Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ «Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη

 

KYΡΙΑΚΗ Β΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ρωμ. 2,10-16]
ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἓλληνι (:Δόξα και τιμή και ειρήνη θα αποδοθεί σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται το καλό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη Έλληνα)»[Ρωμ.2,10].
Ποιον «Ιουδαίο» εννοεί εδώ ο απόστολος Παύλος ή για ποιους «Έλληνες» μιλάει; Για αυτούς που έζησαν πριν από την ενανθρώπηση του Χριστού· γιατί ο λόγος του αποστόλου δεν έφθασε ακόμη στα χρόνια της χάριτος, αλλά μένει ακόμη στα προηγούμενα χρόνια, προκαθορίζοντας από μακριά και εξαφανίζοντας τη διαφορά του ειδωλολάτρη και του Ιουδαίου, ώστε, όταν το κάνει αυτό στον καιρό της χάριτος, να μη φανεί πια ότι επινοεί κάτι το νέο και ενοχλητικό. Εάν λοιπόν στα προηγούμενα χρόνια, όταν δεν έλαμψε ακόμη η τόσο μεγάλη χάρη, όταν τα πράγματα των Ιουδαίων ήταν σε όλους σεβαστά και ξακουστά και λαμπερά, δεν υπήρχε καμία διαφορά, ποιον λόγο θα μπορούσε να πει στη συνέχεια ύστερα από την τόσο μεγάλη φανέρωση της χάρης; Γι’ αυτό ακριβώς και με πολλή φροντίδα το ετοιμάζει αυτό· γιατί πραγματικά ο ακροατής, αφού μάθει ότι αυτό επικρατούσε στα προηγούμενα χρόνια, θα το παραδεχτεί αυτό πολύ περισσότερο μετά την πίστη.
«Ἓλληνες» όμως εδώ λέγει όχι τους ειδωλολάτρες, αλλά τους θεοσεβείς, εκείνους που πείθονταν στον φυσικό νόμο της συνειδήσεως, εκείνους που δεν τηρούσαν βέβαια τις εντολές που είχαν δοθεί από τον Θεό στους Ιουδαίους μέσω του μωσαϊκού νόμου, τηρούσαν όμως όλα αυτά που συντελούσαν στην ευσέβεια. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν εκείνοι που ήταν μαζί με τον Μελχισεδέκ, τέτοιος ήταν ο Ιώβ, τέτοιοι ήταν οι Νινευίτες, τέτοιος ήταν ο Κορνήλιος. Ήδη λοιπόν υπονομεύει από πριν τη διαφορά της περιτομής και της ακροβυστίας και από πολύ νωρίτερα εξαφανίζει αυτή τη διαφορά, ώστε και χωρίς υποψία να κάμει αυτό και από άλλη ανάγκη να τους οδηγήσει σε αυτό το συμπέρασμα που επιθυμεί να τους διδάξει, πράγμα που πάντοτε είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύνεσης του αποστόλου. Εάν λοιπόν φανέρωνε αυτό στα χρόνια της χάριτος, θα φαινόταν πως ο λόγος ήταν πολύ ύποπτος, ενώ το να αλλάξει τον λόγο γι’ αυτούς με βάση το συμπέρασμα εκείνο, την ώρα που μιλούσε για την κακία και την πονηρία που επικρατούσε στον κόσμο, έκανε ανύποπτη τη διδασκαλία.
Και ότι θέλει αυτό και γι’ αυτό το παρουσίασε έτσι, είναι φανερό από εκεί· γιατί, εάν δεν προσπαθούσε να αποδείξει αυτό, ήταν αρκετό, λέγοντας, ότι «κατὰ δὲ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν θησαυρίζεις σεαυτῷ ὀργὴν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καὶ ἀποκαλύψεως καὶ δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὃς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ ἔργα αὐτοῦ (:και σύμφωνα με την σκληρότητά σου και την αμετανόητη καρδιά σου, που δεν συγκινείται από την τόση καλοσύνη του Θεού, μαζεύεις εναντίον του εαυτού σου θησαυρούς οργής, που θα εξαπολυθούν εναντίον σου την ημέρα που θα ξεσπάσει η θεία οργή και θα αποκαλυφθεί η δίκαια κρίση του Θεού)»[Ρωμ.2,5], να σταματήσει το θέμα αυτό· γιατί πραγματικά είχε ολοκληρωθεί. Επειδή όμως δεν ήταν τούτο το ζητούμενο για τον απόστολο Παύλο, να μιλήσει δηλαδή μόνο για τη μέλλουσα κρίση, αλλά και να δείξει ότι ο Ιουδαίος δεν έχει τίποτε περισσότερο από έναν τέτοιον Έλληνα, για να μην υπερηφανεύεται, προχωρεί στα επόμενα, και χρησιμοποιεί την τάξη. Πρόσεχε όμως. Φοβέρισε τον ακροατή, υπενθύμισε σε αυτόν τη φοβερή ημέρα, είπε πόσο κακό είναι να ζει κανείς μαζί με την πονηρία, έδειξε πως κανείς δεν αμαρτάνει από άγνοια ούτε χωρίς τιμωρία, αλλά και αν ακόμη δεν τιμωρηθεί τώρα, θα τιμωρηθεί οπωσδήποτε. Έτσι στη συνέχεια θέλει να αποδείξει πως η διδασκαλία του νόμου δεν ήταν από τα πολύ επείγοντα πράγματα, γιατί η κόλαση και η τιμή βρίσκονται στα έργα, και όχι στην περιτομή και την ακροβυστία.

Επειδή λοιπόν είπε πως οπωσδήποτε θα τιμωρηθεί ο Έλληνας και το θεώρησε αυτό σαν δεδομένο, και από αυτό απέδειξε ότι και θα τιμηθεί, ως περιττά πλέον φανέρωσε στη συνέχεια και τον μωσαϊκό νόμο και την περιτομή· διότι εδώ μάχεται ιδιαίτερα τους Ιουδαίους. Επειδή λοιπόν εκείνοι ήταν περισσότερο φιλόνικοι, πρώτα με το να έχουν από υπερηφάνεια την αξίωση να μην συναριθμούνται μαζί με αυτούς που προέρχονταν από τους εθνικούς· δεύτερο, με το να περιγελούν, εάν η πίστη εξαφανίζει όλα τα αμαρτήματα, γι’ αυτό κατηγόρησε πρώτα τους Έλληνες[βλ. Ρωμ.2,9: «Θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν, Ἰουδαίου τε πρῶτον καὶ Ἕλληνος(:Θλίψη και στεναχώρια, θα πέσει σε κάθε άνθρωπο που επιμένει να εργάζεται το κακό, τόσο στον Ιουδαίο κατά πρώτο λόγο, όσο και στον ειδωλολάτρη)»], για τους οποίους μιλάει, ώστε χωρίς υποψία και με παρρησία να φθάσει στους Ιουδαίους.
Έπειτα, αφού ήρθε ο λόγος στην εξέταση για την κόλαση, δείχνει πως όχι μόνο δεν ωφελείται καθόλου ο Ιουδαίος από τον μωσαϊκό νόμο, αλλά και επιβαρύνεται. Και αυτό το αποδεικνύει από τα προηγούμενα. Εάν λοιπόν ο Έλληνας είναι γι’ αυτό αναπολόγητος, επειδή δεν έγινε καλύτερος, παρά το ότι η συνείδηση και οι σκέψεις του τον οδηγούσαν σε αυτό, πολύ περισσότερο θα είναι ο Ιουδαίος, αφού πήρε μαζί με αυτά και τη διδασκαλία από τον μωσαϊκό νόμο που δεν εφάρμοσε. Αφού έπεισε λοιπόν τον Ιουδαίο ακροατή του εύκολα να δεχθεί τη σκέψη αυτή στα αμαρτήματα των άλλων, τον αναγκάζει στη συνέχεια και χωρίς τη θέλησή του να κάνει αυτό και στα δικά του αμαρτήματα.
Και για να γίνει εύκολα δεκτός ο λόγος, τον οδηγεί και στα πιο αγαθά, λέγοντας τα εξής: «Δόξα από τον Θεό, τιμή και έπαινος, ειρήνη και χαρά θα δοθεί σε καθένα, που εργάζεται το αγαθό, στον Ιουδαίο πρώτα αλλά και στον ειδωλολάτρη»· γιατί εδώ βέβαια, όσα καλά και αν έχει κανείς, τα έχει με πολλές ταραχές, και αν ακόμη είναι πλούσιος ή άρχοντας ή βασιλιάς. Και αν όχι προς άλλον, τουλάχιστο επαναστατεί προς τον εαυτό του πολλές φορές και στις σκέψεις του έχει πολύ πόλεμο. Εκεί όμως δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο, αλλά τα πάντα είναι γαλήνια και χωρίς ταραχή και έχουν τη γνήσια ειρήνη.
Αποδεικνύοντας λοιπόν από τα προηγούμενα ότι και εκείνοι που δεν είχαν νόμο, θα απολαύσουν τα ίδια, προσθέτει και ένα συλλογισμό, λέγοντας έτσι: «Οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ (:Θα συμβούν τα ίδια στους Ιουδαίους και στους ειδωλολάτρες, διότι δεν χαρίζεται σε πρόσωπα ο Χριστός )»[Ρωμ.2,11]· γιατί όταν λέγει ότι τιμωρείται και ο Ιουδαίος και ο Έλληνας, όταν αμαρτάνουν, δεν χρειάζεται συλλογισμούς· όταν όμως λέγει ότι και τιμάται ο Έλληνας, θέλει να κάνει αποδεικτικούς συλλογισμούς και στη συνέχεια χρειάζεται πλέον τεκμηρίωση· γιατί πραγματικά φαινόταν πως είναι θαυμαστό και παράδοξο, εάν εκείνος που δεν άκουσε ούτε τον νόμο ούτε τους προφήτες, τιμάται όταν εργάζεται τα αγαθά. Γι’ αυτό, πράγμα που είπα και πιο μπροστά, στα πριν από τη χάρη χρόνια γυμνάζει τις ακοές τους, για να προσθέσει ευκολότερα στη συνέχεια μαζί με την πίστη και τη συγκατάθεσή τους σε αυτά. Εδώ βέβαια γίνεται ιδιαίτερα ανύποπτος, επειδή ούτε το δικό του δεν προετοιμάζει.
Αφού λοιπόν είπε «δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἓλληνι», πρόσθεσε: «οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Πω, πω, με πόση αφθονία νίκησε! Γιατί δείχνει, φέροντας τον λόγο σε παραδοξολογία, ότι δεν είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού το να μη γίνει έτσι· γιατί τότε το πράγμα θα ήταν αποτέλεσμα μεροληψίας, ενώ ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Και δεν είπε «εάν όμως δεν γίνει αυτό, ο Θεός είναι μεροληπτικός», αλλά με πιο σεμνό τρόπο εκφράστηκε: «Οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ». Δηλαδή ο Θεός δεν εξετάζει την ποιότητα των προσώπων, αλλά τη διαφορά των πράξεων. Λέγοντας αυτά, φανέρωσε ότι ο Ιουδαίος δεν διαφέρει από τον Έλληνα στις πράξεις, αλλά μόνο στα πρόσωπα.
Σε αυτά ήταν επόμενο να πει: «όχι λοιπόν, επειδή ο ένας είναι Ιουδαίος και ο άλλος Έλληνας, γι’ αυτό να τιμάται ο πρώτος και να περιφρονείται ο δεύτερος, αλλά και τα δύο γίνονται ανάλογα με τα έργα τους». Όμως δεν το εξέφρασε έτσι, γιατί θα προκαλούσε την οργή του Ιουδαίου, αλλά κάτι άλλο περισσότερο αναφέρει συγκρατώντας και ταπεινώνοντας παρακάτω το φρόνημά τους, ώστε να παραδεχθούν εκείνο. Και ποιο είναι αυτό; Τα επόμενα λόγια : «Ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται (:Και γι’ αυτό όσοι αμάρτησαν χωρίς να έχουν λάβει γραπτό νόμο, αυτοί θα καταδικαστούν σε απώλεια, χωρίς να έχουν κατήγορο τον μωσαϊκό νόμο σε αυτό. Και όσοι αμάρτησαν ενώ είχαν λάβει γραπτό νόμο, αυτοί θα κριθούν με βάση το νόμο αυτό)»[Ρωμ.2,12].
Εδώ λοιπόν, πράγμα που είπα παραπάνω, όχι μόνο δείχνει την ισοτιμία Ιουδαίου και Έλληνα, αλλά και πώς ο Ιουδαίος επιβαρύνεται πολύ από τη χορήγηση του νόμου· γιατί ο Έλληνας κρίνεται χωρίς τον νόμο. Το «χωρίς νόμο» εδώ δεν σημαίνει το πιο δυσάρεστο, αλλά το πιο μαλακό· δηλαδή δεν έχει τον νόμο ως κατήγορο· γιατί το «χωρίς νόμο», δηλαδή, χωρίς την κατηγορία του νόμου, σημαίνει καταδικάζεται μόνο από τους φυσικούς συλλογισμούς και την επιβαρυμένη συνείδηση που δεν άκουγε όσο ζούσε. Ο Ιουδαίος όμως κρίνεται με βάση τον μωσαϊκό νόμο, δηλαδή μαζί με τη φύση είναι και ο νόμος κατήγορος· γιατί όσο περισσότερο δέχτηκε τη φροντίδα, τόσο περισσότερο θα τιμωρηθεί, εφόσον υπήρξε απείθαρχος και αμετανόητος. Βλέπεις πώς παρουσίασε μεγαλύτερη την ανάγκη στους Ιουδαίους για να τρέξουν στη χάρη; Επειδή λοιπόν έλεγαν ότι δεν χρειάζονται τη χάρη, σωζόμενοι μόνο με τον νόμο, δείχνει πως αυτοί τη χρειάζονται περισσότερο από τους Έλληνες, αφού βέβαια πρόκειται να τιμωρηθούν περισσότερο.
Έπειτα πάλι προσθέτει άλλο συλλογισμό, για να υπερασπίσει αυτά που ειπώθηκαν: «Οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται(:Διότι δίκαιοι ενώπιον του Θεού είναι όχι όσοι ακούνε απλώς την ανάγνωση του θείου νόμου, αλλά όσοι τηρούν τον νόμο· αυτοί θα αναγνωριστούν δίκαιοι)»[Ρωμ.2,13]. Σωστά πρόσθεσε τη φράση «παρὰ τῷ Θεῷ(:ενώπιον του Θεού)»· γιατί μπροστά στους ανθρώπους ίσως μπορούν να φαίνονται αξιοσέβαστοι και να υπερηφανεύονται πολύ επειδή απλώς γνωρίζουν τον Νόμο, μπροστά στον Θεό όμως, εντελώς το αντίθετο, «αυτοί που τηρούν τον νόμο, αυτοί μονάχα θα αναγνωριστούν δίκαιοι και άξιοι αμοιβής από τον Θεό». Είδες πόση αφθονία επιχειρημάτων μεταχειρίζεται για να τρέψει τον λόγο αυτό στο αντίθετο; «Εάν λοιπόν έχεις την αξίωση να σωθείς εξαιτίας του νόμου που ακούς στις συναγωγές», λέγει, « θα σταθεί έτσι πρώτα από εσένα ο Έλληνας, επειδή φάνηκε πως έκανε πράξη όσα έχουν γραφεί».
«Και πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος», θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος, «χωρίς να ακούσει τον νόμο, να εκτελέσει τον νόμο με τις εντολές του Θεού;». «Είναι δυνατόν», απαντά ο Απόστολος Παύλος, «όχι μόνο αυτό, αλλά και το πολύ περισσότερο από αυτό· γιατί όχι μόνο χωρίς να ακούσει κανείς, μπορεί να εκτελέσει τον νόμο, αλλά και όταν τον ακούσει να μη συμβεί αυτό και να μην τον εφαρμόσει», πράγμα που αναφέρει πιο καθαρά ύστερα λέγοντας και με περισσότερη έμφαση: «Ὁ οὖν διδάσκων ἕτερον σεαυτὸν οὐ διδάσκεις;(:Εσύ λοιπόν που διδάσκεις τον άλλο, δεν διδάσκεις καλύτερα τον εαυτό σου; Εσύ που κηρύττεις στους άλλους να μην κλέβουν, κλέβεις;)»[Ρωμ.2,21].Εδώ όμως πρώτα αποδεικνύει το προηγούμενο.
«Ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος(:Διότι όταν κάποιοι από τους εθνικούς, που δεν έλαβαν από τον Θεό γραπτό λόγο, θεοσεβείς άνθρωποι, οδηγούμενοι από τον έμφυτο ηθικό νόμο κάνουν ό,τι προστάζει ο γραπτός νόμος, οι άνθρωποι αυτοί αν και δεν έχουν γραπτό νόμο, έχουν ως νόμο τον ίδιο τον εαυτό τους, δηλαδή τη συνείδησή τους)»[Ρωμ,2,14]. «Δεν απορρίπτω τον νόμο», λέγει, «αλλά και από εδώ δικαιώνω τους εθνικούς». Είδες πώς υπονομεύοντας τη δόξα του ιουδαϊσμού, δεν δίνει καμία αφορμή εναντίον του ότι προσβάλλει τον νόμο, αλλά το αντίθετο, αποδεικνύει τα πάντα έτσι, ώστε να τον εξυψώνει και να τον παρουσιάζει μεγάλο; Και όταν λέγει «φύσει» εννοεί «με τις σκέψεις που είναι έμφυτες μέσα στη συνείδηση του κάθε ανθρώπου» και αποδεικνύει ότι άλλοι είναι καλύτεροι από αυτούς, και το πιο σπουδαίο, γι’ αυτό είναι καλύτεροι, επειδή δεν έλαβαν νόμο, ούτε έχουν αυτόν, με τον οποίο οι Ιουδαίοι νομίζουν πως βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από αυτούς.
«Γι’ αυτό ακριβώς», λέγει, «είναι αξιοθαύμαστοι, επειδή δεν χρειάστηκαν νόμο και εκτέλεσαν όλες τις εντολές του νόμου, χαράζοντας στις διάνοιές τους τα έργα και όχι τα γράμματα». Γιατί αυτό λέγει: «Οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων- ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ(:Το έργο που κάνει ο νόμος να διαφωτίζει τους ανθρώπους να διακρίνουν το καλό από το κακό, αυτό το έργο οι εθνικοί αποδεικνύουν ότι το έχουν γραμμένο στις καρδιές τους. Και αυτό συμβαίνει όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σε αυτούς για κάθε πράξη, και οι εσωτερικοί τους λογισμοί αναμεταξύ τους κατηγορούν ή και καμιά φορά απολογούνται. Και θα αναδειχθούν δίκαιοι οι τηρητές του νόμου την ημέρα που θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων σύμφωνα με το ευαγγέλιο που κηρύττω. Και θα τις κρίνει διαμέσου του Ιησού Χριστού ως υπέρτατου κριτή»[Ρωμ.2,15-16].Βλέπεις πως πάλι παρουσίασε την ημέρα εκείνη και την έφερε κοντά, τρομάζοντας τον νου τους και δείχνοντας πως πρέπει να τιμώνται περισσότερο αυτοί που, χωρίς να έχουν νόμο, φρόντισαν να πραγματοποιήσουν τις εντολές του νόμου;
Για εκείνο όμως που μπορούμε να θαυμάσουμε ιδιαίτερα τη σύνεση του αποστόλου, αυτό αξίζει να πούμε τώρα. Γιατί αφού με την απόδειξη έδειξε ότι ο Έλληνας είναι ανώτερος από τον Ιουδαίο, δεν το αναφέρει αυτό στην ανακεφαλαίωση και στο συμπέρασμα των σκέψεών του, για να μην ερεθίσει τον Ιουδαίο. Για να κάνω όμως πιο καθαρό αυτό που είπα, θα αναφέρω τα ίδια τα λόγια του αποστόλου. Αφού είπε «Γιατί όχι όσοι ακούνε τον νόμο, αλλά όσοι τον εκτελούν, θα αναγνωριστούν δίκαιοι», ήταν επόμενο να πει: «γιατί όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση όσα ορίζει ο νόμος, είναι πολύ καλύτεροι από αυτούς που διδάσκονται από τον νόμο». Δεν λέγει όμως αυτό, αλλά σταματάει μέχρι τον έπαινο των Ελλήνων, και δεν συνεχίζει τον λόγο κάνοντας σύγκριση πρώτα, για να δεχθεί τουλάχιστο έτσι τα λεγόμενα ο Ιουδαίος.
Γι’ αυτό βέβαια δεν ομίλησε έτσι όπως ανέφερα προηγουμένως, αλλά πώς; «Γιατί όταν οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση όσα ορίζει ο νόμος, αυτοί χωρίς να έχουν νόμο, είναι οι ίδιοι νόμος στους εαυτούς τους. Αυτοί αποδεικνύουν πως έχουν γραμμένο στις καρδιές τους το έργο του νόμου, όταν η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία σε αυτούς»· γιατί είναι αρκετή αντί του νόμου η συνείδηση και το λογικό. Με τα λόγια αυτά έδειξε πάλι πως ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ικανό για την εκλογή της αρετής και την αποφυγή της κακίας.
Και μην απορήσεις, αν ο απόστολος Παύλος αποδεικνύει αυτό και μια και δυο και πολλές φορές· γιατί του ήταν πάρα πολύ αναγκαίο αυτό το σπουδαίο πράγμα για εκείνους που έλεγαν: «Γιατί λοιπόν ήρθε τώρα ο Χριστός; Και πού ήταν οι εκδηλώσεις της μεγάλης Του πρόνοιας τον προηγούμενο καιρό;». Και αυτούς λοιπόν αποκρούοντας παρεμπιπτόντως τώρα δείχνει πως και στα προηγούμενα χρόνια και πριν από τη χορήγηση του μωσαϊκού νόμου το ανθρώπινο γένος απολάμβανε όλη την πρόνοια του Θεού · γιατί πραγματικά εκείνο που μπορούσε από τον Θεό να γίνει γνωστό, ήταν φανερό σε αυτούς, και γνώριζαν ποιο ήταν το καλό και ποιο ήταν το κακό, με τα οποία έκριναν τους άλλους.
Γι’ αυτό ακριβώς τους κατηγορούσε και έλεγε ότι «ἐν ᾧ γὰρ κρίνεις τὸν ἕτερον, σεαυτὸν κατακρίνεις (:ακριβώς επειδή γνωρίζεις πόσο οργίζεται ο Θεός εναντίον της αμαρτίας, γι’ αυτό είσαι αναπολόγητος άνθρωπε μου, που γίνεσαι δικαστής των άλλων, οποιοσδήποτε και αν είσαι· διότι με την πράξη σου αυτή να κατακρίνεις τον άλλο, καταδικάζεις τον εαυτό σου)»[Ρωμ. 2,1]. Στην περίπτωση των Ιουδαίων όμως, μαζί με αυτά που ειπώθηκαν, ορίστηκε και ο νόμος, όχι μόνο το λογικό, ούτε η συνείδηση.
Για ποιο λόγο όμως αναφέρει το «όταν κατηγορούν οι σκέψεις ή απολογούνται»; Γιατί, αν έχουν γραπτό νόμο και αποδεικνύουν το έργο του, τι μπορεί να κατηγορήσει στη συνέχεια η σκέψη; Αλλά δεν λέγει πια για εκείνες μόνο το «όταν κατηγορούν», αλλά και για ολόκληρη τη φύση· γιατί τότε παρουσιάζονται και οι σκέψεις μας, άλλες για να κατηγορήσουν και άλλες για να απολογηθούν, και δεν χρειάζεται άλλον κατήγορο ο άνθρωπος σε εκείνο το δικαστήριο.
Στη συνέχεια αυξάνοντας τον φόβο δεν είπε «τα αμαρτήματα των ανθρώπων», αλλά «τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων». Επειδή λοιπόν είπε: «Φαντάζεσαι εσύ, που κατακρίνεις εκείνους που κάνουν τέτοια έργα και όμως κάνεις και εσύ αυτά, ότι θα αποφύγεις την κρίση του Θεού;», για να μη δεχθείς τέτοια κρίση, όμοια με αυτήν που εκφέρεις και ο ίδιος, αλλά για να δεις ότι η κρίση του Θεού είναι πολύ ακριβέστερη από τη δική σου, συμπλήρωσε: «τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων» και πρόσθεσε «σύμφωνα με το ευαγγέλιο που κηρύττω, με τον Ιησού Χριστό»· γιατί οι άνθρωποι δικάζουν τις φανερές πράξεις μόνο. Μολονότι βέβαια μιλούσε παραπάνω για τον Πατέρα μόνο, αλλά επειδή στη συνέχεια τους μαλάκωσε με τον φόβο, πρόσθεσε και τον λόγο για τον Χριστό. Και όχι μόνο αυτόν, αλλά και εδώ, αφού μνημόνευσε τον Πατέρα, τότε τον πρόσθεσε. Και την αξία όμως του κηρύγματος εξυψώνει με αυτά· «διότι το ίδιο το κήρυγμα», λέγει, «διακηρύσσει αυτά που προκαταβολικά φανέρωσε η φύση».
Είδες ότι με σύνεση οδήγησε αυτούς και τους προσκάλεσε στο ευαγγέλιο και τον Χριστό, και υπέδειξε ότι τα ανθρώπινα δεν σταματούν μέχρι εδώ, αλλά προχωρούν πιο πέρα; Αυτό και προηγουμένως το έκανε, λέγοντας «Μαζεύεις εναντίον σου θησαυρούς οργής κατά την ημέρα της οργής», και εδώ πάλι: «Θα κρίνει ο Θεός τις απόκρυφες πράξεις των ανθρώπων». Ο καθένας, λοιπόν, γνωρίζοντας τη συνείδησή του και αναλογιζόμενος τα αμαρτήματά του, ας ζητάει τις ευθύνες με ακρίβεια από τον εαυτό του για να μην κατακριθούμε τότε μαζί με όλο τον κόσμο· γιατί είναι φοβερό το δικαστήριο εκείνο, φρικτό το βήμα, οι ευθύνες είναι γεμάτες τρόμο, τρέχει ποταμός φωτιάς.«Ἀδελφὸς οὐ λυτροῦται, λυτρώσεται ἄνθρωπος;(:Όμως και αυτοί θα αντικρίσουν το θάνατο· διότι από τον θάνατο και ο πιο αγαπημένος τους αδελφός δεν μπορεί να τους εξαγοράσει και να τους ελευθερώσει. Πώς είναι λοιπόν δυνατό να τους ελευθερώσει οποιοσδήποτε άλλος άγνωστος άνθρωπος; Κανένας δεν μπορεί να εξαγοράσει την ζωή του από τον Θεό, δίνοντας Του κάποια προσφορά για να εξιλεωθεί απέναντι Του και να παρατείνει έτσι την ζωή του)»[Ψαλμ.48,8].
Θυμήσου λοιπόν αυτά που λέγονται στο ευαγγέλιο, τους αγγέλους που τρέχουν γύρω-γύρω να περισυνάξουν κάθε άνθρωπο για να γίνει η τελική κρίση, τον νυμφώνα που αποκλείεται για όσους δεν έχουν καθαρό ένδυμα, τις λαμπάδες που δεν σβήνουν, τις δυνάμεις που σύρουν στα καμίνια. Και εκείνο να σκεφτείς, ότι αν κάποιου από εμάς φανερώθηκε σήμερα κάποιο κρυφό πράγμα μπροστά στην εκκλησία μόνο, πώς δε θα ευχόταν να εξαφανιστεί μάλλον και να τον καταπιεί η γη, παρά να έχει τόσους μάρτυρες για την κακία του;
Τι λοιπόν θα πάθουμε τότε, όταν θα παρουσιάζονται όλα μπροστά στην οικουμένη σε τέτοιο λαμπρό και επίσημο θέατρο, και ενώ γνωστοί και άγνωστοι σε μας θα τα βλέπουν όλα καθαρά; Αλλά αλίμονο, από πού αναγκάζομαι να σας φοβερίσω; Από την υπόληψη των ανθρώπων, ενώ πρέπει να το κάμω αυτό από τον φόβο του Θεού και της καταδίκης Του. Ποιοι λοιπόν, πες μου, θα είμαστε τότε, όταν ενώ θα μας δέσουν και θα τρίζουν τα δόντια, θα μας οδηγήσουν στο σκότος το εξώτερο; Ή καλύτερα, τι θα κάνουμε, πράγμα που είναι πιο φοβερό από όλα, όταν θα έρθουμε σε σύγκρουση με τον Θεό; Γιατί, εάν κάποιος έχει αίσθηση και νου, ήδη υπέμεινε και τη γέεννα, όταν θα παρουσιαστεί μπροστά στον Θεό· επειδή όμως δεν παθαίνει αυτό, γι’ αυτό απειλούσε με τη φωτιά της κόλασης· γιατί πραγματικά έπρεπε να υποφέρουμε, όχι όταν τιμωρούμαστε, αλλά όταν αμαρτάνουμε.
[…]Ας σταματήσουμε λοιπόν στο εξής να βαδίζουμε προς τους γκρεμούς και ας συνέλθουμε και αφού αναλογιστούμε όλα αυτά, ας αναπέμψουμε δόξα στον Θεό με τα έργα μας, γιατί δεν είναι αρκετή η δόξα με τα λόγια, για να απολαύσουμε τη δική Του δόξα, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΙ [ΠΑΝΤΕΣ
www.diakonima.gr


Ομολογία της θείας του φύσεως
Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.
Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.
Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου; Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.
Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.
Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.
Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.
Η πρώτη αγάπη μας
Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.
Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.
Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!
Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.
(Και κάτι ακόμη: Όσο περισσότερο αγαπάμε τον Θεό, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τους άλλους ανθρώπους. Τότε η αγάπη μας δεν αποκλείει, δεν διώχνει, δεν πληγώνει, δεν βλάπτει κανέναν, και το αγαπημένο πρόσωπο το αγαπάμε σωστά και ευεργετικά. Γι’ αυτό η προϋπόθεση της αληθινής αγάπης για έναν άνθρωπο είναι η αγάπη για τον Θεό και η προσφορά του εαυτού μας σε Αυτόν, που κάνει την αγάπη για τον άνθρωπο «θεία».)
Ομολογία της θείας του φύσεως
Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.
Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.
Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου; Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.
Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.
Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.
Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.
Η πρώτη αγάπη μας
Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.
Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.
Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!
Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.
(Και κάτι ακόμη: Όσο περισσότερο αγαπάμε τον Θεό, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τους άλλους ανθρώπους. Τότε η αγάπη μας δεν αποκλείει, δεν διώχνει, δεν πληγώνει, δεν βλάπτει κανέναν, και το αγαπημένο πρόσωπο το αγαπάμε σωστά και ευεργετικά. Γι’ αυτό η προϋπόθεση της αληθινής αγάπης για έναν άνθρωπο είναι η αγάπη για τον Θεό και η προσφορά του εαυτού μας σε Αυτόν, που κάνει την αγάπη για τον άνθρωπο «θεία».)

Ομολογία της θείας του φύσεως
Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.
Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.
Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου; Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.
Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.
Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.
Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.
Η πρώτη αγάπη μας
Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.
Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.
Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!
Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.
(Και κάτι ακόμη: Όσο περισσότερο αγαπάμε τον Θεό, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τους άλλους ανθρώπους. Τότε η αγάπη μας δεν αποκλείει, δεν διώχνει, δεν πληγώνει, δεν βλάπτει κανέναν, και το αγαπημένο πρόσωπο το αγαπάμε σωστά και ευεργετικά. Γι’ αυτό η προϋπόθεση της αληθινής αγάπης για έναν άνθρωπο είναι η αγάπη για τον Θεό και η προσφορά του εαυτού μας σε Αυτόν, που κάνει την αγάπη για τον άνθρωπο «θεία».)

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΟΙ ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ


http://paparokades.blogspot.gr

Ωδή α’
Ποντω εκάλυψε Φαραώ συν άρμασιν, ο συντρίβων πολέμους εν υψηλώ βραχίονι, άσωμεν αυτώ, ότι δεδόξασται.

Μετάφραση
Καταπόντισε τον Φαραώ με τα πολεμικά άρματά του ο Κύριος, που συντρίβει τους εχθρούς με το δυνατό του βραχίονα. Ας υμνήσουμε Αυτόν, γιατί μεγάλη η δόξα Του.

Ωδή γ’
Την εξ ύψους δύναμιν τοις Μαθηταίς, Χριστέ, έως αν ενδύσησθε έφης, καθίσατε εν Ιερουσαλήμ, εγώ δε ως εμέ Παράκλητον άλλον, Πνεύμα το εμόν τε και Πατρός αποστελώ, εν ω στερεωθήσεσθε.

Μετάφραση
Στους Μαθητάς σου, Χριστέ, είπες: Να παραμείνετε στην Ιερουσαλήμ έως ότου ενδυθείτε τη δύναμη που θα ‘ρθει από τον Ουρανό. Και εγώ θα σας στείλω άλλο παρηγορητή, όμοιο κατά την ουσία με μένα, το Πνεύμα το Άγιον που είναι και δικό μου και του Πατρός μου, με τη χάρη του οποίου θα στερεωθείτε στην πίστη.

Ωδή δ’
Κατανοών ο Προφήτης, την επ' εσχάτων σου Χριστέ έλευσιν, ανεβόα• την σην εισακήκοα Κυριε δυναστείαν, ότι πάντας του σώσαι, τους χριστούς σου ελήλυθας.

Μετάφραση
Βλέποντας νοερά ο προφήτης, Χριστέ, τον ερχομό Σου στους εσχάτους καιρούς, αναφωνούσε: Άκουσα με προσοχή για τη δύναμη της Θεότητός Σου, Κύριε, το πώς Συ ήρθες στον κόσμο για να σώσεις τους χρισμένους Σου (με το χρίσμα του Αγίου Πνεύματος).

Ωδή ε’
Το δια τον φόβον σου ληφθέν Κυριε, εν γαστρί των Προφητών, και κυηθέν επί της γης πνεύμα σωτηρίας, αποστολικάς καρδίας κτίζει καθαράς, και εν τοις πιστοίς ευθές εγκαινίζεται• φως γαρ και ειρήνη, διότι τα σα προστάγματα.

Μετάφραση
Το Άγιο Πνεύμα που οι προφήτες γεμάτοι από τον προς Σε φόβο έλαβαν στη νοητή κοιλία τους, στο νου τους και απεκάλυψαν σαν με γέννηση στους θνητούς, αυτό που οδηγεί στη σωτηρία, τις καρδιές των Αποστόλων ανακαινίζει και τα βάθη της ψυχής των πιστών, άδολο αυτό, αναγεννά. Διότι εκπληρώνοντας τα προστάγματά σου, Κύριε, έχουμε το Αγ. Πνεύμα που φωτίζει και ειρηνεύει.
Ωδή στ’
Ναυτιών τω σάλω, των βιοτικών μελημάτων, συμπλόοις ποντούμενος αμαρτίαις, και ψυχοφθόρω θηρί προσριπτούμενος, ως ο Ιωνάς Χριστέ βοώ σοι• Εκ θανατηφόρου με βυθού ανάγαγε.

Μετάφραση
Ζαλισμένος από την τρικυμία των βιοτικών φροντίδων και περισπασμών, καταποντισμένος από τις αμαρτίες μου που με συντροφεύουν, κινδυνεύοντας να καταβροχθισθώ από το ψυχοφθόρο θηρίο, το Διάβολο, σαν τον Ιωνά, από τα βάθη της καρδιάς μου αναφωνώ σε Σένα Χριστέ, από το θανατηφόρο βυθό βγάλε με έξω.

Ωδή ζ’
Οι εν καμίνω του πυρός εμβληθέντες όσιοι Παίδες, το πυρ εις δρόσον μετέβαλον, δια της υμνωδίας, ούτω βοώντες• Ευλογητός ει Κυριε, ο Θεός των Πατέρων ημών.

Μετάφραση
Οι Τρείς όσιοι Παίδες που ρίχτηκαν στο καμίνι της φωτιάς, με την προσευχή τους σε δροσιά μετέβαλαν τη φωτιά της καμίνου, έτσι αναφωνώντας: δοξασμένος είσαι, Κύριε, Συ ο Θεός των Πατέρων μας.


Ωδή η’
Άφλεκτος πυρί εν Σινά προσομιλούσα, βάτος Θεόν εγνώρισε, τω βραδυγλώσσω και δυσήχω Μωσεί και Παίδας ζήλος Θεού, τρεις αναλώτους τω πυρί υμνωδούς έδειξε• Παντα τα έργα τον Κυριον υμνείτε, και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας.

Μετάφραση
Η βάτος στο Σινά που, μολονότι μέσα στη φωτιά, δεν κατακαιόταν, τον Θεό φανέρωσε στο βραδύγλωσσο και γι’ αυτό δύσκολα ακουόμενο Μωυσή. Και ο ευσεβής προς τον Θεό πόθος τους Τρεις Παίδες άφλεκτους απ’ τη φωτιά διαφύλαξε και γι’ αυτό δοξολογητάς του Θεού ανέδειξε που έψαλλαν: όλα τα δημιουργήματα υμνείτε τον Κύριο, υψώσατε Αυτόν πάνω από κάθε άνθρωπο μεγαλείο αιώνια.

Ωδή θ’
Μη της φθοράς διαπείρα κυοφορήσασα, και παντεχνήμονι Λογω σάρκα δανείσασα, Μήτερ απείρανδρε, Παρθένε Θεοτόκε, δοχείον του αστέκτου, χωρίον του απείρου πλαστουργού σου, σε μεγαλύνομεν.

Μετάφραση
Παρθένε Θεοτόκε, που κυοφόρησες χωρίς να δοκιμάσει φθορά η παρθενία σου και δάνεισες τη σάρκα σου στο Λόγο του Θεού, τον δημιουργό των απάντων, Μητέρα που δεν έλαβες πείρα ανδρός, σκεύος που δέχτηκες μέσα σου Αυτόν που τίποτε δεν μπορεί να Τον περικλείσει, τόπος που χώρεσε τον πλάστη σου, που δεν περιορίζεται σε χώρο, Εσένα μεγαλύνομε.


Και εδώ η ερμηνεία των Ιαμβικών Καταβασιών που ψάλλονται κατά τη περίοδο Αναλήψεως, Πεντηκοστής και Αγίων Πάντων!



 Ο πρώτος Ιαμβικός Ειρμός έχει τους παρακάτω στίχους:

Ωδή α΄  Ειρμός
Θείω καλυφθείς ο βραδύγλωσσος γνόφω
Ερρητόρευσε τον Θεόγραφον Νόμον.
Ιλύν γαρ εκτινάξας όμματος Νόου
Ορά τον Οντα και μυείται Πνεύματος Γνώσιν
Γεραίρων ενθέοις τοις άσμασιν.

Ελεύθερη απόδοση του ως άνω Ειρμού έχει ως εξής:
Αφού καλύφτηκε με θεία σκοτεινή νεφέλη ο Μωυσής (που ήταν βραδύγλωσσος ), κήρυξε σαν ρήτορας στους Εβραίους το Νόμο που του έδωσε ο Θεός. (Τις δέκα Εντολές γραμμένες σε πλάκες).
Πρώτα τίναξε από τα πνευματικά του μάτια το βούρκο. Τότε είδε  καθαρά τον Θεόν που υπάρχει αιώνια.
Και με τρόπο μυστικό μυήθηκε στη Θεία Γνώση του Αγίου Πνεύματος δοξολογώντας τον Θεό με άσματα θεόπνευστα.
Αυτός ο Ιαμβικός ειρμός αναφέρεται στο ΙΘ Κεφάλαιο της ΕΞΟΔΟΥ όπου ο Θεός κατέβηκε στο όρος Σινά και παρέδωκε στον Μωυσή τις Δέκα Εντολές .
..εγένετο δε τη ημέρα τη Τρίτη γεννηθέντος προς όρθρον και εγίνοντο φωναί και αστραπαί και Νεφέλη γνοφώδης επ’ όρους Σινά… Το όρος Σινά εκαπνίζετο  όλον δια το καταβεβηκέναι επ’ αυτώ τον Θεόν εν πυρί..


 

Ωδή γ΄. Ειρμός.

Έρρηξε γαστρός ητεκνωμένης πέδας.
Ύβριν τε δυσκάθεκτον ευτεκνουμένης.
Μόνη προσευχή της προφήτιδος  πάλαι Άννης.

Φερούσης Πνεύμα συντετριμμένον.
Προς τον δυνάστην και Θεόν των γνώσεων.

Σε ελεύθερη μετάφραση:

Έσπασε κάποτε τα δεσμά της άτεκνης κοιλίας της Άννας (μητέρας του προφήτη Σαμουήλ). Καθώς και την υβριστική συμπεριφορά της πολύτεκνης (Φεννάνας), η προσευχή και μόνο της προφήτισσας Άννας. Πρόσφερε το ταπεινό της πνεύμα ως θυσία στον Παντογνώστη και Παντοδύναμο Θεό.

Ο Ειρμός αυτός αναφέρεται στο Βιβλίο της Αγίας Γραφής: Βασιλειών Α.
Ζούσε κάποτε στο όρος Εφραίμ ο Ισραηλίτης Ελκανά που είχε παντρευτεί δύο γυναίκες. Τη Φεννάνα που ήταν πολύτεκνη. Και την Άννα που ήταν στείρα.
Η πολύτεκνη Φεννάνα της φερόταν απαίσια επειδή την αγαπούσε περισσότερο ο Ελκανά παρόλο που ήταν στείρα. Η Άννα προσευχήθηκε με θέρμη στο Θεό.
Παρακαλούσε με δάκρυα το Θεό να τη λυπηθεί και να της χαρίσει παιδί. Πράγματι συνέλαβε και γέννησε υιό τον Σαμουήλ που τον αφιέρωσε στην υπηρεσία του Θεού.
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α΄ (1-28).

Ακολουθεί ο επόμενος Ιαμβικός Ειρμός της Ωδής δ΄
Ωδή δ΄ Ειρμός
Άναξ ανάκτων, οίος εξ οίου μόνος.
Λόγος προελθών Πατρός εξ αναιτίου.
Ισοσθενές σου Πνεύμα τοις Αποστόλοις.
Νημερτές εξέπεμψας ως ευεργέτης
Άδουσι! Δόξα τω κράτει Σου Κύριε!

Σε ελεύθερη μετάφραση:
Βασιλιά των βασιλέων (Χριστέ), που έχεις την ίδια θεϊκή ουσία με τον Πατέρα Θεό (Ομοούσιος). Εσύ που προήλθες (γεννήθηκες) ως Λόγος από τον ανερμήνευτο (αναίτιο) Πατέρα. Εσύ το ισοδύναμο Άγιο Πνεύμα σου, αψευδώς και αληθινό απέστειλες από τον ουρανό στους Αποστόλους σου που ψάλλουν σε σένα: Δόξα στη Δύναμη σου Κύριε!


Παραθέτουμε ένα άλλο ωραιότατο Ιαμβικό Ειρμό της Ωδής ε΄:                 
Ωδή ε΄ Ειρμός.
Λυτήριον κάθαρσιν αμπλακημάτων
Πυρίπνοα δέξασθε Πνεύματος δρόσον.
Ω! Τέκνα φωτόμορφα της Εκκλησίας
Νυν εκ Σιών εξελήλυθε Νόμος.
Η γλωσσοπυρσόμορφος Πνεύματος Χάρις!

Σε ελεύθερη μετάφραση:
Ως κάθαρση λυτρωτική από τα αμαρτήματα Δεχθείτε την πύρινη δροσιά του Αγίου Πνεύματος.
Ω! Εσείς τέκνα φωτοειδή της Εκκλησίας του Χριστού.Διότι από την Σιών έκανε την εμφάνιση του ο Νέος Νόμος.
Δηλαδή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος με τη μορφή πύρινων γλωσσών!

Ακολουθεί η Ιαμβική Καταβασία της ΣΤ΄ Ωδής
.
Ωδή ΣΤ΄ Ειρμός.

Ιλασμός ημίν Χριστέ και σωτηρία.
Ο Δεσπότης έλαμψας εκ της Παρθένου.
Ιν’ ως προφήτην θηρός εκ θαλαττίου
Στέρνων Ιωναν της φθοράς διαρπάσης.
Όλον τον Αδάμ, παγγενή πεπτωκότα.

Σε ελεύθερη μετάφραση:
Ως εξιλέωση και σωτηρία Χριστέ. Έλαμψες σαν ήλιος συ ο Δεσπότης από την Παρθένο. Όπως άρπαξες τον προφήτη Ιωνά από τα σπλάχνα του θαλασσινού θηρίου, εσύ άρπαξες τον Αδάμ και όλο το ανθρώπινο γένος για να το σώσεις  από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου.





Ακολουθεί η Ιαμβική Καταβασία της Ζ΄ Ωδής.

Ωδή Ζ΄ Ειρμός.

Σύμφωνον εθρόησεν οργάνων μέλος
Σέβειν το χρυσότευκτον άψυχον βρέτας.
Η του Παρακλήτου δε φωσφόρος Χάρις
Σεβασμιάζει του βοάν. Τριάς Μόνη,
Ισοσθενής, Άναρχος, ευλογητός εί!

Ελεύθερη μετάφραση:
Δυνατά αντήχησε η μελωδία των μουσικών οργάνων (του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα) για να προσκυνήσουν την άψυχη χρυσή του εικόνα).
Αλλά η φωτοφόρα Χάρη του Αγίου Πνεύματος μας παρακινεί με σεβασμό να ψάλλουμε με δύναμη
Άξια δοξολογίας είσαι συ η μόνη Αγία Τριαδική Θεότητα, Ισοδύναμη που δεν έχεις αρχή και τέλος.
Ο ιερός Υμνωδός που έγραψε αυτό τον Ιαμβικό Ειρμό αναφέρεται στο βιβλίο της Αγίας Γραφής ΔΑΝΙΗΛ Κεφάλαιο Γ...Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς εποίησεν εικόνα χρυσήν ΄τψος αυτής πήχεων εξήκοντα. Εύρος αυτής πήχεων εξ. Και έστησεν αυτήν εν πεδίω Δεειρά εν χώρα Βαβυλώνος…Και απέστειλε συναγαγείν τους υπάτους και τους στρατηγούς και τους Τοπάρχας, ηγουμένους και τυράννους..ελθείν εις τα εγκαίνια της εικόνος.
Και συνήχθησαν πάντες οι άρχοντες των χωρών.. Και ο κήρυξ εβόα εν ισχύι:
Αν ώρα ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγος τε, και κιθάρας. Σαμβύκης τε και ψαλτηρίου. Συμψωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες προσκυνείτε τη εικόνι τη χρυσή. Και ος αν μη πεσών προσκυνήση...εμβληθήσεται εις την κάμινον του πυρός την καιομένην. Όμως οι τρεις παίδες Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ δεν προσκύνησαν την χρυσή εικόνα. Οργισμένος ο βασιλιάς διέταξε να τους ρίξουν μέσα στο φλεγόμενο καμίνι που το είχαν εκκαύσει επτά φορές περισσότερο.
…Τότε Ναβουχοδονόσορ επλήσθη θυμού και η όψις του προσώπου αυτού ηλλοιώθη επί Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ. Και είπεν εκκαύσαι την κάμινον επταπλασίως…οι τρεις ούτοι έπεσον εν μέσω της καμίνου πυρός της καιομένης πεπεδημένοι. Και περιεπάτουν εν μέσω της φλογός υμνούντες τον Θεόν και ευλογούντες τον Κύριον!
Οι τρεις ευσεβείς νέοι σώθηκαν από τον βέβαιο θάνατο. Και μέσα από το καμίνι προσευχήθηκαν στον Παντοδύναμο Θεό για το θαύμα της σωτηρίας τους.




Συνεχίζουμε με την Ιαμβική Καταβασία της Η΄ Ωδής.

Ωδή Η΄ Ειρμός.

Λύει τα δεσμά και δροσίζει την φλόγα
Ο τρισοφεγγής της Θεαρχίας τύπος
Υμνούσι παίδες, ευλογεί δε τον Μόνον
Σωτήρα και παντουργόν, ως ευεργέτην.
Η δημιουργηθείσα σύμπασα κτίσις!


Σε ελεύθερη μετάφραση:
Λύει τα δεσμά (των τριών παίδων) και δροσίζει τη φλόγα (μεταβάλλει τη φλόγα σε δροσιά) η προτύπωση της Τριαδικής Θεότητας. Σαν τριπλός ήλιος φωτίζει και ακτινοβολεί. Γι’ αυτό υμνούν οι τρεις παίδες και δοξολογεί σαν Ευεργέτη και Σωτήρα και Δημιουργό των πάντων όλη γενικά η κτίσις που είναι δημιούργημα του Θεού. 
Τέλος στην Θ΄ Ωδή ψάλλεται η Ιαμβική Καταβασία.

Ωδή Θ΄ Ειρμός:
Χαίροις Άνασσα Μητροπάρθενον κλέος!
Άπαν γαρ ευδίνητον εύλαλον στόμα.
Ρητρεύον, ού σθένει σε μέλπειν αξίως.
Ιλιγγιά δε νους άπας σου τον τόκον Νοείν.
Όθεν σε συμφώνως δοξάζομεν!

Σε ελεύθερη μετάφραση:
Χαίρε εσύ βασίλισσα που είσαι η δόξα των μητέρων και των παρθένων.
Κάθε ευκίνητο και γλυκόλαλο στόμα που ρητορεύει δεν μπορεί επάξια να σε υμνολογήσει. Και κάθε ανθρώπινος νους ζαλίζεται στην προσπάθεια να κατανοήσει τον υπερθαυμαστό τρόπο της γέννας σου. Γι’ αυτό με μια φωνή όλοι οι πιστοί Θεοτόκε σε δοξολογούμε.
Υπάρχουν πολλά ωραιότατα Ιαμβικά Τροπάρια που ακολουθούν τους Ιαμβικούς Ειρμούς. Για τα Τροπάρια αυτά θα γίνει αναφορά σε άλλο άρθρο.

Αντώνης Τενέδιος

http://www.dimokratism.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=538%3A2009-06-15-17-36-22&Itemid=71