Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Α΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Α΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

ΑΠΟ ΤΟΥ ΝΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΣΗ ΖΩΓΡΩΝ


ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ
ΛΟΥΚΑ Κεφ. Ε. 1 – 11
Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου
Μή φοβού, απο του νύν ανθρώπους έση ζωγρών. Και καταγαγόντες τα πλοία επι την γήν, αφέντες άπαντα, ηκολούθησαν Αυτώ.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς στην Ευαγγελική περικοπή λέγει ότι, επειδή ο όχλος συνωστιζόταν γύρω από τον Χριστό, για να ακούσει το κήρυγμά Του και ο Χριστός δεν είχε που να σταθεί, βλέποντας να είναι στη λίμνη της Γεννησαρέτ τα δύο πλοία, των υιών του Ιωνά και του Ζεβεδαίου, τα οποία οι κάτοχοί τους ξέπλεκαν τα δίχτυα, μετά από άκαρπο ολονύχτιο ψάρεμα, ζήτησε από τον Σίμωνα, να απομακρύνει λίγο από την ακτή το πλοιάριό του, ώστε να το χρησιμοποιήσει σαν πλωτό βήμα και να μιλήσει από αυτό στα πλήθη. Όταν τελείωσε το λόγο, ζήτησε από τον Πέτρο να ρίξει τα δίχτυα ξανά για ψάρεμα. Ο Πέτρος, κουρασμένος, καθώς ήταν, από το ολονύχτιο και άκαρπο ψάρεμά τους, είπε στον Ιησού: «Επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν επί δέ τω ρήματί Σου χαλάσω το δίκτυον» και ξανάρχισε μαζί με τον αδελφό του να ψαρεύει. Το αποτέλεσμα ήταν να πιάσουν τόσα πολλά ψάρια που να σχίζεται το δίχτυ και «κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω, του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς». Όταν ήλθε και το πλοιάριο αυτών τότε γέμισαν από ψάρια και τα δύο πλοία σε τέτοιο βαθμό, που άρχισαν να βυθίζονται από το βάρος. Τότε ο Πέτρος, έκπληκτος έπεσε στα γόνατα και παρακάλεσε τον Κύριο να εξέλθει από το πλοίο, λέγοντας««Βγες από το καΐκι μου, Κύριε, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός». Αυτά τα είπε γιατί είχε κυριευτεί από δέος, αυτός και όλοι όσοι ήταν μαζί του, για τα πολλά ψάρια που είχαν πιάσει. Το ίδιο συνέβη και με τα παιδιά του Ζεβεδαίου, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που ήταν συνεργάτες του Σίμωνα». Εκείνος όμως του απάντησε «μη φοβάσαι· από δω και πέρα θα είσαι αλιεύς ανθρώπων». Και αφού πήγαν τα πλοία στη στεριά, τα εγκατέλειψαν μαζί με τα ψάρια και ακολούθησαν οριστικά πλέον τον Χριστό.
Σύμφωνα με Σωτηριολογικό σχέδιο της Θείας Οικονομίας, για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου γενικότερα, ο Ενανθρωπίσας Κύριος, επιλέγει τους ανθρώπους, οι οποίοι με τη θέλησή τους, αποδέχονται να τον ακολουθήσουν, προκειμένου να μαθητεύσουν και να διδαχθούν από Εκείνον, αλλά και να ιδούν τη ζωή Του, τα θαύματά Του, καθώς επίσης, να ιδούν άμεσα το μέγα μυστήριο της Θεότητάς Του, ώστε προετοιμασμένοι κατάλληλα, να δεχθούν το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, κατά την Πεντηκοστή, γιατί αυτοί θα συνέχιζαν το έργο της σωτηρίας, αυτοί θα ήταν οι πνευματικοί φάροι και καθοδηγητές των ανθρώπων, εφαρμόζοντας την εντολή του Διδασκάλου Ιησού «…μαθητεύσατε πάντα τα έθνη».
Ο Χριστός, λοιπόν, για την συνέχιση του σκοπού της σωτηρίας του πεπτωκότος ανθρώπου, άφησε τους μαθητές και αποστόλους, ως διαδόχους Του, ενώ αυτοί οργανώνοντας τη δράση τους, ώρισαν επισκόπους και πρεσβυτέρους, για να οδηγήσουν τον άνθρωπο στη σωτηρία του, προφυλάσσοντας τον καθένα από δυνάμεις αλλότριες και διεφθαρμένες, όπως ακριβώς έκανε ο Ίδιος ο Χριστός, ο οποίος για να διαφυλάξει και να σώσει την ανθρώπινη ύπαρξη, έφτασε μέχρι τον θάνατο, τον οποίο και καταπάτησε, αφού όντως ανέστη εκ των νεκρών, «θανάτω θάνατον πατήσας».
Επομένως, συνεχίζεται και σήμερα η κλήση από τον Χριστό, προς τον καθένα που ελεύθερα επιλέγει, να ηγηθεί του πληρώματος της Εκκλησίας Του. Άρα το «μη φοβού» προς τον Πέτρο ισχύει και για τον κάθε πνευματικό ηγούμενο και κατ’ επέκταση τον κάθε ηγέτη ενός λαού, που χρειάζεται φροντίδα και προστασία από τις αλλότριες πνευματικές ή κοσμικές δυνάμεις.
Πράγματι στο ιστορικό γίγνεσθαι του κόσμου, υπήρξαν φωτισμένοι άνθρωποι, που, τουλάχιστον, προσπάθησαν να ηγηθούν επαρκώς και επωφελώς, υπέρ του λαού τους, είτε στον πνευματικό τομέα, είτε στον εθνικό ή κοσμικό. Ανάμεσά τους καταγράφονται μάρτυρες και ήρωες.
Τον τελευταίο όμως καιρό, εξαιτίας της άμβλυνσης αισθημάτων και συναισθημάτων, αρχών και αξιών, ισοπεδώθηκαν και ευτελίσθηκαν τα ιδανικά και οι αξίες, με αποτέλεσμα να εκλείπουν οι μάρτυρες και οι ήρωες και αντ’ αυτών να προκύπτουν ηγέτες ριψάσπιδες, που οδηγούν και καθοδηγούν τους λαούς των στον όλεθρο και στην καταστροφή. Μας το αποδεικνύει εμφανέστατα η τρέχουσα παγκόσμια κρίση, όχι μόνο στον οικονομικό τομέα, αλλά στον κοινωνικό και πνευματικό. Διότι από κανέναν δεν ξεπηδά ένας φωτισμένος, ικανός και άξιος ηγέτης, για να σηκώσει τον «σταυρό του μαρτυρίου», υπέρ του λαού του.
Το φαινόμενο αυτό, δυστυχώς, είναι έντονο και στο τόπο μας, στην Ορθόδοξη Ελλάδα των μαρτύρων και των ηρώων, αφού τα τελευταία χρόνια του σύγχρονου βίου μας όλο και αυξάνεται, με μερικές, βεβαίως, εξαιρέσεις, οι οποίες δεν μπόρεσαν να διαμορφώσουν ή να αλλάξουν τον ρουν και το αποτέλεσμα είναι παγκοίνως γνωστό και αντιληπτό.
Συνεπώς, η έλλειψη της ηγετικής φυσιογνωμίας, που να διαθέτει τα χαρακτηριστικά του ηγέτη, μας οδήγησε στη σημερινή δύσκολη πολυεπίπεδη και πολυεδρική κατάσταση. Χρειάζονται, λοιπόν, ηγέτες, αλλά ηγέτες δεν υπάρχουν. Έχουμε βέβαια τη λεγόμενη επίσημη εκκλησία με κάποιους Επισκόπους, αλλά και αυτοί αντιμετωπίζουν το πρόβλημα θεωρητικά ή λεκτικά μόνο, είτε από τον άμβωνα, είτε από τα παράθυρα των τηλεοράσεων. Δυστυχώς, ούτε και αυτοί, με τους τόσο φλογερούς λόγους τους, πλησιάζουν το λαό, εκεί που εκδηλώνει τις διαμαρτυρίες του. Ουδείς τολμά να επαναλάβει την πρωτοβουλία της ηγεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο ξεχασμένο θέμα των ταυτοτήτων. Αντ’ αυτής βασιλεύει «άκρα του τάφου σιωπή», φοβούμενοι για τις κρίσεις των επιτήδειων, ότι δήθεν πολιτικολογούν. Και εύλογα τίθενται τα ερωτήματα:
  1. Πολιτικολογεί όποιος αναφέρεται στον εργαζόμενο που απολύθηκε από τη εργασία του και υποφέρει αυτός και η οικογένειά του;
  2. Πολιτικολογεί όποιος επισημαίνει την αγωνία των νέων ανθρώπων, που δεν βρίσκουν εργασία;
  3. Πολιτικολογεί αυτός, που δεν αντιπαρέρχεται τα κλειστά καταστήματα;
  4. Πολιτικολογεί όποιος αναφέρεται στα ιερά και τα όσια του Ελληνισμού και στις αλησμόνητες πατρίδες, τη Μακεδονία, τη Θράκη, την Κύπρο, για την αποδόμηση της θρησκευτικής και ιστορικής μνήμης;
  5. Πολιτικολογεί εκείνος που βλέπει να πληθαίνουν οι ουρές στα συσσίτια ή που οι οικογένειες δυστυχούν;
Διαλάθει της προσοχής των σημερινών ηγετών, ότι ιστορικά οι περισσότεροι που αναδείχθηκαν ηγέτες εορτάζονται από την Εκκλησία, ως Άγιοι, Μάρτυρες και Ομολογητές.
Ποια, άραγε, είναι τα χαρακτηριστικά τέτοιων φυσιογνωμιών; Οι ηγέτες αυτοί πρέπει να έχουν αγάπη και πνεύμα θυσίας για τον λαό, εντιμότητα και ειλικρίνεια και οπωσδήποτε να είναι χαρισματικοί. Η λέξη «χάρισμα» είναι όρος αφ’ ενός πνευματικός και αφ’ ετέρου τεχνικός και εμπεριέχει όλες τις ικανότητες ενός ανθρώπου να ηγηθεί. Γιατί, μπορεί να είναι κανείς άριστος στον τομέα του ή στην εξειδίκευσή του και να γνωρίζει το αντικείμενο των σπουδών του εξαιρετικά και καλύτερα από πολλούς άλλους, μπορεί να είναι αφοσιωμένος στην επιστήμη του, υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη πέραν όλων αυτών των προσόντων. Πρέπει να διαθέτει και κάποια άλλα απαραίτητα χαρακτηριστικά, τα οποία μετατρέπουν αυτό που είναι σε χάρισμα, σε χάρισμα πειθούς και σε χάρισμα ηγετικής προσωπικότητας.
Αυτό, δηλαδή, που χρειαζόμαστε επιτακτικά σήμερα, από έναν, χαρισματικό άνθρωπο, που θα θέλει να γίνει ηγέτης, είναι κατ' αρχάς, να διαθέτει, όχι απλά το χάρισμα του λόγου, αλλά του ρητορικού λόγου. Να μπορεί να απευθυνθεί στο λαό και να τον συγκινήσει, να τον συνεπάρει. Με λόγο ορθά διαρθρωμένο, με λόγο γνώσεως και πειθούς. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έλαβε τον επιθετικό προσδιορισμό «χρυσόστομος», διότι ήταν καταπληκτικός σε αυτό το χάρισμα του λόγου. Οι άνθρωποι έμεναν κάθε φορά που τον άκουγαν κατάπληκτοι και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να συγκρατήσουν ό,τι άκουγαν. Ήταν, όντως εντυπωσιακός και εκπληκτικός, γι’ αυτό και καθιερώθηκε στο λαό και σε μας, μέχρι σήμερα. Ενώ, ένας άλλος ρήτορας, ύστερα από λίγα χρόνια, πάλι στην Κωνσταντινούπολη, ο Νεστόριος, απέτυχε, παρά το γεγονός ότι ήταν καλός ομιλητής και ρήτορας. Δεν κατόρθωσε να κερδίσει τον κόσμο, διότι του έλειπαν τα χαρίσματα της ορθής πίστεως και διδασκαλίας.
Ο ηγέτης, εκτός από τη ρητορική δεινότητα, πρέπει να μπορεί να πείθει το ακροατήριο του, ότι ο λόγος του είναι σε απόλυτη αρμονία με την ορθότητα και με τα έργα του. Επειδή κάθε θέμα, ακόμη και το πιο μεταφυσικό, το πιο θεολογικό, εύκολα μπορεί να αναχθεί σε θέμα κοινωνικής αισθητικής, κοινωνικού στόχου, κοινωνικού οράματος, πρέπει ο ακροατής να μπορεί μέσα από τις θέσεις και τις απόψεις, που θα διακηρύξει ο ηγέτης, να εντοπίσει την αρμονική ταύτιση των λεγομένων με τα έργα. Εάν δηλαδή όσα ακούγονται για ηθικές αξίες μετουσιώνονται σε βιωμένη πραγματικότητα στο πρόσωπο του ηγέτη, τότε οι άνθρωποι μπορούν να ελπίσουν και να πιστεύσουν, ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος, μπορούν να τον πιστέψουν και να τον αποδεχτούν. Τη συνέπεια τη δείχνει και τη δίνει ο ίδιος ο ηγέτης στην πράξη, με πρότυπο εφαρμογής το έργο του μέσα από τη ζωή του, μέσα από τη συμπεριφορά του και τις ενέργειές του.
Γενικά, όταν λέμε για κάποιον, ότι είναι χαρισματικός, συνήθως δεν εννοούμε απλά ότι έχει πολλά ταλέντα, αλλά κυρίως, ότι έχει τον τρόπο να προσελκύει. Όταν μάλιστα αναφερόμαστε σε δημόσια πρόσωπα, μπορεί τα επιμέρους ταλέντα να μην έχουν καμία απολύτως σημασία ή ακόμα και να είναι ανύπαρκτα.
Στις μέρες μας, η λέξη «χαρισματικός» έχει χάσει την αρχική της σημασία. Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, ψάχνει κανείς απεγνωσμένα, να βρει και να αναδείξει «ιδιαίτερους» και «ξεχωριστούς» ανθρώπους. Αντίθετα, με μεγάλη ευκολία βρίσκει μετριότητες. Οι χαρισματικοί άνθρωποι είναι άνθρωποι που, αναμφισβήτητα, αν μη τι άλλο, έχουν μια ιδιαίτερη επίδοση στην επικοινωνία. Kάτι που, βέβαια, έχει την αξία του.
H Κοινωνική Ψυχολογία έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια με το φαινόμενο «χαρισματικός». Βέβαια, δεν είναι καθόλου εύκολο να μετρηθεί το «χάρισμα». Παρόλο που διαισθητικά η επιστήμη γνωρίζει τι είναι, δυσκολεύεται να το ορίσει και μάλιστα επιστημονικά. Yπάρχει η άποψη, ότι το «χάρισμα» είναι μία ιδιότητα, που εξαρτάται από τις περιστάσεις. Aυτό πάντως στο οποίο οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν είναι, ότι μία από τις σημαντικότερες ιδιότητες των ανθρώπων, που θεωρούνται χαρισματικοί, είναι η συναισθηματική εκφραστικότητα.
Ο Χριστός καλώντας τους μαθητές να τον ακολουθήσουν τους είπε: «από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών».
Όντως αλιείς ανθρώπων και στη σηµερινή εποχή έχουµε, πολλούς, όχι όμως με το νόημα και το σκοπό που κάλεσε ο Χριστός τους Μαθητές και Αποστόλους. Αρκεί κανείς να παρατηρήσει τα κοινωνικά συστήµατα, τα επαγγελµατικά σωµατεία, τις πολιτικές οργανώσεις τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις, τις προσωποπαγείς κινήσεις και πολλά παρόµοια και θα διαπιστώσει, να γίνεται µια συστηµατική προσπάθεια «αλιεύσεως» ανθρώπων, ως οπαδών. Όλοι αυτοί οι «αρχηγοί» των κινηµάτων και των οργανώσεων, δεν έχουν σκοπό να ωφελήσουν τους ακολουθούντες, αλλά για να επωφεληθούν απʹ αυτούς. Τους εκµεταλλεύονται κοινωνικά, οικονοµικά, ηθικά και τους χρησιμοποιούν, για να αναρριχηθούν στα διάφορα αξιώµατα και θέσεις, που επιδιώκουν. Μερικές φορές τους καταντούν άβουλα όντα, ανθρώπινα νούµερα, χωρίς θέληση και προσωπικότητα.
Δε συµβαίνει όµως το ίδιο µε το Χριστό. Ό Χριστός πρώτος θυσιάστηκε, για τη σωτηρία µας και ζητά από εµάς να κάνουµε αγώνα, για τον εαυτό µας, δηλαδή, να απαλλαγούµε από τα πάθη µας και τις ατέλειές µας κι όχι να διαδίδουµε το όνοµά Του ιδιοτελώς. Στην Εκκλησία υπάρχουν πιστοί κι όχι οπαδοί. Πιστοί χριστιανοί να γίνουµε, µέλη τίµια της Εκκλησίας µας, αγωνιζόµενοι τον καλό αγώνα, µε πνευματικότητα για τη σωτηρία µας και δοξάζοντας το όνοµα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον οποίο να παρακαλούμε, να φωτίζει τους πνευματικούς μας ηγέτες και τους άρχοντες του τόπου μας, ώστε να τους χαρίζει «βαθείαν και αναφαίρετον ειρήνην, ίνα εν τη γαλήνη αυτών ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν».
 ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ
http://georgesoulos.blogspot.com

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2024

Κυριακή Α’ Λουκά

 ep

Κυριακή Α’ Λουκά – «Έχει πλοίο και για σένα»

Του π. Θεοδοσίου  Μαρτζούχου* 




Από σήμερα αρχίσαμε πλέον να διαβάζουμε Ευαγγελικό ανάγνωσμα στη Θ. Λειτουργία από το Ευαγγέλιο του Λουκά. Από τη γιορτή της Πεντηκοστής μέχρι την προηγούμενη Κυριακή διαβάζαμε από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου.

Τώρα μέχρι τα Χριστούγεννα θα διαβάζουμε από το Ευαγγέλιο του Λουκά. Αυτό ας το κάνουμε εναρκτήρια ένδειξη να αρχίσουμε και στο σπίτι μας να διαβάζουμε ολόκληρο το κατά Λουκάν, όχι μόνον αυτά τα μικρά κομματάκια που, σ’ αυτές τις δεκαπέντε Κυριακές που παρεμβάλλονται, θα διαβάσουμε στον Ναό από το κατά Λουκάν!

Η έναρξη των ευαγγελικών αναγνωσμάτων από το κατά Λουκάν ξεκινάει με το περιστατικό, στο οποίο είναι, ο Πέτρος, ο αδελφός του Ανδρέας και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης (επίσης αδέλφια) και ψαρεύουν στη λίμνη. Και εμφανίζεται ο Χριστός και τους γυρεύει να χρησιμοποιήσει τη βάρκα τους για άμβωνα, δηλαδή να μπει στη βάρκα τους, και να ’ναι στην παραλία οι άνθρωποι, ώστε να μπορούν να Τον ακούνε, επειδή προφανώς ο τόπος ήταν επίπεδος.

Μέσα στην καθημερινότητα και την ρουτίνα της ζωής αυτών των τεσσάρων ανθρώπων ξαφνικά εμφανίζεται ο Χριστός. Το Ευαγγέλιο ξεκινάει μ’ αυτό το περιστατικό για να πει και σε μας ότι μες στην καθημερινότητά μας, όποια κι αν είναι αυτή (την εργασιακή, την οικογενειακή, την προσωπική, την ψυχολογική) ξαφνικά εμφανίζεται ο Χριστός και μας λέει: «Τι ψαρεύεις;» (το ’πε σ’ εκείνους αυτό, επειδή ήταν ψαράδες). Σε μας ρωτάει: «Τι κάνεις; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία ενεργείς; Πως ζυγιάζεις τα πράγματα; Τι κρατάς και τι πετάς; Έχεις μια ζυγαριά για να ζυγιάσεις τι αξίζει και τι δεν αξίζει; Τι θα κρατήσεις και τι θα πετάξεις;»

Στη διήγηση του κομματιού που διαβάσαμε, στο τέλος βλέπουμε ότι, ο Πέτρος, ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης τράβηξαν στην ξηρά τα καΐκια τους, άφησαν και τα δίχτυα τους εκεί και Τον ακολούθησαν.

Η διήγηση απ’ αυτό το συμβάν της ζωής των Αποστόλων αφορά σ’ εμάς, όχι για την ίδια αντιστοιχία ενέργειας, αλλά για την ίδια αναλογία. Εκείνοι μπόρεσαν και άφησαν ολόκληρη τη ζωή τους ακολουθώντας τον Χριστό. Σ’ εμάς ο Χριστός δεν λέει κάτι τέτοιο. Μας λέει να αφήσουμε αυτά που δεν έχουν αξία στη ζωή μας. Σε μας λέει: «Άφησε αυτά που σου είναι επιζήμια. Άφησε αυτά που σου είναι άχρηστα. Άφησε αυτά τα οποία, απλώς, σου κατατρώνε το χρόνο της ζωής σου».

Έχουμε τρία πράγματα, από τα οποία πρέπει να ελευθερωθούμε και να εγκαταλείψουμε: Τα επιζήμια της ζωής μας. Τα άχρηστα της ζωής μας. Κι αυτά τα οποία τρώνε το χρόνο της ζωής μας. Σ’ αυτό μας καλεί ο Χριστός.

Τα επιζήμια της ζωής μας, είναι αυτά για τα οποία ο Χριστός σε πολλές περιπτώσεις θαυμάτων και θεραπείας έλεγε: «Μη συνεχίζεις να αμαρτάνεις για να μη σου συμβεί τίποτε χειρότερο»! Η αμαρτία είναι επιζήμια για την ζωή μας, έστω και αν την ενεργούμε ως επιδίωξη ευτυχίας και κέρδους. Στα διλήμματα μπαίνει η εμπιστοσύνη, αν και κατά πόσον αποδεχόμαστε και επιδιώκουμε να υλοποιούμε το θέλημα του Θεού «το, το ημών κέρδος, στοχεύον».

Τα άχρηστα της ζωής μας είναι η πλεοναστική αγωνία γι ένα σωρό πράγματα που, ατυχώς πλειστάκις, καλύπτουν το «εν ού εστί χρεία». Το ένα τού οποίου έχουμε όντως ανάγκη, όπως είπε ο Χριστός στην Μάρθα.

Όταν τα επιζήμια και τα άχρηστα κυριαρχήσουν στην ζωή μας, τότε θα καταδαπανηθεί στην ματαιότητα και την ανοησία και θα ψευδόμαστε, δικαιολογούμενοι, με το να Του λέμε: «Πότε σε ίδωμεν…». Οι μαθητές στην σημερινή συνάντηση δεν Τον είδαν στην δόξα της Μεταμόρφωσής Του. Τον είδαν κουρασμένο στα παράλια του χώρου και των συνθηκών εργασίας τους. Σε ’κείνους έκανε μια θαυμαστή αλιεία και «ξεκόλλησαν» από ολόκληρη την προηγούμενη ζωή τους. Σε μας δεν το κάνει γιατί ξέρει ότι ΔΕΝ θα ξεκολλήσουμε (και θα ’ναι κάτι τέτοιο κατάκριμά μας!!) και περιορίζεται να συγκαταβεί στο να μας δώσει οδηγητική διδασκαλία (το Ευαγγέλιό Του), μια πυξίδα δηλαδή για την διαδρομή στην πορεία της ζωής, και για τον τρόπο αντιμετώπισης των δυσκολιών και των εμποδίων αυτής της διαδρομής. Φυσικά η πυξίδα δεν βγάζει στην άκρη τα εμπόδια του δρόμου, δείχνει το πώς δεν θα χαθούμε, έστω και τραυματισμένοι και πεσμένοι, μπερδεύοντας τον δρόμο.

Πώς ακολούθησε τον Χριστό ο Πέτρος και οι υπόλοιποι; Γοητευτήκανε από τη διδασκαλία του. Με τον ίδιο τρόπο όλους τους αιώνες, κι εμείς, ο καθένας μας, για τον ίδιο τρόπο θα ακολουθήσουμε τον Χριστό. Αν δεν γοητευθούμε από το πρόσωπό Του, όχι με την έννοια της εξωτερικής μορφής, αλλά με την έννοια της διδασκαλίας και του περιεχομένου, δεν θα μπορέσουμε να Τον ακολουθήσουμε. Αν δεν Τον ακολουθήσουμε θα μείνουμε να λιώνουμε, που λέει κι ο ποιητής, σε μια καθημερινότητα. «Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς και μες στα ίδια σπίτια αυτά θα ασπρίζεις» (Κ. Καβάφης: Η Πόλις)

Ο Χριστός μάς λέει: Βρες ζυγαριά για να ζυγίζεις τι αξίζει και τι δεν αξίζει στη ζωή σου. Δεν μπορείς να περπατάς στα τυφλά με την εντύπωση, τη γοητεία της στιγμής, και την εικόνα, που σε συμπαρασύρει. Δεν γίνεται. Αν το κάνεις, (όλα μπορούν να γίνουν στα ανθρώπινα), εσύ θα βγεις ζημιωμένος στο τέλος.

Ο Πέτρος, ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης εγκατέλειψαν ολόκληρη τη ζωή τους. Εμείς θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τα λάθη μας! Γιατί η ουσιαστική δυσκολία να ακολουθήσει κανείς το Χριστό, δεν είναι επειδή σκέφτεται ότι πρέπει να γίνει απόστολος και δεν το αντέχει! Η δυσκολία να ακολουθήσεις το Χριστό είναι επειδή οι συνήθειες των παθών μας μάς έχουν δημιουργήσει εξαρτήσεις. Ο Χριστός, για να μπορέσουμε να τον ακολουθήσουμε, θέλει να τις κόψουμε. Αν δεν τις κόψουμε, απλώς δεν θα μπορέσουμε να Τον ακολουθήσουμε. Θα φανταζόμαστε ότι «Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή».

Είναι όμως, όχι μια καταδίκη γραφτή, αλλά η ίδια λογική που τα καράβια στο λιμάνι, αν δεν λύσουν και το τελευταίο σχοινί, που τα δένει στο μουράγιο, δεν φεύγουν απ’ το λιμάνι. Έτσι κι εμείς πρέπει να κόψουμε κάθε σχοινί που μας δένει στις λάθος καταστάσεις για να μπορέσουμε να Τον ακολουθήσουμε, γιατί αλλοιώς όσο γοητευμένοι και ας είμαστε, θα μένουμε στα λόγια.

*Ο π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος  διακονεί στον Ιερό Ναό Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄. ΄ΛΟΥΚΑ

 


Δύο προστάγματα του Θεού ακούει ο Πέτρος και οι άλλοι μαθηταί του Χριστού που ήσαν μαζί του. «Χαλάσατε (ρίψετε δηλαδή) τα δίκτυα υμών εις άγραν», και, «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Οι μαθηταί, υπακούοντας προθύμως, στο μεν πρώτον είχαν επιτυχίαν, έπιασαν δηλαδή αναρίθμητον πλήθος ιχθύων, υπακούοντας δε ευθύς και στο δεύτερον, έγιναν σύνθρονοι του Ιησού Χριστού. Τούτο αποδεικνύει επαρκώς, ότι όσοι υποτάσσονται στα θεία προστάγματα, όχι μόνον κληρονομούν την αιώνιαν βασιλείαν, αλλά γίνονται ευτυχείς και σε αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν. Επειδή όμως ορισμένοι, στοχαζόμενοι ότι το ανθρώπινον γένος, από την αμαρτίαν του προπάτορος, εξωρίσθη σ’ αυτήν την γη για να πάσχει πάντοτε και να τιμωρείται, νομίζουν ότι όλοι οι νόμοι και τα προστάγματα του Θεού δεν αποβλέπουν καθόλου στην ειρηνικήν και ευτυχή κατάσταση του ανθρώπου στον κόσμον αυτόν, αλλά αφορούν ειδικώς και μόνον στην ψυχικήν σωτηρία μας, γι’ αυτό είναι ωφέλιμο να λαλήσωμε σήμερα κατά της πεπλανημένης αυτής γνώμης, και να δείξωμε ότι αυτή εναντιώνεται όχι μόνον στην διδασκαλία των θείων Γραφών και στα ιστορούμενα και βλεπόμενα παραδείγματα, αλλά και σε αυτόν τον ορθόν λόγον.

Είναι αναρίθμητα τα ρητά των θείων Γραφών τα οποία υπόσχονται στους εργάτες των θείων εντολών αμοιβές επουρανίους, συγχρόνως δε και επιγείους.

Ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ήλθε στον κόσμον όχι «ίνα καταλύσει, αλλά ίνα πληρώσει τον νόμον», δηλαδή για να διδάξει τα μαθήματα της τελειότητος, τα οποία δεν περιέχονται στον νόμον, υπεσχέθη φανερά και όλα τα αγαθά της γης σε όσους δια της δικαιοσύνης και αρετής ζητούν την κληρονομίαν της Βασιλείας του Θεού: «Ζητείτε», είπε, «πρώτον την βασιλείαν του Θεού και δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν». Ομιλώντας δε περί εκείνων οι οποίοι για την αγάπην του εγκαταλείπουν υπάρχοντα και συγγενείς, εκήρυξε και αποφασιστικώς εβεβαίωσεν ότι αυτοί λαμβάνουν τις αμοιβές και σε αυτόν τον κόσμον: «Αμήν λέγω ημίν, ουδείς εστίν ος αφήκεν οικίαν ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, εάν μη λάβει εκατονταπλασίονα νυν εν τω καιρώ τούτο». Όποιος πιστεύει στον Θεόν, και είναι πεπεισμένος ότι τα λόγια των θείων Γραφών είναι λόγια Θεού, εκείνος, ακούοντας αυτά, δεν έχει καμμίαν αμφιβολίαν ότι για την υπακοή στα θεία προστάγματα λαμβάνουμε διπλή την μισθαποδοσίαν, επίγειον και ουράνιον, πρόσκαιρον και αιώνιον.

Και ιδού ένα παράδειγμα που αυξάνει την βεβαιότητα αυτής της αληθείας: Προστάσσει ο Θεός τον Αβραάμ λέγοντας: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου, και δεύρο εις γην ην αν σοι δείξω». Ο Αβραάμ επίστευσε και υπήκουσε, και ο Θεός του έδωσε πλούτον πολύν. Αληθώς η αμαρτία του προπάτορος, μας κατέστησε φθαρτούς και μας εξώρισεν από τον Παράδεισο. Αληθώς για την αμαρτία του προπάτορος ο Θεός κατηράσθη την γην και είπεν: «Επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου». Είπεν «εν λύπαις φαγή αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου». Είπεν «Ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι». Ναι, αληθώς, αλλά γιατί αυτό; Είναι φανερόν ότι για την αμαρτίαν. Εάν λοιπόν λείψει η αμαρτία, και αντί αυτής έλθει η αρετή, άραγε πάλι και μετά την αρετήν η γη επικατάρατος και λύπαι και άκανθαι και τρίβολοι; Όχι. Η αρετή ανεβάζει τον άνθρωπο στην κατάσταση του προπάτορος την προπτωτικήν. Εκείνη δε η κατάστασις είναι η κατάστασις της ευλογίας, της χαράς και της ανέσεως. Σ’ αυτήν την κατάστασιν ευρίσκετο ο Δαβίδ όταν έπραττε το θέλημα του Θεού. Όταν όμως έπραξε την αμαρτίαν, τότε ησθάνθη την κατάραν της γης, και τις λύπες και τις άκανθες και τούς τριβόλους της. Γι’ αυτό, ικετεύοντας μετά δακρύων έλεγεν: «Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με». Αυτό το ηγεμονικόν Πνεύμα, το οποίον είχεν ο άνθρωπος πριν από την αμαρτίαν, έρχεται πάλι στην καρδία του μετά την αρετήν. Αυτό τον κάνει ανώτερον από όλα τα γήινα, αυτό τον πείθει να τα θεωρεί όλα σαν απορρίματα.

Επειδή λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι φανερόν ότι όποιος θέλει τα αγαθά του κόσμου τούτου, εκείνος πρέπει να περιπατεί τον δρόμον της αρετής. Ενώ εμείς οι άθλιοι πιστεύουμε και πειθόμεθα ότι τρέχοντας στους κρημνούς της απωλείας, εκεί ευρίσκουμε την απόλαυση των αγαθών της παρούσης ζωής. Ο πανάγαθος Θεός έδωσε στους ανθρώπους τον νόμον του οδηγόν προς την ευτυχίαν, και τον διεμέρισε σε δέκα Εντολές. Λάτρευε, λέγει, και αγάπα μόνον τον αληθινόν Θεόν, και ποτέ να μην προσκυνήσεις, ούτε να λατρεύσεις την κτίση. Εμείς λησμονούμε τον Θεόν, και αφιερώνουμε τις καρδιές μας στα κτίσματα, δηλαδή στους αγρούς, στους αμπελώνες, στους κήπους, στα κειμήλια. Εμείς προσκυνούμε ως Θεόν τoν χρυσό και το αργύριον. Μην ορκίζεσαι, λέγει ο Θεός, στο όνομά μου. Εμείς σχεδόν κάθε μέρα και για πράγματα ευτελέστατα κάνουμε όρκους και φυλαττόμενους και αθετούμενους, και αληθείς και ψευδείς. Φύλαττε την εορτήν, λέγει ο Θεός. Και εμείς τις ημέρες των εορτών όχι μόνον δεν ερχόμεθα στην εκκλησία για να ακούσωμε τον λόγον του Θεού, να ζητήσωμε την συγχώρηση των αμαρτιών μας, και να τον δοξολογήσωμε για τις αμέτρητες ευεργεσίες του, όχι μόνον πωλούμε και αγοράζουμε και εργαζόμεθα κατά τις ημέρες των εορτών, αλλά περιμένουμε τις εορτές για να λύσωμε τον χαλινόν της εγκρατείας και της σωφροσύνης, και έτσι να εκτελέσωμε κάθε αμαρτία. Και παροργίζοντας με αυτόν τον τρόπον τον Βασιλέα της δόξης, ελπίζουμε μακρότητα ημερών και πλούτον πολύν και δόξαν μεγαλοπρεπή και τα λοιπά αγαθά της γης. Ω πλάνη σατανική!

Και άλλη όμως πλάνη, χειροτέρα από αυτήν κατακυριεύει πολλούς. Πιστεύουν πολλοί ότι ο πολιτικός άνθρωπος απολαμβάνει τα αγαθά του κόσμου. Ο πολιτικός, λέγουν, γίνεται στον κόσμον αυτόν ευτυχής. Όμως, για να ειπούμε την αλήθειαν φανερά, πολιτικός είναι ο υποκριτής, ο κόλαξ, ο δόλιος, ο ψεύστης, ο πανούργος και πονηρός. Η δε επιστήμη που καλείται πολιτική, και τόσον επαινείται από τους ανθρώπους και θαυμάζεται, είναι τέχνη φανερά διαβολική.

Ακούσετε και άλλην, τρίτην πλάνην, χειροτέραν από τις πρώτες. Πολλοί πιστεύουν ότι η ακριβής τήρησις του νόμου εμποδίζει την απόλαυση των επιγείων αγαθών. Πώς ημπορεί, λέγουν, ο ηγεμών ή ο άρχοντας να ευτυχεί στην διοίκηση του κράτους του, εάν μερικές φορές δεν καταφεύγει στο ψεύδος και στην αδικίαν, παρακινούμενος από τις περιστάσεις; Εάν ο έμπορος αποφεύγει τους όρκους, το ψεύδος, την απάτην, ούτε κερδίζει ούτε πλουτίζει. Εάν ο τεχνίτης απέχει από την δολιότητα, γίνεται πτωχός και δυστυχής.
Άνθρωπε πεπλανημένε, πώς δεν καταλαβαίνεις την απάτην σου και τους παραλογισμούς σου;

Αλλά εμείς βλέπουμε, λέγετε, ότι ορισμένοι τηρούν τους νόμους του Θεού και όμως δυστυχούν, ενώ πολλοί τους παραβαίνουν και όμως ζουν ευτυχισμένοι. Για μεν τούς πρώτους σας αποκρίνεται ο θείος Απόστολος Παύλος, λέγοντας: «τις γαρ οίδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου, ει μη το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ;», δηλαδή, κανείς δεν γνωρίζει τα απόκρυφα του ανθρώπου. Αλλά μήπως εκείνος, τον οποίον εσύ νομίζεις δίκαιον και άγιον είναι υποκριτής και ψεύστης, όπως οι Φαρισαίοι; Μήπως αυτός είναι άλλος Ιώβ, που δοκιμάζεται από τον Θεόν, και με την δοκιμήν καθαρίζεται και ευλογείται; Πράγματι, ο Θεός δοκιμάζει τους δικαίους «ως χρυσόν εν χωνευτηρίω», και αυτοί «ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται». Διότι ο Θεός τους ηύρεν αξίους του εαυτού Του, και τους στέφει βασιλείς της επουρανίου Ιερουσαλήμ, όπου θα αναλάμψουν ως φωστήρες.

Για δε τους δευτέρους, σου αποκρίνεται, ο Προφητάναξ λέγοντας: «Μη παραζήλου εν πονηρευομένοις μηδέ ζήλου τους εργαζομένους την ανομίαν», διότι «ωσεί χόρτος ταχύ αποξηρανθήσονται και ωσεί λάχανα χλόης ταχύ αποπεσούνται». Ο άδικος πλούτος φθείρεται ταχέως ωσάν τα χόρτα. Η ευτυχία η άνομος διασκορπίζεται ωσάν τον καπνόν. Σήμερα βλέπεις τον παράνομον να ευτυχεί, να υπερυψώνεται σαν τις κέδρους του Λιβάνου, και αύριο εξαφανίζεται από τους οφθαλμούς σου αυτός και όλη η ευτυχία του. Τον αναζητείς και ούτε την κατοικία του ευρίσκεις. Παρόμοιες μεταβολές βλέπουμε καθημερινώς. Βλέπουμε ορισμένους να πίπτουν από το ύψος της ευτυχίας στην άβυσσον των δυστυχημάτων. Ακούμε δε και την φωνήν του Παντοκράτορος να κηρύσσει: «Ο μη συνάγων μετ’ εμού, σκορπίζει», και όμως σαν κωφοί αποδίδουμε αυτές τις μεταβολές στην τύχη, στις συμπτώσεις, στην κακήν διοίκηση, και πάλιν εξακολουθούμε να παραβαίνωμε τις εντολές του Θεού, και να ελπίζωμε παράλληλα στην απόλαυση των αγαθών Αυτού.
Χριστιανοί, για την υπόθεσιν αυτήν ελάλησεν τόσον καθαρά ο Θεός, ώστε κανείς δεν ημπορεί να αμφιβάλλει: Ακούσετε τι λέγει: «Τάδε λέγει Κύριος, ιδού οι δουλεύοντές μοι φάγονται, υμείς δε πεινάσετε. Ιδού οι δουλεύοντές μοι πίονται, υμείς δε διψήσετε. Ιδού οι δουλεύοντές μοι ευφρανθήσονται, υμείς δε αισχυνθήσεσθε. Ιδού οι δουλεύοντές μοι αγαλλιάσονται εν ευφροσύνη, υμείς δε κεκράξετε δια τον πόνον της καρδίας υμών, και από συντριβής πνεύματος υμών ολολύξετε». Ποία άλλα λόγια είναι καθαρότερα ή αποφασιστικότερα από αυτά;

Εάν θέλεις πλούτον, εάν επιθυμείς τιμήν, εάν ζητείς ευτυχίαν, εάν ορέγεσαι τα αγαθά του κόσμου τούτου, πρώτον μεν δούλευε πάντοτε στον Κύριον, δηλαδή φύλασσε με κάθε προσοχήν και επιμέλειαν όλες τις εντολές Του, και ποτέ μην παραβείς ούτε μίαν. Δεύτερον δε, όταν βάλεις αρχήν σε κάποιο επάγγελμα, ή πολιτικόν ή δικαστικόν ή στρατιωτικόν ή ιερατικόν ή ηγεμονικόν ή στο εμπόριον ή σε κάποιαν τέχνην ή σε οποιοδήποτε άλλον έργο, μην εμπιστευθείς ούτε να καυχηθείς ούτε στην φρόνησή σου ούτε στην δύναμή σου ούτε στον πλούτο σου. Αλλά έχε όλην την ελπίδα και την πεποίθησίν σου στην φιλανθρωπίαν και το έλεος του Θεού. Να καυχηθείς για τούτο, για το ότι γνωρίζεις ότι τα πάντα είναι από τον Θεόν, και Αυτός είναι που δίδει και τα επίγεια και τα επουράνια αγαθά σε όσους Τον υπηρετούν. Να ζητείς πάντοτε με όλην σου την ψυχήν και την καρδίαν την Βασιλεία του Θεού και την κατόρθωση της αρετής σου, και να μην αμφιβάλλεις καθόλου ότι, ζητώντας αυτά, απολαμβάνεις και τα επίγεια αγαθά. Σου το υπόσχεται αυτό ο αψευδέστατος Θεός λέγοντας: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 301 και εξής.

Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλά

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Α ΛΟΥΚΑ



Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Σεπτεμβρίου 2022, ΙΕ΄ Κυριακῆς (Β΄Κορ. δ΄ 6-15)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύ­εσιν, ἵνα ἡ ­­ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θε­οῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν, ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀ­πο­­­­ρού­μενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξα­πο­ρού­μενοι, διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκα­ταλειπόμενοι, καταβαλ­λόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολ­λύ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­μενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπί­στευ­σα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λα­λοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχα­ριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ποὺ εἶπε νὰ λάμψῃ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι, αὐτὸς ἔλαμψε μέσα μας, διὰ νὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν γνῶσιν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν αὐτὸν μέσα σὲ πήλινα σκεύη, διὰ νὰ φανῇ ὅτι τέτοια ὑπερβολικὴ δύναμις εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν προέρχεται ἀπὸ μᾶς. Πιεζόμεθα μὲ κάθε τρόπον, ἀλλὰ δὲν φθάνομεν σὲ ἀδιέξοδον, εὑρισκόμεθα σὲ ἀδυναμίαν ἀλλ’ ὄχι σὲ ἀπελπισίαν, διωκόμεθα ἀλλὰ δὲν ἐγκαταλειπόμεθα, καταβαλλόμεθα ἀλλὰ δὲν χανόμεθα.

Πάντοτε φέρομεν εἰς τὸ σῶμά μας τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, διὰ νὰ φανερωθῇ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὸ σῶμά μας. Διότι ἐνῷ ζῶμεν παραδιδόμεθα πάντοτε εἰς θάνατον χάριν τοῦ Ἰησοῦ, διὰ νὰ φανερωθῇ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ εἰς τὸ θνητόν μας σῶμα. Ὥστε ὁ μὲν θάνατος συντελεῖται σ’ ἐμᾶς, ἀλλ’ ἡ ζωὴ σ’ ἐσᾶς.

Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχομεν τὸ ἴδιο πνεῦμα τῆς πίστεως σύμφωνα πρὸς ὅ,τι εἶναι γραμμένον, Ἐπίστεψα καὶ διὰ τοῦτο ἐμίλησα, καὶ ἐμεῖς πιστεύομεν, διὰ τοῦτο καὶ μιλᾶμε, διότι γνωρίζομεν ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀνέστησε τὸν Κύριον Ἰησοῦν θὰ ἀναστήσῃ καὶ ἐμᾶς διὰ τοῦ Ἰησοῦ καὶ θὰ μᾶς στήσῃ μαζὶ μ’ ἐσᾶς ἐνώπιόν του.

Ὅλα γίνονται πρὸς χάριν σας, ὥστε καθὼς ἡ χάρις ἐπεκτείνεται εἰς περισσοτέρους, νὰ προκαλέσῃ πλουσίαν τὴν εὐχαριστίαν πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ.

 


ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ,  ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν  Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ  Ἰάκωβον καὶ  Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ  Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

   1  Ενώ ο Ιησούς στεκόταν κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ, 2 είδε δύο πλοιάρια κοντά στη λίμνη, αλλά οι ψαράδες είχαν βγει και έπλεναν τα δίχτυα. 3 Εμπήκε σε ένα από τα πλοιάρια, το οποίο ανήκε στον Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί λίγο από την ξηρά. Τότε κάθισε και δίδασκε τα πλήθη από το πλοιάριο. 4 Μόλις έπαυσε να μιλάει, είπε στο Σίμωνα: "Πήγαινε στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα". 5 Και ο Σίμων απεκρίθη, "Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε χωρίς να πιάσουμε τίποτε. Αλλά επειδή συ το λες, θα ρίξω το δίχτυ". 6 ΄Όταν το έκαναν, έπιασαν πολλά ψάρια, και το δίχτυ τους άρχισε να σχίζεται. 7 Και έκαναν νεύματα εις τους συντρόφους τους, που ήταν στο άλλο πλοιάριο, να έλθουν να τους βοηθήσουν. Και ήλθαν και γέμισαν και τα δύο πλοιάρια, ώστε να κινδυνεύουν να βυθιστούν. 8 ΄Όταν ο Σίμων Πέτρος είδε τι έγινε, έπεσε στα γόνατα του Ιησού και είπε: "Φύγε από εδώ, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός". 9 Αυτό το είπε γιατί εξεπλάγη και αυτός και όλοι όσοι ήσαν μαζί του με τα ψάρια που έπιασαν, 10 επίσης και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι υιοί Ζεβεδαίου, οι οποίοι ήταν συνέταιροι του Σίμωνος. Και είπε ο Ιησούς στο Σίμωνα: "Μη φοβάσαι. Από τώρα και στο εξής θα αλιεύεις ανθρώπους". 11 Και όταν έφεραν τα πλοιάρια στην ξηρά, τα άφησαν όλα και Τον ακολούθησαν

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ / Ἡ μεγάλη ψαριά

  Ἡ μεγάλη ψαριά

(Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.

«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α’ 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του.
Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό ευαγγέλιο τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα της ευαγγελικής υπακοής.Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή, σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ’ ανεξιχνίαστο έλεος του Κυρίου είναι φανερό εδώ: ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα.«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν» (Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς στόχους. Πρώτο, του ήταν πιο εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του. Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας, όπως και για την ψυχή μας, είναι «ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε’ 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του. Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του, και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως μαζί μ’ Εκείνον και μέσω Εκείνου, όλα είναι δυνατά· πως όλοι οι κόποι των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο Κύριος πέτυχε το πρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.

Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεού που, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του.

Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 4).

Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος μόνο με τις δικές του προσπάθειες. Αυτή η υποταγή του όμως πολύ σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων.

Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώ επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός ρυθμίζει».

Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’ απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον, το απορρίπτει. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ’ 1). Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το έργο των χεριών τους θα πέσει, όπως έγινε με τον πύργο της Βαβέλ.

Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από μια οροφή – τη δική τους – και κάτω από ένα χέρι – το δικό τους. Πολλοί πύργοι πλούτου, δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν κι έγιναν καπνός. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι, καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά. Η αποστολική Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα και θα στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους, στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας στους ώμους του.

***

«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά. Η ολοπρόθυμη υπακοή του Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών, αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.

Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το δεύτερο στόχο Του.

Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.

«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».

Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.

Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον Κύριο. Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο. Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του.

Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή. Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου. Η αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Η αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι το ξεκίνημα στο δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» (Λουκ. ιη’ 13).

Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει: Άπελθε απ’ εμού.

Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους ξεκίνησαν με φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α’ 7).

Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του, ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. ε’ 10). Ο κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα, όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.

«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι αυτοί, τα λογικά όντα;

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του ανθρώπου. Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.

Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.

Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα λόγια, «μη φοβού».

Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’ εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη. Ο Θεός ζητάει από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα, ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή. Κάθε υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάδοση του δώρου.

Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη.

Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Αυτό σημαίνει πως οι απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν – δηλαδή να σώσουν – όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του: Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά, όποιος έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος, όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του, να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.

***

Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες τα εγκατέλειψαν όλα, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως ο Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι στην ουράνια βασιλεία Του. Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει. Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.

Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί. Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε. Ας τον υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή. Ας μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα για να πάρει, άλλα για να δώσει. Το μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή.

Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη α λουκαΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ:



 ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ ΛΟΥΚΑ Κεφ. Ε. 1 – 11 Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου



 ΛΟΥΚΑ Κεφ. Ε. 1 – 11

Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

Μή φοβού, απο του νύν ανθρώπους έση ζωγρών. Και καταγαγόντες τα πλοία επι την γήν, αφέντες άπαντα, ηκολούθησαν Αυτώ.