Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020

Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

22 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς ῾Ιεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, 23 καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται, 24 καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν.

25 Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν ῾Ιεροσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ ᾿Ισραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτόν· 26 καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ῾Αγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου. 27 καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον ᾿Ιησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ, 28 καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·
29 νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ,
30 ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου,
31 ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν.
32 φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου ᾿Ισραήλ.
33 Καὶ ἦν ᾿Ιωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ. 34 καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον. 35 καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.
36 Καὶ ἦν ῎Αννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς ᾿Ασήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα ἔτη μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς, 37 καὶ αὐτὴ χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν· 38 καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν ῾Ιερουσαλήμ. (ευαγγελιστής Λουκάς, κεφάλαιο 2, στίχοι 22-40)

Απόδοση στα νεοελληνικά

Όταν, σύμφωνα με τον μωσαϊκό Νόμο, συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον καθαρισμό τους, έφεραν το παιδί στα Ιεροσόλυμα, για να το αφιερώσουν στο Θεό. Σύμφωνα με το νόμο του Κυρίου, αν το πρώτο παιδί που φέρνει στον κόσμο μια γυναίκα είναι αγόρι, πρέπει να θεωρείται αφιερωμένο στον Κύριο. Επίσης θα προσέφεραν θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια, όπως λέει ο νόμος του Κυρίου.
Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Συμεών. Ήταν πιστός και ευλαβής, περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ και τον καθοδηγούσε το Άγιο Πνεύμα. Του είχε φανερώσει, λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα ότι δε θα πεθάνει προτού να δει το Μεσσία. Τότε το Άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στο ναό. Μόλις οι γονείς έφεραν εκεί το παιδί, τον Ιησού, για να κάνουν γι’ αυτό τα έθιμα του νόμου, τον πήρε στην αγκαλιά του, δόξασε το Θεό και είπε: «Τώρα, Κύριε, μπορείς να αφήσεις το δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν το σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς φως που θα φωτίσει τα έθνη και θα δοξάσει το λαό σου τον Ισραήλ».
Ο Ιωσήφ και η μητέρα του θαύμαζαν όσα λέγονταν γι’ αυτό. Ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στη Μαριάμ, τη μητέρα του Ιησού: «Αυτός θα γίνει αιτία να χαθούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. Θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι».
Στα Ιεροσόλυμα ζούσε μια γυναίκα που προφήτευε και λεγόταν Άννα, ήταν θυγατέρα του Φανουήλ από τη φυλή Ασήρ. Αυτή ήταν πολύ ηλικιωμένη. Έζησε 7 χρόνια με τον άντρα της μετά το γάμο και τώρα χήρα, ηλικίας 84 χρόνων, δεν έφευγε από το ναό, αλλά λάτρευε το Θεό νύχτα και μέρα με νηστείες και προσευχές. Αυτή παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα και δοξολογούσε το Θεό και μιλούσε για το παιδί σε όλους όσοι στην Ιερουσαλήμ περίμεναν τη λύτρωση.

Το νόημα της εορτής

Το σημαντικό στην ευαγγελική περικοπή είναι ότι ο Χριστός έγινε πραγματικά άνθρωπος και, όπως συνέβη π.χ. και στην περιτομή, έδειξε υπακοή και υποταγή στο νόμο και ταπείνωση με την παρουσίαση Του στο Ναό. Είναι ακόμα ένα τρανταχτό παράδειγμα της ενανθρωπήσεως του Χριστού.
Η εορτή της Υπαπαντής τιμάται από την Εκκλησία μας στις 2 Φεβρουαρίου, 40 μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Ονομάζεται Υπαπαντή γιατί ο Συμεών υπήντησε, δηλαδή υποδέχτηκε τον Κύριο.

Ερμηνεία της εικόνας

- Από τη μια μεριά είναι ο Συμεών που δέχεται στην αγκαλιά του το Βρέφος-Χριστό. Τα χέρια σκεπασμένα από ευλάβεια και το κορμί είναι κυρτό από τα χρόνια και είναι ασπρομάλλης.
- Απέναντι βρίσκεται η Παναγία με τον Ιωσήφ και την προφήτιδα Άννα.
- Η Παναγία απλώνει το δεξί της χέρι σε στάση δέησης και προσφοράς.
- Ο Ιωσήφ κρατάει δύο τρυγόνια.
- Η Προφήτιδα Άννα βρίσκεται κοντά στη Θεοτόκο, πολύ ηλικιωμένη, και συνήθως κρατάει ένα χαρτί που γράφει: «τούτο το βρέφος ουρανόν και γην εστερέωσεν».

Απολυτίκιο της εορτής

Ἦχος α”
Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενος ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.
Χαίρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, διότι από σένα ανέτειλε ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Χριστός, που είναι Θεός μας, και που φωτίζει αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι. Να ευφραίνεσαι και εσύ Δίκαιε Γέροντα, που δέχτηκες στην αγκαλιά σου τον ελευθερωτή των ψυχών μας, Αυτόν που μας χαρίζει και την Ανάσταση.

Προσεγγίσεις στην εορτή

Σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα, οι ενορίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιορτάζουν την Υπαπαντή του Κυρίου. Όμως επειδή συνήθως η γιορτή πέφτει σε εργάσιμη μέρα, έχει σχεδόν μισοξεχαστεί. Παρ’ όλα αυτά έρχεται όταν η Εκκλησία ολοκληρώνει «το χρόνο των Χριστουγέννων», αποκαλύπτοντας και συγκεφαλαιώνοντας το νόημα των Χριστουγέννων σ’ ένα ρεύμα καθαρής και βαθιάς χαράς. Η εορτή αναφέρεται σ’ ένα γεγονός που καταγράφεται στο ευαγγέλιο του αποστόλου Λουκά. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού στη Βηθλεέμ, ο Ιωσήφ και η Μαρία, ακολουθώντας τη θρησκευτική συνήθεια της εποχής, «ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου…» (Λουκ. Β΄ 22-23).
Πόσο εκπληκτική και όμορφη είναι η εικόνα, ο πρεσβύτερος να κρατά στην αγκαλιά του το βρέφος, και πόσο παράξενα τα λόγια του: «ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου…». Συλλογισμένοι αυτά τα λόγια, αρχίζουμε να εκτιμούμε το βάθος αυτού του γεγονότος και τη σχέση που έχει με μας, με μένα, με την πίστη μας. Υπάρχει στον κόσμο κάτι πιο χαρούμενο από μια συνάντηση, μια «υπαπαντή» με κάποιον που αγαπάς; Είναι αλήθεια πως το να ζεις σημαίνει να περιμένεις, να αποβλέπεις σε μια συνάντηση. Δεν είναι άραγε η υπερβολική και όμορφη προσδοκία του Συμεών το σύμβολό της; Δεν είναι η πολύχρονη ζωή του σύμβολο της προσδοκίας, αυτός ο «πρεσβύτης» που περνά ολόκληρη τη ζωή του περιμένοντας το φως που φωτίζει τους πάντες και τη χαρά που πληρώνει τα πάντα; Πόσο δε απροσδόκητο, πόσο άρρητα όμορφο είναι το ότι το πολυαναμενόμενο φως και η χαρά έρχεται στον πρεσβύτη Συμεών με ένα παιδί! Φανταστείτε τα τρεμάμενα χέρια του γέροντα Συμεών καθώς παίρνει στην αγκαλιά του το σαρανταήμερο βρέφος τόσο τρυφερά και προσεκτικά, ατενίζοντας το μικρό πλάσμα, και πλημμυρίζοντας από δοξολογία: «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ∙ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Ο Συμεών περίμενε. Περίμενε σε ολόκληρη τη ζωή του, και είναι βέβαιο πως στοχαζόταν, προσευχόταν και βάθαινε καθώς περίμενε έτσι, ώστε στο τέλος ολόκληρη η ζωή του να είναι μια συνεχής «παραμονή» της χαρούμενης συνάντησης.
Δεν είναι καιρός να αναρωτηθούμε τι περιμένουμε; Τι επιμένει η καρδιά μας να μας υπενθυμίζει συνεχώς; Μεταμορφώνεται βαθμιαία η ζωή μας σε μια αναμονή, καθώς περιμένουμε να συναντηθούμε με τα ουσιώδη; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει η Υπαπαντή. Εδώ, σ’ αυτή τη γιορτή η ζωή του ανθρώπου αποκαλύπτεται ως ανυπέρβλητη ομορφιά μιας ώριμης ψυχής, που έχει απελευθερωθεί, βαθύνει και καθαριστεί από καθετί το μικρόψυχο, το ανόητο και τυχαίο. Ακόμη και τα γηρατειά και ο θάνατος, η γήινη μοίρα που όλοι μας μοιραζόμαστε, παρουσιάζονται εδώ τόσο απλά και πειστικά ως ανάπτυξη και άνοδος προς εκείνη τη στιγμή, όταν με όλη μου την καρδιά, στην πληρότητα της ευχαριστίας, θα πω: «νυν απολύεις». Είδα το φως να διαπερνά τον κόσμο. Είδα το «Παιδίον», που φέρνει στον κόσμο τόση θεϊκή αγάπη, και που παραδίδεται σε μένα. Τίποτε δεν προκαλεί φόβο, τίποτε δεν είναι άγνωστο, όλα τώρα είναι ειρήνη, ευχαριστία, αγάπη.
Αυτά φέρνει η Υπαπαντή του Κυρίου. Εορτάζει τη συνάντηση της ψυχής με την Αγάπη, τη συνάντηση μ’ Αυτόν που μας έδωσε τη ζωή, και που μου έδωσε το κουράγιο να τη μεταμορφώσω σε αναμονή.
(π. Αλεξάνδρου Σμέμαν,«Εορτολόγιο» σελ. 85-88)

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2020

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟΤΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΗΜΟΚΡΑΤΙΛ
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Δ /νσις : Ιωάννου Γενναδίου 14 - 115 21 Αθήναι
Τηλ. 210-72.72.204. Fax 210-72.72.210, e-mail: contact@ecclesia.gr
ΜΗΝΥΜΑ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ
ΓΙΑ ΤΟΤΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2020
Αποτέλεσμα εικόνας για τρεισ ιεραρχεσ

Αγαπητοί εκπαιδευτικοί, αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες!

Τρεις μορφές από το παρελθόν, αδυνατισμένες από την άσκηση, πλούσιες από αγάπη και φωτεινές από αγιότητα, μας πλησιάζουν και μας καλούν να κοιτάξουμε μαζί τους, χωρίς ψεύτικες παρηγοριές, την κατάσταση της ανθρωπότητας. Μιας ανθρωπότητας που αντιμετωπίζει πρωτόγνωρα προβλήματα, πιεστικές προκλήσεις και τραγικά διλήμματα: Η ειρήνη, το περιβάλλον, ακόμη και η ίδια η επιβίωση του ανθρωπίνου γένους δεν έφτασαν ποτέ τόσο κοντά στην ολοκληρωτική κατάρρευση.
Η αλήθεια είναι πως όλα ξεκινούν από τον άνθρωπο: Την ποιότητα του, τη μόρφωση του, την καλλιέργεια του. Αλίμονο όμως αν μείνουμε εκεί. Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως κανείς δεν είναι αληθινά ευτυχισμένος, εάν ζει μόνον για τον εαυτό του. Οι προσπάθειες του, τα ταλέντα του και οι επιτυχίες του βρίσκουν νόημα όταν μετατραπούν σε εργαλεία αγάπης και παρηγοριάς ενός κόσμου που ταλαιπωρείται από τον εγωισμό, την αδικία και την απληστία. Μόνον η αγάπη μπορεί αυτά να τα νικήσει. Αυτό όμως που φαίνεται ανίκητο είναι ο χρόνος και ν] φθορά που φέρνει μαζί του. Εκείνες ακριβώς τις στιγμές ο άνθρωπος αναζητά την πίστη σε κάτι ή σε Κάποιον που μπορεί να νικήσει τον μεγαλύτερο εχθρό του ανθρώπου: Τον θάνατο.
Αυτήν την αγάπη και αυτήν την πίστη διακηρύσσει η Εκκλησία του Χρίστου εδώ και δυο χιλιάδες χρονιά. Όμως και αυτά, λόγια κούφια θα ήταν, αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι εκείνοι που τα εφάρμοσαν στη ζωή τους και απέδειξαν με το παράδειγμα και πολλές φορές με τη θυσία τους, πως είναι εφικτά. Και τέτοιοι άνθρωποι υπήρχαν πολλοί.
Ανάμεσα σε αυτούς, θέση λαμπρή κατέχουν οι τρείς μορφές από το παρελθόν, οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης υ Χρυσόστομος, που σήμερα εορτάζουμε. Τους ονομάζουμε προστάτες της Παιδείας, γιατί με τον τρόπο ζωής τους έδειξαν τον δρόμο μιας μόρφωσης με αλήθεια και ανθρωπιά. Αλήθεια όμως, το παράδειγμα τους αυτό, από τι προστατεύει την σημερινή Παιδεία; Πρώτα, την προστατεύει από τους στενούς της ορίζοντες, που φτάνουν μέχρι μια ατομική επαγγελματική αποκατάσταση, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για τον πόνο του διπλανού. Κατόπιν, την προστατεύει τους από τη μονομέρεια της, που την κάνει να ξεχνά πως ο άνθρωπος δεν έχει να ικανοποιήσει μόνον ανάγκες του σώματος ή του μυαλού του, αλλά και της ψυχής του, που δίψα για απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Και τέλος, την προστατεύει από τη μελαγχολία μιας ανούσιας απομνημόνευσης γνώσεων, χωρίς δημιουργικότητα, χαρά και ηρωισμό.
Οι τρεις αυτοί αληθινοί δάσκαλοι ζωής δεν μας παρέδωσαν ένα παιδαγωγικό σύστημα. Μας παρέδωσαν τη ζωή τους. Ζωή γεμάτη γνώση, αλλά και αγάπη, ζωή γεμάτη επιτυχίες, αλλά και αγώνες για ολόκληρη την κοινωνία, ζωή γεμάτη δημιουργία αθάνατων έργων, αλλά και ακεραιότητα και εντιμότητα της ζωής τους, και τέλος ζωή με πίστη σε κάτι πιο δυνατό από τον θάνατο και τον φόβο. Όλα αυτά, που στην Εκκλησία ονομάζουμε αγιότητα.
Αυτή η αγιότητα έγινε η αιτία να νικήσουν τον χρόνο και να τους μελετάμε J6 αιώνες μετά την κοίμηση τους. Συνέγραψαν μοναδικά επιστημονικά συγγράμματα, κατέγραψαν βαθιές αναλύσεις της ανθρώπινης ψυχής, επεξεργάστηκαν όλη την αρχαία σοφία και τη συνδύασαν με την διδασκαλία της Χριστιανικής αγάπης. Κυρίως όμως υπήρξαν πρωτοπόροι στον δρόμο της συνάντησης της επιστήμης με την πίστη στον Θεό και την αγάπη στον συνάνθρωπο. Παρά τις επιθέσεις που κατά καιρούς δέχτηκαν, μη αλήθεια του έργου, αλλά και της ίδια της ζωής τους δεν νικήθηκε. Κατηγορήθηκαν για σκοταδιστές. Κι όμως, τα επιστημονικά τους συγγράμματα διδάσκονται ακόμη σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου. Κατηγορήθηκαν για ανθέλληνες. Κι όμως, κανείς δεν έγραψε σε πιο άπταιστα ελληνικά και κανείς μέχρι σήμερα δεν χρησιμοποίησε ως εργαλείο σκέψης καλύτερα απ’  αυτούς την Αρχαία Ελληνική σοφία. Κατηγορήθηκαν ως ξεκομμένοι από την κοινωνία. Κι όμως, τα έργα της αγάπης τους παραμένουν ανεπανάληπτα. Κατηγορήθηκαν, όπως όλοι οι Χριστιανοί ανά τους αιώνες, για υποστηρικτές ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος. Κι όμως, όταν η απληστία των πλουσίων και η βία των αυτοκρατόρων έγιναν αίτια εξαθλίωσης του λαού, όρθωσαν το ανάναστημά τους και πλήρωσαν τη στάση τους αυτή με κακουχίες και τελικά το Θάνατο.
Αν για μια φορά ακόμη τους φέρνουμε στη μνήμη μας, είναι διότι δεν πρέπει να σταματήσουμε να ονειρευόμαστε ένα σχολείο ανοικτών οριζόντων, δικαιοσύνης και δημιουργικότητας, πίστης στη  δύναμη του ανθρώπου να μαθαίνει καινούργια πράγματα, αλλά και να δίνει νόημα στη ζωή του, γεμίζοντας την καρδιά του αγάπη και αγωνιστικότητα, στη μίζερη ζωή, την επίπεδη, χωρίς χρώμα και αρμονία ζωή, που δυστυχώς αποτελεί την πιο μεγάλη αρρώστια των καιρών .μας, οι τρεις Ιεράρχες, με το παράδειγμα τους, μας καλούν να γίνουμε ήρωες ξανά, παλεύοντας καθημερινά με τα ελαττώματα μας, συναντώντας καθημερινά αληθινά πρόσωπα που περιμένουν την αγάπη σας, πλαταίνοντας καθημερινά τη καρδιά μας για να χωράει όχι μόνο την ατομική εξασφάλιση, αλλά τα βάσανα και τα όνειρα όλου του κοσμίου.
Συνοδοιπόρους αναζητούν οι τρεις Ιεράρχες σε μια πορεία που ξεκίνησαν πριν 16 αιώνες και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η ανταπόκριση στο κάλεσμα τους αποτελεί μια ρεαλιστική λύση στα μεγάλα αδιέξοδα του 21 αιώνα και μια φωτεινή προοπτική για το σχολείο των ονείρων σας και για ολόκληρη την αγαπημένη μας πατρίδα.
Χρόνια πολλά!

Με πατρικές ευχές και αγάπη

Ο ΑΡΧΊΕΠΙΣΚΟΙΙΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
I Ε Ρ Ω Ν Τ Μ Ο Σ
ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΙΕΡΑΣ ΣΤΝΟΔΟΤ

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2020

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Κυριακή ΙΕ Λουκά

Ο Ζακχαίος

π.Alexander Schmemann



Η Ορθόδοξη Εκκλησία για να μας προετοιμάσει για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, αρχίζει να μας αναγγέλλει τον ερχομό της έναν ολόκληρο μήνα πριν αυτή αρχίσει. Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβει ο άνθρωπος πως πέρα από την αφοσίωσή του στις αναρίθμητες ασχολίες της ζωής, θα πρέπει να αφιερώσει επίσης φροντίδα για την ψυχή, για τον εσωτερικό του κόσμο.
Αν είμασταν λίγο πιο σοβαροί, θα βλέπαμε πόσο σημαντική, ουσιαστική και θεμελιώδης είναι η φροντίδα της ψυχής. Θα κατανοούσαμε τότε τον αργό και μυστηριώδη ρυθμό της εκκλησιαστικής ζωής. Γνωρίζουμε φυσικά το νόημα που έχει η τροφή για τη ζωή μας. Μερικές τροφές είναι καλές και θρεπτικές, άλλες είναι ανθυγιεινές· κάποιες είναι βαριές, πρέπει να προσέξουμε. Προσπαθούμε πολύ να εξασφαλίσουμε πως η τροφή που τρώμε είναι καλή για μας.
Και είναι κάτι πολύ περισσότερο από ευσεβές ρητορικό σχήμα όταν λέμε πως και η ψυχή χρειάζεται να τραφεί, πως «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Όλοι μας ξέρουμε πως χρειαζόμαστε χρόνο για διάβασμα, για στοχασμό, για συζήτηση, για διασκέδαση. Ακόμη κι αυτά όμως τα φροντίζουμε πολύ λίγο, τα προσέχουμε ελάχιστα, ακόμη και από την άποψη της υγιεινής. Επιδιώκουμε το ελαφρύ διάβασμα, τα πειράγματα αντί για τη συζήτηση, τη διασκέδαση αντί για την ψυχαγωγία.
Δεν καταλαβαίνουμε πως η ψυχή παθαίνει δυσκοιλιότητα πολύ ευκολότερα απ’ ο,τι το πεπτικό μας σύστημα, και πως οι συνέπειες μιας δυσκοίλιας ψυχής είναι πολύ πιο επιβλαβείς. Τόσος χρόνος αφιερώνεται στα εξωτερικά πράγματα, και πολύ λίγος στην εσωτερική ζωή. Πλησιάζουμε όμως τώρα αυτή την εποχή του έτους που η Εκκλησία μας κάλει να θυμηθούμε την ύπαρξη αυτού του εσωτερικού ανθρώπου και να θορυβηθούμε από την αμνησία μας, από τον δίχως νόημα παραλογισμό μέσα στον οποίο βρισκόμαστε, από τη σπατάλη του πολύτιμου χρόνου που μας έχει δοθεί τόσο φειδωλά, από την άγαρμπη και μικροπρεπή σύγχυση μέσα στην οποία ζούμε.
Η Σαρακοστή είναι καιρός μετανοίας, και μετάνοια είναι η επανεξέταση, η επανεκτίμηση, το να βαθύνει κανείς και να φέρει τα πάνω κάτω. Μετάνοια είναι το επώδυνο ξεσκέπασμα του παραμελημένου, ξεχασμένου, μολυσμένου «εσωτερικού» ανθρώπου.
Η πρώτη αναγγελία της σαρακοστής, η πρώτη υπενθύμιση προέρχεται από μία μικρή ευαγγελική ιστορία για έναν εντελώς ασήμαντο άνθρωπο, «μικρόν τω δέμας», που το επάγγελμα του φοροεισπράκτορα που εξασκούσε, τον χαρακτήριζε, την εποχή εκείνη και σ’ εκείνη την κοινωνία, ως πλεονέκτη, απάνθρωπο και ανέντιμο.
Ο Ζακχαίος ήθελε να δει τον Χριστό· το ήθελε τόσο πολύ, ώστε η επιθυμία του τράβηξε την προσοχή του Ιησού. Η επιθυμία είναι η αρχή του παντός. Όπως λέει το ευαγγέλιο, «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6,21). Τα πάντα στη ζωή μας αρχίζουν με κάποια επιθυμία, επειδή ο,τι επιθυμούμε είναι και αυτό που αγαπούμε, αυτό που μας τραβάει από τα μέσα, αυτό στο οποίο παραδινόμαστε. Γνωρίζουμε πως ο Ζακχαίος αγαπούσε το χρήμα, και κατά τη δική του παραδοχή γνωρίζουμε πως για να το αποκτήσει δεν είχε κανένα ενδοιασμό να κλέβει άλλους. Ο Ζακχαίος ήταν πλούσιος και αγαπούσε τον πλούτο, αλλά μέσα του ανακάλυψε μια άλλη επιθυμία,ήθελε κάτι άλλο, και αυτή η επιθυμία έγινε κεντρική στιγμή της ζωής του.
Αυτή η ευαγγελική ιστορία θέτει ένα ερώτημα στον καθένα μας: τι αγαπάμε, τι επιθυμούμε, -όχι φυσικά επιπόλαια, αλλά βαθιά. Δεν υπάρχει κανένας μυστηριώδης δάσκαλος που να περπατά στην πόλη σας, που να περιβάλλεται από το πλήθος. Είναι όμως έτσι; Δεν υπάρχει κάποια μυστηριώδης κλήση που περνά κάθε στιγμή από τη ζωή σας· και κάπου στα βάθη της ψυχής σας, δεν αισθανεσθε κάποιες φορές μια νοσταλγία για κάτι το διαφορετικό απ’ αυτό που γεμίζει τη ζωή σας από το πρωί μέχρι το βράδυ; Σταματήστε για μια στιγμή, προσέξτε, εισέλθετε στην καρδιά σας, αφουγκραστείτε το εσωτερικό σας, και θα βρείτε μέσα σας την ίδια ακριβώς παράξενη και όμορφη επιθυμία.
Ο Ζακχαίος ήρθε αντιμέτωπος χωρίς αυτό κανείς δεν μπορεί να ζήσει, είναι κάτι όμως που σχεδόν όλοι μας φοβούμαστε και το καταπιέζουμε με το θόρυβο και τη ματαιότητα όλων αυτών που μας περιστοιχίζουν. «Ιδού εστηκα επί την θύραν και κρούω» (Άποκ. 3,20). Ακούς το σιγανό κτύπημα; Αυτή είναι η πρώτη πρόσκληση της εκκλησίας, του Ευαγγελίου, και του Χριστού: επιθύμησε κάτι άλλο, πάρε μια βαθιά αναπνοή από κάτι άλλο, θυμήσου κάτι άλλο. Και τη στιγμή ακριβώς που σταματάμε για να ακούσουμε αυτή την κλήση είναι σαν ένα φρέσκο και ευχάριστο αεράκι να φυσά στο μουχλιασμένο αέρα της άχαρης ζωής μας, και αρχίζει έτσι η αργή επιστροφή.
Επιθυμία. Η ψυχή παίρνει μια βαθιά ανάσα. Όλα γίνονται -έχουν κιόλας γίνει- διαφορετικά, νέα, απεριόριστα σημαντικά. Ο ανθρωπάκος, με τα ματιά του καρφωμένα στο χώμα πάνω σε γήινες επιθυμίες, τώρα παύει να είναι ανθρωπάκος καθώς αρχίζει η νίκη μέσα του. Εδώ βρίσκεται η αρχή, το πρώτο βήμα από τα έξω προς τα μέσα, προς αυτή τη μυστηριώδη πατρίδα που όλοι οι άνθρωποι, συχνά ασυνείδητα, νοσταλγούν και επιθυμούν.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

Η θεραπεία των δέκα λεπρών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΛΟΥΚΑ: 

Η θεραπεία των δέκα λεπρών 

(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Λουκ. ιζ 12-19)
Συχνά είμαστε αδύναμοι να διδαχτούμε από τα μεγάλα πράγματα και διδασκόμαστε από τα μικρά. Αφού δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πώς o Θεός βλέπει όλους τους ανθρώπους, ας παρατηρήσουμε πώς στέλνει ο ήλιος το φως του παντού στη γη, σ’ όλα τα πράγματα. Αν αδυνατούμε να κατανοήσουμε πως η ψυχή του ανθρώπου δεν μπορεί ούτε στιγμή να ζήσει χωρίς Θεό, ας δούμε πώς το σώμα του ανθρώπου δεν μπορεί ούτε στιγμή να ζήσει χωρίς τον αέρα. Αν δεν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε γιατί ο Θεός ζητάει υπακοή από τους ανθρώπους, ας καταλάβουμε γιατί ο αρχηγός της οικογένειας απαιτεί υπακοή από τα μέλη της, ο βασιλιάς από τους υπηκόους του, ο διοικητής από τους στρατιώτες του κι ο αρχιτέκτονας από τους οικοδόμους. Αν δεν κατανοούμε γιατί ο Θεός ζητάει ευγνωμοσύνη από τους ανθρώπους, ας αναλογιστούμε γιατί ο πατέρας ζητάει την ευγνωμοσύνη των παιδιών του. Γιατί ο πατέρας επιμένει πως ο γιος του πρέπει να πάρει το κύπελλό του, να του κάνει υπόκλιση και να λέει ευχαριστώ για το κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, που παίρνει από τους γονείς του; Γιατί το κάνουν αυτό οι γονείς; Μήπως πλουτίζουν περισσότερο με τις ευχαριστίες των παιδιών, μήπως γίνονται πιο δυνατοί ή πιο διάσημοι ή αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία; Όχι, τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Αφού λοιπόν οι γονείς δεν κερδίζουν προσωπικά τίποτα από την ευγνωμοσύνη των παιδιών, δεν είναι περίεργο που διδάσκουν συνέχεια τα παιδιά τους να είναι ευγνώμονα; Κι αυτό δεν το κάνουν μόνο οι πιστοί γονείς, μα ακόμα κι οι άπιστοι. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο, αλλά μάλλον ευγενές. Αυτό που κάνει τους γονείς να διδάσκουν την ευγνωμοσύνη στα παιδιά τους, είναι η ανιδιοτελής αγάπη τους. Γιατί; Επειδή αυτό είναι για το καλό των παιδιών τους. Για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως τα καλλιεργημένα καρποφόρα δέντρα κι όχι όπως τα άγρια αγκάθια. Κι αυτό για να επιβιώσει το παιδί τους ανάμεσα στους ανθρώπους στην πρόσκαιρη ζωή, ανάμεσα σε φίλους κι εχθρούς, σε χωριά και σε πόλεις, στην εξουσία ή στο εμπόριο. Τον ευγνώμονα άνθρωπο τον εκτιμούν παντού, τον αγαπούν, τον καλοδέχονται και τον βοηθούν. Αυτός που μαθαίνει την ευγνωμοσύνη, μαθαίνει να είναι κι εύσπλαχνος. Κι ο εύσπλαχνος άνθρωπος περπατάει ελεύθερος σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ας αναρωτηθούμε τώρα γιατί ο Θεός αναζητά τις ευχαριστίες των ανθρώπων. Γιατί ζήτησε από το Νώε, το Μωυσή, τον Αβραάμ κι απ’ άλλους προπάτορες να προσφέρουν θυσίες ευχαριστίας στο Θεό (βλ. Γεν. η’ 20-21, ιβ’ 7-8, λε’ 1, Λευϊτ. γ’); Γιατί ο Κύριος έδινε καθημερινά παραδείγματα στον κόσμο πώς πρέπει να προσφέρουν ευχαριστίες στο Θεό (βλ. Ματθ. ια’ 25, ιδ’ 19, κστ 26-27); Γιατί και οι απόστολοι έκαναν το ίδιο (βλ. Πράξ. β’ 47, κζ’ 35) και συμβούλευαν τους πιστούς να ευχαριστούν το Θεό για όλα (Εφ. ε 20, Κολ. γ’ 17); Μήπως μας φαίνονται ακατανόητα τα λόγια που είπε ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας, «τον έλεον Κυρίου εμνήσθην, τας αρετάς Κυρίου εν πάσιν, οις ημίν ανταποδίδωσι» (Ησ. ξγ’ 7); Ή μήπως δεν είναι κατανοητά αυτά που συμβουλεύει ο Ψαλμωδός την ψυχή του, «ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ’ 2); Γιατί λοιπόν ο Θεός ζητά τις ευχαριστίες των ανθρώπων και γιατί οι άνθρωποι ευχαριστούν το Θεό; Αυτό οφείλεται στην αμέτρητη αγάπη Του για τον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός ζητά να τον ευχαριστούν οι άνθρωποι.
Οι ευχαριστίες των ανθρώπων δε θα κάνουν σπουδαιότερο το Θεό, δε θα τον κάνουν πιο δυνατό, πιο ένδοξο, πιο πλούσιο ή πιο ζωντανό. Όλ’ αυτά θα τ’ αποκτήσουν οι άνθρωποι. Η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων δε θα προσθέσει τίποτα στην ειρήνη και τη μακαριότητα του Θεού, θα προσθέσει τα χαρακτηριστικά αυτά όμως στους ανθρώπους. Η ευχαριστία κι η δοξολογία στο Θεό δε θ’ αλλάξει σε τίποτα την ύπαρξή Του, θ’ αλλάξει όμως κάτι στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη την ευγνωμοσύνη μας, ούτε και τις προσευχές μας. Ο ίδιος ο Κύριος όμως είπε: «Οίδε γαρ ο πατήρ υμών ων χρείαν έχετε προ του υμάς αιτήσαι αυτόν» (Ματθ. στ 8). Και προέτρεψε τους μαθητές «προς το δειν πάντοτε προσεύχεσθαι αυτούς και μη εκκακείν» (Λουκ. ιη’ 1). Ο Θεός δεν έχει ανάγκη τις προσευχές μας, μας προτρέπει όμως να προσευχόμαστε. Δεν έχει ανάγκη την ευγνωμοσύνη μας, αλλά την απαιτεί από μας. Οι ευχαριστίες μας δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μια προσευχή.
Η ευχαριστία στο Θεό ανεβάζει εμάς τους θνητούς πάνω από τη φθορά της θνητότητας, μας απαλλάσσει από εκείνο που κάποια στιγμή πρέπει ν’ απαλλαγούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι. Η ευχαριστία μας ενώνει με τον ζώντα κι αθάνατο Θεό. Αν δεν είμαστε ενωμένοι μαζί Του σ’ αυτή τη ζωή, τότε δε θα τον δούμε στην αιωνιότητα. Η ευχαριστία εξευγενίζει τον άνθρωπο και ενθαρρύνει τα καλά έργα. Η ευχαριστία εμπνέει την ευεργεσία στον κόσμο και ενισχύει τις αρετές. Η θνητή γλώσσα του ανθρώπου αδυνατεί να περιγράψει το κάλλος της ευγνωμοσύνης ή την ασχήμια της αγνωμοσύνης τόσο παραστατικά, όσο παρουσιάζονται στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.
***
«Εισερχομένου αυτού (του Ιησού) είς τινα κώμην απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν. και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες- Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» (Λουκ. ιζ’ 12,13). Ήταν δέκα λεπροί. Είναι φρικτό να βλέπεις ένα λεπρό, πόσο μάλλον να δεις δέκα μαζί. Ένα σώμα καλυμμένο ολόκληρο, από την κορφή ως τα νύχια, με άσπρες κηλίδες, κακοφορμισμένες πληγές, που στην αρχή δημιουργούν φαγούρα κι έπειτα καίνε σαν φλόγα. Ένα σώμα που φθείρεται συνέχεια και λειώνει. Ένα σώμα που έχει περισσότερο πύον παρά αίμα. Ένα σώμα που μυρίζει τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά. Κι όταν η λέπρα προσβάλει το στόμα, τη μύτη ή τα μάτια, φαντάζεστε τι αέρα ανασαίνει ο λεπρός από το γεμάτο πύον στόμα του, τι γεύση έχει αυτό που τρώει, και πώς του φαίνεται ο κόσμος που βλέπει από τα γεμάτα πύον μάτια του.
Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, στους λεπρούς απαγορευόταν νά ‘ρθουν σ’ οποιαδήποτε επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Το ίδιο γίνεται και στις μέρες μας, στις περιοχές όπου κατοικούν λεπροί [*]. Κι οι λεπροί, για να εμποδίσουν τους άλλους ανθρώπους να τους πλησιάσουν, τους φώναζαν από μακριά, με το μοναδικό όνομα που αναφέρεται στο Νόμο γι’ αυτούς: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Αναφέρεται στο Νόμο: «Και ο λεπρός εν ω έστιν η αφή, τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος, και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω, και ακάθαρτος κληθήσεται» (Λευϊτ. ιγ’ 45). Τα ρούχα του πρέπει να είναι σχισμένα, για να φαίνεται η λέπρα του. Το κεφάλι του να είναι ακάλυπτο, και το στόμα του καλυμμένο, για τον ίδιο λόγο. Και κυρίως έπρεπε να φωνάζουν: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Απομακρύνονταν από τις πόλεις και τα χωριά και ζούσαν χειρότερα κι από τα ζώα, περιφρονημένοι και ξεχασμένοι. Αναφέρεται στο Λευϊτικό: «Ακάθαρτος έσται, κεχωρισμένος καθήσεται, έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή» (Λευϊτ. ιγ’ 46). Τους λογάριαζαν νεκρούς, αλλ’ η μοίρα τους ήταν χειρότερη κι από των νεκρών.
Μια μέρα ο Κύριος Ιησούς, η πηγή της υγείας, του κάλλους και της δύναμης, πέρασε κοντά απ’ αυτά τα ανθρώπινα ράκη, αυτά τα δύσοσμα υπολείμματα της ζωής. Μόλις οι λεπροί κατάλαβαν πως δίπλα τους περνούσε Εκείνος, σήκωσαν τη φωνή τους από μακριά και είπαν: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάςΠώς γνώριζαν οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι για τον Ιησού και τη δύναμη που είχε να τους βοηθήσει, αφού δεν είχαν επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους; Θα πρέπει κάποιος από κείνους που τους άφηνε από μακριά ψωμί στο δρόμο, να τους είχε πληροφορήσει για τα νέα. Η φήμη του νέου θαυματουργού στον κόσμο, που θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει, θα πρέπει να είχε φτάσει στ’ αυτιά τους. Όλα τ’ άλλα που γίνονταν στον κόσμο, όπως οι αλλαγές των αρχόντων κι οι πόλεμοι ανάμεσα στα έθνη, η ίδρυση κι η καταστροφή των πόλεων, οι εορταστικές εκδηλώσεις, οι πυρκαγιές κι οι σεισμοί, όλ’ αυτά τους ήταν εντελώς αδιάφορα. Πνιγμένοι μέσα στο πύον, το μόνο που θα σκέφτονταν ήταν η αθλιότητά τους και ίσως Εκείνος που θα μπορούσε να τους απαλλάξει από τις πληγές, τα ράκη και το πύον και να τους ντύσει με το ένδυμα της υγείας. Άκουσαν για τον Κύριο Ιησού και σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, που ο Κύριος θεράπευσε λεπρούς σαν κι εκείνους (βλ. Λουκ. ε 12,13). Θα νοσταλγούσαν λοιπόν τη μοναδική ευκαιρία να βρεθούν μπροστά στον Κύριο.
Κάπου στην άκρη της πεδιάδας της Γαλιλαίας, εκεί που ο δρόμος αρχίζει ν’ ανηφορίζει προς τη Σαμάρεια, τον περίμεναν. Και να που η ευτυχισμένη και μοναδική ευκαιρία που περίμεναν τους πλησίασε, όχι κατά τύχη, αλλά με την πρόνοια του Θεού. Είδαν το Χριστό να περνάει από κει με τους μαθητές Του κι έκραξαν με μεγάλη φωνή: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς! Γιατί τον ονόμασαν Επιστάτη; Επειδή η λέξη αυτή είναι πιο επιβλητική από το «διδάσκαλος». Επιστάτης δεν είναι μόνο ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος που εποπτεύει, που καθοδηγεί, που με τα λόγια, το παράδειγμα και τη μέριμνά Του οδηγεί τους ανθρώπους στο δρόμο της σωτηρίας. Γιατί τότε δεν τον ονόμασαν «Κύριο», που είναι ακόμα πιο επιβλητική λέξη από το «επιστάτης»; Επειδή δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τη δύναμη και την εξουσία του Χριστού.
Ελέησον ημάς, κραύγαζαν. «Και ιδών είπεν αυτοίς· πορευθέντες δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Και καθώς πήγαιναν στους ιερείς, στο δρόμο καθαρίστηκαν. Σε προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρών, ο Κύριος έκτεινε το χέρι Του κι ακούμπησε το λεπρό λέγοντας: «θέλω, καθαρίσθητι. και ευθέως η λέπρα απήλθεν απ’ αυτού» (Λουκ. ζ’ 13). Τώρα όμως όχι μόνο δεν άγγιξε τους λεπρούς, μα δεν τους πλησίασε καν, ήταν μακριά τους, αφού έστησαν πόρρωθεν, και αυτοί ήραν φωνήν. Τους μιλούσε από απόσταση.
Γιατί ο Κύριος τους έστειλε στους ιερείς; Επειδή οι ιερείς είχαν το καθήκον να τους κηρύξουν ακάθαρτους και να τους αποκλείσουν από την κοινωνία, όπως είχαν και το δικαίωμα να δηλώσουν πως είναι θεραπευμένοι και καθαροί, για να ξαναγυρίσουν κοντά στους ανθρώπους (βλ. Λευϊτ. ιγ’ 34,44). Ο Κύριος δε θα καταργήσει το Νόμο, καθώς μάλιστα ο Νόμος δεν εμποδίζει το έργο Του, αλλά μάλλον το ενισχύει σ’ αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι οι ιερείς θα πείθονταν πως οι δέκα λεπροί καθαρίστηκαν, αφού βεβαιώθηκαν γι’ αυτό. Οι δέκα λεπροί άκουσαν τι τους είπε ο Κύριος και που τους έστειλε και ξεκίνησαν για το χωριό, να εκτελέσουν την εντολή Του. Να, όμως, που καθώς βάδιζαν, η λέπρα τους καθαρίστηκε, εξαφανίστηκε. «Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν» (Λουκ. ιζ’ 14). Κοίταξαν τα σώματά τους και διαπίστωσαν πως είχαν γίνει καθαροί, υγιείς. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον κι έκαναν την ίδια διαπίστωση. Οι πληγές, το πύον κι η δυσοσμία είχαν εξαφανιστεί. Μόνο τα ίχνη της φοβερής αρρώστιας είχαν μείνει, για να μαρτυρούν τη θεραπεία τους.
Ποιος θα μπορούσε να πει πως το θαύμα αυτό του Χριστού δεν ήταν ανώτερο από ανάσταση νεκρών; Ας εγκύψουμε βαθύτερα στο γεγονός πώς, μ’ ένα Του λόγο, τα λεπρά σώματα που τα είχε καταφάγει η αρρώστια, ξαφνικά καθαρίστηκαν, έγιναν καλά. Όσο εμβαθύνει κανείς στο θαύμα αυτό, αναγνωρίζει κι ομολογεί πως θνητός άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αρθρώσει τέτοιο λόγο. Μόνο ο Θεός μπορεί να προφέρει αυτόν τον θεραπευτικό λόγο, μέσα από τα ανθρώπινα χείλη Του. Είναι αλήθεια πως ο λόγος αυτός βγήκε από ανθρώπινα χείλη. Είναι σίγουρο όμως πως προήλθε από τα ίδια βάθη, απ’ όπου κι ο λόγος της δημιουργίας του κόσμου. «Αυτός είπε και εγενήθησαν».
Υπάρχουν λόγια και λόγια. Υπάρχουν λόγια αγνά κι αναμάρτητα, που είναι και λόγια δυνάμεως. Τα λόγια αυτά προέρχονται από την πρωταρχική πηγή της αιώνιας Αγάπης. Οι πύλες ολόκληρης της δημιουργίας είναι ανοιχτές μπροστά τους. Τα πάντα, άνθρωποι, ασθένειες και πνεύματα τους υποτάσσονται. Υπάρχουν όμως και λόγια διασπαστικά, ωμά, που τα έχει νεκρώσει η αμαρτία. Τα λόγια αυτά δεν έχουν μεγαλύτερη επιρροή απ’ όση έχει το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στις καλαμιές. Όσα τέτοια νεκρά λόγια κι αν ακουστούν, παραμένουν τόσο ανίσχυρα, όσο ο καπνός που προσκρούει σε σιδερένια πόρτα.
Αναλογιστείτε όμως πόση απερίγραπτη ανακούφιση και παρηγοριά νιώθουμε, όταν γνωρίζουμε σε πόσο δυνατό και στοργικό Κύριο ανήκουμε! «Πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν, εν τω ουρανώ και εν τη γη» (Ψαλμ. ρλδ’ 6). Αυτός είναι ο Κύριος της ζωής, Αυτός κυβερνά την αρρώστια, Αυτός δίνει τους νόμους της φύσης, είναι ο νικητής του θανάτου. Δεν δημιουργηθήκαμε από την αλόγιστη φύση. Είμαστε δούλοι του ζωντανού Θεού που αγαπά τον άνθρωπο. Δεν είμαστε τυχαία πλάσματα της τύχης. Είμαστε πλάσματα Εκείνου που δημιούργησε όλους τους πρεσβύτερους αδελφούς μας, τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους κι όλα τ’ αθάνατα όντα του ουρανού. Αν υποφέρουμε σ’ αυτή τη ζωή, Εκείνος γνωρίζει το νόημα και το σκοπό των βασάνων μας. Αν μας έκανε λεπρούς η αμαρτία, ο λόγος Του είναι ισχυρότερος από τη λέπρα, είτε σωματική είναι αυτή είτε πνευματική. Την ώρα που πνιγόμαστε, το σωστικό χέρι Του είναι κοντά μαςΤην ώρα που πεθαίνουμε, μας περιμένει στην άλλη πλευρά του τάφου.
Ας γυρίσουμε τώρα στη διήγηση του ευαγγελίου, στη θεραπεία των λεπρών. Ας ρίξουμε μια ματιά στην καθαρή απεικόνιση της ευγνωμοσύνης και της αγνωμοσύνης. Τι έκαναν οι λεπροί αυτοί όταν διαπίστωσαν πως είχαν θεραπευτεί από τη λέπρα τους; Μόνο ο ένας απ’ αυτούς γύρισε για να ευχαριστήσει το Χριστό. Οι άλλοι εννιά τράβηξαν το δρόμο τους. Ούτε που σκέφτηκαν να γυρίσουν και να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη και Σωτήρα τους.
«Εις δε εξ αυτών, ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν. και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ· και αυτός ην Σαμαρείτης» (Λουκ. ιζ’ 15, 16). Ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος, μόλις είδε πως είχε απαλλαγεί από τη φοβερή αρρώστια του, ένιωσε την ψυχή του ν’ ανασαίνει ανάλαφρα. Ήταν σα να είχε βγάλει από μέσα του κάποια φαρμακερά φίδια. Η πρώτη του σκέψη λοιπόν ήταν να τρέξει και να ευχαριστήσει Εκείνον που τον έσωσε απ’ αυτήν τη φοβερή αθλιότητα. Λίγο νωρίτερα είχε κράξει, Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Τώρα ξανασήκωσε τη φωνή του και βροντοφώναξε από τα βάθη της ψυχής του κι από τα καθαρά χείλη του ευχαρίστησε το Θεό. Δεν του έφτασε αυτό όμως. Έτρεξε αμέσως να βρει τον Ευεργέτη του, να του εκφράσει τις ευχαριστίες του. Μόλις έφτασε κοντά στο Χριστό έπεσε μπροστά Του να τον προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα όχι με πονεμένα πόδια από τις ανοιχτές πληγές, αλλά με πόδια θεραπευμένα και υγιή. Είχε πια ένα σώμα τελείως υγιές, μια καρδιά γεμάτη χαρά και δυο μάτια γεμάτα δάκρυα.
Αυτός ήταν αληθινός άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια μάζα από πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν απόβλητος από τη ζωή των ανθρώπων. Τώρα ξανάγινε άξιο μέλος της κοινωνίας τους. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια θλιβερή σάλπιγγα που ηχούσε μονότονα μια μόνο λέξη: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Τώρα μεταβλήθηκε σε μια θριαμβευτική σάλπιγγα που ανέπεμπε ευχαριστίες και δοξολογίες στο Θεό.
Αυτός ο ένας και μοναδικός θεραπευμένος κι ευγνώμων άνθρωπος δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες δεν ήταν Ιουδαίοι αλλά ούτε και καθαρόαιμοι Ασσύριοι ή μιγάδες από Ασσύριους και Ιουδαίους γονείς. Ήταν οι Ασσύριοι εκείνοι που κάποτε εγκατέστησε ο βασιλιάς Σαλμανάσαρ σε τόπους της Συρίας, αφού μετακίνησε από κει τους Ιουδαίους στην Ασσυρία (βλ. Β’ Βασ. ιζ’ 3-6, 24). Το ότι ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος ήταν καθαρόαιμος Ασσύριος προκύπτει κι από τα λόγια του Κυρίου που τον ονόμασε αλλογενή.
«Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού; ουχ ευρέθησαν υποστρέφαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ. ιζ’ 17,18). Πόσο ευγενικά μέμφεται τους αγνώμονες ο Κύριος! Ρώτησε μόνο αν θεραπεύτηκαν κι αυτοί και γιατί δε γύρισαν να τον ευχαριστήσουν. Δε ρώτησε βέβαια επειδή ο ίδιος δεν ήξερε ότι είχαν θεραπευτεί όλοι. Όχι. Γνώριζε πως θα θεραπευτούν προτού καν τους δει και τους συναντήσει. Έκανε όμως την ερώτηση σαν μια ευγενική επίπληξη. Εμείς, όταν δίνουμε ένα νόμισμα σε κάποιον επαίτη, εκνευριζόμαστε και ξεσπούμε σε κραυγές αν δε μας ευχαριστήσει. Σκεφτείτε τώρα πόσο θα εκνευριζόμασταν και θα καταγγέλαμε τους εννιά αυτούς ανθρώπους, αν υποτεθεί πως είχαμε τη δύναμη και τους θεραπεύσαμε από τέτοια φοβερή αρρώστια κι εκείνοι δε γύρισαν να μας πουν ούτε ένα ευχαριστώ.
Οι μέρες μας είναι γεμάτες από οργισμένους ανθρώπους ενάντια στους αγνώμονες. Ο αέρας που μας περιβάλει είναι γεμάτος από μίση και ύβρεις που εκστομίζονται από χείλη ανθρώπων καθημερινά, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, προς τους αγνώμονες. Πόσο μικρά όμως είναι αυτά που κάνει ο άνθρωπος, σε σχέση με τα μέγιστα που ακούραστα και αδιάλειπτα κάνει ο Θεός για τους ανθρώπους, από τη στιγμή που γεννήθηκαν ως το θάνατό τους! Ο Θεός όμως ποτέ δε μέμφεται, ποτέ δεν οργίζεται στον αγνώμονα, αλλά τον επιπλήττει ευγενικά και ρωτάει όσους τον λατρεύουν στο ναό: «Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Δεν έδωσα την υγεία σε χιλιάδες; Γιατί βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στο ναό Μου; Δε δίνω το φως του ήλιου σε εκατομμύρια; Γιατί είστε μόνο λίγες εκατοντάδες οι ευγνώμονες; Δεν ομόρφηνα τους αγρούς, δεν τους γέμισα με πλούσια σοδειά, με κάθε χόρτο για τα κοπάδια; Γιατί είστε μόνο λίγοι εσείς που γονατίζετε με ευχαριστία μπροστά Μου; Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Πού είναι οι δυνατοί και ισχυροί που κυβερνούν τα έθνη με τη δική Μου δύναμη και ισχύ; Πού είναι οι ισχυροί, πού οι επιτυχημένοι που πλούτισαν από τα πλούτη Μου και πέτυχαν χάρη στο έλεός Μου; Πού είναι οι ευτυχισμένοι που αντλούν την υγεία και την ευτυχία από τη δική Μου πηγή; Πού είναι οι γονείς που τα παιδιά τους τα βοηθάω να μεγαλώσουν και να γίνουν δυνατοί; Πού είναι οι δάσκαλοι που τους χορηγώ σοφία και γνώση; Πού είναι όλοι οι άρρωστοι που θεράπευσα; Πού είναι όλοι οι αμαρτωλοί που καθάρισα τις ψυχές τους από την αμαρτία, σα νά ‘ταν από λέπρα;»
Προσέξτε, ει μη ο αλλογενής ούτος! Μόνο αυτός γύρισε για να ευχαριστήσει. Είναι όμως κανένας ξένος, αλλογενής, στο Χριστό; Δεν ήρθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο τους Ιουδαίους; Οι Ιουδαίοι υπερηφανεύονταν επειδή ήταν ο «περιούσιος», ο εκλεκτός λαός του Θεού, πως είχαν γνώση του Θεού, πως απ’ αυτήν την άποψη ξεπερνούσαν κάθε άλλο έθνος στη γη. Υπάρχει όμως ένα παράδειγμα που φανερώνει το σκότος του μυαλού τους και τη σκληρότητα της καρδιάς τους. Ένας Ασσύριος, ειδωλολάτρης, είχε πιο φωτισμένο μυαλό και πιο ευγενική καρδιά από τους αυτοθαυμαζόμενους Ιουδαίους. Η ιστορία αυτή με τους εκλεκτούς ή τους μη εκλεκτούς, δυστυχώς επαναλαμβάνεται και στις μέρες μας. Και σήμερα κάποιοι ειδωλολάτρες έχουν πιο ανοιχτό μυαλό και πιο ευγνώμονα καρδιά προς το Θεό από πολλούς χριστιανούς. Υπάρχουν μωαμεθανοί, βουδιστές ή παρσιστές (οπαδοί του ζωροαστρισμού) που ντροπιάζουν πολλούς χριστιανούς με τις καρδιακές προσευχές τους στο Θεό και τη θερμή ευγνωμοσύνη τους προς Εκείνον.
Η παραβολή τελειώνει με τα λόγια του Σωτήρα μας προς τον ευγνώμονα Σαμαρείτη: «Και είπεν αυτώ· αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. ιζ’ 19). Προσέξτε τη μεγαλοσύνη της ταπείνωσης του Κυρίου, την αρχοντιά Του! Ο ίδιος χαίρεται να ονομάζει τους ανθρώπους συνεργάτες Του στα μέγιστα και καλά έργα Του. Θέλει έτσι να ενισχύσει το ηθικό της ταπεινωμένης και υποτιμημένης ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι υπεράνω της ανθρώπινης υπερηφάνειας και ματαιότητας και θέλει να μοιράσει τη δική Του αξία με άλλους, τα πλούτη Του με τους φτωχούς, τη δόξα Του με τους άπορους και τους θλιμμένους.
Η πίστις σου σέσωκέ σε. Ο Σαμαρείτης είχε πραγματικά πιστέψει, όπως κι οι άλλοι εννιά λεπροί. Αν δεν είχαν πιστέψει στη δύναμη του Κυρίου, δε θα φώναζαν Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Σε τι τους χρησίμευε η πίστη τους όμως; Με την ίδια πίστη θα μπορούσαν να φωνάξουν σε χιλιάδες διάσημους γιατρούς του κόσμου: «Ελεήστε μας, θεραπεύστε μας!» Όλα όμως θ’ απέβαιναν μάταια. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους χιλιάδες θνητούς γιατρούς του κόσμου τους είχε θεραπεύσει, πιστεύετε πως θ’ απέδιδε τη θεραπεία στην πίστη του αρρώστου ή στη δική του ικανότητα κι επιστημοσύνη; Δε συνηθίζουν οι γιατροί του κόσμου να ξεπερνούν σιωπηλά τις ευχαριστίες των αρρώστων για την αποκατάσταση της υγείας τους, δίνουν μεγάλη έμφαση στη δική τους αξία και συμμετοχή. Αυτή είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου προς άνθρωπο. Ο Χριστός όμως συμπεριφέρεται διαφορετικά στους ανθρώπους. Ο Χριστός έχει ένα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ο λεπρός Σαμαρείτης πρόσθεσε ένα σπυρί σιτάρι στο φορτίο. Το φορτίο με το σιτάρι είναι η θεϊκή Του δύναμη και εξουσία. Το σπυρί του λεπρού είναι η πίστη του στο Χριστό. Ο Χριστός αγαπά πραγματικά τον άνθρωπο και δεν υποτιμά το μικρό σπυρί, αλλ’ αντίθετα θα το τιμήσει περισσότερο από το δικό Του μεγάλο φορτίο. Γι’ αυτό και δε λέει, όπως θά ‘λεγε κάθε άνθρωπος σε τέτοια περίπτωση: «Το φορτίο μου με το σιτάρι θα σε θρέψει». Δε λέει «Εγώ σε έσωσα», αλλά η πίστις σου σέσωκέ σε. Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στα λόγια αυτά! Πόσο μεγάλη είναι για όλους μας η διδαχή Του! Πόσο μεγάλη είναι η επίπληξη στην ανθρώπινη ιδιοτέλεια κι υπερηφάνεια!
***
Όλοι εκείνοι που κρύβουν το σπυρί της αξίας του άλλου και δίνουν έμφαση στο δικό τους φορτίο, ας ταπεινωθούν, ας διδαχτούν από το Χριστό, το Δίκαιο. Δεν είναι λιγότερο ληστές και κλέφτες από τον πλούσιο, που προσθέτει το μικρό αγρό του φτωχού στ’ απέραντα δικά του στρέμματα. Όλοι οι στρατηγοί που κρύβουν το ρόλο που έπαιξαν οι στρατιώτες στη νίκη και διασαλπίζουν προς κάθε κατεύθυνση μόνο τη δική τους συμμετοχή, ας σκύψουν λίγο κι ας διδαχτούν από το Δίκαιο Χριστό. Όσοι ασχολούνται με τη βιομηχανία και το εμπόριο και αποδίδουν στον εαυτό τους και στην αξία τους, στη σοφία και την τύχη τους, όλη την επιτυχία που ανήκει στους εργάτες και τους υπαλλήλους τους, ας παραδειγματιστούν από τον ταπεινό Ιησού. Τέλος όλοι οι άνθρωποι, που με την τυφλή υπερηφάνεια τους αποδίδουν κάθε καλό, κάθε ικανότητα και κάθε επιτυχία μόνο στον εαυτό τους κι αγνοούν ή ξεχνούν την τεράστια συμβολή του Θεού, ας διδαχτούν από το Θεό, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ας πλησιάσουν κι ας μάθουν πως ο Θεός δεν αγνοεί και δεν κρύβει ούτε ένα σπυρί από την αξία του ανθρώπου που προσθέτει στο μέγιστο δικό Του φορτίο αξιών. Το μόνο που κρύβει είναι η δική Του συμβολή και δίνει έμφαση στη συμμετοχή των ανθρώπων.
Υπάρχει μεγαλύτερο χτύπημα και πιο φοβερή επίπληξη στους ανθρώπους για την κλοπή, τη ληστεία, τη σκληρότητα, την υπερηφάνεια και την έλλειψη αγάπης που δείχνουν προς τον άνθρωπο και το Θεό; Όποιος έχει αίσθηση συστολής, πρέπει πραγματικά να ντραπεί και να ταπεινωθεί μπροστά στην ταπείνωση του Χριστού. Εκείνος που διατηρεί έστω και μια σπίθα της συνείδησής του αναμμένη, ας μετανοήσει για το χυδαίο κι ανόητο αυτοθαυμασμό και την αυταρέσκειά του κι ας γίνει ευγνώμων στο Θεό και στους ανθρώπους. Η ευγνωμοσύνη θα του διδάξει την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ταπείνωση.
Αν εμείς οι χριστιανοί γνωρίζαμε την ποικιλία και το πλήθος των πνευματικών νοσημάτων, από τα οποία ο Χριστός μας θεραπεύει κάθε μέρα, θα στρέφαμε γρήγορα προς Εκείνον το πρόσωπό μας και θα πέφταμε στα πόδια Του να τον ευχαριστήσουμε από τη στιγμή αυτή ως το θάνατό μας. Η ώρα αυτή δεν είναι μακριά για κανένα μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
[*] Ο άγιος Νικόλαος κοιμήθηκε το 1956, όταν ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί το φάρμακο για τη λέπρα.

 http://alopsis.gr/
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)