Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει τον περίφημο διάλογο που είχε ο Χριστός με μια πόρνη γυναίκα, την Σαμαρείτιδα. Με μια γυναίκα που οι άλλοι Εβραίοι δεν θα καταδέχονταν όχι απλώς να συνομιλήσουν, αλλ’ ούτε κάν να την πλησιάσουν. Και τούτο, για δύο λόγους: πρώτον γιατί ήταν Σαμαρείτιδα και δεύτερον γιατί ήταν πολύ αμαρτωλή. Την γυναίκα αυτή την απέφευγαν και οι ίδιοι οι συμπατριώτες της, οι Σαμαρείτες. Την απέφευγαν, για την αμαρτωλή διαγωγή της. Τέσσερις άνδρες είχαν περάσει από την ζωή της, και με τον πέμπτο συζούσε παράνομα.
 Όλοι λοιπόν, την αγνοούν, την περιφρονούν, την αποστρέφονται. Όλοι, εκτός από τον Σωτήρα Χριστό, ο Οποίος βαδίζει μέσα στη ζέστη του καλοκαιριάτικου μεσημεριού, για να έλθει να την συναντήσει και να της χαρίσει την λύτρωση. Κουρασμένος από την οδοιπορία και διψασμένος, κάθισε στην πηγή του Ιακώβ να ξαποστάσει. Έστειλε τους μαθητές του στην πόλη να αγοράσουν τρόφιμα και περίμενε την ταλαίπωρη εκείνη γυναίκα, που είχε γίνει θύμα του διαβόλου. Ώ, πόση είναι η αγάπη του Χριστού και η δίψα του για την σωτηρία κάθε αμαρτωλής ψυχής!
 Για την γυναίκα αυτή ο Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος, γράφει: «Ως Θεός ο Χριστός γνώριζε ότι σ΄εκείνη τη δυστυχισμένη χώρα της Σαμάρειας υπήρχε ένα διαμάντι. Διαμάντι, που είχε πέσει μέσα στη λάσπη, και κανένας δεν το πρόσεχε. Διαμάντι ήταν αυτή η αμαρτωλή γυναίκα, η Σαμαρείτιδα. Παρ’ όλη την κατάπτωση και την διαφθορά της, μέσα της έκρυβε κάτι το πολύτιμο. Ερχόταν ώρα που σιχαινόταν τον εαυτό της. Έβλεπε πόσο χαμηλά είχε πέσει. Ποθούσε μια ανώτερη ζωή. Ποθούσε να γνωρίσει την αλήθεια.» (Κυριακοδρόμιον)
Ο διάλογος του Χριστού με την Σαμαρείτιδα
Αυτή την γυναίκα περίμενε ο Ιησούς στο φρέαρ του Ιακώβ. Και να, σε λίγο καταφθάνει, με την στάμνα στο χέρι. Ο Θεάνθρωπος της ζήτησε να του δώσει λίγο νερό. Εκείνη απόρησε πώς ένας Ιουδαίος τολμάει να μιλά σε μια Σαμαρείτιδα, γι’ αυτό και του λέει: «πώς σύ, που είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις νερό από εμένα που είμαι γυναίκα Σαμαρείτιδα;» Οι Ιουδαίοι, όπως είπαμε, δεν είχαν καμία επικοινωνία με τους Σαμαρείτες «ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις»
 (Ιωάν. δ’ 9).
 Βέβαια, αν ήμασταν εμείς οι «θεοφοβούμενοι», κι εγώ δεν ξέρω τι θα άκουγε η γυναίκα εκείνη! Και όμως, ο Χριστός δεν την περιφρονεί, δεν την αποστρέφεται, δεν την προσβάλλει και δεν την ταπεινώνει για την ζωή που κάνει. Αλλά σαν έμπειρος γιατρός προσπαθεί να την θεραπεύσει και σαν καλός ποιμένας να την οδηγήσει στην μάνδρα του Θεού.
 Ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας το σημείο αυτό, γράφει: «…Έτσι και η Σαμαρείτιδα. Την ψυχή της είχε βουτηγμένη στις πορνείες, και φιλονικεί για την πόση λίγου νερού. Και ο Ιησούς δεν την αποστόμωσε, δεν της είπε εγώ είμαι Θεός από Θεό, εγώ στερέωσα τον Ουρανό και θεμελίωσα την γή, και φιλονικείς για το νερό και την πόση του και μάλιστα σύ, γυναίκα μολυσμένη από τις αμαρτίες;». (Μητροπολίτου Τρίκκης & Σταγών Διονυσίου, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Α΄.Αθήναι 1968, σελ. 47).
Όχι, αδελφέ μου, ο Χριστός δεν της είπε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, παίρνοντας αφορμή από τα λόγια της, της αποκαλύπτει θεμελιώδεις ουράνιες αλήθειες. Ναι, σ’ αυτή την αμαρτωλή γυναίκα, που οι συγχωριανοί της την περιφρονούσαν, σ’ αυτή που ήταν βουτηγμένη στις σαρκικές αμαρτίες, τις οποίες ο Θεός τόσο πολύ βδελύσσεται και καταδικάζει, σ’ αυτή την πόρνη γυναίκα ο Ιησούς αποκαλύπτει την θεότητα του!
 Στην αμηχανία της Σαμαρείτιδας, λοιπόν να προσφέρει λίγο νερό σ΄έναν Ιουδαίο, (όπως εκείνη Τον έβλεπε), ο Χριστός απαντά: «Εάν ήξερες την δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέγει: ‘Δός μου να πιώ’, τότε εσύ θα τον παρακαλούσες κι εκείνος θα σου έδινε νερό ζωντανό» (Ιωάν. δ’ 10).
 Ο νούς της αδυνατεί να συλλάβει και να εννοήσει αυτές τις θείες αλήθειες, γι΄αυτό και Του λέει: «Κύριε, ούτε δοχείο έχεις, αλλά και το πηγάδι είναι βαθύ. Από πού, λοιπόν, έχεις το νερό το ζωντανό; Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωκε το πηγάδι, κι ήπιε από αυτό ο ίδιος και τα παιδιά του και τα ζώα του;» (Ιωάν. δ’ 11-12).
 Η γυναίκα και πάλι αδυνατεί να εννοήσει όλα αυτά. ΄Αλλωστε, θα ήταν ίσως η πρώτη φορά που της δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσει και να ακούσει τέτοια ουράνια και θεϊκά λόγια. Νομίζοντας, ακόμη, ότι το νερό που έχει αυτός που της μιλά είναι διαφορετικό από τα άλλα και έχει την ικανότητα να κόβη την δίψα μια για πάντα, και επιπλέον ότι έτσι θα απαλλασσόταν από τον κόπο της μεταφοράς, του λέει: «Κύριε, δός μου αυτό το νερό για να μη διψώ, ούτε να έρχομαι εδώ στο πηγάδι να παίρνω» (Ιωάν. δ’ 15).
 Ο Χριστός, ως καρδιογνώστης, βλέποντας ότι ήρθε η ώρα να δεχθεί η Σαμαρείτιδα το φάρμακο της μετανοίας και το σωτήριο και λυτρωτικό μήνυμα, της λέει με αγάπη και διάκριση: «Πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ». Η γυναίκα αποκρίθηκε: «Δεν έχω άνδρα». Ο Χριστός της λέει: «Καλά είπες ότι δεν έχεις άνδρα, γιατί πέντε άνδρες πήρες, και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι άνδρας σου. Αυτό, το είπες αλήθεια» (Ιωάν. δ’ 16-18).
 Βλέποντας η αμαρτωλή γυναίκα έναν άγνωστο γι’ αυτήν άνθρωπο να γνωρίζει τα μυστικά της ζωής και της καρδιάς της, του λέει: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης» (Ιωάν. δ’ 19). Και αμέσως – αλήθεια ποιος το περίμενε! – η πόρνη άρχισε να ρωτάει τον Χριστό σε ποιόν τόπο πρέπει να λατρεύεται ο Θεός, στα Ιεροσόλυμα, όπως υποστηρίζουν οι Ιουδαίοι ή στο όρος Γαριζείν, όπως δέχονται οι Σαμαρείτες;
 Στην συνέχεια, ο Ιησούς αποκαλύπτει σε μια άσωτη γυναίκα τι είναι ο Θεός και πώς θέλει να Τον λατρεύουν και να Τον προσκυνούν οι αληθινοί προσκυνητές. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε τις θείες και σωτήριες αυτές αλήθειες:
 «Πίστεψε με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «πλησιάζει ο καιρός πού ούτε σ΄αυτό το όρος ούτε στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Πατέρα. Εσείς, οι Σαμαρείτες, λατρεύετε εκείνο που δεν ξέρετε, εμείς όμως λατρεύουμε εκείνο που γνωρίζουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Πλησιάζει όμως ο καιρός, και μάλιστα ήλθε ήδη, που οι αληθινοί προσκυνητές θα λατρεύσουν τον Πατέρα πνευματικά και αληθινά, γιατί τέτοιοι θέλει ο Πατέρας να είναι εκείνοι που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα, και εκείνοι που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά» (Ιωάν. δ’ 21-24).
 Ακούγοντας αυτά η Σαμαρείτιδα, ξέχασε και το νερό, ξέχασε και τις δουλειές της, ξέχασε ακόμη και το «ου συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις», ξέχασε κάθε βιοτική και κοσμική μέριμνα, και ενδιαφέρεται τώρα να μάθει περισσότερα για τον Θεό. Γι’ αυτό και Του λέει: «Ξέρω ότι θα έλθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός, όταν έλθει εκείνος, θα μας τα διδάξει όλα» (Ιωάν. δ’ 25).
 Βλέποντας την θεία αλλοίωση της ψυχής της, και παίρνοντας αφορμή από τα λόγια της ο άγνωστος γι’ αυτήν Χριστός, ο κουρασμένος και διψασμένος στρατοκόπος που της ζήτησε λίγο νερό, της λέει: «Εγώ είμαι που μιλώ μαζί σου» (Ιωάν. δ’ 26), «ο Μεσσίας που περιμένετε να έλθει για να σας διδάξει και να σας αποκαλύψει τις ουράνιες και σωτήριες αλήθειες, ο Μεσσίας αυτός, είμαι εγώ, εγώ που σου μιλώ αυτή την στιγμή».
Απόστολος, πριν από τους Αποστόλους
Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τα λόγια αυτά του Κυρίου, λέγει: «Μεγάλα και παράδοξα θαύματα. Αυτό που σε πολλούς Αποστόλους έκρυψε, στην πόρνη αποκαλύπτει φανερά». Θα ήθελα όμως να τελειώσω με τα λόγια του ιδίου Πατρός, με τα λόγια εκείνα που αναφέρονται στην προσπάθεια της Σαμαρείτιδας να πείσει τους συμπατριώτες της να έλθουν και να δούν τον Χριστό:
 «Στο μεταξύ έρχονται οι μαθητές και Τον βρίσκουν να μιλά με την γυναίκα. Απόρησαν που μιλούσε με γυναίκα. Αυτός που τον προσκυνούν οι άγγελοι, μιλούσε με την πόρνη. Αυτός που συμβασιλεύει με τον Πατέρα στην ατελείωτη βασιλεία, μιλούσε μόνος σε μια γυναίκα μόνη. Εκείνη όμως άφησε την στάμνα της και μπήκε στην πόλη. Άφησε την στάμνα της, γιατί γέμισε με τα ζωντανά νερά, και αφού μπήκε, φώναξε στους πολίτες: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός»; «Ελάτε να δείτε κάποιον». Δεν είπε, ελάτε να δείτε τον Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους, για να μην νομίσουν οι άνθρωποι ότι παραφρόνησε. Για να μην πούν οι άνθρωποι: αυτή είναι τρελή. Πότε είδε κανείς τον Θεό να περπατά; Πότε είδε κανένας τον Θεό να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους; «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα».
 «Τους ξυπνά την επιθυμία να βγουν και να πιαστούν. Όπως πιάστηκε στο δίχτυ, θέλει να πιάσει. Είδε έναν Ιουδαίο και έφθασε η ίδια στην αντίληψη του Κυρίου, κι οδηγεί τους άλλους να φθάσουν από τον άνθρωπο στο Θεό. Πόρνη με συνείδηση Αποστόλου, που έγινε από τους Αποστόλους πιο δυνατή. Γιατί οι Απόστολοι περίμεναν να συμπληρωθεί ολόκληρη η Θεία οικονομία και τότε άρχισαν τα αποστολικά τους κηρύγματα. Η πόρνη όμως και πριν από το πάθος και την Ανάσταση, ευαγγελίζεται τον Χριστό. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκαμα. Διαλαλώ τα αμαρτήματα μου, για να οδηγήσω εσάς. Για να δείτε εσείς τον Θεό που έφθασε στον κόσμο, πομπεύω τα σφάλματα μου. Κι ας προσκυνείται ο Χριστός που δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς. Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκαμα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός»;
 «Πρόσεξε τη σοφία της γυναίκας, πρόσεξε την ευγνωμοσύνη της πόρνης. Ένα αμάρτημα της είπε ο Χριστός, την πορνεία μονάχα, κι εκείνη άφησε την στάμνα κι έτρεξε στην πόλη λέγοντας: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα».
 «Κηρύττει αυτόν που γνωρίζει τα πάντα, κηρύττει πιο μεγαλόφωνα από τους Αποστόλους. Δεν τον είδε να σηκώνεται από τους νεκρούς, δεν είδε τον τετραήμερο Λάζαρο να ξαναπροσκαλήται από τον τάφο, δεν είδε τον θάνατο να φυλακίζεται, δεν είδε την θάλασσα να χαλιναγωγείται με τον λόγο. Δεν είδε τον πλάστη του Αδάμ, στην περίπτωση του τυφλού, να αναπληρώνει με το πηλό το φυσικό ελάττωμα, όμως τον κεραμουργό του Παραδείσου διαλαλούσε με τον λόγο της. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα». Κι από την πόλη εκείνη των Σαμαρειτών πίστεψαν σ’ αυτόν πολλοί από τα λόγια της γυναίκας, που μαρτυρούσε ότι «μου είπε όλα όσα έκανα».
 Ας μιμηθούμε κι εμείς αυτή την Σαμαρείτιδα και χωρίς να νιώθουμε παράλογη εντροπή για τα αμαρτήματα μας, να φοβόμαστε τον Θεό. Τώρα όμως βλέπω να γίνεται το αντίθετο, δεν φοβόμαστε αυτόν που πρόκειται να μας κρίνει, αλλά τρομάζομε αυτούς που δεν μπορούν να μας βλάψουν σε τίποτα και φοβόμαστε μη μας προσβάλλουν. Γι’ αυτό τιμωρούμαστε γι’ αυτά που φοβόμαστε. Αυτός που ντρέπεται να φανερώσει τα αμαρτήματα του σε άνθρωπο, δεν ντρέπεται όμως να τα πράξει μπροστά στα μάτια του Θεού και δεν θέλει να ομολογήσει και να μετανοήσει, θα θεατρινιστεί εκείνη την ημέρα όχι μπροστά σ’ έναν και σε δύο αλλά στα μάτια όλης της οικουμένης.
 Ας συνομιλήσουμε λοιπόν με τον Χριστό, γιατί και τώρα ανάμεσα μας στέκεται και μας μιλά με το στόμα των Προφητών και των Αποστόλων. Ας Τον ακούσουμε και ας Τον πιστέψουμε» (Μητροπολίτου Τρίκκης & Σταγών Διονυσίου, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Ά, Αθήναι 1968, σελ. 55-57).
 Αδελφέ μου, όταν ακούς τον ψάλτη στην εκκλησία να λέει: «Τη αυτή ημέρα, Κυριακή Πέμπτη από του Πάσχα, την της Σαμαρείτιδας εορτήν εορτάζομεν. Ταίς της σης Μάρτυρος Φωτεινής πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν», να ξέρεις ότι πρόκειται γι’ αυτήν την πρώην πόρνη και αμαρτωλή γυναίκα.
 Ναι, είναι η Αγία πλέον, Μεγαλομάρτυς και Ισαπόστολος Φωτεινή




Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ - ΑΓΙΟΣ ΙΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΜ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

 Γ.Π. Σωτηρίου

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος ανήκει στη χορεία των Νεομαρτύρων Αγίων. Μαρτύρησε υπέρ Χριστού του Θεού στη Μυτιλήνη την 17η Φεβρουαρίου του 1795, σε ηλικία 21 έτους. Μετά από τους βασανισμούς των Τούρκων και την μαρτυρική τελευτή του, ενταφιάσθηκε εντός μιας Εκκλησίας της Μυτιλήνης, καλουμένης Παναγίας Χρυσομαλλούσας.

Το σεπτό Λείψανο του Αγίου Θεοδώρου, επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιερεμίου (1798), μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου, μετεφέρθη εν αγνοία των τουρκικών αρχών, καί εναπετέθη ευλαβώς στην κρύπτη του Ιερού Βήματος του Μητροπολιτικού ναού, όπου παρέμεινε επί 34 έτη, δηλαδή μέχρι του έτους 1832…

Από του έτους τούτου γνωρίζουμε τον Άγιο Θεόδωρο ως Προστάτη και Πολιούχο της Μυτιλήνης και της Λέσβου γενικότερα. Η θανατηφόρος πανώλη, η οποία εμάστιζε την Μυτιλήνη κατά το έτος τούτο (1832), επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Πορφυρίου, καί η οποία, κατά δεκάδας έρριπτε στους τάφους τούρκους καί χριστιανούς, ανεξαρτήτως τάξεως καί ηλικίας, ανάγκασε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την πόλη, για τον φόβο της μολύνσεως, καί να φύγουν στους πέριξ της πόλεως λόφους. Φόβος καί τρόμος καί σκιά θανάτου εκάλυπτε τα πάντα για αρκετό χρόνο. Και οι αρχές ακόμη αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, για τον φόβο της μολύνσεως, καί να φύγουν στους πέριξ της πόλεως λόφους. Στην πόλη έμειναν οι ασθενείς καί όσοι τους περιποιόνταν, βέβαιοι ότι και σ’ αυτούς θα μετεδίδετο η φοβερά ασθένεια.

Συνεργεία ιατρών εστάλησαν από την Κωνσταντινούπολη καί πάντα τα μέτρα ελήφθησαν, χωρίς εν τούτοις να υποχωρήσει η πληγή της θανατηφόρου πανώλης. Αλλά τους Αγίους αυτού «εθαυμάστωσεν ο Κύριος». Ό,τι δεν μπόρεσαν να επιτύχουν τα πολυπληθή συνεργεία των ιατρών καί τα φάρμακα καί τα λαμβανόμενα προληπτικά μέτρα, κατόρθωσαν να επιτύχουν οι προς τον Κύριον πρεσβείες του Νεομάρτυρος Θεοδώρου.

Σε αυτές τις κρίσιμες ημέρες, καί δη την νύκτα της Παρασκευής της α’ εβδομάδος των νηστειών, ενεφανίσθη εν ονείρω ο Άγιος στον τότε πρωτοσύγκελο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης καί Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καί του παρήγγειλε να ειπεί στον Μητροπολίτη να συγκαλέσει τους χριστιανούς από τις εξοχές καί τα προάστια, στα οποία είχαν καταφύγει, να προσέλθουν όλοι στον Μητροπολιτικό ναό, να γίνει ολονύκτια εκεί δέηση προς τον Θεό, καί να εξαχθεί καί το Λείψανο του Αγίου από της κρύπτης. Ο πρωτοσύγκελος Καλλίνικος δεν έδωκε σημασία στο όνειρο. Αλλά μετά από μία εβδομάδα, καί πάλι την νύκτα της Παρασκευής, το ίδιο όνειρο, ζωηρότερο αυτή την φορά, συνταράσσει τον Καλλίνικο καί η μορφή του Αγίου αυστηρότερα τον επιπλήττει για την αμέλεια καί αδιαφορία, την οποίαν επέδειξε ως προς την εκτέλεση της παραγγελίας του.

Αμέσως αυτή την φορά ανακοίνωσε ο Πρωτοσύγκελος στον Μητροπολίτη την εντολή του Αγίου. Πάραυτα ο Μητροπολίτης επισκέπτεται τον τούρκο διοικητή της πόλεως καί ζητεί παρ’ αυτού άδεια όπως επιτρέψει την τέλεση της αγρυπνίας. Προθυμότατα εν απογνώσει ο διοικητής, χορηγεί την προς τούτο άδεια. Καί οι «Κράχτες» εσπευσμένως καλούν τους χριστιανούς στην ολονύκτιο δέηση. Διαμαρτύρονται οι ιατροί για την χορήγηση της αδείας, φοβούμενοι την εκ του συνωστισμού μετάδοση της ασθενείας. Πλην όμως, τα πλήθη των χριστιανών μετά θερμής πίστεως προσέρχονται καί προσεύχονται μέχρι πρωίας για την υγεία τους. Τις πρωινές ώρες, Μητροπολίτης καί Πρωτοσύγκελος κατέρχονται στην κρύπτη του Ιερού και εξάγουν το ιερό Λείψανο του Αγίου καί εν πομπή περιφέρουν τούτο πέριξ του Ναού. Οι προσευχές των χριστιανών καί οι πρεσβείες του Αγίου ενώνονται καί ως θυμίαμα ευώδες κατευθύνονται προς τον Κύριο των δυνάμεων.

Απ’ εκείνης της ώρας ουδείς θάνατος εσημειώθη. Η πόλη ονόμασε τον Άγιο Θεόδωρο, Πολιούχο. Τούρκοι καί Χριστιανοί εξεδήλωσαν παντοιοτρόπως την ευγνωμοσύνη τους προς τον Θεό καί τον προστάτη Άγιο.

Έκτοτε το σεπτό Λείψανο παραμένει στο κεντρικό κλίτος του Μητροπολιτικού Ναού καί αποτελεί τιμαλφή θησαυρό της Εκκλησίας της Μυτιλήνης, ο δε άγιος Θεόδωρος τιμάται ως Πολιούχος της Λέσβου.

Σε ανάμνηση του θαύματος τούτου από του 1936, προνοία του αειμνήστου μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου καθιερώθηκε και επικυρώθηκε δια βασιλικού διατάγματος της 8-5-1937, ειδική παλλεσβιακή πανήγυρης, (ανακομιδή του ιερού Λειψάνου και της κατ’ αυτήν διασώσεως της πόλεως από της πανώλους), εορταζομένη μετά πάσης λαμπρότητος δια πανδήμου λιτανεύσεως του ιερού Λειψάνου, την 4ην Κυριακή του Πάσχα, ήτοι Κυριακή του Παραλύτου.


Βιβλιογραφία: «Ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος, Πολιούχος Μυτιλήνης» του Γ. Π. Σωτηρίου.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 

Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία –ταφή και ανάσταση– είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*)

Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει.

Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα.

Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά –η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες.

Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά.

Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη.

Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε.

Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν:

Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο.

Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του.

Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα.

Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους.

Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.

Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.

(*) Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα καί τη θεότητα του Κυρίου.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/agiologio-eortologio/kyriaki-twn-myroforwn/

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Ομολογία Πίστεως

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
(Ιωάν. κ΄ 19-31)  (Πραξ. ιβ’ 1-11)

Ομολογία Πίστεως

“ο Κύριός μου και ο Θεός μου”
Χριστός Ανέστη.   
Κλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές (απουσίαζε ο Θωμάς).  Και αυτό γιατί τους διακατείχε μεγάλος φόβος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Κυρίως μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος. Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Αναστάσεως ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία για το τί έπρεπε να πράξουν.  Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: “Ειρήνη υμίν”. Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο.  Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί, θα συνεχιζόταν. Για να τους στηρίξει στην πίστη και να μην τους αφήσει περιθώρια αμφιβολιών, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του για να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.
Παρών και ο Θωμάς
“Μεθ’ ημέρας οκτώ” στον ίδιο χώρο του υπερώου ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιεί νέα εμφάνιση, παρόντος τώρα και του Θωμά.  Όταν είχε έλθει του διηγήθηκαν οι άλλοι μαθητές τα όσα συνέβησαν.  Εκείνος από υπερβολικό ζήλο για να συναντήσει τον Κύριο τους είπε: “Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων,  και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω”. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο μαθητής του Κυρίου δεν έσπευσε να ψηλαφίσει τις πληγές του Διδασκάλου του διότι η “απιστία” του, αν μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι, ήταν καλή σύμφωνα με τα όσα μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ο εσωτερικός κόσμος του Θωμά δεν διέλαθε της προσοχής του Παντογνώστη Κυρίου.  Φαινόταν καθαρά η καλή προαίρεσή του και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε απέναντι στον Διδάσκαλό του.  Έτσι ο Χριστός αφού του απηύθυνε τον ίδιο χαιρετισμό, είπε αμέσως στον Θωμά: “Φέρε τον δάκτυλό σου εδώ και βάλε το χέρι σου στην πλευράν μου και μήν μένεις άπιστος αλλά γίνε πιστός”.
Ο Κύριος του μίλησε τόσο απλά και ήρεμα που ο Θωμάς συγκλονίστηκε από τα βάθη της ψυχής του.  Δονήθηκαν τόσο όμορφα οι χορδές της καρδιάς του που στην πιο αυθεντική έκφραση μουσικής μελωδίας, απέδωσαν τη σωτήρια ομολογία: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”. 
Η ομολογία αυτή του Θωμά που είναι ομολογία πίστεως στην Θεότητα του Κυρίου μας, μπορεί να αποδίδεται και από τις χορδές της δικής μας καρδιάς και να εκφράζεται σαν πράξη καθημερινής ζωής.  Αυτό σημαίνει ότι η ομολογία του Θωμά μπορεί να αντανακλάται στην καθημερινή μας ζωή ως μια γεννήτρια πίστεως που να μας υποκινεί να επαναλαμβάνουμε κι εμείς με τον δικό μας τρόπο: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.
Αγαπητοί αδελφοί, η  ομολογία αυτή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο φραστικά αλλά θα πρέπει να λειτουργεί σαν  οδοδείκτης στην πορεία του κάθε ορθόδοξου Χριστιανού που ακολουθεί για να ενωθεί με το Θεό.  Η αναγνώριση της θεότητας του Αναστημένου Κυρίου πραγματοποιείται ιδιαίτερα μετά από την άξια συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο. το οποίο μας προσφέρει σε κάθε Θεία Λειτουργία ως ευκαιρία για να συνδεθεί το θνητό με το αθάνατο, το φθαρτό με το άφθαρτο. Γι αυτό και μετά τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας διακηρύσσουμε ότι “είδομεν το Φως το αληθινόν” που μπορεί να παραλληλισθεί με το “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
PrintFriendly and PDFhttp://churchofcyprus.org.cy

Τρίτη 31 Μαρτίου 2026

ΩΣΑΝΑ ΚΑΙ ΣΤΑΥΡΩΘΗΤΩ


Περάσαμε και εφέτος, μέσα από το αγωνιστικό στάδιο της Μ. Τεσσαρακοστής. Διήλθαμε την ανακαινιστική οδό της μετανοίας. Κολυμβήσαμε στο πέλαγος της νηστείας. Την ψυχωφελή πληρώσαμε Τεσσαρακοστή. Και σήμερα Κυριακή των Βαΐων, αναφωνούντες κι εμείς το «Ωσανά, ευλογημένος, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» μετά Βαΐων και κλάδων, εισερχόμεθα στην Αγία και Μ. Εβδομάδα.
Προχωράμε στην κορύφωση του μεγίστου των Μυστηρίων. Της αφάτου δι’ ημάς Θείας οικονομίας. Στο μεγαλείο του Σταυρού, στο θαύμα του ζωογόνου Τάφου, στο θρίαμβο της Αναστάσεως. Η Αγία και Μ. Εβδομάδα διανοίγεται και πάλι μπροστά μας. Το αποκορύφωμα και το επιστέγασμα της πνευματικής πορείας που ξεκινήσαμε την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και που όλες αυτές τις ημέρες, έχοντας σ’ αυτήν στραμμένο το βλέμμα μας, με πόθο ιερό και καρδιά γεμάτη κατάνυξη αναφωνούσαμε: «παράσχου και ημίν αγαθέ τον αγώνα τον καλόν αγωνίσασθαι, τον δρόμον της νηστείας εκτελέσαι, την πίτην αδιαίρετον τηρήσαι τας κεφαλάς των αοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητάς τε της αμαρτίας αναφανήναι ώστε ακατακρίτως φθάσαι προσκυνήσαι και την αγίαν Ανάστασιν»
«Γιατί όμως την ονομάζουμε μεγάλη, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος; Επειδή κάποια μεγάλα και απόρρητα τυχαίνει να υπάρξουν, για μας, μέσα σ’ αυτήν, αγαθά. Επειδή μεγάλα σε μας έγιναν κατ’ αυτήν απ’ το Δεσπότη κατορθώματα. Και λοιπόν μέσα σ’ αυτήν την εβδομάδα την Μεγάλη, η χρόνια του διαβόλου καταλύθηκε τυραννία. Ο θάνατος σβήστηκε. Ο ισχυρός δέθηκε. Τα σκεύη του (τα όργανα και οι πλεκτάνες του) διαρπάγησαν. Η αμαρτία αναιρέθηκε. Η κατάρα καταλύθηκε. Ο Παράδεισος ανοίχτηκε. Ο ουρανός προσπελάσιμος έγινε. Οι άνθρωποι με τους αγγέλους αναμείχτηκαν. Το μεσότοιχο του φραγμού σηκώθηκε. Ο της ειρήνης Θεός, ειρήνη έβαλε ανάμεσα στον ουρανό και τη γη. Για τούτο Μεγάλη ονομάζεται εβδομάδα».
Είναι λοιπόν Μεγάλη η εβδομάδα στην οποία προχωρούμε, όχι για τις μέρες της, ούτε για τις ώρες της. Σε τίποτε τέτοιο δεν διαφέρει από τις άλλες, μα και σε τίποτε δεν μοιάζει με όλες τις άλλες. Είναι μεγάλη γιατί μέσα σ’ αυτήν συγκαιφαλαιούται το θαύμα του Χριστιανισμού, τελεσιουργείται και τελειώνεται το μέγα και μοναδικό Μυστήριο της Θείας συγκαταβάσεως, κορυφώνεται η δόξα της Ορθοδοξίας. Είναι μεγάλη γιατί ο ίδιος ο Θεός, για χάρη δική μας οδηγείται στα άγια και σωτήρια και φρικτά πάθη. «Τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην. Και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον». Είναι μεγάλη γιατί…μεγάλη και η δική μας υποκρισία, ο εγωισμός, η αγνωμοσύνη, η κακία. Σήμερα με ενθουσιασμό φωνάζουμε «Ωσαννά», αύριο αλλόφρονες θα κραυγάζουμε «Σταυρωθήτω».
Θριαμβευτική και μεγαλόπρεπος η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα. Πλήθη αναρίθμητα συγκεντρώθηκαν για να ζητωκραυγάσουν τον Κύριο της ζωής και του θανάτου. Τον ανακαινιστή του κόσμου, τον αναμορφωτή της ζωής, τον αναμενόμενο Μεσσία. Τέτοια ήταν η υποδοχή ώστε, «Εισελθόντος αυτού εις Ιεροσόλυμα εσείσθη πάσα η πόλις».Αυτός προχωρεί. Εισέρχεται στη αγία πόλη. Την πόλη την φονεύσασα τους προφήτας, την πόλη που έσβηνε κάθε φωνή που ήταν ελεγκτική γι’ αυτήν. Εισέρχεται «καθήμενος επί πώλον όνου»,γνωρίζοντας ότι στην κορυφή του Γολγοθά τον περιμένει ο Σταυρός. Γνωρίζοντας ότι όλος αυτός ο κόσμος, όλος αυτός ο ενθουσιασμός , αμέσως μετά άρδην θα μετατραπούν. Το μίσος, ο φθόνος, ο φανατισμός, η εκδίκηση, θα μεταβάλουν το «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», σε «Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν».
Αλλά, η ιστορία αυτή είναι τόσο παλιά, μα και τόσο καινούρια. Ο Χριστός σταυρώθηκε μεν πριν 2000 χρόνια, αλλά έκτοτε συνεχίζει καθημερινά να ξανασταυρώνεται. Το «Ωσαννά» και το «Σταυρωθήτω», στο πρόσωπο του Χριστού είναι δυο αλληλένδετες έννοιες που ποτέ δεν ξεχώρισαν, ποτέ δεν έπαψαν να συνοδεύουν το Χριστό, και παράλληλα να είναι η πτώση και η ανάσταση η δική μας. Ακούει και σήμερα ο Χριστός το «Σταυρωθήτω», από πολλούς και διαφόρους «Χριστοκάπηλους». Από αυτούς που το ευαγγέλιο στέκεται εμπόδιο στα άνομα σχέδια τους. Από αυτούς που βάζουν μέσα σε καλούπια τη διδασκαλία Του, που τον χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα συμφέροντα τους, και τον εκμεταλλεύονται για τις προσωπικές τους επιδιώξεις. Ακούει το «Σταυρωθείτω» από αυτούς που δεν διστάζουν να τον ανταλλάξουν με το χρυσό στην πρώτη ευκαιρία, από αυτούς που εύκολα τον ξεπουλάνε και τον αποστρέφονται μη τυχόν και διακινδυνεύσουν τον ευδαιμονισμό τους, κάτι δικό τους.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, απ’ τους διώκτες της πίστεως, τους καταφρονητές της Εκκλησίας, τον υλισμό, τον ορθολογισμό την αθεΐα. Χιλιάδες οι στομφώδεις διαλέξεις, οι πομπώδεις στα τηλεοπτικά παράθυρα αμπελοφιλοσοφίες, ατέλειωτη η αμφισβήτηση από γνωστούς και μη εξαιρετέους αρνητές και Χριστομάχους Σε τόνους μετριέται η μελάνη που καθημερινά χύνεται, με στόχο μοναδικό να σπιλωθεί το όνομα Του, να υβριστεί η θεότητα Του, να συκοφαντηθεί και να γελοιοποιηθεί η εκκλησία Του. Δηλητήριο δραστικότατο, περιτυλιγμένο με το χρυσόχαρτο, άλλοτε της ελευθερίας, άλλοτε της δημοκρατίας, άλλοτε της τέχνης, που προσπαθεί να δηλητηριάσει τις ψυχές και να κρημνίσει την πίστη. Ξανασταυρώνεται ο Χριστός απ’ την θολοκουλτούρα της εποχής, που εκτινάζει στο πρόσωπο Του τη λάσπη που έχει συσσωρεύσει μέσα της, τα αμαρτωλά της απωθημένα, τα βλαβερά και τοξικά κατάλοιπα του υποσυνείδητου της.
Μα ο Χριστός ξανασταυρώνεται και από μας τους ίδιους. «Ενώ ανήκουμε σ’ Αυτόν, γράφει ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλος, ανήκουμε και στον αντίδικο μας. Κάνουμε στη ζωή μας συμβιβασμούς ύποπτους και βλαβερούς, προδίνουμε το άγιο όνομα του, παραχωρούμε έδαφος στη ψυχή μας και το προσφέρουμε στο διάβολο. Η ασυνέπεια είναι καρφί στα πανάγια χέρια και πόδια του. Η έλλειψη αγωνιστικού φρονήματος είναι η προδοσία του Ιούδα. Η υποχώρηση μας μπροστά στο δέλεαρ της αμαρτίας είναι νέο ράπισμα στο πρόσωπο του. Η αδιαφορία μας για τη σωτηρία μας είναι κολαφισμός άγριος και βάναυσος επάνω του. Η περιφρόνηση προς την Εκκλησία του είναι εμπτυσμός στην όψη του. Η απομάκρυνση μας από τη σώζουσα χάρι των μυστηρίων της είναι χλεύη εμπρός του. Η άρνηση μας να πλησιάσουμε την ουσία της διδασκαλίας του και να επηρεασθούμε από αυτήν είναι ακάνθινος στέφανος πάνω στην κεφαλή του. Ο φανατισμός μας, που βλέπει τους άλλους ξένους και εχθρούς, είναι μαστίγωμα της ράχης του. Η αποκλειστικότητα της αγιότητος που την κρύβουμε μόνο για τους εαυτούς μας, κατακρίνοντας όλους τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι η λόγχη που ένυξε την πλευρά του. Η επιμονή μας να προσαρμόζουμε την πίστη μας στις αξιώσεις του εαυτού μας είναι θράσος απέραντο. Όλα μαζί είναι ξανασταύρωμα του Χριστού, επανάληψη του μυστηρίου της ανομίας».(ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ. ΜΗΤΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ « ΤΟ ΘΕΙΟ ΠΑΘΟΣ»).
Δυο λοιπόν οι στάσεις ανέκαθεν απέναντι στο πρόσωπο του Ιησού. Η πρώτη εκδηλώνεται με την ανείπωτη χαρά της συνάντησης μαζί Του. Εκφράζεται με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές της ψυχής –το μυστικό προσωπικό μας «Ωσαννά»-, υπογράφεται με την ταύτιση μας μαζί Του. Είναι στάση θαυμασμού, ευγνωμοσύνης, αγάπης, αφοσίωσης σ’ Αυτόν. Η δεύτερη, είναι στάση αποστροφής, προδοσίας, εχθρότητας, εγωπάθειας, κακεντρέχειας, υπερφίαλης και προβληματικής προσωπικότητας. Είναι η στάση του «Σταυρωθήτω»,ανά τους αιώνας.
Σήμερα λοιπόν, ο Ιησούς μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα. Μπαίνει και εκούσια, προχωρεί στο πάθος, στο Σταυρό, στον τάφο. Ακούει το «Ωσαννά» και γνωρίζει ότι θα ακούσει αμέσως μετά το «Σταυρωθήτω». Μαζί του προχωράμε κι εμείς. Ποια όμως η στάση μας απέναντι του; Με ποιους θα ταυτιστούμε και τι θα φωνάξουμε; Πόσοι από μας θα καταφέρουμε να βροντοφωνάξουμε μέσα απ΄ ην καρδιά μας το «Χριστός Ανέστη», την επόμενη Κυριακή και να νιώσουμε το πραγματικό νόημα αυτών των λέξεων;
Γι αυτό μας λέει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: «Αδελφοί και πατέρες, πλησιάζει, η ημέρα του Πάσχα , αφού συν Θεώ περάσαμε την νηστεία. Αλλά γιατί βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Πάσχα, αυτό που έρχεται και φεύγει; Δεν το γιορτάσαμε αυτό πολλά χρόνια; Και το Πάσχα λοιπόν αυτό θα περάσει. Διότι δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο σ’ αυτόν τον αιώνα. «Οι ημέρες μας φεύγουν σαν τη σκιά»(Ψαλμ. ρμγ΄.4), και ο βίος μας πορεύεται όπως ο καβαλάρης ταχυδρόμος, ώσπου να μας φέρει στο τέλος της ζωής. Τι λοιπόν δεν είναι επιθυμητό το Πάσχα; Είναι επιθυμητό και μάλιστα πολύ. Πώς θα μπορούσε να πει κανείς όχι; Αλλά το Πάσχα που επιτελείται κάθε μέρα. Και τι είναι αυτό; Είναι ο καθαρισμός των αμαρτιών, η συντριβή της καρδιάς, το δάκρυ της κατανύξεως, η καθαρή συνείδηση, η νέκρωση των μελών που είναι στη γη, της πορνείας, ακαθαρσίας, πάθους, κακής επιθυμίας (Κολ. Γ΄.5), ίσως και κάποιας άλλης πονηρίας που παρατηρείται. Διότι όποιος καταξιώνεται να ζει αυτά, όχι μόνο μια φορά το χρόνο, αλλά για να πω έτσι, κάνει Πάσχα, κάθε μέρα, και γιορτή πολυπόθητη. Και όποιος δεν έχει τα όσα είπαμε πριν, αλλά τον κρατούν τα πάθη, αυτός δεν μπορεί να γιορτάζει. Διότι πως μπορεί να γιορτάζει αυτός που έχει Θεό την κοιλιά; Και πως αυτός που φλέγεται από σαρκική επιθυμία; Πως αυτός που λιώνει από φθόνο; Πως αυτός που βυθίζεται στη φιλαργυρία; Πως αυτός που υποδουλώνεται στην κενοδοξία; Πως αυτός που οδηγείται από όλα τα άλλα, πάθη; …Διότι δεν μπορεί να φωτίζεται αυτός που είναι στο σκοτάδι, αυτός που ταλαιπωρείται από τις αμαρτίες να γιορτάζει…».
Γι’ αυτό λοιπόν τη μοναδική αυτή νύχτα της Αναστάσεως, ας μην έλθουμε σαν απλοί πανηγυριστές. Έτσι …για το καλό, έτσι γιατί το βρήκαμε. Ας μην περιορίσουμε το Χριστιανισμό μας σε 10 λεπτά οχλοβοής, σπρωξίματος, επίδειξης, τυπικών ευχών και μετά… «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…».
Ας μην φωνάξουμε με τον τρόπο μας για μια ακόμη φορά το «Σταυρωθήτω».Αλλά να έρθουμε με την βεβαιότητα ότι: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος…»
Καλη Ανάσταση

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
Ομιλία στο ευαγγέλιο της Κυριακής Ε΄ Νηστειών, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά(Μαρκ. 10, 32-45)
1. Πολύτιμη ἡ μνήμη τοῦ θανάτου

            Βρισκόμαστε στήν τελευταία Κυριακή πρό τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος. Βαδίζομε γιά τό ἅγιο Πάσχα. Μετά ἀπό μιά βδομάδα θά ἀρχίσουν οἱ ἑορτές τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Ἐμεῖς βέβαια τό ξέρομε ὅτι ὁ Χριστός ἔπαθε, κατεδικάσθη, ἐσταυρώθη, ἀπέθανε στό Σταυρό καί ἐτάφη. Νωρίς τήν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε. Αὐτή εἶναι ἡ πίστη μας. Καί ὅλοι ξέρομε ὅτι ὁ Χριστός σταυρώθηκε γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας. Ἀλλά ὅταν ὁ Χριστός ζοῦσε ἐπάνω στή γῆ, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι πού τόν ἐπίστευσαν ἀπό τά θαύματά του καί ἀπό τήν διδασκαλία του, ἐπίστευαν ὅτι πρέπει νά φτειάξει στόν κόσμο τό ὡραιότερο κράτος. Μία Βασιλεία δικαιοσύνης, μία Βασιλεία πλούτου, μία Βασιλεία καλωσύνης, μία ἀληθινή Βασιλεία ἐπάνω στή γῆ. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στή γῆ.
            Ὅμως, ὁ Χριστός, τούς μιλοῦσε ἀπό τήν ἀρχή καί συνεχῶς γιά τόν θάνατό του. Παράξενο πράγμα. Ἐμεῖς δέν θέλομε νά μιλᾶμε γιά τόν θάνατό μας. Παρότι εἴμαστε θνητοί. Καί ὁπωσδήποτε θά πεθάνομε. Καί εἴμαστε «ὑπό κρίσιν». Θά κριθοῦμε δηλαδή. Καί πρέπει νά σκεπτόμαστε, πῶς στό δικαστήριο τοῦ Θεοῦ δέν θά κατακριθοῦμε, ἀλλά θά ἐλεηθοῦμε καί θά δικαιωθοῦμε. Εἶναι λάθος μας πού δέν μᾶς ἀρέσει νά μιλᾶμε γιά τόν θάνατό μας. Γιατί ὅσο πιό πολύ ὁ ἄνθρωπος σκέπτεται τόν θάνατό του, σκέπτεται ὅτι θά «εἰσέλθει εἰς κρίσιν» καί ὅτι θά δικαστεῖ, τόσο περισσότερο ἑτοιμάζει κατάλληλα τόν ἑαυτό του καί στό δικαστήριο πού θά γίνει τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας, δέν θά ἔχει κάτι πού νά τόν καταδικάζει. Ἀλλά καί ἄν ἔχει τίποτε, θά φροντίσει ἀπό τώρα νά τό ἐξαλείψει μέ τή μετάνοια, μέ τήν ἐξομολόγηση, μέ τά καλά ἔργα καί θά τύχει ἐλέους Θεοῦ καί φιλανθρωπίας.
2. Ἡ ἐδῶ ζωή καί ἡ ἐκεῖ ζωή
            Ὁ Χριστός λοιπόν, μιλάει γιά τίς τελευταῖες ἡμέρες ἡμέρες του. Καί λέγει: «Βαδίζομε γιά τήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ θά συλληφθεῖ. Θά παραδωθεῖ εἰς τούς ἄρχοντες τῶν Ἑβραίων. Θά τόν καταδικάσουν σέ θάνατο. Θά τόν παραδώσουν σέ εἰδωλολάτρες. Θά τόν σταυρώσουν. Θά τόν θάψουν. Ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ». Ἐμεῖς, τί θά γίνει αὔριο, δέν τό ξέρομε. Τά μέλλοντα, προσπαθοῦμε νά τά φαντασθοῦμε. Πιθανολογοῦμε. Ὁ Χριστός μιλάει γιά τό μέλλον του ξεκάθαρα. Ἐμεῖς, ἅμα ἀρχίσει ἄλλος νά μᾶς μιλάει γιά τόν θάνατό μας, νευριαζόμαστε. Ὁ Χριστός μιλάει γιά τόν δικό του θάνατο, καί μάλιστα τόν ξέρει μέ ἀκρίβεια, τόν περιγράφει μέ ἀκρίβεια, μέ εἰρήνη στήν ψυχή.
            Γιατί; Γιατί ὁ Θεός ξέρει, ὁ Χριστός ξέρει τί θά συμβεῖ.
            Ὁ Χριστός δέν ἦλθε στόν κόσμο ὅπως ἤλθαμε ἐμεῖς. Μέ περιορισμένη δύναμη καί γνώση. Ἐμεῖς ὅσο ζοῦμε, εἴμαστε σέ ἕνα συνεχή προβληματισμό. Δέν ξέρομε ποῦ βαδίζομε, γιά νά ἐλέγχεται ἡ συνείδησή μας κάθε φορά καί νά ἀποφασίζομε κάθε φορά ἐμεῖς μόνοι μας, ἄν κάνομε τό καλό ἤ κάνομε ἁμαρτίες, γιά νά ἔχει ἡ κάθε πράξη μας ἀξία. Νά εἶναι δηλαδή ἄξια νά ἀμειφθεῖ ἀπό τόν Θεό.
            Γιατί ὁ Θεός μᾶς ἔφτειαξε ὄχι, ὄχι δένδρα, ὄχι ζῶα, ἀλλά ὄντα πνευματικά. Δηλαδή νά πιστεύομε στόν «ἔσω» ἄνθρωπο περισσότερο ἀπό τόν «ἔξω». Νά πιστεύομε στή δικαιοσύνη καί στήν καλωσύνη περισσότερο ἀπό ὅτι στό φαΐ καί στά ἐπίγεια ἀγαθά. Καί νά πιστεύομε καί νά τό καταλαβαίνομε ὅτι σκοπός καί ἀποστολή μας δέν εἶναι μόνο ἡ ζωή αὐτή. Ἀλλά μετά τόν θάνατό μας πηγαίνομε, ὄχι ὅπως ὅλα τά ζῶα, στό μηδέν στήν ἀνυπαρξία, ἀλλά πηγαίνομε στήν αἰώνια ζωή, πού εἶναι καλύτερη, ἀνώτερη καί τελειότερη ἀπό τή ζωή τήν ὁποία ἔχομε τώρα.
            Ἡ τωρινή ζωή εἶναι κάτι τό ἀνάλογο, μέ τή ζωή πού εἴχαμε στήν κοιλιά τῆς μητέρας μας. Ζοῦμε καί ἐκεῖ καί τό καταλαβαίνει καλύτερα ἡ κάθε μητέρα, πόσο ζεῖ καί εἶναι ζωντανό τό παιδί πού ἔχει στήν κοιλιά της.
            Ἡ αἰώνια ζωή πάλι εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τή ζωή πού ἔχομε καί ἀπολαμβάνομε μετά ἀπό τήν γέννηση.
            Ζεῖ τό παιδί μέσα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Ἀλλά οὔτε αἰσθάνεται τόσα, οὔτε βλέπει τόσα, οὔτε χαίρεται τόσα, οὔτε γνωρίζει τόσα, οὔτε ἔχει αὐτούς τούς πλατειούς ὁρίζοντες πού ἔχομε ἐμεῖς. Πού μποροῦμε νά τρέχομε ἀπό τήν μιά ἄκρη τῆς γῆς στήν ἄλλη καί νά πετᾶμε στούς οὐρανούς μέ τά ἀεροπλάνα καί τά μέσα πού ἔχομε σήμερα. Καί ἐπί πλέον μποροῦμε νά ἐπικοινωνοῦμε μέ ὁλόκληρο τόν κόσμο. Μέ τούς κοντινούς μας, μέ τή φωνή καί μέ τά νοήματα. Καί μέ τούς μακρινούς μέ τά τηλέφωνα, μέ τίς τηλεοράσεις, μέ τίς ἐφημερίδες καί μέ τόσα ἄλλα μέσα τά ὁποῖα παρέχει ὁ σύγχρονος πολιτισμός πού εἶναι καρπός καί δωρεά τοῦ Θεοῦ. Δῶρο αὐτοῦ πού μᾶς δημιούργησε καί μᾶς ἔκανε ὄχι ζῶα προορισμένα γιά σφαγή καί γιά θάνατο, ἀλλά ὄντα πνευματικά μέ τή δυνατότητα νά κυριαρχοῦμε, ἀκριβῶς ἐπειδή εἴμαστε κάτι τό ἀνάλογο μέ τούς ἀγγέλους, ἐπάνω σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο.
            Γιά μᾶς ἦλθε ὁ Χριστός στόν κόσμο. Γιά νά μή μᾶς ἀφήσει νά γοητευόμαστε ἀπό κεῖνα πού γοητεύονται καί τά ζῶα, φαΐ, ἡδονή, χαρά τοῦ σώματος. Ἀλλά νά καταλαβαίνομε ὅτι χαρά τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀνταπόκρισή μας στήν πνευματική μας ἰδιότητα καί ἀποστολή. Καί εἶναι μεγαλύτερο πράγμα ἀπό βιωτική χαρά. Ἦλθε  λοιπόν ὁ Χριστός γιά νά μᾶς βοηθήσει μέ τό παράδειγμά του καί μέ τήν διδασκαλία του, νά ζήσομε ἀνθρώπινα, θεάρεστα, πνευματικά. Γιά νά ἀξιωθοῦμε νά πᾶμε στή Βασιλεία του, κοντά του. Ἀφοῦ μᾶς ἔφτειαξε νά εἴμαστε «κοντά του». Νά εἴμαστε δηλαδή ὄντα πνευματικά· ἀνάλογα μέ τόν Θεό. Ὅμοιοι μέ τούς ἀγγέλους. Μέ μιά διαφορά: ὅτι ἔχομε καί σῶμα. Καί νά ζήσομε αἰώνια κοντά του, ὅπως οἱ ἄγγελοι, ὅταν θά πᾶμε μετά τόν θάνατο εἰς τήν αἰώνια ζωή.
3. Ἔπαθε γιά νά μᾶς δώσει δύναμη καί ὅπλο
            Ἀλλά ὁ Χριστός ἦλθε νά κάνει καί κάτι ἄλλο. Νά μᾶς δώσει δύναμη νά ἀντιστεκόμαστε στό κακό πού μᾶς περιτριγυρίζει καί προέρχεται ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἀπό τά πάθη μας καί ἀπό τίς παγίδες τοῦ διαβόλου. Καί γιά νά μᾶς δώσει λοιπόν αὐτή τήν δύναμη ὁ Χριστός, ἦλθε μέ τήν ἀπόφαση, ἐκ τῶν προτέρων εἰλημμένη, προαιώνια ἀπόφαση καί βουλή τοῦ Θεοῦ, νά σταυρωθεῖ γιά μᾶς, νά πάθη γιά μᾶς γιά νά μᾶς δώσει δύναμη καί ὅπλο.
            Δύναμη γιά τήν ψυχή μας καί γιά τό σῶμα μας τό αἷμα του τό ζωοποιό. Τό τίμιο σῶμα του καί τό ἅγιο αἷμα του.
            Καί ὅπλο ἐναντίον τοῦ διαβόλου τόν Σταυρό του τόν τίμιο.
            Γι' αὐτό ὁ Χριστός ὅταν ἐρχόταν εὐκαιρία, μιλοῦσε στούς μαθητές του καί μέ γαλήνη καί μέ χαρά καί μέ ἱκανοποίηση καί τούς ἔλεγε: «Μετά ἀπό λίγο πᾶμε στήν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ θά μέ πιάσουν καί θά μέ πᾶνε στούς ἀρχιερεῖς τῶν Ἑβραίων. Αὐτοί θά μέ καταδικάσουν σέ θάνατο. Θά μέ παραδώσουν στόν Πιλάτο, στούς εἰδωλολάτρες, πού οἱ Ἑβραῖοι δέν ἤθελαν νά ἀκοῦνε εἰδωλολάτρες. Ἐμένα θά μισήσουν τόσο πού θά μέ πᾶνε στούς εἰδωλολάτρες καί θά μέ σταυρώσουν. Καί θά πεθάνω στό Σταυρό. Μή φοβόσαστε. Τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθῶ. Ὁ Θεός θά τά νικήσει ὅλα. Γιατί ἦλθα ἐδῶ στή γῆ, νά νικήσω τό κακό καί τήν ἁμαρτία. Καί τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας πού εἶναι ὁ θάνατος».
            Ὅποιος νικήσει τήν ἁμαρτία θά νικήσει καί τόν θάνατο. Καί θά ἀναστηθεῖ στήν αἰώνια ζωή. Ἐνῶ ὅποιος δέν νικήσει τήν ἁμαρτία, θά νικηθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί θά μείνει στό θάνατο. Τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως δέν θά ἀναστηθεῖ γιά αἰώνια ζωή, ἀλλά γιά μιά κατάσταση πού ὀνομάζεται στήν Ἁγία Γραφή «δεύτερος θάνατος», αἰώνιος θάνατος. Καί στήν ἁπλή γλώσσα τόν λέμε αἰώνια καταδίκη καί κόλαση αἰώνια.
            Μᾶς ἔδωσε λοιπόν ὁ Χριστός μέ τόν Σταυρό του, μέ τόν θάνατό του, καί μέ τά πάθη του δύο ὅπλα. Τό σῶμα του καί τό αἷμα του, τήν Θεία Κοινωνία καί τόν τίμιο Σταυρό του. Μᾶς μιλοῦσε γι’ αὐτά πρίν πεθάνει, σάν τά εἶχε μπροστά του. Γιατί ὁ Θεός εἶναι παντογνώστης. Τά ξέρει ὅλα. Ἐμεῖς πιθανολογοῦμε, ψάχνομε νά βροῦμε. Καί ὅταν μᾶς πιάνει μανία νά δοῦμε τό μέλλον κάνομε τίς χειρότερες τρέλλες καί ἀνοησίες. Πᾶμε στά μέντιουμ, πᾶμε σέ παραψυχολόγους καί πουλᾶμε τήν ψυχή μας, γιατί μέσα σέ ὅλα αὐτά μάγισσες, μέντιουμ, παραψυχολογία δουλεύει ἕνας καί μόνο: ὁ διάβολος.
            Καί μᾶς κοροϊδεύει καί ἐμεῖς στή λαχτάρα μας νά μάθομε τί θά γίνει αὔριο γιά μᾶς, δίνομε καί τά χρήματά μας καί πουλᾶμε καί τήν ψυχή μας.
4. Ὁ ἀληθινά μεγάλος
            Στή συνέχεια ὁ Χριστός εἶπε: «Ἐγώ ἦλθα γιά νά ὑπηρετήσω τόν κόσμο. Νά ἐργαστῶ γιά τήν σωτηρία του». Καί ἐνῶ ἔλεγε αὐτά τά λόγια, πῆγαν δύο μαθητές του καί τοῦ ζητοῦσαν ἀξιώματα. Νά τούς βάλλει, ὁ ἕνας νά κάθεται στά δεξιά του καί ὁ ἄλλος στά ἀριστερά του. Νά πιάσουν πού τά μεγάλα πόστα. Νά ἔχουν «τά μεγάλα μέσα»· τήν πολλή εὐτυχία. Ὁ Χριστός τούς εἶπε: «Κάνετε ἕνα μεγάλο λάθος. Ἡ Βασιλεία μου, δέν εἶναι Βασιλεία ἐξουσίας καί δυνάμεως. Ἀλλά εἶναι ἐξουσία ταπεινώσεως καί καλωσύνης. Ἐγώ ἦλθα νά ὑπηρετήσω τόν κόσμο. Καί ὅσοι θέλετε νά εἴσαστε κοντά μου, νά ἔχετε τήν διάθεση νά ὑπηρετεῖτε τούς ἀδελφούς σας». Ὅσο πιό πολύ ἕνας ἄνθρωπος ταπεινώνει τόν ἑαυτό του καί ὑπηρετεῖ τούς ἄλλους, τόσο πιό μεγάλος θά γίνει στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
            Θέλεις λοιπόν ἀδελφέ μου νά γίνεις μεγάλος στόν Παράδεισο; Στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν;
            Ἔρχεσαι σέ ἐπικοινωνία μέ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο...
            Δεῖξε ὑποχωρητικότητα, δεῖξε καλωσύνη, μή θυμώνεις. Μή θέλεις νά ἐπιβάλλεις τήν δική σου γνώμη.
            Μπορεῖς; Ὑπηρέτησέ τον λίγο.
            Μπορεῖς νά τόν ὑπηρετήσεις περισσότερο; Νά ταπεινώσεις λίγο περισσότερο τόν ἑαυτό σου; Μέγας θά γίνεις εἰς τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
            Ὅσο περισσότερο ἕνας ἄνθρωπος ταπεινωθεῖ, τόσο περισσότερο θά ἐξυψωθεῖ. Σοῦ κάνει ἕνας ἄνθρωπος τόν ζόρικο καί τόν ἔξυπνο; Μή θυμώνεις. Μήν ὀργίζεσαι. Μήν ἀγανακτεῖς. Μήν βρίζεις. Σιώπησε. Συμβούλευσε, ὑποχώρησε, μέ καλωσύνη καί μέ πραότητα. Πᾶς στό σπίτι σου κάνε ἕνα Σταυρό. Παρακάλεσε τόν Θεό νά γίνει καί σέ σένα καί στούς ἄλλους ἀνθρώπους εἰρήνη. Καί θά γίνεις μεγάλος στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θέλεις νά δοξασθεῖς; Ὅπλο γιά δόξα εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ. «Ὅπλον εἰρήνης ἀήττητον τρόπαιον». Πᾶρε τόν Σταυρό στά χέρια σου καί προχώρει μέ τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ. Ἀμήν.-
Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

https://www.zoiforos.gr

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

25Η ΜΑΡΤΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ




ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ – ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ




ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ 25ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 2012



«Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύννεφα μεριάζουν

Οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.

Μια φλόγα αστράφτει…ακούονται ψαλμοί και μελωδία…

Πετάει έν’ άστρο… σταματά εμπρός εις την Μαρία…

«Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!

Ο Κύριος μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία Χαίρε».



25η Μαρτίου. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Η καλή αγγελία της χαράς και της ελπίδας στον κόσμο. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ ευαγγελίζεται στην «Κεχαριτωμένη» Μαρία τη χαρά. Είναι η χαρά του ερχομού του σωτήρα Χριστού στον κόσμο, η χαρά για τη δική μας σωτηρία και λύτρωση.

«Ευαγγελίζου γη χαρὰν μεγάλην...».

25η Μαρτίου. «Σήμερον της Σωτηρίας ημών το κεφάλαιον».

«Σήμερον χαράς Ευαγγέλια». «Ο υιός του Θεού, υιός της Παρθένου γίνεται».



«Επέρασαν χρόνοι πολλοί…Μια μέρα σαν εκείνη
Αστράφτει πάλι ο ουρανός…Στην έρμη της την κλίνη

Λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,

Μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.

Τα σίδερα είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.

Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλα της.

Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα ‘

φέγγει κι αφήνει και περνά έν’ άστρο μιαν αχτίδα.

Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του.

Ξύπνα ταράξου, μη φοβού, χαίρε παρθένε χαίρε.

Ο Κύριος μου είναι με σε Ελλάς ανάστα χαίρε!».



25η Μαρτίου. Ο Ευαγγελισμός της Ελλάδας, ο δεύτερος Ευαγγελισμός, το δεύτερο «χαίρε». Ανέτειλε, η ευλογημένη ημέρα της 25ης Μαρτίου του 1821. Έγινε το μεγάλο θαύμα.

Η 29η Μαΐου του 1453 σήμανε το τέλος μιας αυτοκρατορίας που 1000 και πλέον χρόνια κράτησε στην πανίσχυρη αγκάλη της, γιγάντωσε και έθρεψε τον πολιτισμό και την δόξα. Τα τείχη της Πόλης, έπεσαν, και ο σεισμός απ’ το πέσιμό τους, συγκλόνισε τον κόσμο. Ο δικέφαλος αετός, της Χριστιανοσύνης και του Ελληνισμού, έριξε σπασμένα τα φτερά του και μια ατέλειωτη νυχτιά τυραννίας, 4 ολόκληρων αιώνων, μόλις ξεκινούσε.

400 χρόνια πικρής σκλαβιάς.

400 χρόνια το ψωμί ζυμωμένο με δάκρυ και ιδρώτα. Με την αγωνία και τη βάρβαρη καταπίεση κάτω από τον ίσκιο του θανάτου. Να μην ορίζεις εκείνο που σπέρνεις, εκείνο που θερίζεις. Άλλοι να διαφεντεύουν το σπίτι σου και να τρυγάνε τον κόπο σου…

400 χρόνια ακατάσχετης εθνικής αιμορραγίας από το παιδομάζωμα και τους στρατούς των γενίτσαρων, τον κεφαλικό φόρο και τον βίαιο εξισλαμισμό.

400 ολόκληρα χρόνια…

Μα την ημέρα που η Ορθοδοξία γιόρταζε για το χαρμόσυνο μήνυμα της ενανθρώπισης Του Υιού και Λόγου του Θεού, ήλθε η ώρα για ένα άλλο χαρμόσυνο μήνυμα. Ήρθε η ώρα για να ροδοφέξει η αυγή της Λευτεριάς. Ήτανε 25η Μαρτίου του 1821, τότε που τινάχτηκε συνθέμελα τούτος ο τόπος, τότε που το νόημα της ελευθερίας έλαβε θρυλικές διαστάσεις στη συνείδηση του ΄Εθνους.



«Ξύπνα ταράξου, μη φοβού, χαίρε παρθένε χαίρε.



Ο Κύριος μου είναι με σε Ελλάς ανάστα χαίρε!».



Για να σημάνει όμως η ώρα εκείνη δούλεψαν σκληρά δάσκαλοι του γένους και ισαπόστολοι, παπάδες και δάσκαλοι, απλοί και ανώνυμοι αγωνιστές. Εργάστηκαν Κοσμάδες Αιτωλοί και Φερραίοι, εργάστηκαν Φιλικοί, εργάστηκαν φλογεροί πατριώτες, εργάστηκαν αρματολοί και κλέφτες. Όλοι τους άνθρωποι ταπεινοί, ανυποχώρητοι στη πίστη, εραστές της Ελευθερίας.

Έτσι σήμανε η ώρα για τον μεγάλο ξεσηκωμό. Απ’ άκρη σ’ άκρη αντήχησε το εθνεγερτήριο σάλπισμα. ’’Ελευθερία ή θάνατος‘‘. Μα με το σάλπισμα εκείνο δεν μίλησε η λογική. Μίλησαν τα βάθη της καρδιάς ενός ολόκληρου λαού που αντλεί πάντα δυνάμεις από τις ιστορικές του ρίζες.

Eδώ αξίζει να θυμηθούμε τα λόγια του Κολοκοτρώνη μετά την ίδρυση του Ελληνικού. Κράτους. ‘‘Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την Επανάσταση δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμαστε, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι βαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα, αλλά ως μια βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας, και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και κάναμε την Επανάσταση.‘‘

Για όλα αυτά ο τόπος μας σήμερα 25η Μαρτίου του 2012, πάλλεται και τιμά τις ψυχές των προγόνων μας, που ποτέ δεν κοιμήθηκαν ύπνο βαθύ στις νυχτιές τους. Συνάμα συνειδητοποιεί ότι όσο το Έθνος μας βρίσκεται σε οργανική κοινωνία με το 21, ενωτίζεται από το πολύμορφο δίδαγμά του και εμπνεόμενο απ’ αυτό κάνει πιο στέρεη κι πιο αυθεντική τη καθημερινότητά του.

Μέλημά μας λοιπόν, ο εορτασμός του ’21 να γονιμοποιήσει και σήμερα τις ιστορικές μνήμες, τώρα που και πάλι πρέπει να προασπίσουμε την ταυτότητα και την αξιοπρέπειά μας ως λαός.

Η κοινωνία μας ψυχορραγεί. Οι πολιτικοί μας προδίδουν. Ο Έλληνας ζει σε μια καθημερινή ανασφάλεια και αβεβαιότητα. Η πατρίδα μας έχει αποκτήσει 1500000 Έλληνες, οι περισσότεροι νέοι, που έμειναν άνεργοι. Η οικονομία πάει από το κακό στο χειρότερο. Οι ευρωπαίοι «εταίροι» απειλούν την χώρα μας και της ρίχνουν την χαριστική βολή. Ο λαός ένα καζάνι που βράζει…

Αυτά όμως δεν τα περνάμε πρώτη φορά σαν έθνος. Επίκαιροι, όσο ποτέ, είναι οι τίμιοι αγωνιστές του ΄21, που μας έδειξαν τον ηρωικό δρόμο της ανιδιοτέλειας, της αντίστασης και του μαρτυρίου.

Την εποχή της επανάστασης του ΄21 ήταν που οι πολιτικάντηδες φυλάκιζαν τον «Γέρο του Μωριά», ο αρχιστράτηγος του αγώνα, περίμενε υπομονετικά στην φυλακή την απελευθέρωσή του, αφού πρώτα ο ίδιος έδωσε την ελευθερία στην Ελλάδα…

Τον ίδιο καιρό και πάλι που άλλοι πολιτικάντηδες, λαφυραγωγούσαν και εκμεταλλεύονταν την επανάσταση, ο Νικηταράς δεν άπλωσε το χέρι του στα λάφυρα, παρότι πάμφτωχος, αλλά νοιαζόταν μόνο για την ελευθερία της πατρίδας. Ο αγωνιστής λοιπόν, αυτός που μετά την επανάσταση συνέλαβαν και καταδίκασαν για μικροπολιτικές σκοπιμότητες, παντελώς αθώο, πέρασε ενάμιση χρόνο στις φυλακές και όταν αποφυλακίστηκε, ζητιάνευε έξω από τις εκκλησίες για να μπορέσει να ζήσει και πέθανε αβοήθητος και ξεχασμένος από το ελληνικό κράτος.…

Αλλά υπήρξαν και πολιτικοί με ήθος και θάρρος όπως ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος, που δεν κοίταξε το προσωπικό του συμφέρον αλλά το συμφέρον της πατρίδας. Αυτός όταν κλήθηκε για να κυβερνήσει έδωσε εντολή πως όποιος θέλει να είναι μαζί του στη διακυβέρνηση της χώρας, θα είναι άμισθος γιατί η πατρίδα είχε μεγάλη ανάγκη.

Στην Ελλάδα λοιπόν του σήμερα, στην Ελλάδα του 2012, που δυστυχώς βγαίνουν αληθινά τα λόγια του Ρήγα: «ακόμα τούτη η Άνοιξη, ραγιάδες, ραγιάδες, τούτο το καλοκαίρι»…, στην Ελλάδα που έρχονται δυσκολότερες μέρες, πρέπει να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά και να επαγρυπνούμε. Να αντισταθούμε στον εφησυχασμό, να αντισταθούμε στον βιασμό της νοημοσύνης μας, να αντισταθούμε στην προπαγάνδα των στρατευμένων μέσων ενημέρωσης, να αντισταθούμε στο ξεπούλημα της πατρίδας μας.

Κλείνοντας, θα αφιερώσουμε στους ντόπιους και τους ξένους, που σκοπό έχουν να μας κατασπαράξουν, την απάντηση του Κολοκοτρώνη στον Ιμπραήμ: «Όχι τα δέντρα να μας κόψεις, όχι τα σπίτια να μας κάψεις, πέτρα στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε»!!!



ΖΗΤΩ ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΄21