Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

ΕΠΙ ΤΗ 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ



Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Λόγος στην Πνύκα

Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα• διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα...

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου




«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον, και του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν˙ Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.»
Το ως άνω απολυτίκιο της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που εορτάζουμε την 25η του μηνός Μαρτίου, ψαλλόμενο στους ιερούς μας ναούς, γίνεται η αφορμή για να επικεντρώσουμε τη σκέψη μας σε δύο κυρίως γεγονότα. Αφ’ ενός τη σπουδαιότητα του παμμεγίστου μυστηρίου της σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού για την ανθρωπότητα. Αφ’ ετέρου τη σπουδαιότητα του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, διά της οποίας έλαβε σάρκα ο Υιός του Θεού.
Ανατρέχοντας στο συναξάρι της 25ης Μαρτίου διαβάζουμε ότι ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, αυτός που πάντα φροντίζει για το ανθρώπινο γένος ως φιλόστοργος πατέρας, βλέποντας το δημιούργημά Του τυραννούμενο από το διάβολο και ευρισκόμενο στην ειδωλολατρεία, θέλει να το λυτρώσει. Προς τούτο πρέπει να στείλει τον Υιό Του τον μονογενή για να εξαγοράσει το ανθρώπινο γένος από τα χέρια του διαβόλου. Στέλνει όταν έρχεται ο κατάλληλος καιρός τον αρχάγγελο Γαβριήλ να εκτελέσει το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας προετοιμάζοντας την Αγία Παρθένο ως πανάξια τέτοιου κάλλους και ευλογημένη από το Άγιο Πνεύμα. Φθάνει ο άγγελος στην πόλη Ναζαρέτ και της λέγει: «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου». Αυτή εταράχθη πολύ από την επίσκεψη αυτή. Έπειτα ο αρχάγγελος της λέγει ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν, που θα τον ονομάσει Ιησού. Και αναρωτιέται η Μαριάμ πώς θα γίνει αυτό αφού δεν έχει ουδεμία σχέση με άνδρα. Λαμβάνει την απάντηση ότι «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι». Εκείνη δείχνωντας τέλεια υπακοή προς το θέλημα του Θεού απαντάει: «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Και ευθύς, άμα τω λόγω, υπερφυώς συλλαμβάνει τον Υιό και Λόγον του Θεού.

Άρχεται λοιπόν το μέγα σχέδιο της Οικονομίας του Θεού διά της Θεοτόκου. Από τη Θεοτόκο ξεκινάει «της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον». Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου εκπληρώνεται η προφητεία του Ησαΐου: «ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιό και θα καλέσουν το όνομά Του Εμμανουήλ, το οποίο ερμηνεύεται, ο Θεός είναι μαζί μας». Από επιτυχία εστέφθη και το σχέδιο του Θεού, που ήταν η παραπλάνηση του διαβόλου, καθώς ο τελευταίος δεν ήθελε να υπάρξει παρθένος γυναίκα, ώστε να μη βρεθεί μητέρα του Μεσσία. Η μνηστεία της Παρθένου Μαρίας παραπλάνησε τον διάβολο, γιατί πίστευε ότι ούτε και αυτή πρόκειται να παραμείνει πλέον παρθένος, αφού μνηστεύθηκε.
Έρχεται η εποχή κατά την οποία ο ουρανός ελεεί τη γη. Ο Θεός σπλαχνίζεται τους ανθρώπους. Μήνυμα Ευαγγελισμού κομίζει ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Η Παναγία γίνεται η γέφυρα για να έλθη στη γη ο Θεός ως θεάνθρωπος μεταξύ των ανθρώπων. «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Θα ελευθερώσει τον άνθρωπο από το κακό και τις συνέπειές του. Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης λέει για το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως: «Υιός γαρ Θεού και Θεός προ αιώνων υπάρχων, Υιός γυναικός αγίας κατηξίωσεν γενέσθαι και ο αόρατος οράται και ο πλούσιος δι’ ημάς πτωχεύει και ο απαθής και αθάνατος πάσχει ως άνθρωπος. Ηνώθη σώματι και ουκ ηλλοιώθη πνεύματι. Εις θνητόν σώμα κεχώρηκεν ο αχώρητος, ίνα αυτό ποιήση αθάνατον συνεξαθανατήσαν αυτόν τη θεότητι.» Αγάλλεται η ανθρωπότητα, διότι ήλθε εκείνος που θα λύσει του Αδάμ την παράβαση και θα τον ελευθερώση από τις τραγικές συνέπειές της.
Όπως προελέχθη, παμμέγιστη είναι η συμβολή της Παναγίας στο Μυστήριο της Θείας ενανθρωπήσεως. Η γλυκυτάτη Παναγία μας γίνεται συναίτιος της παγκόσμιας απολύτρωσης και του αγιασμού, έμψυχος παράδεισος που γέννησε τον Χριστό και τροφοδοτεί με την Χάρη της όλη την Εκκλησία. Η Παναγία, ως δεύτερη Εύα, διά της υπακοής της στο θέλημα του Θεού, καταργεί την ανυπακοή της πρώτης Εύας στη Θεία Εντολή. Η Εύα δέχθηκε τους λόγους του όφεως και εξέπεσε, συμπαρασύροντας όλο το ανθρώπινο γένος. Η Παναγία δέχεται και υπακούει το Θείο πρόσταγμα και ανυψώνει την ανθρώπινη φύση. Γίνεται συναίτιος της Θείας ενανθρωπήσεως μαζί με τον ίδιο τον Θεό!
Και γίνονται αφορμή όλα τα παραπάνω για να διακρίνουμε τον ρόλο της γυναίκας, τη λειτουργική υπεροχή της στη ζωή και διδασκαλία της Εκκλησίας, καθώς και την πρόταξή της στην σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή του διαβόλου. Γίνεται λόγος στη Γένεση για «σπέρμα» της Εύας που θα συντρίψει τον διάβολο. Η Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της Θείας ενανθρωπήσεως. Η γυναίκα λοιπόν που πρωτοστάτησε στην πτώση, πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στην πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δε βρίσκεται σε αυτόν αλλά στη γυναίκα. Η Παρθένος λοιπόν δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που γίνεται η απαρχή της Καινής Κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά τον πρώτον Ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης» όπως αναφέρει στον λόγο του ο Θεοφάνης Νικαίας.
Χρήζει προσοχής, ακόμη, το γεγονός ότι η Παναγία δέχθηκε χωρίς φόβο το θέλημα του Θεού, αλλά ελευθέρα τη βουλήσει. Ο αρχάγγελος προτάσσει προς αυτήν λόγους καθησυχαστικούς: «μη φοβού Μαριάμ». Η Παρθένος με ήρεμη καρδία δέχεται την θεία εντολή χωρίς ταραχή και φόβο και με πλήρη ελευθερία αποδέχεται αυτή. Λαμβάνοντας γνώση όλων των παραπάνω, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει οποιοσδήποτε γιατί η αγία μας Εκκλησία αποδίδει τόσο μεγάλη τιμή στην Υπεραγία Θεοτόκο. Άπαντες οι Άγιοι Πατέρες έχουν θεολογήσει, περί της Θεοτόκου, και έχουν εγκωμιάσει αυτήν, η οποία είναι «η γέφυρα η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».
Όσον αφορά δε σε κάποιες δογματικού περιεχομένου αλήθειες, πρέπει να αναφερθεί ότι η Παναγία, απαλλάσεται από το προπατορικό αμάρτημα στον Ευαγγελισμό της. Επίσης πρέπει να προστεθεί, ότι η Παναγία ήταν Παρθένος προ της Θείας συλλήψεως, εξακολούθησε να είναι κατά τη διάρκεια της Θεοφόρου κυήσεως, και παρέμεινε και μετά αυτής και ως τέλους Παρθένος. Περί των άνω θεμάτων, πλείστες όσες είναι οι κακοδοξίες που υιοθέτησαν έτερα δόγματα.
Άξια αναφοράς και η πολύ πλούσια εικονογράφηση από μεγάλους αγιογράφους της Εκκλησίας μας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Μεγάλης σπουδαιότητος εικόνες έγιναν εξ’ αφορμής του Ευαγγελισμού, τόσο από καλλιτεχνικής, όσο και από θεολογικής απόψεως, αφού οι εικόνες του Ευαγγελισμού, βρίθουν θεολογικής σημασίας συμβολισμών. Απροσμέτρητα και τα μοναστήρια, τα προσκυνήματα, οι Ιεροί Ναοί που είναι αφιερωμένα στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Όλα αυτά στην προσπάθειά μας να αποδώσουμε τη μέγιστη τιμή στο Υπεράγιο πρόσωπο της Αειπαρθένου Μαρίας. Εκστατικώς στεκόμενοι απέναντί της, βοώμεν το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».


Σίσκος Γεώργιος
Φοιτητής Θεολογίας

ΠΗΓΗ:  
 http://www.akida.info 

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ




ΚΡΙΣΗ ΤΩΡΙΝΗ ΚΑΙ «ΚΡΙΣΗ ΤΕΛΙΚΗ»

Πλησιάζοντας  στη Μ. Τεσσαρακοστή, ακούμε, κάθε χρόνο αυτές τις μέρες την ευαγγελική περικο­πή της τελικής κρίσης. Κάθε χρόνο, αυτή η Κυριακή, η Κυριακή των Απόκρεω έρχεται σαν δίστομο μαχαίρι να διαρρήξει στη καρδιά μας την αυταρέσκεια, την αυτοϊκανοποίηση, τη πεποίθηση πως είμαστε κατά κάποιο τρόπο εντάξει με τον εαυτό μας και βέβαια με το Θεό. Έρχεται να μας υπενθυμίσει τις εσφαλμένες σχέσεις μας και τη διακοπή της επικοινωνίας του ενός με τον άλλον. Μας λέει ότι έχουμε διαγράψει από την καρδιά μας το «εμείς» και στην κενή πλέον αυτή θέση εγκαταστήσαμε το «εγώ». 
Δεν υπάρ­χει άλλη ευαγγελική περικοπή πού να μπορεί να μας μεταδώσει ένα τόσο ζωτικής σημασίας μήνυ­μα: το ότι, δηλαδή, από κοινωνία προσώπων καταντήσαμε κοινωνία ατόμων, αν βέβαια μπορεί να χαρακτηριστεί σαν κοινωνία ο ατομοκεντρισμός και η απομόνωση. Δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε κοινωνία, δεν μπορούμε πολύ περισσότερο να είμαστε χριστιανοί, κλεισμένοι στο καβούκι μας και αποκομμένοι απ’ το συνάνθρωπό μας που τόσο πολύ πονά.
Δεν μπορούμε να θεωρούμαστε άνθρωποι αν με σταυρωμένα τα χέρια, αποχαυνωμένοι κοιτάζουμε γύρω μας, χωρίς να κουνάμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι για ένα καλύτερο κόσμο.
Ζούμε αδελφοί μου, εδώ και τρία χρόνια, σε περίοδο κρίσης.
Το ακούμε καθημερινά, το βλέπουμε, το αισθανόμαστε. Μιλάνε πρωταρχικά για κρίση οικονομική. Και τη ζούμε. Τη ζούμε εμείς εδώ στα χωριά, που έχουμε κάτι παραπάνω από τους ανθρώπους των μεγαλουπόλεων και με το ζόρι ανταποκρινόμαστε σε δικτατορικές αποφάσεις που πάντα ξεκινάνε με την προστακτική «δώσε». Τη ζούνε και αλλού στις πόλεις, οι άνεργοι, οι ξεσπιτωμένοι και οι κάθε λογής ανήμποροι. Τη ζούνε στο πετσί τους και τα ανελέητα χτυπήματα που δέχονται τους οδηγούν σε αυτοκτονίες, τους οδηγούν στο θάνατο και κανενός το αυτί δεν ιδρώνει.
Και η κρίση δεν έχει τέλος.
Κρίση που ρημάζει τη ζωή. Κρίση που δεν είναι μόνο σε αριθμούς, αλλά και σε θεσμούς και σε νόμους και σε ελευθερία, κρίση παντού.
Και ακούμε επικαιρότατα τη σημερινή περικοπή της Κυριακής της Μέλλουσας Κρίσης που ’ναι δίστομο μαχαίρι. Έρχεται να μας πει πως είναι αδύνατο να είμαστε όπως είμαστε, να μένουμε έτσι άπραγοι μπροστά στην αδικία, μπροστά στη στέρηση, μπροστά στο τσαλάκωμα της προσωπικότητας, μπροστά στη δουλεία, μπροστά στη κρίση.
Κάτι μας λέει πρέπει να κάνουμε. Κάπου πρέπει να ενεργοποιηθούμε.
Και ακούμε εδώ τον άγιο Ισαάκ το Σύρο να μας τα βροντοφωνάξει.
Τρέξε, βοήθησε όσο μπορείς, άπλωσε το χέρι σου, κούνα τα χείλη σου, δώσε αγάπη που λείπει απ’ τον κόσμο.
«.... Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του· και αν πράξεις έτσι, νικάει η ομορφιά του προσώπου σου, αυτό που δίνεις, στην καρδία του, περισσότερο την ανάγκη του σώματος του· …
Την ημέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος ασθενεί ψυχικά ή σωματικά, εκείνη την ημέρα θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα, και ότι έπαθες για τον Χριστό, και αξιώθηκες την ομολογία Του.
Καθότι και ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δίκαιους…». 
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Αυτά αναλύοντας ο ιεράς Χρυσόστομος μας διδάσκει:
«Εσύ που κάνεις ελεημοσύνη γνώριζε ότι τα δικό μου χέρι είναι τεντωμένο και υποδέχομαι τον οβολό σου».
Αν ντύσεις φτωχό, αισθάνομαι εγώ τη ζεστασιά.
Αν επισκεφθείς φυλακές και φυλακισμένους, μην παραξενευτείς, αν με δεις «δεσμοίς συγκαθήμενον».
Αν πάλι σε νοσοκομείο πας και ασθενείς παρηγορήσεις, «της κλίνης ουκ απολιμπάνομαι».
Αν βάλεις στα σπίτι σου άστεγο, δι᾿ αυτού «λαμβάνεις με εν τω οίκω σου».
Σ’ αυτή ακριβώς τη γραμμή μπορούμε να πούμε ότι κινείται  αδελφοί μου και ο  λόγος του Αποστόλου Παύλου στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα. Λόγος κοινωνικός, λόγος αγάπης και ενδιαφέροντος, καθώς τοποθετεί στο επίκεντρο της Χριστιανικής – κοινωνικής ζωής τις ανάγκες των αδελφών, παραμερίζοντας και καταπολεμώντας την ικανοποίηση του «εγώ», έστω κι αν οι απαιτήσεις του είναι φαινομενικά ή και πραγματικά αθώες.
Ο Παύλος απευθύνεται στους Κορινθίους και τους επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι στην νέα εν Χριστώ πραγματικότητα της Εκκλησίας δεν υπάρχουν περιορισμοί ως προς την βρώση του κρέατος, όπως συνέβαινε με τα κρέατα των θυσιασθέντων ζώων στον ειδωλολατρικό κόσμο, εντούτοις, πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν και ο κίνδυνος του σκανδαλισμού των νέων μελών της Εκκλησίας, στη θέα των Χριστιανών να καταλύουν τα πάντα, χωρίς περιορισμό, έστω κι αν αυτό ήταν επιτρεπτό. Ζητούσε δηλ. να μην αγνοείται η ασθενική πίστη κάποιων ανθρώπων, γιατί ο κίνδυνος του σκανδαλισμού ήταν μεγάλος. Γι’ αυτό ήταν προτιμότερος ο εκούσιος περιορισμός κάποιου δικαιώματος, μπροστά στον κίνδυνο να χαθούν ψυχές για τις οποίες θυσιάστηκε ο Χριστός.
 «Δεν είναι οι τροφές, τονίζει, πού θα καθορίσουν τη θέση μας απέναντι στο Θεό. Ούτε αν δε φάμε κάποια απ΄ αυτές χάνουμε κάτι, ούτε αν φάμε αποκτάμε κάτι παρα­πά­νω».
Τι είναι λοιπόν; Είναι η στάση που θα κρατήσουμε και σ’ αυτό το σημείο απέναντι στο διπλανό μας. Είναι η αφροσύνη ίσως με την οποία θα σταθο΄’υμε απέναντι στον αδελφό μας, είναι η αφορμή που θα του δώσουμε ακόμα για να κλονιστεί στην πίστη του.  Είναι λοιπόν τάση και θέση αγάπης. Γιατί αν δώσω αφορμές για σκάνδαλα και κουβέντες και μωράς συζητήσεις είναι κι αυτό στάση αφροσύνης και αδιαφορίας. Είναι τελικά έλλειψη αγάπης.
Δεν θα ζητηθεί λοιπόν, αδελφοί μου, λόγος για την πίστη μας, γιατί αυτή προϋποτίθεται. Θα ζητηθεί αν φανερώσαμε τη πίστη μας με τα έργα μας. Εάν κοιτάξαμε στο πρόσωπο το συνάνθρωπό μας και του τείναμε το χέρι μας. Αν ανοίξαμε την αγκαλιά μας για να τον χωρέσουμε  μέσα
Αδελφοί μου.
Σε καιρούς δύσκολους, σε καιρούς απογνώσεως, σε καιρούς αμφισβήτησης των πάντων και γενικής αλλοτρίωσης, όπως και οι καιροί μας, το μήνυμα της σημερινής Κυριακής ίσως είναι το μόνο απαιτούμενο. Παρ’ όλα αυτά ακόμα και τούτη την ώρα, την ώρα μηδέν αποφεύγουμε και να το σκεπτόμαστε μη τυχόν και μαυρίσουμε την καρδιά μας με τέτοιες άσκημες σκέψεις. Δεν θέλουμε ν’ ακούμε τέτοια πράγματα. Δεν έχουμε μάθει να σκύβουμε το κεφάλι και να παραδεχόμαστε τα σφάλματα μας. Το δίκαιο είναι πάντα με το μέρος μας και πάντα εμείς, δεν είμαστε «ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».
Ας το βάλουμε όμως καλά στο μυαλό μας! Τη ζωή μας την κερδίζουμε όταν μάθουμε να χαμηλώνουμε το ανάστημα μας. Όταν τα μάτια μας χύσουν τα δάκρυα της αγάπης και της μετανοίας. Όταν βγούμε απ’ το «καβούκι μας», καταπατήσουμε την εγωπάθεια μας και πλησιάσουμε το συνάνθρωπο μας. Τον παράδεισο τον κερδίζουμε με την αγάπη.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

ΠΑΠΑ ΦΩΤΗΣ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ



ΠΑΠΑ ΦΩΤΗΣ ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ
Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ (1913 – 2010 )
ΜΙΑ ΟΣΙΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΜΑΣ!


Καθώς η ροδούλα απλόχερα σκορπάει τα μεταξένια της κάλλη, στο ανθοστόλιστο μπαλκονάκι σιγοψάλλοντας τους Χαιρετισμούς της Κυρα-Παναγιάς, μια εικόνα μου χαράζει το νου. “ Τείχος ει των Παρθένων”. Πριν καλά καλά καταλάβω σαν σε ονειροφαντασία χτυπάει η πόρτα. – Ώ θεέ μου! “ O παπα-Φώτης”! Ασκητικός, ρακένδυτος και από την άλλη αρχοντικός, ροδόλαμπος. Άγγελος Κυρίου! – Πάω παιδί μου.
 Ήταν η ημέρα εκείνη Παρασκευή 5 Μαρτίου του 2010 (Δ΄ Εβδομάδα των Νηστειών) που μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές μορφές του 20ου αι. όχι μόνο της πόλης μας αλλά ολάκερου  του Έθνους αποχαιρετούσε τον  “ψεύτη”  τούτον και απατηλό κόσμο για τις άλλες πεδιάδες, τις ουράνιες, τις αψεγάδιαστες.
Αεικίνητος, καλοκάγαθος, μεγαλόκαρδος, ελεήμων ( αλήθεια τι να πρωτοπεί κανείς για τον παππούλη) ο παπα–Πλανάς της Μυτιλήνης με τον τουρβά της ταπεινοφροσύνης μονίμως στο ώμο ξεκινούσε το ομορφότερο ταξίδι της ζωή του. Εκατό χρόνια ζυμωμένα με κακουχίες, διωγμούς, στερήσεις, ξεριζωμούς. Ένας αιώνας απέραντης δοξολογίας, ομολογίας στο όνομα του Τριαδικού Θεού.
 Όσοι τον γνωρίζουν άλλα και όσοι τον έχουν ακουστά, ακόμα και εκείνοι που καθημερινά αντιμετωπίζουν τις χαριτωμένες του σαλότητες, όλοι έχουν να πουν και από μία καλή κουβέντα. “ Άγιος μεταξύ ανθρώπων”! “Άγγελος μεταξύ Αγγέλων”! Όλα για τον άνθρωπο, τον αδελφό – άνθρωπο. Αδιαπραγμάτευτος με τα πιστεύω του, με αστείρευτη πίστη στον Κύριο και λυτρωτή του, αγόγγυστα πορεύεται τη στενή και τεθλιμμένη οδό. Αρματωμένος με θείο ζήλο, χτίζει εκκλησίες, αναστηλώνει μοναστήρια, ανακαινίζει ψυχές!
 Σε τούτο ακριβώς το σημείο αξίζει να σημειωθεί και η τεράστια προσφορά του στην ανεύρεση, την ανάδειξη και την καθιέρωση των αγίων της Λέσβου. Καθώς επίσης και στην σύνταξη πολλών εκ των ακολουθιών των με την ανάθεση των από τον ίδιο στον αείμνηστο μοναχό και μέγα υμνογράφο της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη. Η πολιτεία του αγγελική. Από το περιβόλι της Παναγίας, στον κήπο της Αγίας Αικατερίνης. Από την έρημο των Βεδουίνων στους Άγίου Τόπους. Ακούραστος δουλευτής του Ευαγγελίου, αδάμαστος νηστευτής, ο δια Χριστόν σαλός από την Μυτιλήνη νυχθημερόν γιομίζει με το πύρινο δάκρυ του την ακοίμητη κανδήλα της Ορθοδοξίας. Ενωμένος με τα δεσμά της δικαιοσύνης, ενδεδυμένος τη χρυσάστερη φορεσιά της αληθείας γίνεται ο προστάτης των πτωχών, ο ιατρός των θλιβομένων, το στήριγμα των κατατρεγμένων. Τρέχει, αγωνιά, συμπάσχει. Όπου τον καλέσει η ανάγκη.
Τα τελευταία χρόνια ανίκανος ο θάνατος να τον γκρεμίσει, αρέσκεται μοναχά σε μια παντελώς άτυπη παρουσία. Αφού “καθηλώνει” την ασθένειά του στο καροτσάκι, με τα ακούραστα φτερά της αγάπης ως άλλος Πατροκοσμάς ξεχύνεται σε νοσοκομεία, γηροκομέια, σχολεία. Μέχρι τελευταίας ρανίδος αγωνίζεται τον αγώνα τον καλό. Ένας άσβεστος φάρος ευσεβείας, μία ανεξάντλητη πηγή ευφροσύνης.
Σήμερα τρία χρόνια μετά την κοίμησή του και ασίγαστο το αηδόνι συνεχίζει να στολίζει με όλο και περισσότερους μοσχοβολισμένους ύμνους τη ζωή μας. Τρία χρόνια μετά την κοίμησή του και η πόλη της Μυτιλήνης έχει μόνο να καυχάται για τον ουράνιο αυτόν άνθρωπο – πατέρα – άγιο!
Αιωνίας σου η μνήμη αξιομακάριστε και αείμνηστε παπα-Φώτη. Είθε η χρυσοφόρα παρουσία σου να μας φωτίζει, να μας σκέπει και να μας οδηγεί εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.




 Ποσειδών. Γ. Γιαννακής 

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ



Σήμερα. δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, ακούμε, αγαπητοί Χριστιανοί , την παραβολή του Ασώτου,  η οποία συμπληρώνει εκείνη του Τελώνου και του Φαρισαίου  της προηγούμενης Κυριακής.
Πριν από μια βδομάδα είδαμε, πώς ο Τελώνης, ο απερριμένος, βρέθηκε στα χέρια του Θεού. Και τώρα, στο σημερινό Ευαγγέλιο, βλέπουμε πώς ο άσωτος γιος, εκείνος που εγκατέλειψε τον Πατέρα, γύρισε μετανοημένος και έγινε δεκτός. Και όπως εκεί είδαμε τελικά τον Τελώνη, ενώ στεκόταν κρυμμένος σε μια απόμερη γωνιά του Ναού, να κατεβαίνει δικαιωμένος από το Θεό, που βέβαια περίμενε αυτό το Τελωνικό «Κύριε Ελέησον»,  παρόμοια κι εδώ, βλέπουμε τον Άσωτο, ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά από το πατρικό σπίτι, να τον συναντά ο Πατέρας και εκείνος να του μιλά σχεδόν με τα ίδια λόγια: «Πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου». Και βλέπουμε έτσι αυτό το παράδοξο για τη δική μας τη φαρισαϊκή σκέψη: Ενώ ο Άσωτος βρίσκεται ακόμη μακριά, έχει ήδη συναντήσει τον Πατέρα του. Ο ίδιος ο Πατέρας έχει σπεύσει να τον αγκαλιάσει και να τον ασπαστεί.
Συνέχεια λοιπόν και συμπλήρωμα, η σημερινή παραβολή, της παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Και η πρώτη και η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου για το ίδιο ακριβώς πράγμα μιλούν
Την απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο κάθε αμαρτωλός.
Την ανάγκη μετανοίας για κάθε άνθρωπο και τα σωτήρια αποτελέσματα της.
Το μέγεθος της θείας ευσπλαχνίας, στην οποία μπορούν να στηρίζονται και οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία. Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και η αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο πρεσβύτερος υιός και ο Φαρισαίος.
Ας τα δούμε όμως όλα αυτά μέσα από την παραβολή του Ασώτου όπως μας τα καταγράφει ο μοναχός Μωυσής ομ Αγιορείτης. 
"…Παρακολουθήσουμε      Ύστερα από όχι πολλή, καθώς φαίνεται, σκέψη, αποφασίζει την αναχώρηση από το πατρικό του, παίρνοντας δικαιωματικά ό,τι του ανήκε κληρονομικά. Και ως εδώ ουδείς ψόγος ίσως. Το πρόβλημα αρχίζει από τον τρόπο της σπατάλης της περιουσίας μέχρι μηδενός. Νέος ήταν, δυνατός ήταν, ό,τι ήθελε έκανε. Ποιος μπορούσε να τον εμποδίσει; Και νόμιζε πως όσο πιο μακριά πήγαινε πιο ασφαλής θα ήταν. Θεωρούσε πως θα μπορούσε η μακρυνή απόσταση από τον γενέθλιο οίκο να σίγαζε και τη φωνή της συνειδήσεως. Προσήλθε σε χώρους ανήλιους, μοναχικούς, δυσώδεις κι εξήλθε τρομερά αλλοιωμένος. Άφησε την αρχοντιά του κι έγινε υπηρέτης. Καταφρόνησε την ευρυχωρία και στένεψε αφόρητα η ζωή του. Την τιμιότητα, την καθαρότητα, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη σωφροσύνη, την ευσπλαγχνία – τα δυνατά αυτά νεύρα της ψυχής – τ’ αντικατέστησε με την ατιμία, την παρανομία, την αδικία, την ασωτία, τη βαρβαρότητα. Αυτή είναι η κατάσταση του κάθε αμαρτωλού. Με διαρηγμένο το «κατ’ εικόνα», αιχμάλωτος των παθών, οδυνάται κι η δίψα για την αμαρτία είναι ακόρεστη. Αυτή είναι η γνωστή τέχνη του δαίμονα προς τα θύματά του.
Πεινασμένος, διψασμένος, φτωχός, γυμνός, πρόωρα γερασμένος, προσπαθεί να χορτάσει την πείνα του μάταια με την τροφή των χοίρων που κατάντησε να βόσκει, τα ξυλοκέρατα. Και ξαφνικά μέσα στο μεγάλο πόνο της ασήκωτης ερημίας του θυμήθηκε το λίκνο του, φωτίσθηκε, ξεπέρασε την αδυναμία του, απαρνήθηκε την ανεπάρκειά του, φιλοτιμήθηκε. Άφησε τον Πατέρα άσπλαγχνα. Ο εύσπλαγχνος Πατέρας δεν τον άφησε ποτέ. Λαβωμένος, ταλαιπωρημένος, δυστυχής ο νέος, αποφασίζει να σύρει τα βήματά του πίσω. Έχουν όμως μια σταθερότητα.
Ο πολύς πόνος τον ταπείνωσε, τον εκμεταλλεύθηκε σωστά και του έγινε ίαμα. Η ταπείνωση τον έφερε στη μετάνοια.
………………………………………………………………………………….
Η μετάνοια κάνει τον Άσωτο θαρρετό, τολμηρό, ακούραστο, αποφασιστικό, ελπιδοφόρο. Τον κάνει να θυμάται τρυφερά την πατρική συγχωρητικότητα, την ελεημοσύνη, την αγαθότητα. Σηκώθηκε και με βήμα ταχύ έφθασε εκεί απ’ όπου είχε φύγει βιαστικά κι απερίσκεπτα. Τώρα δε ρίχνει ούτε μια ματιά πίσω του, στη γη της ξενιτειάς, της παράλογης ηδονής, φοβούμενος μην έχει την τύχη της συζύγου του Λωτ. Δίχως να χρειάζεται να θέσει μεσάζοντες, με μόνο το αντίτιμο της μετανοίας του, που ήταν ικανό από μόνο του να εξαγοράσει όλο το πατρικό έλεος, καταφθάνει. Η σκυθρωπότητα, τα δάκρυα, τα βαρυμένα μάτια του ήσαν συνήγοροι της ειλικρινούς μετανοίας του.
Ο ατίθασος, ανυπότακτος, απαιτητικός, προπέτης κι ανυπόμονος νέος γίνεται τώρα ένα σκουπίδι. Αυτός που δεν υπολόγιζε κανένα και δεν έδινε λόγο σε κανένα, τώρα αυτοκαταδικάζεται. Η μετάνοια ξαναθαυματούργησε. Αναγνωρίζει την έπαρση της αστοχίας του. Δεν τολμά ν’ ατενίσει στα μάτια τον Πατέρα του. Θεωρεί ανάξιο τον εαυτό του να είναι υιός εκείνου που η αγάπη του συνεχίζει να τιμά τον άτιμο. Τ’ αυθόρμητα λόγια του είναι του αυτού περιεχομένου με του Τελώνου και του Ληστή του συσταυρωθέντος με τον Χριστό. Έτσι αυτοαποκληρώνεται αυτοκατηγορούμενος. Δεν ντρέπεται, δεν δειλιά, δεν φοβάται, η μετάνοια τον επανέφερε εκεί απ’ όπου έπεσε κι ακόμη σε καλύτερη θέση, καθώς λέγει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος περί των μετανοούντων. Καθαριζόμενος ο πρώην άσωτος γίνεται εκστατικός, αρχίζει φωτιζόμενος ν’ αγαπά, να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά. Η αμαρτία είχε προχωρήσει το πλήγωμα αρκετά στην ψυχή του, αλλά είχε αφήσει το βάθος άθικτο, πολύτιμα στοιχεία της θείας ευγένειας και καταγωγής ήταν θαμμένα και ξεσκαλίστηκαν. Δεν φαίνονταν εύκολα, αλλά υπήρχαν.
Ο Πατέρας ενώπιον αυτής της ολάνοιχτης καρδιάς, θεωρεί ως μη διαπραχθέντα διόλου όλα τ’ ανομήματα του αγαπητού υιού του και του δίνει τη θέση που του ανήκε. Του φορά την πρώτη στολή, τον υποδύει, τον στολίζει και στρώνει πασχαλινή τράπεζα για την επάνοδό του, την ανάστασή του. Μόνο μια σκιά υπάρχει στη λαμπρή πανήγυρη· του πρεσβύτερου αδελφού, που αδυνατεί να παρακολουθήσει το μέγεθος της πατρικής δωρεάς ενώπιον της μετανοίας του αδελφού του.
Ο πρεσβύτερος αδελφός χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μη το φωτεινό παράδειγμα της επιστροφής του αδελφού του μας κάνει να τον παραβλέψουμε. Είναι πρόσωπο συχνά επανεμφανιζόμενο εντός των χριστιανικών κοινοτήτων. Το πρόβλημά του είναι βαθύ, νομίζει ότι είναι βαθειά στους κόλπους τους πατρικούς κι η στάση του τον τοποθετεί πολύ μακρύτερα του τέρματος της αποστασίας του αδελφού του. Είναι ο αμετανόητος μετανοημένος. Έχει απωλέσει την ουσία της πνευματικής ζωής κι έχει κερδίσει το φρόνημα των εχόντων «ου κατ’ επίγνωσιν» ζήλο. Ζήλο άκαιρο, παράφορο και μανιώδη. Θεωρούν τον εαυτό τους αληθινό κι αλάνθαστο, επαιρόμενο στην ηθική τους, την ασφάλεια της εγκράτειάς τους. Συχνά οι αγώνες τους είναι πράγματι μεγάλοι κατά των εχθρών της πίστεως και των αμαρτωλών, τους οποίους κατακεραυνώνουν αλύπητα με βροντώδη κηρύγματα. Όμως όλα χάνουν τον μισθό τους, γιατί τα καταστρέφει η οίηση ότι είναι οι μόνοι άξιοι σωτηρίας, αφού σκανδαλίζονται στη μεγαλόδωρη αγάπη του πατέρα τους προς τους άσωτους, τους οποίους δεν δύνανται να παρακολουθήσουν όχι στην οδύνη τους, μα ούτε και στη μετάνοιά τους.
Δυστυχώς, στους πάντα υπάρχοντες στην ιστορία τέτοιους ζηλωτές διακρίνουμε τον φανατισμό, την τυπολατρεία, ακόμη και τη διατήρηση δικών τους τυπικών, τα οποία θέλουν να θέτουν και υπεράνω της Ιεράς Παραδόσεως. Είναι μεγάλο το κρίμα για όλους αυτούς, που βυθίζονται μέσα στο λιμάνι, με μια ψεύτικη αγιότητα και φθάνουν ν’ απατούν κι αγαθούς ανθρώπους. Συμβαίνει με τους ανθρώπους αυτούς να καταλαμβάνονται από ένα ισχυρό αίσθημα αυτάρκειας. Η αγανάκτηση και η οργή του αδελφού ενώπιον της πατρικής προσφοράς είναι η κρυφή αμετανοησία του, που φανερώνεται κατακρίνοντας τον αδελφό του και καταδικάζοντας τον πατέρα του. Η ευσπλαγχνία του πατέρα εκδηλούμενη στο νεώτερο δεν καταργούσε καθόλου την πάντα υπάρχουσα προς τον πρεσβύτερο. Αυτό είναι το περιεχόμενο της ψευδοαγιότητος του αδελφού, που δεν άντεξε στη δίκαιη χαρά της επανόδου ποιου; Του αδελφού του. Ο «δίκαιος» αδελφός επιθυμεί έναν πατέρα εκδικητικό, κριτή αυστηρότατο και τιμωρό αμείλικτο.
Ο παραλογισμός της μεγάλης ιδέας που έχει για τον εαυτό του, τον κάνει διδάσκαλο του Πατέρα του, του καθορίζει τη θέση του, τη στάση του, τι πρέπει να πράξει εκείνος κι όχι τι πρέπει να προσέξει ο ίδιος. Η μεγάλη του πλάνη τον κάνει να μιλά περί του εαυτού του με απαίτηση και δικαιώματα, σαν να μην τα ήξερε ο Πατέρας, να παραπονείται, να οργίζεται, να κατακρίνει τον αδελφό του, για να υπερυψώσει τον εαυτό του και να φανερώσει την αξία του. Στέκεται πιστεύοντας ότι από τα έργα του δικαιώνεται και υπάρχει μόνο απέναντι του άθλιου κατ’ αυτόν και οικτρού αδελφού του.
…………………………………………………………………………………...
Πάντως ο εύσπλαγχνος πατέρας του Ασώτου είναι ο ίδιος πατέρας και για τον ανώριμο μεγαλύτερο υιό του. Παρότι είναι παράλογη, κατανοεί την πίκρα του, τον δικαιολογεί τον αδικαιολόγητο, τον αντιμετωπίζει με αγάπη, εξέρχεται του οίκου και γι’ αυτόν, τον παρακαλεί να έλθει μέσα, να ευφρανθεί μαζί τους. Επιμένει όμως εκείνος και δεν θέλει να εισέλθει. Να έμεινε άραγε για πάντα έξω; Αυτός που πάντα ήταν μέσα; Μακάρι να εισήλθε κι αυτός ξανά. Η ευαγγελική περικοπή δεν αναφέρει την τύχη του. Αν δεν μετανόησε είναι σίγουρο πως έμεινε για πάντα έξω, φθειρόμενος από το σαράκι της ζήλειας, της περιέργειας και της αυτολατρείας. Έτσι φθάνουν ορισμένοι ερμηνευτές να μιλούν εύστοχα περί δύο ασώτων υιών. Θεωρούμε την ασωτία του πρεσβυτέρου αδελφού επικινδυνέστερη, ως υπουλώτερη και κρυφή.
Συχνά επαναλαμβανόμενο πρόσωπο στην ανθρώπινη ιστορία το πρόσωπο του Ασώτου. Μεγάλο μέρος της νεολαίας, αλλά και της υπόλοιπης ανθρωπότητος, θέλει να τον ακολουθεί στην ανταρσία του. Η παρουσία του Θεού ενοχλεί και καταπιέζει. Η εποχή δεν ανέχεται επ’ ουδενί τέτοιες επεμβάσεις και κουραστικές εξαρτήσεις. Θεωρεί τον Θεό δυνάστη, αφέντη, τιμωρό. Η νεολαία έχει μια δική της αντίληψη για την ελευθερία, που αν δεν είναι αναρχία κι ασυδοσία, πάντως τις εγγίζει. Η πραγματική ελευθερία όμως πάντα θα υπάρχει στην ενότητα, την κοινότητα, τον σύνδεσμο της αγάπης. Η αυτονομημένη συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου είναι το βασικό λάθος του και η αρχή της αμετανοησίας του στην έπαρση της αυτάρκειάς του.
Η απομάκρυνση από τον Θεό έχει τις συνέπειες της στη ζωή του ανθρώπου. Με τραυματισμένο πρόσωπο, με την ψυχή κενή, με το νου θολό, με το σώμα κουρασμένο, δεν έχει πού να κρυφθεί και να βασταχθεί. Η συνειδητοποίηση αυτού του κενού της αυτονομίας είναι το ξεκίνημα της οδού της μετανοίας, η σωτήρια επιστροφή στην Εκκλησία δια της αυτογνωσίας προς θεογνωσία"...