Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

ΣΤΗ 31η ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ


Αποτέλεσμα εικόνας για πρωτοχρονια 
ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ 12ης  ΩΡΑΣ

Πρωτοχρονιά λοιπόν και πάλι, αγαπητοί αδελφοί. Γέλια και χαρές, ευχές και πανηγυρισμοί, δώρα, ξεφαντώματα… προγράμματα, ελπίδες, προσδοκίες.
Γλέντια ολονύκτια, χαρές προσποιητές εν πολλοίς, χρώματα και κορδέλες, λόγια μεγάλα, ουτοπίες μιάς νυκτός…
Και τι λοιπόν; Μήπως μόνο η πρώτη του Γενάρη  είναι μέρα πρόσφορη για όλα αυτά;
Ποια είναι η διαφορά της 12:59 της 31ης του Δεκέμβρη  από της 00:1 της 1ης του Γενάρη;
Κάθε μερόνυχτο δε ζούμε αυτή την ανατροπή;
Κάθε μερόνυχτο δε ζούμε αυτή την διαδοχή;
Κάθε μερόνυχτο δε ζούμε αυτή την αλλαγή;
Κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου που παρέρχεται ένα καινούριο το διαδέχεται, ασταμάτητα κι αυτό τελειωμό δεν έχει.
Μήπως και αυτή η χρονική οριοθέτηση δεν είναι μια ανθρώπινη επινόηση για να καλυφθεί το αέναο χάος;
Μόνο σήμερα έχουμε τη δυνατότητα της ελπίδας, του προγραμματισμού, της ανασκόπησης, του επαναπροσδιορισμού των πράξεων μας  και της ανασύνταξης των δυνάμεων για κάτι καλύτερο; Μόνο την Πρωτοχρονιά βλέπουμε  τα λάθη μας, τη στραβή πορεία μας, τις αποκοτιές μας, την ανταρσία μας απέναντι στο Θεό κι αρχίζουμε με νέες αποφάσεις  καινούρια όνειρα, αυτοκριτικές  και μεγαλόστομα κηρύγματα για «Νέα, πλέον, Εποχή» ;  
Μήπως η κάθε μας μέρα, η κάθε μας ώρα, το κάθε λεπτό δεν είναι μια καινούρια αρχή; Μήπως σε κάθε στιγμή της ζωής μας δεν μας δίνεται η ευκαιρία για μια νέα αρχή;
Ο χρόνος, ως φυσική έννοια, γίνεται αντιληπτός με τη διαδοχή των γεγονότων και την παρατηρούμενη στα πράγματα και τα φαινόμενα αλλαγή. Αν όλα ήσαν αμετάβλητα, αν δεν υπήρχαν διαδοχικά γεγονότα, δεν θα είχε έννοια ο χρόνος. Χρόνος στην πραγματικότητα είναι το μεταξύ δύο γεγονότων διάστημα.
Το έτος είναι μια σχετική έννοια . Είναι το διάστημα για μια πλήρη περιφορά της γης γύρω από τον ήλιο. Αν η γη περιφερόταν γύρω από τον ήλιο με μεγαλύτερη ταχύτητα, τότε το έτος θα ήταν πιο μικρό. Κι αν η περιφορά γινόταν με μικρότερη ταχύτητα, τότε το έτος, θα ήταν πιο μεγάλο. Είναι σχετικό λοιπόν το έτος και ουδέτερο. Ούτε καλό ούτε κακό. Γίνεται το ένα, ή το άλλο, ανάλογα με τα γεγονότα που διαδραματίζονται σ’ αυτό. Το ίδιο έτος σ’ άλλους είναι καλό και σ’ άλλους αποβαίνει κακό.
Μπαίνουμε λοιπόν σήμερα στο νέο έτος εν μέσω πολλών δυσχερειών, υλικών και πνευματικών. Η φτώχεια, η ανέχεια, η ανεργία σε συνδυασμό με τις δυσμενείς και σίγουρα κατευθυνόμενες οικονομικές συνθήκες και οι  κατά πολύ αμφιλεγόμενες επιδημίες από τη μία μεριά, η αμφισβήτηση αξιών και ιδανικών και η έντονη απαξίωση των θεσμών από την άλλη, καθιστούν την εποχή μας, δύσκολη και απαράκλητη! Καθημερινώς διαπιστώνεται ότι ο κόσμος «κείται εν τω πονηρώ».!
Παρ’ όλα αυτά εμείς περιορίζουμε αβασάνιστα την καλή διαχείριση του χρόνου μας μέσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου τα πάντα, ακόμα και η ίδια η ψυχή μας τιμαριθμοποιείται, όπου το υποκείμενο γίνεται αντικείμενο και το πρόσωπο ένας απειροελάχιστος κόκκος άμμου μέσα σε μια ανώνυμη και άμορφη μάζα.
Αλλά και ιδιωτικά δεν βλέπουμε δεν οραματιστούμε καλλίτερα. Τα μοναδικά οράματα μας είναι στο τι θα αγοράσουμε, στο τι θα φάμε, στο πως θα ντυθούμε, στο ποιους τραγουδιστές και καλλιτέχνες θα ακούσουμε, στο πως θα είμαστε εμείς οι κερδισμένοι, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον, στο πως θα αναδειχτούμε. Σε ότι δηλαδή χαϊδεύει τις αισθήσεις μας και τον προφίλ μας.
Και η τελική διαπίστωση μας.
Αυξάνει το άγχος, επιτείνεται η δυστυχία, η ευτυχία συνεχώς απομακρύνεται από κοντά μας και καταντά ουτοπία. Κι αυτή είναι η τραγωδία του συγχρόνου ανθρώπου: Να κυνηγά την ευτυχία στα μονοπάτια της θλίψης και του θανάτου. Σαν το μυθικό Σίσυφο που αγκομαχούσε να σπρώξει τον βράχο προς την κορυφή του βουνού. Μόλις κόντευε να τα καταφέρει ο βράχος ξέφευγε και κατρακυλούσε και άντε πάλι από την αρχή…
Κι αυτά τα γιορτάσια μας στο βάθος τους κρύβουν ανείπωτη πίκρα…
Σήμερα λοιπόν ή Θεός ή τίποτα!
Όλοι μας και ο καθένας μας ξεχωριστά να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με τη πλάση ολόκληρη. Με τον εαυτό μας, το συνάνθρωπο μας, το Θεό. Να νοιώσουμε επιτέλους ότι κοινωνία σημαίνει αλληλεξάρτηση και να μη διστάσουμε να δούμε κατάματα τις αδυναμίες, τα πάθη, τις ελλείψεις μας. Ο Χριστός είναι η μοναδική διέξοδος στα αδιέξοδα μας. Η μοναδική ελπίδα στη σημερινή απελπισία, το μοναδικό στήριγμα στον κλονισμένο άνθρωπο. Ας εξαγοράσουμε λοιπόν το χρόνο μας. Ας θεωρήσουμε την καινούρια χρονιά σαν μια ακόμη ευκαιρία, σαν «παροχή» του Θεού στον άνθρωπο, για να ανακαινίσει τον εαυτό του και τον κόσμο μέσα στον οποίο ζει.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν, ευρισκόμενο μέσα στην όλη ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, αναφέρεται σε τρία γεγονότα: στη φυγή της αγίας
οικογένειας στην Αίγυπτο, κατόπιν προτροπής αγγέλου στον ύπνο του Ιωσήφ, λόγω της δαιμονιώδους οργής του Ηρώδη, στη σφαγή των νηπίων από τον παράφρονα Ηρώδη και στην επάνοδο της αγίας οικογένειας στην Ιουδαία και την εγκατάστασή της στην πόλη της Ναζαρέτ. Η σφαγή των νηπίων μάλιστα, τρομακτική και μόνον ως λέξη, αποτελεί και το περιεχόμενο της μνήμης της σημερινής ημέρας, 29 Δεκεμβρίου, γι᾽ αυτό και σ᾽ αυτήν θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας, καθοδηγούμενοι μάλιστα από το συναξάρι του όρθρου, το οποίο στοιχεί στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.

«Όταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων Ηρώδης πρόσταξε τους μάγους να γυρίσουν πίσω και του αναφέρουν τα σχετικά με τον βασιλιά που γεννήθηκε, τον οποίο φανέρωνε ο αστέρας που ακολουθούσαν, προκειμένου τάχα μαζί με εκείνους να τον προσκυνήσει και αυτός, κι αφού ο άγγελος είπε στους μάγους να μη γυρίσουν στον Ηρώδη αλλά από άλλη οδό να αναχωρήσουν για τη χώρα τους, κάτι που το έκαναν, είδε λοιπόν ο Ηρώδης ότι εμπαίχθηκε από αυτούς και οργίστηκε πολύ. Κι αφού ερεύνησε ακριβώς για τον χρόνο του αστέρος που φάνηκε και έστειλε στρατιώτες, φόνευσε όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ και στα όριά της, από δύο χρονών και κάτω, γιατί σκέφτηκε ότι αν φονεύσει όλα τα παιδιά, οπωσδήποτε θα πεθάνει και ο μελλοντικός βασιλιάς και δεν θα καταστεί απειλή γι’ αυτόν. Ματαίως όμως κόπιασε ο παράφρων, διότι δεν γνώριζε ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει τη βουλή του Θεού. Οπότε στα μεν παιδιά προξένησε τη βασιλεία των Ουρανών, στον δε εαυτό του την αιώνια κόλαση».

Το κύριο πρόβλημα που θέτει η σημερινή ημέρα, της μνήμης όπως είπαμε των σφαγιασθέντων νηπίων από τον Ηρώδη, είναι η εξώφθαλμη αδικία που διαπράχθηκε τότε, γεγονός που οδηγεί στο πάντα επίκαιρο και ουδέποτε αποδεκτό από την ανθρώπινη λογική πρόβλημα της θεοδικίας: γιατί βρέφη και νήπια, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους, την έχασαν και μάλιστα με τέτοιο τραγικό τρόπο; Και πού βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ανέχτηκε ο δίκαιος Θεός μία τέτοια αδικία; Δεν φαίνεται έτσι ότι ο Θεός απουσιάζει ή τέλος πάντων είναι κρυμμένος, ενώ παρουσιάζεται ως κυρίαρχος ο δαίμονας με τα όργανά του, τύπου Ηρώδη; Και με βάση τον προβληματισμό για ό,τι άδικο συνέβη τότε, η ανθρώπινη σκέψη ανοίγεται και σε όλη τη διαδρομή του ανθρωπίνου γένους, καταγράφοντας παρόμοια και σκληρότερα ίσως περιστατικά: εξανδραποδισμούς ολόκληρων λαών, πείνες, πολέμους, εξαθλίωση ανθρώπων, ανέχεια, ανεργία, φτώχεια. Σε όλα αυτά το κυρίαρχο ερώτημα είναι το γιατί; Και το πώς ο Θεός ανέχεται τέτοιες καταστάσεις;

Δεν είναι εύκολα ερωτήματα. Δεν μπορεί κανείς χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη λογική να δώσει μία πειστική απάντηση. Πρόκειται για ένα μόνιμο αγκάθι στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και το ερώτημα αυτό, το πρόβλημα της θεοδικίας, της δικαιοσύνης του Θεού μέσα σε έναν κόσμο απανθρωπίας και παραλογισμού, είναι ερώτημα που απασχόλησε από παλιά τον άνθρωπο και ασφαλώς θα τον απασχολεί πάντοτε. Την πρώτη από πλευράς θεολογικής αντιμετώπιση του προβλήματος έχουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Ιώβ. Πάσχει ο Ιώβ, ο πιο δίκαιος άνθρωπος της εποχής του, και μάλιστα με τρόπο που δεν είναι εύκολο να ακούσει κανείς τα πάθια του, χωρίς να κινδυνεύει να κλονιστεί η ισορροπία του μυαλού του: πεθαίνουν με τρόπο τραγικό όλα τα παιδιά του, χάνει όλη την περιουσία του, γεμίζει ο ίδιος από παντός είδους μολυσματικές αρρώστιες και γι’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί σε κατοικημένη περιοχή, η γυναίκα του τον κατηγορεί, οι φίλοι του τον αντιμετωπίζουν με σκληρότητα… Το «γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, ενώ είμαι δίκαιος άνθρωπος;» φτάνει στα χείλη ακόμη και του ίδιου του Ιώβ, ο οποίος σε ό,τι του συνέβαινε έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Ας είναι ευλογημένο το όνομά Του».

Η απάντηση έρχεται τελικά από τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος λέγοντας στον Ιώβ να μην πολυεξετάζει το γιατί, αλλά μόνο να έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, τον επιβραβεύει αποκαθιστώντας τον έτσι, ώστε να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι ήταν πριν. Η απάντηση δηλαδή στο πρόβλημα της θεοδικίας δεν υπάρχει στους ανθρώπινους συλλογισμούς και την ανθρώπινη λογική. Η απάντηση δίνεται στο επίπεδο της πίστεως στον Θεό: έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνεις. Αν κανείς δεν αναχθεί σ’ αυτό το επίπεδο, πάντοτε θα προσκρούει σε αδιέξοδο και στη διαπίστωση του παράλογου της ζωής. Κι αν μεν στην Παλαιά Διαθήκη η απάντηση δόθηκε στον Ιώβ με αυτόν τον τρόπο, εκεί που έχουμε την πληρότητα της απαντήσεως είναι στην Καινή με τον ερχομό του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωμένου Θεού, βλέπουμε ότι οι όποιες δοκιμασίες στη ζωή, οι όποιες θλίψεις, οι όποιες τραγικότητες, συνιστούν δρόμο ζωής που αν κανείς τα αντιμετωπίσει με πίστη και υπακοή στον Θεό, οδηγούν στη Βασιλεία του Θεού. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός είναι η απάντηση: η ζωή Του απαρχής μέχρι τέλος είναι ένα πάθος. Το πάθος του Χριστού δεν σχετίζεται μόνον με τον Σταυρό, αλλά με όλη τη ζωή Του. Κι απόδειξη η σημερινή ημέρα: μόλις γεννάται αντιμετωπίζει τον φονικό θυμό του παράφρονα Ηρώδη. Το ίδιο και στα μετέπειτα χρόνια Του. Ο Σταυρός Του είναι η αποκορύφωση του Πάθους Του. Και τι μας δείχνει; Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού, στην Ανάσταση, εκτός από το πάθος της ζωής αυτής.

Κι αυτό γιατί; Διότι δυστυχώς ο κόσμος αυτός ξέπεσε, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Ενώ απαρχής τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς Του, ο άνθρωπος με την επανάσταση που κήρυξε κατά του Δημιουργού, με την εμμονή του στην ανυπακοή του προς Εκείνον, έφερε όλα τα δεινά στον κόσμο. Και ο ερχομός του Χριστού ήταν ακριβώς γι’ αυτό: να άρει την αμαρτία του κόσμου και τις συνέπειες της αμαρτίας αυτής, προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. Ο κόσμος όμως αυτός πάντοτε θα είναι και θα παραμένει το πεδίο που θα αναμετράται η πίστη με την απιστία, με το δεδομένο ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της εδώ ζωής θα έχουν πάντοτε αντίκρισμα στη συνέχειά της, την άλλη ζωή. «Ουκ άξια τα παθήματα της παρούσης ζωής προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Αυτά που υφιστάμεθα στη ζωή αυτή, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τους πόνους, δεν ισοφαρίζουν τη δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα.

Στη λογική της πίστεως αυτής, με βάση την ίδια τη ζωή του Κυρίου, βρίσκεται και η υμνογραφία της σημερινής εορτής. Τα νήπια που σφαγιάστηκαν, δεκατέσσερις χιλιάδες ή απλώς δεκατέσσερα – δεν έχει σημασία ο αριθμός, αν είναι πραγματικός ή συμβολικός – ναι μεν έχασαν τη ζωή τους πριν ακόμη την ξεκινήσουν, όμως την βρήκαν ολοκληρωμένη με τη χάρη του Θεού στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός θέλησε, κρίμασιν οις οίδεν Εκείνος, αυτά τα παιδάκια να είναι οι πρώτοι μάρτυρές Του στον κόσμο, η πρώτη προσφορά σ’ Αυτόν, γι’ αυτό και θεωρούνται άγιοι με μεγάλη δύναμη παρρησίας ενώπιόν Του. Είναι κατ’ ακρίβεια τα πρώτα νεόφυτα στελέχη της Εκκλησίας, που έθρεψαν με το παρθενικό και αγνό αίμα τους το δέντρο της Εκκλησίας («Εκ στελεχών νεοφύτων η του Χριστού Εκκλησία σήμερον, ώσπερ άνθη ευθαλή, δρεψαμένη αίματα τερπνώς, εφηδύνεται αυτοίς και ωραΐζεται», δηλαδή: Η Εκκλησία του Χριστού σήμερα, αφού μάζεψε με τερπνό τρόπο τα αίματα από νεόφυτα στελέχη, όπως κόβει κανείς ολοζώντανα άνθη, χαίρεται γι’ αυτά και ομορφαίνει)∙ είναι, όπως είπαμε, η πρώτη μυστική θυσία στον ενανθρωπήσαντα Θεό («Χορός θεόλεκτος βρεφών, εν σαρκί γεννηθέντι, προσηνέχθη τω Κτίστη, ως θυσία μυστική», δηλαδή: ο θείος χορός των βρεφών προσφέρθηκε στον Δημιουργό που γεννήθηκε ως άνθρωπος, ως μυστική θυσία)∙ είναι οι καθαυτό νεομάρτυρες του Κυρίου («ως βότρυες Χριστώ προσήχθησαν, ει και μητρώων μαζών εσπάσθησαν, οι νεομάρτυρες, τον Ηρώδην πλήξαντες», δηλαδή: σαν σταφύλια προσφέρθηκαν στον Χριστό οι νεομάρτυρες, αν και αποσπάσθησαν βίαια από τα μητρικά στήθη, και έπληξαν τον Ηρώδη)∙ είναι τα νήπια εκείνα που με τον σφαγιασμό τους συμβασιλεύουν πια με τον Χριστό («υπέρ Αυτού γαρ σφαγέντα, συμβασιλεύουσι Τούτω»).

Η ανατροπή των ανθρωπίνων δεδομένων και της συμβατικής λογικής δεν έρχεται μόνον με την ενανθρώπηση του Θεού, αλλά και με ό,τι συνιστά τον περίγυρό της, και τότε, στα ίδια χρόνια με την επί γης παρουσία Του, και μετέπειτα σε όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία και οι άγιοί της, με ό,τι υφίσταται στον κόσμο, θα διατρανώνει πάντοτε την άλλη λογική: μέσα από τα παθήματα του κόσμου τούτου θα αποκαλύπτει την οδό που εκβάλλει στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών»

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ - ΙΑ' ΛΟΥΚΑ










Bρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου, στά προπύλαια τῆς μεγάλης γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἔχει σχέσει μέ τό μεγάλο γεγονός, πού περιμένουμε. Μᾶς μίλησε γιά ἕνα μεγάλο, πλούσιο καί ξεχωριστό δεῖπνο. Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί θέλει ὁ Κύριος νά μᾶς πεῖ, θά κάνουμε μία ὑπόθεση, θά ποῦμε ἕνα παράδειγμα.

Κάποιος γνωστός, φίλος ἤ συγγενής πάντρεψε τόν παιδί του καί στό τραπέζι, πού ἔκανε, κάλεσε πάρα πολλούς, ἀλλά δέν προσκάλεσε κάποιον ἀπό ἐμᾶς. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, τί λέτε, δέν θά στενοχωρηθεῖ; δέν θά θεωρήσει τόν ἑαυτό του περιφρονημένο καί προσβεβλημένο;
Τώρα ἄς πάρουμε τήν ἄλλη περίπτωση. Ὁ οἰκοδεσπότης κάλεσε πολλούς στό τραπέζι, μά δέν πῆγε κανένας. Δέν θά στενοχωρηθεῖ καί αὐτός; δέν θά ὀργισθεῖ; δέν θά τά βάλει μέ τούς καλεσμένους, πού ὅλοι τόν περιφρόνησαν;
Στήν πρώτη περίπτωση, κατά τήν ὁποία δέν μᾶς κάλεσε κάποιος ἄνθρωπος, εἶναι μικρό τό κακό, πολύ ἀσήμαντο, μηδαμινό. Δέν χρειάζεται στενοχώρια, οὔτε κἄν νά τό λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη μας. Τό πρόβλημα εἶναι ἀλλοῦ, εἶναι στήν δεύτερη περίπτωση.
Μᾶς καλεῖ στό τραπέζι ὄχι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, οὔτε ἕνας ἐπίσημος, κάποιος πλούσιος. Μᾶς καλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμή ἀπό αὐτό. Καί μάλιστα δέν τό κάνει μία φορά μόνο, ἀλλά προσκαλεῖ καί ξαναπροσκαλεῖ. Μᾶς κάνει ἐντύπωση ἡ ἐπιμονή τοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς πείσει νά λάβουμε μέρος στό δεῖπνο Του, νά παρακαθήσουμε στό τραπέζι Του.
Τό βλέπουμε ὁλοκάθαρα στό εὐαγγέλιο. Ἔστειλε καί ξαναέστειλε τόν ὑπηρέτη του νά εἰδοποιήσει τούς καλεσμένους, ὅτι ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Τό σπίτι του, ἡ αἴθουσα δεξιώσεων τοῦ Χριστοῦ εἶναι μεγάλη καί εὐρύχωρη. Χωράει πολλούς. Ἐμεῖς γιατί προκλητικά ἀρνούμεθα τήν πρόσκληση καί δέν προσερχόμαστε νά παρακαθήσουμε, ἀδελφοί μου;
      Ὁ ἕνας προφασίσθηκε τό χωράφι του. Ἤθελε νά δεῖ πόσο καλό εἶναι. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν φιλάργυρος. Ὁ ἄλλος ἦταν ζωέμπορος. Ἀγόρασε πέντε ζευγάρια βόδια καί ἤθελε νά τά δοκιμάσει. Μέ ἄλλα λόγια ἔβοσκε σάν αὐτά τά ζῶα στήν ζωή τῶν πέντε αἰσθήσεων. Ἦταν φιλήδονος. Ὁ τρίτος ἦταν νιόπαντρος καί εἶπε ἀδιάντροπα, ἐγώ πάω νά γλεντήσω μέ τήν γυναίκα μου, ἄφησέ με ἥσυχο. Αὐτός πάλι ἦταν φίλαυτος. Νά λοιπόν πού ἔχουν ἀπόλυτο δίκαιο οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν λένε, ὅτι οἱ ἁμαρτίες χωρίζονται σέ τρεῖς κατηγορίες, τῆς φιλαυτίας, τῆς φιληδονίας καί τῆς φιλαργυρίας καί αὐτές εἶναι πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό.
Καί σήμερα ἀκοῦμε πολλές καί διάφορες δικαιολογίες ἀπό ἐκείνους, πού δέν θέλουν νά ἐκκλησιαστοῦν. Βλέπετε, δέν εἶπα, πού δέν μποροῦν νά ἐκκλησιαστοῦν, ἀλλά πού δέν θέλουν. Ἄν ἤθελαν θά εὕρισκαν τρόπο. Ὁ χρόνος ἔχει 52 Κυριακές. Πόσες Κυριακές εἶχαν ἐμπόδιο καί δυσκολία καί δέν κατώρθωσαν νά προσέλθουν στόν Ναό; Τί εἶναι ἐκεῖνο, πού θά μᾶς κρατήσει μακρυά ἀπό τήν Ἐκκλησία; Μόνο τά βαθειά γηρατειά καί ἡ σοβαρή ἀρρώστια. Τίποτε ἄλλο. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὑπόλογοι καί ὑπόδικοι μπροστά στό Θεό.
Βλέπουμε κάποιες φορές ἄδειους τούς Ναούς καί μᾶς πιάνει στενοχώρια. Αὐτό εἶναι μεγάλο λάθος. Ὁ Ναός ποτέ δέν εἶναι ἄδειος, οὔτε καί ὅταν δέν τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία. Ἄν ἐμεῖς ἀδειάζουμε τίς Ἐκκλησίες, ἄν ἐμεῖς δέν προσερχώμαστε, δέν μᾶς ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός, γι᾿ αὐτό καί δέν χρειάζεται νά ἐρχώμαστε μέ τό ζόρι. Οἱ Ἐκκλησίες εἶναι πάντοτε γεμᾶτες, εἶναι γεμᾶτες ἀπό ἀγγέλους. Ἄν δέν ἐκκλησιαζώμαστε, κακό μόνο στόν ἑαυτό μας  κάνουμε. Δέν ἔχει ἀνάγκη ὁ ἥλιος ἀπό τά δέντρα. Τά δέντρα ἔχουν ἀνάγκη τόν ἥλιο. Ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη τόν Θεό καί τήν πίστη μας, γιατί αὐτά τά δύο θά μᾶς σώσουν. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πολύ μικρά, ἀνούσια καί μάταια.
Ἀλλά λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποιούς νά κλάψω; αὐτούς πού ἀπουσιάζουν ἀπό τό Ναό ἤ αὐτούς πού ἐκκλησιάζονται; Ἄλλοι συνομιλοῦν μεταξύ τους, ἄλλοι ξύνονται καί χασμουριοῦνται, ἄλλοι σκέφτονται τίς ἐργασίες τους, ἄλλοι βιάζονται νά φύγουν, σάν νά τούς εἶχαν σέ καταναγκαστικά ἔργα καί ἄς ἦρθαν πρός τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Μάλιστα κάποιοι φεύγουν πρίν ἀπό τό τέλος, πρίν ἀπό τό δι᾿ εὐχῶν. Αὐτοί μοιάζουν τόν Ἰούδα, πού ἔφυγε βιαστικά, πρίν τελειώσει ὁ Μυστικός Δεῖπνος.
Μά καί ἀπό τούς τόσους πού παραμένουν μέχρι τό τέλος, ποιοί, πόσοι κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστυρίων; Σ᾿ ἕνα τραπέζι πηγαίνουμε γιά νά φᾶμε, ὄχι γιά νά δοῦμε ἁπλῶς τό φαγητό ἤ μόνο νά τό μυρίσουμε καί νά φύγουμε. Ἔτσι καί πάλι προσβάλλουμε αὐτόν, πού μᾶς κάλεσε. Τό εἴπαμε ἀμέτρητες φορές καί πάλι θά τό ποῦμε. Στή θεία Λειτουργία δέν ἐρχόμαστε μόνο γιά νά προσευχηθοῦμε. Ἄν καί δέν γνωρίζω πόσο γίνεται καί αὐτό τό ἐλάχιστο. Ἐρχόμαστε γιά νά κοινωνήσουμε. Ἄν δέν ἦταν νά κοινωνήσουμε, δέν θά τελούσαμε τήν θεία Λειτουργία. Θά κάμναμε μόνο τόν ὄρθρο καί θά φεύγαμε. Αὐτοί πού δέν κοινωνοῦν, φεύγουν πρίν τήν ἀπόλυση καί δέν παίρνουν οὔτε ἀντίδωρο, τότε γιά ποιό λόγο ἔρχονται στήν Ἐκκλησία;
    Στό ἱερώτερο σημεῖο, πού εἶναι ὁ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων, ἐπαναλαμβάνουμε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ: Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες... Καί λίγο ἀργότερα: Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε. Ποιοί νά προσέλθουν; Πέντε ἀπ᾿ ἐδῶ καί ἕξι ἀπό ἐκεῖ; Ὄχι, ὅλοι. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες.

 Ἀγαπητοί μου, Ὅποιος καταφρονεῖ κάτι, θά καταφρονηθεῖ ἀπό αὐτό. Καί ὅποιος περιφρονεῖ τόν Θεό, θά περιφρονηθεῖ ἀπό Αὐτόν. Ἄν γυρίσουμε τήν πλάτη μας στό Χριστό, ὑπογράφουμε τήν καταδίκη μας. Θά ἔρθει καιρός, πού θά χτυπᾶμε τήν θύρα τοῦ ἐλέους Του καί δέν θά μᾶς ἀνοίγει. Μᾶς τό εἶπε σήμερα ξεκάθαρα καί τό εἴδαμε νά γίνεται στήν παραβολή τῶν δέκα παρθένων. Ἄς Τόν ἀκούσουμε σ᾿ αὐτήν τήν ζωή, γιά νά ἀκούσει κι᾿ Ἐκεῖνος τήν ἱκεσία μας καί νά μᾶς δεχτεῖ στόν οὐρανό, στή Βασιλεία Του. Ἀμήν.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ "επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει¨"

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ "επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει¨":



Και οι προάγοντες
επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει. (Λουκ. ιη' 39)

Είναι όντως εκπληκτικό, αδελφοί μου,
αλλά είναι αληθινό. Μας το μαρτυρεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πιστοί οπαδοί και
ακόλουθοι του Ιησού αγανακτούν και επιπλήττουν ένα δυστυχισμένο τυφλό, γιατί
τόλμησε να ζητήσει τη βοήθεια του Κυρίου.
Μας είναι γνωστή η ιστορία, αδελφοί μου
του τυφλού Βαρτίμαιου. Του και ζητιάνου τυφλού, που καθημερινά με μόνη
συντροφιά το σκοτάδι του, άνοιγε παρακλητικά και υπομονετικά το χέρι του στους
διαβάτες για να κατορθώσει να ζήσει κι αυτός.
Και να που οι περαστικοί τον
πληροφορούν πως ο Ιησούς θα περάσει σε λίγο από μπροστά του. Η ελπίδα φουντώνει
μέσα του. Ίσως να είναι η ευκαιρία της ζωής του. Επιστρατεύει όλες του τις
δυνάμεις και παρακλητικά φωνάζει: «Ιησού υιέ Δαυίδ ελέησον με».
 ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ο ΙΕΡΕΑΣ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Ο ΙΕΡΕΑΣ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΕΡΕΑΣ

Κάθε φορά που φαντάζομαι, τον πατέρα μου, τον βλέπω με τον ζυγό γύρω από το λαιμό του, ζευγμένον με το επιτραχήλιο. Τον βλέπω ζευγμένον, σαν ένα άλογο τού Ιησού Χριστού. Ποδεμένον με τίς πεταλωμένες μπότες του, να τρέχει από τη μια στην άλλη άκρη τής ενορίας, τριάντα ορεινά χιλιόμετρα, που έπρεπε να διατρέξει δύο φορές τη μέρα μερικές φορές. Γι’ αυτό ήταν πάντα αποκαμωμένος. Έτοιμος να σωριαστεί απ’ την κούραση. Όπως κάθε ζευγμένο πλάσμα. Κι όμως δε σταματούσε ποτέ.
Ο πατέρας μου λοιπόν αναχωρούσε, χωρίς καμιά καθυστέρηση, μαζί με τον χριστιανό που ερχόταν να τον ζητήσει. Έβγαινε από το πρεσβυτέριο, πριν ακόμη ο άνθρωπος χτυπήσει την πόρτα. Διότι πάντα ήταν κάτι το επείγον: κάπου ένα ανθρώπινο πλάσμα περίμενε τον Θεό. Και ο πατέρας μου βιαζόταν. Ο πατέρας μου βάδιζε δίπλα στον άνθρωπο μέχρι την πόρτα. Βγαίνοντας απ’ τον περίβολο, τον ιερό χώρο, ο άνθρωπος που είχε έλθει να ζητήσει τον πατέρα μου ανέβαινε στο άλογο. Και ο πατέρας μου βάδιζε πίσω απ’ το άλογο.
Ένας ιερεύς ποτέ δεν ανεβαίνει στο άλογο. Αυτή είναι η παράδο­ση στα ορεινά μέρη μας. Ο πατέρας μου, λοιπόν, μεταφέροντας τον σάκο, μέσα στον οποίο βρίσκονταν το Σώμα και το Αίμα τού Ιησού Χριστού, ο σταυρός και ο «ζυγός», οδοιπορούσε πίσω από τον άνθρωπο που πήγαινε καβάλα. Οδοιπορούσε ο φτωχός μου πατέρας, αν και ήταν τόσο εύθραυστος, τόσο αδύνατος, βάδιζε σαν ένα άλογο, πίσω από τον έφιππο άνθρωπο. Ακο­λουθώντας τίς οπλές τού αλόγου με τίς πεταλωμένες μπότες του, χωρίς να μένει πίσω καθόλου.
Μερικές φορές, πολύ σπάνια, έλεγε σέ μας τα παιδιά, χαμογελώντας:
-Είμαι το άλογο τού Ιησού Χριστού. Ο Θεός καβαλικεύει πάνω μου, σαν σέ άλογο...
Κι έλεγε την αλήθεια. Γιατί αυτό δεν ήταν ένα αστείο, όπως εμείς το παίρναμε, όταν ήμασταν μικροί. Ο πατέρας μου μετέφερε το Αίμα και το Σώμα τού Θεού, όπως ένα άλογο μεταφέρει τον καβαλάρη του. Παντού. Μέρα και νύχτα. Ο Θεός καβαλίκευε πάνω στους ώμους τού πατέρα μου, κάθε στιγμή και πήγαινε μέχρι τα βάθη των σκοτεινών δασών με τα έλατα και μέχρι τη σιωπηλή καρδιά των άγριων βουνών.
-Δεν σ’ αγαπούν οι γιοί και οι θυγατέρες σου εν Χριστώ, έλεγα στον πατέρα μου, βλέποντάς τον τσακισμένο απ’ την κούραση. Μόλις επέστρεψες στο πρεσβυτέριο κι ήλθαν ξανά να σέ φωνάξουν. Μόλις ξάπλωσες και έφτασαν. Σέ ξυπνούν. Σέ αναγκάζουν να βγαίνεις έξω οποιαδήποτε στιγμή, με οποιονδήποτε καιρό και σέ κάνουν να περπατάς ώρες και ώρες με τα πόδια πίσω τους, ενώ εκείνοι προχωρούν καβάλα. Σέ σέρνουν έξω χωρίς σταματημό, μέσα στη νύχτα, μέσα στη βροχή, μέσα στη λάσπη και το χιόνι. Οι πιστοί σου σ’ αγαπούν λιγότερο απ’ τα ζώα τους. Διότι ποτέ δε ζητούν απ’ τα κτήνη τους αυτό που ζητούν απ’ τον πατέρα τους, τον ιερέα τους. Γιατί δε σέ λυπήθηκαν ποτέ; Γιατί δε σέ ευσπλαχνίσθηκαν ποτέ;
-Η ευσπλαχνία ταιριάζει συνήθως στους ανθρώπους, τα ζώα, τα πράγ­ματα, μα όχι στον «ιερέα», απάντησε ο πατέρας μου. Θα ‘ταν κουτό, πα­ράλογο και ασεβές μαζί να τον λυπούνται οι άνθρωποι. Κάθε χριστιανός χτυπώντας την πόρτα τού ιερέως, χτυπά στην πραγματικότητα, την πόρτα τού Θεού. Διότι ο ιερεύς είναι «αφομοιωμένος τω υίώ τού Θεού» (Έβρ. ζ' 3). Δεν μπορεί να έλθει στη σκέψη ενός χριστιανού αυτή η ασεβής ιδέα πως ο Θεός κουράστηκε, πως ο Θεός νυστάζει, πεινάει ή τού πονούν τα πόδια. Απ’ τον Θεό μπορεί κανείς να ζητάει τα πάντα οποιαδήποτε ώρα και χωρίς να χτυπά την πόρτα.
-Όμως ο ιερεύς είναι κι αυτός άνθρωπος, είπα.
-Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι άνθρωπος, αλλά η θυσία ενός ανθρώπου, που προστίθεται στη θυσία τού Θεού. Κι αυτό είναι η ιεροσύνη!
Η απάντηση ήταν ωραία. Έξοχη. Κοκκίνισα απ’ την ευχαρίστηση. Αλλά πρόσθεσα:
-Ωστόσο, πρέπει να ‘χεις μερικές ώρες τουλάχιστον για ανάπαυση.
-Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι όπως είναι κανείς γεωργός, υπάλληλος ή τεχνίτης. Δε γίνεται κανείς ιερεύς για να έχει ώρες γραφείου με διαλείμματα και μέρες άδειας. Είναι κανείς ιερεύς μόνιμα. Χωρίς διακοπή. Χωρίς ρεπό. Χωρίς καμιά ανάπαυλα. Μέρα και νύχτα! Και όπως μπορεί κανείς να απευθύνεται στον Θεό οποτεδήποτε, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας και για οποιοδήποτε αίτημα, χωρίς φόβο να τον ενοχλήσει, έτσι μπορεί να ‘ρθει στο σπίτι τού ιερέως οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Βέβαια δεν φθάνομε στο σημείο να έχουμε ιερείς που να μην κοιμούνται, να μην τρώνε και να μην τους πονούν τα πόδια. Αλλά αυτό είναι μια ατέλεια που οφείλομε να τη δεχθούμε όπως είναι, διότι η Λατρεία δεν είναι παρά μια εικόνα, μια σκιά των ουρανίων πραγματικοτήτων, όπως αποκαλύφθηκε και στον Μωυσή, όταν επρόκειτο να κατασκευάσει τη Σκηνή. Κοίταξε, τού λέχθηκε, θα φτιάξεις τα πάντα σύμφωνα με το υπόδειγμα που σου φανερώθηκε πάνω στο βουνό (Έβρ. η’ 5)!
Η ιεροσύνη, μίμηση της ιεροσύνης τού Χριστού, αποκλείει τίς διακο­πές. Ισχύει μόνιμα και για την αιωνιότητα (Έβρ. στ 7). Ούτε και ο φυσικός θάνατος τού ιερέως δεν μπορεί να τη διακόψει. Και αφού η ιεροσύνη δεν μπορεί να διακοπεί με τον θάνατο, πώς θέλεις να τη διακόψει η πείνα, ο κόπος ή ο ύπνος;
-Είναι κανείς ιερεύς κι υστέρα απ’ τον θάνατο; ρώτησα την πρώτη φορά πού το άκουσα αυτό.
-Είναι κανείς ιερεύς για την αιωνιότητα, αφομοιωμένος τω Υιώ τού Θεού, μένει ιερεύς εις το διηνεκές. (Έβρ. ζ' 3) Επειδή, λοιπόν, ο ιερεύς είναι αφομοιωμένος με τον Θεό, δεν μπορεί να πεθάνει. Μένει ιερεύς και μέσα στο θάνατο και παρά τον θάνατο. Στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό ακριβώς και ενταφιάζουν τον ιερέα ντυμένο με όλα τα ιερατικά του άμφια, πού φορεί όταν τελεί την θεία Λειτουργία. Ο ιερεύς ενταφιάζεται με τον Σταυρό, με το Επιτραχήλιο, το Φελόνι, το Στιχάρι, τα Επιμανίκια... Όλα και ολόκληρη τη στολή, όπως γίνεται για την πιο επίσημη ακολουθία. Διότι ο νεκρός ιερεύς θα πάει να λειτουργήσει στην αληθινή ουράνια Εκκλησία, με τον επίσκοπό του, τον Χριστό. Για κάθε ιερέα ο θάνατος είναι μια προαγωγή. Περνάει απ’ τη μικρή του επίγεια εκκλησία στον καθεδρικό ναό τού ουρανού, για να τελεί την παγκόσμια λειτουργία γύρω απ’ τον Χριστό. Ποτέ λοιπόν δεν πρέπει να θρηνείται ο θάνατος ενός ιερέως. Διότι δεν πεθαίνει ποτέ. Ο θάνατος είναι ο προβιβασμός του.
Και επειδή ο ιερεύς μένει ιερεύς παρά τον φυσικό θάνατο, όταν τον βάζουν στον τάφο, ντυμένο με τα άμφια που φοράει για την τέλεση τής Λει­τουργίας, καλύπτουν το πρόσωπο του με τα ιερά Καλύμματα ή τον Αέρα, το πανί εκείνο με το οποίο καλύπτουν κατά τη λειτουργία το Άγιο Ποτήριο, που περιέχει το Σώμα και το Αίμα τού Θεού. Ο Αήρ συμβολίζει τον λίθο, που έκλεινε τον τάφο τού Ιησού Χριστού. Η πέτρα αυτή πού έκλεισε τον τάφο τού Χριστού, σφραγίζει επίσης και τον τάφο κάθε ιερέως. Διότι κάθε ιερεύς είναι αφομοιωμένος με τον Υιό τού Θεού.
Ακούγοντάς τον, άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν πάνω στο άγιο χέρι τού πατέρα μου, που έσκυψα και το φίλησα ευλαβικά. Έτσι, λοιπόν, κατά­λαβα γιατί ο Φραγκίσκος της Ασίζης διηγείται πως αν συναντούσε στο δρόμο έναν άγγελο ή έναν ιερέα, να βαδίζουν ο ένας πλάι στον άλλον, θα γονάτιζε πρώτα εμπρός στον ιερέα, φιλώντας του το χέρι και μόνον ύστερα θα γονά­τιζε εμπρός στον άγγελο, για να τον χαιρετίσει. Διότι οι άγγελοι είναι κατώ­τεροι απ’ τούς ιερείς σέ τούτο, στο ότι δεν μπορούν να μεταμορφώσουν το ψωμί και το κρασί σέ σάρκα και αίμα τού Θεού. Τα χέρια όμως τού ιερέως το μπορούν...
Παρά την ασύγκριτη ευτυχία να είναι υπηρέτης στον Ουρανό, ο πα­τέρας μου ζούσε την επίγεια ζωή του μέσα σέ αφάνταστη σκληρότητα και οδύνη. Κάθε χρόνο ο πατέρας μου γινόταν πιο αδύνατος. Πιο άσαρκος. Πιο άυλος. Στα τριάντα του χρόνια τα μαλλιά τού πατέρα μου είχαν ασπρίσει. Στα τριάντα χρόνια ο πατέρας μου είχε γεράσει. Τα δόντια του έπεφταν. Εξ αιτίας της αθλιότητας, εξ αιτίας τού υποσιτισμού, εξ αιτίας τού κόπου και τού μόχθου.
Αντίθετα όμως το βλέμμα του γινόταν κάθε χρόνο πιο όμορφο, πιο φωτεινό, πιο ακτινοβόλο και τόσο έντονο, ώστε το κεφάλι του έμοιαζε να φωτίζεται μ’ ένα φωτοστέφανο. Παρακολουθούσα ένα ασυνήθιστο γεγονός: όταν ο πατέρας μου παρατηρούσε κάτι τί, το φώτιζε με το βλέμμα του, σαν με κάποιους μυστικούς προβολείς. Βλέποντας αυτό ένοιωσα για πρώτη φορά το γεγονός ότι οι άγιοι, παρατηρώντας τον κόσμο, τον φωτίζουν και τον αγιάζουν.
-Τί κοιτάζεις, ρώτησε ο πατέρας μου, βλέποντάς με βυθισμένο στις σκέψεις.
-Είσαι φωτεινός σαν μια εικόνα, τού είπα, κοκκινίζοντας.
Ο πατέρας μου γέλασε. Δεν ήταν, ούτε υπερήφανος, ούτε ταπεινός. Για να ‘σαι υπερήφανος ή ταπεινός πρέπει πρώτα να ‘σαι ένα γήινο πλάσμα. Και εκείνος ήταν όλο και λιγότερο γήινος. Γέλασε γιατί η φωνή μου έφθα­σε στα αυτιά του κι αυτό τον είχε ευχαριστήσει. Ο πατέρας μου σπάνια γελούσε. Όταν κανείς είναι κουρασμένος δεν μπορεί να γελάσει. Μα τώρα είχε χαμογελάσει. Κι’ όταν ο πατέρας μου χαμογελούσε, έβλεπε κανείς πως είχε χάσει σχεδόν όλα του τα δόντια. Η καρδιά μου σφιγγόταν. Λυπόμουνα τόσο πολύ για την αθλιότητά του, που μόλις μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Και έλεγα πως αν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποφάσιζε μια μέρα να προσφέρει στον ιερέα του, που ήταν και άλογό του μαζί, τον π. Κωνσταντίνο Γκεωργκίου, που υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή απ’ την πείνα, την δυνατότητα να έχει ξαφνικά ψωμί πάνω στο τραπέζι του, ο προλετάριος πατέρας, ο σεβαστός μου πατέρας θα συνέχιζε -παρά το θαύμα- να πεινάει, όπως και στο παρελθόν. Διότι κι αν είχε κάτι, δε θα μπορούσε να το φάει, γιατί δεν είχε πιά δόντια... Και ούτε σκέψη πως θα μπορούσε να βάλει ξένα. Ήμαστε τόσο φτωχοί που ούτε στο όνειρο μας δεν θα τολμούσαμε να πάμε στον οδοντογιατρό!
(Βιργκίλ Γκεωργκίου, «Από την 25η ώρα στην αιώνια ώρα», έκδ. Έλαφος σ. 93-95)

ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΓ ΛΌΥΚΑΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ο επάρατος πλουτισμός


          Στην εποχή της βαθιάς οικονομικής κρίσης που ζούμε, αγαπητοί μου, κατά την οποία οι λαοί γινόμαστε θύματα της διεθνούς και εγχώριας πλουτοκρατίας, το Ευαγγελικό απόσπασμα της ΙΓ Κυριακής του Λουκά, καθίσταται άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο. Ο Χριστός ερωτάται από έναν ιουδαίο άρχοντα για τον τρόπο με τον οποίο θα κατακτήσει την αιώνια ζωή. Τού υποδεικνύει να τηρήσει πιστά τις εντολές του Θεού και, όταν λαμβάνει τη σχετική διαβεβαίωση καλεί τον συνομιλητή Του, να πουλήσει όλα τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους πτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο πλούσιος έπεσε σε μελαγχολία και έφυγε, γιατί δεν ήθελε να στερηθεί τα πλούτη του. Ο Χριστός τότε ομολόγησε ότι ο πλουτισμός είναι εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. Γιατί συμβαίνει αυτό;
          Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους χωρίς ηθικές αναστολές και αισθήματα. Κατασκευάζει ανθρώπους – μηχανές που λειτουργούν με μόνο και αποκλειστικό σκοπό την αύξηση του πλούτου έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Στο σκοπό αυτό τα διεθνή συστήματα του πλουτισμού δε διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπινα δικαιώματα, να στερήσουν κατοχυρωμένα εργασιακά και ασφαλιστικά προνόμια, να εκμαυλίσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δημιουργώντας στρατιές νεόπτωχων, ανέργων και δυστυχισμένων ανθρώπων, χωρίς παρόν και ελπίδα για το μέλλον. Δε διστάζουν να κερδοσκοπήσουν στην πλάτη ολόκληρων κρατών και να εξευτελίσουν την ιστορία λαών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα των κερδών τους. Οι κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις για την προάσπιση του δικαίου των λαών τούς αφήνουν παντελώς αδιάφορους.
            Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους αιχμαλώτους του χρήματος και τούς οδηγεί στην εκούσια δέσμευση μιας ιδιότυπης σκλαβιάς. Η ζωή τους εξαρτάται από την αυξομείωση των χρηματοοικονομικών δεικτών, χαλαρώνοντας τους ανθρώπινους δεσμούς, περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας την ανάγκη της κοινωνικότητας, που δίδει τη θέση της στον επικίνδυνο ατομισμό. Ένας σύγχρονος Ορθόδοξος Ιεράρχης, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο της ιδιότυπης αυτής αυτοδέσμευσης, επισημαίνει: «Εκείνος που ασχολείται συνέχεια με χρήματα, τόκους και δανεισμούς, με κέρδη και επιχειρήσεις, γίνεται χειρότερος και από τα άλογα ζώα, γιατί αποδεικνύεται δούλος κάτω από το χειρότερο αφεντικό. Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ευγενείς και ελεύθεροι, υποδουλωθήκαμε στον πλούτο. Πράγματι, πολλοί από εμάς τον πλουτισμό τον έχουμε κάνει σκοπό της ζωής μας. Είτε με θεμιτά, είτε με αθέμιτα μέσα, μαζεύουμε συνεχώς και προσπαθούμε να κρατηθούμε στη ζωή αυτή με τα χρήματα. Η ασφάλειά μας δεν είναι ο Θεός, αλλά ο πλούτος και τα υλικά πράγματα»[1]
          Το κυνήγι του πλουτισμού καταστρέφει τη φιλότιμη συνείδηση των λαών που είχαν μάθει να ζουν μέσα από την έντιμη και σκληρή εργασία, νιώθοντας πλούσιοι με τα λίγα, ευτυχισμένοι και αυτάρκεις με τα απλά. Πλέον η έντιμη εργασία θεωρείται ουτοπία και οι νέες γενιές γαλουχούνται με τα «οράματα» της απάτης, της ευκολίας, της «αρπαχτής», της μίζας, των υπόγειων διαδρομών του χρήματος. Αλλά αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα ξεκινά από ψηλά. Όταν τα ηγετικά πρόσωπα της κοινωνίας αποδεικνύονται επιρρεπή στο πάθος του πλουτισμού, αποκομίζοντας αδικαιολόγητα προσωπικά κέρδη και οφέλη, χάρη στα δημόσια αξιώματά τους, τότε στέλνουν τα χειρότερα μηνύματα στους λαούς. Λειτουργούν ως τραγικά παραδείγματα προς αποφυγήν και εδραιώνουν ένα σύστημα σήψης και διαφθοράς το οποίο είναι δύσκολο να αποκαθαρθεί, έστω κι αν αποκαλυφθεί.
Και ερχόμαστε στα δικά μας!
Στα όσα εξωφρενικά ζούμε τα δυο τελευταία χρόνια.
Στα όσα μας επέβαλαν με δικτατορικό τρόπο , που τελειωμό δεν έχουν!
Συνέχεια λέω και επιμένω ότι δεν είναι τυχαία. Δεν έγιναν όλα αυτά επειδή τώρα τελευταία είδαν οι φίλτατατοι μας Ευρωπαίοι και μαζί μ΄ αυτούς οι επίσης φίλτατοι μας, Αμερικάνοι, που πάντα και παντού τους βρίσκει όλος ο κόσμος μπροστά τους, η κρίση αυτή δεν είναι μια πραγματική κρίση, αλλά μια κρίση που σκόπιμα κάποιοι δημιούργησαν για να πετύχουν τους δικούς τους στόχους και σκοπούς.
Όλα είναι προμελετημένα και καλά προσχεδιασμένα με τρόπο και σχεδιασμό μαφιόζικο ώστε να γίνουν όλα αυτά και να μας φέρουν σ’  συτό το σημείο. Όλα γίνονται και αποβλέπον στα άνομα σχέδια φερέλπιδων οικονομικών δικτατόρων οι οποίοι σχεδιάζουν να υποδηλώσουν οικονομικά, διοικητικά, ψυχικά, και με κάθε άλλο τρόπο τους ανθρώπους όλης της γης. Βλέπετε τι γίνεται και τι μας ζητάνε συνεχώς. Αποβλέπουν σε μια παγκόσμια δικτατορία!
Σας αναφέρω τι γράφεται για όλα αυτά το 1977. Προσέξτε το το 1977, πριν 15 χρόνια!
«…Αυτοί που μεθοδεύουν υπογείως τα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέλοντας να επιτύχουν μεγαλύτερη τεχνητή κρίση, επέλεξαν την οδό της οικονομίας. Γι' αυτόν το λόγο πιέζουν τις κυβερνήσεις και τις αναγκάζουν να επιβάλλουν οικονομικό «σφίξιμο» στους λαούς, προκειμένου να κατεβάσουν τους δείκτες της οικονομίας στο όριο που θέτουν. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα οι χώρες να σφίγγουν - σαν σε μέγγενη - οικονομικά τους πολίτες τους με δυσβάστακτους φόρους, διάφορες οικονομικές συνεισφορές, διπλασιασμό σχεδόν των αντικειμενικών κριτηρίων και μείωση των κοινωνικών παροχών, με αποτέλεσμα, ναι, μεν, να πέφτουν κατά κάποιον τρόπο οι οικονομικοί δείκτες των χωρών, άλλα να ανεβαίνουν κάποιοι άλλοι δείκτες κατακόρυφα. Πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να κλείσουν. Φέτος ανακοινώθηκε ότι θα κλείσει το 65% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με την επιβολή των επιπρόσθετων αντικειμενικών κριτηρίων. Κάποιες, για να επιβιώσουν, αναγκάζονται να φοροδιαφεύγουν η να χρηματίζουν κρατικούς υπαλλήλους, προκειμένου να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους. Και όταν αυτά γίνονται σε επίπεδο επιχειρήσεων, καταλαβαίνετε - με την ανεργία που βασιλεύει - τι γίνεται σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. …Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι διάλεξαν τη σύγκλιση των οικονομιών, προκειμένου να ενωθεί η Ευρώπη, γιατί αυτή η σύγκλιση οδηγεί σε οικονομική εξαθλίωση, που ως φυσικό επακόλουθο έχει την απόκλιση από τις ηθικές αρχές. … Το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυστηρές προδιαγραφές: … Ο λαός, καταπιεζόμενος από τα δυσβάσταχτα οικονομικά μέτρα και την ηθική κατάπτωση, θα ζήτα εναγωνίως κάποιον να του δώσει τη δυνατότητα να ξανασάνει. Το εναγώνιο αυτό αίτημα του δεν πρόκειται να εισακουστεί, παρά μόνον όταν απελπιστεί εντελώς από όλους τους δικούς του πολιτικούς κι από κάθε εθνικό μέτρο. Φυσικά, τότε οι σκοτεινοί αυτοί κύκλοι θα προβάλλουν τον «άνθρωπο τους», άλλα και το τέλειο σύστημα του παγκοσμίου ελέγχου και την κατάργηση της προσωπικής ελευθερίας με τη δικαιολογία ότι θα είναι η λύση, για να ελαχιστοποιηθούν πλέον όλοι οι δείκτες εγκληματικότητας, διαφθοράς κ.λ.π., που με την σκληρή πολιτική λιτότητας ανέβηκαν σε υψηλά επίπεδα. (ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ . ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου  Άγιον Όρος 1997,  σελ. 108 – 109).
Αδελφοί μου!
          Ο Παπαδιαμάντης είχε χαρακτηρίσει την πλουτισμό και την πλουτοκρατία «μόνιμο άρχοντα του κόσμου και διαρκή αντίχριστο. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς»[2]. Να γιατί είναι σταθερό και μόνιμο εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. 
          Να γιατί υποθηκεύεται η ζωή μας, το μέλλον των παιδιών μας, το μέλλον της πατρίδας μας.
………………………………………………………………………………………
Το κείμενο με πλάγια γραφή είναι προσθήκες δικές μας στο κήρυγμα της Ι. Μ. Δημητριάδος.
          


[1] Ιωήλ, Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης & Αλμωπίας, «Θυσία Εσπερινή», σελ. 102
[2] «Χαλασοχώρηδες» 

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Η ΚΡΙΣΗ, ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΦΡΟΝΑΣ...



Με ένα ποίημα θα ξεκινήσουμε σήμερα αδελφοί μου, προσπαθώντας να μπούμε στο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής. Ένα πασίγνωστο ποίημα του διάσημου ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη. Έχει τον τίτλο ΑΡΝΗΣΗ και μας λέει σε μια του στροφή: :
«Με τί καρδιά και τί πνοή, / τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας». / «λάθος» / «κι αλλάξαμε ζωή».
Τι μας λέει λοιπόν εδώ;
Μας λέει πως ξεκινήσαμε τι ζωή μας με όλη μας τι καρδιά, με όλο μας το είναι. Με πόθους, με πάθος, με όρεξη. Με όλες τις κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για προκοπή και επιτυχία. Ξεκινήσαμε για να πάμε μπροστά και να πετύχουμε!
Λοιπόν;
Λάθος. Λάθος οι προβλέψεις μας, λάθος οι κινήσεις μας, λάθος και τα αποτελέσματα.
Πήραμε τι ζωή μας λάθος και αλλάξαμε ζωή. Καταλήξαμε σε αποτελέσματα αντίθετα από τα αναμενόμενα. Ζητούσαμε τη δυνατόν καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή και δρέψαμε αποκαΐδια.
Και έρχεται η σημερινή εξ’  ίσου διάσημη μα και επικαιρότατη Ευαγγελική περικοπή, η του «Άφρονος πλουσίου να τα καταδείξει όλα αυτά και διά του αψευδεστάτου στόματος του Ιησού.
Ήτανε, μας λέει,  ένα πλούσιος πού έτρωγε και. Ένας πλούσιος που δε νοιαζόταν για κανέναν και για τίποτε πέρα από τον εαυτό του. Μα τη πάτησε αυτός ο άνθρωπος. Ήρθε η ώρα για να αφήσει πίσω και πλούτη και παλάτια. Πως την πάτησε; Απ’ τα παλάτια βρέθηκε σε τόπο που ούτε καν σκέφτηκε πως υπάρχει..
«Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;»
Πρόκειται για κάποιον, που περνάει ώρες έντονης αγωνίας.
Θα λέγαμε, με τα σημερινά δεδομένα, αν δε γνωρίζαμε την όλη υπόθεση, πως είναι κάποιος άστεγος, κάποιος άνεργος, κάποιος πολύτεκνος, κάποιος υπερήλικας, άρρωστος, εγκαταλελειμμένος….
Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα μάλιστα: Είναι πλούσιος τσιφλικάς.
«Πόθεν έσχε» τα πλούτη και τα τσιφλίκια του;
Με αδικίες, κλοπές, ληστείες, τοκογλυφίες. Ο Κύριος γνωρίζει…
Και βρήκε επιτέλους λύση ο άνθρωπος στο πρόβλημα του.
«Τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Βασανίστηκε, έστυψε το μυαλό του, νύχτες ολόκληρες έμεινε άγρυπνος. Και τώρα, μετά από τόσους υπολογισμούς, αναστεναγμός ανακούφισης. «Αυτό θα κάνω, θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω πολύ πιο μεγάλες. Θα συγκεντρώσω εκεί μέσα όλα τα αγαθά μου, και θα ζω ξένοιαστα και χαρούμενα. Θα έχω να τρώω και να πίνω. Δε θα με νοιάζει πλέον, ούτε και θα στεναχωριέμαι για τίποτα».
Το λάθος, για το οποί μιλήσαμε προηγουμένως.
Έδωσε καρδιά ο άνθρωπος αυτός, έδωσε, πνοή, πόθους, πάθος, στους λογαριασμούς του.. Μα έκανε λάθος λογαριασμούς. Λογάριαζε τα πλούτη του, τα έβρισκε αρκετά, πολύ αρκετά, και έμενε με τη σιγουριά μιας μακάριας ζωής. Μιας ζωής χωρίς πόνο και δάκρυα, χωρίς απολύτως καμιά ενόχληση. Αλλά και χωρίς να νοιάζονται για κανέναν και για τίποτε.
Αλλά έρχεται κάποιος αστάθμητος παράγοντας.
Η φωνή της αλήθειας. Της μόνης αλήθειας.
Έρχεται για να καταδείξει το λάθος και να τον προσγειώσει στη θλιβερή πραγματικότητα.
«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δ’· ητοίμασας τίνι έσται;»
 Την ίδια στιγμή που πίστεψε πως βρήκε την λύση, όλα γκρεμίζονται! Η φωνή του Θεού, η αδυσώπητη φωνή της αλήθειας, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα. «Άφρονα, άμυαλε, ανόητε τούτη τη νύκτα, απόψε, θα πεθάνεις. Αυτά που ετοίμασες τι θα τα κάνεις;»
Αδελφοί μου!
Ο  άφρονας πλούσιος  της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, οι ανόητοι πλούσιοι όλων των εποχών,, που τρώνε και πίνουν και ντύνονται και κανέναν δεν λογαριάζουν, είναι τύποι που δεν μας έλειψαν ποτέ. Είναι τύποι πολύ συνηθισμένοι και στα χρόνια μας! Μπορεί να είμαστε κι εμείς, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, εμείς που περιορίζουμε τα όνειρα και τις προσδοκίες μας, στο τι θα φάμεε και στο τι θα πιούμε, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον και θα τον έχουνε στη δούλεψή μας κοψοχρονιά, στο πως θα κερδίσουμε περισσότερα… Είμαστε εμείς που ούτε καν σκεπτόμαστε πως τα χρόνια μας είναι λίγα, και δεν ενδιαφερόμαστε για τίποτε περισσότερο απ’ την καλοπέρασή μας.
Λάθος. Για τούτο και τελικά αλλάξαμε ζωή.
Αδελφοί μου!
«Οι μορφές του κακού έχουν ένα κοινό παρανομαστή: την ιδιοτέλεια. Το «κοιτάζω τη δουλίτσα μου, το συμφέρον μου, τα λεφτουδάκια μου». Και η ιδιοτέλεια τρέφεται από το φόβο του θανάτου. Και ο φόβος του θανάτου μεγεθύνεται από την απουσία της ζωτικής σχέσης με τον Θεό. Έξω από τη σχέση αυτή ο άνθρωπος γαντζώνεται από την καθημερινή αμεσότητα, την κατοχή υλικών πραγμάτων, την επιβεβαίωση μέσα από την άσκηση όποιας μορφής βίας και εξουσίας, βάρβαρης ή εκλεπτυσμένης, δεν έχει σημασία. Η άντληση της ζωής από τον εαυτό μας δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει σε υπαρξιακό άγχος και πανικό, αφού αυτή η ζωή είναι τόσο περιορισμένη και εύθραυστη. Κι όσο μεγαλώνει αυτός ο πανικός, τόσο αυξάνει η άμυνα απέναντι σε ό,τι και όποιον μας πλησιάζει. Το αποτέλεσμα είναι ρήξη, βραχυκύκλωμα, σκότωση, μια πραγματική κρίση λειτουργίας της προσωπικής ύπαρξης». (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Να σημειώσουμε όμως και τούτο.
«Βεβαίως το κακό παίρνει / και / κοινωνικές μορφές που εισβάλλουν στη ζωή μας. Σήμερα μάλιστα το κακό μεταλλάσσεται συνεχώς, υποδύεται τα πιο αγαθά προσωπεία. Μπορεί να είναι η ίδια η κυβέρνηση, ο διεθνής οργανισμός, ένας ευαίσθητος σωτήρας. Βλέπετε, τα πιο κραυγαλέα ψέματα εκτοξεύονται από τους ίδιους τους ψηφισμένους ταγούς, και οι χειρότεροι φασισμοί χτίζονται πάνω στην επίφαση της κοινωνικής μέριμνας. Αυτό το κακό έρχεται να επηρεάσει τη ζωή μας. Πόσο μπορεί να την επηρεάσει; Ο ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός σε εποχές δεινές και μαύρες φώναζε: «όλα να σας τα πάρουν, τον Χριστό και την ψυχή σας δεν μπορούν να τα πειράξουν». Βεβαίως, ο Χριστός δεν δίνει συνταγές ανθόσπαρτου βίου. Δίνει σταυρό και ανάσταση. Είναι ο ίδιος το μέγα πάθος και ο μέγας πόθος, μέσα στον οποίο θεραπεύεται το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος.» (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Νάτο λοιπόν το λάθος μας το μεγάλο. Κινηθήκαμε και συνεχίζουμε να κινούμαστε σε λαθεμένους δρόμους. Το είδωλο του επαγγελματικά επιτυχημένου, του κοινωνικά αναγνωρισμένου, του καριερίστα, του πλούσιου, του τεχνοκράτη, το είδωλο ενός Θεού-εαυτού. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, ήταν (και είναι;) μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου.
Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.
Φτάσαμε να μιλάμε καθημερινά για κρίση και να μην μπορούμε πλέον να μιλήσουμε με καμιά βεβαιότητα για το αύριο.
Πιστέψαμε στα τραγούδια των σειρήνων, δε βουλώσαμε τα αφτιά μας στα ψέματά τους και απλώσαμε τα πόδια μας πιότερο απ΄ το πάπλωμα μας. Και έρχονται οι οικονομικοί δικτατορίσκοι να μας λένε με τον πιο μακάβριο τρόπο, πως είμαστε πλέον τελειωμένοι…
Λάθος λοιπόν. Και το τονίσαμε και παραπάνω. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου. Θυμηθείτε όμως τί είπε ο σατανάς στον Χριστό στην έρημο: «Θα σου δώσω τις βασιλείες του κόσμου τούτου, αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Και ο Ιησούς απάντησε: «τον Κύριό σου θα προσκυνήσεις και θα λατρέψεις». Δεν συνεχίζεται ο ίδιος πειρασμός στην ιστορία; Άραγε μιμηθήκαμε τον Χριστό; Το λάθος, όταν συνειδητοποιείται, μας χτυπά την καμπάνα για εγρήγορση. Θα καθόμαστε γονατιστοί και θα προσκυνάμε τους ηγεμονίσκους που αλωνίζουν στη χώρα μας και ζητάνε την κεφαλή μας επί πίνακι; Όσο κι αν οι Κυβερνήσεις ξεδιάντροπα ξεπουλάνε τις χώρες τους,  εμείς ας μη ξεπουλήσουμε τη ψυχή μας, τη τιμή μας, το τόπο μας, την υπόληψή μας!.