Σάββατο 15 Αυγούστου 2026

Κυριακή ΙΑ Ματθαίου

Κυριακή ΙΑ Ματθαίου
Του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου
Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος

 Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς πού αγαπούν, όταν δεν μπορούν νά ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Για αυτό και εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω. Συγχωρήστε με όμως, η σιωπή δεν ωφείλετο σε ραθυμία, αλλά σε ασθένεια. Εσείς τώρα χαίρεσθε, επειδή απαλλάχθηκα από την αρρώστια, κι εγώ επειδή απήλαυσα την αγάπη σας. Διότι και όταν ασθενούσα, οδυνηρότερον από την αρρώστια μου ήταν το ότι δεν ημπορούσα να μετέχω στην αγαπημένη αυτή σύναξη· και τώρα που έγινα καλά, πιο ποθητό μου έγινε το να απολαμβάνω άνετα την αγάπη σας. Διότι ο πυρετός του σώματος δεν κατακαίει τόσο τους ασυενείς, όσο κατακαίει τις ιδικές μας ψυχές ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μας· και όπως εκείνοι επιζητούν φιάλες και ποτήρια και κρύα νερά, έτσι αυτοί επιζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτά τα γνωρίζουν καλά όσοι έχουν συνηθίσει να αγαπούν...
 Μη δυσανασχετήσετε όμως για το μήκος αυτών που πρόκειται να λεχθούν· διότι θέλω να σας διδάξω κάποια θαυμαστή κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος όχι λύραν άψυχον, αλλά τείνοντας αντί χορδών τις ιστορίες των Γραφών και τις εντολές του Θεού.
 Και όπως στην περίπτωση της κιθάρας δεν αρκεί μόνον μια χορδή για να προκληθεί μελωδία, αλλά πρέπει όλες να κτυπηθούν με τον ρυθμό που ταιριάζει, έτσι και στην περίπτωση της ψυχικής αρετής δεν αρκεί για την σωτηρία μας μόνον ένας νόμος, αλλά πρέπει να τους τηρούμε όλους με ακρίβεια, εάν βέβαια έχομε διάθεση να επιτύχουμε πραγματική μελωδία.
  Έμαθε το στόμα σου να μην ορκίζεται; έχει ασκηθεί η γλώσσα σου να λέγει σε κάθε περίσταση «ναι» και «ου»; Ας μάθη να αποφεύγει και κάθε κακολογία και να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο κόπο εκ μέρους μας. και αυτό διότι εκεί είχε να νικήσει απλώς μία συνήθεια, ενώ στην περίπτωση της οργής χρείαζεται μεγαλύτερο αγώνα, επειδή αυτό είναι πάθος τυραννικό και πολλές φορές παρασύρει όσους δεν έχουν νίψη και τούς γκρεμίζει στο βάραθρο της απώλειας.
 Πού λοιπόν ομίλησε ο Κύριος για την οργή και την μνησικακία; Και σε πολλά άλλα σημεία, αλλά ιδιαιτέρως στην παραβολή αυτή που είπε στους μαθητές, αρχίζοντας κάπως έτσι: « Δια τούτο ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον ( να λογαριασθεί) μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ είς οφειλέτης μυρίων ταλάντων...»· πρέπει όμως να πούμε για ποιό λόγο άρχισε με την αιτιολογία· πράγματι δεν είπε απλώς «ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών» αλλά «δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών».  Για ποιό λόγο λοιπόν προηγείται η αιτία; Στους μαθητές του μιλούσε περί ανεξικακίας και τους δίδασκε ότι πρέπει να συγκρατούμε την οργή και να μην δίδουμε πολλή σημασία στις αδικίες που μας γίνονται από άλλους, λέγοντας έτσι: «εάν αμάρτη είς σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου καί αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τόν αδελφόν σου».
 Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε ο Χριστός στους μαθητές και τους δίδασκε να φιλοσοφούν τα πράγματα, όταν ο Πέτρος, ο κορυφαίος του χορού των Αποστόλων, το στόμα των μαθητών, ο στύλος της Εκκλησίας, το στερέωμα της πίστεως, το θεμέλιο της ομολογίας, ο αλιεύς της οικουμένης, αυτός που ανέβασε το γένος μας από το βυθό της πλάνης στον ουρανό, ο πάντοτε θερμός και γεμάτος από παρρησία, ή μάλλον από αγάπη και όχι από παρρησία, ενώ όλοι σιωπούσα προσήλθε στον διδάσκαλο και λέγει: «ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; έως επτάκις;». Ερωτά μαζί και υπόσχεται, και πριν μάθει εκδηλώνει την φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφώς την διάθεση του διδασκάλου, ότι πάντα ρέπει προς φιλανθρωπία, και μάλιστα ότι χαρίζεται πιο πολύ σ΄ αυτόν πού περισσότερο από τους άλλους παραβλέπει τα αμαρτήματα των συνανθρώπων του και δεν τα εξετάζει με κακή διάθεση, θέλοντας να αρέσει στο νομοθέτη, λέγει, «έως επτάκις;».
 Έπειτα για να μάθεις τι είναι ο άνθρωπος και τι ο Θεός και πως η γενναιοδωρία του ανθρώπου, όπου και αν φθάσει, συγκρινόμενη με τον πλούτο του Θεού είναι πιο ασήμαντη από κάθε πτωχεία, και ότι όσον απέχει μία σταγόνα από το απέραντο πέλαγος, τόσον απέχει η ιδική μας αγαθότητα από την ανέκφραστο φιλανθρωπία του Θεού, όταν ο Πέτρος είπε «έως επτάκις» και νόμισε πώς έδειξε μεγάλη φιλοτιμία και γενναιοδωρία, άκουσε τι του λέγει: «ου λέγω σοι, έως επτάκις, αλλ' έως εβδομηκοντάκις επτά»· μερικοί νομίζουν ότι εννοούσε εβδομήντα επτά φορές, δεν είναι όμως τόσες, αλλά παρ' ολίγον πεντακόσιες· διότι εβδομήντα φορές το επτά είναι τετρακόσια ενενήντα.
 Και μη νομίσεις ότι είναι δύσκολη η προσταγή, αγαπητέ. Επειδή εάν συγχωρήσεις μία και δύο φορές την ημέρα αυτόν πού αμάρτησε, και αν ακόμη είναι σκληρός σαν πέτρα, και αν ακόμη αυτός που σε λύπησε είναι αγριότερος από τους δαίμονες, δεν θα είναι τόσον αναίσθητος ώστε να πέσει πάλι στα ίδια, όμως από την συχνότητα της συγχωρήσεως θα συνετισθεί και θα γίνει καλύτερος και πιο επιεικής. Και συ πάλιν, εάν είσαι προετοιμασμένος να περιφρονείς τόσες φορές τα αμαρτήματα πού γίνονται εναντίον σου, αφού εξασκηθείς από την πρώτη και δεύτερη και τρίτη συγχώρηση, δεν θα σου είναι κοπιαστική πλέον αυτή η φιλοσοφία, αφού μια για πάντα εκπαιδεύθηκες από την συχνότητα της συγχωρήσεως να μη βλάπτεσαι καθόλου από τα αμαρτήματα του πλησίον σου.
 Μόλις τα άκουσε αυτά ο Πέτρος έμεινε εμβρόντητος, επειδή φρόντιζε όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για εκείνους που ο Κύριος επρόκειτο να του εμπιστευθεί. Για να μη κάνει λοιπόν το ίδιο πού είχε κάνει και σε άλλες εντολές, του απέκλεισε προκαταβολικώς κάθε ερώτηση. Και τι έκανε στις άλλες εντολές; Αν κάποτε πρόσταζε ο Χριστός κάτι που φαινόταν δύσκολο, έσπευδε και ρωτούσε πριν από τους άλλους να μάθει περί της εντολής. Πράγματι, όταν πλησίασε ο πλούσιος και τον ρώτησε περί της αιωνίου ζωής και έμαθε πως αποκτάται η τελειότητα, «απήλθε λυπούμενος» εξ αιτίας των χρημάτων, ο δε Χριστός είπε «ευκοπώτεροόν έστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίφος διελθείν, η πλούσιον εις τήν βασιλείαν των ουρανών εισελθείν». Τότε ο Πέτρος, αν και είχε απογυμνώσει τον εαυτό του από όλα και δεν του είχε μείνει πλέον ούτε αγκίστρι, αφού είχε εγκαταλείψει και την τέχνη και το πλοιάριό του, παρ' όλα ταύτα πλησίασε τον Χριστό και τον ρώτησε: «Και τις δύναται σωθήναι»;
 Πρόσεχε την μετριοφροσύνη αλλά και τη θέρμη του μαθητού· διότι δεν είπε «αδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη η προσταγή, φοβερός ο νόμος», ούτε σιώπησε, αλλά έδειξε και τη στοργή του για τούς άλλους, και συγχρόνως απένειμε την οφειλομένη τιμή προς το διδάσκαλο, λέγοντας· «Και τίς δύναται σωθήναι»; Ενώ ακόμη δεν είχε γίνει ποιμένας, είχε ψυχή ποιμένος, και ενώ ακόμη δεν του είχε ανατεθεί η εξουσία έδειχνε την μέριμνα πού αρμόζει σε άρχοντα, φροντίζοντας για ολόκληρη την οικουμένη. Εάν ήταν πλούσιος και διέθετε πολλά χρήματα, ίσως θα έλεγε κάποιος ότι έκαμνε την ερώτηση αυτή μεριμνώντας όχι για τούς άλλους αλλά για τον εαυτόν του και φροντίζοντας για τα ιδικά του. Τώρα όμως η πενία του τον απαλλάσσει από αυτήν την υποψία, και αποδεικνύει ότι μεριμνούσε και ήθελε να μάθει την οδό της σωτηρίας από ενδιαφέρον για την σωτηρία των άλλων.  Γι' αυτό και ο Χριστός ενθαρρύνοντας τον του είπε: «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, παρά τω Θεω δυνατά έστι». Μη νομίσεις, ότι εγκαταλείπεσθε έρημοι· εγώ συμπαρίσταμαι στην προσπάθεια σας αυτήν και κάνω τα ακατόρθωτα κατορθωτά και μάλιστα εύκολα. Όταν πάλιν ο Χριστός ομιλούσε για το γάμο και τη γυναίκα και έλεγε «ο απολύων γυναίκα παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχάσθαι» και συνεβούλευε να υπομένει κανείς κάθε κακία της γυναικός εκτός μόνον από την πορνεία, ο Πέτρος, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν, πλησίασε τον Χριστό και του είπε: «ει ούτος έστιν η αιτία (σχέσις) του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι (νά έλθη κανείς σέ γάμο)». Πρόσεχε και εδώ πως και τη τιμή πού αρμόζει σε διδάσκαλο απέδωσε, και για τη σωτηρία των άλλων φρόντισε, χωρίς και εδώ να μεριμνά για τον εαυτό του. Για να μην ειπεί λοιπόν και τώρα κάτι παρόμοιο, ανέτρεψε με την παραβολή εκ των προτέρων την αντίρρησή του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο Ευαγγελιστής είπε: «διά τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού», δείχνοντας ότι γι’ αυτό λέγει την παραβολήν αυτή, για να μάθεις ότι και αν « εβδομηκοντάκις επτά» την ημέρα συγχωρείς στον αδελφό σου τα αμαρτήματά του, δεν έκαμες ακόμη τίποτε μεγάλο, αλλά υστερείς πολύ, απερίγραπτα από την φιλανθρωπία του Κυρίου καί δέν δίδεις τόσον όσο λαμβάνεις.
 Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή την παραβολή· διότι αν και φαίνεται πώς από μόνη τής είναι σαφής, έχει όμως κρυμμένο μέσα της και κάποιον ανέκφραστο θησαυρό νοημάτων. « Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά τών δούλων αυτού». Μή προσπεράσεις επιπόλαια την φράση, αλλά ανάπτυξε παρακαλώ το δικαστήριο εκείνο και, εισερχόμενος στη συνείδησή σου, αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τούς δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους: « Πάντας γάρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»... Βάλε με τον νου σου πως θα είναι τότε το δικαστήριο, αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημμέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θά τά στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας. Για ποιό λόγο όμως κάμει το λογοθέσιον; Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πως θα αγνοούσε αυτός πού γνωρίζει τά πάντα πρίν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό πού οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· επειδή και τον προφήτη γι’ αυτό τον πρόσταξε να λέγει τα αμαρτήματα των Ιουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τάς ανομίας αυτών τω οίκω Ιακώβ καί τάς αμαρτίας αυτών τω οίκω Ισραήλ» όχι μόνον για να ακούσουν, αλλά για να διορθωθούν.
 «Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω ειε οφειλέτης μυρίων ταλάντων». Άραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους· και δεν ήταν μόνον αυτό το φοβερό, αλλά το ότι τον έφεραν και πρώτο στον Κύριο του. Επειδή εάν μεν τον έφερναν ύστερα από πολλούς άλλους πού φάνηκαν ευγνώμονες, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό το να μη εξοργισθεί ο Κύριος, επειδή η ευγνωμοσύνη των προηγουμένων θα τον είχε κάνει ημερότερο προς τούς αγνώμονες που ηκολούθησαν· το να φανεί όμως αχάριστος αυτός πού εισήλθε πρώτος και μολονότι φάνηκε τόσο αγνώμων να αντιμετωπιστεί με τόση φιλανθρωπία από τον Κύριο τού, αυτό είναι το ιδιαιτέρως θαυμαστό και παράδοξο.
 Οι άνθρωποι λοιπόν, όταν εύρουν τούς οφειλέτες τους, χαίρονται σαν να ευρήκαν κυνήγι και θήραμα και κάνουν τα πάντα για να απαιτήσουν όλο το χρέος. Και αν δε το κατορθώσουν εξ’ αιτίας της πτωχείας των οφειλετών, εκδηλώνουν την οργή τους για τα χρήματα στο ταλαίπωρο σώμα των δυστυχών εκείνων, βασανίζοντας και κτυπώντας και προξενώντας σ’ αυτό μύρια κακά. Ο Θεός όμως αντιθέτως, επενόησε και μετεχειρίσθη όλα τα μέσα για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Διότι σε μάς, ο πλούτος είναι το να απαιτήσομε τα οφειλόμενα, ενώ για το Θεό, είναι πλούτος το να συγχωρήσει. Εμείς, όταν λάβομε τα οφειλόμενα, τότε γινόμεθα ευπορώτεροι· ενώ ο Θεός όταν συγχωρήσει τα αμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Επειδή πλούτος του θεού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, όπως λέγει ο Παύλος: «ο πλουτών είς πάντας, καί επί πάντας τούς επικαλουμένους αυτόν».
 Αλλά ίσως κάποιος ειπεί: και πως αυτός που θέλει να χαρίσει και να συγχωρήσει τα ανομήματα διέταξε να τον πωλήσουν; Αυτό ακριβώς είναι πού φανερώνει πάρα πολύ την φιλανθρωπία του. Όμως ας μη βιαζόμεθα, αλλά ας προχωρούμε με την σειρά στην διήγηση τής παραβολής: « Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι» λέγει. Τι σημαίνει «μη έχοντος αυτού αποδούναι». Πάλιν επίτασιν αγνωμοσύνης· επειδή όταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε λογαριάζονται τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη λογαριάζεται για δικαιοσύνη. « Τω γάρ μή εργαζομένω, πιστεύοντι δέ επί τόν (Θεόν τόν) δικαιούντα τόν ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού είς δικαιοσύνην». Και τι λέγω για πίστη και κατορθώματα, αφού και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων; Και αυτό το φανερώνει ο Χριστός με την παραβολή του Λαζάρου, παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέγει προς τον πλούσιο, ότι ο Λάζαρος απήλαυσε στην ζωή τού τα κακά και γι’ αυτό εδώ ηύρε παρηγορία. Το φανερώνει και ο Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους για εκείνο που πόρνευσε, προς τούς οποίους λέγει τα εξής: «παράδοτε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον τής σαρκός, ίνα τό πνεύμα σωθή». Καί άλλους επίσης πού ημάρτησαν τούς παρηγορεί λέγοντας «διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς καί άρρωστοι (ελαφρά καί βαρειά) καί κοιμώνται ικανοί. Ει γάρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ άν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δέ υπό Κυρίου, παιδευόμεθα, ίνα μή σύν τω κόσμω κατακριθώμεν». Εάν δηλαδή κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δεν θα εκρινόμεθα· γι’αυτό κρινόμενοι από τον Κύριο παιδευόμεθα (εδώ), για να μη καταδικασθούμε μαζί με τον κόσμο. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια.
 Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε· γι’ αυτό λέγει «μη έχοντος αυτού αποδούναι, εκέλευσεν αυτόν πραθήναι»· αυτό μας φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την φιλανθρωπία του Δεσπότου, ότι και τον κάλεσε να λογοδοτήσει και να πωληθεί διέταξε. Επειδή και τα δύο τα έκαμε ώστε αυτός να μη πωληθεί. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από το τέλος· διότι αν ήθελε να πωληθεί αυτός, ποίος του το απαγόρευε; ποίος τον εμπόδιζε;
 Γιατί λοιπόν διέταξε να πωληθεί, αφού δεν επρόκειτο να το κάνει; Με την απειλή του αύξησε το φόβο για να τον παρακινήσει σε ικεσία· τον παρεκίνησε δε σε ικεσία, για να λάβει από αυτό αφορμή συγχωρήσεως. Βεβαίως ημπορούσε και πριν από την παράκληση να τον απαλλάξει από το χρέος, αλλά δεν το έπραξε για να μη πέσει σε χειρότερα. Ημπορούσε και πριν από το λογοθέσιο να δώσει τη συγχώρηση, αλλά για να μη γίνει απανθρωπότερος και ωμότερος προς τους συνανθρώπους του αγνοώντας το πλήθος των αμαρτημάτων του, γι’αυτό τον βοήθησε πρώτα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του χρέους του, και τότε του το χάρισε όλο. Διότι εάν αφού πρώτα έγινε η λογοδοσία και απεκαλύφθη το χρέος και άκουσε την απειλή, και έγινε φανερά η καταδίκη της οποίας ήταν άξιος, φάνηκε τόσον άγριος και σκληρός προς τον σύνδουλό του, σε πόση αγριότητα θα είχε φθάσει, αν τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί;
 Γι’ αυτό τα έκαμνε όλα αυτά ο Θεός και τα επιχειρούσε, για να συγκρατήσει εκ των προτέρων
εκείνη τη σκληρότητα. Εάν όμως μέ κανένα από αυτά δε διορθώθηκε, αίτιος δεν είναι ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος πού δεν εδέχθη την διόρθωση.
 Ας ιδούμε όμως πως προσπαθεί να θεραπεύσει την πληγή. «Πεσών ουν», λέγει, «παρά τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, καί πάντα σοί αποδώσω». Και μάλιστα δεν είπε ότι δεν είχε να του τα επιστρέψει· έτσι όμως συνηθίζουν να κάνουν όσοι χρεωστούν· και αν ακόμη δεν ημπορούν να επιστρέψουν τίποτε, υπόσχονται, ώστε να απαλλαγούν από τα παρόντα δεινά. Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Ας μην αποκάμνομε λοιπόν στις παρακλήσεις. Διότι ποίος θα ημπορούσε να γίνει αμαρτωλότερος από αυτόν, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τόσα ανομήματα, ενώ κατόρθωμα δεν είχε κανένα, ούτε μικρόν, ούτε μεγάλο; Δεν είπε όμως μέσα του «δεν έχω παρρησία, είμαι γεμάτος εντροπή, πως ημπορώ να τον πλησιάσω; πως ημπορώ να παρακαλέσω;», πράγμα πού πολλοί επιβαρημένοι με αμαρτίες το λέγουν, πάσχοντες από διαβολική ευλάβεια. Σου λείπει η παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως είναι άνθρωπος αυτός πού πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί σου, για να εντραπείς και να κοκκινίσεις; Είναι ο Θεός, πού περισσότερο από εσένα θέλει να σε απαλλάξει από τα ανομήματα. Δεν επιθυμείς εσύ τόσον την ασφάλεια σου, όσον εκείνος ποθεί την σωτηρία σου. Και αυτό μας το δίδαξε με τα ίδια του τα έργα.
 Δεν έχείς παρρησία; Γι’ αυτό ακριβώς θα ημπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή έχεις αυτήν την αίσθησι· διότι η μεγαλυτέρα παρρησία είναι το να μη νομίζεις ότι έχεις παρρησία. Όπως ακριβώς η μεγαλυτέρα καταισχύνη είναι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου· εκείνος είναι ακάθαρτος, έστω και αν είναι ο αγιώτερος από όλους τούς ανθρώπους· όπως ακριβώς δίκαιος γίνεται εκείνος πού έπεισε τον εαυτόν του ότι είναι ο τελευταίος από όλους. Και μάρτυρες για τα λεγόμενα είναι ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. Αυτά πού ακολούθησαν όμως δεν είναι όμοια με τα προηγούμενα. Διότι όσα συγκέντρωσε με την ικεσία, αυτά τα σκόρπισε όλα σε μία στιγμή με την οργή κατά του πλησίον.
Αλλά ας έλθομε πρώτα στον τρόπον της συγχωρήσεως· ας ιδούμε πως τον απήλλαξαν από το χρέος και από ποια αιτία οδηγήθηκε ο Κύριος σ’ αυτό. «Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, « απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτω». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχὠρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Γι’ αυτό καί ο Παύλος λέγει: « τω δυναμένω πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν». Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει. Μην εντραπείς λοιπόν, μη κοκκινήσης· ή μάλλον να εντρέπεσαι για τις αμαρτίες σου, να μην απελπίζεσαι όμως, ούτε να απομακρυνθείς από την προσευχή, αλλά πλησίασε, έστω και να του δώσεις την ευκαιρία να επιδείξει την φιλανθρωπία του με την συγχώρηση των αμαρτιών σου. Εάν όμως φοβηθείς να τον πλησιάσεις, τότε εμπόδισες την αγαθότητα του, συνεκράτησες την αφθονία της καλοσύνης του, όσον βεβαίως εξαρτάται από εσένα.
 Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Κανείς δεν έκαμε τόσες αμαρτίες, όσες αυτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε είδος πονηρίας· αυτό φανερώνουν τα μύρια τάλαντα. Κανείς δεν ήταν τόσον έρημος όσον αυτός, δεν είχε να πληρώσει το χρέος του. Αλλ’ όμως αυτόν που είχε προδοθεί από παντού, ημπόρεσε να τον σώσει η δύναμη της προσευχής. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου. «Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι (ότι) οφείλεις». Άραγε τι θα ημπορούσε να υπάρξει αισχρότερο από αυτό; ενώ η ευεργεσία ηχούσε ακόμη στην ακοή του, λησμόνησε την φιλανθρωπία του Κυρίου.
 Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Γι’ αυτό συνεχώς λέγω, και δεν θα παύσω να το λέγω, ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο και αναγκαίο το να κρατούμε διαρκώς στη μνήμη μας όλα μας τα πταίσματα· διότι τίποτε δεν ημπορεί να καταστήσει την ψυχή τόσον φιλόσοφο και επιεική και ήπια, όσον η διαρκής μνήμη των αμαρτημάτων. Γι’ αυτό ο Παύλος κρατούσε στη μνήμη του όχι μόνον τα μετά το λουτρό του βαπτίσματος αμαρτήματα, αλλά και αυτά που προηγήθησαν από αυτό, μολονότι βεβαίως είχαν εξαφανισθεί ολοτελώς. Εάν δε εκείνος κρατούσε στη μνήμη του τα πριν από το βάπτισμα, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να μη λησμονούμε τα μετά το βάπτισμα· διότι με την ανάμνηση όχι μόνον τα εξαφανίζουμε, αλλά και προς όλους τους ανθρώπους θα συμπεριφερόμεθα με περισσότερη επιείκεια, και το Θεό θα τον υπηρετήσομε με μεγαλύτερη αφοσίωση, αφού μαθαίνουμε πολύ καλά με την ανάμνηση τους την ανέκφραστο φιλανθρωπία του.
 Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία πού έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού. «Κρατήσας γάρ αυτόν έπνιγε λέγων, απόδος μοι, εί τι οφείλεις». Δεν είπε « δώσε μου πίσω τα εκατό δηνάρια», επειδή ντρεπόταν το ασήμαντον του χρέους, αλλά «ότι οφείλεις». «Ο δε πεσών επί τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν, λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί καί πάντα σοι αποδώσω». Με τα ίδια λόγια, πού ηύρε και εκείνος την συγχώρηση, με τα ίδια και αυτός αξιώνει να σωθεί. Εκείνος όμως από την υπερβολική του σκληρότητα ούτε με αυτά τα λόγια κάμφθηκε, ούτε σκέφθηκε ότι ο ίδιος με τα λόγια αυτά σώθηκε. Και αν ακόμη τον συγχωρούσε, ούτε έτσι θα ήταν φιλανθρωπία αλλά οφειλή και χρέος. Διότι εάν το έκαμνε αυτό πριν γίνει η λογοδοσία και πριν ληφθεί εκείνη η απόφαση και απολαύσει τόσο μεγάλη ευεργεσία, το γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί στην ιδική του μεγαλοψυχία. Τώρα όμως, μετά από τόσον μεγάλη δωρεά και άφεση τόσων πολλών αμαρτημάτων, ήταν πλέον υποχρεωμένος να φερθεί στον σύνδουλό του με ανεξικακία, σαν κάποια αναγκαία οφειλή. Αλλ’ όμως ούτε αυτό έκαμε, ούτε σκέφθηκε πόση ήταν η διαφορά της αφέσεως την οποίαν και αυτός απήλαυσε και που έπρεπε να δείξει στο σύνδουλό του. Διότι όχι μόνον στο ποσό των οφειλών, ούτε στο αξίωμα των προσώπων, αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιον τον τρόπο θα ημπορούσε κανείς να ιδεί μεγάλη διαφορά. Επειδή εκείνα μεν ήσαν μύρια τάλαντα, ενώ αυτά εκατό δηνάρια. Και αυτός μεν προσέβαλε τον Κύριο του, ενώ ο οφειλέτης τον σύνδουλό του· αυτός επομένως, αφού είχε ευεργετηθεί είχε υποχρέωση να του χαρισθεί· ενώ ο Κύριος τον είχε απαλλάξει από όλο το χρέος χωρίς να ιδεί να γίνεται εκ μέρους του κάποιο μικρό ή μεγάλο αγαθό.
Δεν έβαλε όμως τίποτε από αυτά στο νου του, αλλά εντελώς τυφλωμένος από την οργή τον έπιασε από το λαιμό και τον έκλεισε στην φυλακή. Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο οι σύνδουλοι, για να μάθεις πόσον ήμερος είναι ο Κύριος. Όταν ο Κύριος του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του, καί δέν αποφασίζει έτσι απλώς την καταδίκη, αλλά προηγουμένως δικαιολογείται. Και τι λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι».
Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τόν απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα πού έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά πού έγιναν στούς συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, καί τότε ελθών πρόσφερε τό δώρον σου». Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από τήν ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι». Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν». Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισε την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησε την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά πού αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας πού απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν πού τον εξόργισε τόσον πολύ.
Άραγε τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά πού δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού». Πως λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγγνώμη, αλλά και τις άλλες, πού είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τίς ανανέωσε πάλι.
Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο πού είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή πού μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τά οφειλήματα ημών, ως καί ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών».
Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, και αφού γράψουμε την παραβολή αυτή στις καρδιές μας, όταν έλθουν στον νου μας όσα έχουμε πάθει από τούς συνδούλους μας, ας αναλογισθούμε και αυτά πού έχουμε κάνει στον Κύριον· και με τον φόβο των ιδικών μας αμαρτημάτων θα μπορέσουμε να απομακρύνομε γρήγορα τον θυμό για τα ξένα παραπτώματα. Εάν πρέπει να ενθυμούμεθα αμαρτήματα, μόνον τα ιδικά μας πρέπει να ενθυμούμεθα. Διότι εάν κρατήσομε στη μνήμη τα ιδικά μας, ποτέ δεν θα δώσομε σημασία στα ξένα· όπως ακριβώς εάν λησμονήσομε τα ιδικά μας, εύκολα εκείνα θα εισχωρήσουν στους λογισμούς μας. Πράγματι, και αυτός εάν είχε κρατήσει στη μνήμην του τα μύρια τάλαντα, δε θα ενθυμείτο τα εκατό δηνάρια· επειδή όμως τα λησμόνησε εκείνα, γι’ αυτό έπιασε από το λαιμό των συνδούλων του, και θέλοντας να  απαιτήσει τα ολίγα, ούτε αυτό επέτυχε, αλλά επέσυρε στην κεφαλή του και τον όγκο των μυρίων ταλάντων.
Γι’ αυτό θα τολμούσα να ειπώ ότι αυτή είναι η φοβερότερη από όλες τις αμαρτίες· η μάλλον δεν το λέγω αυτό εγώ, αλλά ο Χριστός το φανέρωσε με την παραβολή αυτή. Διότι αν δεν ήταν φοβερότερη από μύρια τάλαντα, εννοώ από τα αναρίθμητα αμαρτήματα, δε θα ανακαλούσε εξ αιτίας της και εκείνα. Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους πού είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πώς ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Και δεν είναι ιδικός μας ο λόγος, αλλά του ιδίου του Θεού, ο οποίος πρόκειται να μας κρίνει. Διότι όπως είπε εδώ, ότι «ούτω ποιήσει και ο πατήρ μου, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τά παραπτώματα αυτών», έτσι και αλλού λέγει «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τά παραπτώματα αυτών, αφήσει καί υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος».
Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι καί φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα καί τό κράτος είς τούς αιώνας των αιώνων». Αμήν. 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Η Μεταμόρφωση του Χριστού.

Η Μεταμόρφωση του Χριστού επάνω στο όρος Θαβώρ έγινε λίγο προ του Πάθους Του, και συγκεκριμένα σαράντα ημέρες πριν πάθει και σταυρωθεί. Άλλωστε, ο σκοπός της Μεταμορφώσεως ήταν να στηριχθούν οι Μαθητές στην πίστη ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και να μη κλονισθούν για όσα θα έβλεπαν τις ημέρες εκείνες. Στα τροπάρια της Εκκλησίας φαίνεται αυτή η αλήθεια.Σε ένα ψάλλουμε: «Προ του τιμίου σταυρού σου και του πάθους, λαβών ους προέκρινας των ιερών μαθητών προς το Θαβώριον Δέσποτα, ανήλθες όρος». Και στο Κοντάκιο της εορτής λέγεται: «...ίνα όταν σε ίδωσιν σταυρούμενον το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα».

Επομένως, κανονικά η Μεταμόρφωση του Χριστού έπρεπε να εορτάζεται τον μήνα Μάρτιο, ανάλογα με το πότε εορτάζεται κάθε χρόνο το Πάσχα. Επειδή, όμως, ο χρόνος αυτός συμπίπτει με την περίοδο της Τεσσαρακοστής και δεν θα μπορούσε να εορτασθεί πανηγυρικά, γι' αυτό η εορτή μεταφέρθηκε την 6ην Αυγούστου. Η ημερομηνία αυτή δεν είναι τυχαία, αφού προηγείται σαράντα ημέρες από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβίου), η οποία είναι σαν την Μ. Παρασκευή.

Τα γεγονότα της εορτής διασώζονται και από τους τρεις λεγομένους συνοπτικούς Ευαγγελιστές, γιατί η Μεταμόρφωση αποτελεί κεντρικό γεγονός στην ζωή του Χριστού και περικλείει πολλά θεολογικά μηνύματα. (Ματθ. ιζ', 1-8, Μαρκ. θ', 2-8, Λουκ. θ', 28-36).[...]



Η λέξη μεταμόρφωση δηλώνει την αλλαγή της μορφής. Δηλαδή σε μια συγκεκριμένη στιγμή ο Χριστός αποκάλυψε αυτό που κρυπτόταν, φανέρωσε την δόξα της θεότητος, με την οποία ήταν ενωμένη η ανθρώπινη φύση από την στιγμή της συλλήψεως στην κοιλία της Θεοτόκου. Ο Χριστός με την μεγάλη Του φιλανθρωπία κάλυπτε αυτό που είχε πάντοτε, ώστε να μη «καούν» οι Μαθητές, λόγω της ακαταλληλότητός τους, επειδή δεν είχαν ακόμη προετοιμασθεί.

Ο Χριστός εκείνη την ώρα μεταμορφώθηκε, «ουχ ο ουκ ην προσλαβόμενος, ουδέ εις όπερ ουκ ην μεταβαλόμενος, αλλ' όπερ ην τοις οικείους μαθηταίς εκφαινόμενος» (αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν προσέλαβε κάτι που δεν είχε, ούτε μεταβλήθηκε σε κάτι που δεν ήταν, αλλά φανέρωσε στους Μαθητές Του αυτό που ήταν. Ουσιαστικά όταν κάνουμε λόγο για Μεταμόρφωση εννοούμε ότι έδειξε την δόξα της θεότητός Του, που την κρατούσε αφανή στο φαινόμενο σώμα, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να την αντικρύσουν.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα πει ότι ο Χριστός δεν έδειξε ολόκληρη την θεότητα, αλλά μια μικρή ενέργειά της. Και αυτό ο έκανε αφ' ενός μεν για να πληροφορήσει για το ποια είναι η θεϊκή δόξα της Βασιλείας, αφ' ετέρου δε από φιλανθρωπία, ώστε να μη χάσουν και την ζωή τους ακόμη, βλέποντας ολόκληρη την δόξα της θεότητος. Γι' αυτό, το μυστήριο της Μεταμορφώσεως είναι και αποκάλυψη της Βασιλείας, αλλά και έκφραση της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.

Γίνεται λόγος στα λειτουργικά κείμενα ότι κατά την Μεταμόρφωση ο Χριστός θεούργησε την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε. Αυτό, όμως, λέγεται με μια ορισμένη έννοια και δεν σημαίνει ότι τότε μόνο θεουργήθηκε η ανθρώπινη φύση. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό η ανθρώπινη φύση θεουργήθηκε, δηλαδή θεώθηκε, από την υποστατική ένωση και κοινωνία με τον Θεό Λόγο, που έγινε από την στιγμή της συλλήψεώς Του στην κοιλία της Θεοτόκου, την ημέρα του Ευαγγελισμού. Τότε, η θεότητα θέωσε την ανθρώπινη φύση, ενώ η ανθρώπινη φύση θεώθηκε (άγ. Γρηγόριος Θεολόγος). Κατά την Μεταμόρφωση του Χριστού φανερώθηκε στους Μαθητάς αυτή η θεουργηθείσα ανθρώπινη φύση από την πρόσληψή της από τον Θεό Λόγο. Προηγουμένως ήταν άγνωστη, τώρα έγινε φανερά. Με αυτήν την έννοια γίνεται λόγος σε μερικά τροπάρια για θεουργία της ανθρώπινης φύσεως κατά την Μεταμόρφωση.

Αυτό ακριβώς το γεγονός μάς οδηγεί στην άποψη ότι στο Θαβώρ δεν έχουμε μόνο Μεταμόρφωση, αποκάλυψη του Χριστού, αφού πραγματικά τότε έδειξε μερικές ακτίνες της θεότητός Του, αλλά και μεταμόρφωση των Μαθητών. Οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την θεουργία της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, ακριβώς γιατί μεταμορφώθηκαν αυτοί οι ίδιοι. Οι Πατέρες κάνουν λόγο για εναλλαγή των Μαθητών. «Ενηλλάγησαν ουν και ούτω την την εναλλαγήν είδον» (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει εναλλαγή, Μεταμόρφωση του Χριστού, αλλά αυτό έγινε γνωστό, γιατί υπήρξε και εναλλαγή, μεταμόρφωση των Μαθητών.

Η μεταμόρφωση των Μαθητών έγινε σε όλη τους την ψυχοσωματική ύπαρξη. Οι Μαθητές δεν είδαν το θειό φως μόνο με τον νου τους, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με αυτές τις σωματικές αισθήσεις, οι οποίες όμως προηγουμένως δυναμώθηκαν από την άκτιστη ενέργεια του Θεού και μεταμορφώθηκαν για να τον δουν. Οι σωματικοί οφθαλμοί είναι τυφλοί ως προς το φως του Θεού, επειδή οι οφθαλμοί του ανθρώπου είναι κτιστοί και δεν μπορούν ναδουν το άκτιστο Φως. Γι' αυτό και αλλοιώθηκαν από την ενέργεια του Θεού και αξιώθηκαν να δουν την δόξα του Θεού (άγ. Γρηγόριος Παλαμάς).

Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές»
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου .

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Αύγουστος: Ο μήνας της Παναγίας!

 

Αύγουστος: Ο μήνας της Παναγίας!

  • Dogma
αύγουστος
Ο Αύγουστος είναι για μας τους Ορθοδόξους ο μήνας της Παναγίας. Η μεγάλη γιορτή της Κοιμήσεώς της δεσπόζει καταμεσής του, κ’ οι Παρακλήσεις προς τη Χάρη της, που αρχίζουν από την πρώτη κιόλας μέρα του και συνεχίζονται ως την προπαραμονή της γιορτής, καθώς και η «απόδοσή» της στις εικοσιτρείς, τα «εννιάμερα της Παναγίας» -όπως συνηθίσαμε να τα λέμε- αγιάζουν όλο το μήνα.

Παράλληλα, η γιορτή της Καταθέσεως της Αγίας Ζώνης της Θεοτόκου στις τριανταμία, τον επισφραγίζει. Έτσι, ολόκληρο τον Αύγουστο, η παρουσία της Μεγάλης Μάνας του Χριστού και των Χριστιανών γλυκαίνει τις ψυχές μας!

Γιορτάζοντας τη Κοίμηση της Θεοτόκου, ουσιαστικά γιορτάζουμε τη νίκη της ζωής ενάντια στο θάνατο. Δεν γιορτάζουμε τον θάνατο της Παναγίας, αλλά την αγία Κοίμηση της και τη Μετάστασή της στους ουρανούς! Ο τάφος της Παναγίας είναι κενός. Άδειος!

Με αυτά τα δεδομένα, η 15η Αυγούστου είναι ημέρα χαράς και αγαλλίασης. «Θυμήρης, ου πενθήρης η παρούσα πανήγυρις», όπως λέει ο Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ευφρόσυνη είναι τούτη η γιορτή και όχι πένθιμη! Καθώς κι ό Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπογραμμίζει,  «Ο θάνατος της Παναγίας είναι ζωηφόρος, με το να μεταφέρει σε ουράνια κι αθάνατη ζωή και η επέτειος του είναι γιορτή χαρμόσυνη και πανηγύρι για όλο κτον όσμο».\

Έτσι, έχει πολύ δίκιο ο χριστώνυμος λαός της Ελλάδας να ονομάζει το Δεκαπενταύγουστο «Πάσχα του καλοκαιριού» και να πανηγυρίζει χαρούμενα σε πόλεις και σε χωριά, όπου η ευσέβειά του έστησε «στης Πανάγιας τη Χάρη, προσκυνητάρια κι εκκλησιές και λαύρες κι εξωκκλήσια», όπως θάλεγε ο ποιητής.

Και δεν είναι μόνο στη Μεγαλόχαρη της Τήνου το κέντρο του εορτασμού, όπου τα θαύματα διαδέχονται αλυσιδωτά το ένα το άλλο, έτσι για να δείχνεται τρανότερα η αγάπη της Παρθένου για τον άνθρωπο και να βουβαίνονται τα στόματα των άπιστων και ορθολογιστών. μα και στην Παναγιά τη Σουμελά στη Βέροια, στην Αγιάσο της Λέσβου, στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου, στ’ Αγιονόρος και μάλιστα στο μεγαλόπρεπο Μοναστήρι των Ιβήρων με την Πορταΐτισσα, στη Σκριπού του Ορχομενού, στη Μαλεβή και στήν Έλωνα του Μωριά, στο Όρος των Αμώμων στην Πεντέλη, στη Μολυβδοσκέπαστη της Ηπείρου, και όπου αλλού… Χώρα Θεομητοροσκέπαστη και Παρθενοευλογημένη είναι η Ελλάδα!..

[…]Νιώθουμε στη γιορτή της Αειπάρθενης πιο γλυκό το χάδι από το χρυσοφτέρουγο χέρι Της στις ψυχές μας! Πιο ζεστή την ανάσα της στοργής Της! Πιο τρυφερό το μητρικό φιλί Της! Πιο παραμυθητική την παρουσία Της! Οι πικρές ώρες μας παρηγορούνται! Η μοναξιά μας ξεπερνιέται! Γλυκαίνονται τα χείλη μας!

Ο δρόμος μας φωτίζεται! Γεμίζει νόημα η ζωή μας!… Ακούμε το ολόγλυκο τροπάρι της: «Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…» και τα μάτια μας υγραίνονται! Προσκυνούμε το άγιο εικόνισμά Της και ριγούμε!

Της ανάβουμε κερί και λειώνουν οι πάγοι της καρδίας μας! Της ψιθυρίζουμε λόγια προσευχής και νιώθουμε στα βάθη της ύπαρξής μας πως ναι, ετούτη η σταυροχεριασμένη απάνω στο ζωαρχικό της νεκροκρέβατο, η Αρχοντοδέσποινα που γλυκοσωπαίνει, η Μάνα του Θεού η Μεγαλόχαρη, ακούει τη φωνή της δεήσεώς μας μ’ ευμένεια, και κινούνται τα σπλάγχνα Της σε έλεος, σε σκέπη, σε βοήθεια, σε μεσιτεία ολόθερμη προς τον φιλάνθρωπο Θεό! Για μας τους τσακισμένους απ’ την αμαρτία! Τους ανάξιους!

Τους ανεμοδαρμένους και καραβοτσακισμένους μέσα στη θύελλα του δίψυχου και διπλοπρόσωπου κόσμου! Για μας τους ξένους! Τους ανέλπιδους! Τους διψασμένους για κατανόηση κι αγάπη αληθινή!..

Πρόφτασε, Μάνα ακοίμητη, στης Κοίμησης σου τη γιορτή, κι επάκουσε Γοργοεπήκοε, παρηγόρησε Παρηγορήτισσα, ελέησε Ελεούσα, γιάτρεψε Γιάτρισσα, λύσε τους πόνους Πονολύτρα, λευτέρωσέ μας απ’ τα πάθη μας Ελευθερώτρια, φανέρωσε τη δόξα Σου Φανερωμένη, σε δρόμο οδήγησε μας σωτηρίας, ω Οδηγήτρια!…

του Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Η Αγία Παρασκευή

Η Αγία Παρασκευή


Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στην Ρώμη το 117μ.Χ. Οι γονείς της ήταν Έλληνες. Ο πατέρας της, Αγάθων, και η μητέρα της, Πολιτεία, όντας χριστιανοί, όταν γεννήθηκε η Αγία την βάπτισαν και της έδωσαν το όνομα Παρασκευή. Την μεγάλωσαν σύμφωνα με την χριστιανική πίστη και την σπούδασαν αφού είχαν την οικονομική δυνατότητα μιας και ήταν πλούσιοι...


Όταν ήταν σε ηλικία είκοσι ετών οι γονείς της πέθαναν. Τότε η Αγία έδωσε την περιουσία της στους φτωχούς, στην εκκλησία και σε ένα ίδρυμα, στο οποίο έμεναν χριστιανές κοπέλες που είχαν αφιερωθεί στον Ιησού Χριστό. Εκεί έμεινε για λίγα χρόνια η Αγία Παρασκευή, βοηθώντας στην διάδοση της χριστιανικής πίστης, όπως έκαναν και οι υπόλοιπες συγκάτοικοι της.

Κάποια στιγμή εγκατέλειψε το ίδρυμα αυτό και ξεκίνησε να κηρύττει τον Χριστιανισμό σε διάφορες πόλεις και χωριά της Ιταλίας. Κατά την διάρκεια αυτών των περιοδειών της, έπεισε πολλούς να βαπτιστούν Χριστιανοί. Αυτό ήταν κάτι που ενόχλησε κάποιους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ανέφεραν την δράση της Αγίας Παρασκευής στον, επίσης ειδωλολάτρη, Αντωνίνο, αυτοκράτορα εκείνη την εποχή της Ρώμης.

Με εντολή του Αντωνίνου, συνέλαβαν την Αγία Παρασκευή και την οδήγησαν μπροστά του. Θέλοντας αυτός να την κάνει να απαρνηθεί την χριστιανική πίστη, την υποβάλει στο μαρτύριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας από το οποίο, με την χάρη του Ιησού Χριστού, η Αγία βγήκε σώα. Ακολούθησαν άλλα μαρτύρια, τα οποία η Αγία υπέμενε δοξολογώντας τον Χριστό.

Το τελευταίο βασανιστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η Αγία ήταν ένα καζάνι στο οποίο έβραζε πίσσα και λάδι. Εκεί έβαλαν την Αγία Παρασκευή η οποία όμως, με την βοήθεια του Θεού, δεν έπαθε τίποτα. Βλέποντας το αυτό ο Αντωνίνος, την προέτρεψε να ρίξει πάνω του πίσσα για να διαπιστώσει ο ίδιος αν καίει. Η πίσσα αυτή τύφλωσε τον αυτοκράτορα ο οποίος πίστεψε τότε στην αληθινή θρησκεία και ζήτησε από την Αγία Παρασκευή να τον βαπτίσει χριστιανό. Εκείνη όχι μόνο τον βάπτισε, αλλά και του θεράπευσε, με την χάρη του Θεού, τα μάτια.

Η χάρη να θεραπεύσει τα μάτια, δόθηκε από τον Θεό στην Αγία Παρασκευή και γι' αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε αλλά και μέχρι τις μέρες μας.

Η Αγία Παρασκευή συνέχισε μετά την βάπτιση του Αντωνίνου, να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός από την Ιταλία. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο ναός της, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας.

Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Το σώμα της έθαψαν κρυφά κάποιοι χριστιανοί. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια
Αναδημοσίευση από: ΨΗΓΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Κυριακὴ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026, Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου

 (Ματθ. ε΄ 14-19)

14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ


14 Ἐσεῖς εἶστε τό φῶς τοῦ κόσμου, διότι ἔχετε προορισμό μέ τό φωτεινό σας παράδειγμα καί μέ τά λόγια σας πού μεταδίδουν τό φῶς τῆς ἀλήθειας νά φωτίζετε τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης. Μιά πόλη πού βρίσκεται πάνω σέ βουνό δέν εἶναι δυνατόν νά κρυφτεῖ. Ἔτσι καί ἡ δική σας ζωή θά γίνεται ἀντιληπτή ἀπ’ ὅλους. 15 Οὔτε οἱ ἄνθρωποι ἀνάβουν λυχνάρι γιά νά τό βάλουν κάτω ἀπ’ τόν κάδο μέ τόν ὁποῖο μετροῦν τό σιτάρι. Ἀλλά τό τοποθετοῦν πάνω στό λυχνοστάτη κι ἔτσι φωτίζει μέ τή λάμψη του ὅλους ὅσους εἶναι μέσα στό σπίτι. 16 Ἔτσι σάν λυχνάρι πού εἶναι σωστά τοποθετημένο ἄς λάμψει τό φῶς τῆς ἀρετῆς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους· γιά νά δοῦν τά καλά σας ἔργα καί νά δοξάσουν γιά τά ἐνάρετα καί ἅγια παιδιά του τόν Πατέρα σας, ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαια παρών παντοῦ, ἀλλά κυρίως φανερώνει τήν παρουσία του στούς οὐρανούς. 17 Μή νομίσετε ὅτι ἦλθα γιά νά καταργήσω καί ν’ ἀκυρώσω τόν ἠθικό νόμο τοῦ Μωυσῆ ἤ τήν ἠθική διδασκαλία τῶν προφητῶν. Δέν ἦλθα νά τά καταργήσω αὐτά, ἀλλά νά τά συμπληρώσω καί νά σᾶς τά παραδώσω τέλεια. 18 Διότι ἀληθινά σᾶς λέω καί μέ κάθε ἐπισημότητα σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ὅσο παραμένει καί δέν καταστρέφεται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, οὔτε ἕνα γιῶτα ἤ ἕνα κόμμα, οὔτε δηλαδή ἡ πιό μικρή ἀπό τίς ἐντολές δέν θά παραπέσει ἀπό τό Νόμο καί δέν θά χάσει τό κύρος της, μέχρι νά ἐπαληθευθοῦν καί νά ἐκπληρωθοῦν ὅλα ὅσα διατάζει ὁ Νόμος· καί θά ἐκπληρωθοῦν μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μου ὅσα λέχθηκαν προφητικῶς, ἀλλά καί μέ τή ζωή τῶν γνήσιων μαθητῶν μου, οἱ ὁποῖοι θά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Νόμου μέ ἀκρίβεια. 19 Ἀφοῦ λοιπόν οἱ ἐντολές ἔχουν κύρος καί ἰσχύ ἀκα-τάλυτη, ὁποιοσδήποτε παραβεῖ μία κι ἀπό ἐκεῖνες ἀκόμη τίς ἐντολές μου πού φαίνονται πολύ μικρές καί διδάξει ἔτσι τούς ἀνθρώπους, νά τίς θεωροῦν δηλαδή μικρές κι ἀσήμαντες, θά κηρυχθεῖ ἐλάχιστος καί τελευταῖος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά ἐφαρμόσει ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ἐντολές καί θά διδάξει καί τούς ἄλλους νά τίς τηροῦν, αὐτός θά ἀνακηρυχθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι αὐτές λοιπόν τίς ἐντολές πού οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι παραμερίζουν μέ τίς ἀνθρώπινες παραδόσεις τους, πρέπει νά τίς προσέχετε καί νά τίς ἐφαρμόζετε.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

12Η ΙΟΥΛΙΟΥ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

 


Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης γεννήθηκε ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Πρόδρομο καὶ τὴν Εὐλαμπία Ἐνζεπίδη, στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρώα γῆ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Στὴ βάπτισή του, ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ πλήρης ἡμερῶν καὶ ἁγιότητος βίου κοσμούμενος ἱερέας τῶν Φαράσων, τὸν ὀνόμασε Ἀρσένιο, «γιὰ νὰ τὸν ἀφήσει καλόγερο στὸ πόδι του», ὅπως χαρακτηριστικὰ εἶπε.

Στὴν Ἑλλάδα, ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε στὴν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ὅπου ὁ ἴδιος πέρασε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος μὲ τὶς διηγήσεις γιὰ τὸ θαυμαστὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἔλεγε ὅτι θὰ γίνει μοναχὸς ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν! Καὶ ἀφοῦ ἔμαθε νὰ διαβάζει, ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία ὑπῆρξε ἡ ἀνάγνωση τῶν βίων τῶν Ἁγίων, τῶν ὁποίων ἐμιμεῖτο τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες μὲ θερμὸ ζῆλο.

Μετὰ ἀπὸ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του δὲ θέλησε νὰ συνεχίσει στὰ γράμματα, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μιμηθεῖ τὸ Χριστὸ καὶ μαθήτευσε στὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, τὴν ὁποία ἄσκησε μὲ ἐπιμέλεια καὶ δεξιοσύνη. Στὴν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἀξιώθηκε τῆς θέας τοῦ Κυρίου, γιὰ ἕνα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἀπέκρουσε μία δαιμονικὴ προσβολὴ τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἀπιστίας. Ἀπὸ τότε φούντωσε μέσα του ἀκόμη περισσότερο ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πόθος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωή.

Ἀκολούθησαν καιροὶ ταραχῆς καὶ ἀναστάτωσης γιὰ τὴν Ἑλλάδα, λόγω τῆς ξένης Κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ὁ Ὅσιος ὅμως, τόσο ὡς πολίτης ὅσο καὶ ὡς στρατιώτης κατὰ τὴ θητεία του (1945-1949), ἐπέδειξε ἀπαράμιλλο θάρρος καὶ αὐτοθυσία. Ἦταν πρόθυμος νὰ δώσει κάθε στιγμὴ καὶ τὴ ζωή του ἀκόμα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων. Εὑρισκόμενος μάλιστα συχνὰ μέσα στὸν καταιγισμὸ τῶν φονικῶν πυρῶν, συνέβη νὰ σώσει μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του πολλοὺς στρατιῶτες, ἀλλὰ νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἴδιος μὲ τρόπο θαυμαστό.

Ἐπειδὴ τὸ μεγαλύτερο διάστημα τῆς στρατιωτικῆς του θητείας τὸ ὑπηρέτησε μὲ τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀσυρματιστῆ, πολλὲς ἐκδόσεις ἀφιερωμένες στὴ ζωὴ τοῦ Γέροντα τὸν ἀναφέρουν ὡς «Ἀσυρματιστὴ τοῦ Θεοῦ». Μάλιστα, ὁ Γέροντας φέροντας ὡς παράδειγμα τὴν εἰδικότητά του στὸν στρατό, ἀπάντησε σὲ κάποιον ποὺ ἀμφισβητοῦσε τὴ χρησιμότητα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι «ἀσυρματιστὲς τοῦ Θεοῦ», ἐννοώντας τὴν θερμή τους προσευχὴ καὶ τὴν ἔγνοια τους γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα.

Ὕστερα καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιπέτειες, θέλησε νὰ καταταγεῖ στὸ ἀγγελικὸ τάγμα τῶν μοναχῶν, μὲ τὰ φτερὰ ποὺ δίνει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ἔτσι, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζητώντας ἕναν ὁδηγὸ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς κατὰ Θεὸν ἡσυχίας. Δὲν κατάφερε ὅμως νὰ ἐκπληρώσει ἀμέσως τὸν πόθο του. Παράλληλα, οἱ δικοί του βρέθηκαν τὴν ἴδια περίοδο σὲ μεγάλη οἰκονομικὴ δυσκολία, ὁπότε τὸν κάλεσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Ἔτσι, ἐπέστρεψε στὴν Κόνιτσα καὶ ἐργάστηκε ὡς μαραγκός. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὅμως (1953), σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν πλέον, ἐγκατέλειψε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία.

Ἀφοῦ περιῆλθε σκῆτες καὶ καλύβες, ἀκολούθησε τελικὰ τὴ συμβουλὴ ἑνὸς σεβάσμιου γέροντα καὶ ἐντάχθηκε στὴν ἀδελφότητα τῆς Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, γνωστῆς τότε γιὰ τὴν αὐστηρή της τάξη. Ἐκεῖ ἔζησε μέσα στὴν ὁλοτελῆ ὑπακοὴ καὶ ἐπιδόθηκε σὲ ὑπέρμετρη ἄσκηση, ὑπερβάλλοντας σὲ κόπους γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του. Ἔτσι, στὶς 27 Μαρτίου 1954 ἐκάρη μοναχός. Ἔλαβε ρασοευχὴ καὶ τὸ ὄνομα Ἀβέρκιος. Ἔχοντας ὅμως ἄσβεστο μέσα του τὸν πόθο γιὰ τὸν ἠσύχιο καὶ ἀπράγμονα βίο, πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου καὶ πῆγε νὰ μονάσει στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, ποὺ ἦταν τότε σὲ κατάσταση ἰδιόρρυθμη. Ἐκεῖ προετοιμάστηκε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη, κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς διακριτικοῦ καὶ σοφοῦ γέροντα, τοῦ γέροντα Συμεών. Στὶς 12 Μαρτίου 1956, ἐκάρη μικροσχημος μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα «Παΐσιος», χάρη στὸ Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τὸν β´, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ συμπατριώτης του.

Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958, ὑπακούοντας σὲ θεία βουλή, δὲν ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο, γιὰ τὴν ὁποία προετοιμαζόταν, ἀλλὰ στὴν κατεστραμμένη Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Στομίου, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν Κόνιτσα. Σὲ αὐτὴν ἔζησε τέσσερα χρόνια, ζωντας ἰσάγγελο βίο, παλεύοντας μὲ τοὺς πειρασμούς, εὐεργετώντας τοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς, σώζοντας πολλοὺς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες τῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων ποὺ δροῦσαν ἐκεῖ, καὶ ἀνακαινίζοντας μὲ πολὺ μόχθο τὸ Μοναστήρι.

Τo 1962, ὅταν καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔργο τῆς ἀνακαίνισης καὶ ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὶς ἑτερόδοξες ὁμάδες ἐξέλιπε, ὁ Ὅσιος παρακαλοῦσε μέσα στοὺς πειρασμούς, ποὺ καθημερινὰ τὸν πολιορκοῦσαν, θερμὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει τὸ δρόμο ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Ἔτσι, δέχθηκε ὡς θεόσταλτη τὴν πρόσκληση κάποιου ἱεροδιακόνου νὰ τὸν συνοδεύσει στὸ θεοβάδιστο Ὅρος τοῦ Σινᾶ. Πάνω σε κεῖνον τὸν ἄνυδρο καὶ ξερὸ τόπο, στὸ κελὶ τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ἔζησε ἐπιτέλους αὐτὸ ποὺ χρόνια ποθοῦσε, τὴν πρὸς Θεὸν μόνωση.

Ἀγωνιζόμενος μὲ πολλὴ ταπείνωση, διαρκῆ νηστεία, ἀκατάπαυστη ἀγρυπνία καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε νὰ ὑπερνικήσει τὶς παγίδες τοῦ μισόκαλου ἐχθροῦ, καὶ νὰ ἀπολαύσει τὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεό. Γεμάτος ἀπὸ τὴ χάρη τῆς θείας παρακλήσεως, ἀπολάμβανε τὴν κατὰ Θεὸν εὐφρόσυνη μέσα στὸ καμίνι τῆς ἀπαράκλητης ἐρήμου. Ἔγινε μάλιστα ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στοὺς Βεδουΐνους, δίνοντάς τους τρόφιμα μὲ χρήματα ἀπὸ τὴν πώληση στοὺς προσκυνητὲς ξύλινων σταυρῶν ποὺ ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος.

Δὲν θὰ ὑπῆρχε, ἔτσι, κανένας λόγος νὰ ἐγκαταλείψει τὸ στάδιο ἐκεῖνο τῆς ἀρετῆς, ἐὰν – φεῦ! – δὲν ἐνέσκηπτε ἡ σωματικὴ ἀσθένεια ἀπὸ τὸ τραχὺ κλίμα, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κατὰ σάρκα πατρίδα του. Ἐπανερχόμενος στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1964, δὲν ἐλάττωσε τὸ πλῆθος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων του, παρὰ τὴν καταβολὴ τοῦ σώματος, καθὼς στὸ πνεῦμα διατηροῦσε τὴν πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπὸν ὡς ξένος καὶ παρεπίδημος στὴ γῆ, ἔφτασε νὰ γίνει πολίτης τοῦ οὐρανοῦ.

Ἔχοντας, συνεπῶς, τὴν πράξη ὡς τὴν «ἐπίβασιν» τῆς θεωρίας, ἔφτασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα καὶ ἔγινε κοινωνὸς θείων μυστηρίων. Ἐντρύφησε ἔτσι καὶ στὴν ὡραιότητα τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἐπιπλέον ἔτυχε καὶ τῆς Θεομητορικῆς εὐλογίας. Συνομίλησε μὲ ἁγίους ποὺ ἐμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε τὴν ὅραση τοῦ Ἄγγελου Φύλακά του, ἄκουσε ἀγγελικοὺς ὕμνους καὶ καταυγάσθηκε ἀπὸ τὸ οὐράνιο φῶς.

Τὸ 1966 ἀσθένησε σοβαρὰ καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδας (Νοσοκομεῖο Παπανικολάου). Ὑποβλήθηκε σὲ ἐγχείρηση, μὲ ἀποτέλεσμα μερικὴ ἀφαίρεση τῶν πνευμόνων. Στὸ διάστημα μέχρι νὰ ἀναρρώσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος φιλοξενήθηκε στὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴ Σουρωτή. Ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του καὶ τὸ 1967 μετακινήθηκε στὰ Κατουνάκια, καὶ συγκεκριμένα στὸ Λαυρεώτικο κελὶ τοῦ Ὑπατίου (Βλάχικα).

Στὶς 12 Αὐγούστου 1968 ὁ Ὅσιος Παΐσιος, εἰσῆλθε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα καὶ μόνασε στὸ κελὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Τὸ 1979 ἀφήνει τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἀναζητώντας κελὶ πηγαίνει στὴν ἐγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἐργάστηκε σκληρὰ γιὰ νὰ δημιουργήσει ἕνα κελὶ μὲ «ὁμόλογο», ὅπου καὶ ἔμεινε μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὴν Παναγούδα πλῆθος λαοῦ τὸν ἐπισκεπτόταν. Ἦταν μάλιστα τόσο τὸ πλῆθος, ὥστε νὰ ὑπάρχουν καὶ εἰδικὲς σημάνσεις ποὺ ἐπεσήμαναν τὸν δρόμο πρὸς τὸ κελί του, ὥστε νὰ μὴν ἐνοχλοῦν οἱ ἐπισκέπτες τοὺς ὑπολοίπους μοναχούς. Ἐπίσης δεχόταν πάρα πολλὲς ἐπιστολές. Ὅπως ἔλεγε ὁ γέροντας στενοχωρεῖτο πολύ, γιατὶ ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς μάθαινε μόνο γιὰ διαζύγια καὶ ἀσθένειες ψυχικὲς ἢ σωματικές. Παρὰ τὸ βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε τὴν ἔντονη ἀσκητικὴ ζωή, σὲ σημεῖο νὰ ξεκουράζεται ἐλάχιστα, δύο μὲ τρεῖς ὧρες τὴν ἡμέρα. Ἐξακολούθησε ὅμως νὰ δέχεται καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ βοηθήσει τοὺς ἐπισκέπτες. Συνήθιζε ἐπίσης νὰ φτιάχνει «σταμπωτὰ» εἰκονάκια τὰ ὁποῖα χάριζε στοὺς ἐπισκέπτες σὰν εὐλογία.

Σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν καθημερινὴ κούραση τοῦ γέροντος Παϊσίου ἔρχονται νὰ προστεθοῦν καὶ τὰ προβλήματα ὑγείας ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσαν. Τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του οἱ πόνοι ἀπὸ τὶς διάφορες ἀρρώστιες ὅπως κολίτιδα, ἡ ὁποία τοῦ ἄφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν καρκίνο ποὺ τοῦ εἶχε διαγνωσθεῖ, γίνονταν ὅλο καὶ περισσότεροι. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ὅμως αὐτὸς ἦταν ἤρεμος καὶ ὑπέμενε χωρὶς νὰ διαμαρτύρεται καθόλου. Ἀντιθέτως συνέχιζε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλους.

Μετὰ τὸ 1993 παρουσίαζε αἱμορραγίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἀρνοῦνταν νὰ νοσηλευτεῖ λέγοντας ὅτι «ὅλα θὰ βολευτοῦν μὲ τὸ χῶμα». Τὸν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους βγῆκε γιὰ τελευταία φορὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ πῆγε στὴ Σουρωτή, στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου (10 Νοεμβρίου). Ἐκεῖ ἔμεινε γιὰ λίγες ἡμέρες καὶ ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει, ἀσθένησε καὶ μεταφέρθηκε στὸ Θεαγένειο, ὅπου ἔγινε διάγνωση γιὰ ὄγκο στὸ παχὺ ἔντερο. Θεώρησε τὸν καρκίνο ἐκπλήρωση αἰτήματός του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ὠφέλιμο γιὰ τὴν πνευματική του ὑγεία. Στὶς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι ἡ ἀσθένεια δὲν ἔπαυσε, ἀλλὰ παρουσίασε μεταστάσεις στοὺς πνεύμονες καὶ στὸ ἧπαρ, ὁ γέροντας ἀνακοίνωσε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιο Ὅρος στὶς 13 Ἰουνίου. Ὁ ὑψηλὸς πυρετὸς ὅμως καὶ ἡ δύσπνοια τὸν ἀνάγκασαν νὰ παραμείνει.

Στὸ τέλος τοῦ Ἰουνίου οἱ γιατροὶ τοῦ ἀνακοίνωσαν ὅτι τὰ περιθώρια ζωῆς τοῦ ἦταν δύο μὲ τρεῖς ἑβδομάδες τὸ πολύ. Τὴ Δευτέρα 11 Ἰουλίου (γιορτὴ τῆς Ἁγίας Εὐφημίας) κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ γονατιστὸς μπροστὰ στὸ κρεβάτι του. Τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς του ἀποφάσισε νὰ μὴν παίρνει φάρμακα ἢ παυσίπονα, παρὰ τοὺς φρικτοὺς πόνους τῆς ἀσθένειάς του. Κοιμήθηκε τὴν Τρίτη 12 Ἰουλίου 1994 καὶ ὥρα 11:00 καὶ ἐνταφιάστηκε στὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴ Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης.

Τὴν Τρίτη, 13 Ἰανουαρίου 2015 συνῆλθε ἡ ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολεως, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καὶ ἀποφάσισε τὴν κατάταξη τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ (Ματθ. 8, 5-13)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Κήρυγμα στο Δρυόφυτο, στις 9/7/1995)

 

Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου

 

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος πήγε στην Καπερναούμ. Εκεί τον συνάντησε ένας Εκατόνταρχος. Σαν να λέμε ο Διευθυντής της Αστυνομίας της πόλεως. Του είπε: «Διδάσκαλε, έχω τον υπηρέτη μου, άρρωστο. Θέλω κάτι να κάνω γι’ αυτόν. Είναι πολύ καλός άνθρωπος και δεν θέλω να χαθεί».

Απαντά ο Χριστός: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω».

Ας σταθούμε στα πρώτα λόγια του εκατοντάρχου: «Κύριε, έχω τον υπηρέτη μου άρρωστο».

Τι έκανε ο εκατόνταρχος; Πήγε και επικαλέστηκε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εμείς, τι ήλθαμε να κάνουμε στην Εκκλησία;

Μας άρεσε η ορθοστασία για δυό συνεχείς ώρες; Όχι! Όλοι ήλθαμε να επικαλεστούμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Είτε το έχουμε βαθιά στη συνείδησή μας, ξεκάθαρη τοποθέτηση, είτε είναι υποσυνείδητο και δεν το συναισθανόμαστε τόσο βαθιά, οπωσδήποτε όμως, όλοι μικροί και μεγάλοι, ήρθαμε να κάνουμε τον Σταυρό μας, μπροστά στην άχραντη εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και να Τον επικαλεστούμε. Να πούμε ένα «Κύριε ελέησον». Να Τον παρακαλέσουμε να μας ελεήσει.

Να παρακαλέσουμε την άχραντη Μητέρα Του, να πρεσβεύει για μας.

Πολλές φορές επικαλούμεθα τον Χριστό και δεν έχουμε την συναίσθηση ή τον φωτισμό ή τη γνώση να ξέρουμε τι σημαίνει: «επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού».

Λέγει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Κάθε άνθρωπος που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα σωθεί».

Ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες: μια φορά στη ζωή του μόνο να επικαλεστεί ο άνθρωπος με όλη του την καρδιά το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έχει τεράστια αξία.

Μια φορά τον επικαλέστηκε πάνω στο Σταυρό ο ληστής λέγοντάς του: «μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία σου». Και σώθηκε. Για φαντασθείτε, τι πλούτο συσσωρεύει για τον εαυτό του ο άνθρωπος που μπαίνει στην Εκκλησία και με την διάνοια, την καρδιά του και με τα χείλη του ψιθυριστά, επαναλαμβάνει: «Κύριε ελέησον». «Παράσχου Κύριε». Καθώς και τα άλλα ιερά άσματα.

Και. φυσικά, πρέπει να συνεχίζει και στο σπίτι του, την ίδια μέρα και σε άλλες ευκαιρίες, να επικαλείται το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με ταπείνωση, πίστη, ελπίδα.

Πόσο αδικούμε τον εαυτό μας, όταν κλείνουμε το στόμα μας, την στιγμή που πρέπει να επικαλούμεθα το όνομα του Χριστού, και το ανοίγουμε σε ανοησίες και κούφια λόγια;

Και τι χειρότερο, όταν το όργανο του αγιασμού μας - το στόμα μας - που μας αγιάζει με την προσευχή και τη δοξολογία του Θεού, το αφήνουμε να μας μολύνει με την αισχρολογία και την κατάκριση.

Καλό να αγωνίζεται κανείς να έχει τα απαραίτητα. Κατοικία, ρούχα, γη. Να έχει προκοπή, σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά είναι χίλιες φορές ανώτερο, να φροντίζει να έχει μέσα στο νου του, στο στόμα του και στην καρδιά του, το όνομα του Κυρίου. Γιατί όποιος επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.

 

Πού να ‘ρθεις Κύριε;

 

Είπε ο εκατόνταρχος: «Έλα Χριστέ μου να θεραπεύσεις τον υπηρέτη μου». Απάντησε ο Χριστός: «Θα ‘ρθω και θα τον θεραπεύσω».

Και ο εκατόνταρχος:

-Κύριε, πού να ‘ρθεις; Στο σπίτι μου; Δεν είμαι άξιος να μπεις μέσα. Εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος. Αλλά σαν αξιωματικός έχω στις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον καθένα: Πήγαινε εκεί, και πηγαίνει. Έλα εδώ, και έρχεται. Κάνε αυτό, και το κάνει. Δεν υπάρχει περίπτωση να με παρακούσει, επειδή τυχαίνει και είμαι προϊστάμενός του. Το ίδιο και συ: Δεν είναι ανάγκη να έρθεις σπίτι μου. Συ είσαι ο επουράνιος Θεός. Σε σένα υποτάσσονται τα πάντα. Πες μια κουβέντα και θα θεραπευτεί ο δούλος μου.

Εμείς έχουμε τέτοιο φρόνημα;

Και κάτι ακόμη. Τα λόγια «Κύριε, ουκ ειμί άξιος ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης», πρέπει να τα θυμόμαστε ιδιαίτερα τις ημέρες που πάμε να κοινωνήσουμε. Γιατί τότε, παίρνοντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, παίρνουμε τον ίδιο τον Χριστό μέσα μας. Στο σπίτι μας. Όχι σε κείνο που κατοικούμε, αλλά στο σπίτι της καρδιάς μας, που το έχουμε μολύνει με τις αμαρτίες μας, τις σωματικές και τις ψυχικές. Όταν λοιπόν πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε, πρέπει να λέμε ταπεινά:

«Προσέρχομαι Κύριε, ως ο ληστής, ως ο τελώνης, ως η πόρνη. Μολυσμένος είμαι. Δεν είμαι άξιος να μπεις Κύριε, κάτω από τη στέγη της ψυχής μου, γιατί την έχω μολύνει. Αλλά έλα Χριστέ μου, συ που είσαι η κάθαρση και ο αγιασμός για να με καθαρίσεις».

 

Και όμως, ήλθε

 

Ας θυμηθούμε μια ιστορία: Κάποια ευσεβής γυναίκα παρακαλούσε συνεχώς τον Χριστό:

-Έλα και σε μένα να σε υποδεχθώ. Βλέπεις Κύριε, ότι σε αγαπάω με όλη μου την καρδιά.

Απάντησε ο Χριστός:

-Θα έλθω αύριο να σε επισκεφθώ.

Η γυναίκα πέταξε από τη χαρά της και άρχισε να ετοιμάζει το σπίτι της, να υποδεχθεί τον Χριστό.

Ενώ ετοιμαζόταν, περνά ένας ζητιάνος, και της ζητά λίγο φαγητό.

-Δεν ευκαιρώ, είπε. Φύγε. Περιμένω επίσημο επισκέπτη.

Έφυγε ο φτωχός με άδεια τα χέρια.

Μετά από λίγο, πέρασε άλλος. Τον έδιωξε και αυτόν. Πού να της μείνει καιρός...

Προχωρούσε η μέρα και οι προετοιμασίες δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Νάσου και τρίτος φτωχός. Πού καιρός να τον βοηθήσει. Τον έδιωξε και αυτόν.

Βράδιασε και πουθενά ο Χριστός. Γεμάτη παράπονο, προσευχήθηκε:

-Κύριε, τι συμβαίνει; Γιατί με περιφρόνησες;

Απάντησε ο Χριστός:

-Ήρθα τρεις φορές και με έδιωξες.

-Μα πότε ήλθες Κύριε;

-Δεν διάβασες, της λέει, τι γράφει το Ευαγγέλιο; Αφού δεν δέχθηκες τους ελάχιστους αδελφούς μου, αυτούς που οι άνθρωποι θεωρούν τελευταία πλάσματα του Θεού, ταπεινά, καταφρονεμένα, παιδάκια στα χρόνια ή στα μυαλά, ούτε εμένα δέχθηκες.

«Ό,τι εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, σε μένα το κάνατε».

Μεγάλη βέβαια η συγγένεια που έχουμε με τους αδελφούς μας, που γεννήθηκαν από την ίδια μάνα. Συνδεόμαστε με αδιάσπαστο δεσμό.

Πόσο περισσότερο πρέπει να θεωρούμε αδελφούς μας, αυτούς που γεννήθηκαν όπως και εμείς από την ίδια πνευματική μάνα, την κολυμβήθρα. Που έλαβαν το ίδιο Άγιο Πνεύμα. Που κοινωνούμε από το ίδιο άγιο Ποτήριο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Υπάρχει μεγαλύτερη συγγένεια;

Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, πόσο μεγάλη υποχρέωση έχουμε να τους αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση, αγάπη, καλωσύνη; Να τους δείχνουμε συμπόνια στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Αν το κάνουμε, μοιάζουμε στον εκατόνταρχο. Δεχόμαστε στο σπίτι της ψυχής μας τον Χριστό.

 

Χτίζεται η πίστη

 

Θαύμασε ο Κύριος την ομολογία του εκατοντάρχου και είπε: «Ποτέ δεν βρήκα στους Ισραηλίτες τόση πίστη».

Τι σημαίνουν τούτα τα λόγια;

Σημαίνουν ότι η πίστη, δεν είναι σαν το χρώμα των ματιών μας, που το αποκτήσαμε με τη γέννησή μας και δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Ούτε σαν τα ωραία χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε από γεννησιμιού μας. Η πίστη είναι κάτι που εσύ θα το φτειάξεις. Δεν κάνει να λέμε, αυτός έχει πίστη, εγώ δεν έτυχε να έχω και γι’ αυτό δεν πιστεύω τίποτε.

Έχεις χρέος να καλλιεργήσεις την πίστη. Να την θρέψεις. Να γνωρίσεις τον Χριστό. Να κάνεις την πίστη σου μέρα με τη μέρα βαθύτερη.

Διαφορετικά, δεν θα έφταιγε κανείς. Όλοι θα έπρεπε να πάνε στον Παράδεισο.

Η πίστη είναι σαν το νερό στο πηγάδι. Άμα θέλεις, βγάζεις και πίνεις. Δηλαδή:

Άμα θέλεις, βγάζεις από την τσέπη σου και κάνεις ελεημοσύνη.

Άμα θέλεις, κουράζεσαι για την αγάπη του άλλου.

Και άμα θέλεις, τον αφήνεις να πεθάνει και αδιαφορείς.

Από σένα εξαρτάται η αγάπη και η καλωσύνη.

Από σένα εξαρτάται τι λόγια θα πεις...

Από σένα εξαρτάται αν θα κάνεις την πίστη σου όμοια με του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, για να είσαι μαζί τους στην Βασιλεία του Θεού.

Γι’ αυτό θα συμβεί, αυτοί που ήταν φυσικοί κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, που ήταν απόγονοι του Αβραάμ κατά σάρκα, θα λέγαμε σήμερα χριστιανοί βαπτισμένοι, επειδή δεν αγωνίστηκαν να καλλιεργήσουν την πίστη τους με την εργασία των εντολών, να εκβληθούν στο σκότος το εξώτερο. Φοβερό και να το διανοηθεί κανείς.

 

Προσευχή για μας και τους άλλους

 

Είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο:

- Πήγαινε. Όπως πίστευσες, έτσι θα γίνει. Και θεραπεύτηκε ο υπηρέτης του αυτοστιγμεί.

Όταν πιστεύουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, θεραπεύεται η ψυχή μας. Θα προσθέσουμε: θεραπεύονται και οι ψυχές των δικών μας.

Χρέος μας, να επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τον εαυτό μας και τους άλλους. Για ζώντες και κεκοιμημένους.

Είθε να δίνει σε όλους μας ο Κύριος, αληθινή και αιώνια ζωή. Αμήν.-