Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Σκέψεις για το Τριώδιο


https://www.pemptousia.gr


Διανύουμε το Τριώδιο, την κατανυκτικότερη περίοδο του λειτουργικού χρόνου κατά την οποία ψάλλονται τροπάρια ύμνοι με πολύ δυνατό και βαθύ περιεχόμενο. Η υμνογραφία του Τριωδίου αποκαλύπτει τα φρικτά μυστήρια και τις προϋποθέσεις της αιωνίου ζωής. Πρόκειται για μία γνήσια και αληθινή μελέτη θανάτου που οδηγεί στην Ανάσταση και όχι στο λευκό φως ενός φαντασιακού τούνελ. Περίοδος γεμάτη από αγιασμένες μορφές, σαν του Ιωάννη της Κλίμακος ή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, διανθισμένη με τους Χαιρετισμούς της Παναγίας  που κορυφώνεται υμνολογικά τη Μεγάλη Εβδομάδα. Τότε κάθε πονεμένος άνθρωπος γλυκαίνεται. Αναλαμβάνει τις χαμένες του δυνάμεις και βαδίζει προς την Ανάσταση.

Ανώνυμο-3

Τώρα τελευταία έχει ανοίξει μια συζήτηση γύρω από τη γλώσσα και το ύφος του Τριωδίου. Φαίνεται ότι κάποια «ώτα» ενοχλούνται από την επιλογή ορισμένων περικοπών της αγίας Γραφής ως αφετηρίας της τριωδικής υμνολογίας. Ακούγονται αιτήματα για εξευγενισμό του κειμένου. Άλλοι ομιλούν για την μετάφραση του στην απλοελληνική. Άλλοι για κάποιο  ρετουσάρισμα. Και ορισμένοι για την δέουσα συμμόρφωση του ιερού βιβλίου προς το πνεύμα της φιλικής, ανεκτικής και κομψευόμενης εποχής μας. Τέλος κάποιοι υπαινίσσονται την κατάργηση ορισμένων ύμνων ως φορέων μεσαιωνικού και σκοταδιστικού περιεχομένου. Βλέπουμε ότι μάλλον θίγεται η ηθική ελευθεριότητα – όλων μας ανεξαιρέτως- και θέλουμε να καταντήσουμε το υμνολόγιο, ένα «βιβλίο τσέπης».
Όσοι τα υποστηρίζουν αυτά δεν γνωρίζουν – ή κάνουν πως δεν γνωρίζουν – ότι το τριώδιο για αυτούς ακριβώς τους λόγους γράφτηκε. Το περιεχόμενό του έρχεται σε αντίθεση με κοσμικούς και θρησκευτικούς συμβιβασμούς. Στην υμνολογία του δεν κολακεύονται οι  αισθήσεις ούτε καλλιεργείται κλίμα χαρούμενης διπλωματικής ατμόσφαιρας. Ομολογείται με ποιητικό τρόπο η ιστορική αλήθεια κάποιων γεγονότων και η εσχατολογική τους πορεία. Για να το νοιώσει κάποιος αυτό πρέπει να μελετήσει το ιερό βιβλίο με σοβαρότητα και πίστη, προσκυνηματικά και όχι περιηγητικά. Να οσμιστεί ότι πίσω από τη διάταξη και το τυπικό δεν υπάρχει ατομική συγγραφική σκοπιμότητα. Ούτε καν από αισθητικής και μορφολογικής απόψεως. Εξάλλου στην αληθινή ποίηση, η μορφή συμβαδίζει προς την αιώνια αλήθεια που στην προκειμένη περίπτωση είναι το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, μονογενούς Υιού και Λόγου.
Όσοι κάνουν κουβέντα για τη μετάφραση του Τριωδίου με σκοπό την  λειτουργική χρήση της βιάζονται. Θεωρούν ως εμπόδιο την αρχαία γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο. Πιστεύουν ότι παγώνει το κείμενο τοποθετώντας το στην κατηγορία του απολιθωμένου γραμματειακού είδους. Απρόσιτο για τους σημερινούς αναγνώστες και ακροατές. Αν και η άποψη αυτή, έχει μια αληθοτιμή κατά την θετικίζουσα φιλοσοφία, στη ουσία είναι μια πρόφαση. Ακόμη και αν εκλαϊκευτεί πλήρως η υμνολογία του Τριωδίου οι άνθρωποι δεν θα λάβουν τον κόπο να την αφουγκραστούν αφού δεν ταιριάζει στο στιλ της εποχής. Το τριώδιο έχει γραφτεί για losers, όχι για winners. Για ανθρώπους που έχουν αρχίσει να βγάζουν τον εαυτό τους από το κέντρο του σύμπαντος. Να πιάνονται από το τσακισμένο ιστίο κάποιου ναυαγίου, κράζοντας για βοήθεια στο Θεό.΄Οχι να θλίβονται επειδή “δεν έχουν κότερο“. Άραγε πόση ανάγκη για μετάνοια έχει ο σύγχρονος άνθρωπος γαλουχημένος με μυθιστόρημα, σινεμά και θέατρο; Μ΄ ανάλατες χορευτικές παραστάσεις, φιλολογικό tee και μπαλετόπερα; Δεν φταίει λοιπόν η αρχαιοπρεπής γλώσσα αλλά η δικιά μας κουλτούρα που έρχεται σε κόντρα με το πνεύμα του Τριωδίου. Και αν θα θέλαμε να συνδράμουμε την άποψή μας με μία αγιοπατερική αναφορά, ο Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ, στο βιβλίο του Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι,  στο κεφάλαιο περί της Λειτουργικής Γλώσσης (το μικρότερο κεφάλαιο του έργου) λέει ότι η γλώσσα αυτή καθρεφτίζει την μεγαλύτερη ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος, την οποία κατέκτησαν οι αρχαίοι Έλληνες. Κάθε προσπάθεια απλοποίησής της θα έχει ως αποτέλεσμα την νοηματική και αισθητική φτώχεια.
Ειδικά για κάποια retouches και αλλαγές στη ροή των κειμένων ούτε λόγος. Το Τριώδιο αποτελεί την ναυαρχίδα του εκκλησιαστικού λειτουργικού στόλου. Αν τορπιλιστεί ύπουλα, όπως η φρεγάτα “Έλλη” στην Τήνο, τότε ολάκερη η λειτουργική γραμματεία θα ΄χει τακτικό μειονέκτημα . Θα αιχμαλωτιστεί από το σύγχρονο πνεύμα αλληλοκατανόησης και ψευτοανοχής. Μπορεί να κερδηθεί μια έδρα βυζαντινών σπουδών σε κάποιο μεγαλόσχημο πανεπιστήμιο του εξωτερικού, αλλά η λειτουργική μας ταυτότητα θα παραδοθεί στο πνεύμα της παγκόσμιας εκκοσμίκευσης.
Εκείνο που θα μπορούσε να γίνει θα ήταν μια μετάφρασή του. Στο ίδιο τόμο να συνυπάρχει το παλαιό κείμενο και το νέο. Οι δυο εκδοχές της ελληνικής γλώσσας, οι δύο πόλοι του γλωσσικού μας συστήματος. Μαζί και κάποιες επεξηγηματικές παρατηρήσεις δεν θα ήταν καθόλου περιττές. Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος, ζαλισμένος μέσα στη δίνη του ηλεκτρονικού ερημότοπου να  έβρισκε παρηγοριά και ελπίδα. Τοξινωμένος από το συνεχόμενο overdose εικόνας και φλύαρου λόγου να γαλήνευε την ψυχή του, όχι με μυθιστορηματικά ψεύδη αλλά με μυστογραφικές αλήθειες.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ


ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

Ευλογήσαντος του Ιερέως λέμε το «Κύριε Εισάκουσον» μεθ’ ο το Θεός Κύριος και τα επόμενα τροπάρια

Ήχος δ’. Ο υψωθείς
Τω Αθλοφόρω οι πιστοί δεύτε πάντες, ευσεβοφρόνως προσπέσοντες βοώμεν, Ιερομάρτυς ένδοξε Χαράλαμπε ρύσαι τους τιμώντας σε, λοιμικής ασθενείας, πάσης περιστάσεως, και δεινών και κινδύνων, ταις προς Χριστόν λιταίς σου, αθλητά, σε γαρ προστάτην κεκτήμεθα άπαντες

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι.
Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι, ει μη γαρ συ προϊστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερύσατο εκ τοσούτων κινδύνων, τις δε διεφύλαξεν εως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σου, σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών.

Ο Ν’ ψαλμός και ο Κανών του Αγίου

Ωδή α’. Ήχος πλ. δ’. Αρματηλάτην Φαραώ.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ταις προς Χριστόν σου ιεραίς εντεύξεσι, Μάρτυς αοίδιμε, των κινδύνων ρύσαι, και δεινής κακώσεως, και πάσης περιστάσεως, και αισχράς αμαρτίας, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες, και των δυσμενών κατακρίσεως.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ο των απάντων Βασιλεύς και Κύριος, ψυχής σου το φαεινόν, προειδώς παμμάκαρ, λαμπρώς καθωράϊσεν, ιερωσύνη, Άγιε, διαπρέψαντα λίαν, είτα αθλήσεως λάμψεσι σε εις ουρανούς προσελάβετο.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Δόξη ενθέως διαπρέπων, ένδοξε, εν ουρανοίς κατοικείς, συν αγγέλοις μάκαρ, και Αγίων τάγμασι, δυσώπησον τον Κύριον, παρρησίαν ως έχων, ημάς ρυσθήναι κολάσεως, νόσου τε και πάσης πωρώσεως.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Η υπέρ λόγον τον Θεόν κυήσασα, Ευλογημένη Αγνή, και των ουρανίων, νοερά στρατεύματα, τω κάλλει σου λαμπρύνουσα, Παναγία Παρθένε, καταύγασον τους οικέτας σου, πάσης εξελούσα σκαιότητος.

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Παναοίδιμε πόθω σε ανυμνώ Άγιε, τάχος των κινδύνων και σάλου, πάντας απάλλαξον, ταις ικεσίαις σου, προς τον Θεόν και εις όρμον, σωτηρίας εύθυνον τους σε γεραίροντας.



Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ο Θεός των απάντων, δημιουργός Κύριος, χάριν σοι παρέσχε Θεόφρον, την των ιάσεων ην σύ εζήτησας, υπεραθλών αυτού πόθω, και λαβών τοις δούλοις σου παράσχου Άγιε.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Θειοτάτη προνοία, παρά Θεού δέδοσαι πάσι τοις πιστώς σε τιμώσι μάκαρ Χαράλαμπες, διο απέλασον άπασαν νόσον και βλάβην, χάριν παρεχόμενος την επουράνιον.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Ως Θεού σε Μητέρα, και γηγενών καύχημα, πίστει ανυμνούμεν Παρθένε, και μακαρίζομεν, ρύσαι Πανάχραντε, της ενεστώσης ανάγκης, τους πιστώς υμνούντας σε την Υπερύμνητον.


Ωδή δ’. Συ μου ισχύς Κύριε

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Συ Αθλητά καταφυγή μου και δύναμις, συ προστάτης, συ μου και αντίληψις, πλουτών σοφέ όντως προς Θεόν, παρρησίαν μάκαρ, ως στεφανίτης αήττητος, διο και πάσαν νόσον, απελαύνων παράσχου τοις πιστοίς θείαν χάριν και έλεος.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ολοσχερώς, προς τους αγώνας εχώρησας, ως υπάρχων, ιερεύς θαυμάσιος, και δυσμενών όπλα και ισχύν, τη Θεία ισχύϊ, καταβαλών αξιΰμνητε, στεφάνων ηξιώθης, ουρανίων παμμάκαρ, διό ρύσαι ημάς πάσης θλίψεως.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Ιλέως σύ, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες, τοις σοις δούλοις, είης Παμμακάριστε, διδούς αυτοίς χάριν δαψιλή, ταις σαις ικεσίαις, ελαύνων νόσους και σκάνδαλα, και χάριτος ενθέου, αξιών ως προστάτης, πάσαν νόσον και βλάβην απέλασον.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Νοούντες σου, το υπέρ λόγον μυστήριον, Θεοτόκε, Άχραντε Θεόνυμφε, των ουρανών τάγματα Σεμνή, θάμβει γεγηθότως, συνέχονται εκπληττόμενα, διό ημάς Κυρία, λοιμικής ασθενείας, και κολάσεως ρύσαι Υπέραγνε.

Ωδή ε’. Ινα τι με απώσω

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Υπερύμνητον Μάκαρ, τον Θεόν των απάντων συ ανεκήρυξας, λαμπρώς εν τω σταδίω, Χαράλαμπες Θεόφρον, ον αεί καθικέτευε, των ενεστώτων κακών, ρύσαι ημάς και νόσων.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Νυν σε Μάρτυς πλουτούντες, προς Θεόν των απάντων πρέβυν θερμότατον, και αεί Παμμάκαρ ικετεύομεν ρύσαι των θλίψεων, και δεινής μανίας, της ενεστώσης νόσου τάχους, και κινδύνων και πάσης κακώσεως.



Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Ιλασμόν των πταισμάτων, παρεχόμενος πάσι τοις ευφημούσι σε, ταις λιταίς σου Μάρτυς, την μανίαν εν τάχει απέλασον, Μάκαρ πάσης νόσου, πάσης βλάβης και κακίας, αξιών ουρανίου λαμπρότητος.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Ως Θεόν τετοκυΐα, Υπερύμνητε Κόρη Θεοχαρίτωτε, θαυμαστώς ισχύεις, όσα βούλει Υπέραγνε Δέσποινα, διό πάντας ρύσαι, νόσου παντοίας και γεένης, και κολάσεως πάσης εξάρπασον.

Ωδή στ’. Την δέησιν εκχεώ

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Αγίως την βιωτήν διήνυες, ιερεύς διατελών Θεοκήρυξ, είτα Σοφέ, μαρτυρίου αγώσιν, εις ουρανούς ανελήλυθας άριστε, διό λιταίς σου προς Χριστόν, πάσαν νόσον απέλασον τάχιστα.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ναόν σου του Παναγίου Πνεύματος, εγνωκότες οι πιστοί ευφημούμεν, πάσης οργής, και ανάγκης και νόσων, και του αώρου θανάτου απάλλαξον, λιταίς σου προς τον Λυτρωτήν, Παναοίδιμε Μάρτυς Χαράλαμπες.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Νοούντες την παρρησίαν Άγιε, ην πλουτείς προς τον Χριστόν Αθλοφόρε, πίστει αεί, ευφημούμεν σε Μάκαρ, την λοιμικήν εξ ανθρώπων απέλασον, μανίαν την λυμαντικήν, ταις λιταίς σου Χαράλαμπες ένδοξε.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Η μόνη τον Λυτρωτήν κυήσασα, συ υπάρχεις Παναγία Παρθένε, όν εκτενώς, υπέρ πάντων δυσώπει, οικτειρηθήναι τω Θείω ελέει σου, τυχείν τε της εν ουρανώ, απολαύσεως δόξης και χάριτος.

Διάσωζε Ιερομάρτυς τους πίστει σε ευφημούντας, ταις προς Χριστόν λιταίς σου Χαράλαμπες, κινδύνων και ασθενείας απάσης.

Άχραντε η δια λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων των ημερών τεκούσα δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις και το Κοντάκιον
Ήχος δ’.

Προστασία τη ιερά σου Θεόπνευστε, ικεσία προς τον Χριστόν ιερώτατε, οικτείρησον ημάς, Χαράλαμπες, Σοφέ, δωρούμενος ημίν την λύσιν των δυσχερών ένδοξε, αποσοβών πάσαν νόσον και λοιμικάς ασθενείας, ως αντιλήπτωρ των πιστών, Παναοίδιμε οξύτατος.


Προκείμενον Ήχος δ

Δίκαιος ως φοίνιξ ανθήσει, και ωσεί κέδρος η εν τω Λιβάνω πληνθυνθήσετε

Στίχος: Πεφυτευμένος εν τω Οίκω Κυρίου, εν ταις αυλαίς του Θεού ημών εξανθήσουσιν.

Ε Υ Α Γ Γ Ε Λ Ι Ο Ν

Εκ του κατά Ιωάννην (Ιε’. 17-27 και Ις’. 1-2)

Δόξα σοι Κύριε δόξα σοι.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Ταις του Αθλοφόρου, πρεσβαίαις Ελεήμων, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Ταις της Θεοτόκου, πρεσβαίαις Ελεήμων, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

Στίχος: Ελεήμον ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεός σου και κατά το
πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον τα πλήθη των εμών
εγκλημάτων.

Μη εγκαταλείψεις με, παραπτωμάτων εις χάος, Αθλητά Χαράλαμπες, αλλά τάχος έξελε της πωρώσεως, θλίψις γαρ Ένδοξε, και αχλύς τήκει με, των απείρων παραπτώσεων, ων με απάλλαξον, τάχος Ιερεύ Παναοίδιμε, προς Κύριον πρεσβείαις σου, ως θερμός προστάτης των δούλων σου, δέομαι Θεόφρον, επάκουσον ημών των ταπεινών, εξαγαγών πάντας Άγιε, των δεινών και θλίψεων.


Σώσον ο Θεός των λαόν σου…

Ωδή ζ’. Παίδες Εβραίων

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Σώσον Παμμάκαρ σους οικέτας, περιστάσεως και ζάλης εναντίας, ταις ευχαίς σου Σοφέ, προς Κύριον βοώντας, ευλογητός ει Κύριε ο Θεός εις τους αιώνας.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Σώσον Παμμάκαρ σους οικέτας, περιστάσεως και ζάλης εναντίας, ταις ευχαίς σου Σοφέ, προς Κύριον βοώντας, ευλογητός ει Κύριε ο Θεός εις τους αιώνας.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Άγιον Πάτερ των Αγίων, καθικέτευε υπερ των σε τιμώντων, απαλλάτων αυτούς, κακώσεως και σάλου, ευλογητός εί κράζοντας ο Θεός εις τους αιώνας.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Έτεκες Άχραντε Μαρία, τον αχώρητον Δεσπότην των απάντων, όν αεί ως Υιόν, υπέρ ημών δυσώπει, νόσου και πάσης θλίψεως, απαλλάξαι Παναγία.






Ωδή η’. Τον εν όρει αγίω

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ικετεύει ο Θείος Χαραλάμπης, σε τον μόνον της Δόξης Βασιλέα, αποσοβήσαι λοιμικήν ασθένειαν, των υμνολογούντων, και δοξολογούντων, αυτόν εις τους αιώνας.

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Ο των όλων Θεός τρισί προσώποις, προσκυνούμενος οικτείρησον τον κόσμον, του Χαραλάμπους Σώτερ ταις δεήσεσι, δέει σε υμνούντα, και δοξολογούντα, εις πάντας τους αιώνας.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Η Θεότης Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ταις λιταίς Χαραλάμπους πάντας ρύσαι, των δυσχερών και πάσης περιστάσεως, πίστει σε υμνούντας, και υπερυψούντας, εις πάντας τους αιώνας.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Η Παρθένος και μόνη Θεοτόκος, τον Παντάνακτα αλήκτως ικετεύει, υπερ ημών ρυσθήναι περιστάσεων, ανυμνολογούντων, ως Θεόν των όλων, αυτόν εις τους αιώνας.

Ωδή θ’. Εξέστη επι τούτω

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Εξίστανται οι τύραννοι Αθλητά, θεωρούντες την χάριν την ένθεον, την επι σοί, Μάρτυς ενεργούσαν υπερφυώς, ηνίκα εξηρτήθησαν, άνω εις αέρα και ο τμηθείς, τας χείρας αοράτως, και ξύλον το βλαστήσαν, ταύτα θεώμενοι εξέστησαν.
Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών
Την νόσον την λοιμώδη και μιαράν, απελαύνων, Χαράλαμπες ένδοξε, ρύσαι ημάς, πάσης δυσχερείας των δυσμενών, δαιμόνων τε κακώσεως, πονηρών ανθρώπων καταδρομής, και φθόνου και μανίας, και της συκοφαντίας, και της κολάσεως, Αοίδιμε.

Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι
Τριάδα Υπερούσιον προσκυνών, συν αγγέλοις Χαράλαμπες ένδοξε, ταις σαις λιταίς, οίκτειρον ικέτας σου ιερέ, και τους υμνολογούντας σε, πάντων αδοκήτων και συμφορών, απάλλαξον Θεόφρον, παντοίας τε κακίας, και της γεένης παμμακάριστε.

Και νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν.
Κυρία των αγγέλων και των βροτών, και απάσης της κτίσεως Δέσποινα, της απειλής, σάλου τε κακίας της μιαράς, και βασκανίας Άχραντε και ζηλοτυπίας της βδελυράς, απάλλαξον ταχέως, τους σε δοξολογούντας, και αιωνίου κατακρίσεως.


Το Άξιον εστί και τα Μεγαλυνάρια

Αθλοφόρων κλέος το ιερόν, Μάρτυρα Κυρίου, Χαραλάμπην νυν οι πιστοί, ελατήρα όντα, ισχυρόν πάσης νόσου, και παθών μετά πόθου υμνολογήσωμεν.

Αίτημα υπάρχει Θαυματουργέ, τούτο σον Θεόφρον, απελαύνει την λοιμικήν, νόσον εξ ανθρώπων διό αυτήν οξέως, απέλασον λιταίς σου, και πάσαν κάκωσιν.

Θρόνω παριστάμενος τω φρικτώ, του Θεού των όλων, εκδυσώπει υπέρ ημών, ρυσθήναι κινδύνων, και πάσης άλλης βλάβης, και της επικειμένης ημίν κολάσεως.

Χαραλάμπην πάντες τον θαυμαστόν, Ιερομαρτύρων αγλάϊσμα το φαιδρόν, πόθω ευφημούντες, βοήσωμεν συντόνως, λιταίς σου προς τον Κτίστην, ημάς οικτείρησον.

Δεύτε φιλομάρτυρες ευλαβώς, μνήμην Χαραλάμπους ανυμνήσωμεν του κλεινού, προς αυτόν βοώντες, σους δούλους σκέπε Μάρτυς, λοιμικής τε νόσου, και πάσης θλίψεως.

Πάσαι των αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.


Το Τρισάγιον και το Απολυτίκιον.
Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.


Ως στύλος ακλόνητος της εκκλησίας Χριστού, και λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες, έλαμψας εν τω κόσμω, δια του μαρτυρίου, έλυσας των ειδώλων την σκοτόμαιναν μάκαρ, διό εν παρρησία Χριστώ πρέβευε σωθήναι ημάς.

Είτα εκετενής παρά του Ιερέως και απόλυσις μεθ’ ήν ψάλλομεν το κάτωθι τροπάριον.


Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου
Πάντας ελεείς, Μάρτυς Χριστού, τους σοι προσδραμόντας εν πίστει, ταις ικεσίαις ταις σαις, Αθλητά Χαράλαμπες αξιοθαύμαστε, διό οίκτειρον άπαντας, και νυν τους σους δούλους, τάχιστα ρυόμενος, των αδοκήτων δεινών, θλίψεως και νόσου βαρείας, πάντων δυσχερών και κινδύνων και της εν γεένη κατακρίσεως.

Δέσποινα πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου, και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Την πάσαν ελπίδα μου, εις σε ανατίθημι, Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Ο Ιερεύς: Δι ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς

Ο Χορός: Αμήν.



Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΧΑΝΑΝΑΊΑΣΦαίνεται ξεκάθαρα, αδελφοί μου, μέσα στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, η αντίληψη που υπήρχε διάσπαρτη ανάμεσα στους Εβραίους, ότι η θρησκεία τους προοριζόταν μόνον για το Έθνος τους. Αυτοί ήσαν ο περιούσιος λαός του Θεού και ότι οι δωρεές του Του αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τον Ιουδαϊκό λαό.
Η Χαναναία όμως – αλλοεθνής και ανάξια κατά την Εβραϊκή αντίληψη να επικαλείται το Θεό - καθοδηγούμενη από βαθειά πίστη και ξεκάθαρο μυαλό, δεν αμφιβάλλει στο ελάχιστο πως ο Χριστός είναι ο μοναδικός και ο μεγάλος Θεός όλου του κόσμου, όλων των ανθρώπων, όποιοι κι αν είναι αυτοί. Παραδέχεται δηλαδή αυτό που ο Εβραϊκός λαός ακόμη και σήμερα δεν μπόρεσε να παραδεχτεί. Και μ’  αυτή της την πεποίθηση, η βραδύτητά του Ιησού ν’  απαντήσει στο αίτημά της, δεν την αποθαρρύνουν, δεν την απογοητεύουν.
Ακόμη φαίνεται σήμερα ότι τελικά αυτός που είναι άξιος να εισακουσθεί από τον Θεό δεν είναι αυτός που νομίζει ότι κατέχει τη σωστή θρησκεία, αλλά αυτός που έχει μεγάλη πίστη. Έτσι οι Εβραίοι, ενώ νόμιζαν ότι είχαν τη σωστή θρησκεία, ταυτόχρονα ήσαν αυτοί που σταύρωσαν τον Χριστό. Αντίθετα η Χαναναία που δεν ήταν Εβραία και την θεωρούσαν ειδωλολάτρισσα, εισακούεται από το Θεό και η θυγατέρα της θεραπεύεται.
Αυτή λοιπόν την πίστη ο Χριστός δοκιμάζει και δυσκολεύει. Όχι βέβαια για να ταλαιπωρήσει τη γυναίκα, μήτε να την τιμωρήσει. Δεν την αγνοεί. Επιθυμεί να καταδείξει περίτρανα τη μεγάλη αξία της πίστεώς της, που άντεξε τις δοκιμασίες και έμεινε ακλόνητη. Για μια τέτοια πίστη αξίζει όσο ο κόσμος όλος.
«Ω γυναίκα, η πίστη σου είναι μεγάλη· ας γίνει το θέλημά σου». Λόγια που σφραγίζουν την πορεία της δοκιμαζόμενης πίστεως, που τελικά βγαίνει νικήτρια! Νικάει γιατί γνωρίζει να υπομένει. Υπομένει γιατί ελπίζει. Ελπίζει γιατί στηρίζεται στέραια και ακλόνητα στην σωτήρια αγάπη του Χριστού, που υπάρχει για όλους ανεξαιρέτως.
Αγαπητοί Χριστιανοί!
Ο Θεός δεν αναπαύεται και δεν αρκείται σε μια ισχνή και ελλειμματική πίστη. Μια τέτοια πίστη, που στο παραμικρό εμπόδιο τρεμοσβήνει και χάνεται, έχει ελάχιστη σημασία. Και δεν μπορεί να λογαριαστεί ως γεγονός άξιο τιμής για τον άνθρωπο.
Απεναντίας ο Χριστός ικανοποιείται από την πίστη που πέρασε δύσκολο δρόμο δοκιμασιών και πολεμικής. Στην πίστη που στάθηκε όρθια και διάβηκε με κουράγιο και ελπίδα για την τελική νίκη.
Μια τέτοια πίστη που νίκησε τις ποικίλες δοκιμασίες και ξεπέρασε τα πολλά εμπόδια του αντιδίκου, επιδοκιμάζει και ευλογεί ο Χριστός. Μια πίστη σαν του Αβραάμ, που εμπιστεύθηκε την ύπαρξή του και τους ανθρώπους του στα χέρια του Θεού. Την πίστη του πολλαπλώς δοκιμαζομένου Ιώβ, που αφέθηκε κυριολεκτικά στην πρόνοια του Θεού.
Την πίστη του Μωϋσή που δοκιμάστηκε για σαράντα χρόνια στην έρημο δίχως γογγυσμό, μα δοξάζοντας το Θεό. Την πίστη των Μαρτύρων, των Αγίων, των Οσίων της Εκκλησίας, που με καρτερία, αγώνα, θυσία, μαρτύρια, θάνατο, επιβεβαιώνουν κάθε ημέρα και κάθε στιγμή την εμπιστοσύνη τους στο Θεό.
Αδελφοί μου , αν ερχόταν σήμερα ο Χριστός στη γη μας, θα εύρισκε άραγε μια τέτοια πίστη σαν της Χαναναίας;
Φοβούμαι πως ο σημερινός άνθρωπος, εμείς όλοι, στεκόμαστε αδύναμα ανάμεσα στο να πιστεύσουμε και στο να μην πιστεύσουμε. Μένουμε μετέωροι και έτοιμοι να γείρουμε στην πλευρά που θα ταυτιστεί με τα συμφέροντά μας. Έτοιμοι να πιστεύσουμε σε επικίνδυνους σωτήρες, που μας κυκλώνουν και ακούγονται γλυκά στ’ αυτιά μας. Έτοιμοι να απορρίψουμε ό,τι φαίνεται δύσκολο και δύσβατο.
Και κάτι ακόμα.
Η Ορθόδοξη πίστη, δεν είναι κεκτημένο δικαίωμα κάποιων προνομιούχων. Δεν είναι μόνο για τους Ορθόδοξους λαούς, για τους Έλληνες, τους Ρώσους, τους Ρουμάνους τους Σέρβους, ή για όποιον άλλο ή ακόμη μόνο για τους λευκούς. Η Ορθόδοξη πίστη είναι για όλους τους λαούς και για όλους τους ανθρώπους, γιατί όλοι είναι παιδιά του Θεού κι όλοι πρέπει να έχουν την ελπίδα της σωτηρίας. Έτσι η πίστη μας είναι αληθινή όταν η αγάπη μας είναι αδιάκριτη και ίση προς όλους τους ανθρώπους, χωρίς διακρίσεις, φυλετικές ή κοινωνικές, και χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλίες και πονηριές. Τα πρόσωπα, που συναντούμε καθημερινά και χρειάζονται την βοήθειά μας, πρέπει να τα βλέπουμε όπως τα πρόσωπα εκείνα που αγαπούμε περισσότερο, όπως τους γονείς μας και τα παιδιά μας και τους φίλους μας, και να κάνουμε γι' αυτούς το καλύτερο.

Αδελφοί μου!
Κραυγάζει σήμερα η Χαναναία. Συγχρόνως αναγνωρίζει και τη θεότητα του Ιησού. « Κύριε , υιέ Δαυίδ» λέγει.
  Η Χαναναία δεν παρακαλεί απλά να την σπλαγχνισθεί ο Κύριος . Φωνάζει «Κύριε βοήθει μοι». Αντιπαρέρχεται την σιωπή του. Δεν κάμπτεται απ’ αυτήν. Δεν λυγίζει. Δεν μουτρώνει. Δεν θίγεται. Συνεχίζει ακλόνητη να τον ενοχλεί φωνάζοντας , αντρίκια θα λέγαμε, και γεμάτη σθένος και δύναμη «Κύριε βοήθει μοι». Και όταν ο Κύριος απαντά επιτέλους και λέγει' «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» εκείνη έρχεται και τον προσκυνά. Και του επαναλαμβάνει το αίτημά της' ‘Κύριε, βοήθει μοι’.
H προσκύνηση αυτή είναι γεμάτη δύναμη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, γεμάτη από αξιοπρέπεια. Δεν έχει τίποτα το εξευτελιστικό και το υποτιμητικό. Είναι όπως ο χαιρετισμός του κατωτέρου προς τον ανώτερό του. Ο Χριστός χαίρεται αυτή την στάση, όμως απαντά με ψυχρή λογική, κυνικά, απάνθρωπα θα λέγαμε και χωρίς ίχνος συμπόνιας « Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον τον τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» και η Χαναναία με γρανιτένια επιμονή, με πανέξυπνη και ταπεινή συγχρόνως ετοιμότητα, του απαντά επικαλούμενη όχι το έλεός του, ούτε κλαίουσα και προσπαθώντας να τον συγκινήσει συναισθηματικά, αλλά με την ίδια ψυχρή και μαθηματική λογική, η όποια επικαλείται την ανθρώπινη πραγματικότητα για να πείσει. «Ναι Κύριε».
Όχι λέγει ο Χριστός,  ναι λέγει εκείνη. Σκληρά τη μιλά ο Χριστός ψυχρά απαντά και κείνη. « Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών.  Δε σου ζητώ το καρβέλι των παιδιών σου, σου ζητώ τα ψίχουλα που πάνε άχρηστα. Μεγαλειώδης απάντηση. Συγκλονίζει! Κάμπτει τον άκαμπτο, δαμάζει τον αδάμαστο. Και κάνει τον Θεό του χεριού της. Η Χαναναία έχει τον Χριστό στο χέρι της. Ο Χριστός νικημένος από την πίστη, την επιμονή, την υπομονή, την ταπείνωσή, κάνει το θαύμα Του. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις».
   Όπως ο πατέρας που αγαπά τρελά τα παιδιά του λέγει συνήθως.   Ας γίνει όπως θέλεις παιδί μου, έτσι κι ο Χριστός λέγει, ας γίνει  ό,τι θέλεις παιδί μου. Αυτή υπήρξε η κραυγή της Χαναναίας κι αυτό το αποτέλεσμά της.





Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για υπαπαντη κυριουΣύμφωνα με την Ιουδαϊκή παράδοση, η μητέρα που θα έφερνε στον κόσμο αγόρι ήταν ακάθαρτη για 40 ημέρες από την γέννησή του (80 εάν το παιδί είναι κορίτσι). Μετά την συμπλήρωση των ημερών του καθαρισμού, προσερχόταν στον Ναό, όπου προσέφερε «αμνόν ενιαύσιον εις ολοκαύτωμα και νεοσσόν περιστεράς η τρυγόνα περί αμαρτίας επί την θύραν της Σκηνής του Μαρτυρίου προς τον ιερέα».
Η οικονομικά αδύνατη γυναίκα θα μπορούσε να προσφέρει αντ’ αυτών «δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών, μίαν εις ολοκαύτωμα και μίαν περί αμαρτίας, και εξιλάσεται περί αυτής ο ιερέας και καθαρισθήσεται». Έτσι λοιπόν και η Θεοτόκος, ακολουθώντας τον Μωσαϊκό νόμο, «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού» πήγε στο Ναό «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω κυρίου, ζεύγος τρυγόνων η δύο νοσσούς περιστερών». Η έμφαση όμως που δίνει ο Ευαγγελιστής είναι στο γεγονός της συνάντησης, της «απάντησης» του Συμεώνος και της προφήτιδος Αννας με τον Ιησού Χριστό, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στο περιεχόμενο, αλλά και στον (τελικό) τίτλο της εορτής.
Η αρχική έμφαση της εορτής ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καθαρισμός της Θεοτόκου. Ο πρωιμότερος τίτλος της εορτής που απαντάται είναι «εορτή καθαρσίων», όπως αναφέρεται στον πρώτο λόγο του Ησυχίου, πρεσβυτέρου Ιεροσολύμων στην Υπαπαντή. Πολύ σύντομα όμως η έμφαση μετατέθηκε στην συνάντηση, η «απάντηση» του Ιησού στο Ναό με τον Συμεών και την προφήτιδα Άννα, έμφαση η οποία αντικατοπτρίζεται και στην ομιλιτική αλλά και στην λειτουργική και υμνολογική παράδοση της εορτής, καλώντας μας σε μια «απάντηση» δική μας με τον Χριστό, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το τρίτο στιχηρό του Μεγάλου Εσπερινού της Υπαπαντής:
Δεύτε και ημείς, άσμασι ενθέοις, Χριστώ συναντηθώμεν, και δεξώμεθα αυτόν, ου το σωτήριον, ο Συμεών εώρακεν. Ούτός εστιν, ον ο Δαυΐδ καταγγέλει· ούτός εστιν, ο εν Προφήταις λαλήσας· ο σαρκωθείς δι’ ημάς, και νόμω φθεγγόμενος. Αυτόν προσκυνήσωμεν.
Η αρχική όμως έμφαση της εορτής συνετέλεσε στο να χαρακτηρισθεί η εορτή από τους Βυζαντινούς ως Θεομητορική. O Γεώργιος Μοναχός αναφέρει χαρακτηριστικά στο Χρονικό του ότι η εορτή της Υπαπαντής «ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η αρχαιότερη πηγή πληροφοριών για την εορτή της Υπαπαντής είναι το οδοιπορικό της Εθερίας. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, η εορτή εορταζόταν 40 ημέρες μετά τα Επιφάνεια, δηλαδή στις 14 Φεβρουαρίου, χωρίς όμως να μας αναφέρει το όνομα της εορτής. Μας πληροφορεί ότι η σύναξη ελάμβανε χώρα στη ροτόντα της Αναστάσεως, και συγκρίνει την επισημότητα της εορτής με αυτή του Πάσχα. Της κάνει εντύπωση το γεγονός ότι κήρυτταν όλοι οι πρεσβύτεροι και τελευταίος ο επίσκοπος, όλοι ερμηνεύοντας την σχετική Ευαγγελική περικοπή. Επειδή αναφέρει τα γεγονότα και τα πρόσωπα της Ευαγγελικής περικοπής, είναι σαφές ότι το χωρίο στο οποίο αναφέρεται είναι το Λουκά 2:22-40. Μετά ακολουθούσε η Θεία Ευχαριστία.
Το Αρμενικό Λεξιονάριο (αρχές 5ου αιώνα), πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την λειτουργική πράξη των Ιεροσολύμων, αναφέρει ότι «14 Φεβρουαρίου, τεσσαρακοστή ημέρα από της Γεννήσεως του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού» η σύναξη ελάμβανε χώρα στη Βασιλική του Μ. Κων/νου, και τα αναγνώσματα της ημέρας ήταν: Ψαλμός 97:3, Αποστολικό Ανάγνωσμα προς Γαλάτας 3:24-29, Αλληλούια Ψαλμός 95:2, Ευαγγέλιον κατά Λουκά 2:22-40. Από την ίδια εποχή σώζονται και τρεις ομιλίες στην Υπαπαντή του Ησυχίου, πρεσβυτέρου στην εκκλησία των Ιεροσολύμων (†μετά το 451). Οι τρεις αυτές ομιλίες όχι μόνο επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της εορτής στα Ιεροσόλυμα, αλλά είναι και τα πρώτα αδιάσειστα ομιλητικά παραδείγματα σχετικά με την εορτή που μας έχουν σωθεί.
Στο Γεωργιανό Λεξιονάριο (5ος-8ος αιώνας) μας δίδονται τα αναγνώσματα της ημέρας, τα οποία συμπεριλαμβάνουν και αναγνώσματα της Παλαιάς Διαθήκης, που ακόμη διαβάζονταν εντός της Θείας Λειτουργίας:
Ψαλμός 97:3, στίχος 2
Παροιμίες 23:11-18
Σοφία Σολωμόντος 4:8-12
Ησαΐας 19:1-4
Προς Γαλάτας 3:24
Αλληλούια, Ψαλμός 44:11-12
Ευαγγέλιον κατά Λουκάν 2:22:40.
Βλέπουμε λοιπόν ότι οι πρωιμότερες περιγραφές της εορτής της Υπαπαντής προέρχονται από τα Ιεροσόλυμα, υποδεικνύοντας τα Ιεροσόλυμα ως τόπο συστάσεως της εορτής. Ο Σεβήρος, επίσκοπος Αντιοχείας από το 513 έως το 518, το επιβεβαιώνει. Στην ομιλία 125, η οποία εκφωνήθηκε το έτος 518, αναφέρει ότι η Υπαπαντή εορτάζεται όχι μόνο στα Ιεροσόλυμα, αλλά και σε όλη την Παλαιστίνη, ότι ως εορτή δεν είναι αρχαία αλλά συστάθηκε σχετικά πρόσφατα στα Ιεροσόλυμα, και ότι η εορτή αυτή ήταν άγνωστη στην Αντιόχεια και εισήχθη πρόσφατα από τα Ιεροσόλυμα. Προσπάθεια να εισαχθεί η εορτή της Υπαπαντής στην Αντιόχεια είχε γίνει και πιο παλιά, όταν ήταν εκεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αλλά φαίνεται ότι αυτή η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής. Σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Νύσσης, η οποία εάν είναι αυθεντική, τότε έχουμε μαρτυρία ότι η Υπαπαντή εορταζόταν στην Καππαδοκία στο τέλος του 4ου αιώνος.
Πρώτες ενδείξεις για τον εορτασμό της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη έχουμε από τον 6ο αιώνα, και όλες συνδέουν την εξάπλωσή της με τον Ιουστινιανό. Σύμφωνα με την Χρονογραφία του Θεοφάνη, το έτος 534, επί βασιλείας Ιουστινιανού, «η Υπαπαντή του Κυρίου έλαβεν αρχήν επιτελείσθαι εν τω Βυζαντίω τη δευτέρα του Φεβρουαρίου μηνός»,62 δηλαδή η εορτή της Υπαπαντής ορίσθηκε επί Ιουστινιανού να εορτάζεται στην Κωνσταντινούλοπη στις 2 Φεβρουαρίου. Δεν σημαίνει όμως αυτό ότι τότε εισήχθη η εορτή. Σύμφωνα με το Χρονικό του Γεωργίου Μοναχού, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού «και η Υπαπαντή μετηνέχθη και έλαβεν αρχήν εορτάζεσθαι Φεβρουαρίω μηνί εις την β’, γενομένην πρότερον τη ιδ’ του αυτού μηνός, ήτις ουκ εστιν εναριθμούμενη ταις δεσποτικαίς εορταίς».
Η εορτή λοιπόν προϋπήρχε, και η αναφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει την εισαγωγή της εορτής της Υπαπαντής στην Κων/πολη, αλλά την μεταφορά του εορτασμού της την χρονιά εκείνη, κατ’ εντολήν του Ιουστινιανού, από τις 14 Φεβρουαρίου στις 2 του ιδίου μήνα, εναρμονίζοντας ημερολογιακά την εορτή της Υπαπαντής με την νέα εορτή της Γεννήσεως του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου.
Είναι βεβαίως πιθανό ο Ιουστινιανός να συνέβαλε και στην περαιτέρω εξάπλωση της εορτής. Σώζεται μάλιστα σε γεωργιανή μετάφραση ένα γράμμα του Ιουστινιανού προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ του έτους 560, όπου υποστηρίζει την αλλαγή της ημερομηνίας της Υπαπαντής από τις 14 στις 2 Φεβρουαρίου.
Η μεταφορά αυτή της εορτής της Υπαπαντής στις 2 Φεβρουαρίου πιθανότατα συνδέεται και με την συγγραφή του κοντακίου της Υπαπαντής από τον Ρωμανό το Μελωδό. Λείψανα του κοντακίου αυτού είναι ακόμη εν χρήσει στην σημερινή λειτουργική πράξη:
Το πρώτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμάνου στην Υπαπαντή, «Χορός αγγελικός, εκπληττέσθω το θαύμα…», είναι το πρώτο κάθισμα του όρθρου της εορτής και το τρίτο προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού στην Υπαπαντή, «Ο μήτραν παρθενικήν αγιάσας …», είναι το χρησιμοποιούμενο σήμερα ως κοντάκιο της εορτής.
Φαίνεται όμως ότι η νέα ημερομηνία της εορτής στις 2 Φεβρουαρίου άργησε να γίνει αποδεκτή από τον λαό, και έτσι η εορτή συνέχισε για μερικά χρόνια να τελείται στις 14 Φεβρουαρίου, τουλάχιστον ως και το έτος 602, όπου έχουμε σχετική μαρτυρία. Αναλύoντας και εξετάζοντας χρονολογικά τα γεγονότα της επανάστασης εναντίον του αυτοκράτορος Μαυρικίου το έτος 602, o M. Higgins υποστηρίζει ότι εκείνο το έτος η εορτή της Υπαπαντής εορταζόταν ακόμα στις 14 Φεβρουαρίου, και ως εκ τούτου υποθέτει ότι η εορτή της Γέννησης του Χριστού ήταν στις 6 Ιανουαρίου.
Στην Κωνσταντινούπολη η εορτή της Υπαπαντής τελούνταν με μεγαλοπρέπεια και με την παρουσία του αυτοκράτορος. Την παραμονή ο εσπερινός γινόταν στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις», όπου γινόταν και ο όρθρος ανήμερα της εορτής. Από εκεί με λιτανεία κατευθύνονταν κλήρος και λαός, μέσω του Φόρου, στον ναό της Παναγίας «εν Βλαχερναίς» όπου ελάμβανε χώρα η Θ. Λειτουργία παρουσία του αυτοκράτορος. Το γεγονός ότι η Θ. Λειτουργία ανήμερα της Υπαπαντής γινόταν στην Παναγία «εν Βλαχερναίς» δηλώνει ότι παρ’ όλο που η εορτή έχει Δεσποτικό χαρακτήρα, λογιζόταν ως Θεομητορική από τους Βυζαντινούς, αφού όλες οι εορτής της Παναγίας εορτάζονταν είτε στο ναό της Παναγίας «εν τοις Χαλκοπρατείοις»73 είτε στο ναό «εν Βλαχερναίς».
Τα αναγνώσματα της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία. Στο ασματικό τυπικό βλέπουμε διαφοροποίηση όχι μόνο από τα Ιεροσόλυμα σε σχέση με την επιλογή των αναγνωσμάτων, αλλά και διαφοροποίηση μεταξύ του Προφητολογίου και του Τυπικού της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως και μεταξύ των Στουδιτικών και Σαββαϊτικών λειτουργικών παραδόσεων.
Στη σημερινή χρήση επικράτησαν τα αναγνώσματα Εξ. 12:51, Ησ. 6:1, και Ησ. 19:1 στον εσπερινό, προκείμενο: Λουκ. 1:46-47, στιχ. 1:48 Εβρ. 7:7, αλληλούια: Λουκ 2:29-30, στ. 2:31-32 και Λουκά 2:22 στην Λειτουργία.
Η «μνήμη του αγίου και δικαίου Συμεών του δεξαμένου εν αγκάλαις τον Κύριον, και Άννης της προφήτιδος» στις 3 Φεβρουαρίου αναφέρεται για πρώτη φορά στο Τυπικό της Μεγάλης Εκκλησίας, και θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτή η εορτή ως «σύναξις», ακολουθώντας το πρότυπο παρομοίων εορτών «προς τιμήν και εορτασμόν ιερών προσώπων, τα οποία κατά την μεγάλην εορτήν της προηγουμένης υπούργησαν, δηλ. έλαβαν ενεργόν μέρος εις το θείον γεγονός, το οποίον εωρτάσθη κατ’ αυτήν.
Στα Στουδιτικά τυπικά παραλείπεται η μνεία στην προφήτιδα Άννα, αλλά εμφανίζεται απόδοση της εορτής. Στο Τυπικό της Ευεργέτιδος έχουμε αναφορά ότι η εορτή «ει μεν τύχη έξω της εβδομάδος της τυροφάγου … εορτάζεται μετά των αγίων ημέρας ε » ενώ στο Τυπικό της Μονής του Σωτήρος, η εορτή αποκτά οκτάβα και η απόδοση είναι στις 9 Φεβρουαρίου: «Εν ταύτη ουν τη ημέρα αποδιδούμεν την εορτήν. … Και ούτως μεν τελείται το οκταήμερον της εορτής». Ο αριθμός των μεθέορτων ημερών βέβαια εξαρτάται και από την ημερομηνία έναρξης της Μ. Τεσσαρακοστής.
Επίσης, αντίφωνα εμφανίζονται στα Στουδιτικά τυπικά, αλλά με εφύμνιο «Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς» καταδεικνύοντας την στενή σχέση της εορτής της Υπαπαντής με τα Χριστούγεννα.
Αντίφωνα:

1. Αγαθόν το εξομολογείσθαι κτλ.
Ταις πρεσβείαις…
2. Ο Κύριος εβασίλευσεν κτλ.
Σώσον ημάς Υιέ Θεού, ο εκ Παρθένου τεχθείς…
3. Δεύτε αγαλλιασώμεθα κτλ.
Χαίρε Κεχαριτωμένη…
Στο τυπικό της Μονής του Αγίου Σάββα ορίζονται τυπικά, αλλά αντίφωνα εμφανίζονται πάλι στα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη, όμως με τους εν χρήσει σήμερα στίχους και εφύμνιο:
Παρατηρούμε επίσης ότι τα τυπικά του Κωνσταντίνου και Βιολάκη ορίζουν στο Εξαιρέτως το «Θεοτόκε η ελπίς…». Αυτό γιατί στον όρθρο στην θ’ ωδή ορίζουν να ψάλλονται τα μεγαλυνάρια («Ακατάλητόν εστι…»), τα οποία και παρέχονται. Τα μεγαλυνάρια όμως αυτά είναι μια πολύ πρόσφατη προσθήκη, αφού στο τυπικό του Αγίου Σάββα, στα απορρούμενα, ορίζεται ότι «εν τη εννάτη στιχολογείται η τιμιωτέρα».
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του λειτουργικού εορτασμού της Υπαπαντής είναι η απαντώμενη στις πηγές χρήση κεριών. Για παράδειγμα, στον βίο του Αγίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου (†529) αναφέρεται ότι η Ικελία, κάτω από την οποία μαθήτευσε, εισήγαγε την χρήση κεριών στην εορτή της Υπαπαντής: «Η μακαρία Ικελία πάσαν ευσεβείας οδόν εξασκήσασα κατέδειξεν εν πρώτοις μετά κηρίων γίνεσθαι την υπαπάντησιν του σωτήρος ημών Θεού.» Δεν είναι όμως αυτή η μοναδική μαρτυρία. Από την περιοχή των Ιεροσολύμων και πάλι σώζεται ομιλία στην Υπαπαντή η οποία αποδίδεται στον Κύριλλο Ιεροσολύμων. Στο τέλος της ομιλίας προτρέπει ο Άγιος Κύριλλος τους πιστούς: «Ούτως σήμερον φαιδροί φαιδρώς τας λαμπάδας κοσμήσωμεν· ούτως, ως υιοί φωτός, τους κηρούς τω φωτί τω αληθινώ Χριστώ προσάγωμεν».
Αλλη σχετική μαρτυρία, αγνώστου όμως προελεύσεως και εποχής, είναι η εισαγωγή της ομιλιτικής διασκευής του σχετικού τμήματος του υπομνήματος του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Εκεί, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «…και επειδή πάντες προθύμως συνήλθετε, της φαιδρότητος της Δεσποτικής εορτής εις τούτο συναθροισάσης μετά φαιδρών των λαμπάδων, φαιδρώς πανηγυρίσωμεν…». Το στοιχείο αυτό, δηλαδή οι αναφορές στην χρήση κεριών, μαζί και με άλλα στοιχεία, οδήγησαν τον Μ. Connell να εξετάσει την σοβαρή πιθανότητα να ήταν η εορτή της Υπαπαντής ημέρα βαπτισματική. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το αρχαίο όνομα της εορτής στην Γεωργιανή λειτουργική παράδοση ήταν «lamproba» δηλαδή εορτή των φανών, και ότι στα Σαββαϊτικά τυπικά υπάρχει μνεία χρήσης κεριών στην εορτή: «εις δε την εννάτην, δίδονται κηρία τοις αδελφοίς».

Του Πρεσβυτέρου Στεφάνου Αλεξόπουλου


Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διδάσκαλος και μάρτυρας

27 του μηνός Ιανουαρίου, εορτάζουμε την ιερή μνήμη τον άγιου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Πρέ­πει να ξέρουμε ότι ο Άγιος κοιμήθηκε στις 14 Σεπτεμ­βρίου, αλλά για τη μεγάλη εορτή της υψώσεως του τιμίου Σταυρού, η μνήμη του μετατίθεται στις 13 Νοεμ­βρίου. Η σημερινή δεύτερη εορτή της μνήμης του αγίου Ιεράρχη γίνεται σε ανάμνηση της ανακομιδής των λει­ψάνων του στην Κωνσταντινούπολη από τον τόπο της εξορίας, όπου απέθανε. Αυτή η ανακομιδή έγινε τριάν­τα χρόνια μετά το θάνατό του, από το διάκονο και διά­δοχο του αγίου Χρυσοστόμου, αρχιεπίσκοπο Πρόκλο στα 438, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι από τους μεγάλους Ιεράρχες και οικουμενικούς Διδασκάλους της Εκκλησίας. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 344 μ.Χ. Ο πατέρας του, ανώτατος αξιωματικός του στρατού, ονομαζόταν Σεκούνδος και η μητέρα του Ανθούσα. Ορφάνεψε από πατέρα πολύ μικρός, και η μητέρα του, σε ηλικία 23 ετών, δεν έκαμε δεύτερο γά­μο, αλλά έμεινε χήρα, για να αφοσιωθεί στην ανατροφή του παιδιού της. Η Ανθούσα ήταν μια αληθινή χριστιανή μητέρα, που έμεινε το όνομά της στην Εκκλησία. Ο περίφημος στην εποχή του ρήτορας Λιβάνιος, διδάσκαλος του αγίου Χρυσοστόμου, είπε μια μέρα για την Ανθούσα· «Βαβαί, οίαι παρά τοις χριστιανοίς γυναίκες είσιν!». Τί θαυμάσιες, που είναι οι γυναίκες των χρι­στιανών!
Στα 370, δηλαδή σε ηλικία 26 ετών, ο άγιος Ιωάν­νης βαπτίσθηκε, στα 381 χειροτονήθηκε διάκονος, και στα 386 πρεσβύτερος. Είχε τέτοια επίδοση στις σπουδές του, ώστε ο διδάσκαλός του Λιβάνιος, όταν τον ρώτη­σαν ποιόν θα άφηνε διάδοχό του, είπε· «Τον Ιωάννην, ει μη τούτον χριστιανοί εσύλησαν»· τον Ιωάννη, αν δεν τον είχαν κλέψει οι χριστιανοί. Στην αρχή ο άγιος Ιωάννης, για να μην αφήσει τη χήρα μητέρα του, εργάσθηκε ως συνήγορος στα δικαστήρια, κι όταν εκείνη πέθανε, έγινε μοναχός κι έφυγε στην έρημο, οπού έζησε ασκητικά τέσσερα χρόνια. Όταν χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, έμεινε στην Αντιόχεια ένδεκα χρόνια, κοντά στον επίσκοπο Φλαβιανό, που τον υπηρέτησε πιστά και του συμπαραστάθηκε με αφοσίωση. Ευνοημένος από το Θεό ήταν ο γέροντας Φλαβιανός, έχοντας κοντά του τον πρεσβύτερο Ιωάννη.
Η φήμη του αγίου Ιωάννη είχε ξεπεράσει τα όρια της Αντιόχειας κι είχε διαδοθεί παντού. Γιατί ήταν προικισμένος από το Θεό με εξαίρετα χαρίσματα, τα οποία καλλιέργησε και αύξησε με λαμπρές σπουδές. Το μεγάλο χάρισμα του αγίου Χρυσοστόμου και το κύριο γνώρισμά του ήταν η ευγλωττία του. Η χάρη και η δύ­ναμη των λόγων του είναι πραγματικά δώρο ουράνιο, καθώς το λέγει και ο ιερός ύμνος· «Εκ των ουρανών εδέξω την θείαν χάριν». Στην Αντιόχεια, ως συνήγορος πρώτα και ως διάκονος ύστερα και πρεσβύτερος, έγινε γνωστός σε όλους για τη ρητορική του δεινότητα. Περί­φημοι είναι οι εικοσιένας λόγοι του «Εις ανδριάντας», που είπε τότε, σε μια πολύ κρίσιμη πολιτική και κοινωνι­κή στιγμή, στην οποία βρέθηκε η πόλη της Αντιόχειας.
Το 398, όταν χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος, κρυφά τον πήραν από την Αντιόχεια, για να μην το μάθει ο λαός, και τον πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου εξελέγη και χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος. Εκεί έμεινε έξη χρόνια κι εργάστηκε με όλες του τις δυνάμεις, διδάσκοντας το λαό και ποιμαίνοντας την Εκκλησία. Αλλά ο άγιος Ιωάννης δεν ήταν από τους ανθρώπους, που συμβιβάζον­ται με το κακό, κι είχε να παλέψει τότε με πολλά κακά, εκκλησιαστικά και πολιτικά. Δυστυχώς όλοι οι άνθρωποι της Εκκλησίας δεν είναι πάντα εκείνοι που πρέπει να εί­ναι· και οι άνθρωποι πάλι της Πολιτείας, με διάφορες προφάσεις επεμβαίνουν στα εκκλησιαστικά, και τότε η Εκκλησία και οι καλοί ποιμένες πληρώνουν ξένες αμαρ­τίες. Ο άγιος Ιωάννης το 404 καθαιρέθηκε κι εξορίστηκε στην Αρμενία, όπου και πέθανε το 407.
Αλλά για την Εκκλησία και τους Αγίους του Θεού δεν έχουν καμιά σημασία οι χρονολογίες. Η Εκκλησία ζει στον αιώνα και οι Άγιοι είναι πάντα μαζί μας. Ο άγιος Ιωάννης, λίγα χρόνια μετά το θάνατό του, ονομά­σθηκε Χρυσόστομος. Ερμήνευσε σχεδόν όλη τη θεία Γρα­φή, και τα έργα που άφησε στην Εκκλησία είναι από τους μεγαλύτερους πνευματικούς θησαυρούς του κόσμου. Εί­ναι ο μεγάλος Ιεράρχης, ο οικουμενικός Διδάσκαλος και ο Μάρτυρας της Εκκλησίας. Έδωσε όλο τον εαυτό του στην Εκκλησία και συγκρούσθηκε με το κακό, όπου κι αν το βρήκε μπροστά του. Καθαιρεμένος κι εξόριστος, άρ­ρωστος και σωματικά εξαντλημένος, πέθανε, μάλλον δε κοιμήθηκε σ’ ένα χωριό της Αρμενίας, με τα τελευταία αυτά λόγια στο στόμα του· «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν». Αμήν.
(Μητροπ. Κοζάνης +Διονυσίου, Εικόνες Έμψυχοι, εκδ. Αποστ. Διακονίας, σ. 26-28)

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας



Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΘΑΝΑΣΙΟΝ ΕΠΑΙΝΩΝ ΑΡΕΤΗΝὉ Μέγας Ἀθανάσιος γεννήθηκε κατὰ τὸ ἔτος 295 μ.Χ. στὴν Ἀλεξάνδρεια ἀπὸ Χριστιανοὺς γονεῖς. Ἔτυχε ἐπιμελημένης ἐκπαιδεύσεως φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς. Κατὰ τὴ νεανική του ἡλικία συνδέθηκε μὲ τὸν Μέγα Ἀντώνιο καὶ ἀσκήτευσε μαζί του στὴν ἔρημο. 

Στὴν ἀρχὴ χειροθετήθηκε ἀναγνώστης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ τὸ 318 μ.Χ. ἦταν ἤδη διάκονος. Τὸ ἔτος 325 μ.Χ. συνοδεύει τὸν γέροντα Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρο στὴ Νίκαια, ὅπου συγκλήθηκε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, «τοῦ χοροῦ τῶν διακόνων ἡγούμενος». Ἐκεῖ, χάρη στὴ μόρφωσή του καὶ μάλιστα στὴ θερμουργὸ καὶ ἀκλόνητη πίστη του, ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς θαρραλέους ἀγωνιστὲς κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου. Μάλιστα δέ, ὅπως ἀποφάνθηκε ἡ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Σύνοδος τοῦ 399 μ.Χ., κυρίως ὁ Ἀθανάσιος «τὴν νόσον τοῦ Ἀρειανισμοῦ ἔστησεν». Κανένας, ἴσως, ἄλλος ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περιόδου ἐκείνης, δὲν ἀντιμετώπισε τόσο σπουδαία ἐκκλησιαστικὰ καὶ θεμελιώδη προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἦταν τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, δημιουργίας, τριαδολογίας, ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, σωτηρίας, χριστολογίας, πνευματολογίας, Οἰκουμενικῆς Συνόδου κ.ἄ. 

Ἡ φήμη τοῦ Ἀθανασίου ἑδραιώθηκε τόσο πολὺ κατὰ τὴ Σύνοδο τῆς Νίκαιας, ὥστε μετὰ ἀπὸ λίγο, ὅταν πέθανε ὁ γέροντας Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος († 17 Ἀπριλίου 328 μ.Χ.), ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας πιθανότατα τὸν ἴδιο χρόνο. 
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, κατὰ τὰ 46 ἔτη τῆς ἀρχιερατείας του, ὑπῆρξε ὁ στύλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν Πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Μερίμνησε δραστήρια γιὰ τὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας του. Περιηγούμενος τὴν ἐπαρχία του, μετέβη στὴ Θηβαΐδα, τὴν Πεντάπολη, τὴν Κάτω Αἴγυπτο γιὰ νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου του, τὸ ὁποῖο τὸν ὑποδεχόταν παντοῦ μὲ ἐνθουσιασμό. Ἐγκαθιστοῦσε στὶς διάφορες πόλεις ἄξιους καὶ ἱκανοὺς Ἐπισκόπους, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν Ἅγιο Φρουμέντιο († 30 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Ἀξώμης. 

Ὅμως, οἱ Ἀρειανοί, δημιούργησαν πολλὲς ταραχὲς καὶ ὀχλήσεις στὸν Ἅγιο, τὸν ὁποῖο συκοφαντοῦσαν. Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε πέντε φορὲς καὶ διῆλθε περισσότερα ἀπὸ δεκαέξι χρόνια τῆς ἀρχιερατείας του στὴν ἐξορία. Ἐσύρθη κατ’ ἐπανάληψη ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς ἐνώπιον Συνόδων καὶ καθαιρέθηκε. Καταδιώχθηκε ἀπὸ αὐτοκράτορες, ὑπέφερε ἀνεκδιήγητες ταλαιπωρίες καὶ στερήσεις, εἶδε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς συνεργάτες του νὰ ὑποκύπτουν στὶς πιέσεις καὶ τὴν βία τῶν Ἀρειανῶν καὶ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Λιβέριο (352 – 366 μ.Χ) νὰ ὑπογράψει ἀρειανικὸ ὅρο πίστεως, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν ἐξορία. Ἦλθαν στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ χριστιανικὸς κόσμος φαινόταν ἀντίθετος πρὸς τὸν Ἅγιο, ἀλλὰ αὐτὸς ποτὲ δὲν κάμφθηκε καὶ ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν ἀλήθεια. 

Ἀφορμὴ γιὰ τὶς διώξεις κατὰ τοῦ Ἁγίου, ἔδωσε ἡ ἄρνησή του νὰ ἀποκαταστήσει στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία τὸν ὑπὸ τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καθαιρεθέντα Ἄρειο, ὁ ὁποῖος παρουσιαζόταν ὑποκριτικὰ ὡς ἀποδεχόμενος τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία. Ὅταν ὁ Ἄρειος ἀνακλήθηκε ἀπὸ τὴν ἐξορία ὑπέβαλε τὸ 330 ἢ 331 μ.Χ. ὁμολογία πίστεως, στὴν ὁποία ἀπέφυγε ἐπιμελῶς νὰ ἀναφέρει τὶς ἀρειανικὲς ἐκφράσεις. Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος εἶδε τὴν ἀπάτη καὶ τὸ δόλο τοῦ Ἀρείου καὶ ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ νὰ δεχθεῖ σὲ κοινωνία τὸν Ἄρειο παρὰ τὴ διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Ἁγίου, οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν νὰ ὀργανώνουν συστηματικὰ τὸν κατ’ αὐτοῦ ἀγώνα. 

Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, ἂν καὶ τιμοῦσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο γιὰ τὸ ἦθος καὶ τὸ θάρρος του, παρασύρθηκε τελικὰ ἀπὸ τὶς συνεχεῖς ἐναντίον του μηχανορραφίες τῶν Ἀρειανῶν καὶ διέταξε τὴ σύγκλιση Συνόδου στὴν Καισάρεια, τὸ 335 μ.Χ., μὲ σκοπὸ τὴν ἐξέταση τῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ Σύνοδος τελικὰ συγκλήθηκε στὴν Τύρο τῆς Φοινίκης. Ὁ Ἀθανάσιος συνῆλθε στὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία παρέστησαν 60 Ἀρειανοὶ Ἐπίσκοποι. Οἱ κατηγορίες δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταθοῦν παρὰ τὰ ἐφευρήματα τῶν αἱρετικῶν. Ἐπειδή, ὅμως, ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι οἱ ἐχθροί του Ἀθανασίου ζητοῦσαν νὰ τὸν φονεύσουν, οἱ ἄνθρωποι τοῦ βασιλέως, ποὺ εἶχαν ἐπιφορτισθεῖ τὴν τήρηση τῆς τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης, τὸν φυγάδευσαν κρυφά. Ἔτσι κατέφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος λόγω τῶν διαβολῶν, ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση καὶ διέταξε τὴν ἐξορία του στὴ Γαλατία. 

Ἐπανῆλθε στὴν ἕδρα του μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, στὶς 23 Νοεμβρίου 337 μ.Χ. Πλὴν ὅμως καὶ πάλι οἱ ἐχθροί του ἄρχισαν τὶς κατ’ αὐτοῦ διαβολὲς καὶ συκοφαντίες. Τότε ὁ Ἀθανάσιος συγκάλεσε Σύνοδο στὴν Ἀλεξάνδρεια, τὸ 339 μ.Χ στὴν ὁποία ἔλαβαν μέρος 100 Ἐπίσκοποι. 

Οἱ ἐχθροί του τότε, συγκρότησαν ἀρειανικὴ Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια, ἡ ὁποία τὸν καθαίρεσε καὶ ὅρισε ὡς Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας τὸν Εὐσέβιο τὸν Ἐμισηνό, ἀντ’ αὐτοῦ δέ, ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχθηκε τὴν ἐκλογή, τὸν Καππαδόκη Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἀλεξάνδρεια διὰ τῆς βίας μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. 

Τότε ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴ Ρώμη, ὅπου εὑρίσκονταν καὶ ἄλλοι ἐξόριστοι ἱερεῖς καὶ Ἐπίσκοποι. Ἐκεῖ, τὸν δέχθηκαν ὅλοι μὲ τιμὴ καὶ ἀναγνώρισαν τοὺς ἀγῶνες του ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἔτσι, ὁ Πάπας Ἰούλιος συγκάλεσε, τὸ ἔτος 341 μ.Χ., Σύνοδο, ἡ ὁποία ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ τὸν κήρυξε ἀθῶο ἀπὸ ὅλες τὶς κατηγορίες τῶν ἐχθρῶν του. 

Ὅταν τὸ 345 μ.Χ. πέθανε ὁ Ἀλεξανδρείας Γρηγόριος, κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Κώνσταντος, ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος ἀνακάλεσε τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. Ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε γενόμενος δεκτὸς θριαμβευτικὰ ἀπὸ τὸ ποίμνιό του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ μόνο γιὰ λίγο ἔμεινε ἀδιατάρακτος στὴν ἕδρα του, διότι μετὰ τὴν δολοφονία τοῦ Κώνσταντος, τὸ ἔτος 350 μ.Χ., ὁ Κωνστάντιος, πεισθεὶς σὲ νέες διαβολὲς καὶ πιέσεις τῶν φίλων τῶν Ἀρειανῶν, καταδίκασε συνοδικῶς τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο. Ἀπέστειλε μάλιστα καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν τὴν νύκτα τῆς 9ης Φεβρουαρίου 356 μ.Χ., ἐνῶ τελοῦσε παννυχίδα μὲ πλῆθος πιστῶν στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Θεωνᾶ. Ὁ Ἅγιος φυγαδεύτηκε στὴν ἔρημο, ὅπου παρέμεινε ἕξι χρόνια, παρακολουθώντας τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῶν Ἀρειανῶν καὶ στηρίζοντας τοὺς κλονιζόμενους Χριστιανούς. 

Τέλος, ἐπὶ αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) μπόρεσε νὰ ἐπανέλθει στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ νὰ συγκροτήσει Σύνοδο ἡ ὁποία ἀποτέλεσε σημαντικότατο σταθμὸ στὴν ἱστορία τῶν ἀγώνων τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τοῦ Ἀρειανισμοῦ. 
Οἱ διωγμοὶ συνεχίστηκαν καὶ ἐπὶ αὐτοκράτορα Οὐάλη, ποὺ ἐξόρισε τὸν Ἅγιο. Φοβούμενος ὅμως ἐξέγερση τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἀναγκάσθηκε νὰ ἀνακαλέσει τὸν Ἅγιο ἀπὸ τὴν ἐξορία. 
Ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη μέχρι τὸ τέλος τοῦ βίου του, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 2 Μαΐου 373 μ.Χ., σὲ ἡλικία 75 ἐτῶν, ἀφοῦ κατεκόσμησε τὸ θρόνο τῆς Ἀλεξανδρείας. 

Ἡ Ἐκκλησία πολὺ νωρὶς τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ Μεγάλου Πατρὸς αὐτῆς. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ διαισθάνθηκε καὶ ἀντιλήφθηκε ἄριστα τὶς λεπτεπίλεπτες σχέσεις ἀλληλεξαρτήσεως τῶν ἐπὶ μέρους ἀληθειῶν τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖες στὴ σκέψη του ἀποτελοῦν τμήματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἀλήθειας, ὥστε ἡ πλάνη περὶ τὴν μία ἐπὶ μέρους ἀλήθεια, νὰ συνεπάγεται ἀναπότρεπτα τὴν ἀνατροπὴ ὁλόκληρου τοῦ συστήματος τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ τὴν δημιουργία αἱρέσεως. 
Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος καὶ μὲ τὸν καθόλου βίο του, ἀπέδειξε τὸ ἐνάρετο καὶ τὸ εὐσεβές του ἤθους αὐτοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε τὸ ὄνομά του νὰ ἀποβεῖ ταυτόσημο πρὸς τὴν ἀρετή. Γι’ αὐτὸ λέγει ἐπιγραμματικὰ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς : «Ἀθανάσιον ἐπαινῶν, ἀρετὴν ἐπαινέσομαι· ταὐτὸν γὰρ ἐκεῖνόν τε εἰπεῖν καὶ ἀρετὴν ἐπαινέσαι». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος συνεχίζοντας παρατηρεῖ ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἔγινε κατ’ ἐξοχὴν δέκτης τοῦ θείου φωτισμοῦ, ἔφθασε σὲ ὕψος βιβλικῶν προσώπων καὶ ἴσως μάλιστα κάποια ἀπὸ αὐτὰ νὰ ὑπερέβαλε, γιατί κυριολεκτικὰ ἑνώθηκε καὶ ἔγινε ἕνα μὲ τὸ θεῖο φῶς. Καὶ ἔτσι μόνο κατόρθωσε νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς μεγάλες κακοδοξίες τῶν αἱρετικῶν τῆς ἐποχῆς του. 

Ημ. Γέννησης : 295 μ.Χ. 
Ημ. Εορτής : 18 Ιανουαρίου 

Πηγές: www.synxarion.gr 

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

ΤΩΝ 10 ΛΕΠΡΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ΛΟΥΚΑ  ΤΩΝ 10 ΛΕΠΡΩΝ

tanarul-bogat+ Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης

Πολλές θεραπεῖες ἀρρώστων ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστός στά τρία χρόνια πού κράτησε τό δημόσιο ἔργο του ἐδῶ στή γῆ. Ἐκπληρώθηκε τότε ἡ προφητεία, ὅτι«αὐτός τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν»· πῆρε ἐπάνω του τίς ἀσθένειές μας καί σήκωσε τίς ἀρρώστιες μας. Καί δέν τό λέει βέβαια ὁ Προφήτης αὐτό μόνο γιά τίς σωματικές μας ἀρρώστιες, μά πιό πολύ γιά τίς ψυχικές μας ἀσθένειες, γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι τωόντι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων μας. Μᾶς εἶπε λοιπόν τό σημερινό Εὐαγγέλιο γιά τό θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε πού ἔκαμε καλά τοὺς δέκα λεπρούς. Ἄς ἀκούσωμε λοιπόν τώρα στή δική μας ἁπλή γλώσσα πῶς ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἱστορεῖ τό θαῦμα.

«Ἐκεῖνο τόν καιρό, καθώς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ κάποιο χωριό, τόν συνάντησαν δέκα λεπροί ἄνθρωποι. Αὐτοί στάθηκαν μακρυά καί φώναξαν· «Κύριε Ἰησοῦ, κάμε σ’ ἐμᾶς τὸ ἔλεός σου!». Κι ὅταν τούς εἶδε, ὁ Ἰησοῦς Χριστός τούς εἶπε· «Πηγαίνετε νά σᾶς δοῦν οἱ ἱερεῖς». Κι ἔγινε, ὅταν αὐτοί πήγαιναν, καθαρίστηκαν. Κι ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὅταν εἶδε πώς ἔγινε καλά, γύρισε δοξάζοντας μέ φωνή μεγάλη τὸ Θεό· ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τόν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτός ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί εἶπε· «Μήν τάχα καί οἱ δέκα δέν καθαρίστηκαν; μά οἱ ἐννέα ποῦ εἶναι; δέν βρέθηκαν νά γυρίσουν, γιά νά δοξάσουν τό Θεό  παρά μόνο αὐτός ὁ ἀλλογενής;». Καί τοῦ εἶπε· «Σήκω καί πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε».»
Στά τελευταῖα παραπάνω λόγια πού ἀκούσαμε φαίνεται σάν καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός νά παραπονῆται. Μά δέν εἶναι αὐτό, ἀλλά ὁ Θεός ἐλέγχει τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί οἱ ἐννέα λεπροί ἔδειξαν τωόντι ἀχαριστία πρός τόν εὐεργέτη τους. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι θά πρέπει βέβαια νά εἶχαν κάποια πίστη, μά δέν εἶχαν στήν ψυχή τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Εἶχαν πίστη, μά δέν εἶχαν ἀγάπη, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη στό βάθος εἶναι ἀγάπη. Καί τό λέει καθαρά ὁ Ἀπόστολος, πώς τίποτα δέν εἴμαστε, ἄν δέν ἔχωμε ἀγάπη· κι ἄς ἔχωμε τόση πίστη, πού νά μετακινάη καί βουνά. Καί ποῦ τό ξέρομε τάχα πώς οἱ ἐννέα λεπροί εἶχαν πίστη; Πρῶτα τοὺς βλέπομε νά φωνάζουν καί νά παρακαλοῦν, γιά νά τούς λυπηθῆ ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτό φανερώνει πώς εἶχαν κάποια πίστη καί γι’ αὐτό παρακαλοῦσαν. Ἡ ἀρρώστια κι ὁ πόνος μαλακώνουν τόν ἄνθρωπο καί τόν φέρνουν κοντά στό Θεό, ἄν καί οἱ δέκα λεπροί δέν ἤξεραν πώς ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν Θεός, μά τόν ἔβλεπαν μόνο σάν ἕναν ἄνθρωπο μέ θεϊκή δύναμη.
Ἔπειτα οἱ δέκα λεπροί, ὅταν πῆραν ἐντολή νά πᾶνε στούς ἱερεῖς, ξεκίνησαν χωρίς δισταγμό καί μ’ ἐμπιστοσύνη στό λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι ἐκεῖ πού πήγαιναν εἶδαν πώς καθαρίστηκαν  ἀπό τήν ἀρρώστια τους. Δέν θά γινότανε λοιπόν τό θαῦμα, ἄν ἦταν καί δέν εἶχαν πίστη καί δέν συμμορφώνονταν στό λόγο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν λοιπόν πίστη, μά δέν ἔδειξαν εὐγνωμοσύνη, πού θά πῆ πώς δέν εἶχαν ἀγάπη. Τέτοια λειψή πίστη ἔχουν πολλοί. Ὅταν εἶναι στήν ἀνάγκη θυμοῦνται τό Θεό καί κλαῖνε μέ θερμά δάκρυα καί ζητοῦν τό θεῖο ἔλεος. Ὅταν περάση ἡ ἀνάγκη κι ὅταν λάβουν τήν εὐεργεσία, τότε ξεχνοῦν τόν εὐεργέτη. Κι ὄχι μόνο τόν ξεχνοῦν, μά πολλοί καί τόν βρίζουν καί τόν βλασφημοῦν. Κι ἀφοῦ τέτοια κάνουν οἱ ἀχάριστοι στό Θεό, τά ἴδια καί χειρότερα κάνουν καί στούς ἀνθρώπους. Καί λένε βέβαια πώς ἔχουν πίστη καί δείχνουν πώς εἶναι χριστιανοί, μά ὅταν δέν ἔχουν καλωσύνη καί ἀγάπη καί δέν αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνη στούς εὐεργέτες, δέν εἶναι τίποτα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά τήν τέτοια λειψή πίστη, πού δέν ξέρει  ἀπό ἀγάπη καί ξεχνάει τήν εὐγνωμοσύνη, εἶπε πικρά λόγια, καθώς ἀκούσαμε σήμερα στό Εὐαγγέλιο.
Μά ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως καταδίκασε τήν ἀχαριστία στὸ πρόσωπο τῶν ἐννέα λεπρῶν, ἔτσι κι ἐδικαίωσε τήν εὐγνωμοσύνη στό πρόσωπο τοῦ ἑνός. Γιατί μέσα στούς ἐννέα ἀχάριστους βρέθηκε ἕνας εὐγνώμονας. Νά παραδεχθοῦμε τάχα πὼς πάντα αὐτή εἶναι ἡ ἀναλογία στή ζωή ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους;  Ἄς μήν τό ποῦμε αὐτό, μόνο ἄς παραδεχτοῦμε γενικά πώς ἡ ἀρετή στόν κόσμο εἶναι πάντα λιγοστή. Τό εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πώς πολλοί εἶναι οἱ κλητοί, μά λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, πού πάει νά πῆ πώς οἱ ἀχάριστοι πλεονάζουν μεταξύ μας, πώς εἶναι πάντα λιγοστοί ὅσοι ἔχουν μέσα τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Καί πρέπει νά ξέρωμε πώς ὅπου δέν ὑπάρχει εὐγνωμοσύνη δέν ὑπάρχει καμμιά ἄλλη  ἀπό τίς ἀρετές. Ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι πρωταρχική ἀρετή, εἶναι ἡ ρίζα  ἀπό τήν ὁποία φυτρώνουν μιά-μιά οἱ ἄλλες ἀρετές· ἄν πῆς ὅμως γιά τήν ἀχαριστία, αὐτή σέρνει μαζί της κι ὅλες τίς ἄλλες κακίες. Νά μή φοβᾶσαι τόν εὐγνώμονα ἄνθρωπο, ἄς εἶναι ξένος, ἄς εἶναι ἀλλόφυλος, ἄς εἶναι κι ἐχθρός. Ἀλλόφυλος ἦταν ὁ Σαμαρείτης κι ὅμως αὐτός σώθηκε μέσα στούς δέκα λεπρούς, κι ἄς ἦσαν οἱ ἄλλοι ἐννέα Ἰουδαῖοι.
Γιατί ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶπε σέ τοῦτο τόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη· «Πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔκαμε καλά». Ἀλλά τοῦ εἶπε· «Πήγαινε· ἡ πίστη σου σέ ἔσωσε». Πάει νά πῆ πώς αὐτό πού ἔγινε στόν εὐγνώμονα Σαμαρείτη κι αὐτό πού εἶπε ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι πολύ περισσότερο  ἀπό τή θεραπεία τῆς σωματικῆς ἀρρώστιας· εἶναι ψυχική σωτηρία. Οἱ ἐννέα μόνο πού θεραπεύτηκαν· ὁ ἕνας σώθηκε. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶπε πώς τόν ἔσωσε ἡ πίστη του, πού δέν ἦταν πίστη λειψή, μά πίστη σωστή καί ἀληθινή, συνταιριασμένη μέ τήν εὐγνωμοσύνη καί τήν ἀγάπη. Ὁ ἕνας αὐτός δέν ἤξερε μόνο νά παρακαλῆ μέ πίστη, μά ἤξερε καί νά πιστεύη μέ εὐγνωμοσύνη. Οἱ ἐννέα βρῆκαν τόν Ἰησοῦ Χριστό γιά νά τόν παρακαλέσουν, μά δέν βρέθηκαν ὕστερα γιά νά τόν εὐχαριστήσουν. Οἱ ἐννέα δέν βρέθηκαν ὁ ἕνας ἦταν παρών. Γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι παρουσία. Ὅποιος ἀγαπᾶ, ὅποιος εὐγνωμονεῖ  δέν χάνεται, ἀλλά εἶναι πάντα παρών· ἡ πίστη του τόν ὁδηγεῖ νά βρίσκη τό Θεό καί ἡ εὐγνωμοσύνη του τόν φέρνει νά βρίσκεται πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Σέ μιά του ἐπιστολή ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει· «Εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπέρ πάντων», πού θά πῆ νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό καί πατέρα μας γιά ὅλα πού μᾶς δίνει γιατί ὅλα συνεργοῦν στή σωτηρία μας, φτάνει μόνο ἐμεῖς νά ξέρωμε πῶς τά δεχόμαστε. Ἄς ἔχωμε λοιπόν εὐγνωμοσύνη στό Θεό κι ἄς εἴμαστε καί μεταξύ μας εὐγνώμονες, κι ἄς εἶναι πάντα στό στόμα μας ἡ δοξολογία τῶν Ἁγίων· "Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν"  ΑΜΗΝ