Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN
Ευλογημένος ο Ερχόμενος
(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».
ΚΙΒΩΤΟΣ 
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Ευαγγελισμός – Ελληνισμός


Ευαγγελισμός – Ελληνισμός

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μια φλόγα αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει έν' άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
«Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»
Επέρασαν χρόνοι πολλοί...
Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός...
Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν' άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».
Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ' η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ' αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται...Βγαίνει πετά στα όρη...
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.
«Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε».
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ' όλα τα κάλλη τ' ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και σεις και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να 'στε.


Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Κυριακή Δ´ Νηστειών (Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος)

Σχετική εικόνα
π. Γεώργιος Δορμπαράκης
Κυριακή Δ´ Νηστειών  
(Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος)


Η Κυριακή Δ´ Νηστειῶν εἶναι ἀφιερωμένη ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας στόν μεγάλο ἀσκητικό διδάσκαλο ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Σιναΐτη, τόν ἐπονομαζόμενο τῆς Κλίμακος, λόγω τοῦ γνωστοῦ βιβλίου πού ἔχει γράψει μέ τόν τίτλο αὐτόν: ῾Κλῖμαξ᾽. Θά μποροῦσε νά χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ἀφοῦ τό βιβλίο του ἀποτελεῖ τό βασικό ἀνάγνωσμα τῆς περιόδου αὐτῆς στά μοναστήρια μας, ἀλλά καί σε πολλούς Χριστιανούς μέσα στόν κόσμο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἕνα ἀσκητικό κείμενο μπορεῖ νά εἶναι γραμμένο πρωτίστως γιά τούς καλογέρους, δέν παύει ὅμως νά ἀποτελεῖ ἐντρύφημα, ὅπου μπορεῖ νά ἐφαρμοστεῖ,  γιά κάθε πιστό πού διψάει γνήσια εὐαγγελική τροφή. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ μοναχισμός γιά την ᾽Εκκλησία μας συνιστᾶ, πρέπει νά συνιστᾶ, τήν ἀκραιφνέστερη ἔφραση τῆς συνεποῦς χριστιανικῆς ζωῆς. Κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά κάθε χριστιανό.
Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης καταρχάς, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεῖα, νεαρός,16 ἐτῶν περίπου, ἔγινε μοναχός στό ὄρος Σινᾶ, στή Μονή τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ἀφοῦ ἤδη εἶχε μάθει ἀρκετά γράμματα. ᾽Επί 19 ἔτη παρέμεινε ὑποτακτικός ἑνός σπουδαίου Γέροντος, τοῦ ἀββᾶ Μαρτυρίου, στόν ὁποῖο ἔκανε ἀδιάκριτη ὑπακοή, ὁπότε μετά τό θάνατό του ἀπεσύρθη σέ ἐρημική τοποθεσία, ὀκτώ χιλιόμετρα μακριά ἀπό τή Μονή, στήν ὁποία καί ἔζησε ἐπί σαράντα χρόνια.
᾽Εκεῖ ἔζησε ὁσιακή ζωή, ὑπερβαίνοντας μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τά ψεκτά πάθη του καί ἀποκτώντας ὅλα τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, καί κυρίως τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Μετά τά σαράντα χρόνια παρακλήθηκε νά γίνει ἡγούμενος τῆς Μονῆς, γεγονός πού ἀποδέχθηκε, καί παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό γιά κάποια χρόνια, ὁπότε θέλησε καί πάλι νά ἀποσυρθεῖ στήν ἀγαπημένη του ἡσυχία καί μετ᾽ ὀλίγο κοιμήθηκε.
῎Εχουν διασωθῆ διάφορα θαυμαστά γεγονότα ἀπό τή ζωή του πού φανερώνουν τήν ἰδιαίτερη χάρη πού εἶχε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά τά μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται μέ τίς μεταστροφές τῶν καρδιῶν πού προξενοῦν τά θεόπνευστα κείμενά του, κάτι πού μπορεῖ ὁ οἱοσδήποτε χριστιανός νά διαπιστώσει, ὅταν ἀρχίσει μέ γνήσια διάθεση νά τά μελετᾶ. Εἶναι γνωστό ἄλλωστε ὅτι οἱ ἅγιοι πού μέ τά κείμενά τους βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους ἔχουν πρωτίστως ὡς χάρισμα ῾θαυματουργίας᾽ ἀκριβῶς τή δύναμη τῶν λόγων τους καί ὄχι τά γνωστά θαύματα σωματικῶν ἰάσεων ἄλλων ἁγίων. Καί ἐξηγήσαμε παραπάνω ὅτι τά κείμενα τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου δέν εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς, γιατί μπορεῖ νά γράφτηκαν κυρίως γι᾽ αὐτούς, ὅμως ἡ ὠφέλεια πού εἰσπράττει καί ὁ κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δέν εἶναι μικρή. Γι᾽ αὐτό καί ἀγαπήθηκε ἡ ῾Κλίμακά᾽ του σ᾽ ᾽Ανατολή καί Δύση καί θεωρεῖται τό σπουδαιότερο σέ κυκλοφορία βιβλίο μετά τήν ῾Αγία Γραφή.
 ᾽Από τά θαυμαστά περιστατικά πού καταγράφηκαν ἐν ὅσῳ ζοῦσε μνημονεύουμε δύο:
Τό πρῶτο, ὅταν ἦταν στήν ἔρημο κι εἶχε δεχθεῖ ἕναν ὑποτακτικό, ὀνόματι Μωϋσῆ. Κάποια φορά, σέ διακόνημα εὑρισκόμενος ὁ νεαρός ὑποτακτικός, κουράστηκε κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τοῦ Αὐγούστου καί κάθησε νά ξεκουραστεῖ στόν ἴσκιο μεγάλης πέτρας, ὁπότε καί τόν πῆρε ὁ ὕπνος. Τήν ἴδια ὥρα ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης εἶδε σέ ὅραμα κάποιον πού τοῦ ἔλεγε ὅτι κινδυνεύει ὁ μαθητής του. ᾽Αμέσως ἄρχισε ἔντονη προσευχή γι᾽ αὐτόν καί μετά ἀπό λίγο κατέφθασε καί ὁ ὑποτακτικός, ἀναγγέλλοντάς του τή φοβερή ἀγωνία πού πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά ἀπό τή φωνή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, πού τόν καλοῦσε νά ἐγκαταλείψει ἀμέσως τόν τόπο πού βρισκόταν. Πράγματι, τό ἔκανε καί στή στιγμή ἔπεσε στόν τόπο αὐτό ἡ μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ὁ ἴδιος νά πάθει κάτι. Ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ἀνελύθη σέ δοξολογίες πρός τόν Θεό, χωρίς ὅμως νά ἀναφέρει καί τό τί προηγήθηκε στό μαθητή του.
Τό δεύτερο: τήν ἡμέρα τῆς ἐνθρονίσεώς του ὡς ἡγουμένου ἦλθαν στή Μονή περί τά 600 ἄτομα. Ὅλοι ἔβλεπαν νά ὑπηρετεῖ σέ ὅλα τά διακονήματα κάποιος σάν ἰουδαῖος, μέ κοντό μαλλί, πού ἔτρεχε πάνω κάτω καί γιά τά πάντα. Στό τέλος τῆς ἡμέρας τόν ἀνεζήτησαν, ἀλλά δέν τόν βρῆκαν πουθενά. Καί στήν ἀπορία τους, ὅταν ἀπευθύνθηκαν στόν ἡγούμενο, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, εἰσέπραξαν τήν ἀπάντηση: Τί πιό φυσικό νά ὑπηρετεῖ τό δικό του τόπο ὁ προφήτης Μωϋσῆς;
 Τό βιβλίο του ῾Κλίμαξ᾽, εἴπαμε, προξενεῖ τό πραγματικό καί μεγαλύτερο θαῦμα: τή μεταστροφή τῶν καρδιῶν, τή δημιουργία μετανοίας στόν ἄνθρωπο. Καί δίνει τήν ἀπάντηση στό πῶς ἀποκτᾶται ἡ πραγματική καί γνήσια πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός: ῾Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι᾽! Δέν θέλουμε νά ποῦμε πολλά. Θά σημειώσουμε ὅμως ἐπιγραμματικά αὐτά πού θίγει, ἀπό τούς 30 λόγους του–σκαλοπάτια στήν πνευματική ζωή, στόν πρῶτο καί στόν τελευταῖο λόγο του.
 Ὁ πρῶτος, ἡ ἀποταγή: δέν μπορεῖ κανείς νά προσεγγίσει τόν Θεό, χωρίς νά πεῖ ὄχι στήν ἁμαρτία καί μάλιστα στά ἐγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αὐτά τά θελήματα μᾶς κρατοῦν δέσμιους στόν ἁμαρτωλό κόσμο. Ὅπως τό λέει καί ὅσιος Ποιμήν: ῾Τό θέλημά μου εἶναι χάλκινο τεῖχος πού μέ χωρίζει ἀπό τόν Θεό᾽!
Κι ὁ τελευταῖος: ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη πού ἀποτελεῖ τό ἐπιστέγασμα τῶν πάντων στή χριστιανική πίστη, ἀφοῦ ὅ,τι λέμε καί κάνουμε σ᾽ αὐτήν, εἴτε προσευχή εἴτε νηστεία εἴτε μελέτη εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο, ἄν δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει νόημα. Καί τοῦτο, γιατί ἀγάπη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Κι αὐτό σημαίνει: ἡ πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός καί κινητοποιεῖ τόν Θεό καί βγάζει καί δαιμόνια, προϋποθέτει τήν ἄρνηση τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί τή στροφή του στή ζωή τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη. Στό βαθμό πού ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ, καί μάλιστα τόν ὅποιο συνάνθρωπό του, τόσο καί αὐξάνει ἡ πίστη του, ὅπως τό διακηρύσσει καί ὁ ἀπ. Παῦλος: ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽!

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ   ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Γ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται <<Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης>>. Μετά από τη μεγάλη Δοξολογία στον όρθρο, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς.
Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή τη κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μεχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη.
Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία - περιορισμένη βέβαια - που αποκομίζουμε από την εντολή του Χριστού που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: <<όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του ας σηκώσει το σταυρό του, και έτσι ας με ακολουθεί>> (Μαρκ.8,34).
Αλλά δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν' ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής:
Στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών, κατά κάποιο τρόπο, και μείς σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι' αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, για αναψυχή και υποστήριξή μας. Μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου και μας παρηγορεί.. Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, κάθονται για λίγο να αναπαυθούν. Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πίκρα που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στη πορεία μας στην έρημο έως ότου φθάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάστασή Του.. Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλο Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύθηκε στον Παράδεισο, γι' αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσο της Σαρακοστής για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.                     http://www.monipetraki.gr



της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή, να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε>>.

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ


ΚΑΝΩΝ  ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
Εις τον Άγ. Λουκά, Αρχιεπίσκοπο Συμφερουπόλεως
 (Ποίημα Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλης και Αλμωπίας κ. κ. Ιωήλ Φραγκάκου)


Ο Ιερεύς
    Ευλογητός ο Θεός ημών, πάντοτε, νυν, και αεί, και εις τούς αιώνας των αιώνων.

Ο Αναγνώστης
Αμήν.

Ψαλμός ρμβ΄(142)
    Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά τού δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πάς ζων.  Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθησέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος και ηκηδίασεν επ’ εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου.  Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου κύριε εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον. Δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου. Και απολείς πάντας τούς θλίβοντας την ψυχήν μου ότι εγώ δούλος σου ειμί.


Ήχος δ΄.
    Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
            Στίχ. Α΄. Εξομολογείσθε τω Κυρίω, και επικαλείσθε το
                           όνομα το  άγιον αυτού.
    Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
           Στίχ. Β΄. Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με, και τω ονόματι
                          Κυρίου ήμυνάμην αυτούς,
    Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.
           Στίχ. Γ΄. Παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και εστι θαυμαστή
                          εν οφθαλμοίς ημών.
    Θεός Κύριος, και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.


Ήχος δ. Ο Υψωθείς εν τω Σταυρώ.
    Ως Ιεράρχης του Χριστού αιγληφόρος, * και ιατρός των ασθενούντων μερόπων και πρεσβευτής Λουκά προς τον Φιλάνθρωπον, τους επιζητούντας σου την θεόσδοτον χάριν, μη ελλείπεις άγιε * από πάσης ανάγκης και χαλεπών του βίου αναγκών * διαφυλάττων ταις θείαις πρεσβείαις σου.

Δόξα Πατρί.
Ήχος α. Τον τάφο σου, Σωτήρ.
(Ποίημα του Ιερομον. π. Αθαν. Σιμωνοπετρίτη, Υμνογράφου της Μεγ. του Χριστού Εκκλησίας)
    Δεσμά και φυλακάς, εν Χριστώ υπομείνας, και πλείστους διωγμούς, * δι’ αγάπην Κυρίου, Λουκά παμμακάριστε, *ουρανόθεν απόστειλον, την βοήθειαν, τοις εν δεσμοίς και ανάγκαις, και αξίωσον εν μετανοία περάσαι, του βίου το πέλαγος.


Και νύν.
    Ου σιωπήσωμεν ποτέ, Θεοτόκε, * τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, * ειμή γαρ συ προϊστασο πρεσβεύουσα, * τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; * Τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου, * σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.

Ο Αναγνώστης:  Ν' (50)  Ψαλμός
    Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημα μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με.  Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιον σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου.  Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς με αγαλλίασιν και ευφροσύνην αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τάς ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου και το πνεύμα το Άγιον μη αντανέλης απ’ εμού.  Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξον με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσιν σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιων, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.


Και ο κανών ου η ακροστιχίς
«Λουκά ιατρέ τους νοσούντας ίασαι. Ιωήλ»


ΩΔΗ α΄.  Ήχος πλ. δ'. Υγράν διοδεύσας.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών..
    Λουκα αρχιθύτα τον Ιησούν, πάντοτε δυσώπει υπέρ πάντων υμών λιταίς ,νόσων λυτρωθήναι δυσιάτων, και δυσπραγίας του βίου πανόβλιε .

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ορμάς τας άτακτους των ηδονών, Λουκά και εννοίας, ψυχοφθόρους των γεηρών, τη ση προστασία Ιεράρχα, εκ της ψυχής μου ανάσπασον πρόρριζον.

Δόξα Πατρί
    Υφέρπων δολίως ο πονηρός, προσβάλλει με όντως αρρωστήμασι τοις δεινοίς, αλλ’  ως θεοκίνητος ακέστωρ, την ιατρείαν Λουκά δός μοι τάχιστα.

Και νύν.
    Καμάτου του σώματος και ψυχής, τους δούλους σου μήτερ, ελευθέρωσον σαις λιταίς και χάρισε πάσιν την ελπίδα του πλατυσμού και ανέσεως δέσποινα.

ΩΔΗ γ΄.  Ουρανίας αψίδος.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Απορρήτως την χάριν, τα σα οστά δίδωσι, τοις προσερχομένοις εν πίστει, ταύτα ασπάσασθαι εν Σαγματά τη μονή, και εν τη χώρα Ρωσίας, ως πηγή ζωής, Λουκά αοίδιμε.


Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ιαθήναι λιταίς σου, παρακαλώ άγιε, εκ της ταραχής του νοός μου και της δειλίας μου, συ γαρ ως εύτολμος εν τοις καιροίς τοις εσχάτοις, Χριστού την αλήθεια, Λουκά εκήρυξας.

Δόξα Πατρί.
    Αρχιθύτης υπάρχων, εν ουρανώ έπαρον, τας σεπτάς σου χείρας θεόφρον, προς τον Φιλάνθρωπον, απαλλαγήναι με, αμπλακημάτων παντοίων, ως αν την σωτήριον, τρίβον πορεύσομαι.

Και νύν.
    Tας συμβάσεις του βίου και δυσμενή σκάνδαλα, τας επιφοράς του βελίαρ και μηχανήματα γήινων θέλγητρα και των ματαίων ορέξεις αφ  ημών απόστησον Παντοβασίλισσα.

    Διάσωσον ω Ιεράρχα Λουκά τους σε ανυμνούντας εκ κινδύνων και πονηρών καταστάσεων και εκ των νόσων κατ’ άμφω σημειοφόρε.

    Επίβλεψον εν ευμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Αίτησις, το κάθισμα.
Πρεσβεία θερμή.
    Εν χρόνοις τοις νύν, Λουκά Αρχιεπίσκοπε, εφάνης πιστοίς παραμυθία άφατος διο μη παύση άγιε συντηρών προμηθεία τη κρείττονι, ως παρρησίαν σχών εν ουρανώ, τους πόθω φωνούντας το σον όνομα.

Ωδή δ΄. Εισακήκοα Κύριε.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ρίζαν έκοψον Άγιε της δαιμονικής σαφώς αθεότητος και Λουκά προς αγαθότητα ίθυνας ψυχάς των ανυμνούντων σε.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Επι σοι τας ελπίδας μου έχων Ιεράρχα σεβασμιώτατε, νυσταγνόν της ραθυμίας μου, στήσαι ο φιλόυλος εφίεμαι.

Δόξα Πατρί.
    Τω φλογμώ παραβάσεων και ασεβημάτων Λουκά Επίσκοπε εκτακείσαν την καρδίαν μου δρόσισον ρανίσι του ελέους σου.

Και νύν.
    Ο  υπάρχων αχώρητος και πληρών τα πάντα Θεός εχώρησεν εν τη μήτρα σου Πανάμωμε ον υπέρ ημών αεί ικέτευε.


Ωδή ε΄. Φώτισον ημάς.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ύψωσον Λουκά προς την άνωθεν λαμπρότητα τα νοήματα ημών των εμπαθών διαλύων αμαρτίας τα φαντάσματα.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Στόνον των ψυχών και σωμάτων τα αλγήματα Ιεράρχα ζωηφόροις σου λιταίς μη ελλίπης ιατρεύσαι των τιμώντων σε.

Δόξα Πατρί
    Νυν εν Σαγματά τας μερίδας των λειψάνων σου οι μονάζοντες κατέχοντας Λουκά τοις ευχαίς εκζητούσι την ειρήνευσιν.

Και νύν
    Όν υπερφυώς Θεοτόκε απεκύησας δυσωπούσα μη ελλίπης εσαεί εκλυτρώσασθε ημάς εξ απογνώσεως.


Ωδή ς΄. Την δέησιν εκχεώ.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Συστήματα πονηρών εκύκλωσαν τας ψυχάς ημών Λουκά Ιεράρχα και σαρκικών τα αμέτρητα πάθη προς ακρασίας τον λάκκον καθέλκουσι ημάς τους κράζοντας προς σε εκ φθοράς τους ικέτας σου λύτρωσον

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Οδήγησον προς λιμένα εύδιον Ιεράρχα του Χριστού τους πεσόντας εν κλυδωνίω της ζάλης του βίου και εν αβύσσω παγίδων του όφεως ως κεκτημένος προς Θεόν την καλήν παρησίαν πανεύφημε.

Δόξα Πατρί.
    Υπάρχων των λογισμών ανάπλεως Ιεράρχα πολυφρόντιδος βίου και μερίμνων καθ' εκάστην ο τάλας εν ηδοναίς ψυχοφθόροις του σώματος εκ βάθους αίρω την φωνήν προς το θείον με φως καθοδήγησον.

Και νύν.
    Νυν βάρει των εμπαθών πταισμάτων μου καλυφθήσα η καρδία μου σθένει, και μη τολμών ατενίσαι προς ύψος του ουρανού Θεοτόκε ο άσωτος αιτούμαι άφεσιν κακών πανσθενεί σου πρεσβεία Θεόνυμφε.

    Διάσωσον ω Ιεράρχα Λουκά τους σε ανυμνούντας εκ κινδύνων και πονηρών καταστάσεων και εκ των νόσων κατ  άμφω σημαιοφόρε.

    Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, έπ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις

Α΄  Κοντάκιον
Ήχος β'. Τοις των αιμάτων σου.
    Ως Ιεράρχης Λουκά αξιάγαστε Συμφερουπόλεως πάσης και Πρόεδρος τοις προσιούσιν εν πίστει τη λάρνακα των σων λειψάνων αγίασον χάριτι παρέχων κατ' άμφω την ίασιν.


Β΄ Κοντάκιον.
Ήχος δ΄. Ο Υψωθείς
 (Ιερομονάχου π. Αθανασίου Σιμωνοπετρίτη, Υμνογράφου της Μεγ. του Χριστού Εκκλησίας)
    Διά Χριστόν τον δεσμευθέντα αθώως, και εν σταυρώ προσηλωθέντα αδίκως, Λουκά δεσμά υπήνεγκας σκληρά και φυλακάς, όθεν ως πεπείρασαι, ιεραίς ικεσίαις, δεσμουμένοις χάρισαι, καρτερίαν γενναίαν, και ελευθέρους δείξον εκ κλοιών, της αμαρτίας, φιλάνθρωπε Άγιε.

Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος δ΄.
     Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει, και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται.
     Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει, και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται.
      
        Στίχ. Πεφυτευμένος  εν  τω  Οίκω  Κυρίου, εν ταις αυλαίς  του Θεού  
                 ημών εξανθήσει.
     Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει, και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται.

Ο Ιερεύς
    Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς της ακροάσεως του αγίου Ευαγγελίου, Κύριον τον Θεόν ημών ικετεύσωμεν.
Κύριε, ελέησον (γ').
   Σοφία. Ορθοί. Ακούσωμεν του αγίου Ευαγγελίου. Ειρήνη πάσι.
Και τω Πνεύματί σου.
   Εκ τού κατά Λουκάν αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα (ΣΤ΄. 17-19).  Πρόσχωμεν.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

   Τω καιρώ εκείνω ήλθε προς τον Ιησούν όχλος μαθητών αυτού, και πλήθος πολύ λαού, από πάσης της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ και της παραλίου Τύρου και Σιδώνος, οι ήλθαν ακούσαι αυτού, και ιαθήναι από των νόσων αυτών, και οι οχλούμενοι υπό πνευμάτων ακαθάρτων και εθεραπεύοντο. Και πας ο όχλος εζήτει απτεσθαι αυτού, ότι δύναμις παρ' αυτού εξήρχετο, και ιάτο πάντας. (Θ΄. 1-2). Συγκαλεσάμενος δε τους δώδεκα Μαθητάς αυτού έδωκεν αυτοίς δύναμιν και εξουσίαν επί πάντα τα δαιμόνια, και νόσους θεραπεύειν. Και απέστειλέν αυτούς κηρύσειν την βασιλείαν του Θεού, και ιάσθαι τους ασθενούντας. (Ι΄. 16-21). Και έλεγεν αυτοίς. Ο ακούων υμών, εμού ακούει, και ο αθετών υμάς, εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών, αθετεί τον αποστείλαντά με. Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετά χαράς, λέγοντες. Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου. Είπε δε αυτοίς. Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα. Ιδού δίδωμι υμίν την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων , και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού , και υμάς ου μη αδικήση. Πλήν εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται, χαίρετε δε μάλλον, ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοίς ουρανοίς. Εν αυτή τη ώρα ηγαλιάσατο τω Πνεύματι ο Ιησούς, και είπεν. Εξομολογούμαι σοι, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γης, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλλυψας αυτά νηπίοις, ναι, ο Πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθεν σου.
Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα Πατρί.
   Ταις του Ιεράρχου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Και νυν.
   Ταίς της Θεοτόκου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
                 Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεος σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.
Προσόμοιον.
Ήχος πλ. β'. Όλην αποθέμενοι
     Άγιε Ανάργυρε Ρωσίας πάσης το κλέος της Συμφερουπόλεως ένδοξε διδάσκαλε και Επίσκοπε τας δεινάς μάστιγας των αρρωστημάτων πυρετών τε και τα τραύματα των προσιόντων σοι ίασαι Λουκά τω ελέει σου και ταις ικετηρίαις προς τον σον Φιλάνθρωπον Κύριον.  Πάντιμε ακέστορ ελπίς κεκμηκότων αρραγής μη επιλάθη δωρήσασθε πάσι τα ευφρόσυνα.

Δέησις υπό του Ιερέως.

    Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου, και ευλόγησον την κληρονομίαν σου: επίσκεψαι τον κόσμον σου εν ελέει και οικτιρμοίς, ύψωσον κέρας Χριστιανών Ορθοδόξων, και κατάπεμψον εφ’ ημάς τα ελέη σου τα πλούσια: πρεσβείαις της παναχράντου, Δεσποίνης ημών, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας: δυνάμει του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, προστασίαις των τιμίων επουρανίων Δυνάμεων ασωμάτων, ικεσίαις του τιμίου, ενδόξου, προφήτου προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, των αγίων, ενδόξων, και πανευφήμων Αποστόλων, του αγίου ενδόξου πανευφήμου Αποστόλου Βαρνάβα,  των εν αγίοις Πατέρων ημών, μεγάλων Ιεραρχών, και Οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθανασίου και Κυρίλλου, Ιωάννου του Ελεήμονος, πατριαρχών Αλεξανδρείας: Νικολάου του εν Μύροις, Σπυρίδωνος επισκόπου Τριμυθούντος,  των θαυματουργών. των αγίων ενδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, Δημητρίου του Μυροβλύτου, Θεοδώρου του Τήρωνος, και Θεοδώρου του Στρατηλάτου και Μηνά του θαυματουργού, των ιερομαρτύρων Χαραλάμπους και Ελευθερίου, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών, των αγίων και δικαίων θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, (άγιος της ημέρας), και πάντων σου των Αγίων. ικετεύομέν σε, μόνε πολυέλεε Κύριε, επάκουσον ημών των αμαρτωλών δεομένων σου και ελέησον ημάς.
Κύριε, ελέησον (ιβ')
    Ελέει, και οικτιρμοίς, και φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, μεθ’ ου ευλογητός ει, συν τω παναγίω και αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Ωδή ζ .  Οι εκ της Ιουδαίας.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Τη ση σκέπη προστρέχω Ιεράρχα αιτούμενος την καρδιάν μου την γέμουσαν ακάνθας της υπερηφανίας και δαιμόνων θρασύτητος αποκαθάραι ταις σαις εντεύξεσι Λουκά μου.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Αγιώτατε Πάτερ νοητών Αιθιόπων και κακοτρόπων βροτών συμβάσεως αλόγου και της κακοπραγίας ανωτέρους συντήρησον τους εξαιτούντας Λουκά την σην επικουρίαν.

Δόξα Πατρί
    Στηριγμόν εν τη θλίψει εν πελάγει του βίου του Σαγματά η μονή τα λείψανα σου πάτερ κατέχουσα το θάρσος καθ’  εκάστην αρύεται. Ίνα προς πλάτος χαράς της όντως καταντήση.

Και νύν.
    Ιησού τας αγκάλας της θερμής σου αγάπης και θυμηδίας ομού υπάνοιξον μοι Σώτερ λιταίς της σης τεκούσης ίνα ψάλλω γηθόμενος ο των Πατέρων ημών Θεός ευλογητός ει.

Ωδή η . Τον Βασιλέα.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ατρέμας Πάτερ προ των βημάτων αθέων ωμολόγησας Χριστόν Εσταυρωμένον ον μη διαλίπης υπέρ ημών λιτάζων.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Σοφίας μάκαρ της θεϊκής ων δοχείον τον θυμόν και ταραχώδεις εννοήσεις θραύσον της ψυχής μου Λουκά σημειοφόρε.


Δόξα Πατρί.
    Άγιε λύσον της ταλαιπώρου ψυχής μου και του σώματος τους πόνους και οδύνας, συ γαρ, Αρχιθύτης τυγχάνεις και ακέστωρ.

Και νύν.
     Ισχύς η όντως και η ελπίς και το φάος ,η παράκλησης και ίαμα κατ' άμφω Δέσποινα υπάρχεις ημών των ορθοδόξων.

Ωδή θ . Κυρίως Θεοτόκον.
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ιάτρευσον τας νόσους των ψυχοπασχόντων και αλγουμένων Λουκά υπέρ έννοιαν διευθετών τας εννοίας αυτών μακάριε.

Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών.
    Ως μέλισσα ετρύγεις την σοφίαν πάσαν επί της γης Ιεράρχα αοίδιμε διό νοός μου απέλασον την σκοτόμαιναν.

Δόξα Πατρί.
   Ηδέως οι Πατέρες μάνδρας Σαγματίου τα σα οστά ως μαργάρους κατέχοντες επιζητούσιν θεόφρον την σην αντίληψιν.

Και νύν.
   Λαόν των ορθοδόξων φύλαττε εκ λύκων αιρετικών Παναγία Πανύμνητε αποκαλύπτουσα πάσαν αυτών κακότητα.

Το Άξιον έστι  και   τα Μεγαλυνάρια
Άξιον εστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν.
   Την υψηλοτέραν των ουρανών, και καθαρωτέραν λαμπηδόνων ηλιακών, την λυτρωσαμένην, ημάς εκ της κατάρας, την Δέσποιναν του κόσμου, ύμνοις τιμήσωμεν.   
   Χαίροις επισκόπων ο κοινωνός της Ρωσίας πάσης ο θεόσοφος ιατρός χαίροις της Κριμαίας ο θείος ποιμενάρχης Λουκά των Ορθοδόξων ο νέος άγιος.
   Έχων την σοφίαν παρά Θεού των νενοσηκότων εθεράπευες τα δεινά και τους πεπτοκότας εν λάκκω των αθέων τη ση δυνάμει Πάτερ Λουκά εξήρπασας.
   Πάντα τα ονείδη δια Χριστόν, φυλακάς διώξεις και αικίας σωματικάς σκύβαλα ηγήσω και έφερες γενναίως Λουκά σημειοφόρε και ακατάβλητε.
   Θαύματα τεράστια τω λαώ η σεπτή σωρός σου εν Ρωσία επιτελεί, και εν Σαγματίω, εκ ταύτης αι μερίδες εκβλύζουσιν ιάσεις Λουκά τοις πάσχουσι.
   Ηύγασας ως ήλιος παμφαής εν Συμφερουπόλει τας χορείας των ευσεβών και της αθεΐας εμείωσας το σκότος, εν χώρα της Ρωσίας Λουκά αοίδιμε.
   Μάνδρα των θρεμμάτων των λογικών εν τω Σαγματίω ταις πρεσβείαις σου προς Χριστόν φύλαττε θεόφρων εκ πάσης κακουργίας δαιμόνων των εχθίστων Λουκά πανάριστε

(Ιερομονάχου π. Αθανασίου Σιμωνοπετρίτη, Υμνογράφου της Μεγ. του Χριστού Εκκλησίας)
   Θλίψεις διωγμούς τε και φυλακάς, πικράς εξορίας, δι’ αγάπην του Ιησού, υποστάς παμμάκαρ, τους πεφυλακισμένους, ως αδελφούς Κυρίου, Λουκά μνημόνευε.
   Έχων παρρησίαν προς τον Χριστόν, Λουκά ιεράρχα, εξορίας και φυλακής, σκληρών κοινωνήσας, ως μάρτυς γενναιόφρων, υπέρ των δεσμουμένων, Αυτόν ικέτευε.
   Άδελφούς εκάλεσεν ο Χριστός, τους εν ασθενείας και ανάγκαις βιοτικαίς, όθεν ιεράρχα, Λουκά διακονούντας, τούτοις φιλαδελφία, δος χάριν Πνεύματος.

    Πάσαι  των  Αγγέλων  αι  στρατιαί,  Πρόδρομε  Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες, μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εις το σωθήναι ημάς.


Ο Αναγνώστης
    Άγιος ο Θεός, Άγιος ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. [3]
    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

    Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε, ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών. Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν. Άγιε, επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματος σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον, Κύριε, ελέησον.
    Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

    Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομα σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημα σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών, και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
    Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

Το Απολυτίκιο της ημέρας

Δόξα Πατρί
Το Απολυτίκιο του Αγίου Λουκά. Ήχος πλ.  α΄. Τον συνάναρχον λόγον.

    Ιατρόν και ποιμένα, Λουκά τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Αρχιερέα λαμπρόν, τον βαστάσαντα Χριστού τα θεία στίγματα, τας εξορίας, τα δεινά, εγκλεισμούς εν φυλακαίς, τας θλίψεις και τα ονείδη, τον επι εσχάτων φανέντα, εν τη Ρωσία νέον Άγιον.



Και νυν.
Θεοτοκίο. Ήχος πλ.  α΄
    Μετά Αγγέλων τα ουράνια, μετά ανθρώπων τα επίγεια, εν φωνή αγαλλιάσεως, Θεοτόκε βοώμεν σοι. Χαίρε πύλη, των ουρανών πλατυτέρα. Χαίρε μόνη, των γηγενών σωτηρία. Χαίρε Σεμνή κεχαριτωμένη, η τεκούσα Θεόν σεσαρκωμένον.

Εκτενής δέησις υπό του Ιερέως
     Ελέησον ημάς ο Θεός κατά το μέγα έλεος Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον και ελέησον.
     Κύριε, ελέησον. (3)
    Έτι δεόμεθα υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών.
    Κύριε ελέησον. [3]
    Έτι δεόμεθα υπέρ του Πατρός και Αρχιεπισκόπου ημών, (δεινός) και πάσης της εν χριστώ ημών αδελφότητος.
     Κύριε, ελέησον. (3)
    Έτι δεόμεθα υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης, υγείας, σωτηρίας, επισκέψεως, συγχωρήσεως και αφέσεως των αμαρτιών των δούλων του Θεού, πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, των κατοικούντων ή παρεπιδημούντων εν τη πόλη ταύτη, των ενοριτών, επιτρόπων, συνδρομητών και αφιερωτών του αγίου ναού τούτου, πάντων ημών των συνελθόντων και εν κατανύξει ψυχής συμμετεχόντων εις την ιεράν Παράκαλησιν ταύτην, μετα των οικείων ημών και των δούλων του Θεού…………………………………  (ονόματα)
    Κύριε, ελέησον. (3)
    Έτι δεόμεθα υπέρ του διαφυλαχθήναι την αγίαν 'Εκκλησίαν και την κώμην ταύ­την, την νήσου ταύτην, και πάσαν πόλιν και χωράν, από λοιμού, λιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, επιδρομής αλλοφύλων, εμφυ­λίου πολέμου και αιφνιδίου θανάτου, υπέρ του ίλεων, ευμενή και ευδιάλλακτον γενέσθαι τον αγαθόν και φιλάνθρωπον Θεόν ημών, του αποστρέψαι και διασκεδάσαι πάσαν οργήν και νόσον την καθ’ ημών κινουμένην, και ρύσασθαι ημάς εκ της επικειμένης  δικαίας αυτού απειλής, και ελεήσαι ημάς.
     Κύριε, ελέησον. (3)
    Έτι δεόμεθα και υπέρ του εισακούσαι Κύριον τον Θεόν ημών φωνής της δεήσεως ημών των αμαρτωλών, και ελεήσαι ημάς.
     Κύριε, ελέησον. (3)
    Επάκουσον ημών, ο Θεός ο Σωτήρ ημών, η ελπίς πάντων των περάτων της γης και των εν θαλάσση μακράν και ίλεως, ί­λεως γενού ημίν Δέσποτα, επί ταίς αμαρτίαις ημών, και ελέησον ημάς.
     Κύριε, ελέησον. (3)
    Ελεήμων γαρ και φιλάνθρωπος Θεός υπάρχεις και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

******************************************************************
Ὁ  Ἱερεύς ἀναγινώσκει τήν Εὐχή:

    Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν

Άγιε Ιεράρχα, ομολογητά, διδάσκαλε της αληθείας και ανάργυρε ιατρέ Λουκά, σοι κλίνομεν τα γόνατα της ψυχής και του σώματος και προσπίπτοντες τοις τιμίοις και ιαματικοίς λειψάνοις σου, σε παρακαλούμεν, ως τα τέκνα τους πατέρας αυτών.
Εισάκουσον ημών των αμαρτωλών, τίμιε πάτερ, και προσάγαγε την δέησιν ημών τω ελεήμονι και φιλανθρώπω Θεώ, ως εστώς ενώπιον αυτού μετά πάντων των αγίων.
Πιστεύομεν ότι αγαπάς ημάς δια της αυτής αγάπης ην ηγάπησας τους αδελφούς σου κατά την εν τω κόσμω βιοτήν σου.
Την τέχνην των ιατρών μετιών, των ασθενούντων τα αρρωστήματα, τη αρωγή της χάριτος, πλειστάκις εθεράπευσας.
Μετά δε την σεπτήν σου κοίμησιν, τα σα χαριτόβρυτα λείψανα, ο των όλων Δεσπότης, πηγήν ιατρείας ανέδειξεν.Ποικίλας γαρ ιώνται ασθενείας και δύναμιν δωρούνται τοις ευλαβώς ταύτα ασπαζομένοις και αιτουμένοις την θείαν πρεσβείαν σου.
Διό αιτούμεν σε και θερμώς παρακαλούμεν σε, τον την χάριν της ιατρείας κομισάμενον· τον ασθενούντα και δεινώς χειμαζόμενον αδελφόν ημών (…το όνομα του ασθενούς)επίσκεψαι και θεράπευσον εκ της συνεχούσης αυτόν ασθενείας.
Πάντιμε και αγιώτατε πάτερ Λουκά, ελπίς αρραγής των ασθενούντων και κεκμηκότων, μη επιλάθου δωρήσασθαι τω αδελφώ ημών (…το όνομα του ασθενούς) την ίασιν και πάσιν ημίν τα ευφρόσυνα.
Ίνα και ημείς συν σοι δοξάζωμεν τον Πατέρα και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, την μίαν θεότητα τε και βασιλείαν, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν».

Απόλυσις

    Δόξα Σοι ο Θεός, η ελπίς ημών, Κύριε, δόξα Σοι.
    Χριστός ο αληθινός Θεός ημών, ταις πρεσβείαις της παναχράντου και παναμώμου αγίας Αυτού μητρός, των αγίων, ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, του εν αγίοις Πατρός ημών Νικολάου Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του εν αγίοις Πατρός ημών Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, του και Προστάτου ημών (της ημέρας) και πάντων τον Αγίων, ελεήσαι και σώσαι ημάς, ως αγαθός και φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός.

Ο χορός

Ήχος β'. Ότε εκ του ξύλου.
    Πάτερ Ιεράρχα του Χριστού, ένδοξε Λουκά μη κατόκνει, επιστασίαις σου, εν ποικίλαις θλίψεσι και περιστάσεσι, συντηρών τον φιλόχριστον λαόν του Κυρίου, τον επικαλούμενον εν ευλαβεία πολλή, όνομα το σον θεοφόρε, και υμνολογούντα ενθέως, θαύματα και βίον σου τον άγιον.
Ήχοςπλ. δ
    Δέσποινα πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς, από πάσης ανάγκης και θλίψεως.
Ήχος β΄.
    Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού. φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

    Δι΄ ευχών των αγίων πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.