Πέμπτη 23 Μαΐου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Παραλύτου

Το θαύμα αυτό ορίστηκε να εορτάζεται τώρα μέσα στην Πεντηκοστή, γιατί ο Χριστός το έκανε κατά την περίοδο της Πεντηκοστής των Εβραίων. Ανέβηκε δηλαδή, κάποτε στα Ιεροσόλυμα για την εορτή της Πεντηκοστής και πήγε στην κολυμπήθρα (δεξαμενή) με τις πέντε στοές, που την είχε φτιάξει ο Σολομών και ονομαζόταν Προβατική.


Είχε αυτό το όνομα είτε επειδή εκεί γινόταν το πλύσιμο των εντοσθίων των ζώων που θυσιάζονταν, είτε γιατί εκεί γινόταν υγιής όποιος έμπαινε μέσα πρώτος (πρό+βαίνω=προβατική) μετά την αναταραχή του νερού από άγγελο Κυρίου, πράγμα που συνέβαινε μόνο μία φορά το χρόνο.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον παράλυτο, που ονομαζόταν Ίαρος, έρχεται ο Χριστός και τον ρωτάει αν θέλει να γίνει υγιής. Κι εκείνος Του παρουσιάζει το πρόβλημά του, ότι δηλαδή δεν έχει άνθρωπο να τον βάλει στην κολυμπήθρα, όταν ταραχθεί το νερό. Κι ο Χριστός γνωρίζοντας πόση υπομονή έχει κάνει τόσα χρόνια, του λέει: «Σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα». Κι αμέσως έγινε καλά. Απ’ αυτό βλέπουμε πόσο μεγάλο καλό είναι η υπομονή κι η καρτερικότητα. Κι ο πρώην παράλυτος σήκωσε το κρεβάτι του (για να μη νομισθεί ότι η θεραπεία του ήταν μόνο στα λόγια) κι έφυγε για το σπίτι του.

Επειδή όμως ήταν Σάββατο, τον μάλωναν οι Ιουδαίοι, γιατί δεν επιτρεπόταν ούτε να σηκώνει κανείς το κρεβάτι του ούτε και να βαδίζει περισσότερο δρόμο απ’ όσον όριζε ο νόμος για το Σάββατο. Αυτός όμως τους απαντούσε ότι τέτοια εντολή είχε από Εκείνον που τον θεράπευσε: Να περπατήσει σηκώνοντας το κρεβάτι του και να πάει στο σπίτι του, έστω κι αν ήταν Σάββατο. Δε γνώριζε όμως ποιος ήταν Αυτός που τον έκανε καλά, γιατί ο Χριστός εκμεταλλεύθηκε τον πολύ κόσμο και κρύφτηκε μέσα στο πλήθος.
Μετά απ’ αυτά τον ξαναβρίσκει ο Χριστός στο Ιερό και του λέει: «Κοίταξε, έγινες καλά. Πρόσεξε μην αμαρτήσεις πλέον, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο».
Μερικοί λένε ότι το είπε αυτό ο Χριστός γιατί αυτός ήταν εκείνος που επρόκειτο να Του δώσει ράπισμα, όταν θα ήταν μπροστά στον αρχιερέα Καϊάφα και ότι του έλαχε πλέον όχι το βάσανο της παραλύσεως όπως πριν, αλλά το να βασανίζεται στο αιώνιο πυρ για ολόκληρη την αιωνιότητα. Το πιο ορθό όμως είναι ότι ο Κύριος με τα λόγια αυτά έδειξε ότι η παράλυσή του οφειλόταν στις αμαρτίες του. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι κάθε ασθένεια προέρχεται από τις αμαρτίες. Άλλες έχουν φυσικά αίτια, άλλες την πολυφαγία, άλλες την αδιαφορία και πολλά άλλα.
Ο παράλυτος, όταν έμαθε ότι ο Χριστός ήταν ο ευεργέτης του, το έκανε γνωστό στους Ιουδαίους. Αυτοί τότε θεώρησαν ότι ο Χριστός με τη θεραπεία που έκανε κατέλυσε την αργία του Σαββάτου. Αποφάσισαν, λοιπόν, να αντιδράσουν κι έψαχναν να βρουν ευκαιρία να Τον θανατώσουν. Ο Χριστός όμως συνομιλούσε φανερά μαζί τους και δίδασκε ότι είναι δίκαιο και πρέπον να ευεργετούμε κατά την ημέρα του Σαββάτου. Κι ακόμη, ότι Αυτός είναι Εκείνος ο οποίος εδίδαξε την αργία του Σαββάτου και επειδή είναι ίσος με τον Πατέρα, εργάζεται κι Αυτός, όπως ακριβώς εργάζεται και ο Πατήρ…
Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι άλλος είναι ο σημερινός παραλυτικός και άλλος εκείνος που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Εκείνο το θαύμα που αναφέρει για τον παράλυτο ο Ματθαίος, έγινε σε σπίτι. Εκεί υπηρετούσαν τον άρρωστο άνθρωποι διάφοροι και αυτός άκουσε απ’ το στόμα του Χριστού: «Αφέωνται σοι αι αμαρτίαι». Το σημερινό όμως θαύμα έγινε σε μία στοά της Προβατικής Κολυμπήθρας. Τούτος ο παράλυτος δεν είχε κανέναν άνθρωπο να τον βοηθήσει, όπως λέει το ιερό Ευαγγέλιο, και σήκωσε και αυτός το κρεβάτι του, όπως εκείνος.
Το θαύμα αυτό εορτάζεται σήμερα, επειδή έγινε την περίοδο της Πεντηκοστής των Εβραίων, όπως και το γεγονός με τη Σαμαρείτιδα και το θαύμα της θεραπείας του τυφλού. Έτσι τα σχετικά με το Θωμά και τις Μυροφόρες τα εορτάζουμε για να βεβαιωνόμαστε στην πίστη μας για την Ανάσταση του Χριστού, επειδή ήταν αυτόπτες και ερευνητικοί μάρτυρες. Τα υπόλοιπα γεγονότα όμως μέχρι της Αναλήψεως τα εορτάζουμε, επειδή συνέβησαν -όπως είπαμε- κατά την περίοδο της εορτής της Πεντηκοστής των Εβραίων κι επειδή αυτά τα αναφέρει σχεδόν όλα μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, του οποίου το Ευαγγέλιο διαβάζεται κατά την εκκλησιαστική αυτή περίοδο. Αμήν.

Παρασκευή 17 Μαΐου 2024

Αναγνώστου Απόστολος 1922 - 2024.

 


Αναγνώστου Απόστολος 1922 - 2024.

Ένας αξιόλογος συνάνθρωπός μας, ένας δραστήριος συμπολίτης μας, έφυγε από τη ζωή την Μεγάλη Τετάρτη Πρωτομαγιά του 2024 και κηδεύτηκε με την αύριο Μεγάλη Πέμπτη 2 Μαΐου.

Αναγνώστου Απόστολος 1922 - 2024. Μια ζωή ενός αιώνος και πλέον, μια ζωή μέσα στα δύσκολα και τα εύκολα,  μέσα στις χαρές, και τις λύπες, μέσα στις ανατροπές ενός ολόκληρου αιώνος. Γνώρισε τις λύπες του αιώνος αυτού, γνώρισε πολέμους, γνώρισε δυστυχίες, γνώρισε ανατροπές, γνώρισε την προσφυγιά της μικρασιατικής καταστροφής, γνώρισε τις μεγάλες δυστυχίες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου 1940, 41, 42, 43, 44 γνώρισε Γερμανό κατοχή, γνώρισε πείνα, γνώρισε δυστυχία.

Μαθητικά και φοιτητικά χρόνια μέσα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Μαθητής της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να πηγαίνει από το Λισβόρι όπου γεννήθηκε και κατοικούσε, στον Πολιχνίτο με τα πόδια.  αργότερα στο Πλωμάρι κοντά στο θείο του τον παπα - Στρατή τον Αναγνώστου,   πατέρα του κυρού  Μητροπολίτου Ιερισσού Νικοδήμου Αναγνώστου, από τον οποίο γαλουχήθηκε μέσα στα νάματα της εκκλησίας, αλλά και  μυήθηκε στα νάματα της βυζαντινής μουσικής.

Κατόρθωσε να πάρει το πτυχίο του για να διοριστεί αργότερα καθηγητής φυσικός. Όμως αν και σπούδασε τη φυσική, τη θετική επιστήμη, δεν υστέρησε καθόλου και στη θεωρητική. ‘Άριστος χειριστής του λόγου. άριστος γνώστης της νεοελληνικής γλώσσης,  άριστος γνώστης της ιστορίας μας την οποία γλαφυρότατα μετέδιδε όχι μόνο στις τάξεις όπου δίδασκε, αλλά και με όποιον συναναστρεφόταν

Βέβαια υπήρξαν και τα ευτυχή γεγονότα της περιόδου αυτής στη ζωή του. Ο γάμος του με την πρώτη σύζυγό του τη Χαρίκλέια την οποία δυστυχώς έχασε γρήγορα, αλλά και η απόκτηση των 3 κοριτσιών του, τα οποία μεγάλωσαν  δίδοντας τους  τα καλύτερα εφόδια για τη ζωή τους.

Είναι όμως και η σχέση του με την εκκλησία και το ιερό ψαλτήριο. Άριστος γνώστης της βυζαντινής μουσικής.  άριστος ιεροψάλτης, εμμονμικός με το τυπικό της εκκλησίας,  υπηρέτησε το ιερό ψαλτήριο διαφόρων ναών,  δημιουργώντας χορωδίες διδάσκοντας τη βυζαντινή μουσική και υπηρετώντας με όλο του το είναι το ιερό ψαλτήριο.

Στο ναό μας υπηρέτησε το ψαλτήρι επί σειράν ετών με ζήλο και μεράκι, Έψαλλε από το 1995, μέχρι και την ηλικία των 95 ετών, δημιούργησε χορωδίες και κατόρθωσε να αφήσει συνεχιστή στο έργο του την πρεσβυτέρα κυρία Μαρία Αλεντά. Ακόμα και όταν έχασε το φως του παρέμεινε στο ψαλτήρι ψάλλοντας από στήθους.

Στις ενοριακές εξορμήσεις  μας πρώτος και καλύτερος. Άριστος συνεργάτης και βοηθός μου με τις γνώσεις του,  το σπινθηροβόλο πνεύμα του, με τα αστεία και ανέκδοτα του,  όλος ο κόσμος τον αποζητούσε να είναι μαζί μας.

Στην εφημερίδα της ενορίας μας «Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΕΝΠΟΡΙΑΣ»  υπάρχουν  δημοσιευμένα αρκετά κείμενα που φέρουν την υπογραφή του και αφορούν την ιστορία του τόπου μας,  την ιστορία του χωριού μας, τα ήθη και τα έθιμα και πολλά άλλα λαογραφικά στοιχεία. 

Το 2020 έγινε η βράβευσή του   ως του γηραιότερου φυσικού εκπαιδευτικού 98 ετών.  (έγιναν και βραβεύσεις μαθητών ,τριών στην ημερίδα που διοργάνωσαν οι φυσικοί της Λέσβου με θέμα Αστροφυσική Συγχαρητήρια δόθηκαν σε όλους τους συντελεστές και ειδικά στο κ. Απόστολο για το μεστό του λόγο παρά την ηλικία το ! Κύριε Απόστολε να περάσεις τα εκατό και εμείς να απολαμβάνουμε τη διαύγεια του μυαλού σου!

Θέλω ακόμα να σημειώσω και για την ιδιαίτερη αγάπη που έδειχνε σε μένα προσωπικά.  Δείγμα αυτής της αγάπης του ήτανε και η επί ενός μηνός παραμονή του στην Αθήνα δίπλα σε μένα όταν το 1996 αντιμετώπιζα ένα πρόβλημα υγείας.

Ταλαιπωρήθηκε βέβαια στο τέλος της ζωής του λόγω γηρατειών, όμως η δεύτερη σύζυγός του η κυρία Άννα στάθηκε ακοίμητος φρουρός και αρωγός δίπλα του.

Απόστολε, αξέχαστε μας Απόστολε, γαίαν έχεις ελαφράν.

Να είναι στρωμένος με εύοσμα άνθη ο δρόμος που βαδίζεις τώρα.

Καλό Παράδεισο,  καλή Ανάσταση.

 Δεν σε ξεχνάμε.

 

π..  ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΑΛΕΝΤΑΣ

 

 

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Κυριακή των Μυροφόρων
Κυριακή των Μυροφόρων σήμερα, αδελφοί μου, μετά την Κυριακή του Θωμά ή Αντίπασχα, και δικαιολογημένα, διότι οι μυροφόρες γυναίκες είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως του Κυρίου μας, αφού αυτές πήγαν «λίαν πρωί της μιας των σαββάτων» στο μνημείο του Χριστού, το βρήκαν κενό, άκουσαν από τον άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, είδαν τον Αναστάντα Κύριο και πήραν εντολή να μεταφέρουν το αναστάσιμο μήνυμα και στους αποστόλους . Μαζί με τις μάρτυρες της Αναστάσεως, τις Μυροφόρες, εορτάζουμε και τους μάρτυρες τα Tαφής του Χριστού, τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, οι οποίοι ζήτησαν το Άγιο Σώμα του Χριστού από τον Πιλάτο, και το ενταφίασαν σε δικό τους μνημείο.
Γράφει ο Φίλων ο Ιουδαίος : «για ποιο λόγο όλες οι αρετές είναι γένους θηλυκού, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, η ανδρεία και οι υπόλοιπες ; Διότι για την απόκτηση των αρετών είναι προθυμότερες οι γυναίκες από τους άνδρες». Η σημερινή όμως εορτή αποδεικνύει ότι και οι άνδρες και μάλιστα οι ευσχήμονες βουλευτές Νικόδημος και Ιωσήφ, διέθεταν τόλμη και αγάπη σαν αυτή των γυναικών.
Πράγματι και οι Μυροφόρες και οι δύο Βουλευτές είχαν περισσή τόλμη και αγάπη. Οι γυναίκες ακολουθούσαν τον Χριστό στην επίγεια δράση του και τον διακονούσαν με δικά τους έξοδα, σημειώνει ο Ευαγγελιστής . Βυθισμένες στον πόνο και το δάκρυ συνόδευσαν τον Χριστό στον Γολγοθά και του παραστάθηκαν μόνο αυτές, ώστε να αναπαύει το πονεμένο βλέμμα του ο Εσταυρωμένος στην αγάπη τους . Και μετά την ταφή Του και  πάλι η αγάπη τους αγρυπνεί . «Λίαν πρωί» ξεκινούν για το μνημείο για να προσφέρουν τα μύρα της καρδιάς τους .
Η πραγματική αγάπη έχει συνακόλουθή της την τόλμη. Τολμούν να ακολουθούν τον Χριστό δημόσια, όντας γυναίκες, τολμούν να βρίσκονται μεταξύ των σταυρωτών, μόνες αυτές οδυρόμενες, τολμούν να τον ενταφιάσουν. Τολμούν να κυκλοφορήσουν νύχτα παρά τις συνήθειες των γυναικών, τολμούν να αντιμετωπίσουν τη ρωμαϊκή κουστωδία, που φύλαγε τον Τάφο, τολμούν και τον λίθο να αποκυλίσουν, αρκεί να δείξουν την αγάπη στον Μεγάλο Νεκρό.
Αλλά και οι βουλευτές Ιωσήφ και Νικόδημος δεν υστερούσαν στην αγάπη και την τόλμη. Διαθέτουν και οι άνδρες αποθέματα αληθινής αγάπης και στοργής, αλλά δεν έχουν τον τρόπο να τη δείξουν, όπως οι γυναίκες. Την κρύβουν προσεκτικά, αλλά την αποκαλύπτουν εξαιρετικά τολμώντας πράξεις αγάπης. Ο Νικόδημος επισκέφθηκε κρυφά τον Χριστό «νυκτός», άκουσε την υψηλή διδασκαλία του και πίστευσε. Έπειτα, μέσα στη συναγωγή, υποστήριξε έμμεσα τον Χριστό, συμβουλεύοντας να μην βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα εναντίον Του. «Αν δεν είναι από Θεού, θα καταρρεύσει σαν άνθρωπος».
Πάντως το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Χριστού τολμούν και οι δύο να παρουσιαστούν στον Πιλάτο και να ζητήσουν το σώμα του Χριστού αποδεικνύει και τη βαθιά αγάπη τους στον Χριστό και την ανεπανάληπτη τόλμη τους μέσα στο εχθρικό κλίμα που επικρατούσε κατά του Χριστού.
Εκείνοι οι μακάριοι άνδρες και γυναίκες αγάπησαν τον Χριστό, τόλμησαν να φανερώσουν την αγάπη τους και πλήρωσαν το τίμημά της με διάφορα μαρτύρια . Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας τους τιμά σήμερα .
Εμείς οι χριστιανοί αγαπούμε τον Χριστό ; «Εί τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ήτω ανάθεμα». Όποιος δεν αγαπά τον Κύριο Ιησού Χριστό να είναι αναθεματισμένος, χωρισμένος από το σώμα της Εκκλησίας, λέγει ο απόστολος Παύλος .
Η αγάπη τροφοδοτεί τη ζωή, συγκρατεί τον άνθρωπο στη ζωή. Αν για ένα μόνο λεπτό συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι δεν τον αγαπάει κανείς θα αυτοκτονήσει, λέγει κάποιος φιλόσοφος .
Και είναι αλήθεια όλοι αγαπούμε και όλοι θέλουμε να μας αγαπούν. Αγαπούμε τη μητέρα μας, τον πατέρα μας, τα αδέλφια μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, τους συζύγους  μας και όποιους άλλους επιλέξαμε από τον περίγυρό μας . Το ίδιο νιώθουμε ότι αγαπιόμαστε από τους άλλους . Και έχουμε τη δυνατότητα να εκφράζουμε τα συναισθήματα της αγάπης καθώς μας, τα αδέλφια μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, τους συζύγους μας και όποιους άλλους επιλέξαμε από τον περίγυρό μας . Και έχουμε τη δυνατότητα να εκφράζουμε τα συναισθήματα της αγάπης καθώς ως άνθρωποι και βλεπόμαστε και είμαστε κοντά-κοντά . Όμως αγαπούμε τον Χριστό ; Αν η αγάπη προς τους ανθρώπους τροφοδοτεί την επίγεια ζωή, η αγάπη για τον Θεό και από τον Θεό για μας συνιστά την Αιώνιο Ζωή, τροφοδοτεί τον Παράδεισο.
Αγαπούμε τον Χριστό ; Όποιος δεν αγαπά τον Χριστό είναι αποκομμένος, λέγει ο απόστολος . Τον αγαπούμε, αλλά ίσως αναρωτιόμαστε πώς να το δείξουμε.
Πολλοί τρόποι υπάρχουν να αποδείξουμε ότι αγαπούμε τον Χριστό. «Αν με αγαπάτε», λέγει ο ίδιος ο Κύριος, «θα τηρήσετε τους λόγους μου». Πρώτα-πρώτα νιώθουμε ευχαρίστηση και χαρά μελετώντας τα λόγια του Χριστού; Είναι γλυκά τα λόγια του σαν το μέλι στον λάρυγγά μας ; Αυτό είναι απόδειξη ότι τον αγαπούμε. Και ακόμη, η εφαρμογή των λόγων του είναι η τρανώτερη απόδειξη της αγάπης μας .
Θέλετε και άλλη απόδειξη ; Λαχταρούμε την ώρα της προσευχής και της συνομιλίας μαζί με τον Χριστό, όπως μας συμβαίνει με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, ποθούμε να ευρισκόμαστε στον Οίκο Του, στον Ναό Του, όπου μας περιμένει στοργικά ; Προσέχουμε τη ζωή μας, για να μην Τον σταυρώνουμε με τις αμαρτίες και τις αταξίες μας ; Αλλά και τους συνανθρώπους μας αν αγαπούμε, τον Χριστό αγαπούμε. Γιατί, λέγει, αν ισχυρίζεστε ότι αγαπάτε τον Θεό, αλλά μισείτε τον συνάνθρωπό σας, είστε ψεύτες . Η αγάπη στον πλησίον και στον ελάχιστο αδελφό στον Θεό μεταβαίνει .
Πολλά θα είχαμε να πούμε ακόμη για την αγάπη. Να ελέγξει ο καθένας τον εαυτό του, αν αγαπάει τον Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή του, και τότε θα βρει και την τόλμη να εφαρμόσει στη ζωή του τον νόμο Του. Γιατί η χριστιανική ζωή χρειάζεται τόλμη.
Να προσευχόμαστε ιδιαίτερα να γεμίσει ο Θεός την καρδιά μας, από την αγνή και αγία αγάπη του δια πρεσβειών των Μυροφόρων και των αγίων Ιωσήφ και Νικοδήμου και για να αξιωθούμε μετά την επίγειο ζωή μας να συναντήσουμε τον αγαπώμενο Κύριο και για να τον απολαύσουμε στον παράδεισο. Γιατί, αδελφοί μου, όποιος δεν αγάπησε τον Χριστό από αυτή τη ζωή, δεν θα τον δει ποτέ .
Του Βεροίας Παντελεήμονος.   

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ




Όποιος μελετήσει με αντικειμενικότητα τα Ευαγγέλια θα διαπιστώσει ότι λένε πάντα την αλήθεια! Δεν αναφέρουν λ.χ. οι ευαγγελιστές πότε ακριβώς ο Κύριος αναστήθηκε (αφού δεν το γνωρίζουν), αλλά αναφέρονται μόνο στον κενό τάφο και τις εμφανίσεις του αναστάντος επί 40 ημέρες, σε συγκεκριμένους ανθρώπους-μαθητές του Χριστού, σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, όλες τις ώρες της ημέρας, και χωρίς να χρησιμοποιούν συναισθηματικά φορτισμένα και ωραιοποιημένα λογοτεχνικά σχήματα. Οι διηγήσεις τους παρουσιάζονται απλές, λιτές και όχι εκδικητικές (γι’ αυτούς που συνέργησαν στο φόνο του Ιησού). Ο Χριστιανισμός, σύμφωνα και με τον Ρενάν, στηρίζεται πάνω σε έναν άδειο τάφο! Απέμεινε λοιπόν κενός ο τάφος; Άρα κάποιος πράγματι ετάφη πρωτύτερα εκεί! Ιστορικό γεγονός λοιπόν η ανάσταση και επαληθεύεται από τις μαρτυρίες πολλών αυτοπτών μαρτύρων (όπως και κάθε ιστορικό γεγονός), που είδαν τον αναστάντα, σε 11 περιπτώσεις που αυτός εμφανίστηκε –σε μια απ’ αυτές εμφανίστηκε σε περισσότερους από 500 πιστούς συγχρόνως- σύμφωνα με τον άλλοτε διώκτη των χριστιανών και μετέπειτα απόστολο των εθνών Παύλο.
Το βράδυ της πρώτης ημέρας της αναστάσεως εμφανίστηκε ο Ιησούς στους συγκεντρωμένους, λυπημένους και φοβισμένους μαθητές, στο σπίτι του ευαγγελιστή Μάρκου, στο υπερώο του Μυστικού Δείπνου, ‘των θυρών κεκλεισμένων’. Στάθηκε στη μέση και τους είπε «Ειρήνη σ’ εσάς». Η Παράδοση και η Γραφή της Εκκλησίας μιλούν για ανάσταση του Κυρίου με το δικό Του σώμα και όχι ότι χρησιμοποίησε άλλο πνευματικό δήθεν σώμα: «Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου. ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ Ο ΙΔΙΟΣ. Ψηλαφίστε με και δείτε: Ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». Άλλωστε έφαγε μπροστά τους ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και κηρύθρα από μέλι (Λουκ. 24,38-43). Ο απ. Πέτρος μάλιστα λέγει ότι ο βασιλιάς Δαυίδ «μίλησε προφητικά για την ανάσταση του Χριστού, ο οποίος, ούτε εγκαταλείφθηκε στον άδη, ούτε ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ γνώρισε φθορά» (Ψλμ. 15,8). ΑΥΤΟΝ τον Ιησού τον ανέστησε ο Θεός (ως Θεάνθρωπο: Ιω. 1,1 & 1,14), και για το γεγονός αυτό ΟΛΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ» (Πράξ. 2,29-32). Ακόμη, πώς τον ονομάζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης «πρωτότοκον εκ των νεκρών» (Αποκ. 1,5), αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί με το δικό Του σώμα και αν δεν αποτελεί η δική Του σωματική ανάσταση τον τύπο της δικής μας, κατά την Δευτέρα Παρουσία, ανάστασης;  
Τους είπε πάλι ο Ιησούς «ΕΙΡΗΝΗ ΥΜΙΝ» και τους κάλεσε να δουν ότι είναι ο ίδιος και όχι, όπως είπαμε, κανένα φάντασμα. Οι μαθητές φοβήθηκαν στην αρχή, αλλά αμέσως μετά χάρηκαν όλοι. «Την ειρήνη σας αφήνω. Την δική μου ειρήνη σας δίνω», λέγει σε άλλο σημείο ο Ιησούς (Ιω. 14,27). Η ειρήνη αυτή του Χριστού, που σχετίζεται με τη νίκη του πάνω στο κοσμικό φρόνημα, στο θάνατο και την εξουσία πάνω στην αμαρτία (Ιω. 20,19-23), είναι πνευματικό αγαθό και έχει ουράνια προέλευση, αποκατέστησε δε δι’ αυτής την ένωση Ουρανού και γης. Δεν προέρχεται από την εκδούλευση στα πάθη, αλλά είναι δώρο του Παρακλήτου στα υιοθετημένα, δια του σταυρικού αίματος του Χριστού, παιδιά του Θεού (βλ. και Κολ. 1,20 & Ιω. 16,33), εν τη ενότητι του Σώματός Του και του Ταμείου του Πνεύματος, που είναι η Εκκλησία. Η τελική βέβαια και μόνιμη ειρήνη του Θεού, η ειρήνη του Πάσχα, θα λάμψει κατά την Εσχάτη Ημέρα της Έλευσης του Χριστού, οπότε θα κρίνει ζώντες και νεκρούς και θα αποκαταστήσει τη βασιλεία του Θεού.  
Στη συνέχεια ο Ιησούς, αφού φύσηξε στα πρόσωπά τους, τους λέγει: Λάβετε Πνεύμα Άγιο. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες. Σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι» (Ιω. 20,22-23). Δια του μυστηρίου επομένως της ιερωσύνης, χορήγησε ο Θεάνθρωπος ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΕΣΕΩΣ των αμαρτιών στους αποστόλους Του (και δι’ αυτών στους επισκόπους και ιερείς), δηλαδή στους ποιμένες της Εκκλησίας, και όχι γενικά στο ποίμνιο. Το ίδιο βλέπουμε να γίνεται και στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Σας βεβαιώνω, λέγει ο Χριστός, πως ότι κρατήσετε ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στον ουρανό. Και ό,τι συγχωρήσετε στη γη, θα είναι συγχωρημένο και στον ουρανό» (18,18). Δια της μετανοίας-εξομολογήσεως δηλαδή διαφαίνεται η έννοια της Εκκλησίας ως πνευματικού νοσοκομείου και όχι ιδεολογίας και ότι μέσω της μετανοίας επανευρίσκεται η χαμένη κοινωνικότητα του ανθρώπου.    
Ο ΘΩΜΑΣ, ένας από τους δώδεκα αποστόλους, απουσίαζε κατά την πρώτη συνάντηση του Ιησού με τους μαθητές, και όταν του είπαν ότι τους εμφανίστηκε έδειξε δυσπιστία και είπε ότι, αν δεν το δει με τα μάτια του και δεν ελέγξει τις πληγές Του, δεν θα το πιστέψει πως αναστήθηκε. Την επόμενη Κυριακή εμφανίστηκε με τον ίδιο τρόπο ο αναστημένος Ιησούς και κάλεσε αυτή τη φορά τον Θωμά να ψηλαφίσει τις πληγές Του, για να δει ότι είναι πράγματι ο ίδιος. «Μην αμφιβάλεις και πίστεψε», του λέγει. Ο Θωμάς απέβαλε τον αρχικό σκόπελο της πτωτικής λογικής και με δάκρυα στα μάτια, και γονατίζοντας μπροστά Του, ξεσπά με τα θαυμάσια λόγια: «ΕΙΣΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ» (Ιω. 20,28). Αυτή ήταν και είναι η πίστη της Εκκλησίας για τον Χριστό, όπως πολύ ωραία το γράφει η Α΄ Ιωάννου: «Είμαστε ενωμένοι με τον αληθινό Θεό μέσω του Υιού Του, του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός, αυτός είναι η αιώνια ζωή. Παιδιά μου, φυλαχθείτε από τους ψεύτικους θεούς» (5,20).   
Η Ανάσταση του Κυρίου είναι πνευματική ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ εμπειρία και όχι ιδεολογική σύλληψη. Οι εμφανίσεις του αναστάντος πραγματοποιήθηκαν στην εκκλησιαστική κοινότητα και όχι κατά μόνας, δεν αποτελούν δηλαδή ατομικές εμπειρίες. Ο Θωμάς είναι ο άνθρωπος που έχει ανάγκη την προσωπική συνάντηση με τον Χριστό και την εμπειρική επαλήθευση των όσων πιστεύει. Ο Χριστός το αναγνωρίζει αυτό, αρνείται εξάλλου την ιδεολογική πίστη, γι’ αυτό και δεν ‘μαλώνει’ τον Θωμά. Τον διορθώνει όμως όταν του λέγει ότι ανώτερη από δω και πέρα θα είναι η καρδιακή πίστη και η εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν, ακόμη κι όταν δεν θα είναι πια ορατά κοντά τους. Αρκεί πλέον, είναι σαν να του λέγει, η Παράδοση και εμπειρία της Εκκλησίας για να πιστέψει κανείς. Δεν χρειάζονται τόσο τα προσωπικά θαύματα και η ορθολογιστική αυτοψία, αφού αυτά είναι αναγκαία στους αδύναμους ως προς την πίστη και προς το κήρυγμα της Εκκλησίας. Εξάλλου με τη Θεία Ευχαριστία, ο Κύριος ζει μέσα στους πιστούς, δια του Αγίου Πνεύματος και καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. 
Η ευαγγελική περικοπή καταλήγει γράφοντας πως «Ο Ιησούς έκανε βέβαια και άλλα θαύματα μπροστά στους μαθητές Του, ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΡΑΜΜΕΝΑ σ’ αυτό εδώ το βιβλίο. Αυτά όμως γράφτηκαν για να πιστέψετε πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντας να έχετε δι’ αυτού τη ζωή» (Ιω. 20,30-31).  Οι απόστολοι επομένως μετέδωσαν πολύ περισσότερα δια στόματος απ’ όσα καταγράφτηκαν στα Ευαγγέλια. Αυτό λέγεται ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ και έχει το ίδιο κύρος στην Ορθοδοξία με την Αγία Γραφή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, στη δεύτερη (και στην Γ΄) επιστολή του γράφει: «Έχω πολλά ακόμα να σας γράψω. Δεν θέλησα όμως να το κάνω με χαρτί και μελάνι. Ελπίζω να σας επισκεφθώ και να τα πούμε από κοντά…» (στίχ. 12 & Γ΄ Ιω. στίχ. 13,14). Πολλές αλήθειες λοιπόν διασώθηκαν προφορικά, μέσω της λειτουργικής ζωής, του αρχικού κηρύγματος και αργότερα καταγράφτηκαν από τους Πατέρες και αγίους της Εκκλησίας και έμειναν ως απαραίτητο πνευματικό κτήμα της Εκκλησίας. Το γεγονός επισημαίνει ο απόστολος Παύλος, όταν λέγει: «Σας παραγγέλλουμε …. να αποφεύγετε κάθε αδελφό που είναι αργόσχολος και δε ζει σύμφωνα με την ΠΑΡΑΔΟΣΗ που ΠΑΡΕΛΑΒΕ ΑΠΟ ΜΑΣ» (Θεσσαλ. Β΄, 3,6). Σε άλλο σημείο ο Παύλος γράφει στους Κορινθίους: «Σας υπενθυμίζω αδελφοί το ευαγγέλιο που σας κήρυξα, το οποίο και παραλάβατε, στο οποίο και στέκεστε, δια του οποίου και σώζεστε, αν το κρατάτε στερεά, όπως σας το κήρυξα, εκτός αν μάταια πιστέψατε» (Α΄ Κορ. 15,1-2). Περί ποίου μηνύματος σωτηρίας ομιλεί ο Παύλος, αφού δεν είχε γραφεί ακόμη κανένα Ευαγγέλιο; Ακόμη: Μήπως καταγράφτηκαν κάπου οι διδασκαλίες και νουθεσίες του προς τους πρεσβυτέρους της Εφέσου, τους οποίους νυχθημερόν με δάκρυα στα μάτια ΔΙΔΑΣΚΕ ΓΙΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ; (Πράξ. 20,31). Όχι βέβαια! Μετεδόθησαν στην πρώτη Εκκλησία προφορικά, και πολλά άλλωστε από τα λόγια του Χριστού και των αποστόλων χάθηκαν. Διότι την Εκκλησία και τους πιστούς πρωτίστως ενδιέφερε να ζήσουν εμπειρικά το θείο μήνυμα και τις ζωηφόρες εντολές του Χριστού, τους ενδιέφερε η άμεση πνευματική κοινωνία με το Θεό, ενώ για λόγους ανάγκης (διδαχής αλλά και αντιαιρετικής προστασίας των πιστών) κατεγράφησαν αργότερα τα σπουδαιότερα σημεία της ζωής και του έργου του Κυρίου. 
Σαφώς λοιπόν πρόκειται για προφορικές αλήθειες-διδαχές, που μετέδιδαν οι απόστολοι περί του Θεού και της σωτηρίας μας –ιδιαίτερα για τον σταυρό και την ανάσταση του Κυρίου- και που ονομάστηκε αγία Παράδοση. Αργότερα το κήρυγμα των αποστόλων καταγράφτηκε, όπως προείπαμε, για πρακτικούς, απολογητικούς, ποιμαντικούς και κατηχητικούς λόγους. Υπενθυμίζουμε την κατάληξη σχεδόν της αποχαιρετιστήριας ομιλίας του αποστόλου των εθνών προς τους πρεσβυτέρους της Εφέσου, όταν αναφέρει πως πρέπει να ενθυμούνται τα λόγια του Κυρίου Ιησού «ΠΟΥ ΕΙΠΕ ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ: “ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣΤΕΡΟ ΝΑ ΔΙΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙ” (Πράξ. 20,35). Τα συγκεκριμένα λόγια του Ιησού δεν βρίσκονται πουθενά καταχωρημένα στα Ευαγγέλια. Άρα αντλεί ο Παύλος από την προφορική παράδοση της Εκκλησίας. Μην ξεχνάμε ακόμη: (α) ότι ο Χριστός «παρουσιάστηκε ζωντανός μετά τον θάνατό Του σ’ αυτούς (τους μαθητές Του) με πολλές αποδείξεις. ΓΙΑ 40 ΗΜΕΡΕΣ τούς εμφανιζόταν ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΙΛΟΥΣΕ σχετικά με τη βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 1,3), χωρίς να έχει καταγραφεί στην Καινή Διαθήκη το παραμικρό από το περιεχόμενο των λόγων Του (το οποίο βεβαίως έγινε πνευματικό κτήμα των αποστόλων), και (β) τα λόγια του ευαγγελιστή Ιωάννη, όταν λέει: «Υπάρχουν κι άλλα πολλά που έκανε ο Ιησούς, που αν γραφτούν ένα προς ένα, ΟΥΤΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ δε θα χωρούσε νομίζω τα βιβλία που θα ‘πρεπε να γραφτούν» (Ιω. 21,25). 
Επισημαίνουμε ακόμη και τα εξής:
Η ζωή πολλών ανθρώπων κινείται μεταξύ πίστεως και απιστίας, αποδοχής των μυστηρίων του Θεού και αμφιβολίας. Η ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ από μόνη της δεν αποτελεί πάντα κάτι το αρνητικό. Αν είναι γόνιμη τότε προβληματίζει θετικά τον άνθρωπο και, αντιμετωπιζόμενη εκκλησιοκεντρικά και μυστηριακά, μπορεί να οδηγήσει στη βαθειά πίστη και κατά χάριν γνωριμία με τον Θεάνθρωπο, όπως έγινε με τον Θωμά. Διαφορετικά, όταν η αμφιβολία αυτονομείται από την Κοινότητα των πιστών, οδηγεί στην απόρριψη και την απιστία. Ο Θωμάς εμπιστεύτηκε την αλήθεια της Εκκλησίας, των άλλων μαθητών και την αποκάλυψη του Θεού, γι’ αυτό αξιώθηκε να γευτεί και την προσωπική αποκάλυψη ότι ο Χριστός είναι Θεός και Κύριος. Τόσο ο Πέτρος (που τον αρνήθηκε τρεις φορές), όσο και ο Θωμάς (που φάνηκε δύσπιστος στην Ανάστασή Του) είχαν το θάρρος να μείνουν εν μετανοία στο ποίμνιο του Χριστού και μετείχαν και πάλι της Θείας Χάριτος όπως οι υπόλοιποι μαθητές [και οι άλλοι μαθητές επίσης δεν πίστεψαν εξαρχής. Δεν ήσαν πιο πιστοί από τον Θωμά, όπως φαίνεται στα ιερά κείμενα]. Ταπεινώθηκαν και καταστάθηκαν σκεύη εκλογής. Αντίθετα, ο Ιούδας προτίμησε την απομόνωση, την διανοητική αίρεση, την απομάκρυνση από τη θεία λατρεία και φυσικά από τη Θεία Χάρη. 
   Εκεί που θεραπεύονται, με την εμφάνιση και τη Χάρη του Αναστημένου, η αρχική ολιγοπιστία, ο φόβος, η δειλία –αισθήματα που παίδευαν τους αποστόλους μετά τον θάνατο του Ιησού- εκεί τα γεγονότα είναι αληθινά και δεν χωρούν παραισθήσεις. Ο αναστάς Κύριος εμφανίζεται και δίνει παρηγοριά και θάρρος, φυγαδεύει την προσωπική αποτυχία, τα αισθήματα εγκατάλειψης, επουλώνει τραύματα, εγκαινιάζει τη νέα ζωή των εσχάτων, πάντοτε ιστορικά, υπαρξιακά και πνευματικά, όχι μυθιστορηματικά, γεγονός που φανερώνει η μετέπειτα ΠΛΗΡΩΣ ΑΛΛΑΓΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ, όπως φαίνεται στις Πράξεις των Αποστόλων. Ο Χριστός άλλωστε, που είναι η Αυτοζωή, είχε αναστήσει τον τετραήμερο νεκρό Λάζαρο και με την Μεταμόρφωσή Του οδήγησε την Πρώτη Εκκλησία Του στο νόημα της χριστιανικής ζωής: «Θαρσείτε. Ο Κύριος ζει!» Το νόημα της ζωής βρίσκεται: Στην προσωπική και πνευματική αναγέννηση, στην Χριστοκεντρική ερμηνεία της καθημερινότητάς μας, στην έλευση του Παρακλήτου ώστε να φωτίσει τις σκοτεινές πτυχές και να διώξει τους μύχιους φόβους μας, στην μυστηριακή ένωση με τον Κύριο, στο ξεπέρασμα του θανάτου και τη χαρά της αναστάσεώς μας, και τέλος, στην προσμονή της αιώνιας ζωής και την χαρισματική ένωση των εν μετανοία και εν καθάρσει ζώντων πιστών με τον αναστάντα Θεάνθρωπο.
Τέλος, το θάρρος, η επιμονή, η υπομονή, και η μετάνοια είναι που σώζουν τον άνθρωπο. Η απιστία στα δύσκολα δείχνει δειλία και ανευθυνότητα. Ο Χριστός αναζητεί φίλους, αδελφούς, αλλά και αγωνιστές στο όνομά Του: «Όποιος με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου» (Ματθ. 10,33). Η βοήθειά Του στα δύσκολα χρόνια που ζούμε παραμένει, από τότε, αμείωτη: «Θα είμαι μαζί σας πάντα, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου» (Ματθ. 28,20), αναφέρει ο ίδιος. Η ζωντανή πίστη είναι καθημερινός αγώνας. Σκέπη και θεία αρωγή παραμένει όμως ο αναστάς Θεάνθρωπος: «Όπου δύο ή τρεις είναι ΣΥΝΑΓΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους» (Ματθ. 18,20). Συναγμένοι πού; Στο Σώμα Του φυσικά, δηλαδή στην Εκκλησία, όχι στην απομόνωση, όχι στον ατομικό διαλογισμό, αλλά στην μεταμορφωμένη δια της αγάπης και των μυστηρίων καθημερινή ζωή των πιστών.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ ἐπί τῶ Ἁγίῳ Πάσχα

 Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

ἐπί τῶ Ἁγίῳ Πάσχα

Ι Α Κ Ω Β Ο Σ

ἐλέῳ καί χάριτι Θεοῦ

Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως

Μυτιλήνης, Ἐρεσσοῦ καί Πλωμαρίου

Πρός

τόν Ἱερόν Κλῆρον

τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες

καί τόν εὐλογημένον λαόν τῆς Ἐπαρχίας μας

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί περιπόθητα

΄΄ Χριστός Ἀνέστη ΄΄

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ τή ὑψίστη δωρεά τοῦ οὐρανοῦ στή γῆ. Συνθέτει τό ὑπέρλογο γεγονός τῆς πίστεώς μας , πού ἔδωσε τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά γίνει γνήσιος δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί ἀληθινό τέκνο τῆς Χάριτός Του. Ὑπενθυμίζει τήν ἀνεκτίμητη προσφορά τοῦ ΄΄ἐκ νεκρῶν Ἀναστάντος ΄΄ Κυρίου μας, πού ὡς νέος Ἀδάμ μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τά δεσμά τοῦ θανάτου καί τῆς φθορᾶς, πού ἐγκαινίασε ὁ παλαιός Ἀδάμ. Φανερώνει τό κορυφαῖο γεγονός τῆς Θείας Οἰκονομίας , τό ὁποῖο διακηρύττει ἀδιαλείπτως τήν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ΄΄ Θάνατος ἐλύθη, ἅδης κατακρημνίσθηκε, Παράδεισος ἀνοίχθηκε, ὁ οὐρανός ἄνοιξε, δαίμονες φιμώθηκαν, ἀναστάσεως ἐλπίδες βλάστησαν ΄΄ ( ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος ).

Ἡ θεολογία μᾶς λέγει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη παρουσία στόν κόσμο ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Θέλοντας ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νά κινηθεῖ καί ἐξωτριαδικά , ἔδωσε τήν εὐκαιρία στόν κτιστό ἄνθρωπο νά γίνει

συμμέτοχος τῆς Θείας μακαριότητος καί δόξης Του. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἐρχόμενος ἐνώπιος ἐνωπίῳ μέ τήν πειρασμική πρόταση , ἐπέλεξε λόγῳ τῆς ἐλευθερίας του τό θάνατο καί ὄχι τή Ζωή , πού εἶναι ὁ Θεός. Γιατί δέν πλάστηκε γιά νά πεθάνει , ἀλλά γιά νά ζεῖ συνεχῶς. Δέν δημιουργήθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀφανισθεῖ κάποια στιγμή, ἀλλά νά ὑπάρχει αἰώνια.

Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος , παγιδευμένος στά γρανάζια τοῦ διαβόλου , ἀπώλεσε τήν φυσική ζωή καί ὁδηγήθηκε στό παρά φύσιν, χάνοντας ἔτσι ἀπό τόν ὁρίζοντα τό ὑπέρ φύσιν, πού ὄφειλε νά τείνει. Μέ ἄλλα λόγια : ἔχασε τήν Αἰωνιότητα, πού εἶναι ὄχι κάποια ἰδέα , ἀλλά τό Πρόσωπο τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μας, ἐπιλέγοντας μέ αὐτή τήν ἁμαρτωλή, λανθασμένη , ἐπιπόλαια καί ἄστοχη ἐνέργειά του ἀντί ΄΄γιά τά ἄφθαρτα τά φθαρτά, ἀντί γιά τά αἰώνια τά πρόσκαιρα, ἀντί γιά τά οὐράνια τά ἐπίγεια ΄΄.

Εὐεργετῶντας ὁ Θεός τό ἀνθρώπινο γένος μέ τήν παρουσία τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ , ἀποκορύφωσε τήν ἀγάπη Του στό μυστήριο τῆς Σταυρικῆς Θυσίας καί τῆς Ἔνδοξης Ἀναστάσεώς Του , ἀνοίγοντας ἔτσι τίς θύρες τοῦ Παραδείσου καί τῆς Αἰωνίου Ζωῆς.

Αὐτό τό ὁποῖο εἶπε ὁ Ἄγγελος στίς Μυροφόρες γυναῖκες ΄΄ ἠγέρθη, οὐκ ἐστιν ὧδε ΄΄ ( Μάρκ. 16, 6 ) βεβαιώνει ὅτι ὁ θάνατος δέν ἔχει πλέον ἰσχύ. Νικήθηκε ἀπό τόν Ἀρχηγό τῆς Ζωῆς. Κατατροπώθηκε ἀπό τόν ΄΄ αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου ΄΄ ( Ἰω. 1, 29 ). Καταργήθηκε ἀπό Ἐκεῖνον πού εἶπε ΄΄ Ἐγώ εἰμί ἡ ζωή καί ἡ ἀνάστασις ΄΄ ( Ἰω. 11, 25 ). Ἀφοπλίστηκε καί αἰχμαλωτίστηκε ἀπό Αὐτόν πού διαβεβαίωσε ὅτι ΄΄ Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται ΄΄ ( Ἰω. 11, 26 ).

Κανένας τρόμος , λοιπόν, γιά τό θάνατο δέν μπορεῖ νά σταθεῖ μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μπορεῖ νά ἐξακολοθοῦμε νά πεθαίνουμε σωματικά , ἀλλά φεύγουμε ἀπό τόν κόσμο μέ τήν ἐλπίδα τῆς κοινῆς Ἀναστάσεως κατά τή φοβερά ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας καί τῆς ἀνταπόδοσης τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἄν ζήσουμε ἐννοεῖται ἐν Χριστῳ Ἀναστάντι στήν παροῦσα ζωή.

Ὁ καθένας φυσικά ἔχει τά πιστεύω του καί μπορεῖ νά ἐνεργεῖ στή ζωή του , ὅπως ἐπιθυμεῖ. Ἐμεῖς , ὅμως, οἱ βαπτιζμένοι στό Ὄνομα

τῆς Ἁγίας Τριάδος πιστεύουμε ἀκράδαντα στήν Αἰώνια Ζωή πού εἶναι ὁ Χριστός καί πού συνεχίζεται διαρκῶς στήν Ἐκκλησία μας νά προσφέρεται ΄΄ πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ΄΄ ( Ματθ. 28, 20 ) στό γεγονός τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τό θέμα εἶναι ἐάν , ὅσο ζοῦμε ἐδῶ , ἔχουμε καλλιεργήσει τήν ἀγάπη μας στήν Αἰώνια Ζωή καί στό ΄΄ ἐπέκεινα ΄΄ μέ τή μνήμη θανάτου καί τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ , προκειμένου ἡ ἔξοδός μας ἀπό αὐτόν τόν κόσμου διά τοῦ σωματικοῦ θανάτου μας νά εἶναι σωτήρια καί ὄχι κολαστική.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Ὅσο δύσκολες καί ἀπογοητευτικές καί ἄν εἶναι οἱ μέρες πού διερχόμεθα – μέ τή συνέχιση τῶν πολέμων σέ διάφορα μέρη τοῦ πλανήτη, τήν ποικιλώνυμη καί πολυεπίπεδη κρίση στήν κοινωνία μας, τήν ἀπαξίωση τῆς οἰκογένειας καί τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου ἐν ὀνόματι μιᾶς διστρεβλωμένης ἑρμηνείας ἑνός ΄΄ διακαιωματισμοῦ ΄΄, γιά τόν ὁποῖον τόσο πολύ γίνεται λόγος- ὁ ἀγωνιζόμενος πιστός καί ἀνακαισμένος ἐν Χριστῶ ἄνθρωπος δέν ἀπελπίζεται , γιατί στηρίζεται στό ἀγκωνάρι τῆς πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας , πού διά μέσου τῶν αἰώνων ὁμολογεῖ καί λέγει: ΄΄ Ἀναστάς ὁ Ἰησοῦς ἀπό ΄΄ Ἀναστάς ὁ Ἰησοῦς ἀπό τοῦ τάφου, καθώς προεῖπεν, ἔδωκεν ὑμῖν τήν αἰώνιον ζωήν καί μέγα ἔλεος ΄΄


Μετά πολλῶν Πασχαλίων εὐχῶν





.

τοῦ τάφου, καθώς προεῖπεν, ἔδωκεν ὑμῖν τήν αἰώνιον ζωήν καί μέγα ἔλεος ΄΄.

Μετά πολλῶν Πασχαλίων εὐχῶν

Πέμπτη 25 Απριλίου 2024

Κυριακή των ΒαΐωνΚυριακή των Βαΐων


ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN
Ευλογημένος ο Ερχόμενος
(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».
Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».
ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Τετάρτη 17 Απριλίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για μεγαλη τεσσαρακοστη




Αγία Μαρία η Αιγυπτία

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή.
Όταν ήταν 12 χρονών ξέφυγε από την προσοχή των γονιών της και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού.
Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, ένοιωσε 3 έως 4 φορές κάποιαν αόρατη δύναμη μέσα της, που την εμπόδιζε να μπει, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα.
Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές.
Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν.
Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα.
Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη.
Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων. Εύχου υπέρ εμού».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μια από τις πιο εξαίρετες γυναικείες ασκητικές μορφές είναι και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Κάθε χριστιανός που θα διαβάσει τη ζωή της θα αντλήσει πολύ ωφέλιμα διδάγματα.
Επί 17 χρόνια ζούσε άσωτα μέσα στην ακολασία και την αμαρτία. Από μικρή παρασύρθηκε από το κακό της αμαρτίας και παρέσυρε κι' άλλους σ΄ αυτή.
Στα Ιεροσόλυμα με Θεϊκήν επέμβαση αλλάζει σκέψεις και παίρνει νέες αποφάσεις που τις εκτελεί. Αποβάλλει τον παλαιόν άνθρωπο και φορά τον καινούργιο. Η αμαρτία της δημιούργησε πολλά ψυχικά τραύματα κι' έτσι έφυγε στην έρημο για να κλείσει και να αποβάλλει τις κακίες των πράξεων και να εξαφανίσει το ρύπο που της προκάλεσε η ακολασία. Μετανόησε, έκλαψε, πόνεσε, νήστεψε και προσευχήθηκε. Μεγάλοι οι αγώνες της κα σκληρή η πάλη εναντίον των παθών της. Πολλές οι δυσκολίες, οι ταλαιπωρίες της μέσα στην έρημα, μα τις αντιμετώπισε όλες με ηρωισμό. Τους πολλούς πειρασμούς τους εξουδετέρωσε με αυτοθυσία. Και ο Κύριος άκουσε τους στεναγμούς και τα δάκρυά της, και δέχτηκε τη μετάνοιά της κι έγινε η οσία Μαρία που πρεσβεύει για τη δική μας σωτηρία.
Κι' εσύ, χριστιανέ μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι το φάρμακο της αμαρτίας είναι η μετάνοια, που είναι και το ποιο φοβερό όπλο εναντίον του διαβόλου, που στη ταραγμένη εποχή μας στήνει τις παγίδες του και φωλιάζει παντού. Όταν λοιπόν αμαρτήσεις, όπως λέει ο Δαβίδ, «λέγε τας αμαρτίας σου πρώτος διά να δικαιωθής». Και να είσαι βέβαιος ότι με το φάρμακο της μετάνοιας θα χυθεί άφθονα στη ψυχή σου η φιλανθρωπία του Θεού.


ΟΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ

Στα μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος , που λεγόταν Ζωσιμάς, που από μικρός ανατράφηκε σύμφωνα προς τα μοναχικά έθιμα και ζούσε πολύ ενάρετη ζωή. (Ας μη νομίσει κανένας ότι πρόκειται για το Ζωσιμά εκείνο, που χαρακτηρίσθηκε ετερόδοξος, γιατί είναι άλλος αυτός, και υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο, παρ' όλο που έχουν και οι δυο το ίδιο όνομα).
Αυτός λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος, αρχικά εμόνασε σε κάποιο μοναστήρι της Παλαιστίνης, όπου εφαρμόζοντας κάθε είδος άσκησης πέτυχε ν' αποκτήσει εγκράτεια σ' όλα. Από τη μια φύλασσε κάθε κανόνα που του παρέδιναν οι πνευματικοί προπονητές του στην αυτού του είδους παλαίστρα, από την άλλη ο ίδιος επενόησε πολλά από τη δική του πείρα στη προσπάθειά του να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πράγματι, δεν απότυχε σ' αυτό το σκοπό που έβαλε, η δε φήμη του έγινε παντού γνωστή, ώστε πολλοί μοναχοί, τόσο από κοντινά, όσο και από μακρινά μοναστήρια πήγαιναν κοντά του και άκουαν τη διδασκαλία του.
Ανάμεσα στις ασχολίες του σπουδαία θέση είχαν η μελέτη και η ψαλμωδία, που ασχολείτο συνέχεια και όταν καθότανε και όταν έτρωγε και όταν έκαμνε εργόχειρο. Λέγουν μάλιστα ότι και συχνά ο Γέροντας αξιωνόταν να βλέπει το Θεό και αυτό να μην φανεί παράξενο, γιατί, «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Αυτός, λοιπόν, ο Ζωσιμάς, έκανε στο μοναστήρι εκείνο πενήντα τρία χρόνια. Έπειτα δε ενοχλήθηκε από μερικούς λογισμούς, ότι δήθεν ήταν σ' όλα τέλειος, χωρίς να έχει ανάγκη τη διδασκαλία άλλου ανθρώπου. Κάποτε του ερχόταν και ο εξής λογισμός: «Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός, που μπορεί να με ωφελήσει η να με υπερβάλλει στην αρετή;» Ενώ ο γέροντας σκεφτόταν αυτά, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν και του λέει: «Ώ Ζωσιμά, αγωνίσθηκες ανθρώπινα καλά και εξετέλεσες με επιτυχία τον ασκητικόν αγώνα. Αλλά κανένας άνθρωπος είναι τέλειος, ο δε τωρινός αγώνας είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Να ξέρεις όμως, ότι υπάρχουν κι' άλλοι δρόμοι σωτηρίας και για να πληροφορηθείς γι' αυτούς βγες από τη γη σου και από τους συγγενείς σου, καθώς ακριβώς ο Αβραάμ, ο πρώτος από τους Πατριάρχες, και πήγαινε σ' εκείνο το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη ποταμό».
Αμέσως, λοιπόν, ο Γέροντας ακολουθώντας τις πιο πάνω οδηγίες βγήκε από το μοναστήρι του και οδηγήθηκε από τον άγγελο σ' εκείνο το μοναστήρι του Ιορδάνη, που τον διέταξε ο Θεός να έλθει. Αφού δε κτύπησε την πόρτα του μοναστηριού, συνάντησε πρώτα το μοναχό, που φύλαγε την εξώπορτα κι' αυτός τον παρουσίασε στον ηγούμενό του. Εκείνος δε, όταν είδε το σχήμα του και το ευλαβικό του ήθος, τον ρώτησε, αφού έβαλε τη συνηθισμένη στους μοναχούς μετάνοια κι' έλαβε ευχή: «Από πού είσαι αδελφέ και εξ αιτίας ποιου από τους ταπεινούς γέροντες ήλθες εδώ;» Ο δε Ζωσιμάς αποκρίθηκε: «Όσο με αφορά το «από πού»δεν είναι ανάγκη να σας αναφέρω. Ήλθα δε, πάτερ, χάριν ωφελείας, γιατί έχω ακούσει για σας πολύ σπουδαία και αξιέπαινα πράγματα». Απάντησε δε ο ηγούμενος: «Ο Θεός, αδελφέ, ο μόνος που θεραπεύει την ανθρώπινη αρρώστεια, Αυτός και σένα και μας θα διδάξει τα Θεία θελήματα, διότι άνθρωπος δεν μπορεί να ωφελήσει άλλον άνθρωπο. Επειδή όμως, όπως ανέφερες η αγάπη του Θεού σ' εκίνησε να επισκεφθείς εμάς τους ταπεινούς Γέροντες, μείνε μαζί μας και όλους θα μας θρέψει με τη χάρη του Πνεύματος ο καλός Ποιμένας, που έδωσε την ψυχή του σαν λύτρο για μας». «Όταν είπε αυτά ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έβαλε και πάλι μετάνοια και ζήτησε ευχή. Ύστερα αποσύρθηκε και από τότε παρέμεινε σ' εκείνο το μοναστήρι. Συνάντησε δε εκεί Γέροντες λαμπρούς στη θεωρία και τη πράξη, λέοντες ως προς το πνεύμα και δουλεύοντες στον Κύριο. Διότι η ψαλμωδία ήταν ακατάπαυστη και το εργόχειρο πάντα στα χέρια τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις φροντίδες της ζωής. Ένα δε μονάχα τους απασχολούσε όλους, πως καθένας απ' αυτούς, θα νέκρωνε το σώμα του στον κόσμο. Σαν τροφή είχαν τα θεόπνευστα λόγια, έτρεφαν όμως και το σώμα τους, αλλά μόνο με τα απαραίτητα, δηλ. το ψωμί και το νερό.
Ύστερα από αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός που οι χριστιανοί έκαναν τις ιερές νηστείες, για να καθαριστούν, προκειμένου να προσκυνήσουν το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Η πύλη του μοναστηριού δεν άνοιξε ποτέ, αλλά ήταν πάντα κλειστή, ώστε οι μοναχοί να κάνουν ανενόχλητοι την άσκησή τους. Άνοιγε μόνο, αν κάποιος μοναχός έβγαινε λόγω ανάγκης, γιατί ο τόπος ήταν έρημος και στους περισσότερους από τα γειτονικά μοναστήρια ήταν όχι μόνο αδιαπέρατος, αλλά και άγνωστος. Φυλασσόταν δε στο μοναστήρι τέτοιος κανόνας, για τον οποίο, όπως φαίνεται, και το Ζωσιμά ο Θεός οδήγησε σ΄ εκείνο το μοναστήρι. Ποιος ήταν ο κανόνας και πως φυλασσόταν, θα αναφερθεί πιο κάτω.
Τη πρώτη μέρα της Μ.Τεσσαρακοστής, κατά τη συνήθεια που υπήρχε γινόταν η Θεία λειτουργία και καθένας κοινωνούσε των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων και ύστερα έπαιρνε λίγη τροφή. Έτσι μαζευόντουσαν όλοι στο ευκτήριο, όπου, αφού λεγόταν μακρά ευχή και γινόταν γονυκλισία, οι Γέροντες ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και αφού αγκάλιαζαν τον ηγούμενο, βάλλοντας καθένας μετάνοια ζητούσε να πάρει ευχή απ' αυτόν, για να την έχει βοηθό στο προκείμενο αγώνα.
Όταν αυτά γινόντουσαν κατ' αυτό τον τρόπο, η πόρτα του μοναστηριού άνοιγε και ψάλλοντας το «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι» καθώς και το υπόλοιπο μέρος του ψαλμού, έβγαιναν όλοι, αφήνοντας ένα η δύο φύλακες στο μοναστήρι, όχι για να φυλάσσουν τα πράγματα που βρισκόντουσαν σ' αυτό (γιατί δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσαν να πάρουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει το ευκτήριο αλειτούργητο.
Καθένας δε εφοδιαζόταν, όπως μπορούσε και ήθελε: άλλος μεν έπαιρνε ψωμί, άλλος σύκα ξηρά, άλλος φοινίκια, άλλος βρεγμένα όσπρια, άλλος δε τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του και το ράσο που φορούσε. Υπήρχε δε κανόνας απαράβατος σ' αυτούς να μην ξέρει ο ένας πως έκανε εγκράτεια η πως περνούσε ο άλλος, γιατί όταν περνούσαν τον Ιορδάνη, αμέσως καθένας εχώριζε από τους άλλους και κανένας δεν πήγαινε να συναντήσει τον άλλο, αλλά και αν κάποτε ένας απ' αυτούς έβλεπε από μακριά άλλον να έρχεται σ' αυτόν, αμέσως λοξοδρομούσε και πήγαινε σ' άλλο μέρος. Ζούσε δε με τον εαυτό του, ψάλλοντας παντοτινά και δοξάζοντας το Θεό.
Έτσι λοιπόν αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της ιερής νηστείας, γυρνούσαν πίσω στο μοναστήρι τη Κυριακή των Βαΐων, φέροντας καθένας μαζί του το καρπό των δικών του κόπων και ξέροντας πως εργάστηκε. Κανένας δε δεν ρωτούσε τον άλλον πως πέρασε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του Μοναστηριού, που γινόταν με επιτυχία, γιατί καθένας πηγαίνοντας στην έρημο προς τον αθλοθέτη Θεό αγωνιζόταν μόνος του, όχι για ν' αρέσει στους ανθρώπους και να κάνει εγκράτεια επιδεικτικά. Γιατί αυτά που γίνονται με σκοπό ν' αρέσουν στους ανθρώπους, όχι μόνο σε τίποτε δεν ωφελούν εκείνο που τα κάνει, αλλά προξενούν και ζημιά σ' αυτόν.
Τότε και ο Ζωσιμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια του κανόνα πέρασε τον Ιορδάνη, μεταφέροντας λίγα μόνο εφόδια για τις ανάγκες του σώματός του και το ράσο που φορούσε. Ενώ δε περνούσε την έρημο εκτελούσε το κανόνα και όπου νυκτωνόταν κοιμόταν κάτω στη γη.
Νωρίς δε το πρωί συνέχιζε το περπάτημα πάντοτε με σταθερό ρυθμό. Ήθελε δε, καθώς έλεγε, να προχωρήσει στο εσωτερικό της ερήμου, με την ελπίδα ότι εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιο Πατέρα για ν' ακούσει το λόγο του Θεού. Μάλιστα δε περπατούσε με τόση προσπάθεια, σαν να προχωρούσε σε κάποιο σπουδαίο και γνωστό κατάλυμα. Αφού, λοιπόν, περπάτησε επί είκοσι μέρες, όταν ήταν έκτη ώρα, σταμάτησε για λίγο την οδοιπορία κι' αφού στράφηκε προς την ανατολή, έκανε τη συνηθισμένη προσευχή του. Γιατί συνήθιζε, σ' ορισμένες ώρες της μέρας, να διακόπτει τη πορεία και να ξεκουράζεται λίγο από τον κόσμο, στεκόμενος δε έψαλλε και προσευχόταν γονατιστός.


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ

Ενώ δε έψαλλε και έβλεπε τον ουρανό συνέχεια, είδε στα δεξιά του μέρους που καθόταν, μια ανθρώπινη σκιά. Στην αρχή ταράχτηκε, υποπτευόμενος ότι βλέπει φάντασμα δαίμονα και φοβήθηκε . Αφού δε έκανε το σημείο του σταυρού κι' έδιωξε το φόβο, διάκρινε φανερά κάποιον γύρω στο μεσημέρι να περπατά. Είχε μαύρο σώμα από τον καύσωνα και είχε στο κεφάλι άσπρες τρίχες, σαν το βαμβάκι, ήσαν όμως λίγες και έφταναν μέχρι τον τράχηλό του. Όταν τον είδε ο Ζωσιμάς χάρηκε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη, γιατί σ' όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε ζώο η πτηνό η φάντασμα ακόμα. Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν ελπίζοντας ότι θα γινόταν αιτία για να γνωρίσει σπουδαία πράγματα.
Όταν δε εκείνος είδε το Ζωσιμά να έρχεται από μακρυά , άρχισε να τρέχει προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο δε Ζωσιμάς ξεχνώντας την προχωρημένη ηλικία του και δίχως να λογαριάσει τη κούραση από το περπάτημα, έτρεξε αμέσως για να συναντήσει εκείνον που έφευγε. Αυτός μεν καταδίωκε, εκείνος δε έφευγε.
Επειδή ο Ζωσιμάς έτρεχε πιο γρήγορα, σιγά - σιγά πλησίαζε εκείνον που έφευγε. Όταν δε πλησίασε σε σημείο που μπορούσε να ακουστεί η φωνή του, άρχισε ο Ζωσιμάς να φωνάζει κλαίοντας: «Γιατί με αποφεύγεις, τον αμαρτωλό Γέροντα, ω δούλε του Θεού; Μείνε μαζί μου, όποιος και νάσαι, για την αγάπη του Θεού, για τον Οποίο ήλθες και κατοίκησες σ' αυτή την έρημο, στάσου κι' ευλόγησέ με».
Ενώ ο Ζωσιμάς έλεγε αυτά με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι δυο τρέχοντας σε κάποιο τόπο, όπου σχηματιζόταν ένας χείμαρρος ξηρός. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί, εκείνος που έφευγε κατέβηκε και πάλιν ανέβηκε στο άλλο μέρος, ο δε Ζωσιμάς κουρασμένος και μη μπορώντας άλλο να τρέχει, στάθηκε στο άλλο μέρος του χειμάρρου και έκλαψε τόσο πολύ, ώστε τα κλάματά του ακούονταν καθαρά. Τότε εκείνος που έφευγε, άνοιξε το στόμα του και είπε: «Αββά Ζωσιμά, συγχώρησέ με για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να γυρίσω και να σε δω στο πρόσωπο, γιατί είμαι γυναίκα, γυμνή. Αλλά αν θέλεις να δώσεις ευχή σε αμαρτωλή γυναίκα, ρίξε το ράσο που φοράς για να σκεπάσω το σώμα μου και να στραφώ προς εσένα για να πάρω τις ευχές σου». Τότε ο Ζωσιμάς απόρησε γιατί τον φώναζε με τ' όνομά του και σοφός καθώς ήταν αντελήφθηκε ότι ο άγνωστος δεν μπορούσε να τον φωνάζει με τα' όνομά του, εκτός αν είχε υπερφυσικό χάρισμα.
Έβγαλε το ράσο του και της το έριξε από πίσω κι εκείνη αφού το πήρε και σκέπασε το σώμα της, στράφηκε προς τον Ζωσιμά και του είπε: «Τι ήθελες να δεις μια αμαρτωλή γυναίκα; Τι ζητάς να μάθεις από μένα και δεν βαρέθηκες να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο;» Ο δε Γέροντας αφού γονάτισε στη γη, ζήτησε να πάρει ευλογία, σύμφωνα με τη συνήθεια. Επειδή κι' αυτή έβαλε μετάνοια, ήταν και οι δυο στη γη και περίμενε ο ένας τον άλλο να δώσει ευλογία. Αλλά τίποτα από κανένα δε λεγόταν, εκτός από το: «ευλόγησον». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα προς το Ζωσιμά: «Αββά Ζωσιμά σε σένα αρμόζει να ευλογήσεις και να ευχηθείς, γιατί έχεις τιμηθεί με το αξίωμα του ιερέα και από πολλά χρόνια στέκεσαι μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο». Αυτά προκάλεσαν πολύ φόβο στο Ζωσιμά και ο Γέροντας αφού λούστηκε με ιδρώτα στέναξε και είπε με φωνή που διακοπτόταν: «Ώ πνευματική Μητέρα, και από το ήθος σου φαίνεται ότι εσύ κατά το μεγαλύτερο μέρος έχεις νεκρωθεί για τον κόσμο, είναι δε φανερό, ότι σου δόθηκε μεγαλύτερο χάρισμα από μένα, αφού μου μίλησες με τα' όνομά μου, και είπες ότι είμαι ιερέας, χωρίς να με γνωρίζεις. Επειδή λοιπόν η χάρη δεν εξαρτάται από τα αξιώματα, αλλά από τη ψυχική υπόσταση, εσύ πρέπει να μ' ευλογήσεις για τον Κύριο και να δώσεις σε μένα ευχή, που έχω ανάγκη από τη δική σου τελειότητα».
Αφού υποχώρησε η γυναίκα στην ένσταση του Γέροντα και υπάκουσε, είπε: «Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρωπίνων ψυχών». Όταν δε ο Ζωσιμάς είπε το «Αμήν», σηκώθηκαν και οι δυο από την γονυκλισία και είπε τότε η γυναίκα προς το Γέροντα: «Για χάρη ποιου θέλησες να δεις γυναίκα στερημένη από κάθε αρετήν; Αλλά, επειδή ακριβώς η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε καθοδήγησε να μου προσφέρεις, ανάλογα με τη περίσταση, κάποια εξυπηρέτηση, πες μου, πως ζουν οι χριστιανοί; Πως ζουν οι βασιλιάδες; Πως είναι η Εκκλησία;»
Ο δε Ζωσιμάς είπε σ' αυτή: «Μ' ένα λόγο, Μητέρα Οσία, με τις δικές σου ο Χριστός χάρισε σ' όλους ειρήνη. Δέξου όμως παράκληση ανάξιου Γέροντα και ευχήσου για τον κόσμο όλο και για με τον αμαρτωλό, ώστε αυτό το χρονικό διάστημα, που περνώ στην έρημο, να μην αποβεί άκαρπο». Εκείνη δε του απάντησε: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να κάνεις δέηση για με, και για όλους γιατί σε σένα έπεσε ο κλήρος γι' αυτό. Αλλά επειδή με προστάζεις, θα το κάνω με προθυμία»


ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Αφού είπε αυτά η γυναίκα, στράφηκε προς την ανατολή και αφού σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται, ψιθυρίζοντας, αλλά δεν ακουόταν καμιά φωνή. Γι' αυτό ο Ζωσιμάς δεν άκουε τίποτε, στεκόταν δε, όπως έλεγε, γεμάτος με πολύ φόβο και βλέποντας προς τα κάτω, χωρίς να λέει τίποτα. Επειδή δε εκείνη καθυστέρησε αρκετά στην προσευχή, αυτός, αφού σηκώθηκε λίγο από τη γονυκλισία, είδε ότι εκείνη είχε ανυψωθεί έναν πήχυ πάνω από τη γη και προσευχόταν, αιωρούμενη στον αέρα.
Όταν είδε αυτό ο Ζωσιμάς φοβήθηκε περισσότερο και έπεσε στο έδαφος και από τη πολλή αγωνία του περιλούστηκε από ιδρώτα. Σε κανένα δεν τολμούσε να πει τίποτα, μόνο δε στον εαυτό του έλεγε συνεχώς το «Κύριε ελέησον». Βρισκόμενος δε ξαπλωμένος στη γη ο Γέροντας σκανδαλιζόταν σκεφτόμενος: «Μήπως είναι πνεύμα και υποκρίνεται ότι προσεύχεται;» Αφού δε η γυναίκα ήλθε κοντά του, τον σήκωσε λέγοντάς του: «Γιατί, Αββά, σε ταράσσουν οι λογισμοί; Μήπως σκανδαλίστηκες εξ αιτίας μου, ότι τάχα είμαι πνεύμα και υποκρίνομαι ότι προσεύχομαι; Μάθε άνθρωπε, ότι είμαι αμαρτωλή γυναίκα, αλλ' είμαι οχυρωμένη με το άγιο βάπτισμα και δεν είμαι πνεύμα, αλλά γη και στάκτη». Και αφού είπε αυτά, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το μέτωπο, τα μάτια, τα χείλη, και το στήθος λέγοντας: «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, ας μας ελευθερώσει από το πονηρό και τις παγίδες του».


Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ

Όταν άκουσε και είδε όλ' αυτά ο Ζωσιμάς, έπεσε στο έδαφος και αφού άγγιξε τα πόδια της, είπε δακρύζοντας: «Σε ορκίζω στο όνομα του Χριστού, του Θεού μας, ο Οποίος γεννήθηκε από την Παρθένα, να μην κρύψεις από τον δούλο σου ποια είσαι, από πού , πότε και με ποιο τρόπο ήλθες εδώ στην έρημο και κατοίκησες. Μη μου κρύψεις τίποτα που σε αφορά, αλλά διηγήσου μου τα όλα, για να φανερωθούν τα μεγαλεία του Θεού. Γιατί σοφία κρυμμένη και θησαυρός που δεν φαίνεται δε ωφελούν σε τίποτε, όπως είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή. Πες μου τα λοιπόν, όλα για χάρη του Κυρίου μας, γιατί δεν πρόκειται να τα πεις για να καυχηθείς η να επιδειχτείς, αλλά για να με πληροφορήσεις τον αμαρτωλό και ανάξιο, πιστεύοντας ότι ο Θεός, για τον οποίο ζεις, γι' αυτό το λόγο με οδήγησε σ' αυτή την έρημο, για να μου φανερώσεις δηλαδή όσα σχετίζονται με σένα. Επομένως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να φέρουμε αντίσταση στα σχέδια του Θεού, διότι αν δεν ήταν θέλημα Θεού να σε γνωρίσω και να μάθω πως αγωνίσθηκες, τότε δεν θα άφηνε να σε δει κανείς, ούτε και θα βοηθούσε να κάνω τόσο δρόμο, εγώ που δεν κατόρθωσα να βγω από το κελλί μου».


Η ΟΣΙΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ

Αφού είπε όλ' αυτά και άλλα ο Αββάς Ζωσιμάς, τον πλησίασε η γυναίκα και αφού τον σήκωσε απ' ην γη του είπε: «Ντρέπομαι, Αββά μου, να σου διηγηθώ τα έργα μου, γιατί είναι γεμάτα ντροπή, αλλά επειδή είδες γυμνό το σώμα μου, για να γνωρίσεις καλά όσο αμαρτωλή είναι η ψυχή μου. Είναι λάθος που νόμισες ότι δεν ήλθα να σου διηγηθώ τα όσα με αφορούν, τάχα για να μη καυχηθώ, και τι να καυχηθώ που έγινα όργανο του διαβόλου; Γνωρίζω όμως ότι, όταν αρχίσω την διήγησή μου, θα αναγκαστείς να φύγεις από κοντά μου, όπως φεύγει ένας από το φίδι, μη θέλοντας να ακούσεις τις κακές μου πράξεις. Και όμως θα σου τα διηγηθώ, χωρίς να παραλείψω τίποτε, σε εξορκίζω όμως προηγουμένως να μην σταματήσεις να προσεύχεσαι ίσως βρω έλεος από το Θεό κατά την μέρα της Κρίσης».
Και ενώ τα δάκρυα του Γέροντα έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς σταματημό, άρχισε η γυναίκα τη διήγησή της:
«Εγώ αδελφέ, έχω πατρίδα την Αίγυπτο. Ενώ ακόμα ζούσαν οι γονείς μου κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών, τους άφησα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Εκεί πολύ νωρίς παρασύρθηκα σε πράξεις αμαρτωλές και διάφθειρα την παρθενία μου, επειδή επιδόθηκα στο πάθος της πορνείας. Επί δεκαεφτά χρόνια, συγχώρησέ με, υπήρξα άσωτη δημόσια και έγινα πειρασμός για τους ανθρώπους. Αυτό δεν το έκανα, ειλικρινά σας λέω, όχι για να κερδίζω χρήματα, παρ' όλο που πολλοί μου έδιναν αλλ' εγώ δεν τα έπαιρνα, αλλά για να έρχονται πολλοί σε μένα και να ικανοποιούν το πάθος μου. Και μη νομίσεις ότι δεν δεχόμουνα χρήματα γιατί ήμουν πλούσια. Αντίθετα, ζούσα από χειρωνακτική εργασία, έκλωθα ρόκα. Είχα δε ακόρεστην επιθυμία και ακατάσχετον έρωτα, εξ αιτίας των οποίων κυλιόμουν στο βόρβορο. Μάλιστα δε μου φαινόταν ότι αυτή είναι η ζωή, να εκτελώ τη βρισιά της φύσης». Έτσι λοιπόν ζούσα, οπότε ένα καλοκαίρι είδα πολύν κόσμον από τη Λιβύη και Αίγυπτο, που κατευθύνονταν προς τη θάλασσα και ρώτησα ένα απ' αυτούς για να πληροφορηθώ που πήγαιναν. Εκείνος μου απάντησε: «Πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα γιατί μετά από λίγες μέρες θα γιορταστεί η ύψωση του Τιμίου Σταυρού». Είπα τότε σ' αυτόν: «Άραγε δε με παίρνουν κι' εμένα μαζί τους, αν τους ακολουθήσω;» Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Αν έχεις τα ναύλα και τα έξοδά σου, κανένας δε θα σ' εμποδίσει». Είπα τότε σ' αυτόν: «Πραγματικά, ούτε για ναύλα ούτε για άλλα έξοδα έχω χρήματα, και θα μπω σ' ένα πλοίο, προσφέροντας το σώμα μου για αντάλλαγμα αυτών». Γιατί, ο σκοπός που ήθελα να πάω, (συγχωρέστε με Αββά μου)ήταν για να βρω πολλούς εραστές του πάθους μου. Σου τα είπα, Αββά Ζωσιμά, μη μ' αναγκάσεις να σου πω τη ντροπή των έργων μου, γιατί φρίττω, τα γνωρίζει ο Θεός, επειδή θα μολύνω και σένα και τον αέρα λέγοντας όλα τα έργα μου».


Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΤΗΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙ ΟΛΑ

Ο Ζωσιμάς βρέχοντας με δάκρυα το έδαφος της απάντησε: «Λέγε Μητέρα Οσία, και μη διακόψεις τη συνέχεια της ωφέλιμης αυτής διήγησης». Εκείνη δε πάλι, παίρνοντας το λόγο, πρόσθεσε τα εξής: «Εκείνος ο νέος, αφού άκουσε τα αισχρά λόγια μου, έφυγε γελώντας. Εγώ δε, αφού έρριψα τη ρόκα μου, που κρατούσα, κατά τύχη τότε, έτρεξα προς τη θάλασσα, που είδα να τρέχουν οι άλλοι. Εκεί διάκρινα δέκα η περισσότερους νέους, ωραίους και με σφριγηλό σώμα, που μου φάνηκαν ότι ικανοποιούσαν το σκοπό που επεδίωκα. Στεκόντουσαν δε, και περίμεναν κι' άλλους συνεπιβάτες, γιατί κι' άλλοι που πήγαν μπροστά, μπήκαν μέσα στα πλοία, τότε, εγώ, αφού πήδηξα με αναίδεια στο μέσο τους είπα: «Πάρτε και μένα όπου θα πάτε και σας πληροφορώ ότι δεν θα αποδειχθώ άχρειστη». Μετά, αφού είπα πιο αισχρά ακόμα λόγια, τους έκαμα όλους να γελούν. Εκείνοι δε, αφού αντελήφθηκαν τις αναιδείς διαθέσεις μου, με οδήγησαν στο πλοίο που ήταν έτοιμο, γιατί εν τω μεταξύ έφτασαν κι' εκείνοι, που περίμεναν».
«Όσα δε έγιναν ύστερα, πώς να σου τα διηγηθώ άνθρωπέ μου; Ποια γλώσσα μπορεί να εξιστορήσει η ποια αυτιά ν' ακούσουν, όσα συνέβηκαν μέσα στο πλοίο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Δεν υπάρχει είδος ασέλγειας, που να μην έγινε μάλιστα αναγκάζοντάς τους εγώ εκείνους τους άθλιους να την κάνουν».
«Και τώρα Αββά μου, εκπλήσσομαι, πως η θάλασσα ανέχθηκε τις ασέλγειές μου! Πως δεν άνοιξε η γη το στόμα της, για να με καταπιεί ζωντανή ο Άδης, που παγίδεψα τόσες πολλές ψυχές! Αλλά, καθώς φαίνεται ο Θεός ζητούσε τη μετάνοιά μου, γιατί δεν θέλει το θάνατο αμαρτωλού, αλλά περιμένει με μακροθυμία για να δεχτεί την επιστροφή του. Έτσι λοιπόν με τόση πολλή βία, φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα. Όσες δε μέρες πριν τη γιορτή έμεινα στην πόλη, η ζωή μου υπήρξε η ίδια, μάλλον δε χειρότερη, γιατί δεν αρκέστηκα μόνο σ' αυτούς τους νέους που μαζί τους ασελγούσα στο πλοίο, αλλά και πολλούς πολίτες και ξένους μόλυνα».


ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Όταν έφτασε η μέρα της Αγίας Ύψωσης του Σταυρού κι' επρόκειτο να τελεστεί η γιορτή, εγώ μεν, όπως και προηγουμένως, κυνηγώντας ψυχές νέων. Είδα δε ότι, πολύ πρωΐ τη μέρα εκείνη όλοι έτρεχαν στην εκκλησία, οπότε έτρεξα κι' εγώ να πάω μαζί μ' αυτούς. Ήλθα λοιπόν, μαζί τους στο προαύλιο της εκκλησίας και όταν ήλθε η ώρα της Θείας Ύψωσης, προσπαθούσα να μπω, και μέχρι μεν της εξώπορτας, με πολύ κόπο κατόρθωσα να πλησιάσω η ταλαίπωρη. Όταν δε πάτησα το κατώφλι της πόρτας ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανενόχλητα, εμένα κάποια Θεία δύναμη με εμπόδιζε, που δεν μου επέτρεπε να μπω».
«Επειδή δε νόμιζα ότι εξ αιτίας, της γυναικείας αδυναμίας μου συνέβηκε αυτό, αναμιγνυόμουνα με τους άλλους και έσπρωχνα προς τα εμπρός, αλλά μάταια κοπίαζα. Γιατί, όταν πια το άθλιο μου πόδι πάτησε το κατώφλι της πόρτας, όλους τους άλλους δέχτηκε η εκκλησία, εμένα όμως τη δυστυχισμένη δεν δεχότανε: αλλά, όπως ακριβώς αν υπήρχε παρατεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα για ν' αποκλείσει την είσοδο, έτσι κάποια δύναμη με εμπόδιζε και πάλι όταν βρισκόμουν στο προαύλιο».
«Αυτό συνέβηκε τρεις και τέσσερις φορές και όταν πλέον κουράστηκα και δεν μπορούσα άλλο να σπρώχνω και να σπρώχνομαι, έφυγα απ' εκεί και πήγα και στάθηκα σε μια γωνιά της αυλής. Όταν δε συνήλθα, αντελήφθηκα την αιτία, που με εμπόδιζε να δω το ζωοποιό ξύλο. Γιατί άγγιζε τα μάτια της ψυχής μου ο σωτήριος λόγος, που μου υπέδειξε ότι ο βόρβορος των έργων μου ήταν η αιτία να κλείσει σε μένα η είσοδος της εκκλησίας».
«Άρχισα τότε να κλαίω, να οδύρομαι και να κτυπώ το στήθος μου, βγάζοντας στεναγμούς από τα βάθη της καρδιάς μου. Ενώ δε έκλαια, είδα πάνω από το τόπο που στεκόμουνα, την εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου, και είπα σ' αυτήν: «Παρθένα Δέσποινα, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την αγία εικόνα Σένα της Αειπαρθένης, Σένα της Αγνής, Σένα της οποίας το σώμα και η ψυχή είναι καθαρή και αμόλυντη, εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών, αλλά είναι δίκαιο να με μισείς και ν' αποστρέφεσαι την άσωτη. Επειδή όμως, καθώς άκουσα γι' αυτό το λόγο, ο Θεός που Τον γέννησες, έγινε άνθρωπος για να καλέσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, βοήθα με, που είμαι μόνη και δεν έχω κανένα να μου συμπαρασταθεί. Διάταξε να επιτραπεί και σε με η είσοδος στην εκκλησία για να δω το άγιο Ξύλο, πάνω στο οποίο έδωσε το αίμα του ο Γιός σου για τη δική μου σωτηρία. Διάταξε, ν' ανοίξει και για με η πόρτα της Θείας προσκύνησης του Σταυρού και βάζω στο Γιό σου, σαν εγγυήτρια αξιόχρεη, Σένα. Γιατί πλέον δεν πρόκειται να λερώσω το σώμα μου μ' οποιαδήποτε αισχρή πράξη, αλλά όταν δω το ξύλο του Σταυρού του Γιού σου, θ' αποστραφώ αμέσως το κόσμο και όλα τα κοσμικά και όταν βγω από την εκκλησία θα πάω όπου Εσύ, σαν εγγυήτρια της σωτηρίας μου, θα με οδηγήσεις».
«Όταν είπα αυτά, η πίστη μου θερμάνθηκε και πήρα θάρρος από την ευσπλαχνία της Θεοτόκου. Αφού δε έφυγα από το μέρος εκείνο, όπου προσευχήθηκα, ανεμίχθηκα μ' εκείνους που έμπαιναν στην εκκλησία και κανένας πια δεν υπήρχε που να με σπρώχνει. Πλησίασα την πόρτα, χωρίς κανένα εμπόδιο, οπότε με έπιασε φρίκη και έκσταση και όλο το σώμα μου έτρεμε. Όταν δε έφτασα στη πόρτα που ως τότε ήταν κλεισμένη για μένα, κάθε δύναμη, που προηγουμένως εμπόδιζε την είσοδό μου, τότε εξαφανίστηκε. Έτσι μπήκα χωρίς κόπο, στα Άγια των Αγίων και αξιώθηκα να δω το ζωοποιό Σταυρό και τα μυστήρια του Θεού, ο Οποίος ήταν έτοιμος να δεχτεί την μετάνοιά μου. Αφού λοιπόν έπεσα κάτω και προσκύνησα το άγιο εκείνο έδαφος, βγήκα έξω κι' έτρεξα στην εγγυήτριά μου. Όταν έφτασα στον τόπο εκείνο που υπογράφτηκε το χειρόγραφο της εγγύησης, γονάτισα μπροστά, στην εικόνα της Αειπάρθενης και της είπα αυτά τα λόγια:


Η ΟΣΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Εσύ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, μου έδειξες τη φιλανθρωπία Σου, Εσύ δεν επεριφρόνησες τη δέηση της ανάξιας δούλης σου. Είδα δόξα που δικαιολογημένα δεν βλέπουμε εμείς οι άσωτοι. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός , ο οποίος δέχεται με τη μεσιτεία Σου τη μετάνοια των αμαρτωλών. Ήλθε λοιπόν η στιγμή να εκπληρώσω τη συμφωνία. Οδήγησέ με όπου θέλεις, γίνε δάσκαλος της σωτηρίας μου καθοδηγώντας με στο δρόμο της μετάνοιας».
«Τότε ακούστηκε μια φωνή από μακρυά που φώναζε: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη θα βρεις καλή ανάπαυση».
Εγώ τότε άκουσα αυτή τη φωνή πίστεψα ότι σε μένα απευθυνόταν και με δάκρυα στα μάτια φώναξα: «Δέσποινα, Δέσποινα, μην με εγκαταλείπεις».»Όταν δε φώναξα αυτά, βγήκα από την αυλή της εκκλησίας και άρχισα αμέσως να περπατώ»
«Ενώ δε έβγαινα με είδε κάποιος και μου έδωσε τρία νομίσματα, με τα οποία αγόρασα τρία ψωμιά. Αφού ζήτησα και πήρα πληροφορίες, βγήκα από την πύλη της πόλης, που έβγαζε στον Ιορδάνη ποταμό και άρχισα με κλάματα την οδοιπορία. Γύρω στη δύση του ήλιου έφτασα στο ναό του Ιωάννη του Βαπτιστή, που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη και αφού προσκύνησα πρώτα, πήγα ύστερα στον ποταμό, όπου έβρεξα τα χέρια και το πρόσωπό μου, και ακολούθως μετάλαβα των αχράντων και ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε άφαγα μισό ψωμί, ήπια νερό από τον Ιορδάνη και κοιμήθηκα στο έδαφος».
«Την άλλη μέρα βρήκα στο μικρό πλοίο, που με πέρασε στο απέναντι μέρος, όπου ζήτησα πάλι την οδηγό μου, για να με οδηγήσει όπου αυτή θα έκρινε ωφέλιμο. Έτσι ήλθα σ' αυτή την έρημο και από τότε μέχρι σήμερα παραμένω εδώ, προσδεχόμενη το Θεό, ο Οποίος διασώζει όλους εκείνους που επιστρέφουν σ' Αυτόν».


Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Ο δε Ζωσιμάς είπε προς αυτή: «Πόσα χρόνια έχεις, Μητέρα Οσία, που κατοικείς εδώ στην έρημο;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Σαράντα επτά, όπως μου φαίνεται, από τότε που έφυγα από την Αγία Πόλη». Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Και από πού βρίσκεις τροφή, ώ κυρία μου;» Είπε η γυναίκα: «Πέρασα τον Ιορδάνη ποταμό με δυόμισυ ψωμιά, που αφού ξηράνθηκαν έγιναν σαν πέτρες και μ' αυτά τράφηκα ορισμένα χρόνια». Της είπε δε αυτός: «Και έτσι πέρασες τόσα πολλά χρόνια χωρίς να σε ταράξει κανένας πειρασμός;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Με ρώτησες Αββά Ζωσιμά, πράγμα για το οποίο φρίττω και να αναφέρω γιατί αν θυμηθώ τα όσα υπόφερα και τους πειρασμούς που με πρόσβαλλαν, φοβούμαι μήπως και πάλιν προσβληθώ απ' εκείνους «. Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Μην, αφήσεις, κυρία μου, τίποτα, που να μην το αναφέρεις, γιατί αφού σε ρώτησα γι' αυτά πρέπει να μου τα διηγηθείς όλα με κάθε λεπτομέρεια».
Εκείνη, δε του απάντησε: «Πίστευε, Αββά Ζωσιμά, ότι πέρασα 17 χρόνια σ' αυτή την έρημο παλεύοντας εναντίον των παραλόγων επιθυμιών μου, γιατί κάθε φορά που γευόμουν τροφή, επιθυμούσα τα κρέατα και τα ψάρια, που υπήρχαν στην Αίγυπτο, ως και το κρασί που μου άρεσκε, όταν ήμουν στον κόσμο. Ενώ εδώ, ούτε νερό είχα να πιώ και γι' αυτό υπόφερα φοβερά από την έλλειψή του. Επίσης μου ερχόταν η επιθυμία για τα αισχρά τραγούδια, που πάντοτε μ' αναστάτωνε και μ' έσπρωχνε για να τραγουδώ τα τραγούδια των δαιμόνων, που είχα μάθει. Αμέσως όμως, με δάκρυα στα μάτια και με κτυπήματα στο στήθος, έφερα στη σκέψη μου τη συμφωνία που υπόγραψα πηγαίνοντας στην έρημο. Παρευρισκόμουνα νοερά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Θεοτόκου, της αναδόχου μου και την παρακαλούσα με δάκρυα να διώξει τους λογισμούς, που βασάνιζαν την άθλια μου ψυχή. Όταν δε δάκρυζα πολλήν ώρα και κτυπούσα το στήθος μου, έβλεπα από παντού να λάμπει γύρω μου φως και από τότες, μετά την τρικυμία, βασίλευε ειρήνη μέσα μου».
«Τους λογισμούς δε που με ωθούσαν και πάλι στην πορνεία, πώς να σου τους διηγηθώ, Αββά; Μια φωτιά άναβε μέσα στην ταλαίπωρη καρδιά μου, που μ' εφλόγιζε ολόκληρη και ερέθιζε την επιθυμία της πορνείας. Αμέσως δε μόλις με πρόσβαλλε τέτοιος λογισμός, έπεφτα στη γη και έβρεχα με δάκρυα το έδαφος, επειδή νόμιζα ότι, αυτή που μου εγγυήθηκε, παρευρισκόταν ενώπιον μου, σαν προστάτης και μου επέβαλλε τιμωρίες για την παραβίαση».
«Δεν σηκωνόμουνα από τη γη, έστω κι' αν περνούσε το εικοσιτετράωρο, μέχρις ότου το φως εκείνο, το γλυκό, έλαμπε γύρω μου και έδιωχνε τους λογισμούς που μ' ενοχλούσαν. Τα μάτια λοιπόν, της ψυχής μου είχα συνεχώς στραμμένα προς την εγγυήτριά μου, από την οποία ζητούσα να με βοηθήσει στο πέλαγος αυτό της ερήμου που βρισκόμουνα. Πραγματικά είχα αυτή τη βοήθεια και έτσι πέρασα το διάστημα αυτό των δεκαεπτά χρόνων παλεύοντας εναντίων εκατομμυρίων κινδύνων. Από τότε δε μέχρι τώρα η Βοηθός μου παραστέκεται σ' όλα και με κάθε τρόπο με καθοδηγεί».
Είπε δε ο Ζωσιμάς σ' αυτή: ‘Δεν βρέθηκες λοιπόν, σ' ανάγκη τροφής η ενδύματος;» Εκείνη δε του απάντησε: «Καθώς σου ανέφερα αφού ξόδεψα τα ψωμιά εκείνα, κατά την διάρκεια των δεκαεφτά χρόνων τρεφόμουνα με βότανα και άλλα πράγματα που έβρισκα στην έρημο. Το ιμάτιο, που είχα, όταν πέρασα τον Ιορδάνη, καταστράφηκε κι' έτσι ένοιωθά πολύ κρύο την νύχτα και ζέστη τη μέρα. Τόσο δε καιρό καιόμουνα από τη παγωνιά, ώστε πολλές φορές συνέβηκε να πέσω κάτω και να μείνω σχεδόν ακίνητη και αναίσθητη, είχα δε να παλέψω εναντίον πολλών και ποικίλων συμφορών και ανήκουστων πειρασμών. Από τότε δε μέχρι σήμερα η ποικίλη δύναμη του Θεού διατηρούσε την αμαρτωλή ψυχή μου, και εννοώ τα διάφορα κακά, από τα οποία μ' εγλύτωσε ο Κύριος. Έχοντας δε σαν τροφή ανέξοδο την ελπίδα της σωτηρίας μου, τρεφόμουνα και σκεπαζόμουνα με τα λόγια του Θεού, που εξουσιάζει τα σύμπαντα, γιατί καθώς είπε «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».
«Επειδή δε ο Ζωσιμάς άκουσε ότι και αποφθέγματα από την Αγία Γραφή ανάφερε, τόσον από τον Μωυσή, όσο και από τον Ιώβ και από το βιβλίο των ψαλμών, της είπε: Διάβασες ώ κυρία μου, ψαλμούς η άλλα βιβλία;» Εκείνη δε, χαμογέλασε και είπε στο Γέροντα: «Πίστεψέ, άνθρωπέ μου, ότι δεν είδα άλλον άνθρωπό από τότε που πέρασα τον Ιορδάνη, εκτός από το δικό σου πρόσωπο, αλλά ούτε κανένα θηρίο η ζώο από τότε που κατοίκησα σ' αυτήν την έρημο. Επομένως δεν έμαθα καθόλου γράμματα, ούτε και άκουσα κανένα να ψάλλει η να διαβάζει. Αλλά ο λόγος του Θεού, που είναι ζωντανός και ενεργός, αυτός διδάσκει τον άνθρωπο. Ως εδώ τελειώνει η διήγησή μου. Τώρα δε σε εξορκίζω στον ενανθρωπήσαντα λόγο του Θεού να εύχεσαι για μένα την αμαρτωλή».
Αφού εκείνη είπε αυτά, ο Γέροντας βιάστηκε να βάλει μετάνοια, κράζοντας δακρυσμένος:» Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος δημιούργησε μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα και εξαίσια, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός. Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος μου έδειξες όσα χαρίζεις σ' εκείνους που σε φοβούνται. Γιατί αλήθεια δεν εγκαταλείπεις Κύριε, εκείνους που Σε εκζητούν».


Η ΟΣΙΑ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ

Εκείνη δε, αφού έπιασε το Γέροντα, δεν τον άφησε να αποτελειώσει τη μετάνοια, αλλά είπε σ' αυτόν: «Όλ' αυτά που άκουσες, σε εξορκίζω στ' όνομα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του Θεού μας, να μη πεις σε κανένα μέχρι που να πεθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και πάλι τον ερχόμενο χρόνο θα με δεις. Να κάμεις μόνο για τον Κύριο εκείνο που σου παραγγέλω, στις ιερές νηστείες του ερχόμενου χρόνου μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως ακριβώς υπάρχει συνήθεια να κάνουν στο Μοναστήρι».
«Απορούσε δε ο Ζωσιμάς ακούοντας, ότι και το κανόνα του Μοναστηριού γνώριζε και δεν έλεγε τίποτε άλλο, εκτός: «Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος χαρίζει πολλά στους αγαπώντας Αυτόν». Εκείνη δε είπε: «Μείνε λοιπόν, Αββά Ζωσιμά, καθώς είπα στο Μοναστήρι, γιατί αν θελήσεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη πάρε τη Θεία κοινωνία και έλα στο μέρος του Ιορδάνη, που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές, για να έλθω εκεί να κοινωνήσω των ζωοποιών δώρων, γιατί από τότε που κοινώνησα στο ναό του Προδρόμου, πριν περάσω τον Ιορδάνη δεν ξανακοινώνησα. Γι' αυτό σε παρακαλώ, μην παρακούσεις στη παράκλησή μου, αλλά ‘πωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά αυτά Θεία Μυστήρια, την ώρα που ο Κύριος έκανε μέτοχους τους Μαθητές του τού Θείου Δείπνου. Εις δε τον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο του Μοναστηριού, να πεις αυτά: «Πρόσεχε, αδελφέ, από τον εαυτό σου, και από τους μοναχούς του μοναστηριού, γιατί εκεί γίνονται μερικά πράγματα που θέλουν διόρθωση. Αλλά δεν θέλω να πεις τώρα αυτά, αλλ' όταν σου επιτρέψει ο Κύριος». Αυτά αφού είπε και ζήτησε από τον Γέροντα να προσεύχεται και γι' αυτή, αναχώρησε προς την έρημο. Ο δε Ζωσιμάς αφού γονάτισε και προσκύνησε τη γη, όπου ήταν τα ίχνη των ποδιών της, δόξασε τον Θεό και αφού τον ευχαρίστησε , επέστρεψε με σωματική και ψυχική αγαλλίαση δοξάζοντας και ευλογώντας Αυτόν. Αφού δε διαπέρασε πάλιν εκείνη την έρημο, έφτασε στο Μοναστήρι, τη μέρα που συνηθίζουν να επιστρέφουν αυτοί που μένουν σ' αυτό.


Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Και καθ' όλο εκείνο το χρόνο, ο Γέροντας ησύχαζε, χωρίς να τολμά να πει σε κανένα τίποτα, απ' όσα είδε, παρακαλούσε μόνο από μέσα του το Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στεναχωριόταν δε και λυπόταν πάρα πολύ, όταν σκεφτόταν τη χρονική περίοδο, ήθελε δε, αν ήταν δυνατό, ο χρόνος να γινότανε μία μέρα. Όταν δε έφτασε η Κυριακή που θα άρχιζαν οι ιερές νηστείες, αμέσως μετά την καθιερωμένη ευχή, όλοι μεν οι άλλοι βγήκαν ψάλλοντες, αυτός όμως αρρώστησε και αναγκάσθηκε να μείνει στο Μοναστήρι, οπότε θυμήθηκε την Οσία, που του είπε: «Αν θέλεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό». ¨όταν δε πέρασαν λίγες μέρες ανέλαβε από την αρρώστεια και παρέμεινε το Μοναστήρι.


Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Όταν δε πάλιν οι μοναχοί επέστρεψαν και έφτασε η νύχτα του Μυστικού Δείπνου, έκαμε όσα τον διάταξε και αφού έβαλε σ' ένα μικρό ποτήρι το Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, αναχώρησε πολύ πρωί, φέροντας μαζί του και μικρό καλάθι από φοίνικα και φακές βρεγμένες. Όταν δε έφτασε στον Ιορδάνη κάθησε στο χείλος του και περίμενε να έλθει η Οσία. Επειδή όμως καθυστερούσε να Έλθει η ιερή γυναίκα, ο Ζωσιμάς παρέμεινε άγρυπνος, βλέποντας προσεχτικά την έρημο και περιμένοντας να τη δει. Έλεγε δε από μέσα του ο Γέροντας καθισμένος: «Μήπως συνέβηκε τίποτε και την εμπόδισε να έλθει; Μήπως ήλθε και επειδή δεν με βρήκε επέστρεψε;»
Αφού είπε αυτά και δάκρυσε και αναστέναξε κα αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, παρακάλεσε τον Θεό, λέγοντας: «Δέσποτα και πάλι επέτρεψε να δω εκείνο που πεθυμούσα κι' έτσι να μη φύγω άπρακτος, ελεγχόμενος από τις αμαρτίες μου». Ενώ όμως προσευχόταν και έλεγε αυτά κλαίοντας, παρέπεσε σ' άλλο λογισμό, λέγοντας από μέσα του: «Όταν έλθει, πως θα περάσει τον Ιορδάνη και να έλθει κοντά μου, αφού δεν υπάρχει πλοίο; Αλοίμονο τότε σε μένα τον ανάξιο και ελεεινό, που θα στερηθώ τέτοιου καλού, να λάβω την ευχήν της Οσίας».


Η ΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΑ

Ενώ όμως, ο Γέροντας συλλογιζότανε αυτά, ιδού έφτασε και η Οσία γυναίκα, που στάθηκε στο απέναντι μέρος του ποταμού, απ' όπου ερχόταν. Τότε ο Ζωσιμάς στάθηκε όρθιος χαίροντας και δοξάζοντας τον Θεό.
Αλλά συνέχιζε να παλεύει με το λογισμό, πως δηλαδή θα περνούσε τον ποταμό, οπότε βλέπει αυτήν να κάμει το σημείο του Σταυρού (αν και ήταν νύκτα, όμως έφεγγε, γιατί ήταν πανσέληνος) και αφού περπάτησε πάνω στο νερό ήλθε κοντά του. Μόλις δε εκείνος πήγε να βάλει μετάνοια, εκείνη τον εμπόδισε λέγοντας: «Τι κάμνεις Αββά, θέλεις να βάλεις μετάνοια, εσύ που είσαι ιερέας και μάλιστα κρατάς τα Θεία Δώρα;» Εκείνος υπάκουσε και τότε η Οσία του είπε:
«Ευλόγησε, Πάτερ, ευλόγησε». Ο δε Γέροντας τρέμοντας και θαυμάζοντας και το τέτοιο θέαμα, αποκρίθηκε σ' αυτήν: «Πραγματικά είναι αληθινός ο Θεός, λέγοντας ότι μπορούμε να ομοιωθούμε μαζί Του, φτάνει να θελήσουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος δεν στέρησες το έλεός σου από μένα το δούλο σου. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος μου φανέρωσες μέσω αυτής της δούλης Σου, πόσον απέχω από την τελειότητά».
Ενώ έλεγε αυτά η γυναίκα ζήτησε να πει το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όταν τέλειωσε τον ασπάστηκε κατά τη μοναχική συνήθεια και μετάλαβε των Ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα κα είπε: «Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου».
Τότε λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Αββά, και εκπλήρωσε μου και άλλην επιθυμίαν. Να γυρίσεις τώρα με τη βοήθεια του Θεού στο Μοναστήρι και τον ερχόμενο χρόνο να έλθεις και πάλι σ' εκείνο τον χείμαρρο, όπου με συνάντησες την πρώτη φορά. Να έλθεις οπωσδήποτε και θα με δεις καθώς θέλει ο Κύριος». Ο δε Ζωσιμάς της αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήμουν άγιος από τώρα να σε ακολουθήσω και να βλέπω παντοτεινά το τίμιό Σου πρόσωπο. Αλλά πάρε και φάε από τη λίγη αυτή τροφή που σου έφερα». Και λέγοντας αυτά, της έδωσε το μικρό καλάθι που κρατούσε. Η δε γυναίκα, αφού πήρε με τα άκρα των δακτύλων της τρεις κόκκους φακής, τους έβαλε στο στόμα της λέγοντας: «Είναι αρκετή η χάρη του Αγίου Πνεύματος, να συντηρεί και να φυλάει την ουσία της ψυχής καθαρή». Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τον Γέροντα και του ζήτησε να προσεύχεται στον Κύριο γι' αυτή την αμαρτωλή. Ο Γέροντας άγγιξε τότε τα πόδια της Οσίας και αφού προσευχήθηκε με δάκρυα και στεναγμούς, την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να κρατήσει περισσότερο την ακράτητη. Η δε Οσία, αφού έκαμνε και πάλι το σημείο του Σταυρού, περπάτησε πάνω στο νερό του ποταμού, όπως και προηγουμένως και τον διαπέρασε. Ο δε Γέροντας γύρισε πίσω με πολύ χαρά και φόβο συγχρόνως, αλλά περιγελούσε τον εαυτό του, γιατί δεν ρώτησε να μάθει τα' όνομα της Οσίας, έλπιζε όμως να το πετύχει τον ερχόμενο χρόνο.


Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Όταν δε πέρασε ο χρόνος, ο Ζωσιμάς ήλθε πάλι στην έρημο κα πήγε να δει εκείνο το παράδοξο θέαμα. Αφού περπάτησε όλο το δρόμο και έφτασε στο τόπο που ζητούσε κοίταξε δεξιά, και αριστερά, προσπαθώντας να συλλάβει σαν έμπειρος κυνηγός το θήραμά του. Επειδή όμως δεν έβλεπε πουθενά τίποτα να κινείται άρχισε να κλαίει πικρά και αφού σήκωσε το βλέμμα ψηλά προσευχήθηκε λέγοντας: «Δείξε, μου Δέσποτα το θησαυρό, δηλαδή τον επίγειο Άγγελο, του οποίου ο κόσμος δεν είναι άξιος». Και ενώ ευχόταν αυτά, έφτασε στο γνωστό τόπο, όπου βρήκε την Οσία νεκρή με σταυρωμένα τα χέρια και στραμμένη προς την ανατολή και αφού Έτρεξε κοντά της έπλυνε τα πόδια με τα δάκρυά του, γιατί δεν τολμούσε σε κανένα άλλο μέρος να την αγγίξει.
Αφού λοιπόν δάκρυσε αρκετά και είπε τους κατάλληλους ψαλμούς, ανέπεμψε επιτάφια ευχή κα είπε από μέσα του: «Μήπως πρέπει να θάψω το λείψανο της Οσίας; Ή μήπως όχι, γιατί δεν της αρέσει αυτό;», Και ενώ σκεφτόταν αυτά, είδε κοντά στην κεφαλή της χαραγμένες στη γη λέξεις: «Αββά Ζωσιμά, θάψε σ' αυτό τον τόπο το λείψανο της Μαρίας και προσευχήσου στο Θεό για μένα, που πέθανα το μήνα Φαρμαιθί (Απρίλιο), την πρώτη εκείνη νύκτα του σωτηρίου Πάθους, κατά την οποία κοινώνησα». Όταν ο Γέροντας τα διάβασε, χάρηκε που έμαθε το όνομα της Οσίας και έμαθε ότι μόλις κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια ήλθε σ' αυτό το μέρος για να περπατήσει, με πολύ κόπο, η Μαρία τον κάλυψε σε μιάν ώρα και αμέσως μετά παρέδωσε τη ψυχή της στο Θεό.


Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΗΣ

Δοξάζοντας δε το Θεό και βρέχοντας το σώμα της Μαρίας με δάκρυα είπε από μέσα του: «Είναι ώρα πετεινέ Ζωσιμά, να εκτελέσεις τη διαταγή, αλλά πως θα βγάλεις, ταλαίπωρε, λάκκο, χωρίς να έχεις κανένα μέσο στα χέρια σου;» Και αφού είπε αυτά, είδε πιο πέρα ένα μικρό ξύλο πεταμένο στη γη, που αφού το πήρε άρχισε να σκάβει. Επειδή όμως το έδαφος ήταν σκληρό δεν σκαβότανε , έτσι ο Γέροντας υπόφερε κοπιάζοντας και ιδρώνοντας. Μια στιγμή αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του και αφού σήκωσε το πρόσωπο, είδε ένα μεγάλο λιοντάρι να στέκει δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλύφει τα ίχνη της.
Αυτός μόλις είδε το θηρίο, τρόμαξε από φόβο αλλ' όταν θυμήθηκε τα λόγια της Οσίας, που είπε ότι ουδέποτε είδε θηρίο, έκαμε το σημείο του Σταυρού και πίστεψε ότι η δύναμη της Οσίας θα τον προφυλάξει από κάθε κίνδυνο. Το δε λιοντάρι αφού ήλθε κοντά στον Γέροντα τον έγλυφε στα πόδια. Τότε ο Ζωσιμάς αφού στράφηκε σ' αυτό είπε: «Επειδή ώ θηρίο, η Μεγάλη επέτρεψε να ταφεί το λείψανό της και επειδή εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ να σκάψω λάκκο (αλλ' ούτε και κανένα εργαλείο κατάλληλο έχω, γι' αυτό το σκοπό, και ούτε μπορώ να επιστρέψω και να το φέρω εξ' αιτίας της μεγάλης απόστασης), άνοιξε εσύ το λάκκο με τα νύχια σου, για να αποδώσουμε στη γη το λείψανο της Οσίας». Αμέσως μετά τα λόγια του Γέροντα, το λιοντάρι έσκαψε με τα μπροστινά του πόδια λάκκο, όσο χρειαζόταν για τη ταφή του σώματος.
Ο Γέροντας, αφού και πάλι έπλυνε με δάκρυα τα πόδια της Οσίας και αφού την παρακάλεσε πολύ να πρεσβεύει προς τον Θεό υπέρ πάντων σκέπασε το σώμα με χώμα, ενώ παρευρισκόταν και το λιοντάρι. Κάλυψε δε το σώμα της Οσίας μ' εκείνο το σχισμένο ιμάτιο, που της είχε ρίξει από πίσω της ο Ζωσιμάς τη πρώτη φορά ου τη συνάντησε και από τότε η Μαρία κάλυπτε μ' αυτό ορισμένα μέρη του σώματός της.
Ύστερα αναχώρησαν και οι δυό, και το μεν λιοντάρι προχώρησε σαν πρόβατο στο εσωτερικό της ερήμου, ο δε Ζωσιμάς γύρισε πίσω στο Μοναστήρι ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, διηγήθηκε δε όλα στους μοναχούς, χωρίς ν' αποκρύψει τίποτα, απ' όσα είδε κι' άκουσε. Εκείνοι δε όταν άκουσαν αυτά τα μεγαλεία του Θεού, υπερθαύμασαν και με πολύ φόβο και πόθο τηρούσαν τη μνήμη της Οσίας. Ο δε ηγούμενος Ιωάννης, αφού ερεύνησε και βρήκε σύμφωνα με τα λόγια της Οσίας μερικά σφάλματα στο μοναστήρι, φρόντισε και τα διόρθωσε, για να μη βγει και σ' αυτό το θέμα άχρηστος ή μάταιος ο λόγος της Οσίας. Στο μοναστήρι δε τούτο πέθανε και ο Αββάς Ζωσιμάς, σε ηλικία 100 χρονών.

Ορθόδοξον Ίδρυμα "Απόστολος Βαρνάβας"