Ι. Ν. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ
ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ
Τρίτη 5 Μαΐου 2026
ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ
Τρίτη 28 Απριλίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ - ΑΓΙΟΣ ΙΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΜ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος ανήκει στη χορεία των Νεομαρτύρων Αγίων. Μαρτύρησε υπέρ Χριστού του Θεού στη Μυτιλήνη την 17η Φεβρουαρίου του 1795, σε ηλικία 21 έτους. Μετά από τους βασανισμούς των Τούρκων και την μαρτυρική τελευτή του, ενταφιάσθηκε εντός μιας Εκκλησίας της Μυτιλήνης, καλουμένης Παναγίας Χρυσομαλλούσας.
Το σεπτό Λείψανο του Αγίου Θεοδώρου, επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιερεμίου (1798), μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου, μετεφέρθη εν αγνοία των τουρκικών αρχών, καί εναπετέθη ευλαβώς στην κρύπτη του Ιερού Βήματος του Μητροπολιτικού ναού, όπου παρέμεινε επί 34 έτη, δηλαδή μέχρι του έτους 1832…
Από του έτους τούτου γνωρίζουμε τον Άγιο Θεόδωρο ως Προστάτη και Πολιούχο της Μυτιλήνης και της Λέσβου γενικότερα. Η θανατηφόρος πανώλη, η οποία εμάστιζε την Μυτιλήνη κατά το έτος τούτο (1832), επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Πορφυρίου, καί η οποία, κατά δεκάδας έρριπτε στους τάφους τούρκους καί χριστιανούς, ανεξαρτήτως τάξεως καί ηλικίας, ανάγκασε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την πόλη, για τον φόβο της μολύνσεως, καί να φύγουν στους πέριξ της πόλεως λόφους. Φόβος καί τρόμος καί σκιά θανάτου εκάλυπτε τα πάντα για αρκετό χρόνο. Και οι αρχές ακόμη αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, για τον φόβο της μολύνσεως, καί να φύγουν στους πέριξ της πόλεως λόφους. Στην πόλη έμειναν οι ασθενείς καί όσοι τους περιποιόνταν, βέβαιοι ότι και σ’ αυτούς θα μετεδίδετο η φοβερά ασθένεια.
Συνεργεία ιατρών εστάλησαν από την Κωνσταντινούπολη καί πάντα τα μέτρα ελήφθησαν, χωρίς εν τούτοις να υποχωρήσει η πληγή της θανατηφόρου πανώλης. Αλλά τους Αγίους αυτού «εθαυμάστωσεν ο Κύριος». Ό,τι δεν μπόρεσαν να επιτύχουν τα πολυπληθή συνεργεία των ιατρών καί τα φάρμακα καί τα λαμβανόμενα προληπτικά μέτρα, κατόρθωσαν να επιτύχουν οι προς τον Κύριον πρεσβείες του Νεομάρτυρος Θεοδώρου.
Σε αυτές τις κρίσιμες ημέρες, καί δη την νύκτα της Παρασκευής της α’ εβδομάδος των νηστειών, ενεφανίσθη εν ονείρω ο Άγιος στον τότε πρωτοσύγκελο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης καί Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καί του παρήγγειλε να ειπεί στον Μητροπολίτη να συγκαλέσει τους χριστιανούς από τις εξοχές καί τα προάστια, στα οποία είχαν καταφύγει, να προσέλθουν όλοι στον Μητροπολιτικό ναό, να γίνει ολονύκτια εκεί δέηση προς τον Θεό, καί να εξαχθεί καί το Λείψανο του Αγίου από της κρύπτης. Ο πρωτοσύγκελος Καλλίνικος δεν έδωκε σημασία στο όνειρο. Αλλά μετά από μία εβδομάδα, καί πάλι την νύκτα της Παρασκευής, το ίδιο όνειρο, ζωηρότερο αυτή την φορά, συνταράσσει τον Καλλίνικο καί η μορφή του Αγίου αυστηρότερα τον επιπλήττει για την αμέλεια καί αδιαφορία, την οποίαν επέδειξε ως προς την εκτέλεση της παραγγελίας του.
Αμέσως αυτή την φορά ανακοίνωσε ο Πρωτοσύγκελος στον Μητροπολίτη την εντολή του Αγίου. Πάραυτα ο Μητροπολίτης επισκέπτεται τον τούρκο διοικητή της πόλεως καί ζητεί παρ’ αυτού άδεια όπως επιτρέψει την τέλεση της αγρυπνίας. Προθυμότατα εν απογνώσει ο διοικητής, χορηγεί την προς τούτο άδεια. Καί οι «Κράχτες» εσπευσμένως καλούν τους χριστιανούς στην ολονύκτιο δέηση. Διαμαρτύρονται οι ιατροί για την χορήγηση της αδείας, φοβούμενοι την εκ του συνωστισμού μετάδοση της ασθενείας. Πλην όμως, τα πλήθη των χριστιανών μετά θερμής πίστεως προσέρχονται καί προσεύχονται μέχρι πρωίας για την υγεία τους. Τις πρωινές ώρες, Μητροπολίτης καί Πρωτοσύγκελος κατέρχονται στην κρύπτη του Ιερού και εξάγουν το ιερό Λείψανο του Αγίου καί εν πομπή περιφέρουν τούτο πέριξ του Ναού. Οι προσευχές των χριστιανών καί οι πρεσβείες του Αγίου ενώνονται καί ως θυμίαμα ευώδες κατευθύνονται προς τον Κύριο των δυνάμεων.
Απ’ εκείνης της ώρας ουδείς θάνατος εσημειώθη. Η πόλη ονόμασε τον Άγιο Θεόδωρο, Πολιούχο. Τούρκοι καί Χριστιανοί εξεδήλωσαν παντοιοτρόπως την ευγνωμοσύνη τους προς τον Θεό καί τον προστάτη Άγιο.
Έκτοτε το σεπτό Λείψανο παραμένει στο κεντρικό κλίτος του Μητροπολιτικού Ναού καί αποτελεί τιμαλφή θησαυρό της Εκκλησίας της Μυτιλήνης, ο δε άγιος Θεόδωρος τιμάται ως Πολιούχος της Λέσβου.
Σε ανάμνηση του θαύματος τούτου από του 1936, προνοία του αειμνήστου μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου καθιερώθηκε και επικυρώθηκε δια βασιλικού διατάγματος της 8-5-1937, ειδική παλλεσβιακή πανήγυρης, (ανακομιδή του ιερού Λειψάνου και της κατ’ αυτήν διασώσεως της πόλεως από της πανώλους), εορταζομένη μετά πάσης λαμπρότητος δια πανδήμου λιτανεύσεως του ιερού Λειψάνου, την 4ην Κυριακή του Πάσχα, ήτοι Κυριακή του Παραλύτου.
Τρίτη 21 Απριλίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.
![]()
Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία –ταφή και ανάσταση– είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*)
Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει.
Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα.
Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά –η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες.
Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά.
Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη.
Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε.
Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν:
Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο.
Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του.
Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα.
Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους.
Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.
![]()
Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.
(*) Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα καί τη θεότητα του Κυρίου.
Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.
https://www.koinoniaorthodoxias.org/agiologio-eortologio/kyriaki-twn-myroforwn/
Πέμπτη 16 Απριλίου 2026
Ομολογία Πίστεως
Τρίτη 31 Μαρτίου 2026
ΩΣΑΝΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΘΗΤΩ
Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.
Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»
«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».
Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».
Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».
Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.
Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).
Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.
Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;
Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».
Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».
Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»
Καλη Ανάσταση
Σάββατο 28 Μαρτίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
Τρίτη 24 Μαρτίου 2026
25Η ΜΑΡΤΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ





