»:



«Σύν Ἰακώβῳ μέλψωμεν τῷ κλεινῷ θεαδέλφῳ

Δαυίδ τόν θεοπάτορα, Ἰωσήφ τε τόν θεῖον,

τῆς Θεοτόκου μνήστορα·

τοῦ Χριστοῦ γάρ τῇ θείᾳ Γεννήσει καθυπούργησαν

Βηθλεέμ ἐν τῇ πόλει θεοπρεπῶς,

μετ᾿ ἀγγέλων, μάγων τε καί ποιμένων,

αὐτῷ τόν ὕμνον ᾄδοντες, ὡς Θεῷ καί δεσπότῃ».



Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν ἑορτή τῆς προφητείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτή ἀποτελεῖ τό μεταίχμιο μεταξύ τῶν δύο Διαθηκῶν. Ἡ Παλαιά προλέγει καί προπαρασκευάζει τήν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ καί λήγει μέ τήν γέννησί Του. Ἡ Καινή ἀρχίζει μέ τήν ἡμέρα τῆς σαρκώσεως. Εἶναι ἡ «ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη καί ἐπιφανής», πού προλέγει ὁ προφήτης Ἰωήλ (κεφ. 3, 4). Ὁ Θεός ἔδωσε στήν γῆ καί στόν οὐρανό τά ὑπεσχημένα Του ὑπερφυσικά τέρατα· τό αἷμα, τό πῦρ καί τήν ἀτμίδα καπνοῦ (Ἰωήλ 3, 3). Αὐτῶν τῶν τεράτων θεαταί καί μάρτυρες οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ ἔξαρχο τό Δαυίδ καί οἱ ἱεροί ἄνδρες τῆς Καινῆς μέ πρωτοστάτας τά δύο μέλη τῆς ἁγίας οἰκογενείας, τόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα καί τόν Ἰακωβο τόν ἀδελφόθεο, ἔρχονται νά συνεορτάσουν μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ τήν πλήρωσι τῶν προφητειῶν, τό μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Τήν λύσι καί φανέρωσι τοῦ προφητικοῦ αἰνίγματος. Αἷμα τήν σάρκωσιν τοῦ Λόγου, πῦρ τήν Θεότητα, ἀτμίδα καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Αὐτό ἀκριβῶς θά ἀκούσωμε νά θεολογῇ ὁ ποιητής Ἀνατόλιος στό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ´ ἤχου:



«Αἷμα καί πῦρ καί ἀτμίδα καπνοῦ,

τέρατα γῆς, ἅ προεῖδεν Ἰωήλ·

αἷμα τήν σάρκωσιν· πῦρ τήν Θεότητα·

ἀτμίδα δέ καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον,

τό ἐπελθόν τῇ Παρθένῳ

καί κόσμον εὐωδιάσαν.

Μέγα τό μυστήριον τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως,

Κύριε, δόξα σοι».

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

επί τη εορτή τών Χριστουγέννων

ΙΑΚΩΒΟΣ

ελέω καί χάριτι Θεού Επίσκοπος καί Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Έρεσσού καί Πλωμαρίου

Προς

τόν Ιερόν Κλήρον

καί τους ευσεβείς χριστιανούς της Θεοσώστου ημών Επαρχίας

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά καί πεφιλημένα,

 
Η Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων προβάλλει και φέτος! Το κοσμοσωτήριο γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός πλημμυρίζει και πάλι τις ψυχές μας από ανείπωτη χαρά και πνευματική ευφροσύνη, διότι η τραγωδία της ανθρωπότητος , που δημιούργησε η επιπόλαια, λανθασμένη και αμαρτωλή απόφαση των πρωτοπλάστων να απομακρυνθούν από την αγάπη τοϋ Τριαδικού Θεού έλαβε τέλος με τη Γέννηση του Χριστού μας, που σηματοδοτεί με τον πιο εμφανή τρόπο την έναρξη του σωτηριώδους έργου Του, προκειμένου να αποκατασταθεί και να σωθεί ο πάσχων από τα ποικιλόμορφα πάθη άνθρωπος και να φθάσει στη θέωση. Γι' αυτό το λόγο προφέρουν τα χείλη μας το ' Δόξα εν ύψιστοις Θεω και επί γης ειρήνη εν άνθρωποις ευδοκία '' . Γι' αυτό " Χορευουσιν Άγγελοι πάντες εν ούρανω , και αγάλλονται σήμερον " .Γι' αυτό '' σκιρτά δε πάσα η κτίσις, δια τον γεννηθέντα εν Βηθλεέμ, Σωτήρα Κύριον ", διότι ' η πλάνη των ειδώλων πέπαυται, και βασιλεύει Χριστός εις τους αιώνας

Ο Αναμενόμενος Μεσσίας ήλθε και εΐναι ο Χριστός μας! Τον ύμνησαν οι Άγγελοι στο ταπεινό σπήλαιο ! Τον γνώρισαν οι ποιμένες, διότι είχαν άδολη και καθαρή καρδιά ! Τον προσκύνησαν οι μάγοι από βάθη της Ανατολής, διότι ο εσωτερικός τους κόσμος ήταν έτοιμος και κατάλληλος να αναγνωρίσει το Λυτρωτή τοϋ ανθρωπίνου γένους, που κρυβόταν πίσω από το Νεογέννητο βρέφος !

Ο Απρόσιτος και Υπερβατικός Θεός ψηλαφεΐται' πλέον. Ο Άσαρκος παίρνει σάρκα και οστά. Ο Αόρατος όραται. Πόσο αξιοθαύμαστη εΐναιη ένωση αυτή τοϋ Θεού με τον άνθρωπο ! Πόσο παράδοξη ανάμιξη ! Εκείνος που υπάρχει δημιουργείται ! Εκείνος που πλουτίζει τους άλλους, γίνεται πτωχός ! Ο πλήρης κενούται από τη δόξα Του, για να γευθώ έγω από την πληρότητά Του ! '' μας τονίζει περίτρανα ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Αλλά ο άνθρωπος, δυστυχώς, δεν δέχεται εύκολα το Χριστό στη ζωή του. Η παρουσία Του τον ενοχλεί και τον πειράζει. Νομίζει πως δεσμεύει τη νομιζόμενη ελευθερία του και γενικά την ύπαρξή του. Προτιμά να εΐναι δέσμιος του εαυτού του , των αισθήσεων και των παθών του παρά δούλος του τεχθέντος Χριστού, που είναι και ο πραγματικός " ελευθερωτής των παθών ".

Επιλέγοντας, όμως, να ζήσει με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή αλαζονικά και με γνώμονα το δικό του θέλημα και όχι το θέλημα του Θεού αποφασίζει τελικά την αυτοκαταστροφή του, διότι ' η υπερηφάνεια είναι η ρίζα κάθε κακού και κάθε τραγωδίας. Αυτή καταργεί την ειρήνη και γεννά το μίσος. Διαλύει κοινωνίες, καταστρέφει τις οικογένειες και δημιουργεί τα κοινωνικά και τα οικογενειακά δς>άματα. Η υπερηφάνεια είναι το σκοτάδι της κακίας και της πονηρίας '' .

Μονάχα ο εν σπηλαίω Γεννηθείς και εν φάτνη άνακλιθεις Χριστός, αγαπητοί μου αδελφοί, εΐναι η ελπίδα μας και η σωτηρία μας, διότι Εκείνος είναι η Αγάπη και η Ταπείνωση και αναπαύεται μόνο στους ταπεινούς, μονάχα στους άκακους και απονήρευτους, μονάχα & εκείνους, οι όποιοι αγωνίζονται μέσα από την εγκράτεια και τη μυστηριακή τους ζωή να πετύχουν την αντίσταση στην κακία και την ευκινησία στο καλό και αγαθό. Να γίνουν οι καρδιές τους σαν τις ψυχές των μικρών παιδιών, διότι ' γι' αυτούς που θα γίνουν σαν κι' αυτά είναι η βασιλεία των ουρανών "( Ματθ. 19, 14 , Μαρκ. 10,14).

Διαφορετικά η ζωή μας και η κοινωνία μας χάνουν το νόημά τους και τον προσανατολισμό τους. Χωρίς Χριστό όλα καθίστανται ανιαρά , αποπνικτικά και καταθλιπτικά. Ούτε οι φωτοχυσίες και ο στολισμός των σπιτιών μας και των δημοσίων χώρων αυτές τις ήμερες ούτε η ποικιλία των φαγητών και η ανταλλαγή των δώρων, όσων από εμάς ακόμη μπορούμε να κάνουμε αυτά λόγω της οικονομικής κρίσεως άλλα και ούτε οι ευχές από μόνες τους μπορούν να δώσουν την αληθινή χαρά των Χριστουγέννων, όταν το πρόσωπο του Χριστού μας παραμένει εξαιτίας μας άγνωστο.

Ο καμβάς της ζωής μας ομορφαίνει μονάχα από τον Γεννηθέντα Χριστό μας, εάν φυσικά θελήσουμε να Τον γνωρίσουμε και να Τον αγαπήσουμε σωστά. Ας θυμηθούμε εκείνο το όποιο έλεγε ο μεγάλος Ντοστογιέφσκυ πως ' η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο '', διότι ομορφιά Χριστού χρειάζεται η ζωή μας, για να οδηγηθεί από την πνευματική δυσοσμία, που τόσο έντονη είναι στις μέρες μας, στο κάλλος και την ευωδία !

Ομορφιά Χριστού ας έχουν οι σχέσεις με τους συνανθρώπους μας. Ομορφιά Χριστού ας έχει η οικογένειά μας. Η ε(^γασ'ία μας. Η παιδεία μας και ο πολιτισμός μας. Ομορφιά Χριστού, λοιπόν, παντού και πάντοτε.

Χρόνια πολλά, όμορφα και ευλογημένα !


Μετά πολλών εορτίων ευχών και αγάπης

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  Ο ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ  ΙΑΚΩΒΟΣ

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ...


Ακόμη και σήμερα αδελφοί μου, στην εποχή της κρίσης και της μεγάλης ανέχειας, της φτώχειας και των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ελληνική οικογένεια, ακόμη και τώρα με τις τόσες δυσκολίες, δεν λογικευτήκαμε, δεν πάψαμε να ταυτίζουμε τις μέρες που έρχονται, τα Χριστούγεννα με λέξεις και έννοιες όπως: γιορτές, δώρα, κάλαντα, διακοπές, γλυκίσματα, στολισμένοι δρόμοι, φώτα, ρούχα, ρεβεγιόν, χοροεσπερίδες, βιτρίνες και τόσα και τόσα άλλα. Δε χρειάζεται να ξοδέψεις πολύ φαιά οισία για να το κατανοήσεις τούτο. Μια και μόνο ματιά στη τηλεόραση αρκεί. Και το χειρότερο όλων, όλοι πλέον μιλάνε όχι για Χριστούγεννα αλλά για «μαγικά Χρστούγεννα». Και τελικά καταλήγουμε να περιμένουμε και να προετοιμαζόμαστε εδώ και μήνες για τις γιορτές των Χριστουγέννων, να έρχονται οι μέρες αυτές και μετά τι; Γιορτάζουμε μεν μα απ’ τις γιορτές μας λείπει το κέντρο του εορτασμού. Λείπει ο ίδιος ο Χριστός! Χαίρονται όλοι -το βλέπω- αλλ' εσβήστη /από κρύα παγωμένη πνοή / στις ψυχές των ανθρώπων η πίστη

κ' είναι τώρα η χαρά της τους τυφλή. Μας λέει ο Γεράσιμος Μαρκοράς. Και όμως, η αλήθεια θα επιμένει κάθε χρόνο. Χριστούγεννα σημαίνει: Ο Θεός μεθ΄ ημών. Ο Θεός μαζί μας. Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος και έρχεται σε μας.

Χριστούγεννα!

Ο Υιός του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος.

«Γένους βροτείου, την ανάπλασιν πάλαι, / Άδων προφήτης, Αββακούμ προμηνύει, / Ιδείν αφράστως, αξιωθείς τον τύπον• / Νέον βρέφος γαρ, εξ όρους της Παρθένου, / Εξήλθε λαών, εις ανάπλασιν Λόγος».

Την αναγέννηση του ανθρωπίνου γένους προφητεύει ψάλλοντας τον παλαιό καιρό ο προφήτης Αββακούμ, όταν αξιώθηκε να δει, με τρόπο ακατανόητο, αυτήν νοερά. Γιατί πράγματι παράδοξο βρέφος, ο Λόγος του Θεού, βγήκε από το κατάσκιο βουνό, την Παρθένο, για να αναγεννήσει την ανθρωπότητα.

Η ενέργεια αυτή του Θεού, αδελφοί μου, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο που συνεχώς ξεχνά το Θεό και ζει πέραν και μακράν Του. Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης διαβεβαιώνει «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε μας έστειλε τον Μονογενή Υιό του, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια». Και αυτό είναι το πραγματικά μεγάλο νόημα της γιορτής.

Τί γιορτάζουμε λοιπόν τα Χριστούγεννα;

Το ότι «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός»! «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Σήμερα ο Θεός γίνεται κάτι που ποτέ δεν ήταν, γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος κάτι που ποτέ δεν ήταν. Για να γίνει όμοιος με τον Θεό.

Όταν πια κανείς άλλος τρόπος δεν υπήρχε για να ξεφύγουμε από τα αδιέξοδα μας, όταν φτάσαμε στο απροχώρητο, όταν εμπιστευόμασταν τα πάντα εκτός από την αλήθεια, όταν προσφέραμε λατρεία ακόμα και στα ζώα και μόνο τον αληθινό Θεό είχαμε παντελώς ξεχάσει, όταν αλλοτριωμένοι απ’ το Θεό, είχαμε ρημάξει κάθε ελπίδα να ξανακοντέψουμε το Δημιουργό μας, έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, και ο Υιός του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου, για να μεταβάλει τους υιούς των ανθρώπων σε υιούς του Θεού. «…εαυτον εκενωσεν μορφην δουλου λαβων εν ομοιωματι ανθρωπων γενομενος και σχηματι ευρεθεις ως ανθρωπος εταπεινωσεν εαυτον γενομενος υπηκοος μεχρι θανατου θανατου δε σταυρου…». Ο Θεός εγκαταλείπει την αξιοπρέπεια Του και κατέρχεται στον κόσμο για να λυτρώσει τον αλαζόνα άνθρωπο. Ο Χριστός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την γιατρέψει. «Ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ», αυτή η διαβεβαίωση του αγγέλου προς τους ποιμένες φανερώνει πως τώρα όλοι μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα που μας αποξενώνει από τον Θεό και βέβαια και το συνάνθρωπο. Ο αναμενόμενος Μεσσίας είναι πια ανάμεσά μας. «Μεθ’ ημών ο Θεός / γνώτε έθνη και ητάσθε ότι μεθ’ ημών ο Θεός». Όλα δίνουν τη θέση τους σ’ Εκείνον, που είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης για έναν καινούριο κόσμο. Ο Χριστός, παίρνει την ανθρώπινη σάρκα και έγινε σε όλα όμοιος με μας εκτός από την αμαρτία. Η θεία φύση του Κυρίου με την ενανθρώπηση δεν έπαθε καμία αλλαγή, ενώ αντίθετα η ανθρώπινη φύση, χάρη στην ένωσή της με τη θεία, τελειοποιήθηκε.

Γιορτάζουμε, λοιπόν, Χριστούγεννα. Χρόνια τώρα… Αιώνες τώρα… Κι όμως: Πού είναι ο Χριστός; Στις πράξεις μας, στα λόγια μας, στη ζωή μας που είναι ο Χριστός; Στη πολιτεία μας που είναι ο Χριστός; Στη πολιτική που είναι ο Χριστός; Στη παιδεία που είναι ο Χριστός; Στην Ελλάδα, στην Ευρώπη., στο κόσμο πού είναι ο Χριστός; Απουσιάζει παντελώς. Απουσιάζει ο μεγάλος οικοδεσπότης. Ο αίτιος της πανηγύρεως. Ο Χριστός από τη γιορτή Του. Ξέρετε, έχουμε γεμίσει τούτες τις μέρες με τόσα πολλά, με τόσα περιττά που για τον Ενανθρωπήσαντα Θεό της αγάπης πολλές φορές δε μένει καθόλου τόπος. Εκείνο που χρειάζεται είναι να καταλάβουμε πως ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου».

Αδελφοί μου! Μας χρειάζεται «επί τη Βηθλεέμ αναχθώμεν», να πάμε στη Βηθλεέμ! Να ξαναβρούμε το μήνυμα που κρύβει η μεγάλη γιορτή, να αναζητήσουμε το «παιδίον Ιησούν», να συνοδοιπορήσουμε με τους ποιμένες και τους μάγους, να αναρωτηθούμε και να ρωτήσουμε «πού γεννήθηκε ο σωτήρας του κόσμου;», να ακολουθήσουμε το ολοφώτεινο αστέρι που μας δείχνει το δρόμο προς τη νοητή Βηθλεέμ, που δεν είναι άλλη από την εορταστική τράπεζα της Εκκλησίας, τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. «Δεύτε ίδωμεν πιστοί, πού εγεννήθη ο Χριστός». Και αυτός ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο δεν προσφέρεται, όπως δυστυχώς γίνεται για ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή έστω ρομαντικές προεκτάσεις.

Έτσι, Χριστούγεννα σημαίνει να συναντήσουμε τον νεογέννητο Ιησού στην αγάπη με τους γύρω μας, στη γενναία αυτοκριτική, στη συμμετοχή μας στη λατρεία της Εκκλησίας. Χριστούγεννα σημαίνει να αφιερώσουμε χρόνο στον Χριστό. Χριστούγεννα σημαίνει να δούμε τον νεογέννητο Χριστό στα μάτια του φοβισμένου πρόσφυγα, του άνεργου, του άστεγου, του εξαρτημένου σε κάθε λογής ουσία, του κάθε κουρασμένου διαβάτη της ζωής, με τον οποίο ο Χριστός έχει απόλυτα ταυτιστεί. Χριστούγεννα σημαίνει το «Ευχαριστώ» που ακόμη δεν είπαμε στο φίλο μας, το «Συγνώμη» που δεν καταφέραμε να ψελλίσουμε, η «Καλημέρα» που δεν ανταποδώσαμε, η πέτρινη καρδιά μας που ακόμη δε μαλάκωσε, το χαμόγελο που στερήσαμε σε όσους το είχαν ανάγκη. Χριστούγεννα σημαίνει τη χαρά να μοιράζεσαι ό,τι έχεις αλλά και ό,τι είσαι. Χριστούγεννα σημαίνει αυτό που με ποιητική γλώσσα μας καταγράφει ο Κ. Παλαμάς.

Αγάπες, ω! φανείτε πάλι εμπρός μου, / αυγές της πίστης, χρυσαυγές του κόσμου,

κι ας βλέπει με το μάγο σας το φως. / Ο άνθρωπος τον άνθρωπο, αδερφός!

Αυτό, αδελφοί μου, είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο των Χριστουγέννων σε όλους μας. Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα μαζί με τον Χριστό! Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα μαζί με τον αδελφό μας. Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα και να παρών στη μεγάλη γιορτή και ο ίδιος ο Χριστός!

Καλά, ευλογημένα και κυρίως αληθινά Χριστούγεννα!

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Χάνεται η ελληνικότητα των εορτών μας


Μπροστά από αρκετά χρόνια είχα διαβάσει σε σοβαρή αθηναϊκή εφημερίδα ένα άρθρο του Η. Νικολούδη, Καθηγητή Πανεπιστημίου των Παρισίων και του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου Αθηνών.

Μεταξύ των άλλων στο σημαντικό αυτό άρθρο ο έμπειρος πανεπιστημιακός δάσκαλος έγραφε: «υπάρχει θέμα προστασίας και διάσωσης του ελληνικού χαρακτήρα, γιατί υπάρχει απειλή που έρχεται στην σημερινή εποχή από τον αδιακριτικό βιομηχανικό άνθρωπο.
Η ελληνικότητα της ελληνικής κοινωνίας που επέζησε στην βάρβαρη εχθρική κατοχή κινδυνεύει από την έμμεση πολιτισμένη εισβολή των συμμάχων μας λαών.
Άνοιξαν διάπλατα οι κλεισμένες ελληνικές εσώπορτες στον βάρβαρο «κυβερνάνθρωπο» και στον «πολιτισμένο» τεχνοκράτη. Αυτό που κινδυνεύει να εκλείψει είναι ο ελληνικός ανθρωπισμός. Το ουσιαστικό πολιτικό μας πρόβλημα είναι, σήμερα και αύριο και συνέχεια, να μείνουμε έλληνες».
Επαναφέροντας στην μνήμη μου αυτές τις επισημάνσεις και βλέποντας γύρω μου την σύγχρονη πραγματικότητα, κυριεύομαι από αγωνία, γιατί δεν μπορούμε σήμερα να κάνουμε λόγο για απειλή, αλλά για εισβολή. Δεν μπορούμε σήμερα να μετράμε επισημάνσεις, αλλά να καταγράφουμε τρομακτικές διαπιστώσεις, που είναι αυτόχρημα καταστροφικές για την υπόστασή μας.
Η προστασία της ελληνικότητας δεν είναι σωβινισμός, γιατί δεν έχει επιθετική διάθεση. Είναι νόμιμη ανθρωπολογική άμυνα, γιατί απειλείται ο ελληνικός τύπος ανθρώπου από την αντιανθρώπινη στρατηγική της εποχής μας. Είναι ανάγκη να γίνουμε όσο μπορούμε περισσότερο έλληνες και να μείνουμε έλληνες.
Ο λαός μας ευρίσκεται στην Ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά δεν πρέπει να ξεχάσει αυτή από την οποία προέρχεται. Δεν πρέπει να εξευρωπαϊσθεί σε βαθμό επικίνδυνο, ώστε να χάσει την ιδιαιτερότητα και την ταυτότητά του, την ιδιοπροσωπία του.
Ευρισκόμενη η Ελλάδα στην Ευρώπη να μη «βγει» από την Ελλάδα. Ο εξευρωπαϊσμός να μη γίνει αφελληνισμός. Αυτό θα είναι η συμφορά μας.
Για να επιβεβαιωθεί η διαπίστωση, ότι η εισβολή έχει δημιουργήσει προβλήματα ολοφάνερα, ας δούμε τις ημέρες αυτές τα ελληνορθόδοξα ήθη και έθιμά μας, που υπέστησαν τρομακτική και ανησυχητική αλλοίωση.
Δύσκολα τώρα αναζητάς την ελληνικότητα στην εορτή των Χριστουγέννων που σημαίνει ορθόδοξη πνευματικότητα.
Στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, στις εφημερίδες και τα περιοδικά, στα σπίτια και στις διάφορες αίθουσες θα συναντήσει κανείς και θα ζήσει ατμόσφαιρα περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική. Και τα δελτάρια, ακόμη, και τα καρτ-ποστάλ που θα ανταλλάξουμε για τα χρόνια πολλά δεν θα έχουν βυζαντινές εικόνες και δεν θα γράφουν, όπως άλλοτε «καλά Χριστούγεννα», αλλά μία γενική ακαθόριστη ευχή «καλές γιορτές» η το χειρότερο «καλές διακοπές».
Στις εφημερίδες, μάταια θα αναζητήσεις, ακόμη και την ίδια ημέρα των Χριστουγέννων, το ζεστό ελληνοχριστιανικό χρώμα, με τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη και τις περιγραφές των ελληνορθοδόξων παραδόσεων.
Αντίθετα διαβάζεις πολλές στοχαστικές ευρωπαίων διανοητών μελέτες, λες και εξέλιπαν οι πνευματικοί άνθρωποι στον τόπο μας, και δοκίμια αιρετικά και αντιθρησκευτικά τα οποία κάνουν λόγο, όχι για το ανεπανάληπτο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού, που χώρισε την ιστορία σε προ Χριστού και μετά Χριστό περίοδο, που έφερε κοντά μας τον Θεό μας, που στερηθήκαμε χρόνια πολλά, που έφερε τον Σωτήρα μας, τον οποίο είχαμε απόλυτα ανάγκη, αλλά γράφουν για τον «θρύλο» των Χριστουγέννων.
Στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση θα ιδεί κανείς και θα ακούσει πολλά ευρωπαϊκής θρησκευτικής ποιήσεως και μουσικής έργα και ελάχιστα ελληνικά και ορθόδοξα έργα από τον ανυπέρβλητο λειμώνα της εκκλησιαστικής υμνολογίας η και της εθνικής και δημοτικής λαογραφίας με τα τόσο ωραία και ασύγκριτα κάλαντα και άλλα επίκαιρα.
Άλλοτε τα σπίτια ήταν καθαρά, με ασβεστωμένες τις αυλές τους και γεμάτα από τα παιδιά που επέστρεφαν από μακριά όπου σπούδαζαν η εργάζονταν, από τους συγγενείς που έκαναν το ταξίδι τους, για να περάσουν όλοι μαζί την μεγάλη γιορτή.
Έρχονταν και τα νιόπαντρα ζευγάρια, για να κάνουν Χριστούγεννα μαζί με τους γονείς τους και με τους γονείς των γονιών τους, οι οποίοι περίμεναν και αυτοί την μεγάλη γιορτή.
Ήταν το σπίτι στις δόξες του, ντυμένο στα γιορτινά του και το τραπέζι το μεσημέρι πλούσια στρωμένο με το καλομαγειρεμένο φαγητό, και με τα απαραίτητα σπιτικά γλυκά. Και η χαρά στα πρόσωπα όλων ήταν η ανταύγεια της άλλης χαράς που είχαν στην καρδιά τους, ύστερα από την συμμετοχή όλης της οικογένειας στο μυστήριο της ζωής, την θεία κοινωνία.
Τώρα φεύγουν. Αδειάζουν τα σπίτια και γεμίζουν τα πολυώνυμα τουριστικά ξενοδοχεία. Αδειάζουν οι Ναοί και γεμίζουν τα λογής-λογής νυχτερινά κέντρα, όπου διοργανώνονται οι χριστουγεννιάτικες ρεβεγιόν που διαφημίζονται πολύ ενωρίτερα, για να εξασφαλίσουν ένα τραπέζι οι «σύγχρονοι» ευρωπαίοι νεοέλληνες.
Και πάρα πολλοί περνούν την άγια νύχτα που «προσμένουν με χαρά οι χριστιανοί» εκεί στους «ναούς» των προ Χριστού ψευδοθεών του Βάκχου και της Αφροδίτης, των ειδώλων, δηλαδή, που συνέτριψε ο αληθινός Θεός μας με την Γέννησή του.
Επομένως, η εισβολή έγινε. Ο εχθρός όχι προ των πυλών, αλλά εντός των σπιτιών μας. Τρέμω μήπως μπει και μέσα στις καρδιές μας, οπότε θα έχει συντελεσθεί η καταστροφή.
Γιατί, αποκόπτοντας σιγά-σιγά τον σύγχρονο έλληνα και ορθόδοξο από τις αιώνιες ρίζες του, την ιδιοπροσωπία του, τον κάνεις αιχμάλωτο αυτής της γης χωρίς πνευματικές αναζητήσεις, χωρίς ενδιαφέροντα, όχι μόνο για την μετά θάνατον ζωή, αλλά και για την πρόσκαιρη επίγεια.
Έτσι μεταβάλλεται η όμορφη χώρα μας σ΄ ένα μέτριο ευρωπαϊκό χωριό χωρίς θελκτικά ψυχικά ενδιαφέροντα, ώστε ο διψασμένος για λίγη πνευματικότητα ξένος ερχόμενος να σκέπτεται τον άδικο κόπο του και τα χρήματα που ξόδεψε.
Είναι καιρός, ακόμη, έστω στο παρά πέντε, να μετρήσουμε το χρέος μας ως έλληνες και ορθόδοξοι έναντι της ένδοξης ιστορίας μας, έναντι όλων εκείνων οι οποίοι έδωσαν αίμα και δάκρυ για αυτό τον τόπο.
Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε πως δεν έχουμε δικαίωμα να κατασπαταλήσουμε τον πολύτιμο πατροπαράδοτο θησαυρό μας, ούτε να αποξενωθούμε από την πατρογονική μας κληρονομιά.
Έχουμε χρέος να παραδώσουμε αμείωτη και ανόθευτη την αιώνια ελληνορθόδοξη παράδοσή μας στα παιδιά μας και στις ερχόμενες γενεές, πριν τα αίματα και τα δάκρυα των γενναίων υπερασπιστών αυτών των τιμαλφών του Γένους μας γίνουν ποτάμι και μας κατακλύσουν

Του Σεβ. Μητροπολίτη Σπάρτης κ. Ευσταθίου

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ

Υπό  του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόηςκ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ



Χαίρεται σήµερα, η Αγία του Χριστού Εκκλησία καθώς εορτάζει την Σύλληψη της προµήτορος του Χριστού και µητέρας της Υπεραγίας Δεσποί¬νης ηµών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, της Αγίας Άννης. Η Αγία Άννα καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ και ήταν κόρη του Ματθάν του ιερέα και της Μαρίας. Ο Ματθάν ιεράτευσε κατά τους χρόνους της Κλεοπάτρας βασί¬λισσας της Αιγύπτου και του Σαπώρου βασιλέα των Περσών. Απόκτησε τρεις κόρες, την Μαρία, την Σαβή και την Άννα, από τις οποίες η Μαρία παντρεύ¬τηκε στη Βηθλεέµ και γέννησε την Σαλώµη την µαία. Η Σαβή γέννησε την Ελι¬σάβετ, µητέρα του Αγ. Ιω άννου του Βαπτιστού και η Άννα γέννησε τη Μαρία την Θεοτόκο. Η αγία Άννα αφού γέννησε την Θεοτόκο Μαρία, η οποία υπήρξε η σωτηρία όλου του κόσµου, και αφού την απογαλάκτισε, την αφιέρωσε ως τριετίζουσα δάµαλη στον Ναό του Θεού, ως καθαρό και άµωµο δώρο. Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της µε νηστείες, προσευχές και ελεηµοσύνες και ειρηνικά παρέδωσε την αγία της ψυχή στον Κύριο.

Είναι κατ’ εξαίρετο τρόπο µακάρια η αγία Άννα, γιατί ως κλήρο αναφαί¬ρετο απέλαβε της αθανασίας το προνόµιο. Εκείνο το οποίο πολλοί βασιλείς και σοφοί επιθύµησαν να απολαύσουν, αλλά δεν απόλαυσαν. Αλλά η αγία Άννα, η οποία έλαµψε µε τη δικαιοσύνη της και διέπρεψε στην αρετή, από¬λαυσε την καλή κληρονοµιά της αιώνιας µακαριότητας και χαράς.

Θεµέλιο αρραγέστατο είχε η µακάρια τη θεία αγάπη και τη φύλαξη του Νόµου του Θεού. Γι’ αυτό το λόγο απόλαυσε κλήρο αθανασίας, τον οποίο πολλοί θέλη¬σαν να απολαύσουν, αλλ' ούτε τη σκιά του δεν αξιώθηκαν. Δεν είναι γνωστό ποιός από τους γονείς της Θεοτόκου πέθανε πρώτος. Γνωρίζουµε µόνον ότι η Θεοτόκος έµεινε ορφανή σε ηλικία 11 ετών. Θάφτηκε η µακάρια Άννα, αλλά µας άφησε την «στήλην την έµψυχον», την Αειπάρθενο Κόρη, τον έµψυχο των χαρισµάτων ωκεανό, τον λογικό πολύφωτο ουρανό και την πηγή πάσης αθα¬νασίας, της ευσππλαχνίας το άπειρο πέλαγος, την πάγχρυση στάµνα του ουρανίου µάννα, την ακοίµητη και πολύφωτη λυχνία των µετανοούντων, την ελπίδα των απελπισµένων, το πανάγιο όρος στο οποίο ευδόκησε να κατοική¬σει ο Θεός.



Και ποιός άνθρωπος µπορεί να µην οµολογήσει, ότι η αγία Άννα έχει µόνη της αθανασίας το προνόµιο; Εκείνη µε τις αρετές της λάµπει σαν άλλος ήλιος ανάµεσα στο νοητό στερέωµα του χώρου των αγίων. Όλος ο κόσµος θαύµασε και θαυµάζει τις νίκες του µεγάλου Αλεξάνδρου, πολλοί επιθύµησαν να δουν τους θησαυρούς του και τα θησαυροφυλάκια του, και εκείνος ο καλός βασι¬λιάς χωρίς αργοπορία έδειχνε τους φίλους του.

Ως ο µεγαλοπρεπέστερος από κάθε άλλον βασιλιά, θησαυρούς δείχνει ο Κύριος του Ουρανού και της Γης τους φίλους του, τους Αγίους της Εκκλη¬σίας, αυτούς τους πιστούς φίλους και εκλεκτούς του Θεού. Από το γένος του Ιωακείµ και της Άννης προήλθε αυτό το χάρισµα, το να είναι στον ουρανό τόσοι Άγιοι, τόσοι φίλοι του Θεού. Θησαυροφυλάκιο του Θεού αποτελεί η Αγία Άννα, γιατί όπως ο Κύριος µας διδάσκει λέγοντας «εκ του καρπού του δένδρου γνώσεσθαι αυτό».

Η οµορφιά των παιδιών, το ήθος, η θεάρεστη και ανεπίληπτη ζωη των παιδιών είναι µάρτυρες αξιόπιστοι των γονιών. Από την αγιότητα , από την τελειότητα της Θεοτόκου, ας γνωρίζουµε ποιοί ήταν ο Ιωα¬κείµ και η Άννα.

Την εποχή της Ρωµαϊκής Αυτοκρατο-ρίας, µας διηγείται ο Βαλέριος Μάξ鬵ος, µια πλούσια Ρωµαία πήγε να χαιρετήσει µιαν άλλη ευγενή, την Κορνη¬λία. Άρχισε λοιπόν εκείνη να οµιλεί για τους πολλούς και διάφορους θησαυ¬ρούς που είχε. Η Κορνιλία µε σιωπή άκουγε, έως ότου ήλθε η κόρη της από το σχολείο, η οποία µε σεµνοπρέπεια και µε ένα παρθενικό χαιρετισµό µπήκε. Τότε η Κορνηλία λεγει: Ιδού και τα δικά µου πλούτη, αυτοί είναι οι δικοί µου θησαυροί.

Γίνεται φανερό, ότι αν οι απλοί άνθρωποι έχουν σαν θησαυρό και πλούτο τους την καλή συµπεριφορά και σωφροσύνη των παιδιών τους, πόσο µάλλον και ποιά δόξα είναι για την Άννα η ασύγκριτη αγιότητα της Κόρης της. Λέγει ότι ο Ιωσήφ ο µνήστωρ της Παρθένου Μαρίας, µολονότι ήταν και προηγου¬µένως δίκαιος και άγιος, εν τούτοις όµως έφτασε στο ύψος της αγιότητα ς από τη συναναστροφή του µε την Αειπαρθένο Μαρία. Αν εµείς, όταν συνανα¬στρεφόµαστε µε σοφούς και ενάρετους ανθρώπους, απολαµβάνουµε µέρος της σοφίας και της αρετής τους, πόσο µάλλον απέλαβε εκείνος ο δίκαιος, έχοντας µπροστά του το έµψυχο δοχείο τόσης αγιοσύνης και τελειότητας;

Από το Ιερό Ευαγγέλιο µαθαίνουµε, ότι όταν η Παναγία επισκέφτηκε την εξαδέρφη της την Ελισάβετ, αµέσως πλήσθηκε Πνεύµατος Αγίου η Ελισάβετ, και όχι µόνον αυτή, αλλά και το βρέφος, ο Ιωάννης, σκίρτησε, σηµείο, ότι και µόνο από τον ασπασµό της Μαρίας αγιάσθηκε. Πόσο αγιασµό και πόση Χάρη προξένησε η Θεοτόκος στους γονείς της; Από την κτίση του κόσµου ποτέ ο ήλιος δεν είδε άλλη αΥιότερη και υπερτελειότερη Παρθένο. Τέτοιοι τέλειοι και αΥιότατοι ήταν και οι γονείς της Θεοτόκου, και άξιοι να είναι όχι µόνο κληρονόµοι της αιώνιας µακαριότητας, αλλά αξιώθηκαν να γίνουν συγγενείς και Προπάτορες του Υιού και Λόγου του Θεού.

Ο Θεός όµως δεν δόξασε τους Προπάτορες του εξαιτίας της συγγένειας της σαρκικής, όχι, αλλά από τα θεά¬ρεστα έργα τους. Η αγιότητα των έργων τους έδωσε την εκλογή, και όχι η εκλογή την αγιότητα . Κανείς δε στεφανώνεται, «εάν µη νόµιµως άθληση». Το «ουδείς» περιέχει τους πάντας και ξένους και συγγενείς. Ας προβάλλουµε ένα άλλο παράδειγµα της αγιότητα ς του Ιωακείµ και της Άννας. Με πίστη θερµή, µε δάκρυα κατανυκτικά ζητούσαν από τον Θεό να λύσει το όνειδος της στεί¬ρωσης. Ζητούσαν την βοήθεια του Θεού, όχι καθισµένοι στην ανάπαυση του σπιτού, αλλά ο Ιωακείµ τρέχει στο όρος, και η µακάρια Άννα στον κήπον της έχοντας ως σύντροφο της την ερηµιά, τη µητέρα της κατάνυξης, τα δάκρυα, την προσευχή και τη νηστεία. Με τέτοιους µεσίτες ζήτησαν τη λύση της στεί¬ρωσης. Με τέτοια έργα έγιναν προπάτορες του Υιού του Θεού.

Πόσο διαφέρει η σηµερινή στειρωτική κοινωνία από την πολιτεία των αγίων του Θεού. Σήµερα, καταφεύγουν οι χριστιανοί, αντί µε πίστη στον Θεό, σε γιατρούς για να τους δώσουν παιδιά, οι οποίοι κατατρώνε περιου¬σίες ολόκληρες χωρίς να φέρνουν το ποθούµενο αποτέλεσµα. Σήµερα, τα παιδιά επαναστατούν εναντίον των γονέων τους, δείχνουν ασέβεια προς τους διδασκάλους τους, απείθεια προς τους µεγαλείτερούς τους και πολλά απ’ αυτά αποµακρύνθηκαν από το σωτήριο δρόµο της θεοσέβειας. Οι κοσµικές νυκτερινές διασκεδάσεις, τα ναρκωτικά, το κάπνισµα, το ποτό, τα ηλεκτρο¬νικά παιχνίδια, τα µηχανάκια έγιναν γι’ αυτούς τα ιδανικά τους και ο σκοπός της ζωής τους. Και πολλοί γονείς είναι συνυπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάσταση, διότι µε την αδιαφορία τους για τη θρησκευτικο-ηθική διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους το: «δεν πειράζει», «δε βαριέσαι», «άστους», «νέοι είναι», προ¬ξένησαν την πηγή του κακού. Εάν οι γονείς αδιαφορούν για την ηθική µόρ¬φωση των παιδιών τους και ασχολούνται µόνον µε το τι θα φάνε, πως θα ντυθούν και τι θα σπουδάσουν, τότε τι είδους ανθρώπους περιµένει να δει η νέα γενιά, εφόσον θα απουσιάζει από τη ζωή των νέων ο Χριστός; Με ποιές προϋποθέσεις και θεµέλια να χτίσουν τα νέα ζευγάρια το γάµο τους, όταν δεν υπάρχει σεβασµός στα ιδανικά και την ηθική του χριστιανικού γάµου; Με ποιά ευλάβεια και σεβασµό θα συµµετά¬σχουν στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, εάν καθ’ όλο το χρόνο απουσιά¬ζουν οι γονείς και τα παιδιά από τη Λειτουργία της Κυριακής; Ποιά πίστη θα οµολογούν, όταν αγνοούν τα διδάγµατα της Εκκλησίας µας;

Μάθετε, αγαπητοί µου αδερφοί, από τη σηµερινή γιορτή µε πόσα καλά ήθη πότισαν την κόρη τους ο Ιωακείµ και η Άννα, µε πόσα άγια παραδείγµατα της δικής τους ζωής. Ας παραδειγµατιστούµε και εµείς από το παράδειγµα των αγίων γονέων της Θεοτόκου, οι οποίοι µε προθυµία και χωρίς φόβους και δισταγµούς αφιέρωσαν τη µονάκριβη Κόρη τους στον Θεό. Ας εξετάσουµε, µε ποιό γάλα ευαγγελικής ζωής θα θηλάσουµε τα παιδιά µας. Ας θυµηθούµε πόσες φορές τάξαµε στον Θεό, στις δύσκολες στιγµές της ζωής µας, και δεν εκπληρώσαµε όσα υποσχεθήκαµε, επειδή αποβλέπουµε περισσότερο στο προσωπικό µας κέρδος. Ας εξετάσουµε τον εαυτό µας για να δούµε, εάν δίνουµε µαθήµατα χριστιανικά στους νέους, και οι νέοι στους νεότερους. Μήπως έχουµε στην καρδιά µας την ανελεηµοσύνη και την ασπλαγχνία, την υπερηφάνεια και την αλαζονεία; Ας κάνουµε αυτοκριτική για να δούµε, αν αντί τίµιοι, είµαστε άρπαγες αντί δίκαιοι, είµαστε άδικοι•αντί ηθικοί, είµαστε ανήθικοι αντί νηστευτές, είµαστε λαίµαργοι.

Ο Θεός ως «πολύ δοθήσεται, πολύ απαιτηθήσεται». Ο Θεός χαρίζει πολλά, αλλά ποιός από το βάθος της καρδιάς του τον ευχαριστεί νυχθηµερόν. Όταν ο Κύριος έλθει σε κρίση θα ζητήσει λογαργιασµό και για την προσωπική µας ζωή και για την ανατροφή των παιδιών στην φύλαξη των θείων νόµων και των άλλων αρετών.

Αγαπητοί µου αδελφοί, όλοι µας ας ζητήσουµε µε δάκρυα µετάνοιας την λύση της ψυχικής µας στείρωσης και ας ζητήσουµε, να µας δώσει ψυχικούς καρπούς, µήπως και έλθει ο καλός γεωργός ξαφνικά και βρεί άκαρπη τη δική µας ψυχή. Ας προσφέρουµε στο εξής καρπούς µετανοίας, καρπούς ελεηµοσύνης, καρπούς της κατά Θεόν αγάπης, ούτως ώστε να τιµήσουµε µε έργα αγαθά τη σηµερινή εορτάζουσα αγία προµήτορα του Χριστού, Άννα, της οποίας ταις πρεσβείας, είθε ο Πανάγαθος Κύριος να δεχθεί υπέρ της σωτηρίας πάντων ηµών. Αµήν.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ



Κόλλυβα ετοιμάζουμε τα Ψυχοσάββατα (δηλ. τά Σάββατα πρίν τις Κυριακές της Απόκρεω, της Τυρινής και της Α΄ Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Σάββατο πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής) καθώς και κάθε φορά που θέλουμε να τελέσουμε στο Ναό επιμνημόσυνη δέηση για την ανάπαυση των αγαπημένων κεκοιμημένων μας προσώπων. Τα κόλλυβα συμβολίζουν την κοινή ανάσταση των ανθρώπων. Δηλ, όπως ο σπόρος του σιταριού πέφτει στη γη, θάβεται και χωνεύεται και σαπίζει χωρίς όμως να φθαρεί και στη συνέχεια φυτρώνει καλύτερος και ωραιότερος, έτσι και το νεκρό σώμα του ανθρώπου θάβεται στη γη και σαπίζει, για να αναστηθεί και πάλι άφθαρτο και ένδοξο και αιώνιο. Την ωραία αυτή εικόνα μας δίδει ο απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή (κεφ. 12, στίχοι 35-44). Την ίδια εικόνα για την Ανάστασή Του χρησιμοποίησε και ο Χριστός (ευαγγέλιο Ιωάννη, κεφ. 12, στίχ. 24).

Κόλλυβο είναι βρασμένο σιτάρι, το όποιο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Κύριος παρομοίασε το θεο-ϋπόστατο Σώμα Του με το σπυρί του σιταριού, έτσι λέγοντας στο 12ο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου: «Το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθάνει, μένει μοναχό του (και δεν πολλαπλασιάζεται), εάν όμως πεθάνει, πολύ καρπό φέρνει».Είπε εξάλλου και ο μακάριος Παύλος στην προς Κορινθίους Α’ επιστολή (κεφάλαιο 16): «Εκείνο που εσύ σπέρνεις δεν ζωογονείται, εάν πρώτα δεν πεθάνει», και τούτο, γιατί θάβεται στη γη το νεκρό σώμα και σαπίζει, όπως ακριβώς συμβαίνει και με το σπυρί του σιταριού.Απ’ αυτή, λοιπόν, την παρομοίωση πήρε την αφορμή η Εκκλησία του Χριστού και τελεί τα αποκαλούμενα κόλλυβα, τόσο αυτά που προσφέρονται στις εορτές των αγίων, όσο και αυτά που προσφέρονται στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων εν Χριστώ αδελφών μας.

Ο δεύτερος λόγος για τον όποιο βράζουμε το σιτάρι είναι, για να φανερώνεται με το βράσιμο η διάλυση και η φθορά των σωμάτων των κεκοιμημένων, των οποίων σύμβολα είναι τα κόλλυβα.Και όπως το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί βέβαια να βλαστήσει με φυσικό τρόπο, μπορεί όμως και παραμπορεί με υπερφυσικό, δηλαδή με την άπειρη δύναμη του Θεού, ο όποιος μπορεί να πραγματοποιήσει τα πάντα, έτσι παρομοίως και τα νεκρά σώματα, τα όποια έχουν διαλυθεί στα μέρη από τα όποια συναρμόσθηκαν, δεν μπορούν βέβαια μ’ φυσικό τρόπο να αναστηθούν και να ξαναζωντανέψουν, με υπερφυσικό όμως τρόπο, δηλαδή με την παντοδυναμία του Θεού, μπορούν και πάρα πολύ μάλιστα. Γι΄ αυτό όλοι ομολογούμε ότι η ανάσταση των νεκρών είναι έργο πού ξεπερνά όλους τους όρους της φύσεως.

Η καθιέρωση από την Εκκλησία ειδικών τελετών και προσευχών υπέρ «μακαρίας μνήμης και αναπαύσεως των ψυχών» των εν Χριστώ κοιμηθέντων, εκ μέρους των ζώντων ακόμη αδελφών τους, οφείλεται σε δογματικούς λόγους, αλλά και λόγω κληρονομιάς προχριστιανικών θρησκευμάτων.

Με αυτά υποβάλουμε αίτηση χάριτος για τους κεκοιμημένους μας στον δίκαιο Κριτή, επειδή ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και η τελική κρίση ακόμη δεν έγινε. Κατά την τελετή της σχετικής ιεροπραξίας ο ιερέας εύχεται υπέρ των κεκοιμημένων (προσευχές), ενώ οι συγγενείς, τρώγοντας τα κόλλυβα με το σχετικό κέρασμα ή το γεύμα που συνήθως προσφέρεται (ελεημοσύνες), εύχονται· «Ο Θεός να τον αναπαύσει».

Συγκεκριμένα τους κεκοιμημένους μας τους βοηθάμε·

Πρώτον με προσευχές·

(α) με την ευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον ή τους δούλους σου…,

(β) με το πρόσφορο -έτοιμο ή ζυμωτό- που το πάμε στον ναό με τα ονόματα των ζώντων και κεκοιμημένων

(γ) με τα κόλλυβα –τα τρισάγια ή τα μνημόσυνα,

(δ) με τη συμμετοχή μας σε σαρανταλείτουργα και

(ε) με ιδιαίτερες (όχι ιδιωτικές) Θείες Λειτουργίες και σωστή συμμετοχή μας σ’ αυτές· (είναι η πιο ευπρόσδεκτη θυσία και προσφορά στο Θεό).

Δεύτερον τους βοηθάμε με ελεημοσύνες· Πρόκειται για την βοήθεια που προσφέρει ο πιστός στον Θεό (στο παγκάρι του ναού για το κερί, χρήματα για το κτίσιμο του ναού, συμμετοχή στην αγιογράφηση του ναού κλπ.) και στον άνθρωπο (σε πτωχούς, ιδρύματα, φιλανθρωπικούς συλλόγους, γραφεία εξωτερικής ιεραποστολής, αλλά και για τους κεκοιμημένους μας).


Η αξία της ελεημοσύνης·

Ο κάθε χριστιανός βάσει της αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων, οφείλει να προσφέρει βοήθεια κάθε μήνα το ένα δέκατο από τα έσοδά του (τη λεγόμενη δεκάτη), κατ’ ελάχιστον. Η αξία και η ωφέλεια της ελεημοσύνης είναι τεράστια και γι’ αυτή μιλούν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας. «Ακούστηκε η προσευχή σου και ο Θεός θυμήθηκε τις ελεημοσύνες σου και γι’ αυτό πραγματοποιεί τους πόθους σου» (Πράξ. ι΄ 31). «Αυτά που προσφέρονται με πίστη στον Θεό, φέρνουν πίσω πλούσια την ανταμοιβή, τόσο σε εκείνον που προσφέρει, όσο και σε εκείνον για τον οποίο προσφέρονται» (Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος). «Στη διαθήκη σου βάλε να σε κληρονομήσει μαζί με τα παιδιά σου ο Δεσπότης Χριστός. Βάλε στο χαρτί και το όνομα του Κριτή και μη παραλείπεις τους πτωχούς». «Ας προσφέρουμε γι’ αυτούς που έφυγαν ελεημοσύνες, διότι πραγματικά αυτές τους εξασφαλίζουν μεγάλη βελτίωση και ωφέλεια»(Άγιος Ι. Χρυσόστομος). «Όπως ανακουφίζουμε τους φυλακισμένους με αναψυκτικά κ.τ.λ. που τους πηγαίνουμε, έτσι τους νεκρούς τους ανακουφίζουμε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες που κάνουμε για την ψυχή τους» (Γέροντας Παΐσιος). Η ανωτέρω βοήθεια φαίνεται εναργέστατα και στη διήγηση του Παπαδημήτρη Γκαγκαστάθη στο ομώνυμο βιβλίο, στη σελ. 81. «Ο Θεός θέλει να βοηθήσει τους κεκοιμημένους, γιατί πονάει για τη σωτηρία τους…Με τα κόλλυβα του δίνουμε το δικαίωμα να επεμβαίνει…Γι’ αυτό η Εκκλησία μας έχει τα κόλλυβα και τα μνημόσυνα…Έχουν την δυνατότητα και από την κόλαση να βγάλουν ψυχή» (Γ.Παΐσιος, ΛΟΓΟΙ Δ΄σελ. 278)1.


Χρόνος των μνημοσύνων·


Η διάκριση των Μνημόσυνων σε «τρίτα», «ένατα» κτλ είναι παλαιότατη και απαντά στις Αποστολικές Διαταγές.

Τα «τριήμερα» που κάνουμε μετά το θάνατο του ανθρώπου μας, τελούνται κατά τον τύπο της Αγίας Τριάδας και δια τον τριημέρως εγερθέντα Χριστό, τον οποίο παρακαλούμε να αναπαύσει τον κοιμηθέντα μετά δικαίων.

Τα εννιάμερα μνημόσυνα τελούνται επειδή στις εννέα ημέρες αρχίζει να διαλύεται ο κοιμηθείς «εις τα εξ ών συνετέθη» και παρακαλούμε τον Θεό να τον συγκαταριθμήσει με τα εννέα άυλα τάγματα των Αγγέλων.

Τα σαραντάμερα ή τεσσαρακονθήμερα τελούνται επειδή την τεσσαρακοστή ημέρα λαμβάνεται η απόφαση για τον κοιμηθέντα και απέρχεται όπου κρίνει ο φιλάνθρωπος Θεός (εκ δεξιών ή εξ αριστερών) ανάλογα με τη ζωή του.

Εκτός αυτών των μνημόσυνων κάνουμε τα τρίμηνα, εξάμηνα, εννιάμηνα και τα ετήσια. Μπορούμε όμως και όποτε θέλουμε να κάνουμε κόλλυβα2, οποιαδήποτε ημέρα της εβδομάδας, εφ’ όσον θέλουμε να φροντίσουμε συχνότερα τα προσφιλή μας κεκοιμημένα πρόσωπα. «Τα καλύτερο από όλα τα μνημόσυνα που μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους μας είναι η προσεκτική ζωή μας, για να κόψουμε τα ελαττώματά μας… εκτός από την δική μας ανακούφιση, έχει ως αποτέλεσμα και την ανακούφιση των κεκοιμημένων προπάππων όλης της γενεάς μας» (Γέροντας Παΐσιος, σελ.279).

Τα μνημόσυνα τελούνται κανονικά την ημέρα του Σαββάτου που είναι ημέρα των κεκοιμημένων, ενώ τις καθημερινές τελούνται τρισάγια.

Τις Κυριακές, κανονικά, δεν τελούνται μνημόσυνα επειδή είναι ημέρα αναστάσεως.

πειδή παρατηρονται συγχύσεις, διευκρινίζεται τι τά Ψυχοσάββατα εναι δύο. Τς πόκρεω καί τς Πεντηκοστς.

Μνημόσυνα τελονταν καθ’ λο τό τος, κτός τν ξς μερν :

πό το Σαββάτου το Λαζάρου μέχρι καί τς Κυριακς το Θωμ

πό τς 25ης Δεκεμβρίου μέχρι καί τς 6ης ανουαρίου

Τήν Κυριακή τς Πεντηκοστς καί τήν 15η Αγούστου

Μνημόσυνα δέν τελονται, πίσης, κατά τίς μέρες που δέν τελεται τελεία Θεία Λειτουργία. Τέτοιες περιπτώσεις εναι ο μέρες τς Μεγάλης Τεσσαρακοστς (πλήν Σαββάτου, Κυριακς καί τς ορτς το Εαγγελισμο τς Θεοτόκου). πίσης, Θεία Λειτουργία δέν τελεται κατά τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή τς βδομάδος τς Τυροφάγου.
πίσης, καλόν εναι νά ποφεύγωνται, γιά πρακτικούς λόγους, κατά τίς Δεσποτικές καί Θεομητορικές ορτές καί κατά τήν πανήγυρι το Ναο.

Τρισάγια τελονται λες τίς μέρες το τους.


Πηγή:inphk.blogspot.gr