Ι. Ν. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ
ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026
Η Αγία Παρασκευή
Τρίτη 14 Ιουλίου 2026
Κυριακὴ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου
Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026, Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου
(Ματθ. ε΄ 14-19)
14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
14 Ἐσεῖς εἶστε τό φῶς τοῦ κόσμου, διότι ἔχετε προορισμό μέ τό φωτεινό σας παράδειγμα καί μέ τά λόγια σας πού μεταδίδουν τό φῶς τῆς ἀλήθειας νά φωτίζετε τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης. Μιά πόλη πού βρίσκεται πάνω σέ βουνό δέν εἶναι δυνατόν νά κρυφτεῖ. Ἔτσι καί ἡ δική σας ζωή θά γίνεται ἀντιληπτή ἀπ’ ὅλους. 15 Οὔτε οἱ ἄνθρωποι ἀνάβουν λυχνάρι γιά νά τό βάλουν κάτω ἀπ’ τόν κάδο μέ τόν ὁποῖο μετροῦν τό σιτάρι. Ἀλλά τό τοποθετοῦν πάνω στό λυχνοστάτη κι ἔτσι φωτίζει μέ τή λάμψη του ὅλους ὅσους εἶναι μέσα στό σπίτι. 16 Ἔτσι σάν λυχνάρι πού εἶναι σωστά τοποθετημένο ἄς λάμψει τό φῶς τῆς ἀρετῆς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους· γιά νά δοῦν τά καλά σας ἔργα καί νά δοξάσουν γιά τά ἐνάρετα καί ἅγια παιδιά του τόν Πατέρα σας, ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαια παρών παντοῦ, ἀλλά κυρίως φανερώνει τήν παρουσία του στούς οὐρανούς. 17 Μή νομίσετε ὅτι ἦλθα γιά νά καταργήσω καί ν’ ἀκυρώσω τόν ἠθικό νόμο τοῦ Μωυσῆ ἤ τήν ἠθική διδασκαλία τῶν προφητῶν. Δέν ἦλθα νά τά καταργήσω αὐτά, ἀλλά νά τά συμπληρώσω καί νά σᾶς τά παραδώσω τέλεια. 18 Διότι ἀληθινά σᾶς λέω καί μέ κάθε ἐπισημότητα σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ὅσο παραμένει καί δέν καταστρέφεται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, οὔτε ἕνα γιῶτα ἤ ἕνα κόμμα, οὔτε δηλαδή ἡ πιό μικρή ἀπό τίς ἐντολές δέν θά παραπέσει ἀπό τό Νόμο καί δέν θά χάσει τό κύρος της, μέχρι νά ἐπαληθευθοῦν καί νά ἐκπληρωθοῦν ὅλα ὅσα διατάζει ὁ Νόμος· καί θά ἐκπληρωθοῦν μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μου ὅσα λέχθηκαν προφητικῶς, ἀλλά καί μέ τή ζωή τῶν γνήσιων μαθητῶν μου, οἱ ὁποῖοι θά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Νόμου μέ ἀκρίβεια. 19 Ἀφοῦ λοιπόν οἱ ἐντολές ἔχουν κύρος καί ἰσχύ ἀκα-τάλυτη, ὁποιοσδήποτε παραβεῖ μία κι ἀπό ἐκεῖνες ἀκόμη τίς ἐντολές μου πού φαίνονται πολύ μικρές καί διδάξει ἔτσι τούς ἀνθρώπους, νά τίς θεωροῦν δηλαδή μικρές κι ἀσήμαντες, θά κηρυχθεῖ ἐλάχιστος καί τελευταῖος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά ἐφαρμόσει ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ἐντολές καί θά διδάξει καί τούς ἄλλους νά τίς τηροῦν, αὐτός θά ἀνακηρυχθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι αὐτές λοιπόν τίς ἐντολές πού οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι παραμερίζουν μέ τίς ἀνθρώπινες παραδόσεις τους, πρέπει νά τίς προσέχετε καί νά τίς ἐφαρμόζετε.
Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026
12Η ΙΟΥΛΙΟΥ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης γεννήθηκε ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Πρόδρομο καὶ τὴν Εὐλαμπία Ἐνζεπίδη, στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρώα γῆ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Στὴ βάπτισή του, ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ πλήρης ἡμερῶν καὶ ἁγιότητος βίου κοσμούμενος ἱερέας τῶν Φαράσων, τὸν ὀνόμασε Ἀρσένιο, «γιὰ νὰ τὸν ἀφήσει καλόγερο στὸ πόδι του», ὅπως χαρακτηριστικὰ εἶπε.
Στὴν Ἑλλάδα, ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε στὴν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ὅπου ὁ ἴδιος πέρασε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος μὲ τὶς διηγήσεις γιὰ τὸ θαυμαστὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἔλεγε ὅτι θὰ γίνει μοναχὸς ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν! Καὶ ἀφοῦ ἔμαθε νὰ διαβάζει, ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία ὑπῆρξε ἡ ἀνάγνωση τῶν βίων τῶν Ἁγίων, τῶν ὁποίων ἐμιμεῖτο τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες μὲ θερμὸ ζῆλο.
Μετὰ ἀπὸ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του δὲ θέλησε νὰ συνεχίσει στὰ γράμματα, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μιμηθεῖ τὸ Χριστὸ καὶ μαθήτευσε στὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, τὴν ὁποία ἄσκησε μὲ ἐπιμέλεια καὶ δεξιοσύνη. Στὴν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἀξιώθηκε τῆς θέας τοῦ Κυρίου, γιὰ ἕνα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἀπέκρουσε μία δαιμονικὴ προσβολὴ τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἀπιστίας. Ἀπὸ τότε φούντωσε μέσα του ἀκόμη περισσότερο ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πόθος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωή.
Ἀκολούθησαν καιροὶ ταραχῆς καὶ ἀναστάτωσης γιὰ τὴν Ἑλλάδα, λόγω τῆς ξένης Κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ὁ Ὅσιος ὅμως, τόσο ὡς πολίτης ὅσο καὶ ὡς στρατιώτης κατὰ τὴ θητεία του (1945-1949), ἐπέδειξε ἀπαράμιλλο θάρρος καὶ αὐτοθυσία. Ἦταν πρόθυμος νὰ δώσει κάθε στιγμὴ καὶ τὴ ζωή του ἀκόμα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων. Εὑρισκόμενος μάλιστα συχνὰ μέσα στὸν καταιγισμὸ τῶν φονικῶν πυρῶν, συνέβη νὰ σώσει μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του πολλοὺς στρατιῶτες, ἀλλὰ νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἴδιος μὲ τρόπο θαυμαστό.
Ἐπειδὴ τὸ μεγαλύτερο διάστημα τῆς στρατιωτικῆς του θητείας τὸ ὑπηρέτησε μὲ τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀσυρματιστῆ, πολλὲς ἐκδόσεις ἀφιερωμένες στὴ ζωὴ τοῦ Γέροντα τὸν ἀναφέρουν ὡς «Ἀσυρματιστὴ τοῦ Θεοῦ». Μάλιστα, ὁ Γέροντας φέροντας ὡς παράδειγμα τὴν εἰδικότητά του στὸν στρατό, ἀπάντησε σὲ κάποιον ποὺ ἀμφισβητοῦσε τὴ χρησιμότητα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι «ἀσυρματιστὲς τοῦ Θεοῦ», ἐννοώντας τὴν θερμή τους προσευχὴ καὶ τὴν ἔγνοια τους γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα.
Ὕστερα καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιπέτειες, θέλησε νὰ καταταγεῖ στὸ ἀγγελικὸ τάγμα τῶν μοναχῶν, μὲ τὰ φτερὰ ποὺ δίνει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ἔτσι, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζητώντας ἕναν ὁδηγὸ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς κατὰ Θεὸν ἡσυχίας. Δὲν κατάφερε ὅμως νὰ ἐκπληρώσει ἀμέσως τὸν πόθο του. Παράλληλα, οἱ δικοί του βρέθηκαν τὴν ἴδια περίοδο σὲ μεγάλη οἰκονομικὴ δυσκολία, ὁπότε τὸν κάλεσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Ἔτσι, ἐπέστρεψε στὴν Κόνιτσα καὶ ἐργάστηκε ὡς μαραγκός. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὅμως (1953), σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν πλέον, ἐγκατέλειψε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία.
Ἀφοῦ περιῆλθε σκῆτες καὶ καλύβες, ἀκολούθησε τελικὰ τὴ συμβουλὴ ἑνὸς σεβάσμιου γέροντα καὶ ἐντάχθηκε στὴν ἀδελφότητα τῆς Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, γνωστῆς τότε γιὰ τὴν αὐστηρή της τάξη. Ἐκεῖ ἔζησε μέσα στὴν ὁλοτελῆ ὑπακοὴ καὶ ἐπιδόθηκε σὲ ὑπέρμετρη ἄσκηση, ὑπερβάλλοντας σὲ κόπους γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του. Ἔτσι, στὶς 27 Μαρτίου 1954 ἐκάρη μοναχός. Ἔλαβε ρασοευχὴ καὶ τὸ ὄνομα Ἀβέρκιος. Ἔχοντας ὅμως ἄσβεστο μέσα του τὸν πόθο γιὰ τὸν ἠσύχιο καὶ ἀπράγμονα βίο, πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου καὶ πῆγε νὰ μονάσει στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, ποὺ ἦταν τότε σὲ κατάσταση ἰδιόρρυθμη. Ἐκεῖ προετοιμάστηκε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη, κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς διακριτικοῦ καὶ σοφοῦ γέροντα, τοῦ γέροντα Συμεών. Στὶς 12 Μαρτίου 1956, ἐκάρη μικροσχημος μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα «Παΐσιος», χάρη στὸ Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τὸν β´, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ συμπατριώτης του.
Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958, ὑπακούοντας σὲ θεία βουλή, δὲν ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο, γιὰ τὴν ὁποία προετοιμαζόταν, ἀλλὰ στὴν κατεστραμμένη Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Στομίου, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν Κόνιτσα. Σὲ αὐτὴν ἔζησε τέσσερα χρόνια, ζωντας ἰσάγγελο βίο, παλεύοντας μὲ τοὺς πειρασμούς, εὐεργετώντας τοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς, σώζοντας πολλοὺς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες τῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων ποὺ δροῦσαν ἐκεῖ, καὶ ἀνακαινίζοντας μὲ πολὺ μόχθο τὸ Μοναστήρι.
Τo 1962, ὅταν καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔργο τῆς ἀνακαίνισης καὶ ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὶς ἑτερόδοξες ὁμάδες ἐξέλιπε, ὁ Ὅσιος παρακαλοῦσε μέσα στοὺς πειρασμούς, ποὺ καθημερινὰ τὸν πολιορκοῦσαν, θερμὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει τὸ δρόμο ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Ἔτσι, δέχθηκε ὡς θεόσταλτη τὴν πρόσκληση κάποιου ἱεροδιακόνου νὰ τὸν συνοδεύσει στὸ θεοβάδιστο Ὅρος τοῦ Σινᾶ. Πάνω σε κεῖνον τὸν ἄνυδρο καὶ ξερὸ τόπο, στὸ κελὶ τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ἔζησε ἐπιτέλους αὐτὸ ποὺ χρόνια ποθοῦσε, τὴν πρὸς Θεὸν μόνωση.
Ἀγωνιζόμενος μὲ πολλὴ ταπείνωση, διαρκῆ νηστεία, ἀκατάπαυστη ἀγρυπνία καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε νὰ ὑπερνικήσει τὶς παγίδες τοῦ μισόκαλου ἐχθροῦ, καὶ νὰ ἀπολαύσει τὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεό. Γεμάτος ἀπὸ τὴ χάρη τῆς θείας παρακλήσεως, ἀπολάμβανε τὴν κατὰ Θεὸν εὐφρόσυνη μέσα στὸ καμίνι τῆς ἀπαράκλητης ἐρήμου. Ἔγινε μάλιστα ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στοὺς Βεδουΐνους, δίνοντάς τους τρόφιμα μὲ χρήματα ἀπὸ τὴν πώληση στοὺς προσκυνητὲς ξύλινων σταυρῶν ποὺ ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος.
Δὲν θὰ ὑπῆρχε, ἔτσι, κανένας λόγος νὰ ἐγκαταλείψει τὸ στάδιο ἐκεῖνο τῆς ἀρετῆς, ἐὰν – φεῦ! – δὲν ἐνέσκηπτε ἡ σωματικὴ ἀσθένεια ἀπὸ τὸ τραχὺ κλίμα, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κατὰ σάρκα πατρίδα του. Ἐπανερχόμενος στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1964, δὲν ἐλάττωσε τὸ πλῆθος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων του, παρὰ τὴν καταβολὴ τοῦ σώματος, καθὼς στὸ πνεῦμα διατηροῦσε τὴν πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπὸν ὡς ξένος καὶ παρεπίδημος στὴ γῆ, ἔφτασε νὰ γίνει πολίτης τοῦ οὐρανοῦ.
Ἔχοντας, συνεπῶς, τὴν πράξη ὡς τὴν «ἐπίβασιν» τῆς θεωρίας, ἔφτασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα καὶ ἔγινε κοινωνὸς θείων μυστηρίων. Ἐντρύφησε ἔτσι καὶ στὴν ὡραιότητα τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἐπιπλέον ἔτυχε καὶ τῆς Θεομητορικῆς εὐλογίας. Συνομίλησε μὲ ἁγίους ποὺ ἐμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε τὴν ὅραση τοῦ Ἄγγελου Φύλακά του, ἄκουσε ἀγγελικοὺς ὕμνους καὶ καταυγάσθηκε ἀπὸ τὸ οὐράνιο φῶς.
Τὸ 1966 ἀσθένησε σοβαρὰ καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδας (Νοσοκομεῖο Παπανικολάου). Ὑποβλήθηκε σὲ ἐγχείρηση, μὲ ἀποτέλεσμα μερικὴ ἀφαίρεση τῶν πνευμόνων. Στὸ διάστημα μέχρι νὰ ἀναρρώσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος φιλοξενήθηκε στὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴ Σουρωτή. Ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του καὶ τὸ 1967 μετακινήθηκε στὰ Κατουνάκια, καὶ συγκεκριμένα στὸ Λαυρεώτικο κελὶ τοῦ Ὑπατίου (Βλάχικα).
Στὶς 12 Αὐγούστου 1968 ὁ Ὅσιος Παΐσιος, εἰσῆλθε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα καὶ μόνασε στὸ κελὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Τὸ 1979 ἀφήνει τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἀναζητώντας κελὶ πηγαίνει στὴν ἐγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἐργάστηκε σκληρὰ γιὰ νὰ δημιουργήσει ἕνα κελὶ μὲ «ὁμόλογο», ὅπου καὶ ἔμεινε μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὴν Παναγούδα πλῆθος λαοῦ τὸν ἐπισκεπτόταν. Ἦταν μάλιστα τόσο τὸ πλῆθος, ὥστε νὰ ὑπάρχουν καὶ εἰδικὲς σημάνσεις ποὺ ἐπεσήμαναν τὸν δρόμο πρὸς τὸ κελί του, ὥστε νὰ μὴν ἐνοχλοῦν οἱ ἐπισκέπτες τοὺς ὑπολοίπους μοναχούς. Ἐπίσης δεχόταν πάρα πολλὲς ἐπιστολές. Ὅπως ἔλεγε ὁ γέροντας στενοχωρεῖτο πολύ, γιατὶ ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς μάθαινε μόνο γιὰ διαζύγια καὶ ἀσθένειες ψυχικὲς ἢ σωματικές. Παρὰ τὸ βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε τὴν ἔντονη ἀσκητικὴ ζωή, σὲ σημεῖο νὰ ξεκουράζεται ἐλάχιστα, δύο μὲ τρεῖς ὧρες τὴν ἡμέρα. Ἐξακολούθησε ὅμως νὰ δέχεται καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ βοηθήσει τοὺς ἐπισκέπτες. Συνήθιζε ἐπίσης νὰ φτιάχνει «σταμπωτὰ» εἰκονάκια τὰ ὁποῖα χάριζε στοὺς ἐπισκέπτες σὰν εὐλογία.
Σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν καθημερινὴ κούραση τοῦ γέροντος Παϊσίου ἔρχονται νὰ προστεθοῦν καὶ τὰ προβλήματα ὑγείας ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσαν. Τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του οἱ πόνοι ἀπὸ τὶς διάφορες ἀρρώστιες ὅπως κολίτιδα, ἡ ὁποία τοῦ ἄφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν καρκίνο ποὺ τοῦ εἶχε διαγνωσθεῖ, γίνονταν ὅλο καὶ περισσότεροι. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ὅμως αὐτὸς ἦταν ἤρεμος καὶ ὑπέμενε χωρὶς νὰ διαμαρτύρεται καθόλου. Ἀντιθέτως συνέχιζε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλους.
Μετὰ τὸ 1993 παρουσίαζε αἱμορραγίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἀρνοῦνταν νὰ νοσηλευτεῖ λέγοντας ὅτι «ὅλα θὰ βολευτοῦν μὲ τὸ χῶμα». Τὸν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους βγῆκε γιὰ τελευταία φορὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ πῆγε στὴ Σουρωτή, στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου (10 Νοεμβρίου). Ἐκεῖ ἔμεινε γιὰ λίγες ἡμέρες καὶ ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει, ἀσθένησε καὶ μεταφέρθηκε στὸ Θεαγένειο, ὅπου ἔγινε διάγνωση γιὰ ὄγκο στὸ παχὺ ἔντερο. Θεώρησε τὸν καρκίνο ἐκπλήρωση αἰτήματός του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ὠφέλιμο γιὰ τὴν πνευματική του ὑγεία. Στὶς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι ἡ ἀσθένεια δὲν ἔπαυσε, ἀλλὰ παρουσίασε μεταστάσεις στοὺς πνεύμονες καὶ στὸ ἧπαρ, ὁ γέροντας ἀνακοίνωσε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιο Ὅρος στὶς 13 Ἰουνίου. Ὁ ὑψηλὸς πυρετὸς ὅμως καὶ ἡ δύσπνοια τὸν ἀνάγκασαν νὰ παραμείνει.
Στὸ τέλος τοῦ Ἰουνίου οἱ γιατροὶ τοῦ ἀνακοίνωσαν ὅτι τὰ περιθώρια ζωῆς τοῦ ἦταν δύο μὲ τρεῖς ἑβδομάδες τὸ πολύ. Τὴ Δευτέρα 11 Ἰουλίου (γιορτὴ τῆς Ἁγίας Εὐφημίας) κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ γονατιστὸς μπροστὰ στὸ κρεβάτι του. Τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς του ἀποφάσισε νὰ μὴν παίρνει φάρμακα ἢ παυσίπονα, παρὰ τοὺς φρικτοὺς πόνους τῆς ἀσθένειάς του. Κοιμήθηκε τὴν Τρίτη 12 Ἰουλίου 1994 καὶ ὥρα 11:00 καὶ ἐνταφιάστηκε στὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴ Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης.
Τὴν Τρίτη, 13 Ἰανουαρίου 2015 συνῆλθε ἡ ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολεως, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καὶ ἀποφάσισε τὴν κατάταξη τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
Τρίτη 23 Ιουνίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ (Ματθ. 8, 5-13)
†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Κήρυγμα στο Δρυόφυτο, στις 9/7/1995)
Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου
Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος πήγε στην Καπερναούμ. Εκεί τον συνάντησε ένας Εκατόνταρχος. Σαν να λέμε ο Διευθυντής της Αστυνομίας της πόλεως. Του είπε: «Διδάσκαλε, έχω τον υπηρέτη μου, άρρωστο. Θέλω κάτι να κάνω γι’ αυτόν. Είναι πολύ καλός άνθρωπος και δεν θέλω να χαθεί».
Απαντά ο Χριστός: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω».
Ας σταθούμε στα πρώτα λόγια του εκατοντάρχου: «Κύριε, έχω τον υπηρέτη μου άρρωστο».
Τι έκανε ο εκατόνταρχος; Πήγε και επικαλέστηκε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εμείς, τι ήλθαμε να κάνουμε στην Εκκλησία;
Μας άρεσε η ορθοστασία για δυό συνεχείς ώρες; Όχι! Όλοι ήλθαμε να επικαλεστούμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Είτε το έχουμε βαθιά στη συνείδησή μας, ξεκάθαρη τοποθέτηση, είτε είναι υποσυνείδητο και δεν το συναισθανόμαστε τόσο βαθιά, οπωσδήποτε όμως, όλοι μικροί και μεγάλοι, ήρθαμε να κάνουμε τον Σταυρό μας, μπροστά στην άχραντη εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και να Τον επικαλεστούμε. Να πούμε ένα «Κύριε ελέησον». Να Τον παρακαλέσουμε να μας ελεήσει.
Να παρακαλέσουμε την άχραντη Μητέρα Του, να πρεσβεύει για μας.
Πολλές φορές επικαλούμεθα τον Χριστό και δεν έχουμε την συναίσθηση ή τον φωτισμό ή τη γνώση να ξέρουμε τι σημαίνει: «επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού».
Λέγει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Κάθε άνθρωπος που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα σωθεί».
Ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες: μια φορά στη ζωή του μόνο να επικαλεστεί ο άνθρωπος με όλη του την καρδιά το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έχει τεράστια αξία.
Μια φορά τον επικαλέστηκε πάνω στο Σταυρό ο ληστής λέγοντάς του: «μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία σου». Και σώθηκε. Για φαντασθείτε, τι πλούτο συσσωρεύει για τον εαυτό του ο άνθρωπος που μπαίνει στην Εκκλησία και με την διάνοια, την καρδιά του και με τα χείλη του ψιθυριστά, επαναλαμβάνει: «Κύριε ελέησον». «Παράσχου Κύριε». Καθώς και τα άλλα ιερά άσματα.
Και. φυσικά, πρέπει να συνεχίζει και στο σπίτι του, την ίδια μέρα και σε άλλες ευκαιρίες, να επικαλείται το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με ταπείνωση, πίστη, ελπίδα.
Πόσο αδικούμε τον εαυτό μας, όταν κλείνουμε το στόμα μας, την στιγμή που πρέπει να επικαλούμεθα το όνομα του Χριστού, και το ανοίγουμε σε ανοησίες και κούφια λόγια;
Και τι χειρότερο, όταν το όργανο του αγιασμού μας - το στόμα μας - που μας αγιάζει με την προσευχή και τη δοξολογία του Θεού, το αφήνουμε να μας μολύνει με την αισχρολογία και την κατάκριση.
Καλό να αγωνίζεται κανείς να έχει τα απαραίτητα. Κατοικία, ρούχα, γη. Να έχει προκοπή, σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά είναι χίλιες φορές ανώτερο, να φροντίζει να έχει μέσα στο νου του, στο στόμα του και στην καρδιά του, το όνομα του Κυρίου. Γιατί όποιος επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.
Πού να ‘ρθεις Κύριε;
Είπε ο εκατόνταρχος: «Έλα Χριστέ μου να θεραπεύσεις τον υπηρέτη μου». Απάντησε ο Χριστός: «Θα ‘ρθω και θα τον θεραπεύσω».
Και ο εκατόνταρχος:
-Κύριε, πού να ‘ρθεις; Στο σπίτι μου; Δεν είμαι άξιος να μπεις μέσα. Εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος. Αλλά σαν αξιωματικός έχω στις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον καθένα: Πήγαινε εκεί, και πηγαίνει. Έλα εδώ, και έρχεται. Κάνε αυτό, και το κάνει. Δεν υπάρχει περίπτωση να με παρακούσει, επειδή τυχαίνει και είμαι προϊστάμενός του. Το ίδιο και συ: Δεν είναι ανάγκη να έρθεις σπίτι μου. Συ είσαι ο επουράνιος Θεός. Σε σένα υποτάσσονται τα πάντα. Πες μια κουβέντα και θα θεραπευτεί ο δούλος μου.
Εμείς έχουμε τέτοιο φρόνημα;
Και κάτι ακόμη. Τα λόγια «Κύριε, ουκ ειμί άξιος ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης», πρέπει να τα θυμόμαστε ιδιαίτερα τις ημέρες που πάμε να κοινωνήσουμε. Γιατί τότε, παίρνοντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, παίρνουμε τον ίδιο τον Χριστό μέσα μας. Στο σπίτι μας. Όχι σε κείνο που κατοικούμε, αλλά στο σπίτι της καρδιάς μας, που το έχουμε μολύνει με τις αμαρτίες μας, τις σωματικές και τις ψυχικές. Όταν λοιπόν πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε, πρέπει να λέμε ταπεινά:
«Προσέρχομαι Κύριε, ως ο ληστής, ως ο τελώνης, ως η πόρνη. Μολυσμένος είμαι. Δεν είμαι άξιος να μπεις Κύριε, κάτω από τη στέγη της ψυχής μου, γιατί την έχω μολύνει. Αλλά έλα Χριστέ μου, συ που είσαι η κάθαρση και ο αγιασμός για να με καθαρίσεις».
Και όμως, ήλθε
Ας θυμηθούμε μια ιστορία: Κάποια ευσεβής γυναίκα παρακαλούσε συνεχώς τον Χριστό:
-Έλα και σε μένα να σε υποδεχθώ. Βλέπεις Κύριε, ότι σε αγαπάω με όλη μου την καρδιά.
Απάντησε ο Χριστός:
-Θα έλθω αύριο να σε επισκεφθώ.
Η γυναίκα πέταξε από τη χαρά της και άρχισε να ετοιμάζει το σπίτι της, να υποδεχθεί τον Χριστό.
Ενώ ετοιμαζόταν, περνά ένας ζητιάνος, και της ζητά λίγο φαγητό.
-Δεν ευκαιρώ, είπε. Φύγε. Περιμένω επίσημο επισκέπτη.
Έφυγε ο φτωχός με άδεια τα χέρια.
Μετά από λίγο, πέρασε άλλος. Τον έδιωξε και αυτόν. Πού να της μείνει καιρός...
Προχωρούσε η μέρα και οι προετοιμασίες δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Νάσου και τρίτος φτωχός. Πού καιρός να τον βοηθήσει. Τον έδιωξε και αυτόν.
Βράδιασε και πουθενά ο Χριστός. Γεμάτη παράπονο, προσευχήθηκε:
-Κύριε, τι συμβαίνει; Γιατί με περιφρόνησες;
Απάντησε ο Χριστός:
-Ήρθα τρεις φορές και με έδιωξες.
-Μα πότε ήλθες Κύριε;
-Δεν διάβασες, της λέει, τι γράφει το Ευαγγέλιο; Αφού δεν δέχθηκες τους ελάχιστους αδελφούς μου, αυτούς που οι άνθρωποι θεωρούν τελευταία πλάσματα του Θεού, ταπεινά, καταφρονεμένα, παιδάκια στα χρόνια ή στα μυαλά, ούτε εμένα δέχθηκες.
«Ό,τι εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, σε μένα το κάνατε».
Μεγάλη βέβαια η συγγένεια που έχουμε με τους αδελφούς μας, που γεννήθηκαν από την ίδια μάνα. Συνδεόμαστε με αδιάσπαστο δεσμό.
Πόσο περισσότερο πρέπει να θεωρούμε αδελφούς μας, αυτούς που γεννήθηκαν όπως και εμείς από την ίδια πνευματική μάνα, την κολυμβήθρα. Που έλαβαν το ίδιο Άγιο Πνεύμα. Που κοινωνούμε από το ίδιο άγιο Ποτήριο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Υπάρχει μεγαλύτερη συγγένεια;
Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, πόσο μεγάλη υποχρέωση έχουμε να τους αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση, αγάπη, καλωσύνη; Να τους δείχνουμε συμπόνια στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αν το κάνουμε, μοιάζουμε στον εκατόνταρχο. Δεχόμαστε στο σπίτι της ψυχής μας τον Χριστό.
Χτίζεται η πίστη
Θαύμασε ο Κύριος την ομολογία του εκατοντάρχου και είπε: «Ποτέ δεν βρήκα στους Ισραηλίτες τόση πίστη».
Τι σημαίνουν τούτα τα λόγια;
Σημαίνουν ότι η πίστη, δεν είναι σαν το χρώμα των ματιών μας, που το αποκτήσαμε με τη γέννησή μας και δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Ούτε σαν τα ωραία χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε από γεννησιμιού μας. Η πίστη είναι κάτι που εσύ θα το φτειάξεις. Δεν κάνει να λέμε, αυτός έχει πίστη, εγώ δεν έτυχε να έχω και γι’ αυτό δεν πιστεύω τίποτε.
Έχεις χρέος να καλλιεργήσεις την πίστη. Να την θρέψεις. Να γνωρίσεις τον Χριστό. Να κάνεις την πίστη σου μέρα με τη μέρα βαθύτερη.
Διαφορετικά, δεν θα έφταιγε κανείς. Όλοι θα έπρεπε να πάνε στον Παράδεισο.
Η πίστη είναι σαν το νερό στο πηγάδι. Άμα θέλεις, βγάζεις και πίνεις. Δηλαδή:
Άμα θέλεις, βγάζεις από την τσέπη σου και κάνεις ελεημοσύνη.
Άμα θέλεις, κουράζεσαι για την αγάπη του άλλου.
Και άμα θέλεις, τον αφήνεις να πεθάνει και αδιαφορείς.
Από σένα εξαρτάται η αγάπη και η καλωσύνη.
Από σένα εξαρτάται τι λόγια θα πεις...
Από σένα εξαρτάται αν θα κάνεις την πίστη σου όμοια με του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, για να είσαι μαζί τους στην Βασιλεία του Θεού.
Γι’ αυτό θα συμβεί, αυτοί που ήταν φυσικοί κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, που ήταν απόγονοι του Αβραάμ κατά σάρκα, θα λέγαμε σήμερα χριστιανοί βαπτισμένοι, επειδή δεν αγωνίστηκαν να καλλιεργήσουν την πίστη τους με την εργασία των εντολών, να εκβληθούν στο σκότος το εξώτερο. Φοβερό και να το διανοηθεί κανείς.
Προσευχή για μας και τους άλλους
Είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο:
- Πήγαινε. Όπως πίστευσες, έτσι θα γίνει. Και θεραπεύτηκε ο υπηρέτης του αυτοστιγμεί.
Όταν πιστεύουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, θεραπεύεται η ψυχή μας. Θα προσθέσουμε: θεραπεύονται και οι ψυχές των δικών μας.
Χρέος μας, να επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τον εαυτό μας και τους άλλους. Για ζώντες και κεκοιμημένους.
Είθε να δίνει σε όλους μας ο Κύριος, αληθινή και αιώνια ζωή. Αμήν.-
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026
Ἢ τον ενα ἢ τὸν ἄλλο
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
http://www.augoustinos-kantiotis.gr/
(Ματθ. 6,24)
Ποιός εἶνε ὁ ἕνας; Τὸ ἀκοῦμε κάθε φορὰ στὴ θεία λειτουργία· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν». Καὶ ὁ ἄλλος ποιός εἶνε; Ὤ τὸν βρωμερό, ὤ τὸν ἀκάθαρτο, ὤ τὸν ἀπαίσιο, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν μισοῦμε περισσότερο ἀπὸ ὁ,τιδήποτε στὸν κόσμο!
Εἴδατε πόσο ἀγανακτοῦμε, ὅταν μιὰ γυναίκα ἔχει ἄνδρα θαυμάσιο καὶ τὸν ἀφήνῃ καὶ σμίγῃ μὲ ἄλλον, βρωμερὸ καὶ τρισάθλιο; Ἀλλὰ τὸ ἁμάρτημα τῆς γυναικὸς αὐτῆς εἶνε μικρὸ μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ ποὺ κάνουμε ἐμεῖς, ὅταν ἀφήνουμε τὸν ὡραῖο Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκλέγουμε – ποιόν; Τὸν διάβολο, τὸ «μαμωνᾶ», τὸν χειρότερο δηλαδὴ διάβολο, ἐκεῖνον ποὺ ἔχει …χρυσᾶ κέρατα.
Καὶ ὅμως ὁ Κύριος μᾶς τὸ λέει καθαρά· Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε στὸ Θεὸ καὶ στὸ μαμωνᾶ. Δὲν μπορεῖτε νὰ ἔχετε δυὸ ἀφεντικά. Δὲν μπορεῖτε νὰ ἔρχεστε ἐδῶ στὴν ἐκκλησιὰ καὶ νὰ φιλᾶτε ἀράδα ὅλες τὶς εἰκόνες καὶ ν᾿ ἀνάβετε κεριά, κι ὅταν βγῆτε ἔξω νὰ προσκυνᾶτε τὸ διάβολο. Δὲν μπορεῖτε νὰ εἶστε χριστιανοὶ ἐδῶ, καὶ ἔξω εἰδωλολάτρες. «Οὐδεὶς δύναται», λέει, «δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει» (Ματθ. 6,24).
―Τότε, ἀφοῦ Θεὸς καὶ κόσμος εἶνε ἀσυμβίβαστα κι ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε μέσα στὶς πολιτεῖες μὲ τὸ Θεό, πρέπει νὰ πάρουμε τὰ βουνὰ καὶ νὰ γίνουμε μοναχοί, γιὰ νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας.
Δὲν λέει αὐτό, ἀδελφοί μου, τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀπόδειξις οἱ ἀπόστολοι, ποὺ δὲν πῆγαν στὰ βουνά, ἀλλὰ καὶ τόσοι καὶ τόσοι ἄλλοι. Ὅλοι αὐτοὶ ἄκουσαν τὸ «Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν».
―Μά, θὰ μοῦ πῆτε, γιατί εἶνε τόσο ἀσυμβίβαστα ὁ Θεὸς καὶ ὁ κόσμος;
Διότι δὲν ὑπάρχει τρίτος δρόμος. Ὁ ἕνας εἶνε ὁ δρόμος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ δρόμος τοῦ Κυρίου, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν οὐρανό. Καὶ ὁ ἄλλος εἶνε ὁ δρόμος τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν κόλασι. Μπορεῖς μιὰ σταγόνα λάδι, ὅσο κι ἂν τὴν ἀνακατέψῃς, νὰ τὴ διαλύσῃς μέσα σ᾿ ἕνα ποτήρι νερό; Ἔτσι δὲν μπορεῖς ν᾿ ἀνακατέψῃς καὶ τὴ χριστιανικὴ ζωὴ μὲ τὴν κοσμική.
Προσπαθοῦν βέβαια οἱ μοντέρνοι χριστιανοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου, οἱ χριστιανοὶ τῶν συμβιβασμῶν, ποὺ θέλουν νὰ τά ᾿χουν καλὰ καὶ μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ τὸ διάβολο, προσπαθοῦν νὰ φτειάξουν ἕνα τρίτο δρόμο. Ἀλλὰ δὲν μποροῦν. Ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο δρόμο θ᾿ ἀκολουθήσουν. Τὸ εἶπε καθαρὰ ὁ Κύριός μας.
* * *
Πρῶτον. Ὁ κόσμος, ἂν σὲ δῇ νὰ κρατᾷς στὰ χέρια σου τὸ Εὐαγγέλιο, χαμογελᾷ καὶ σοῦ λέει·
―Θέλεις νὰ γεμίσουν οἱ τσέπες σου λεφτά; Θέλεις νὰ ἔχῃς αὐτοκίνητα, θέλεις νὰ ἔχῃς καὶ ἕνα καὶ δύο καὶ τρία σπίτια; Ἄσε τότε τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατᾷς. Κάνε μιὰ ἀβαρία στὴν ἠθική. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἔχει πέρασι. Τὸ δικό μου «εὐαγγέλιο» νὰ ἐφαρμόσῃς, γιὰ νὰ πλουτίσῃς.
Τί λέει τὸ «εὐαγγέλιο» τοῦ κόσμου καὶ τοῦ διαβόλου; «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ λέει τὰ ἀντίθετα· Ὄχι μόνο νὰ μὴν κλέβῃς, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ὑστέρημά σου, ἀπὸ τὴ μπουκιὰ ποὺ τρῶς, νὰ δώσῃς στὸ φτωχό. «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες», λέει ὁ Χριστός (Ματθ. 5,7)· «μακάριοι οἱ κατέχοντες», λέει ὁ διάβολος.
Λοιπὸν ἐσὺ τί θὰ κάνῃς; Ἂν ἀκούσῃς τὸ «εὐαγγέλιο» τοῦ διαβόλου, θὰ περάσῃς ὄμορφα τὴ ζωούλα σου. Ἂν ἀκούσῃς τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, δὲν θ᾿ ἀγγίξῃς τὰ ξένα πράγματα. Θὰ προτιμήσης νὰ ζήσῃς πτωχὸς πτωχότατος μὲ τὸ Χριστό, παρὰ ἑκατομμυριοῦχος μὲ τὸ διάβολο.
Δεύτερον. Ὁ κόσμος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «μαμωνᾶ», ἔχει θεοποιήσει τὴν κοιλιὰ καὶ τὴ σάρκα. Κάνει τὰ πάντα γι᾿ αὐτήν, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν πόνο καὶ τὴ φτώχεια ποὺ ὑπάρχουν γύρω.
Αὐτοὶ ποὺ λατρεύουν τὴ σάρκα, ἀκοῦνε τὴν Ἐκκλησία ποὺ λέει νὰ νηστεύουμε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ καὶ τὶς ἄλλες καθωρισμένες νηστεῖες, ὅπως ἡ νηστεία τῶν ἁγίων ἀποστόλων, καὶ σοῦ λένε· Δὲν εἶνε τίποτε ἡ νηστεία, οὔτε τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ δὲν χρειάζεται!
Καὶ προχωροῦν ἀκόμη περισσότερο, γιατὶ ἡ σάρκα ἔχει ἀπαιτήσεις. Λέει ἡ Ἐκκλησία «Οὐ πορνεύσεις» καὶ «Οὐ μοιχεύσεις» (Ὠσ. 3,3· Ἔξ. 20,13). Λέει στοὺς ἄνδρες καὶ στὶς γυναῖκες· Μιὰ μόνο γυναῖκα καὶ ἕνα μόνο ἄνδρα θὰ γνωρίσῃς, μὲ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου. Ἔρχεται τότε ὁ κόσμος καὶ λέει· Μὴν ἀκοῦς αὐτά. Ἄλλαζε τὶς γυναῖκες ὅπως τὰ πουκάμισά σου, καὶ ἄλλαζε σὺ ἡ γυναίκα τοὺς ἄνδρες ὅπως τὶς ῥόμπες σου.
Αὐτὰ δὲν λέει ὁ κόσμος τοῦ διαβόλου; Αὐτὰ δὲν λένε τὰ σαλόνια καὶ τὰ περιοδικά; Αὐτὰ δὲν λένε οἱ τηλεοράσεις; Ἐσὺ λοιπὸν ποιόν θ᾿ ἀκούσῃς;
«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν». Δὲν μπορεῖτε νὰ δουλεύετε σὲ δυὸ ἀντίθετα ἀφεντικά. Θ᾿ ἀκολουθήσετε ἢ τὸ Χριστὸ ἢ τὸ διάβολο. Τρίτο δρόμο δὲν μπορεῖτε νὰ χαράξετε.
Τρίτον. Τί ἄλλο λέει ὁ κόσμος; Ἅμα ἔχῃς καμμιὰ ὑπόθεσι στὸ δικαστήριο, σοῦ λέει μὲ τὸ στόμα τοῦ δικηγόρου· Θέλεις νὰ κερδίσῃς; Βρὲς δυὸ-τρεῖς ψευδομάρτυρες. Ἔτσι κερδίζεις τὸ σπίτι, τὴν ἔπαυλι, τὸ καράβι, τὸ ἐργοστάσιο… Κερδίζεις δηλαδὴ τὸ διάβολο μὲ τὰ ἑκατομμύριά του. Ἀλλὰ χάνεις τὸ Χριστό!
Ἀκοῦς, χριστιανέ μου; Προτιμότερο νὰ χάσῃς τὸ ντουνιᾶ ὁλόκληρο καὶ νὰ πεθάνῃς στὴν ψάθα φτωχὸς καὶ ἔρημος, παρὰ νὰ βάλῃς τὸ χέρι σου καὶ νὰ παλαμίσῃς τὸ Εὐαγγέλιο.
Ὁ Χριστὸς σοῦ λέει νὰ λὲς ἀλήθεια, ὁ σατανᾶς σοῦ λέει νὰ ψεύδεσαι. Μὲ ποιόν θὰ πᾷς;
Ἂν ὁ ἄλλος σὲ ἀδικήσῃ, τί σοῦ λέει ὁ κόσμος καὶ ὁ σατανᾶς; Τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκανε, λέει, κράτησέ το μέσα σου σὰν τὴν καμήλα. Κι ἂν πέσῃ στὰ χέρια σου, νὰ τοῦ τὸ πληρώσῃς μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο. Ἂν μπορῇς, μέσα σ᾿ ἕναν κουβᾶ ἢ καὶ μέσα σὲ μιὰ κουταλιὰ νερὸ νὰ τὸν πνίξῃς…
Καὶ ὁ Χριστὸς τί λέει; Κρατάει τὸ ματωμένο του σταυρὸ καὶ σοῦ λέει· Παιδί μου, συγχώρεσε. Συγχώρεσε καὶ τὸ μεγαλύτερο ἐχθρό σου.
Ποιόν θ᾿ ἀκούσῃς, τὸν κόσμο ποὺ λέει «ἐκδίκησι» ἢ τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ λέει «συγγνώμη»;
* * *
Ο κόσμος δένει ὅλους μὲ τὰ σχοινιά του. Πῶς τοὺς δένει; Τὸν ἕνα μὲ τὸ ποτό. Τὸν ἄλλο μὲ τὸ χαρτί. Τὸν ἄλλο μὲ τὴ μπάλλα. Τὸν ἄλλο μὲ τὸ θέατρο καὶ τὰ νυχτερινὰ κέντρα. Τὸν ἄλλο μὲ τὴν αἰσχρὰ γυναῖκα. Τὸν ἄλλο…
Εἴδατε ἀετό; Μιὰ φορὰ εἶδα ἕναν ἀετό, ποὺ τὸν εἶχαν πιάσει καὶ τὸν εἶχαν δέσει μὲ μιὰ ἁλυσίδα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ πετάξῃ. Ὁ ἀετὸς ὅμως δὲν πλάσθηκε γιὰ νὰ εἶνε μέσα στὸ κλουβί. Πλάσθηκε γιὰ νὰ πετᾷ. Νὰ πετᾷ ψηλά.
Ἀετοί, λοιπόν, κ᾿ ἐμεῖς. Ἀετοὶ τοῦ Χριστοῦ, οὐράνια πτηνά, ποὺ πρέπει νὰ πετᾶμε ψηλά. Ἀλλὰ μᾶς ἔχει δεμένους ὁ κόσμος μὲ τὰ σχοινιὰ καὶ τὰ παλούκια καὶ τὶς ἁλυσίδες του. Εμαστε σκλάβοι ἐδῶ κάτω, στὸν κόσμο τοῦτο.
Καὶ ποιό εἶνε τὸ φοβερώτερο σχοινί; Αὐτὸ ποὺ λέει σήμερα ὁ Χριστός. Ὁ «μαμωνᾶς», τὸ σχοινὶ τῆς φιλαργυρίας. Ἅμα ὁ σατανᾶς τὸν δέσῃ τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ φιλαργυρία, γίνεται Ἰούδας Ἰσκαριώτης. Χίλιες ψυχὲς κολάζει γιὰ τὰ τριάκοντα ἀργύρια.
Ἀδελφοί, ἂς ἐκλέξουμε; Ἢ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο. Ἢ τὸ Χριστὸ ἢ τὸ μαμωνᾶ.
―Καὶ ὑπάρχει τρόπος νὰ κόψουμε τὰ σχοινιὰ τοῦ διαβόλου καὶ νὰ πετάξουμε στὰ οὐράνια;
Ναί, ὑπάρχει. Ποιός τρόπος; Τὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο· διὰ τῆς πίστεως. «Ἐμβλέψατε», ἀκούσαμε σήμερα (Ματθ. 6,26). Τί μεγάλο πρᾶγμα εἶνε αὐτὸ ποὺ λέει τὸ Εὐαγγέλιο! «Ἐμβλέψατε», λέει· ἀνοῖξτε τὰ μάτια σας καὶ κοιτάξτε. Δέστε τὰ μνήματα, δέστε τὰ πουλιά, δέστε τὰ λουλούδια… «Ἐμβλέψατε». Ἂν ἀνοίξουν τὰ μάτια σου καὶ ἡ καρδιά σου, τότε, ὤ τότε! Ὅσο πλούσιος καὶ ὡραῖος καὶ νά ᾿σαι καὶ ὅσο ἐπιστήμονας καὶ νά ᾿σαι, καὶ Ἀινστάιν καὶ Ναπολέων καὶ Καίσαρας καὶ ὅποιος νά ᾿σαι, ἂν πέσουν τὰ λέπια κι ἀνοίξουν τὰ μάτια σου, στὸ τέλος θὰ πῇς κ᾿ ἐσὺ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Σολομῶν, αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ κατάλαβε ἀκόμα ὁ κόσμος· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2).
Μηδὲν ὁ πλοῦτος, μηδὲν τὰ κάλλη, μηδὲν οἱ δόξες. Ἕνα μένει, ποὺ στέκεται ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὰ ἄστρα· ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Εἰς αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα, εἰς αὐτὸν τὸ κράτος, εἰς αὐτὸν ἡ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Τρίτη 9 Ιουνίου 2026
ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ «Δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη


