Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές»
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου .
ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ

Παράλληλα, η γιορτή της Καταθέσεως της Αγίας Ζώνης της Θεοτόκου στις τριανταμία, τον επισφραγίζει. Έτσι, ολόκληρο τον Αύγουστο, η παρουσία της Μεγάλης Μάνας του Χριστού και των Χριστιανών γλυκαίνει τις ψυχές μας!
Γιορτάζοντας τη Κοίμηση της Θεοτόκου, ουσιαστικά γιορτάζουμε τη νίκη της ζωής ενάντια στο θάνατο. Δεν γιορτάζουμε τον θάνατο της Παναγίας, αλλά την αγία Κοίμηση της και τη Μετάστασή της στους ουρανούς! Ο τάφος της Παναγίας είναι κενός. Άδειος!
Έτσι, έχει πολύ δίκιο ο χριστώνυμος λαός της Ελλάδας να ονομάζει το Δεκαπενταύγουστο «Πάσχα του καλοκαιριού» και να πανηγυρίζει χαρούμενα σε πόλεις και σε χωριά, όπου η ευσέβειά του έστησε «στης Πανάγιας τη Χάρη, προσκυνητάρια κι εκκλησιές και λαύρες κι εξωκκλήσια», όπως θάλεγε ο ποιητής.
Και δεν είναι μόνο στη Μεγαλόχαρη της Τήνου το κέντρο του εορτασμού, όπου τα θαύματα διαδέχονται αλυσιδωτά το ένα το άλλο, έτσι για να δείχνεται τρανότερα η αγάπη της Παρθένου για τον άνθρωπο και να βουβαίνονται τα στόματα των άπιστων και ορθολογιστών. μα και στην Παναγιά τη Σουμελά στη Βέροια, στην Αγιάσο της Λέσβου, στην Εκατονταπυλιανή της Πάρου, στ’ Αγιονόρος και μάλιστα στο μεγαλόπρεπο Μοναστήρι των Ιβήρων με την Πορταΐτισσα, στη Σκριπού του Ορχομενού, στη Μαλεβή και στήν Έλωνα του Μωριά, στο Όρος των Αμώμων στην Πεντέλη, στη Μολυβδοσκέπαστη της Ηπείρου, και όπου αλλού… Χώρα Θεομητοροσκέπαστη και Παρθενοευλογημένη είναι η Ελλάδα!..
[…]Νιώθουμε στη γιορτή της Αειπάρθενης πιο γλυκό το χάδι από το χρυσοφτέρουγο χέρι Της στις ψυχές μας! Πιο ζεστή την ανάσα της στοργής Της! Πιο τρυφερό το μητρικό φιλί Της! Πιο παραμυθητική την παρουσία Της! Οι πικρές ώρες μας παρηγορούνται! Η μοναξιά μας ξεπερνιέται! Γλυκαίνονται τα χείλη μας!
Ο δρόμος μας φωτίζεται! Γεμίζει νόημα η ζωή μας!… Ακούμε το ολόγλυκο τροπάρι της: «Εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε…» και τα μάτια μας υγραίνονται! Προσκυνούμε το άγιο εικόνισμά Της και ριγούμε!
Της ανάβουμε κερί και λειώνουν οι πάγοι της καρδίας μας! Της ψιθυρίζουμε λόγια προσευχής και νιώθουμε στα βάθη της ύπαρξής μας πως ναι, ετούτη η σταυροχεριασμένη απάνω στο ζωαρχικό της νεκροκρέβατο, η Αρχοντοδέσποινα που γλυκοσωπαίνει, η Μάνα του Θεού η Μεγαλόχαρη, ακούει τη φωνή της δεήσεώς μας μ’ ευμένεια, και κινούνται τα σπλάγχνα Της σε έλεος, σε σκέπη, σε βοήθεια, σε μεσιτεία ολόθερμη προς τον φιλάνθρωπο Θεό! Για μας τους τσακισμένους απ’ την αμαρτία! Τους ανάξιους!
Τους ανεμοδαρμένους και καραβοτσακισμένους μέσα στη θύελλα του δίψυχου και διπλοπρόσωπου κόσμου! Για μας τους ξένους! Τους ανέλπιδους! Τους διψασμένους για κατανόηση κι αγάπη αληθινή!..
Πρόφτασε, Μάνα ακοίμητη, στης Κοίμησης σου τη γιορτή, κι επάκουσε Γοργοεπήκοε, παρηγόρησε Παρηγορήτισσα, ελέησε Ελεούσα, γιάτρεψε Γιάτρισσα, λύσε τους πόνους Πονολύτρα, λευτέρωσέ μας απ’ τα πάθη μας Ελευθερώτρια, φανέρωσε τη δόξα Σου Φανερωμένη, σε δρόμο οδήγησε μας σωτηρίας, ω Οδηγήτρια!…
του Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 19 Ἰουλίου 2026, Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου
(Ματθ. ε΄ 14-19)
14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
14 Ἐσεῖς εἶστε τό φῶς τοῦ κόσμου, διότι ἔχετε προορισμό μέ τό φωτεινό σας παράδειγμα καί μέ τά λόγια σας πού μεταδίδουν τό φῶς τῆς ἀλήθειας νά φωτίζετε τούς ἀνθρώπους πού βρίσκονται στό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης. Μιά πόλη πού βρίσκεται πάνω σέ βουνό δέν εἶναι δυνατόν νά κρυφτεῖ. Ἔτσι καί ἡ δική σας ζωή θά γίνεται ἀντιληπτή ἀπ’ ὅλους. 15 Οὔτε οἱ ἄνθρωποι ἀνάβουν λυχνάρι γιά νά τό βάλουν κάτω ἀπ’ τόν κάδο μέ τόν ὁποῖο μετροῦν τό σιτάρι. Ἀλλά τό τοποθετοῦν πάνω στό λυχνοστάτη κι ἔτσι φωτίζει μέ τή λάμψη του ὅλους ὅσους εἶναι μέσα στό σπίτι. 16 Ἔτσι σάν λυχνάρι πού εἶναι σωστά τοποθετημένο ἄς λάμψει τό φῶς τῆς ἀρετῆς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους· γιά νά δοῦν τά καλά σας ἔργα καί νά δοξάσουν γιά τά ἐνάρετα καί ἅγια παιδιά του τόν Πατέρα σας, ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαια παρών παντοῦ, ἀλλά κυρίως φανερώνει τήν παρουσία του στούς οὐρανούς. 17 Μή νομίσετε ὅτι ἦλθα γιά νά καταργήσω καί ν’ ἀκυρώσω τόν ἠθικό νόμο τοῦ Μωυσῆ ἤ τήν ἠθική διδασκαλία τῶν προφητῶν. Δέν ἦλθα νά τά καταργήσω αὐτά, ἀλλά νά τά συμπληρώσω καί νά σᾶς τά παραδώσω τέλεια. 18 Διότι ἀληθινά σᾶς λέω καί μέ κάθε ἐπισημότητα σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ὅσο παραμένει καί δέν καταστρέφεται ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, οὔτε ἕνα γιῶτα ἤ ἕνα κόμμα, οὔτε δηλαδή ἡ πιό μικρή ἀπό τίς ἐντολές δέν θά παραπέσει ἀπό τό Νόμο καί δέν θά χάσει τό κύρος της, μέχρι νά ἐπαληθευθοῦν καί νά ἐκπληρωθοῦν ὅλα ὅσα διατάζει ὁ Νόμος· καί θά ἐκπληρωθοῦν μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μου ὅσα λέχθηκαν προφητικῶς, ἀλλά καί μέ τή ζωή τῶν γνήσιων μαθητῶν μου, οἱ ὁποῖοι θά τηροῦν ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Νόμου μέ ἀκρίβεια. 19 Ἀφοῦ λοιπόν οἱ ἐντολές ἔχουν κύρος καί ἰσχύ ἀκα-τάλυτη, ὁποιοσδήποτε παραβεῖ μία κι ἀπό ἐκεῖνες ἀκόμη τίς ἐντολές μου πού φαίνονται πολύ μικρές καί διδάξει ἔτσι τούς ἀνθρώπους, νά τίς θεωροῦν δηλαδή μικρές κι ἀσήμαντες, θά κηρυχθεῖ ἐλάχιστος καί τελευταῖος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά ἐφαρμόσει ὅλες ἀνεξαιρέτως τίς ἐντολές καί θά διδάξει καί τούς ἄλλους νά τίς τηροῦν, αὐτός θά ἀνακηρυχθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι αὐτές λοιπόν τίς ἐντολές πού οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι παραμερίζουν μέ τίς ἀνθρώπινες παραδόσεις τους, πρέπει νά τίς προσέχετε καί νά τίς ἐφαρμόζετε.
Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης γεννήθηκε ἀπὸ εὐλαβεῖς γονεῖς, τὸν Πρόδρομο καὶ τὴν Εὐλαμπία Ἐνζεπίδη, στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὴ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρώα γῆ γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Στὴ βάπτισή του, ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης, ὁ πλήρης ἡμερῶν καὶ ἁγιότητος βίου κοσμούμενος ἱερέας τῶν Φαράσων, τὸν ὀνόμασε Ἀρσένιο, «γιὰ νὰ τὸν ἀφήσει καλόγερο στὸ πόδι του», ὅπως χαρακτηριστικὰ εἶπε.
Στὴν Ἑλλάδα, ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε στὴν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ὅπου ὁ ἴδιος πέρασε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος μὲ τὶς διηγήσεις γιὰ τὸ θαυμαστὸ βίο τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ἔλεγε ὅτι θὰ γίνει μοναχὸς ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν πέντε ἐτῶν! Καὶ ἀφοῦ ἔμαθε νὰ διαβάζει, ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία ὑπῆρξε ἡ ἀνάγνωση τῶν βίων τῶν Ἁγίων, τῶν ὁποίων ἐμιμεῖτο τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες μὲ θερμὸ ζῆλο.
Μετὰ ἀπὸ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του δὲ θέλησε νὰ συνεχίσει στὰ γράμματα, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μιμηθεῖ τὸ Χριστὸ καὶ μαθήτευσε στὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, τὴν ὁποία ἄσκησε μὲ ἐπιμέλεια καὶ δεξιοσύνη. Στὴν ἡλικία τῶν 15 ἐτῶν ἀξιώθηκε τῆς θέας τοῦ Κυρίου, γιὰ ἕνα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἀπέκρουσε μία δαιμονικὴ προσβολὴ τοῦ πειρασμοῦ τῆς ἀπιστίας. Ἀπὸ τότε φούντωσε μέσα του ἀκόμη περισσότερο ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ πόθος γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωή.
Ἀκολούθησαν καιροὶ ταραχῆς καὶ ἀναστάτωσης γιὰ τὴν Ἑλλάδα, λόγω τῆς ξένης Κατοχῆς καὶ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ὁ Ὅσιος ὅμως, τόσο ὡς πολίτης ὅσο καὶ ὡς στρατιώτης κατὰ τὴ θητεία του (1945-1949), ἐπέδειξε ἀπαράμιλλο θάρρος καὶ αὐτοθυσία. Ἦταν πρόθυμος νὰ δώσει κάθε στιγμὴ καὶ τὴ ζωή του ἀκόμα γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἄλλων. Εὑρισκόμενος μάλιστα συχνὰ μέσα στὸν καταιγισμὸ τῶν φονικῶν πυρῶν, συνέβη νὰ σώσει μὲ τὶς θερμὲς προσευχές του πολλοὺς στρατιῶτες, ἀλλὰ νὰ σωθεῖ καὶ ὁ ἴδιος μὲ τρόπο θαυμαστό.
Ἐπειδὴ τὸ μεγαλύτερο διάστημα τῆς στρατιωτικῆς του θητείας τὸ ὑπηρέτησε μὲ τὴν εἰδικότητα τοῦ ἀσυρματιστῆ, πολλὲς ἐκδόσεις ἀφιερωμένες στὴ ζωὴ τοῦ Γέροντα τὸν ἀναφέρουν ὡς «Ἀσυρματιστὴ τοῦ Θεοῦ». Μάλιστα, ὁ Γέροντας φέροντας ὡς παράδειγμα τὴν εἰδικότητά του στὸν στρατό, ἀπάντησε σὲ κάποιον ποὺ ἀμφισβητοῦσε τὴ χρησιμότητα τῆς μοναχικῆς ζωῆς ὅτι οἱ μοναχοὶ εἶναι «ἀσυρματιστὲς τοῦ Θεοῦ», ἐννοώντας τὴν θερμή τους προσευχὴ καὶ τὴν ἔγνοια τους γιὰ τὴν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα.
Ὕστερα καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιπέτειες, θέλησε νὰ καταταγεῖ στὸ ἀγγελικὸ τάγμα τῶν μοναχῶν, μὲ τὰ φτερὰ ποὺ δίνει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ἔτσι, μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζητώντας ἕναν ὁδηγὸ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς κατὰ Θεὸν ἡσυχίας. Δὲν κατάφερε ὅμως νὰ ἐκπληρώσει ἀμέσως τὸν πόθο του. Παράλληλα, οἱ δικοί του βρέθηκαν τὴν ἴδια περίοδο σὲ μεγάλη οἰκονομικὴ δυσκολία, ὁπότε τὸν κάλεσαν νὰ τοὺς βοηθήσει. Ἔτσι, ἐπέστρεψε στὴν Κόνιτσα καὶ ἐργάστηκε ὡς μαραγκός. Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὅμως (1953), σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν πλέον, ἐγκατέλειψε τὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία.
Ἀφοῦ περιῆλθε σκῆτες καὶ καλύβες, ἀκολούθησε τελικὰ τὴ συμβουλὴ ἑνὸς σεβάσμιου γέροντα καὶ ἐντάχθηκε στὴν ἀδελφότητα τῆς Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, γνωστῆς τότε γιὰ τὴν αὐστηρή της τάξη. Ἐκεῖ ἔζησε μέσα στὴν ὁλοτελῆ ὑπακοὴ καὶ ἐπιδόθηκε σὲ ὑπέρμετρη ἄσκηση, ὑπερβάλλοντας σὲ κόπους γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν του. Ἔτσι, στὶς 27 Μαρτίου 1954 ἐκάρη μοναχός. Ἔλαβε ρασοευχὴ καὶ τὸ ὄνομα Ἀβέρκιος. Ἔχοντας ὅμως ἄσβεστο μέσα του τὸν πόθο γιὰ τὸν ἠσύχιο καὶ ἀπράγμονα βίο, πῆρε τὴν εὐλογία τοῦ Ἡγουμένου καὶ πῆγε νὰ μονάσει στὴν Ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου, ποὺ ἦταν τότε σὲ κατάσταση ἰδιόρρυθμη. Ἐκεῖ προετοιμάστηκε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἐρημίτη, κάτω ἀπὸ τὴν καθοδήγηση ἑνὸς διακριτικοῦ καὶ σοφοῦ γέροντα, τοῦ γέροντα Συμεών. Στὶς 12 Μαρτίου 1956, ἐκάρη μικροσχημος μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα «Παΐσιος», χάρη στὸ Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τὸν β´, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ συμπατριώτης του.
Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958, ὑπακούοντας σὲ θεία βουλή, δὲν ἐγκαταστάθηκε στὴν ἔρημο, γιὰ τὴν ὁποία προετοιμαζόταν, ἀλλὰ στὴν κατεστραμμένη Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Στομίου, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν Κόνιτσα. Σὲ αὐτὴν ἔζησε τέσσερα χρόνια, ζωντας ἰσάγγελο βίο, παλεύοντας μὲ τοὺς πειρασμούς, εὐεργετώντας τοὺς ἀνθρώπους τῆς περιοχῆς, σώζοντας πολλοὺς ἀπὸ τὶς διδασκαλίες τῶν προτεσταντικῶν ὁμάδων ποὺ δροῦσαν ἐκεῖ, καὶ ἀνακαινίζοντας μὲ πολὺ μόχθο τὸ Μοναστήρι.
Τo 1962, ὅταν καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔργο τῆς ἀνακαίνισης καὶ ὁ κίνδυνος ἀπὸ τὶς ἑτερόδοξες ὁμάδες ἐξέλιπε, ὁ Ὅσιος παρακαλοῦσε μέσα στοὺς πειρασμούς, ποὺ καθημερινὰ τὸν πολιορκοῦσαν, θερμὰ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δείξει τὸ δρόμο ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσει. Ἔτσι, δέχθηκε ὡς θεόσταλτη τὴν πρόσκληση κάποιου ἱεροδιακόνου νὰ τὸν συνοδεύσει στὸ θεοβάδιστο Ὅρος τοῦ Σινᾶ. Πάνω σε κεῖνον τὸν ἄνυδρο καὶ ξερὸ τόπο, στὸ κελὶ τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ἔζησε ἐπιτέλους αὐτὸ ποὺ χρόνια ποθοῦσε, τὴν πρὸς Θεὸν μόνωση.
Ἀγωνιζόμενος μὲ πολλὴ ταπείνωση, διαρκῆ νηστεία, ἀκατάπαυστη ἀγρυπνία καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε νὰ ὑπερνικήσει τὶς παγίδες τοῦ μισόκαλου ἐχθροῦ, καὶ νὰ ἀπολαύσει τὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεό. Γεμάτος ἀπὸ τὴ χάρη τῆς θείας παρακλήσεως, ἀπολάμβανε τὴν κατὰ Θεὸν εὐφρόσυνη μέσα στὸ καμίνι τῆς ἀπαράκλητης ἐρήμου. Ἔγινε μάλιστα ἰδιαίτερα ἀγαπητὸς στοὺς Βεδουΐνους, δίνοντάς τους τρόφιμα μὲ χρήματα ἀπὸ τὴν πώληση στοὺς προσκυνητὲς ξύλινων σταυρῶν ποὺ ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος.
Δὲν θὰ ὑπῆρχε, ἔτσι, κανένας λόγος νὰ ἐγκαταλείψει τὸ στάδιο ἐκεῖνο τῆς ἀρετῆς, ἐὰν – φεῦ! – δὲν ἐνέσκηπτε ἡ σωματικὴ ἀσθένεια ἀπὸ τὸ τραχὺ κλίμα, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε νὰ ἐπιστρέψει στὴν κατὰ σάρκα πατρίδα του. Ἐπανερχόμενος στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸ 1964, δὲν ἐλάττωσε τὸ πλῆθος τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων του, παρὰ τὴν καταβολὴ τοῦ σώματος, καθὼς στὸ πνεῦμα διατηροῦσε τὴν πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπὸν ὡς ξένος καὶ παρεπίδημος στὴ γῆ, ἔφτασε νὰ γίνει πολίτης τοῦ οὐρανοῦ.
Ἔχοντας, συνεπῶς, τὴν πράξη ὡς τὴν «ἐπίβασιν» τῆς θεωρίας, ἔφτασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα καὶ ἔγινε κοινωνὸς θείων μυστηρίων. Ἐντρύφησε ἔτσι καὶ στὴν ὡραιότητα τοῦ Κυρίου, ἐνῶ ἐπιπλέον ἔτυχε καὶ τῆς Θεομητορικῆς εὐλογίας. Συνομίλησε μὲ ἁγίους ποὺ ἐμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε τὴν ὅραση τοῦ Ἄγγελου Φύλακά του, ἄκουσε ἀγγελικοὺς ὕμνους καὶ καταυγάσθηκε ἀπὸ τὸ οὐράνιο φῶς.
Τὸ 1966 ἀσθένησε σοβαρὰ καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδας (Νοσοκομεῖο Παπανικολάου). Ὑποβλήθηκε σὲ ἐγχείρηση, μὲ ἀποτέλεσμα μερικὴ ἀφαίρεση τῶν πνευμόνων. Στὸ διάστημα μέχρι νὰ ἀναρρώσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιον Ὄρος φιλοξενήθηκε στὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴ Σουρωτή. Ἐπέστρεψε στὸ Ἅγιον Ὄρος μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του καὶ τὸ 1967 μετακινήθηκε στὰ Κατουνάκια, καὶ συγκεκριμένα στὸ Λαυρεώτικο κελὶ τοῦ Ὑπατίου (Βλάχικα).
Στὶς 12 Αὐγούστου 1968 ὁ Ὅσιος Παΐσιος, εἰσῆλθε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα καὶ μόνασε στὸ κελὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Τὸ 1979 ἀφήνει τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἀναζητώντας κελὶ πηγαίνει στὴν ἐγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἐργάστηκε σκληρὰ γιὰ νὰ δημιουργήσει ἕνα κελὶ μὲ «ὁμόλογο», ὅπου καὶ ἔμεινε μέχρι καὶ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐγκαταστάθηκε στὴν Παναγούδα πλῆθος λαοῦ τὸν ἐπισκεπτόταν. Ἦταν μάλιστα τόσο τὸ πλῆθος, ὥστε νὰ ὑπάρχουν καὶ εἰδικὲς σημάνσεις ποὺ ἐπεσήμαναν τὸν δρόμο πρὸς τὸ κελί του, ὥστε νὰ μὴν ἐνοχλοῦν οἱ ἐπισκέπτες τοὺς ὑπολοίπους μοναχούς. Ἐπίσης δεχόταν πάρα πολλὲς ἐπιστολές. Ὅπως ἔλεγε ὁ γέροντας στενοχωρεῖτο πολύ, γιατὶ ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς μάθαινε μόνο γιὰ διαζύγια καὶ ἀσθένειες ψυχικὲς ἢ σωματικές. Παρὰ τὸ βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε τὴν ἔντονη ἀσκητικὴ ζωή, σὲ σημεῖο νὰ ξεκουράζεται ἐλάχιστα, δύο μὲ τρεῖς ὧρες τὴν ἡμέρα. Ἐξακολούθησε ὅμως νὰ δέχεται καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ βοηθήσει τοὺς ἐπισκέπτες. Συνήθιζε ἐπίσης νὰ φτιάχνει «σταμπωτὰ» εἰκονάκια τὰ ὁποῖα χάριζε στοὺς ἐπισκέπτες σὰν εὐλογία.
Σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν καθημερινὴ κούραση τοῦ γέροντος Παϊσίου ἔρχονται νὰ προστεθοῦν καὶ τὰ προβλήματα ὑγείας ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσαν. Τὰ τελευταῖα χρόνια της ζωῆς του οἱ πόνοι ἀπὸ τὶς διάφορες ἀρρώστιες ὅπως κολίτιδα, ἡ ὁποία τοῦ ἄφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν καρκίνο ποὺ τοῦ εἶχε διαγνωσθεῖ, γίνονταν ὅλο καὶ περισσότεροι. Παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ὅμως αὐτὸς ἦταν ἤρεμος καὶ ὑπέμενε χωρὶς νὰ διαμαρτύρεται καθόλου. Ἀντιθέτως συνέχιζε νὰ προσεύχεται γιὰ ὅλους.
Μετὰ τὸ 1993 παρουσίαζε αἱμορραγίες γιὰ τὶς ὁποῖες ἀρνοῦνταν νὰ νοσηλευτεῖ λέγοντας ὅτι «ὅλα θὰ βολευτοῦν μὲ τὸ χῶμα». Τὸν Νοέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους βγῆκε γιὰ τελευταία φορὰ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ πῆγε στὴ Σουρωτή, στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου (10 Νοεμβρίου). Ἐκεῖ ἔμεινε γιὰ λίγες ἡμέρες καὶ ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει, ἀσθένησε καὶ μεταφέρθηκε στὸ Θεαγένειο, ὅπου ἔγινε διάγνωση γιὰ ὄγκο στὸ παχὺ ἔντερο. Θεώρησε τὸν καρκίνο ἐκπλήρωση αἰτήματός του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ ὠφέλιμο γιὰ τὴν πνευματική του ὑγεία. Στὶς 4 Φεβρουαρίου τοῦ 1994 χειρουργήθηκε. Παρότι ἡ ἀσθένεια δὲν ἔπαυσε, ἀλλὰ παρουσίασε μεταστάσεις στοὺς πνεύμονες καὶ στὸ ἧπαρ, ὁ γέροντας ἀνακοίνωσε τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἅγιο Ὅρος στὶς 13 Ἰουνίου. Ὁ ὑψηλὸς πυρετὸς ὅμως καὶ ἡ δύσπνοια τὸν ἀνάγκασαν νὰ παραμείνει.
Στὸ τέλος τοῦ Ἰουνίου οἱ γιατροὶ τοῦ ἀνακοίνωσαν ὅτι τὰ περιθώρια ζωῆς τοῦ ἦταν δύο μὲ τρεῖς ἑβδομάδες τὸ πολύ. Τὴ Δευτέρα 11 Ἰουλίου (γιορτὴ τῆς Ἁγίας Εὐφημίας) κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ γονατιστὸς μπροστὰ στὸ κρεβάτι του. Τὶς τελευταῖες μέρες τῆς ζωῆς του ἀποφάσισε νὰ μὴν παίρνει φάρμακα ἢ παυσίπονα, παρὰ τοὺς φρικτοὺς πόνους τῆς ἀσθένειάς του. Κοιμήθηκε τὴν Τρίτη 12 Ἰουλίου 1994 καὶ ὥρα 11:00 καὶ ἐνταφιάστηκε στὸ Ἱερὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου στὴ Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης.
Τὴν Τρίτη, 13 Ἰανουαρίου 2015 συνῆλθε ἡ ἡ Ἁγία καὶ Ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολεως, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, καὶ ἀποφάσισε τὴν κατάταξη τοῦ Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Κήρυγμα στο Δρυόφυτο, στις 9/7/1995)
Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου
Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος πήγε στην Καπερναούμ. Εκεί τον συνάντησε ένας Εκατόνταρχος. Σαν να λέμε ο Διευθυντής της Αστυνομίας της πόλεως. Του είπε: «Διδάσκαλε, έχω τον υπηρέτη μου, άρρωστο. Θέλω κάτι να κάνω γι’ αυτόν. Είναι πολύ καλός άνθρωπος και δεν θέλω να χαθεί».
Απαντά ο Χριστός: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω».
Ας σταθούμε στα πρώτα λόγια του εκατοντάρχου: «Κύριε, έχω τον υπηρέτη μου άρρωστο».
Τι έκανε ο εκατόνταρχος; Πήγε και επικαλέστηκε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εμείς, τι ήλθαμε να κάνουμε στην Εκκλησία;
Μας άρεσε η ορθοστασία για δυό συνεχείς ώρες; Όχι! Όλοι ήλθαμε να επικαλεστούμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Είτε το έχουμε βαθιά στη συνείδησή μας, ξεκάθαρη τοποθέτηση, είτε είναι υποσυνείδητο και δεν το συναισθανόμαστε τόσο βαθιά, οπωσδήποτε όμως, όλοι μικροί και μεγάλοι, ήρθαμε να κάνουμε τον Σταυρό μας, μπροστά στην άχραντη εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και να Τον επικαλεστούμε. Να πούμε ένα «Κύριε ελέησον». Να Τον παρακαλέσουμε να μας ελεήσει.
Να παρακαλέσουμε την άχραντη Μητέρα Του, να πρεσβεύει για μας.
Πολλές φορές επικαλούμεθα τον Χριστό και δεν έχουμε την συναίσθηση ή τον φωτισμό ή τη γνώση να ξέρουμε τι σημαίνει: «επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού».
Λέγει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Κάθε άνθρωπος που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα σωθεί».
Ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες: μια φορά στη ζωή του μόνο να επικαλεστεί ο άνθρωπος με όλη του την καρδιά το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έχει τεράστια αξία.
Μια φορά τον επικαλέστηκε πάνω στο Σταυρό ο ληστής λέγοντάς του: «μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία σου». Και σώθηκε. Για φαντασθείτε, τι πλούτο συσσωρεύει για τον εαυτό του ο άνθρωπος που μπαίνει στην Εκκλησία και με την διάνοια, την καρδιά του και με τα χείλη του ψιθυριστά, επαναλαμβάνει: «Κύριε ελέησον». «Παράσχου Κύριε». Καθώς και τα άλλα ιερά άσματα.
Και. φυσικά, πρέπει να συνεχίζει και στο σπίτι του, την ίδια μέρα και σε άλλες ευκαιρίες, να επικαλείται το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με ταπείνωση, πίστη, ελπίδα.
Πόσο αδικούμε τον εαυτό μας, όταν κλείνουμε το στόμα μας, την στιγμή που πρέπει να επικαλούμεθα το όνομα του Χριστού, και το ανοίγουμε σε ανοησίες και κούφια λόγια;
Και τι χειρότερο, όταν το όργανο του αγιασμού μας - το στόμα μας - που μας αγιάζει με την προσευχή και τη δοξολογία του Θεού, το αφήνουμε να μας μολύνει με την αισχρολογία και την κατάκριση.
Καλό να αγωνίζεται κανείς να έχει τα απαραίτητα. Κατοικία, ρούχα, γη. Να έχει προκοπή, σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά είναι χίλιες φορές ανώτερο, να φροντίζει να έχει μέσα στο νου του, στο στόμα του και στην καρδιά του, το όνομα του Κυρίου. Γιατί όποιος επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.
Πού να ‘ρθεις Κύριε;
Είπε ο εκατόνταρχος: «Έλα Χριστέ μου να θεραπεύσεις τον υπηρέτη μου». Απάντησε ο Χριστός: «Θα ‘ρθω και θα τον θεραπεύσω».
Και ο εκατόνταρχος:
-Κύριε, πού να ‘ρθεις; Στο σπίτι μου; Δεν είμαι άξιος να μπεις μέσα. Εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος. Αλλά σαν αξιωματικός έχω στις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον καθένα: Πήγαινε εκεί, και πηγαίνει. Έλα εδώ, και έρχεται. Κάνε αυτό, και το κάνει. Δεν υπάρχει περίπτωση να με παρακούσει, επειδή τυχαίνει και είμαι προϊστάμενός του. Το ίδιο και συ: Δεν είναι ανάγκη να έρθεις σπίτι μου. Συ είσαι ο επουράνιος Θεός. Σε σένα υποτάσσονται τα πάντα. Πες μια κουβέντα και θα θεραπευτεί ο δούλος μου.
Εμείς έχουμε τέτοιο φρόνημα;
Και κάτι ακόμη. Τα λόγια «Κύριε, ουκ ειμί άξιος ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης», πρέπει να τα θυμόμαστε ιδιαίτερα τις ημέρες που πάμε να κοινωνήσουμε. Γιατί τότε, παίρνοντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, παίρνουμε τον ίδιο τον Χριστό μέσα μας. Στο σπίτι μας. Όχι σε κείνο που κατοικούμε, αλλά στο σπίτι της καρδιάς μας, που το έχουμε μολύνει με τις αμαρτίες μας, τις σωματικές και τις ψυχικές. Όταν λοιπόν πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε, πρέπει να λέμε ταπεινά:
«Προσέρχομαι Κύριε, ως ο ληστής, ως ο τελώνης, ως η πόρνη. Μολυσμένος είμαι. Δεν είμαι άξιος να μπεις Κύριε, κάτω από τη στέγη της ψυχής μου, γιατί την έχω μολύνει. Αλλά έλα Χριστέ μου, συ που είσαι η κάθαρση και ο αγιασμός για να με καθαρίσεις».
Και όμως, ήλθε
Ας θυμηθούμε μια ιστορία: Κάποια ευσεβής γυναίκα παρακαλούσε συνεχώς τον Χριστό:
-Έλα και σε μένα να σε υποδεχθώ. Βλέπεις Κύριε, ότι σε αγαπάω με όλη μου την καρδιά.
Απάντησε ο Χριστός:
-Θα έλθω αύριο να σε επισκεφθώ.
Η γυναίκα πέταξε από τη χαρά της και άρχισε να ετοιμάζει το σπίτι της, να υποδεχθεί τον Χριστό.
Ενώ ετοιμαζόταν, περνά ένας ζητιάνος, και της ζητά λίγο φαγητό.
-Δεν ευκαιρώ, είπε. Φύγε. Περιμένω επίσημο επισκέπτη.
Έφυγε ο φτωχός με άδεια τα χέρια.
Μετά από λίγο, πέρασε άλλος. Τον έδιωξε και αυτόν. Πού να της μείνει καιρός...
Προχωρούσε η μέρα και οι προετοιμασίες δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Νάσου και τρίτος φτωχός. Πού καιρός να τον βοηθήσει. Τον έδιωξε και αυτόν.
Βράδιασε και πουθενά ο Χριστός. Γεμάτη παράπονο, προσευχήθηκε:
-Κύριε, τι συμβαίνει; Γιατί με περιφρόνησες;
Απάντησε ο Χριστός:
-Ήρθα τρεις φορές και με έδιωξες.
-Μα πότε ήλθες Κύριε;
-Δεν διάβασες, της λέει, τι γράφει το Ευαγγέλιο; Αφού δεν δέχθηκες τους ελάχιστους αδελφούς μου, αυτούς που οι άνθρωποι θεωρούν τελευταία πλάσματα του Θεού, ταπεινά, καταφρονεμένα, παιδάκια στα χρόνια ή στα μυαλά, ούτε εμένα δέχθηκες.
«Ό,τι εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, σε μένα το κάνατε».
Μεγάλη βέβαια η συγγένεια που έχουμε με τους αδελφούς μας, που γεννήθηκαν από την ίδια μάνα. Συνδεόμαστε με αδιάσπαστο δεσμό.
Πόσο περισσότερο πρέπει να θεωρούμε αδελφούς μας, αυτούς που γεννήθηκαν όπως και εμείς από την ίδια πνευματική μάνα, την κολυμβήθρα. Που έλαβαν το ίδιο Άγιο Πνεύμα. Που κοινωνούμε από το ίδιο άγιο Ποτήριο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Υπάρχει μεγαλύτερη συγγένεια;
Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, πόσο μεγάλη υποχρέωση έχουμε να τους αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση, αγάπη, καλωσύνη; Να τους δείχνουμε συμπόνια στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αν το κάνουμε, μοιάζουμε στον εκατόνταρχο. Δεχόμαστε στο σπίτι της ψυχής μας τον Χριστό.
Χτίζεται η πίστη
Θαύμασε ο Κύριος την ομολογία του εκατοντάρχου και είπε: «Ποτέ δεν βρήκα στους Ισραηλίτες τόση πίστη».
Τι σημαίνουν τούτα τα λόγια;
Σημαίνουν ότι η πίστη, δεν είναι σαν το χρώμα των ματιών μας, που το αποκτήσαμε με τη γέννησή μας και δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Ούτε σαν τα ωραία χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε από γεννησιμιού μας. Η πίστη είναι κάτι που εσύ θα το φτειάξεις. Δεν κάνει να λέμε, αυτός έχει πίστη, εγώ δεν έτυχε να έχω και γι’ αυτό δεν πιστεύω τίποτε.
Έχεις χρέος να καλλιεργήσεις την πίστη. Να την θρέψεις. Να γνωρίσεις τον Χριστό. Να κάνεις την πίστη σου μέρα με τη μέρα βαθύτερη.
Διαφορετικά, δεν θα έφταιγε κανείς. Όλοι θα έπρεπε να πάνε στον Παράδεισο.
Η πίστη είναι σαν το νερό στο πηγάδι. Άμα θέλεις, βγάζεις και πίνεις. Δηλαδή:
Άμα θέλεις, βγάζεις από την τσέπη σου και κάνεις ελεημοσύνη.
Άμα θέλεις, κουράζεσαι για την αγάπη του άλλου.
Και άμα θέλεις, τον αφήνεις να πεθάνει και αδιαφορείς.
Από σένα εξαρτάται η αγάπη και η καλωσύνη.
Από σένα εξαρτάται τι λόγια θα πεις...
Από σένα εξαρτάται αν θα κάνεις την πίστη σου όμοια με του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, για να είσαι μαζί τους στην Βασιλεία του Θεού.
Γι’ αυτό θα συμβεί, αυτοί που ήταν φυσικοί κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, που ήταν απόγονοι του Αβραάμ κατά σάρκα, θα λέγαμε σήμερα χριστιανοί βαπτισμένοι, επειδή δεν αγωνίστηκαν να καλλιεργήσουν την πίστη τους με την εργασία των εντολών, να εκβληθούν στο σκότος το εξώτερο. Φοβερό και να το διανοηθεί κανείς.
Προσευχή για μας και τους άλλους
Είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο:
- Πήγαινε. Όπως πίστευσες, έτσι θα γίνει. Και θεραπεύτηκε ο υπηρέτης του αυτοστιγμεί.
Όταν πιστεύουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, θεραπεύεται η ψυχή μας. Θα προσθέσουμε: θεραπεύονται και οι ψυχές των δικών μας.
Χρέος μας, να επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τον εαυτό μας και τους άλλους. Για ζώντες και κεκοιμημένους.
Είθε να δίνει σε όλους μας ο Κύριος, αληθινή και αιώνια ζωή. Αμήν.-