Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ! Ο ΜΗΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για δεκαπενταυγουστοσ
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου

        Ὁ Αὔγουστος εἶναι ὁ μῆνας τῆς Παναγίας μας. Οἱ δεκαπέντε πρῶτες ἡμέρες του εἶναι ἀφιερωμένες στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, τήν Θεοτόκο Μαρία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μητέρα ὅλων μας ὅσοι εἴμεθα βαπτισμένοι στό ὄνομα τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Θεοῦ ἡμῶν καί ζοῦμε σύμφωνα μέ τό ἅγιο θέλημά Του.
      Οἱ ἡμέρες ἀπό 1ης ἕως 15ης Αὐγούστου εἶναι ἡμέρες νηστείας, προσευχῆς, περισυλλογῆς, ἀφ’ ἑνός μέν γιά νά τιμήσωμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά νά τήν μιμηθοῦμε στίς ἀρετές, ἀφοῦ Ἐκείνη ἦταν μέ ὅλες τίς ἀρετές κεκοσμημένη.

            Ἄς ἀναφερθοῦμε στό πρῶτο. Στήν τιμή δηλαδή πρός τήν Παναγία μας.
    Ἡ Θεοτόκος Μαριάμ τιμᾶται ὡς ἀειπάρθενος, ὡς πανακήρατος, ὡς παναμώμητος, ὡς ἀληθής καί ὄντως Θεοτόκος, ὡς τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ.
    Αὐτή ἡ τιμή πρός τήν Παναγία μας εἶναι κατωχυρωμένη ἀπό τίς Οἰκουμενικές Συνόδους τῆς Ἐκκλησίας μας καί ὡς ἐκ τούτου ἀποδεκτή ἀπό ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ἀφοῦ οἱ ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων Συνόδων ἐλήφθησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀπό τούς θεοφωτίστους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας.
     Ὅποιος δέν τιμᾶ καί δέν σέβεται τήν Παναγία μας, ὡς ἀειπάρθενον καί ὄντως Θεοτόκον καί ὅπως ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ὁρίζει, τυγχάνει αἱρετικός καί ἐπικατάρατος ὡς ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάνθη καί ἀποφαίνεται, ἀφοῦ μέ τήν μή παραδοχή τῆς ἀπό τόν Θεό ἀποκεκαλυμμένης αὐτῆς ἀληθείας, ἡ ὁποία μή παραδοχή ἀποτελεῖ ὕβριν πρός τό πρόσωπον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, δέν παραδέχεται καί αὐτήν ταύτην τήν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος διά τῶν ἁγίων αἱμάτων τῆς Κυρίας Θεοτόκου ἔγινε ἄνθρωπος, ἐνῷ παρέμεινε Θεός, πρός σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
     Δυστυχῶς ὑπάρχουν μέχρι σήμερα οἱ θλιβεροί ἀπόγονοι τῶν παλαιῶν αἱρεσιαρχῶν, τοῦ Ἀρείου, τοῦ Νεστορίου καί τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τήν ὁδόν τῆς ἀπωλείας, ὄντες υἱοί γεέννης διπλότεροι τῶν θεομάχων, παναγιομάχων καί ἁγιομάχων προγόνων τους.
      Ἄς μείνωμε πιστοί, ἀδελφοί μου, εἰς τήν μίαν, ἁγίαν, Ὀρθόδοξον καί ἀμώμητον Πίστιν, τήν ἀπό τόν Θεό ἀποκαλυφθεῖσαν καί διά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων παραδοθεῖσαν ἀλήθεια, ὥστε κατέχοντες τῆς ἀληθοῦς Πίστεως τήν ἄγκυρα καί ζῶντες ἐντός τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, νά φθάσωμεν ἀσφαλῶς στήν σωτηρία.
       Τό δεύτερον ἀφορᾶ στήν μίμηση τῶν ἀρετῶν τῆς Παναγίας μας. Αὐτή ἡ ὁδός ἀπαιτεῖ ἀγῶνα πνευματικό, ὁ ὁποῖος ἔχει τίς δικές του δυσκολίες, ἀφοῦ τά ἐμπόδια προέρχονται α) ἀπό τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό, ὁ ὁποῖος πολλάκις δέν ἐπιθυμεῖ τόν πνευματικό κόπο, β) ἀπό τόν κόσμο, ὁ ὁποῖος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, καί γ) ἀπό τόν μισόκαλο διάβολο, ὁ ὁποῖος τροφοδοτεῖ καί τά προηγούμενα μέτωπα.
            Στά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος  ἡ  Ἐκκλησία μας προβάλλει:
            α) Τήν νηστεία, ἡ ὁποία εἶναι θεσμός θεοΐδρυτος καί ὁδηγεῖ στήν πνευματική ἀνάταση, ἀφοῦ μᾶς βοηθάει νά συνειδητοποιήσωμε τήν ἀνάγκη καί τῆς πνευματικῆς τροφοδοσίας, ὑπενθυμίζουσα ὅτι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ’, 4).
            Οἱ δεκαπέντε ἡμέρες πρό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας εἶναι ἡμέρες νηστείας. Δυστυχῶς οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν νηστεύουν πλέον καί πολλοί, ἐκ μιᾶς κακῆς συνηθείας παρακινούμενοι, ἡ ὁποία κατήντησε λαίλαπα τά τελευταῖα χρόνια, καταλύουν τήν νηστεία τῆς Παναγίας  τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, χωρίς νά περιμένουν νά τελειώσῃ ἀνήμερα στήν γιορτή της ἡ Θεία Λειτουργία. Αὐτό γίνεται ἐξ αἰτίας τῶν κοσμικῶν καί ὄχι, ὡς δῆθεν διαφημίζονται, «θρησκευτικῶν» πανηγύρεων, πού δυστυχῶς, παρά τήν Ἑλληνορθόδοξη παράδοσή μας ἐπεκράτησαν, ὡς μή ὤφελεν, στήν Πατρίδα μας ἐσχάτως. Νά νηστεύωμε καί νά νηστεύσωμε ὅλοι, ἀδελφοί μου, ὥστε νά ἔχωμε πλούσια τά ἐλέη τοῦ Κυρίου μας, διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας.
            β) Τήν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν ἐπικοινωνία μας μέ τόν Θεό, ἀφοῦ εἶναι ἡ μυστική ὁδός τήν ὁποία ἀκολουθεῖ ἡ καρδιά μας, ὥστε νά συνομιλῇ μέ τόν οὐράνιο Πατέρα καί Δημιουργό μας.
            Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρει χαρακτηριστικά: «Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον». Πρέπει δηλαδή νά μνημονεύωμε τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ περισσότερο ἀπό τό νά ἀναπνέωμε.
            Στίς πρός Θεόν δεήσεις μας μεσίτρια ἔχομε τήν Παναγία μας, πρός τήν ὁποία ἱκετευτικά ἀπευθυνόμεθα πάντοτε, ἰδιαιτέρως κατά τίς ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ἀφοῦ κάθε ἀπόγευμα μετά τόν Ἑσπερινό, τελεῖται σέ ὅλους τούς Ἱεροῦς Ναούς μας ἡ ἱερά Παράκλησις πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο.
            γ) Τήν σεμνότητα καί τήν σύνεση στήν ζωή. Πόσο ἐπίκαιρο εἶναι τό μήνυμα πού ἐκπέμπει τό πανσεβάσμιο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἰδιαιτέρως σήμερα πού ἐξέλιπε ἀκόμη καί ἴχνος σεμνότητος, ἀπό ἄνδρες καί ἀπό γυναῖκες, καί μάλιστα καί ἐντός τῆς Ἐκκλησίας εἰσερχομένων! Πόσο ἐπίκαιρο εἶναι τό δίδαγμά της στούς ἀπνευμάτιστους καιρούς μας!  
            δ) Τήν συμμετοχή μας στήν Μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἴμεθα κατ’ οὐσίαν Χριστιανοί, ἐάν δέν ἐξομολογούμεθα, ἐάν δέν κοινωνοῦμε τῶν Θείων καί Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐάν δέν συμμετέχωμε πραγματικά στήν ζωή τοῦ Κυρίου μας;
            • Ἀκόμη ἐπισημαίνω τά ἑξῆς.
            Ἀδελφοί μου, ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες χρωστᾶμε τά πάντα στήν Παναγία μας. Αὐτή μᾶς ἀγκάλιασε, μᾶς προστάτευσε, ἔκλαυσε μαζί μας σέ δύσκολες ὧρες, ἔγινε ἡ μάνα μας, ἡ προστάτιδά μας, ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός τοῦ Γένους μας. Γι’ αὐτό σέ κάθε μέρος τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος μας, ἡ τιμή τῶν Ἑλλήνων πρός τήν Παντάνασσα Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, ὕψωσε Ναούς καί Μοναστήρια, ἔκτισε ἐξωκκλήσια  καί προσκυνητάρια. Ἀκοίμητο καίει τό καντήλι τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων ἐνώπιον τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος της, τήν ὁποία ἱστόρησε ὁ ἱερώτατος Εὐαγγελιστής Λουκᾶς.
            Ἡ Ἑλλάδα εἶναι χώρα Παναγιοφύλακτη, γι’ αὐτό καί ἔχομε μιά ἰδιαίτερη σχέση μέ τήν Θεοτόκο καί γι’ αὐτό ἡ καρδιά μας εὐκαίρως-ἀκαίρως ἀναφέρεται εἰς Αὐτήν μέ εὐγνωμοσύνη, διά τάς πρός ἡμᾶς ἐμφανεῖς καί ἀφανεῖς εὐεργεσίας της.
            Αὐτές τίς ἡμέρες ἄς προσπαθήσωμε νά ἀνανήψωμε πνευματικά, νά φέρωμε στήν καρδιά μας καί στόν νοῦ μας τίς πολλές εὐεργεσίες τοῦ Κυρίου μας, διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας, νά συνέλθωμε ὡς πρόσωπα καί ὡς κοινωνία, καί νά ἐπανέλθωμε ὡς Ἔθνος καί ὡς Λαός στήν ὀρθή καί μόνη ὁδό πού ὁδηγεῖ στήν σωτηρία.
            Ἀρκετά πειραματισθήκαμε μακρυά ἀπό τόν Θεό. Ἀρκετά περιφρονήσαμε τά δῶρα τοῦ Κυρίου μας. Ἀρκετά ἐλυπήσαμε τήν Παναγία μας καί τήν λυποῦμε μέ τίς πράξεις μας καί μέ τήν ἀποστασία μας ἀπό τόν Υἱόν καί Θεόν της.
            Οἱ καιροί ἀπαιτοῦν, ἀλλά καί ἡ ψυχή διακαῶς ἐπιθυμεῖ τήν ἐπιστροφή στήν Οἰκία τοῦ Πατρός. Εἰδ’ ἄλλως ὁδεύομε πρός τήν πνευματική καί γενική καταστροφή ἰδίᾳ εὐθύνῃ καί ὑπαιτιότητι. Ἡ Παναγία μας, τήν Κοίμηση τῆς ὁποίας ἑορτάζομε σέ λίγες ἡμέρες, νά μᾶς διαφυλάττῃ καί νά μᾶς ὁδηγῇ στήν ὁδό τῆς σωτηρίας.
            Εὔχομαι σέ ὅλους σας κάθε εὐλογία παρά Θεοῦ διά πρεσβειῶν τῆς Παναγίας μας.

Μέ τό καλό νά ἑορτάσωμε τήν μεγάλη Γιορτή Της.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

«Εἶπε τῷ παραλυτικῷ• Θάρσει, τέκνον• ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Ματθ. 9,2)

ΚΥΡΙΑΚΗ  ΣΤ  ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Ἤθελα, ἂν μποροῦσα, τὸ δίδαγμά του νὰ τὸ φυτέψω μέσα σας ὅπως ὁ γεωργὸς φυτεύει τὸ σπόρο στὴ γῆ. Καὶ ἂν αὐτὸ τὸ ἔνιωθε ὁ κόσμος ὅλος, θὰ ἄλλαζε ἡ ὄψι τῆς γῆς.

Μὰ ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ δίδαγμα;
Πρὶν φθάσουμε σ᾿ αὐτό, θὰ σᾶς κάνω ἕνα ἐρώτημα. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ δυστυχήματα ποιό θεωρεῖτε πιὸ μεγάλο; Ἀπ᾿ τὴν ἀπάντησι, ποὺ θὰ δώσετε, θὰ σᾶς ζυγίσω καὶ θὰ καταλάβω ἂν εἶστε Χριστιανοί. Σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴν ἁγία Γραφή, τὸ φοβερώτερο δυστύχημα εἶνε ἡ ἁμαρτία.
Ἦταν κάποτε ἐποχή, ποὺ οἱ ἄνθρωποι φοβοῦνταν καὶ τὴν πιὸ μικρὴ ἁμαρτία. Οἱ μάνες ἔλεγαν στὰ παιδιά• Μὴν τὸ κάνεις αὐτό, εἶνε ἁμαρτία! Κ᾿ ἐκεῖνα ἔτρεμαν. Τότε ἡ γῆ ἦταν γεμάτη ἀγγέλους. Τώρα κανένας φόβος γιὰ τὴν ἁμαρτία. Ὑποτιμοῦν τὸν κίνδυνο ἀπὸ αὐτήν.
Εἴμαστε στὰ χρόνια ποὺ λέει τὸ βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος θὰ βρίσκεται σὲ ἀναισθησία. Ὅπως πίνει κανεὶς ἕνα ποτήρι κρύο νερὸ τώρα τὸ καλοκαίρι, ἔτσι σήμερα κάνει τὴν πιὸ φοβερὴ ἁμαρτία. Ἡ ἀδικία, τὰ διαζύγια, οἱ ἐκτρώσεις, ἡ ἀσέβεια, ἡ βλασφημία εἶνε σὰν τὸ κρύο νερὸ τοῦ διαβόλου(βλ. Ἰὼβ 15,16). Δὲν εἶνε τίποτε, λένε, ἡ ἁμαρτία… Σὲ τέτοια ἐποχὴ ζοῦμε.
Καὶ ὅμως ἡ ἁμαρτία εἶνε τὸ φοβερώτερο κακὸ ἀπ᾿ ὅλα• κι ἀπ᾿ τὸν καρκίνο, κι ἀπ᾿ τὴν πυρκαγιά, κι ἀπ᾿ τὸ σεισμό, κι ἀπ᾿ τὸ φαρμάκι τῆς κόμπρας… Ὤ καὶ νὰ ἄνοιγαν τὰ μάτια μας καὶ νὰ βλέπαμε!
Θὰ ποῦν μερικοί, ὅτι τὰ λέω ὑπερβολικά. Ὄχι. Δὲν σᾶς εἶπα οὔτε τὸ ἕνα χιλιοστὸ τῆς πραγματικότητος. Νά ᾿χα καιρό, θὰ σᾶς ἀνέλυα πόσα καὶ ποιά κακὰ φέρνει ἡ ἁμαρτία. Πρῶτα - πρῶτα χτυπάει τὸ κορμὶ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ γιατροὶ τώρα ἄρχισαν νὰ τὸ καταλαβαίνουν καὶ νὰ τὸ παραδέχωνται αὐτό. Κάτι, ποὺ ἀπὸ πολὺ παλιὰ τὸ λέει ὁ Παρακλητικὸς κανόνας• «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθενεῖ μου καὶ ἡ ψυχή…».
Ὤ ἡ ἁμαρτία! Εἶνε δύναμι καταστροφῆς, διαφθορᾶς καὶ ἀποσυνθέσεως. Ἀποσυνθέτει ὄχι μόνο καὶ τὸν πιὸ γερὸ ἀνθρώπινο ὀργανισμό, ποὺ μιὰ μέρα θὰ πάῃ κι αὐτὸς στὸν τάφο, ἀλλὰ καταστρέφει κάτι μεγαλύτερο καὶ πολὺ πιὸ πολύτιμο• καταστρέφει τὴν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία θολώνει τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, χτυπάει τὸ συναίσθημα, μολύνει τὴν καρδιά, παίρνει ψαλίδι καὶ κόβει τὰ νεῦρα τῆς ψυχῆς• τὸ δὲ νεῦρο τῆς ψυχῆς εἶνε ἡ θέλησις.
Μὲ ἄρρωστη τὴ θέλησι, ὁ ἄνθρωπος μοιάζει σὰν τὸν παραλυτικό, ποὺ μένει ἀκίνητος. Βλέπει τὸ καλὸ μπροστά του, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ. Χτυπᾷ ἡ καμπάνα, κι αὐτὸς δὲν ἔρχεται στὴν ἐκκλησία. Ἄλλος πάλι, ἐνῷ χτυπᾷ ἡ πρώτη καμπάνα, χτυπᾷ ἡ δεύτερη καὶ ἡ τρίτη καμπάνα, ἔρχεται ἐκεῖ κατὰ τὸ τέλος τῆς θείας λειτουργίας.
Ὅσοι ἀπὸ σᾶς ἔχετε τὴν καλὴ συνήθεια νὰ ἔρχεστε νωρὶς στὴν ἐκκλησία, νὰ εἶστε εὐλογημένοι. Ὅταν ἔρχεστε νωρίς, ἀκοῦτε καὶ τὸν Ἑξάψαλμο, τὰ ἕξι λουλούδια τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶνε ἕνα μεγαλεῖο.
Πολλὰ βιβλία διάβασα, ἀλλὰ σὰν τὸν Ἑξάψαλμο δὲν εἶδα. Μακάρι νὰ εἶχα χρόνο νὰ τὸν ἑρμηνεύσω. Ξέρετε τί νοήματα κρύβει; Μὴ μοῦ μιλᾶτε γιὰ ἄλλους ποιητάς, γιὰ Πίνδαρο, Εὐριπίδη καὶ τοὺς ἄλλους. Πέστε μου γιὰ τὸ Δαυΐδ• γι᾿ αὐτὴ τὴν οὐράνια κιθάρα, γι᾿ αὐτὸ τὸ βιολί, γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀηδόνι τῆς Ἐκκλησίας.
Λέει κάπου λοιπὸν στὸν Ἑξάψαλμο• «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. …ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ»(Ψαλμ. 37,4-5). Τί θὰ πῇ αὐτό; Ὅτι οἱ ἁμαρτίες εἶνε βουνό, φορτίο βαρύ, πάνω ἀπ᾿ τὸ κεφάλι μου, καὶ ὑποφέρω ἀπὸ τὸ βάρος τους. Καὶ τὸ λέει αὐτὸ ὄχι ἕνας ἄσημος, ἀλλὰ ἕνας ἔνδοξος καὶ πλούσιος βασιλιᾶς, στὸν κολοφῶνα τοῦ μεγαλείου. Ἀναστενάζει ὁ Δαυῒδ καὶ φωνάζει• Θεέ μου, ἐλευθέρωσέ με ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας ποὺ ψυχοπλακώνει τὴν καρδιά μου. Φορτίο βαρὺ ἡ ἁμαρτία. Μολύβι, ποὺ ἂν τὸ ῥίξῃς στὴ θάλασσα πάει μὲ ὁρμὴ στὸν πάτο.
Ἕνας μεγάλος ζωγράφος ζωγράφισε τὸν ἁμαρτωλὸ σὰν ἀχθοφόρο, σὰν χαμάλη, ποὺ ὁ διάβολος τὸν φόρτωσε φορτίο βαρύ, καὶ το ᾿δεσε πάνω του καλὰ μ᾿ ἕνα συρματόσχοινο.
Μετὰ τὸν ἄφησε. Προχώρα, τοῦ λέει, μὲ τὸ φορτίο• καὶ νὰ δοῦμε ποιός θὰ σὲ λύσῃ. Προσπαθοῦσε ὁ ταλαίπωρος νὰ λυθῇ. Κουράστηκε. Ποτάμι ἔτρεχε ὁ ἱδρώτας του. Ἔπεσε κάτω, ἀλλὰ δὲν κατάφερε τίποτε. Κάποια στιγμὴ εἶδε νὰ περνοῦν ἀπὸ μπροστά του οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ὁ Σωκράτης, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλάτων, ἄλλα μεγάλα πνεύματα. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, τοὺς εἶπε, λύστε με ἀπὸ τὸ φορτίο! Αὐτοὶ ὅμως κάθονταν καὶ φιλοσοφοῦσαν γιὰ τὸ φορτίο. Τὸ ἐξέταζαν, τὸ ἐρευνοῦσαν, τὸ ζύγιζαν, μὰ κανείς τους δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ οὔτε κάτι ἐλάχιστο ἀπὸ τὸ βάρος. Ἦταν ὁ ἄνθρωπος ἀπελπισμένος. Ἀναστέναζε καὶ ἔκλαιγε.
Ἐπὶ τέλους πέρασε κ᾿ ἕνας ἀσκητὴς μὲ τὸ ῥαβδί του. Αὐτὸς τοῦ εἶπε• Ἄνθρωπέ μου, ἂν θέ᾽ς νὰ λυτρωθῇς, βλέπεις αὐτὸ τὸ ἀνηφοράκι; Ἀνέβα στὴν κορυφή, καὶ τότε θὰ πέσῃ ἀπὸ τοὺς ὤμους σου τὸ φορτίο ποὺ ἔχεις. Ὁ ἄνθρωπος πίστεψε στὰ λόγια του. Μπουσουλώντας σιγὰ - σιγὰ ἀνέβηκε στὴν κορυφή. Κ᾿ ἐκεῖ τί εἶδε; Εἶδε τὸν Κύριο ἐσταυρωμένο, ποὺ ἔλαμπε περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο. Καὶ ὁ Ἐσταυρωμένος τοῦ λέει• «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς»(Ματθ. 11,28). Καὶ πίστεψε ὁ ἄνθρωπος στὸ Χριστὸ καὶ εἶπε• Σὺ εἶσαι ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου!
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄγγελοι πέταξαν ἀπὸ τὰ οὐράνια, ἔκοψαν τὰ δεσμὰ καὶ ἐλευθέρωσαν τὸν ἄνθρωπο. Αὐτόματως ἔφυγε ἀπὸ τὴν πλάτη του τὸ φορτίο. Ἀκούστηκαν τότε μουσικὲς καὶ ἐμβατήρια οὐράνια. Γιατὶ εἶπε ὁ Χριστός• «Χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι»(Λουκ. 15,7).
Ἀδέρφια μου, δὲν εἶνε λόγια αὐτά, δὲν εἶνε ποίησις, δὲν εἶνε ζωγραφιά. Εἶνε μιὰ πραγματικότης. Καθένας ἀπὸ μᾶς ἔχει πάνω στοὺς ὤμους του τὶς ἁμαρτίες του. Αὐτὲς εἶνε τὸ μεγαλύτερό μας δυστύχημα, ποὺ ἔχει συνέπειες καὶ πέρα ἀπὸ τὸν τάφο.
Ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ• Ἐλᾶτε, ἁμαρτωλοὶ ὁδοιπόροι τοῦ κόσμου• γυναῖκες καὶ ἄντρες, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἐλᾶτε γιὰ νὰ πάρω ἀπὸ τοὺς ὤμους σας τὸ φορτίο καὶ νὰ σᾶς ξεκουράσω.
Δόξα στὸ Χριστό! Αὐτός, σὰν τὸν μυθικὸ Ἄτλαντα, σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου. Τὸ φάρμακο κατὰ τῆς ἁμαρτίας εἶνε ἕνα• ἡ ἀκράδαντη πίστι στὸ Χριστό. Ποιά πίστι; ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὄχι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Σωτήρας τοῦ κόσμου.
Κοίταξε τὸ ἅγιο ποτήριο μὲ πίστι. Μιὰ σταγόνα ἀπ᾿ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καίει τὰ ἁμαρτήματα ὅλου τοῦ κόσμου καὶ μᾶς καθαρίζει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία. Αὐτὸ εἶνε τὸ θεμέλιο τῆς πίστεώς μας, αὐτὸ ἡ ἐλπίδα μας.
Εἶπα στὴν ἀρχή, ὅτι ὅλη ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἔχει ἕνα δίδαγμα. Ἀσθενὴς καὶ παράλυτος, ποὺ εἶχε μολύβι τὸ κορμί του, ἀλλὰ καὶ πιὸ μολύβι τὴν ψυχή του, ἦταν ὁ παραλυτικὸς τοῦ εὐαγγελίου. Ἐμεῖς βλέπουμε τὸ κορμί του, ὁ Χριστὸς βλέπει τὴν ψυχή του. Γι᾿ αὐτὸ δὲν τοῦ λέει πρῶτα τὸ «Ἔγειρε καὶ περιπάτει», ἀλλὰ τὸ «Ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι σου»(Ματθ. 9,5). Λοιπόν, μεγαλύτερη προσοχὴ νὰ ἔχουμε στὴν ψυχὴ ἀπ᾿ ὅ,τι στὸ σῶμα Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀνοίξῃ τὰ μάτια μας καὶ νὰ φυλαχθοῦμε ἀπ᾿ τὸ κεντρὶ τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει• «Ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν»(Ῥωμ. 12,9), μῖσος δηλαδὴ κατὰ τοῦ κακοῦ. Φεῦγε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, λέει καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, «ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως»(Σ. Σειρ. 21,2), σὰν ἀπὸ φίδι. Κι ὅταν πέφτουμε σὲ ἁμάρτημα, νὰ τὸ θεωροῦμε μεγάλο δυστύχημα τῆς ζωῆς σας. Ἀλλὰ νὰ μὴν ἀπελπιστοῦμε.
Διότι φτάνει μιὰ σταγόνα ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μᾶς ξεπλύνῃ. Ὁ Χριστός, ποὺ δέχτηκε ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς, θὰ δεχτῇ κ᾿ ἐμᾶς καὶ θὰ μᾶς πῇ• «Θάρσει, τέκνον• ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου»(Ματθ. 9,2). Τῆς ἀφέσεως αὐτῆς εἴθε νὰ τύχουμε ὅλοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν• ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Μνήμη των αγίων 630 Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου,

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ ΣΥΝΟΔΟΥ
Η Εκκλησία μας, τιμά σήμερα, τη μνήμη των αγίων 630 Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε το 451 μ.Χ.  στην Χαλκηδόνα. M’ αφορμή τις διάφορες αιρέσεις που διαστρέβλωναν την αλήθεια της Εκκλησίας μας γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου, η Σύνοδος αυτή διατράνωσε την πίστη της Ορθοδοξίας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η Εκκλησία μας σήμερα που τιμά τη μνήμη των αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, επέλεξε το συγκεκριμένο ευαγγελικό ανάγνωσμα που είναι παρμένο από την “Επί του όρους ομιλία” και στο οποίο ο Χριστός παρομοιάζει τους μαθητές Του με φως του κόσμου. (Ματθ.5,14.)  
Όμως, αξιόλογο θα ήταν το ερώτημα να κατηγοριοποιηθεί και να ερμηνευτεί ο όρος «φως». Υπάρχουν τρία είδη φωτός: το υλικό- φυσικό, το τεχνικό φως και το πνευματικό- υπερφυσικό φως. Το υλικό φως είναι το γνωστό φως, που αστείρευτη πηγή του είναι ο ήλιος. Έπειτα, το τεχνικό φως είναι οι δέσμες φωτός που εκπορεύονται από τον ηλεκτρισμό. Η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως «εποχή των φώτων». Παρόλη την  άνθηση της κοινωνίας το «τεχνολογικό» αυτό φως σκοτίζει τις καρδιές των ανθρώπων και στην εποχή μας κυριαρχεί ο σκοταδισμός.
Στο ερώτημα ποιος είναι ο ήλιος που φωτίζει τον κόσμο, ποιο είναι αυτό το πνευματικό φως που γαληνεύει τις καρδιές και διώχνει τον σκοταδισμό της εποχής μας;  Η απάντηση είναι:  Ο Ένας. Αυτός που όλη η φύση βροντοκραυγάζει το όνομα Του. Και δεν είναι άλλος από τον  Κύριο μας Ιησού Χριστό. Αυτός φωτίζει τα πάντα. Η γλώσσα μας είναι τόσο φτωχή και πενιχρή, για να περιγράψει το μεγαλείο του Χριστού που είπε: « Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8,12). Η διδασκαλία του είναι Φως, «…διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἠσ. 26,9). Φως είναι η αγία του ζωή, η ακηλίδωτη.Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰωάν. 8,46). Φως η σταύρωση, φως η ανάσταση, φως ολόκληρος ο βίος του.
Ο μακαριστός Αυγουστίνος Καντιώτης λέει: «πως ο κτνες το λιου ταν πέσουν σ καθρέφτη τν κάνουν ν γίνεται κα ατς λιος, κατ παρόμοιο τρόπο κα  διδασκαλία το Χριστοταν πέσ σεγενες ψυχές, τς κάνει ν κτινοβολον κα γίνονται κι ατς λιοι στν κόσμο».
Σήμερα, στον ουρανό τις Εκκλησίας λάμπουν 630 + 1 αστέρες. Είναι οι πατέρες της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου αλλά και η Αγία Μεγαλομάρτυρας Μαρίνα, που εορτάζει σήμερα στις 17 Ιουλίου. Ας προσπαθήσουμε και εμείς, αδελφοί μου, να τηρήσουμε το λόγο του Χριστού μας και ας γίνουμε κι εμείς  το φως του  κόσμου. Ας μετατρέψουμε τη ζωή μας σε άλλους τόσους μικρούς αστέρες στον μεγάλο και αστραφτερό ουρανό της Εκκλησίας μας. Ας προσπαθήσουμε να καθρεφτίσουμε τη ζωή μας από το Φως του κόσμου τον Κύριον μας Ιησού Χριστό, και από τον Λαμπερό του Ήλιο ας ανάψουμε τα δικά μας φαναράκια ώστε, σαν λαμπεροί οδοδείχτες, να οδηγήσουμε τόσον τους εαυτούς μας, αλλά και τους αδελφούς μας στην πηγή της ζωής, στο Φως το Αληθινό, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό μας. Αμήν.

http://www.imtamasou.org.cy

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ



Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ 
Θεολόγου Καθηγητού
Οι Μάρτυρες κατέχουν τη σημαντικότερη θέση στην Εκκλησία μας, διότι Αυτή είναι θεμελιωμένη στη μαρτυρία, στα βασανιστήρια, στο αίμα και στην ίδια τη ζωή εκείνων. Τα λεγόμενα «Μαρτυρολόγια» είναι οι βιογραφίες των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας, τα οποία διηγούνται τις ηρωικές τους ομολογίες στο Χριστό και τα αφάνταστα δεινοπαθήματά τους από τους διαχρονικούς χριστιανομάχους.
Οι Μάρτυρες γυναίκες υπήρξαν το ίδιο ηρωικές με τους άνδρες, και σε πολλές περιπτώσεις τους ξεπερνούσαν σε θάρρος, ηρωισμό και παρρησία, μπροστά στους δημίους βασανιστές τους! Μια από αυτές είναι και η μεγαλομάρτυς Κυριακή, ένα εύοσμο άνθος πίστεως, ευσέβειας, αγνότητας, ηρωισμού και καρτερίας της αρχαίας Εκκλησίας.
Γεννήθηκε στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας και έζησε τον 4ο μ. Χ. αιώνα, από γονείς Έλληνες χριστιανούς και ευσεβείς. Ήταν πολύ πλούσιοι, αλλά δεν είχαν παιδί. Για τούτο και προσεύχονταν αδιαλείπτως στο Θεό να τους χαρίσει το δώρο της παιδοποιίας. Ο Θεός άκουσε τις δεήσεις τους και πράγματι τους χάρισε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, το οποίο γεννήθηκε ημέρα Κυριακή και γι’ αυτό του έδωσαν το όνομα Κυριακή, που σημαίνει αφιερωμένη στον Κύριο, όπως και η αγία ημέρα Του.
Η Κυριακή μεγάλωνε μέσα στην ευσέβεια της οικογένειάς της. Από μικρή απέκτησε ακράδαντη πίστη στο Θεό και απέραντη αγάπη για το Χριστό. Εκείνος την προίκισε με σπάνιο σωματικό κάλλος και υπέρμετρη ευγένεια ψυχής, ώστε να ξεχωρίζει από όλα τα άλλα κορίτσια της μεγαλούπολης, όπου ζούσε. Νωρίς είχε αποφασίσει να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Χριστό, διαφυλάσσοντας την παρθενία της για το Νυμφίο Χριστό. Ας μην ξεχνάμε πως για τον Χριστιανό δύο δρόμοι υπάρχουν: ο δρόμος της παρθενίας και ο δρόμος του γάμου. Και οι δύο δρόμοι είναι ευλογημένοι και ισότιμοι για την Εκκλησία μας.
Όταν ήρθε σε ηλικία γάμου πολλοί μνηστήρες επιθυμώντας το κάλλος του σώματος και της ψυχής της τη ζήτησαν να την παντρευτούν. Αλλά εκείνη με ευγένεια τους απωθούσε, ομολογώντας την επιλογή της να είναι αρραβωνιασμένη σε όλη της τη ζωή με το Χριστό και να υπηρετεί την Εκκλησία Του στα πρόσωπα των αναξιοπαθούντων ανθρώπων.
Αλλά η ζωή των Χριστιανών την εποχή εκείνη δεν ήταν εύκολη, διότι η Εκκλησία του Χριστού βρισκόταν σε διωγμό. Για τριακόσια χρόνια το διεφθαρμένο ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κράτος δίωκε μέχρι αφανισμού τους Χριστιανούς. Οι απόλυτα διεφθαρμένοι αυτοκράτορες, μη έχοντας την παραμικρή ηθική αναστολή, έβγαζαν διατάγματα, με τα οποία απαγόρευαν με την ποινή του θανάτου την άσκηση της χριστιανικής λατρείας. Όσοι Χριστιανοί συλλαμβάνονταν και δεν δεχόταν να υπογράψουν λίβελο απάρνησης της πίστης τους και δε θυσίαζαν στους ειδωλολατρικούς «θεούς» υποβάλλονταν σε φρικτά βασανιστήρια, προκειμένου να αρνηθούν την πίστη τους και να θανατωθούν αν επιμένουν.
Στα χρόνια που ζούσε η Κυριακή, αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο θηριώδης Διοκλητιανός, ο οποίος διέταξε το 303 μ. Χ. τον φοβερότερο διωγμό, χειρότερο από όλους τους προηγούμενους. Οι αδίστακτοι ιερείς των σκοταδιστικών μαντείων του Κλαρίου και του Διδυμαίου Απόλλωνος της Μ. Ασίας είχαν πείσει το δεισιδαίμονα αυτοκράτορα πως οι Χριστιανοί είναι μιασμένοι και πως οι «θεοί» εξαιτίας του μιάσματος αυτού εγκατέλειψαν το κράτος. Για να επανακτηθεί η «εύνοιά» τους έπρεπε να εκλείψουν οι Χριστιανοί! Ο Διοκλητιανός πείσθηκε. Χιλιάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν σε φρικτά βασανιστήρια και έχυναν το αίμα τους  για το Χριστό. Δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί έχαναν τα αξιώματά τους και φονεύονταν. Βιβλία καίγονταν, περιουσίες κατάσχονταν, ναοί κατεδαφίζονταν! 
Κάποιος ειδωλολάτρης δικαστής της Νικομήδειας ήθελε να αρραβωνιάσει την Κυριακή με το γιό του. Όταν εκείνη αρνήθηκε την κατάγγειλε στις αρχές ως Χριστιανούς την ίδια και τους γονείς της.  Ο ίδιος ο αυτοκράτορας διέταξε να υποβληθούν σε σκληρά βασανιστήρια. Τους έδερναν συνεχώς ώσπου να σταματούν οι στρατιώτες από κούραση το ξυλοδαρμό. Αλλά ούτε οι απειλές, ούτε οι κολακείες των ειδωλολατρών έφεραν αποτέλεσμα. Έτσι αποφάσισαν να στείλουν εξορία τους γονείς της στην Μελιτηνή της Αρμενίας και την Κυριακή να σταλεί στον επίσης θηριώδη Μαξιμιανό για ανάκριση.
Η αγία ομολόγησε με περισσό θάρρος την πίστη της στο Χριστό. Για την ομολογία της παραδόθηκε σε άξεστους στρατιώτες να τη βασανίσουν, αλλά έμεινε ακλόνητη στην πίστη της. Ένα βράδυ, στο σκοτεινό δεσμωτήριό της, άκουσε τη φωνή του Θεού να την ενθαρρύνει «Μη φοβάσαι Κυριακή τα βασανιστήρια, το πνεύμα μου είναι μαζί σου»! Κατόπιν παραδόθηκε στον κτηνώδη έπαρχο της Βιθυνίας Ιλαρίωνα, να τη βασανίσει ακόμα περισσότερο, με σκοπό να καμφθεί. Ο Ιλαρίων έδωσε εντολή να την καίνε καθημερινά με αναμμένες δάδες και να την κρεμούν για μέρες από τα μαλλιά. Όμως ο Θεός θεράπευε θαυματουργικά τις πληγές της, ώστε να πιστέψουν πολλοί ειδωλολάτρες και να οδηγηθούν και αυτοί στο μαρτύριο!
Τέλος την οδήγησαν σε παρακείμενο ειδωλολατρικό ναό να θυσιάσει στα είδωλα. Όταν την έφεραν στο άντρο αυτό των δαιμόνων, παρακαλούσε το Χριστό να τη βοηθήσει. Και το θαύμα έγινε: δυνατός σεισμός γκρέμισε τα αγάλματα των «θεών», τα οποία έγιναν θρύψαλα. Όμως το γεγονός εξαγρίωσε τους ειδωλολάτρες δημίους και ιερείς. Γι’ αυτό άναψαν φωτιά δίπλα στο βωμό και την έριξαν να καεί. Αλλά οι φλόγες δεν την έκαιγαν! Μετά από αυτό, και με παρακίνηση των αδίστακτων ειδωλολατρών ιερέων, την αποκεφάλισαν. Ήταν μόνο 21 ετών! Δεν υπέκυψε στα φρικτά βασανιστήρια και δεν πρόδωσε την αγία πίστη της. Έφυγε για την Άνω Ιερουσαλήμ ως αγνή και καλλιπάρθενος νύμφη του Χριστού, και ενώθηκε η μακάρια ψυχή της με τον Νυμφίο της αιωνίως!   Η μνήμη της εορτάζεται στις 7 Ιουλίου.