Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

ΩΣΑΝΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΘΗΤΩ


Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.
Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»
«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».
Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».
Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».
Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.
Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).
Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.
Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;
Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».
Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».
Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»
Καλη Ανάσταση

Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

Ευλογημένος ο Ερχόμενος





ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ


(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.

Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.

Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.

Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».

Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.

Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.

Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!

Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;

Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;

Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές, όλα πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.

Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο που τραβή­ξανε και κείνοι και σέρνει με ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί είναι «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει: «Εγώ ειμί Θεός πρώτος και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ βοσκήσω τα πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω αυτά». Εκείνος που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής. Όσοι πονάνε στο κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος τους καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού και περπατάνε στη στράτα του με το φως του το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα. Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Νυν χαίρω, ουχ ότι ελυπήθητε, αλλ' ότι ελυπήθητε κατά Θεόν, ίνα εν μηδενί ζημιωθήτε εξ ημών. Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν εις σωτηρίαν αμεταμέλητον κατεργάζεται· η δε του κόσμου λύπη θάνατον κατεργάζεται». Γι' αυτούς που ελπίζουνε στον Θεό, δεν μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:

«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».



ΚΙΒΩΤΟΣ


ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ


ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Το Θείο Πάθος.


Η Σταύρωση του Κυρίου | Πεμπτουσία
Μεγάλη Εβδομάδα με ειλικρίνεια και αυτοκριτική


Του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Χριστοδούλου

Το Θείο Πάθος.
Με απέραντη συγκίνησι και έντονη λυρική διάθεσι, με ευλαβική ενατένισι στον Νυμφίο της Εκκλησίας, θα προσέλθουμε και πάλιν απόψε, στους ναούς μας και θα μυρίσουμε το ευωδιαστό μοσχολίβανο, που συμβολίζει τις προσευχές μας, και θα ανάψουμε τα αγιοκέρια μας, που είναι κι αυτά σύμβολα της θυσίας μας και θα αποθέσουμε τα χείλη μας πάνω στα γυμνά πόδια του Θεού μας που κρέμεται στο Σταυρό, και θα του ψιθυρίσουμε λόγια αγάπης και παντοτεινής λατρείας. Έτσι κάνουμε κάθε χρόνο αυτή τη μέρα, γιατί έτσι διδαχθήκαμε, γιατί ακόμη έτσι θέλουμε και έτσι και η Εκκλησία μας μας προσκαλεί να κάνουμε. Και το θεωρούμε μάλιστα μεγάλη παράλειψι αν αφήσουμε τη σημερινή μέρα να περάσει χωρίς να στοχασθούμε πάνω στο θείο Πάθος και χωρίς να νοιώσουμε τον συγκλονισμό πού αισθάνεται καθένας όταν συμμετέχει στην τραγικότητα μιας θυσίας. Γι' αυτό κι εγώ θα ήθελα σήμερα να θίξω μερικά σημεία, που θα μας είναι χρήσιμα, σαν αφορμές για προσωπικό στοχασμό και σκέψι, βοηθητικά δηλ. στην προσπάθεια για συμμετοχή προσωπική πάνω στις πτυχές του θείου Πάθους.
Έχει πολλές φορές λεχθή πώς ό υιός του Θεού πέθανε για τη δική μας σωτηρία. Πρόσφερε τον εαυτό του θυσία για χάρι μας πάνω στο Σταυρό. Έγινε ό ίδιος κατάρα, για να μας λύτρωση από την κατάρα του νόμου. Βγήκε από τον εαυτό του και χαρίσθηκε σε μας. Αυτή ή κένωσι του Θεού, δεύτερη, μετά την Γέννησί του, και ολοκληρωτική πρέπει να μας κάνει εντύπωσι. Μέσα στο Πάθος του ο Χριστός απεκδύεται τον εαυτό του και γίνεται παγκόσμιος και οικουμενικός. Καμιά σχέσι δεν μπορεί να έχει το Πάθος με την ατομικότητα ή τον ατομισμό που είναι σκέτος εγωισμός. Γι' αυτό και ο Χριστός έγινε το σύμβολο της θυσίας χάριν των άλλων, έγινε ακόμη ο μεγάλος πρωτοπόρος στην κάθε λογής ελευθερία, που αρχίζει πάντα από την απελευθέρωσί μας από τον ίδιο μας τον εαυτό. Έκτοτε μέσα στην Εκκλησία διασώζεται αυτό το πνεύμα της ελευθερίας της συνειδήσεως, της ελευθερίας του προσώπου και του πνεύματος. Όπως γράφει ο Ν. Μπερδιάεφ «εις την δυτικήν σκέψιν η ελευθερία γίνεται νοητή μόνον ως ατομικισμός, δικαίωμα του ατόμου, στάσις αμύνης εναντίον δυνατής τινος προσβολής των δικαιωμάτων αυτοϋ, συνείδησις μιας αυτονομίας της προσωπικότητας. Ένας τοιούτος ατομικισμός είναι ξένος προς την Ορθοδοξίαν ενώ αυτή έχεται μιας ιδιόμορφου κοινωνικότητας. Το θρησκευτικόν πρόσωπον και το θρησκευτικόν σύνολον δεν είναι ξένα προς άλληλα, και κατ' ουδένα τρόπον αντιτίθενται προς άλληλα». Έτσι, μέσα στην Εκκλησία, όπου κυριαρχεί το πνεύμα του Σταυρωθέντος Χριστού, ο άνθρωπος βρίσκει τις αληθινές του διαστάσεις, την προσωπικότητά του, που τονίζεται τότε μόνον, όταν έχει την δύναμι να αποχωρισθή από το τέλμα του εγωισμού και της ατομικότητας, και να προσχωρήσει με αγάπη στο χώρο της κοινωνικότητας και της συλλογικότητος.
Δακρύζουμε τέτοια μέρα, σαν τη σημερινή, καθώς βλέπουμε πάνω στο Σταυρό τον Σωτήρα μας. Δεν θα είχε όμως νόημα μια τέτοια στάσις μας, αν, παράλληλα, δεν σκεφτόμασταν την αχάριστη συμπεριφορά του Γένους μας απέναντι Του. Ο Χριστός είναι ο ευεργέτης όλου του κόσμου. Αλλά πάντοτε οι ευεργέτες του ανθρωπίνου γένους αυτοί που επιχειρούν να του ανοίξουν δρόμους για το καλό, το ωραίο, το τίμιο, την πρόοδο, αντιμετωπίζουν την ωργισμένη αχαριστία του. Και αυτή μας η συμπεριφορά αποτελεί την πιο πένθιμη και μελανή σελίδα της ζωής μας, γιατί μας κάνει συνοδοιπόρους με τον θάνατο και την δυστυχία και γιατί κάνει στείρα την καρδιά μας και φαλκιδεύει το πνεύμα μας. Ναι, οι άνθρωποι αγαπούν θεωρητικά το καλό, θαυμάζουν το ωραίο, εκτιμούν το δίκαιο, αλλά μισούν αυτούς που έχουν την δύναμι και την ικανότητα να τα υλοποιήσουν. Από τον ίδιο αυτό κανόνα δεν εξαιρείται ούτε ο μεγάλος μας ελευθερωτής και ευεργέτης, ο Ιησούς Χριστός. Το μίσος, η εχθρότητα, η επιφυλακτικότητα, η αγνωμοσύνη είναι τα μέσα με τα οποία ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων αντιμετωπίζουν τον Κύριο της Δόξης. Πέρασαν 2.000 χρόνια περίπου από τότε πού γράφηκε η ματωμένη ιστορία του Γολγοθά, όπου ένας Θεός έγινε το σύμβολο του Ανθρώπου που μάχεται για το δίκαιο και τη δικαίωσι. Και όμως, οι άνθρωποι, αχάριστοι στη μεγάλη τους πλειονότητα, φέρονται απέναντί του με προκατάληψι, με κακότητα, με κρυψίνοια, θέλοντας να μειώσουν τη σημασία του για τη ζωή τους και να παραστήσουν τους εαυτούς των αυτόνομες υπάρξεις μέσα στο χάος αυτής εδώ της ζωής. Σήμερα οι πολλοί συγκινούνται από το Πάθος του Χριστού, αλλά αύριο οι ίδιοι δεν θα διστάσουν να τον ξανασταυρώσουν, επαναλαμβάνοντες το απαίσιο κακούργημα των σταυρωτών. Και τη στάσι μας αυτή απέναντι του Κυρίου μας την επεκτείνουμε και σε όσους άλλους θυσιάζονται για μας. Πάντα οι αληθινά μεγάλοι της ιστορίας του κόσμου αντιμετώπισαν την εχθρότητα, το μίσος και την περιφρόνησι των ανθρώπων του καιρού τους, όσο ζούσαν και μόνο μετά θάνατον αναγνωρίσθηκε η αξία τους και οι όποιες υπηρεσίες τους για τον εκπολιτισμό της κοινωνίας. Είναι ολέθριο το πάθος της αγνωμοσύνης. Φαίνεται πώς για τον αρρωστημένο εγωισμό μας η αγνωμοσύνη είναι μια ανυπόφορη αισθηματική υποτέλεια προς τον οιονδήποτε ευεργέτη μας και γι' αυτό προσπαθούμε να βρούμε προφάσεις και αφορμές για να απαλλάξουμε από το περιττό της βάρος τις καρδιές και τις συνειδήσεις μας.
Αλλά το πένθος μας σήμερα θα ήταν πιο ειλικρινές αν ταυτόχρονα πενθούσαμε και για την περιφρόνησι του όλου χριστιανικού πνεύματος, που Εκείνος παγίωσε στον κόσμο, εκ μέρους των λεγομένων χριστιανικών κοινωνιών μας. Εκείνος ηθέλησε να μεταλαμπαδεύσει στον άνθρωπο τις αιώνιες και ακατάλυτες αρχές Του, που μπορούν να κάνουν τη γη μας ένα σωστό παράδεισο ανθρωπιάς και καλωσύνης, και οι άνθρωποι περιεφρόνησαν τις αλήθειες Του και θέλησαν να ζήσουν χωρίς αυτές. Από την απαράμιλλη σε σοφία και πληρότητα χριστιανική κοσμοθεωρία οι περισσότεροι σήμερα εφαρμόζουμε -μόνο τους τύπους και αδιαφορούμε για το πνεύμα της πού έρχεται σε αντίθεσι με τα συμφέροντά μας και τα άγρια σκοτεινά μας πάθη. Αλλά με το να παριστάνουμε απλώς τους χριστιανούς χωρίς να είμαστε στην πραγματικότητα, μόνο τους εαυτούς μας ξεγελάμε και τις αρχές μας προδίδουμε. Γιατί η ζωή δεν είναι μια θεατρική παράστασι, αλλά μια συνεχής και αδιάκοπη αγωνιστική προσπάθεια για την πραγμάτωσι ευγενών και υψηλών στόχων, και για την υλοποίησι των αξιών της και των ιδανικών της, που την ομορφαίνουν και της δίνουν νόημα και περιεχόμενο. Χρειάζεται να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τίμιοι. Τόσα χρόνια πολλοί καπηλεύονται τον χριστιανισμό, τον διδάσκουν, τον διαβάζουν, τον μελετούν, τον επικαλούνται, τον κηρύσσουν, αλλά τα έργα τους είναι τελείως ξένα με το νόημά του και τις προσταγές του. Σε τίποτε ,δεν ωφελεί να συγκινούμεθα σήμερα, για το θείο Δράμα, όταν αύριο θα γίνουμε ήρωες άλλου δράματος σε βάρος των συνανθρώπων μας, που είμαστε έτοιμοι να τους αδικήσουμε, αν μπορούμε, ή να τους κάνουμε κακό. Σε τίποτε δεν ωφελεί να λεγόμαστε χριστιανοί, όταν στην καθημερινή πράξι καταπατούμε τα κηρύγματα του Θεανθρώπου και αποδεικνυόμεθα καλοί και επιτυχημένοι υποκριτές. Σε τίποτε δεν ωφελεί να κλαίμε σήμερα, όταν αύριο θα δώσουμε προτεραιότητα στον εγωισμό μας, στα συμφέροντα μας, στην κακότητά μας σκορπίζοντας απλόχερα το μίσος και το φθόνο. Ο εγωισμός και η συμφεροντολογία δεν μας επιτρέπουν ενίοτε να δούμε ότι δεν κερδίζουμε τίποτε, αλλά χάνουμε τα πάντα όταν σαν παπαγάλοι επαναλαμβάνουμε τις ευαγγελικές ρήσεις, χωρίς όμως και να τις εφαρμόζουμε. Έτσι δημιουργούμε ένα πλανεμένο και αποπροσανατολισμένο χριστιανισμό, χωρίς να έχουμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Τα σύγχρονα είδωλά μας ελκύουν τις καρδιές και μας αιχμαλωτίζουν. Αλλά στο τέλος μας χαρίζουν το ανικανοποίητο.
Ας σκεφθούμε απόψε σοβαρά και υπεύθυνα. Ο Χριστός μας είναι πάνω στο Σταυρό με τα χέρια απλωμένα. Μας περιμένει με αγάπη και συμπάθεια για να μας σώσει. Ας μη του αρνηθούμε.


Τρίτη 14 Απριλίου 2020

Η ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ


Κασσιανή, η εκλεκτή του αυτοκράτορα που δεν την παντρεύτηκε επειδή ...
Παίρνει καὶ ἡ ψυχὴ αὐτὴ, «ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσούσα» μέρος στὸ θεῖο δράμα. Ἐκεῖ, στὸ περιθώριο τοῦ Πάθους, παίζει κι αὐτὴ τὸ ρόλο της, τὸν τόσο διδακτικὸ παρ᾿ ὅλη τὴν ἄφρονη ζωή της, τὸν τόσο τίμιο παρ᾿ ὅλη τήν, μέχρι τότε, ἀτιμωτικὴ διαγωγή της.
Ὁ Κύριος, λίγες ἡμέρες πρὸ τοῦ Πάθους, κάθεται προσκεκλημένος στὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου Σίμωνος κι ἐδῶ πρόκειται νὰ γίνη κάτι ποὺ «ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ Εὐαγγέλιον... ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη». Πρόκειται μία ψυχὴ ν᾿ ἀποδείξη μὲ τρόπο χειροπιαστὸ τὴ συντριβή της, ποὺ συντρίβει τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας. Μία ψυχὴ πού, γιὰ τὸν Χριστό, ἔχει ἀξία ἀνείπωτη, περισσότερη ἀπ᾿ ὅ,τι ἔχουν ὅλα μαζὶ τ᾿ ἀγαθά του Σίμωνος.
Καὶ νὰ ὅτι μέσα στὴ λαμπρὴ ἐκείνη ἀτμόσφαιρα, πού, παρ᾿ ὅλη τὴν ἐπιφάνεια, κρύβει βαθειὰ ὑποκρισία καὶ κακότητα, δρασκελίζει τὸ κατώφλι τοῦ σπιτιοῦ μία γυναίκα. Δὲν εἶναι ἄγνωστη. Ὄχι. Εἶναι ἡ παραστρατημένη τῆς γειτονιᾶς... Γνωστὴ σὲ ὅλους πού, τώρα περιτριγυρίζουν μέ τή δήθεν ἁγιότητά τους, τὸν Κύριο. Ἡ ὑποκριτικὴ ψυχή τους, τοὺς ἀναγκάζει νὰ τῆς ρίξουν βλέμματα περιφρονητικά. Καὶ ταυτόχρονα νὰ διερωτηθοῦν, σὰν τί ἄραγε νὰ ζητοῦσε στὸ σπίτι αὐτό, ἡ διεφθαρμένη...
Καὶ νά! Μὲ βῆμα ἤρεμο, μὰ καὶ σταθερό, πλησιάζει Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ὁ τιμώμενος τῆς βραδιᾶς. Κι Ἐκεῖνος παρακολουθεῖ.
Νοιώθοντας, μὲ τὸ ἀλάθητο αἰσθητήριό της, τὴ μεγαλοσύνη Του, πλησιάζει κοντά. οδυρομένη ... «Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι, υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε καί ασέληνος, έρως τής αμαρτίας…». Κι ἐνῷ τὰ μάτια στυλώνονται στὴ γῆ, τὰ γόνατα λυγίζουν καὶ τὰ δάκρυα χύνονται μ᾿ ἀναφιλητὰ καὶ στεναγμούς, συνεχίζει… «Δέξαι μου τάς πηγάς τών δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων τής θαλάσσης τό ύδωρ, κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τούς ουρανούς, τή αφάτω σου κενώσει, καταφιλήσω τούς αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δέ πάλιν, τοίς τής κεφαλής μου βοστρύχοις…».  Τὴ στιγμὴ, ὅμως τούτη ποὺ ἕνα πλάσμα πεσμένο στὰ πόδια τοῦ Πλάστη καὶ Θεοῦ του, ζητᾶ τὴν ἐξιλέωση καί τὴ γαλήνη, ἡ ἀνθρώπινη κακία, ξεκινώντας ἀπὸ διαφορετικὲς σκοπιές, εἴτε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Φαρισαίου, εἴτε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Ἰούδα, ὑπέρπερισεύει, τήν ἴδια ἀκριβῶς στιγμή μιἀ η ψυχή ἀλαφρώνει. «Μή με τήν σήν δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων τό έλεος». Καί ὁ Κύριος μετρώντας μέ τό δικό Του μέτρο  δέχεται τὴ μετάνοια. Παραχωρεῖ τὴν ἄφεση. Γιατί μισεῖ μεν τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀποστρέφεται, ἀγαπᾶ ὅμως στοργικά, πατρικά, ἀνέφελα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τὸν συναναστρέφεται.
Γιὰ τοὺς ὅλους ἦταν μία ἀποκάλυψη αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου. Γιατί γιὰ πρώτη φορὰ ἔβλεπαν νὰ ἐγκαινιάζεται μία νέα τάξις πραγμάτων, τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἡ τυπικότης καὶ αὐστηρότητα τοῦ Νόμου εἶχεν ἐγκαθιδρύσει.
Ἡ πράξη τῆς γυναίκας ἐκείνης ἔμεινε στὴν ἱστορία. Γιατί ὄχι μόνον ἦταν μία παραφωνία γιὰ τὴν ἐποχή της, ἀλλὰ ἀκόμα γιατί προδίκαζε τὴ στάση τοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στὸ μεγάλο πρόβλημα τῆς ἁμαρτίας.
Δυὸ θαυμάσια διδάγματα ξεπηδοῦν ἀπ᾿ τὴν ἱστορία. Τὸ ἕνα ἀπὸ μέρους τῆς γυναίκας. Τὸ ἄλλο ἀπὸ μέρους τοῦ Ἰησοῦ.
Ἡ γυναίκα, ἡ ἁμαρτωλός, στό πρόσωπό της κρύβει ὅλους ἐμᾶς. Ἂς μὴ παραξενευθεῖ κανεὶς ὅτι δῆθεν ὁμοιάζουμε μὲ μία τέτοια προσωπικότητα. Γιατί ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔμαθε νὰ κάνη διακρίσεις καὶ νὰ κατατάσσει σὲ ποιότητες τὶς ἁμαρτίες του, δὲν συμβαίνει βέβαια τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸν Θεό. Ἀπέναντί Του ὅλοι μας βρισκόμαστε στὸν ἴδιο παρονομαστή. Ἔτσι τὴ συντριβὴ ποὺ ἡ γυναίκα ἐκείνη αἰσθάνθηκε, θὰ πρέπη ὅλοι μας νὰ αἰσθανθοῦμε στὸν ἴδιο, ἂν ὄχι σὲ μεγαλύτερο, βαθμό.
Ἂς ἀφήσουμε λοιπόν τὶς ὑποκειμενικότητες καὶ τὶς συμβατικότητες τῆς ζωῆς. Ἡ γυναίκα ποὺ τὴ βραδιὰ ἐκείνη «ἤπλωσε τὰς τρίχας» πρὸς τὸν Δεσπότη, καὶ μὲ τὸ μύρο ἄλειψε τοὺς παναχράντους Του πόδας, ἂς γίνη χειραγωγός μας -καὶ αὐτὴ ἡ παραστρατημένη- πρὸς τὸν Χριστό, τὸν Μέγαν Εὐεργέτη.
Καὶ κάτι ἄλλο. Στὴν ἀγαθὴ πρόκλησή της, ὁ Κύριος ἀπαντᾶ καταφατικά. Δέχεται τὴ μετάνοια, ἀκούει τοὺς στεναγμούς, ὑπολογίζει τὰ δάκρυα, αἰσθάνεται τὸ θρῆνο, δὲν ἀγνοεῖ τὴν συντριβή. Ἡ στάση Τοῦ ξαφνιάζει. Κανεὶς δὲν τὴν περιμένει. Γιατί καὶ κανεὶς δὲν εἶχε μάθει μέχρι τότε πὼς σκέπτεται ὁ Θεός.
Τώρα γλυκοχαράζει στὸν ὁρίζοντα ἡ αὐγὴ τῆς Νέας Διαθήκης. Ἀπ᾿ τὸ ἕνα μέρος μαζί με τὴν ἁμαρτωλό, ὅλοι ἐμεῖς οἱ κατάδικοι, οἱ ἐξόριστοί του Παραδείσου, οἱ αἰχμάλωτοι τῶν παθῶν, προσμένουμε μὲ ἐλπίδα. Κι ἐκεῖ, πάνω ἀπ᾿ τὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ, ἀνατέλλει ὁ λαμπρὸς ἥλιος τῆς ἀγάπης ποὺ θὰ διαλύσει τὴν παγωνιὰ καὶ θὰ θερμάνει τὶς ψυχρὲς καρδιές. Ὅπως ἀνεβαίνει στὸ στερέωμα σιγά-σιγά, στέλνει τὶς ἀκτίνες τοῦ πρὸς ὅλους. Ὅλοι πρέπει νὰ μάθουν τί ἀξίζει ἡ γλυκιά του θαλπωρή. Κι ὅλοι πρέπει νὰ τρέξουν ν᾿ ἀποθέσουν, στοῦ ἥλιου αὐτοῦ τὴ θέα, τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς ποὺ τοὺς πιέζει.
Σήμερα, ἔπειτα ἀπὸ 20 αἰῶνες, ἡ πράξη τῆς ἁμαρτωλοῦ μᾶς συγκινεῖ. Καὶ μᾶς διδάσκει πόσον διαφορετικὰ κρίνει ὁ κόσμος καὶ πόσον διαφορετικὰ κρίνει ὁ Θεός. Κι εἶναι αὐτὸ τὸ πιὸ ἐλπιδοφόρο, τὸ πιὸ σημαντικὸ δίδαγμα γιὰ ὅλους μας. Εἶναι τό μήνυμα τοῦ Σταυροῦ εἶναι τό κέρδος τοῦ Τάφου.


Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Πορεία πρὸς τὴν Ἀνάσταση




7ἑβδομάδα πρὶν τὸ Πάσχα ὀνομάστηκε Μεγάλη ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας χριστιανικοὺς αἰῶνες κι αὐτὸ γιατί, ὅπως μας ἐξηγεῖ ὁ Ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος, μεγάλα καὶ κοσμοσωτήρια γεγονότα συνέβησαν στὴ διάρκειά της. Κέντρο αὐτῶν τῶν γεγονότων εἶναι βεβαίως τὰ Ἅγια καὶ ἄχραντα Πάθη, ἡ θεόσωμη Ταφῆ καὶ ἡ ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Nymfios



Γιὰ τὴ διευκόλυνση τῶν πιστῶν οἱ ἀκολουθίες τῆς Μ. Ἑβδομάδος τελοῦνται ἀντίστροφα τοῦ κανονικοῦ, δηλ. οἱ Ὄρθροι τελοῦνται τὸ ἀπόγευμα καὶ οἱ Ἑσπερινοὶ τὸ πρωί. Παλαιότερα οἱ ὄρθροι τελοῦνταν λίγο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ὅμως ἡ ὥρα αὐτὴ δὲν ἦταν κατάλληλη γιὰ τὴν προσέλευση τῶν πιστῶν. Ἔτσι λοιπὸν σήμερα οἱ ἱερὲς Ἀκολουθίες τελοῦνται ὡς ἑξῆς:


Κυριακὴ Βαΐων ἀπόγευμα: Ὄρθρος Μ. Δευτέρας
Μ. Δευτέρα πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Δευτέρας
Μ. Δευτέρα απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Τρίτης
Μ. Τρίτη πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Τρίτης
Μ. Τρίτη απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Τετάρτης
Μ. Τετάρτη πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Τετάρτης
Μ. Τετάρτη απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Πέμπτης
Μ. Πέμπτη πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Πέμπτης
Μ. Πέμπτη απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Παρασκευῆς
Μ. Παρασκευὴ πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Παρασκευῆς
Μ. Παρασκευὴ απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Σαββάτου
Μ. Σάββατο πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Σαββάτου
Μ. Σάββατο βράδυ: Ὄρθρος Κυριακῆς τοῦ Πάσχα
Κυριακή του Πάσχα πρωὶ ἢ ἀπόγευμα: Ἑσπερινός της Ἀγάπης


Ἡ ὑμνολογία καὶ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα τῆς Μ. Ἑβδομάδας εἶναι ἰδιαιτέρως κατανυκτικὰ καὶ μᾶς βοηθοῦν νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ ζήσουμε κυριολεκτικὰ τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Λέει χαρακτηριστικὰ ἕνας ὕμνος: «Συμπορευθῶμεν αὐτῶ καὶ συσταυρωθῶμεν… ἶνα καὶ συζήσωμεν αὐτῶ…»
Κυριακὴ τῶν Βαΐων: Τὴν τελευταία Κυριακὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἑορτάζουμε τὴ θριαμβευτικὴ εἴσοδο τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ὁποία ὁ λαὸς ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου ποὺ εἶχα προηγηθεῖ ὑποδέχτηκε τὸν Χριστὸ κρατώντας κλαδιὰ φοινίκων καὶ βάγια. Σὲ ἀνάμνηση ἐκείνης τῆς ὑποδοχῆς κρατᾶμε κι ἐμεῖς αὐτὴ τὴ μέρα κλαδιὰ δάφνης ὑποδεχόμενοι τὸν Κύριο ὄχι σὰν ἕνα θριαμβευτή, κοσμικὸ βασιλιά, ὅπως τὸν φαντάζονταν οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ σὰν αἰώνιο, πνευματικὸ βασιλιά. Ἡ εἴσοδος, ὅμως, τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα ἦταν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας Του πρὸς τὸ Πάθος. Ἤδη οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀποφασίσει τὴ θανάτωσή Του καὶ ὁ Ἰούδας τὴν προδοσία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ἔναρξη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας.
«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσω τῆς νυκτός` καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὐρήσει γρηγορούντα` ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὐρήσει ραθυμούντα. Βλέπε οὔν, ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθης, ἶνα μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῆς καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθής` ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα∙ Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός` διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἠμᾶς.»
Μεγάλη Δευτέρα: Εἶναι ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τοῦ Ἁγ. Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου, γιοῦ τοῦ πατριάρχη Ἰακώβ. Τὰ ἀδέλφια τοῦ Ἰωσὴφ τὸν φθονοῦσαν, γι’ αὐτὸ τὸν ἔριξαν μέσα σ’ ἕνα λάκκο καὶ κατόπιν τὸν πούλησαν σὲ Αἰγυπτίους ἐμπόρους. Ὑπέφερε πολλά, ὅμως στὸ τέλος δοξάστηκε κι ἔγινε ἄρχοντας τῆς Αἰγύπτου. Ὁ Ἰωσὴφ θεωρεῖται τύπος τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὰ παθήματα, τὴν ἀρετή του, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἀνεξικακία του. Καὶ ὁ Κύριος φθονήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους καὶ ἀφοῦ ὑπέφερε πολλὰ γιὰ τὴ σωτηρία μας δοξάστηκε μὲ τὴν Ἀνάστασή Του.
Ἐπίσης τὴ Μ. Δευτέρα τελεῖται ἀνάμνηση τῆς ξηρανθείσας συκῆς. Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση τὸ θαῦμα αὐτὸ ἔγινε τὴν ἑπομένη τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ Χριστὸς βλέποντας στὸ δρόμο μία συκιά, πῆγε κοντά της, μὰ δὲ βρῆκε παρὰ μόνο φύλλα` καὶ τῆς λέει: «Ποτὲ πιὰ μὴν ξαναβγάλεις καρπό!» Κι ἀμέσως ξεράθηκε ἡ συκιά. Ἐκείνη ἡ ἄκαρπη συκιὰ συμβόλιζε τὴ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων ποὺ δὲν εἶχε νὰ παρουσιάσει πνευματικοὺς καρποὺς καὶ γι’ αὐτὸ καταδικάστηκε ἀπὸ τὸν Κύριο. Συμβόλιζε ἀκόμα καὶ κάθε ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει πνευματικὴ καρποφορία. Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας ἀφηγεῖται ὄχι μόνο τὸ ἐπεισόδιο τῆς συκῆς ἀλλὰ καὶ τὶς παραβολὲς τῶν δυὸ γιῶν (Ματθ. 21, 28-32) καὶ τῶν κακῶν γεωργῶν (Ματθ. 21, 33-46) μέσο τῶν ὁποίων ὁ Κύριος προεῖπε τὴν ἀπόρριψη Τοῦ ἰσραηλιτικὸ λαό. Οἱ παραβολὲς αὐτὲς ἐλέχθησαν τὴν ἡμέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νὰ διαβάζονται τὴν Μ. Δευτέρα.
Μεγάλη Τρίτη: Εἶναι ἀφιερωμένη στὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων (Ματθ. 25, 1 – 13). Ὅμως οἱ ὕμνοι τῆς ἡμέρας ἀναφέρονται καὶ στὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων (Ματθ. 25, 14 – 30) καθὼς καὶ στὴ μέλλουσα κρίση (Ματθ. 25, 31 – 46). Οἱ τρεῖς αὐτὲς παραβολὲς ἀποτελοῦν μέρος μιᾶς μεγάλης διδασκαλίας ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς κατ’ ἰδὶαν στοὺς μαθητὲς Τοῦ στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του. Σ’ αὐτὴ τὴν ὁμιλία περιλαμβάνονται σπουδαῖες καὶ βαρυσήμαντες προβλέψεις γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος τόνισε ἀκόμα πὼς πρέπει νὰ ἤμαστε πάντα ἕτοιμοι νὰ Τὸν ὑποδεχτοῦμε γιατί θὰ ἔρθει σὲ ἄγνωστο χρόνο. Ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων εἶναι ἐμπνευσμένο τὸ τροπάριο «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσω τῆς νυκτός…» καὶ ὁ ἀκόλουθος ὕμνος:
«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ∙ λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, φωτοδότα, καὶ σῶσον με».
Μεγάλη Τετάρτη: Τὸ συναξάρι τῆς Μ. Τετάρτης ἀναφέρει ὡς θέμα τὴν ἄλειψη τοῦ Κυρίου μὲ μύρο ἀπὸ μία γυναῖκα πόρνη, γεγονὸς ποὺ συνέβη λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του. Ἡ ὑμνογραφικὴ παράδοση συγκρίνει τὴν μετάνοια τῆς πόρνης μὲ τὸ φοβερὸ ὀλίσθημα τοῦ Ἰούδα καὶ παραλληλίζει τὶς δυὸ ψυχικὲς καταστάσεις. Ἡ πόρνη ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μετανοεῖ, ἐνῷ ὁ Ἰούδας αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὴ φιλαργυρία καὶ ἀποχωρίζεται ἀπ’ τὸ Θεό. Ἰδιαίτερα συγκινητικὸ εἶναι τὸ γνωστὸ «τροπάριο τῆς Κασσιανῆς» (γραμμένο ἀπὸ τὴ μοναχὴ Κασσιανή) ποὺ ἐκφράζει τὴ θερμὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας:
Κύριε, ἡ ἐν πολλαὶς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοὶ πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοὶ ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τὲ καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τᾶς πηγᾶς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ` κάμφθητι μοὶ πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τὴ ἀφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοὶς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχης ὦν  ἐν τῷ παραδείσῳ Εὕα τὸ δειλινὸν κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τὶς ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μὴ μὲ τὴν σὴν δούλην παρίδης, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Τὴ Μ. Τετάρτη ἡ ὑμνολογία φέρνει στὴ μνήμη μας καὶ τὴ σύγκλιση τοῦ Συνεδρίου, δήλ. τοῦ ἀνώτατου δικαστηρίου τῶν Ἰουδαίων, τὸ ὁποῖο καὶ ἀποφάσισε τὴ σύλληψη καὶ τὴν καταδίκη τοῦ Κυρίου. Οἱ ὕμνοι τῆς Μ. Τετάρτης ἀναφέρονται ἐπίσης στὴν ἀπόφαση τοῦ Ἰούδα νὰ παραδώσει τὸν Κύριο καὶ στὴ συμφωνία του μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς.
Μεγάλη Πέμπτη: Τὰ γεγονότα τῆς Μ. Πέμπτης εἶναι κατὰ σειρὰ τὰ ἑξῆς: 1. Ὁ Ἱερὸς Νιπτῆρας, δηλ. τὸ πλύσιμο τῶν ποδιῶν τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. 2. Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, δηλ. ἡ παράδοση τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἀπὸ τὸ Χριστό. 3. Ἡ «ὑπερφυὴς προσευχή», δήλ. ἡ ἀγωνιώδης προσευχὴ τοῦ Κυρίου στὴ Γεσθημανὴ πρὶν τὴ σύλληψή Του. 4. Ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα, δηλ. ἡ παράδοση τοῦ Κυρίου στοὺς Ἰουδαίους μὲ φίλημα.
Μεγάλη Παρασκευή: ἐπιτελοῦμε ἀνάμνηση τῆς Σταύρωσης τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀκολουθία τῶν Ἁγίων καὶ Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Κυρίου, ὅπως ὀνομάζεται, μᾶς φέρνει στὴ μνήμη ὅσα ὑπέμεινε γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος: «τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τάς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρὰν χλαῖναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην` καὶ πρὸ πάντων τὸν σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον».
Γίνεται ἐπίσης μνεία τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ ποὺ ἔλαβε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ μὲ τὴ μετάνοιά του «πρῶτος παραδείσου πύλας ἀνοίξας εἰσῆλθεν».
Τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τῆς ἀκολουθίας εἶναι ἡ ἀνάγνωση δώδεκα Εὐαγγελίων. Ἀπὸ αὐτά, τὸ πρῶτο (τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Διαθήκης) περιλαμβάνει τὶς ὑποθῆκες τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ τὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχή Του. Τὰ ὑπόλοιπα Εὐαγγέλια ἐξιστοροῦν τὴ σύλληψη, τὴ δίκη, τὰ πάθη, τὸ σταυρικὸ θάνατο, τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου καθὼς καὶ τὴν ἀσφάλιση τοῦ τάφου μὲ τὴ βοήθεια τῆς κουστωδίας. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ πέμπτου Εὐαγγελίου γίνεται ἡ λιτάνευση τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἡ τοποθέτησή Του στὸ μέσο τοῦ Ναοῦ καθὼς ὁ χορὸς ψάλλει ἀργὰ καὶ κατανυκτικὰ τὸ ἑξῆς τροπάριο: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων Βασιλεύς. Ψεύδη πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἤλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμεν σου τὰ πάθη, Χριστέ. Δεῖξον ἠμὶν καὶ τὴν ἔνδοξόν σου ἀνάστασιν».
Μέγα Σάββατο : Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζουμε «τὴν θεόσωμον ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον» τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται μέσα στὸν τάφο, ὅπως «ἀναπαύθηκε» ὅταν πρωτοδημιούργησε τὸν κόσμο τὴν ἕβδομη μέρα. Ὅμως ἀναπαύεται ὡς θεάνθρωπος. Τὸ πανάχραντο σῶμα Του θάπτεται στὸν τάφο, ἀλλὰ πνευματικὰ ὁ ἴδιος μεταβαίνει στὸν Ἅδη καὶ συνεχίζει τὸ σωτηριῶδες ἔργο Του. Καλεῖ κοντὰ Του ὅλους τους δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα μέχρι τοὺς ἔσχατους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ μὴν λείψει κανεὶς ἀπὸ τὸ παγκόσμιο προσκλητήριο τῆς σωτηρίας, ποὺ εἶναι τελικὰ μιὰ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ὁλοκλήρωσης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ κάθοδος αὐτὴ ἦταν τὸ τελειωτικὸ χτύπημα κατὰ τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτὸ ψέλνουμε χαρακτηριστικά: «Ὄτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν ἄδην ἐνέκρωσας τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος».
Στὸν ὄρθρο τοῦ Μ. Σαββάτου ψάλλονται τὰ Ἐγκώμια, δήλ. σύντομα τροπάρια ποὺ ἐξιστοροῦν τὰ πάθη τοῦ Κυρίου, ἐξυμνοῦν τὴν ταφή του καὶ διασαλπίζουν τὴ νίκη Τοῦ κατὰ τοῦ θανάτου. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ Ὄρθρου γίνεται καὶ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου γύρω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς ἐνορίας.
Ὁ Ἑσπερινός του Μ. Σαββάτου ποὺ τελεῖται τὸ πρωὶ μαζὶ μὲ τὴ θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀναστάσιμος. Εἶναι ὁ Ἑσπερινός του Πάσχα. Ψάλλονται ὕμνοι ἀναστάσιμοι, διαβάζεται ἡ προφητεία τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ ὁποίου τὸ πάθημα προτύπωνε τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀντηχεῖ σὰν νικητήρια ἰαχὴ ὁ ψαλμικὸς ἦχος: «Ἀνάστα ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πάσι τοῖς ἔθνεσι».

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Τὸ Πάσχα ἦταν ἀρχαιότατη ἰουδαϊκὴ γιορτὴ ποὺ τελοῦνταν τὴ νύχτα τῆς 14ης πρὸς τὴ 15η τοῦ μηνὸς Νισᾶν. Οἱ Ἰουδαῖοι γιόρταζαν τὴν ἀπελευθέρωσή τους ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν Αἰγυπτίων κατόπιν τῆς σφαγῆς τῶν πρωτότοκων τῶν Αἰγυπτίων, ἀπ’ τὴν ὁποία διέφυγαν τὰ δικά τους πρωτότοκα χάρη στὸ αἷμα τοῦ ἀμνοῦ μὲ τὸ ὁποῖο ἄλειψαν τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν τους. Ἡ λέξη πάσχα  ὑπενθυμίζει τὴ θαυμαστὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες καὶ γενικότερα τὴ διάβασή τους ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν ἐλευθερία. Ὅμως τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἦταν συμβολικὰ καὶ προφητικά. Τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα ἦταν τύπος τοῦ χριστιανικοῦ. Ὁ πασχάλιος ἀμνὸς τῶν Ἰουδαίων ἦταν σύμβολο καὶ τύπος τοῦ ἀληθινοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε γιὰ μᾶς καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ ἐξαγόρασε τὴν ἐλευθερία μας ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Κατὰ δὲ θεία οἰκονομία ἡ θυσία τοῦ Κυρίου συνέπεσε μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα, ποὺ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἔτυχε νὰ εἶναι Σάββατο. Ὁ Κύριος σταυρώθηκε καὶ πέθανε τὴν Παρασκευή, τὸ βράδυ ὅπου οἱ Ἰουδαῖοι ἔτρωγαν τὸν πασχάλιο ἀμνὸ καὶ ἀναστήθηκε μετὰ τὸ Σάββατο, δηλ. τὴν πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδας ἡ ὁποία γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὀνομάστηκε Κυριακή. Ἡ πασχαλινὴ ἀκολουθία εἶναι ἰδιαιτέρως λαμπρή. Ξεκινᾶ στὶς 12, μεσάνυχτα τοῦ Μ. Σαββάτου μὲ τὸν Ὄρθρο καὶ συνεχίζει μὲ τὴν θ. Λειτουργία. Τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα τελεῖται ὁ Ἑσπερινός της Ἀγάπης. Κατὰ τὴ διάρκειά του διαβάζεται ἡ εὐαγγελικὴ περικοπῆ ποὺ ἐξιστορεῖ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στοὺς δώδεκα μαθητὲς τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασής Του. Τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ διαβάζεται σὲ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες γλῶσσες γιὰ νὰ κηρυχθεῖ σ’ ὅλα τὰ ἔθνη ὅτι «Χριστὸς ἐγερθεῖς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῶ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».

http://www.imkifissias.gr/ 

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


Απόστολος Κυριακής: Φιλιπ. δ’ 4-9
Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. 5 τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. 6 μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ’ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. 7 καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ  Ἰησοῦ. 8 Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· 9 ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν.
 Αποτέλεσμα εικόνας για kyriakh baivn

Δεήσεις με ευχαριστία

Η Κυριακή των Βαΐων είναι μία μέρα μοναδική μέσα στην περίοδο του ιερού Τριωδίου. Είναι ο πρόναος της Μεγάλης Εβδομάδος. Είναι ημέρα πανηγυρική ανάμεσα στις τόσες κατανυκτικές. Διότι ο Κύριος προτυπώνοντας τον αιώνιο θρίαμβό του, εισέρχεται στην αγία πόλη «καθήμενος επί πώλον όνου». Και τα πλήθη του λαού Τον υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων και ζητωκραυγάζουν: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ».
Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας σ’ αυτό το κλίμα κινείται. «Χαίρεται εν Κυρίω πάντοτε», μας λέει ο απόστολος Παύλος. Και το επαναλαμβάνει και πάλι, «χαίρετε». Να χαίρεστε. Η επιείκειά σας και η υποχωρητικότητά σας ας γίνει γνωστή σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμη και στους απίστους. Ο Κύριος πλησιάζει να έλθει και θ’ αποδώσει στον καθένα ό,τι του ανήκει. Μη κυριεύεστε από άγχος για τίποτε, αλλά για κάθε τι που σας παρουσιάζεται να κάνετε γνωστά τα αιτήματά σας προς τον Θεό με την προσευχή και με τη δέηση, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται και με ευχαριστία ευγνωμοσύνης για όσα ο Θεός μας έδωσε. «Μετά ευχαριστίας τα αιτήματα υμών γνωριζέσθω προς τον Θεόν». Κι έτσι, η ειρήνη του Θεού, της οποίας την τελειότητα δεν μπορεί να νιώσει κάθε νους, θα φρουρήσει τις καρδιές σας και τις σκέψεις σας, εφόσον μένετε ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό.
Σ’ αυτό το ιερό κείμενο μας προκαλεί εντύπωση μια φράση του Αποστόλου που δεν την κατανοεί κανείς με μία πρώτη ανάγνωση. Ζητά να αναφέρουμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής μας στον Κύριό μας με αισθήματα ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης. Γιατί; Διότι όταν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στα χέρια του Θεού, κατανοούμε ότι ακόμη και τα δυσάρεστα γεγονότα είναι για το καλό μας. Τα ξέρει όλα ο Κύριός μας και ό,τι επιτρέπει τελικώς συντελεί στη σωτηρίας μας. Αφού όμως τα ξέρει, γιατί να Του τα αναφέρουμε; Για να δείξουμε την εξάρτησή μας απ’ Αυτόν και την εμπιστοσύνη μας σ’ Αυτόν. Όλα τα προβλήματά μας μόνο ο Κύριος μπορεί να μας τα λύσει, γι’ αυτό να τ’ αναθέτουμε όλα στον Θεό. Όλη μας τη ζωή να την εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν. Το θέλημά του να γίνεται. Εάν είμαστε γνήσιοι άνθρωποι του Χριστού, θα πρέπει όλα να τα κάνουμε δοξολογητική προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη και τη χαρά και την επιτυχία. Ό,τι κι αν μας συμβεί. Διότι όλα με την προσευχή παίρνουν τον δρόμο τους, όταν εμείς έχουμε εμπιστοσύνη και πίστη στην αγάπη του και την πρόνοιά του. Έτσι θα ζούμε χωρίς αγωνία. Όλα θα γίνονται προσευχή μέσα στο κλίμα της προσευχής όλα γίνονται με χάρη και χαρά.

Οι σκέψεις και οι πράξεις

Ο άγιος Απόστολος στη συνέχεια μας δίνει πνευματικές παρακαταθήκες σπουδαίες, που αναφέρονται στις σκέψεις και στις πράξεις μας. Αδελφοί, λέει, όσα είναι αληθινά, όσα είναι σεμνά, όσα είναι δίκαια, όσα είναι αμόλυντα και αγνά, όσα είναι προσφιλή στον Θεό και στους καλούς ανθρώπους, όσα έχουν καλή φήμη, και οποιαδήποτε άλλη αρετή και οποιοδήποτε καλό έργο που είναι άξιο επαίνου, αυτά να συλλογίζεστε και να προσέχετε, κι έτσι να τα εφαρμόζετε και στη ζωή σας· «ταύτα λογίζεσθε· και… ταύτα πράσσετε». Αυτά που μάθατε και παραλάβατε με την προφορική διδασκαλία μου και τα ακούσατε και τα είδατε σ’ όλη τη συμπεριφορά μου και τη διαγωγή μου, αυτά και να κάνετε. Και τότε ο Θεός που είναι ο χορηγός της ειρήνης θα είναι μαζί σας.
Όλες αυτές οι πνευματικές παρακαταθήκες που δίνει ο απόστολος Παύλος στους Φιλιππησίους, αναφέρονται ουσιαστικά σ’ ένα θέμα, στην καθαρότητα και την αγιότητα των σκέψεων και των πράξεών μας. Να είναι οι σκέψεις μας αμόλυντες, για να είναι και οι πράξεις μας θεάρεστες. Διότι από το περιεχόμενο του νου και της καρδιάς μας πηγάζουν και οι πράξεις μας. Αυτήν βέβαια τη γενική αλήθεια μπορούμε ιδιαιτέρως τώρα τις άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος να την εφαρμόσουμε με ιδιαίτερο περιεχόμενο. Μην αφήσουμε δηλαδή το νου μας τις μεγάλες και κοσμοσωτήριες και ιερές αυτές ημέρες να πελαγοδρομεί στα καθημερινά και τα βιοτικά. Αλλά ας στρέψουμε το νου και την καρδιά μας στον ερχόμενο Βασιλέα των βασιλευόντων.
Ας Τον υποδεχθούμε ότι τόσο με βαΐα φοινίκων και πρόσκαιρα επιδερμικά αισθήματα αλλά με βιώματα ιερά. Σε λίγο η Μεγάλη Εβδομάδα αρχίζει. Θα αντικρίσουμε τον Κύριο και Βασιλέα της ζωής μας επάνω στο σταυρό. Ας Του προσφέρουμε όχι τόσο τα δάκρυα και τα άνθη μας, αλλά την καρδιά μας και την αγάπη μας. Να αφήσουμε το νου μας να πλημμυρίσει με άγιες σκέψεις και αισθήματα αφοσιώσεως και μετανοίας. Να γίνει η καρδιά μας ιερό όχημα, για να έλθει μέσα της ο Χριστός. Έτσι θα μεταμορφωθεί και η ζωή μας. Έτσι και οι πράξεις μας θα εξαγιασθούν. Μοναδική εντρύφησή μας να είναι η μελέτη των αγίων Παθών του Κυρίου μας. Να πονέσουμε όχι μόνο για τα δικά του Πάθη αλλά και για τις δικές μας αμαρτίες, που τόσο εύκολα και εξακολουθητικά διαπράττουμε. Κι ας Τον παρακαλέσουμε να μας κάνει νέους ανθρώπους, αναγεννημένους και αναστημένους.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Το Τροπάριο της Κασσιανής και η ιστορία του (ΒΙΝΤΕΟ)

Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι αυτό της ευσεβούς και λογίας ποιητρίας του Βυζαντίου, Κασσιανής.

Από τον βυζαντινό χρονογράφο Συμεών Μάγιστρο (990 μ.Χ) μαθαίνουμε ότι η Ευφροσύνη, μητέρα του αυτοκράτορα Θεόφιλου και κόρη του Κωνσταντίνου του ΣΤ’, στην προσπάθειά της να παντρέψη το γιο της, το έτος 830μ.Χ, διοργάνωσε στην μεγαλόπρεπη αίθουσα Τρικλίνιο των ανακτόρων της Κωνσταντινούπολης, μεγάλη σύναξη από τις πιο όμορφες κοπέλες της Αυτοκρατορίας.
Η προσέλευση υπήρξε μεγάλη από «καλλίστας παρθένους». Κι όταν παρατάχθηκαν στη σειρά, καθισμένες πάνω σε πολυτελή ανάκλιντρα, ο αυτοκράτορας Θεόφιλος περιήλθε μπροστά τους να διαλέξη την μέλλουσα σύζυγό του και αυτοκράτειρα, δίνοντας σε όποια διάλεγε ένα χρυσό μήλο.

Η ομορφότερη ήταν η Κασσιανή, που η ομορφιά της θάμπωσε το νεαρό Θεόφιλο και σ’ αυτήν επρόκειτο να δώση το μήλο, σύμβολο της προτίμησής του. Θέλοντας όμως να διαπιστώση αν και η εξυπνάδα της ήταν ανάλογη με την ομορφιά της, της είπε: «Ως άρα δια γυναικός ερρύη τα φαύλα» («Από τη γυναίκα ξεκινούν τα κακά πράγματα»), υπονοώντας την Εύα.

 Η Κασσιανή όμως δεν ξαφνιάστηκε και θέλοντας να δείξη και την εξυπνάδα της απάντησε: «Αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» («Και από τη γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα, τα ευγενέστερα»), υπονοώντας την Παναγία, που έφερε στον κόσμο το μεγαλύτερο αγαθό.

Αυτή όμως η πράγματι έξυπνη απάντηση χαρακτηρίσθηκε από τον Θεόφιλο ότι περιείχε και κάποια προπέτεια και επιπολαιότητα, οπότε έδωσε το μήλο στην επίσης ωραία, αλλά και σεμνή Θεοδώρα.

Η Κασσιανή απογοητεύθηκε από την αποτυχία της και πήρε την απόφαση να αποτραβηχτή από τον κόσμο και να μονάση. Έκτισε με δικά της χρήματα ένα μοναστήρι, που πήρε αργότερα το όνομά της, ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και αφιερώθηκε στη λατρεία του Χριστού και στην ποίηση, συνδυάζοντας έτσι τη βαθειά ευσέβεια και την κλίση της στα γράμματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την αποτυχία της είπε: «Επειδή δεν έγινα βασίλισσα του προσκαίρου τούτου κόσμου, θα γίνω υπήκοος της αιωνίας Βασιλείας του Χριστού».

Εκεί στο μοναστήρι εκδηλώθηκε και το έμφυτο καλλλιτεχνικό της ταλέντο και το βαθύ θρησκευτικό της συναίσθημα συνθέτοντας εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, Ιδιόμελα. Εκεί στην ήσυχη και υποβλητική ατμόσφαιρα του μοναστηριού συνέθεσε και το περίφημο Ιδιόμελο «Τροπάριο της Κασσιανής» από το όνομά της, που αργότερα η Ορθόδοξη Εκκλησία το καθιέρωσε ως Δοξαστικό των Αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.


Φαίνεται καθαρά ότι η Κασσιανή εμπνεύστηκε το Ιδιόμελο αυτό τροπάριο από τα λόγια των Ευαγγελιστών, που δεν αναφέρονται στη Μαρία τη Μαγδαληνή, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά στην ανώνυμη αμαρτωλή γυναίκα, τη μοιχαλίδα, που ο Χριστός έσωσε από βέβαιο λιθοβολισμό του έξαλλου πλήθους των Φαρισαίων για το ηθικό της παράπτωμα, με εκείνα τα λόγια Του: «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω επ’ αυτήν».

Και όταν αργότερα ο Ιησούς βρέθηκε στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου του λεπρού, η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα αισθάνεται την ανάγκη να πάη να εκφράση την ευγνωμοσύνη και αφοσίωσή της στον Σωτήρα Χριστό. Αγοράζει αρώματα, ντύνεται ταπεινά και σεμνά και ταπεινωμένη και συντετριμμένη, με δάκρυα στα μάτια, έρχεται και πλένει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της. Τα δάκρυά της εκείνα ήταν δάκρυα ελέους και συντριβής και κλαίει με πάθος να την ευσπλαχνιστή ο Θεός της αγάπης και της συγχώρεσης.

Το παραπάνω περιστατικό το αναφέρουν οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.

Ο Λουκάς (ζ. 37-38) γράφει: «Και ιδού γυνή εν τη πόλει ήτις ην αμαρτωλός, και επιγνούσα ότι ανάκειται εν τη οικία του Φαρισαίου, κομίσασα αλάβαστρον μύρου και στάσα οπίσω παρά τους πόδας αυτού κλαίουσα, ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσι και ταις θριξί της κεφαλής αυτής εξέμασσε και κατεφίλει τους πόδας αυτού και ήλειφε τω μύρω».

Ο Ματθαίος (κστ`, 6-7): «Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου, και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου».

Και ο Μάρκος (ΙΔ` 3) λέγει: «Και όντος αυτού εν Βηθανία εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, κατακειμένου αυτού ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς και συντρίψασα το αλάβαστρον κατέχεεν αυτού κατά της κεφαλής».

Και την πληγωμένη και πονεμένη καρδιά της Κασσιανής δεν ήταν δυνατόν να μην αγγίξη ο κραδασμός εκείνης της αμαρτωλής γυναίκας. Και διατυπώνει στο αριστουργηματικό εκείνο τροπάριο, που φέρει το όνομά της, με λυρική έξαρση και υποβλητικότητα τον δικό της ψυχικό κραδασμό.

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή,
την σην αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν,
οδυρομένη, μύρα σοι, προ του ενταφιασμού κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας,
ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ·
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας,
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας,
αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις·
ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν,
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους
τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;
Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.

Μετάφραση του Φώτη Κόντογλου:Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.

ΠΗΓΗ 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΑΪΩΝ

vaiwn

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ
Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι ἡ μεγαλειώδης εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀποτελεῖ προανάκρουσμα τῆς θριαμβευτικῆς νίκης τῆς Ἀνάστασής Του. Προαναγγελία τοῦ θριάμβου τῆς ζωῆς πάνω στὸν θάνατο. Στὴν σημερινὴ γιορτὴ καλούμαστε νὰ ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς λυτρωτικῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὰ εὐαγγέλια τονίζουν τὴν μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ. Πρώτη φορὰ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα μ’ αὐτόν τρόπο. Πρώτη φορὰ ἀποδέχθηκε τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὶς ἐπευφημίες τοῦ λαοῦ, τὴν δημόσια ἐπιδοκιμασία καὶ ἀναγνώριση. Καὶ αὐτὸ γιατί γνώριζε πόσο θολὰ καὶ ἐπιφανειακὰ εἶναι συνήθως τὰ αἰσθήματά του κόσμου. Πόσο ἀσταθὴς καὶ εὐμετάβλητη εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Πόσο εὔκολα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσωπική μας ζωὴ τὸ ὡσαννὰ εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐξελίσσεται καὶ μεταβάλλεται σὲ ἆρον ἆρον σταύρωσον αὐτόν. Μιὰ χαρακτηριστικὴ καὶ ἀντιπροσωπευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, ποὺ πρέπει νὰ μᾶς συνετίζει. Μέσα στὴν λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας κάθε χρόνο θυμόμαστε καὶ γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ γεγονός. Καθὼς ψάλλουμε τὸ σήμερον ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, συνδέουμε τὸ χθὲς τῆς ἱστορίας ποὺ πέρασε μὲ τὸ σήμερα τῆς καθημερινότητας ποὺ ζοῦμε. Ἐπαναλαμβάνουμε τὰ ἴδια τροπάρια καὶ ἀναγνώσματα, τὶς ἴδιες ἀκολουθίες καὶ τελετές. Καὶ ὅμως τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ πνευματικό τους μήνυμα μᾶς ἀγγίζει καὶ μᾶς συγκινεῖ πάντοτε. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε μάρτυρες τῆς ὀδύνης τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ μέτοχοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τὸ ἅγιο καὶ βαθὺ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε τόπο καὶ χρόνο.
Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς «ἐπείγεται τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι». Σ’ αὐτὴν τὴν πορεία μᾶς δείχνει ποιά εἶναι ἡ βασιλεία Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε πολίτες της. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ ἐνίσχυση καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, γιὰ εἰρήνη καὶ ἐλπίδα. Μᾶς λέει γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἁγιότητας μὲ τιμιότητα καὶ ταπείνωση, μέ κόπο καὶ θυσία. Ἀπογοητεύει, βέβαια, τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς Του καὶ τοὺς σημερινοὺς, ποὺ τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν βλέπουν ὠφελιμιστικά. Ἀπογυμνώνει κάθε θρησκευτικὴ πίστη ποὺ στοχεύει στὴν ὑπεροχή, τὴν κοσμικὴ δύναμη, τὴν ἐπιτυχία, τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὅποιων ὀνείρων εὐτυχίας. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ὁτιδήποτε γήινο καὶ ἐγκόσμιο. Ὄπως τότε παρεξηγήθηκε, ἔτσι καὶ σήμερα διαστρεβλώνεται στὴν ἐσφαλμένη σκέψη καὶ πρακτικὴ κάποιων χριστιανῶν. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐγκαθιδρυθεῖ μυστηριακὰ στὴν Ἐκκλησία, κρυμμένη στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν μελῶν Της, ποὺ περιμένουν τὴν φανέρωσή της.
«…Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου…» Καθὼς ψάλλουμε τὸ τροπάριο, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν ὁμολογία τῆς πίστης μας ὅτι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔστω καὶ ἂν πεθάνουμε, δὲν θὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ ζήσουμε στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Σωτῆρας Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀποδεχόμαστε ὅτι ὁ θάνατός Του εἶναι ἀπόδειξη καὶ φανέρωση τῆς κυριότητάς Του. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει «διὰ τοῦτο Αὐτὸν βασιλέα καλῶ, ἐπειδὴ βλέπω αὐτὸν σταυρούμενον, βασιλέως γὰρ ἐστὶν τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνῇσκειν».
Ζοῦμε σ’ ἕναν κόσμο ποὺ γκρεμίζει τὰ χριστιανικὰ θεμέλια τοῦ πολιτισμοῦ. Μιὰ ἐποχὴ ποὺ προδίδει τὶς χριστιανικὲς ῥίζες καὶ ἀρχές. Κυβερνήσεις, πολιτικοοικονομικά συστήματα καί μέσα ἐνημέρωσης στὴν θρησκευτική τους ἀδιαφορία καὶ οὐδετερότητα θέλουν τὴν ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἀγωνίζονται, γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία τους. Ἀνταγωνίζονται, γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν ἐπιρροή τους. Συγκρούονται σφοδρᾶ, γιὰ νὰ προωθήσουν τὰ συμφέροντά τους. Ἡ πίστη ἀμφισβητεῖται, ἐμπαίζεται καί παραμερίζεται. Αὐτὸ δὲν εἶναι σημεῖο τῶν καιρῶν μας, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς φοβίζει καὶ νὰ μᾶς ἀπογοητεύει. Εἶναι βαθιὰ κατανόηση τῆς φύσης τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σὲ σχέση μὲ τὸν διαχρονικὸ ἀγῶνα τῆς πίστης. Οἱ πανίσχυρες καὶ διαπλεκόμενες «βασιλεῖες τοῦ κόσμου» δὲν ἄφηναν ποτὲ καὶ δὲν ἀφήνουν καὶ σήμερα τόπο γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Και ὅμως ὁ Θεός ἔχει τόν δικό Του παράδοξο καί μυστηριώδη τρόπο νά ἐνεργεῖ στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ἀνυποψίαστος ὁ σημερινός κόσμος δεν μπορεῖ νά καταλάβει τούς πιστούς πού καί σήμερα διακηρύττουν στίς κάθε εἴδους βασιλεῖες τῆς ἐποχῆς μας «ὡσαννὰ, ζεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας». Ἀμήν.-

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

ΠΡΟ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ





ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΗ,: ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΚΥΡΟΥ  ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ Α΄  ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΥΡΡΑΧΙΟΥ
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 1947



Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Κατὰ τᾶς προηγούμενος αγίας ἡμέρας τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἑβδομάδος παρηκολουθήσαμεν νοερῶς τᾶς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ ἐνανθρωπηήσαντος Υιοῦ τοῦ θεού. Σήμερον Τὸν βλέπομεν ὑψωμένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον τοῦ Σταυροῦ, γεμάτον ἀπὸ πληγᾶς, λουσμένον μέσα εἰς τὸ αἵμα Του, αγκαθοστεφανωμένον, βασανιζόμενον ἀπό τὸν πόνον καὶ ἀπὸ  τὴν δίψαν.
Πονεί διὰ τᾶς ἁμαρτίας μας καὶ δίψα δι’ ὅλοὺ τοῦ κόσμου τὴν σωτηρίαν, χάριν τῆς ὁποίας τρέχει ἀπὸ τᾶς πληγᾶς Τοῦ τὸ τίμιον αἷμα. Διψᾶ τήνισωτηριαν καὶ ἐκείνων ἀκόμη ποῦ Τὸν ἔχουν σταυρώσει, ἐκείνων ποὺ ἀκόμη τὸν ὑβρίζουν καὶ τὸν βλασφημοῦν «Πάτερ, ὦφες αὐτοίς, οὐ γὰρ οἴδασι   τί   ποιοῦσι».
Ἀποθνήσκει ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν ὁ Κύριος της ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ μὲ τὸ αἴμα Του ὑπογράφει τὸ συμβόλαιον τῆς ἀπολυτρώσεως μας. Μὲ τὸν ἰδικόν Του θάνατον ἠθέλησε νά μας χαρίση τὴν ζωήν. Ἐκεί ὤδηγησε τὸν Υἱόν τοῦ θεοῦ ἡ τελεία Τοῦ ἀγάπη πρὸς τοὺς Ἀνθρώπους.
Ἀπέναντι τῆς τόσον μεγάλης καὶ ἄπειρου αὐτῆς ἀγάπης τοῦ Ἐσταυρωμένου, τί ἔχομεν νὰ τοῦ προσφέρωμεν ἠμεῖς; Τίποτε τὸ ὑλικόν δὲν ἠμπορεῖ νὰ   προσφέρη ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ πλήρωση τὴν   τόσην   ἄγαπην τοῦ θεοῦ. Δὲν ἔχει Ἐκεῖνος ἀνάγκην ἀπὸ τὰ ἀγαθά μας. Ἀκούσατε τί εἶπεν ὁ Ἴδιος τὸ τελευταίον βράδυ, ποὺ ἔφαγε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητᾶς. Ἀκούσατε τί ὁ Ἴδιος ζητεῖ ἀπὸ ἐκείνους πόα ἤγαπησε· «Μείνατε—ειπεν —ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ».
Αὐτὸ θέλει μόνον. Αὐτὸ τοῦ εἶναι ἄρκετον. Νὰ τὸν ἄγαπησωμεν καὶ ἠμείς. Καὶ ὁ Ἰδιος πάλιν μας εἶπε μὲ ποῖον τρόπον ἡμποροῦμεν νὰ δείξωμεν αὐτήν μας τὴν ἄγαπην. Μᾶς ἔδειξε τοὺς πάσχοντας ἀδελφούς μας καὶ μᾶς εἴπεν : «Ἒφ' δσον ἔποιησατε ἑνϊ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἔμοι ἔποιησατε». Καὶ ἡ τελευταία Του παραγγελία ἦτο,, νὰ ἄγαπωμεθα μεταξύ μας. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ γνωρίζωνται οι ἀληθινοὶ πιστοί «Ἐκ τούτου γνώσονται πάντες, δτι ἐμοί μαθηταὶ ἔστε, ἐὰν ἄγαπην ἔχητε ἐν ἄλληλοις».
Ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὸ πνεύμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ ἒφερεν εἰς τὸν κόσμον τὴν σκληρότητα καὶ τὴν σύγχυσιν ποὺ ὤδηγησε τὴν ἀνθρωπότητα εἰς τὸ σημερινὸν κατάντημά της. Ἡ ἐπιστροφὴ εἰς τὸ πνεῦμα τουἘσταυρωμένου θὰ ἐπαναφέρη πάλιν καὶ τὰ ἄτομα καὶ τοὺς λαούς εἰς τὸν δρόμον τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προόδου.
Ἐγκολπωθῆτε, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ καὶ δείξατε μὲ τὰ καλά σας ἔργα, δτι εἶσθε «τέκνα φωτός». Ἐπωφεληθῆτε τῆς εὐκαιρίας τῶν ἁγίων αὐτῶν ἥμερων, διὰ νὰ δροσίσετε τᾶς ψυχᾶς σας μὲ τὴν πνοὴν της θείας ἀγάπης. Κάμετε ἀρχὴν νὰ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ εὔεργετίτε, δσοὶ δὲν ἔχετε δοκιμάσει τῶν καλῶν ἔργων τὴν χαράν. Προσπαθήσατε νὰ ἔπανευρετέ τους ἑαυτούς σας, δσοὶ τυχὸν παρεσύρθητε ἀπὸ τοϋ αἰῶνος τὴν σκληρότητα καὶ ἀπεμακρύνθητε ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀγάπης. Ἐκδηλώσατε ἀκόμη ἐντονώτερα καὶ ἀπόφασιστικότερα τὴν ἀγάπην σας, ὅσοι ἔχετε τὸ εὐτύχημα νὰ τὴν κρατῆτε ἀκόμη «εἴς τὴν ψυχὴν σας. Τοιουτοτρόπως θὰ τιμηθῆ πράγματι ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ θὰ ἀξιωθῆτε νὰ ἑορτάσετε τὴν Λαμπροφόρον ἥμεράν της Ἀναστάσεως τοϋ Κυρίου μὲ ἀληθινὴν χαράν, «καί τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἄφ’  ὑμῶν».
Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἂς γίνουν διὰ τὸν καθένα χωριστὰ καὶ δι’  δλους μαζὶ πραγματικότης, διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἄγαπησαντος ἠμᾶς Ἰησοῦ Χρστοῦ, «τοῦ δόντος Εαὑτὸν ἄντιλυτρον ὑπὲρ ἠμῶν». Γένοιτο.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ





Τώρα είν’ Αγιά Σαρακουστή, π’ αγιάζουνε οι μέρες

Και λειτουργούν οι Εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες.



Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.



Καλό είν’ τ’ Άγιος ο Θεός, καλό είν’ κι ας το λένε,

όποιος το λέει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει,



κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,

παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.



Κάτω στα Ιεροσόλυμα, ένα δεντρί φυτρώνει,

Κορμός του ήταν ο Χριστός και ρίζα η Παναγία,

και τα ψηλά κλωνάρια του, οι δώδεκα Αποστόλοι.



Η Παναγιά καθότανε μόνη και μοναχή της,

την προσευχή της έκανε για τον Μονογενή της.



Ακού βροντές, ακού αστραπές και ταραχές μεγάλες,

βγαίνει στο παραθύρι της να δει τη γειτονιά της.



Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

και το φεγγάρι το λαμπρό, στο αίμα βουτηγμένο.



Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

Βλέπει και δεξιότερα, βλέπει τον άγιο Γιάννη.



Βαστά και στο χεράκι του, μαντήλι ματωμένο,

και στ’ άλλο το χεράκι του, μαλλιά της κεφαλής του.



Τι έχεις Γιάννη κι έρχεσαι δαρμένος και κλαμένος,

βαστάς και στο χεράκι σου μαντήλι ματωμένο;

Βαστάς κι απ’ τ’ άλλο σου μαλλιά, μαλλιά της κεφαλής σου;



Δεν έχω στόμα να στο πω, στόμα να στο χαράξω,

Μήτ’ η καρδιά μου το βαστά, να σου τ’ ομολογήσω.



Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι•

σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε.



Δέσανε στα χεράκια του, καντάρια αλυσίδες,

Βάλανε και στον ώμο του, το μύλο, το λιθάρι.



Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.

Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.



Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,

και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.



Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε,

Ελάτε να ‘κλουθήσετε, να πάμε να τον βρούμε.



Ας έρθει η Μάρθα, η Μαριάμ κι η άλλη, η Λισάββα,

Ας έρθει κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα.

Κι ακλουθήσαν τ’ Παναγιά, να πάνε να τον βρούνε.



Έριξε τη τζουγκράνα της γινήκαν τα ρουμάνια,

έριξε και το χτένι της, χωρήσαν τα χωράφια,



Έριξε και το τάσι της γινήκαν τα πηγάδια,

κλάψανι τα ματέλια της, γινήκαν τα ζουμπούλια.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί του μουνουπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσουμπανάκι.



Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον κυνηγούσανε, οι άνομοι Εβραίοι,

Κι έκουψι μες τα πρόβατα κι εκείνα τον εκρύψαν.



Να έχουν την ευχούλα μου, εμού και του ιγιού μου!

Το ένα χίλια να γενεί, τα δυο σου, δυο χιλιάδες,

και τ’ άλλα τα υπόλοιπα, αμέτρητεςς χιλιάδες.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος άλλο τσουμπανάκι.



Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον κυνηγούσανε οι άνομοι Εβραίοι,

Κι έκουψι μες τα γίδια μου κι εκείνα τον εδείξαν.



Ας έχουν την κατάρα μου, εμού και του ιγιού μου!

Το γάλα τους να ‘ναι νερό και το τυρί ασβέστης

Κι όπου κι αν παν κι όπου σταθούν καταραμένα να ‘ναι.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως και τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα μαστοράκι.





Ώρα καλή σου μάστορα, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον επαιρνούσανε, εβραίικα παλικάρια,

Και μένα παραγγείλανε να κάνω δυο περούνια.



Κι εγώ Μαριάμ παράκουσα κι έκαμα τα, πέντε.

Τι θα τα κάνουν μάστορα τα πέντε τα περούνια;



Εγώ Μαριάμ που τα ‘κανα, εγώ θα σ’ αρμηνέψω.

Τα δυο, στα δυο του γόνατα, τ’ άλλα, στα δυο του χέρια,



Το πέμπτο το φαρμακερό, μες τα καρά τζιγέρια,

να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.



Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.

Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.



Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,

και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.



Βρ’ ατζίγκανι κι βρε χαρτσιά κι βρε καταραμένι!

Όπου κι αν πας κι όπου σταθείς, πουτές αχλιά μην κάψεις.



Πάντα λιρός, πάντα γυμνός κι πάντα ξισχισμέμνους,

Πουτέ λινό πουκάμιοσου, στη ράχη σου μη βάλεις,

Πουτέ στου ψουμουσάνιοδου, ψουμιά μην απουτάξεις.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Προυτού τουν βάλουν στου Σταυρό και μας τον εσταυρώσουν,

Προυτού τουν βάλουν στα καρφιά, και μας τον θανατώσουν.



Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα τσεσμεδάκι.



Σκύψε Μαριάμ να πιεις νερό, νερό με το βαμβάκι,

Να βρέξεις τα χειλάκια σου που στάζει το φαρμάκι.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.



Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα

Και τα μικρά παράθυρα, καλά μανταλωμένα.



Γονάτισε η Παναγιά, κάνει την προσευχή της.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,

Και σεις μικρά παράθυρα, γυρίστε άνου κάτου.



Η πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της

Και τα μικρά παράθυρα γύρισαν άνου κάτου.



Μπαίνει η Παναγιά μπροστά, πίσω ο κόσμος όλος,

κι από το πλήθος το πολύ κι από την Εβραιωσύνη,

κανέναν δεν εγνώρισε, κανέναν δεν γνωρίζει.



Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη σύντεκνε, μεγάλο τ’ όνομα σου,



Μεγάλη και η χάρη σου και το προσκύνημα σου.

Μην ίδες τον ιγιόκα μου και σε το βάφτισμα σου;



Συ γέννησες κι ανέθρεψες και δεν τον εγνωρίζεις

κι εγώ που τον εβάπτισα πώς να τον εγνωρίζω;



Βλέπεις εκείνο τον γυμνό και τον αναμαλλιάρη,

Οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Εκείνος είν’ ο γιόκα σου κι εμέ το βάφτισμα μου.





Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει

Και σαν της ήρθε ο λογισμός, τούτο το λόγο λέγει.



Σταυρέ, για γύρε χαμηλά, γύρε για να σε φτάσω,

Να σε φιλώ ω γιόκα μου, ώσπου να σε χορτάσω.



Γιε μου, για γύρε χαμηλά, γιε μου, για γύρε εμπρός μου,

Να βγάλω τη μποστοπουδιά, το αίμα να σκουπίσω.



Τα δυο χεράκια σου να δω, γιε μου τα τρυπημένα,

Και να φιλώ τα πόδια σου, τα καταματουμένα.



Γιε μου εγώ σε γέννησα, σπλάχνο μου πονεμένο,

Γιε μου εγώ σε θήλασα, το αίμα της καρδιάς μου.



Γλυκό μου στόμα δε μιλάς, χείλη μου στεγνωμένα,

Καρδούλα μου, για δε χτυπάς; Λυπήσου με και μένα.



Άνοιξε τα ματάκια σου, γιόκα μου τα κλεισμένα,

Και κοίτα κάτω απ’ το Σταυρό και μίλα μου κι εμένα.



--Σώπα μανούλα μου μην κλαις και βαριαναστενάζεις!

--Πούναι γκρεμός να γκρεμιστώ, φωτιά να πέσω απάνω,

Που είναι λίμνη να πνιγώ, θάνατος να πεθάνω.



--Μάναμ’ αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέται ο κόσμος όλος,

Μάνα αν πέσεις στο νερό πνίγετ’ ο κόσμος όλος,

Μάναμ’ αν πέσεις στη φωτιά καίγετ’ ο κόσμος όλος.



Γκριμιόντι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,

Γκριμιόντι κ’ οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.

Γκριμιόντι κ’ οι κακόπαντρες για τους κακούς τους άντρες.





Άϊντε μάναμ’ στο σπίτι μας και διάφορο μην έχεις,

Και το Μεγάλο Σάββατο περίμενε με να ‘ρθω.



Σαν κράξουνε οι πετεινοί, σημἀνουν οι καμπάνες,

Τότε και συ μανούλα μου να ‘χεις χαρές μεγάλες,

Απάντεχε με μάνα μου με τις χρυσές λαμπάδες.



Άιντε μάναμ΄ στο σπίτι μας, στον πύργο περιβόλι,



Βάλε κρασί στην κούπα μας κι αφράτο παξιμάδι,

Να κάνεις την παρηγοριά, να βρει ο κόσμος όλος.



Πέρασε κι η Αγιά Καλή κι αυτό το λόγο λέγει.



Ποιος είδε γιο στο μακελειό και μάνα στις ταβέρνες,



Ως μ’ έκαψες Αγιά Καλή, πάντα καμένη να ‘σαι

Και σ’ ένα βαθυλάγγαδο εκεί να πας να κάτσεις,

Ποτέ λιβάνι και κερί μπροστά σου μην ανάψεις.



Καλό είν’ τα’ Άγιος ο Θεός καλό είν’ κι ας το λένε,

Όποιος το λέει σώζεται, όποιος τι λέει αγιάζει,



κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.