Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ.

 Η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου

https://www.orthodoxianewsagency.gr/orthodoxes-provoles/i-paravoli-tou-telonou-kai-farisaiou/

Κυριακή ΙΣΤ’ Λουκά (Τελώνου και Φαρισαίου), Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. ιη΄ 10-14

Πρωτότυπο Κείμενο

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολήν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

Νεοελληνική Απόδοση

Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά κι έκανε την εξής προσευχή σχετικά με τον εαυτό του: «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά μου». Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: «Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό». Σας βεβαιώνω πως αυτός έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο άλλος όχι· γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί».

Σχολιασμός

Η ευαγγελική περικοπή του Τελώνου και Φαρισαίου μας εισάγει στην περίοδο του Τριωδίου. Η περίοδος αυτή ξεκινά από τη συγκεκριμένη Κυριακή και περιλαμβάνει τις τρεις εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τις έξι εβδομάδες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ως το Σάββατο του Λαζάρου, την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Στην περίοδο αυτή η Εκκλησία μας καλεί να ακολουθήσουμε πνευματική πορεία η οποία θα μας οδηγήσει στην Ανάσταση του Κυρίου.

Η πρώτη λοιπόν Κυριακή του Τριωδίου, όπως αναφέραμε είναι αφιερωμένη στην άκρως διδακτική παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, την οποία ο Ιησούς διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει τη θεοφιλή αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την εωσφορική έπαρση.

Οι Φαρισαίοι όπως ξέρουμε, ήταν άνθρωποι γενάτοι εγωϊσμό και υπερηφάνεια. Πίστευαν στον εαυτό τους και μάλιστα νόμιζαν πως μόνο αυτοί ήταν δίκαιοι και άγιοι. Περιφρονούσαν τους άλλους ανθρώπους γιατί τους έβλεπαν όλους αμαρτωλούς. Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπήρχαν μόνο τότε αλλά υπάρχουν και σήμερα. Η τάξη λοιπόν των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Τον βλέπουμε στην παραβολή να αναφέρει τα καλά έργα του και μάλιστα περισσότερα από εκείνα που ζητούσε ο Μωσαϊκός Νόμος. Αυτός λοιπόν ήταν ο Φαρισαίους που θεωρούσε τον εαυτό του ευσεβή και δίκαιο και προσευχόταν δυνατά με εγωισμό και υπεροψία.

Αντίθετα τώρα την τάξη των Τελώνων την θεωρούσαν την προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας. Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και δικαιολογημένα ο κόσμος ήταν δυσαρεστημένος μαζί τους. Ο τελώνης λοιπόν, προσευχόταν και αυτός αλλά με ταπείνωση και συντριβή ζητούσε συγχώρεση και όχι επιβράβευση από το Θεό. Βρίσκεται στην άκρη του Ναού με σκυμμένο κεφάλι και χτυπώντας το στήθος του ζητά συγχώρεση. Συναισθάνεται τη δεινή του θέση και ζητά το έλεος του Θεού και όπως ήταν φυσικό η προσευχή του γίνεται δεκτή από το Θεό, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο ο οποίος μάζεψε περισσότερο κρίμα για τον εαυτό του εξαιτίας του εγωισμού του. Μια άλλη μορφή ταπεινώσεως είναι και η αυτομεμψία, την οποία βλέπουμε στον Τελώνη. Μεμφόμαστε τον εαυτό μας για τα αμαρτήματα που διαπράξαμε. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο δεν υπάρχει καλύτερο φάρμακο για τη συγχώρεση των αμαρτιών μας από το να τις θυμόμαστε συνέχεια και να κατηγορούμε τον εαυτό μας για αυτές.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή για να συνειδητοποιήσουμε πως η υπερηφάνεια και ο εγωισμός είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας που μας οδηγεί η εγωπάθεια. Είναι το χειρότερο εμπόδιο για τη σωτηρία μας. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια, εμποδίζει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας και τη διάθεση για μετάνοια. Εγωισμός και μετάνοια είναι δύο έννοιες τελείως αντίθετες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία αναιρεί την άλλη. Οι πύλες της ψυχής του εγωπαθούς ανθρώπου είναι ερμητικά κλειστές για τη θεία χάρη και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η σωτηρία του, όσο εμμένει στην εγωιστική του περιχάραξη. Όπως αναφέραμε, η υπερηφάνεια και ο εγωισμός είναι καταστάσεις δαιμονικές. Πρώτος διδάξας ο εωσφόρος, ο οποίος δε μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο από το Θεό και δημιουργό του και γι αυτό διανοήθηκε να στήσει το θρόνο του πάνω από το θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τη δόξα και την τιμή που του είχε χαριστεί από το Θεό. Αυτό θέλησε να μεταδώσει και στον άνθρωπο αφού έπεισε τους πρωτόπλαστους, ότι δήθεν ήταν ικανοί από μόνοι τους να γίνουν θεοί συμπαρασύροντάς τους στη δική του δίνη και καταστροφή.

Ο κίνδυνος που διατρέχουμε να αισθανόμαστε κάπως ανώτεροι από τους άλλους, όπως ο Φαρισαίος, είναι μεγάλος. Στην υπέροχη και διδακτική υμνωδία της ημέρας αυτής ψάλλουμε: « Υψηγορίαν φύγωμεν Φαρισαίου κακίστην, ταπείνωσιν δε μάθωμεν του Τελώνου αρίστην, ιν΄ υψωθώμεν βοώντες τω Θεώ συν εκείνω˙ ιλάσθητι τοις δούλοις Σου, ο τεχθείς εκ Παρθένου, Χριστέ Σωτήρ, εκουσίως» και « μη προσευξόμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί· ο γαρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται˙ ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού, τελωνικώς δια νηστείας κράζοντες· Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός τοις αμαρτωλοίς».

Η παραβολή αυτή αποτελεί επίσης για μας μια αφορμή ώστε να εξετάσουμε και εμείς στη ζωή μας πιο είναι το περιεχόμενο της προσευχής που απευθύνουμε προς το Θεό. Έχει η προσευχή μας συναίσθηση της αμαρτωλότητας μας η αποτελεί μια εξύμνηση του εαυτού μας; Πρέπει να έχουμε συναίσθηση της αμαρτωλότητας μας και να ζητάμε το έλεος του Θεού όπως έκανε ο Τελώνης που έλεγε « ο Θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ»

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ






ΟΆγιος Γρηγόριος είναι όχι μόνο ένας μεγάλος πατέρας και διδάσκαλος της Εκκλησίας, αλλά και ο επιφανέστερος θεολόγος της μετά τον απόστολο και ευαγγελιστή Ιωάννη.
     Γεννημένος μεταξύ 326 και 329 στην Αριανζό, κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, από εύπορους γονείς, απέκτησε μεγάλη κλασική και θεολογική μόρφωση. Μαζί με το συμφοιτητή και φίλο του άγιο Βασίλειο τον Μέγα, αρχιεπίσκοπο Καισαρείας της Καππαδοκίας, και τον άγιο Γρηγόριο, επίσκοπο Νύσσης, ανήκει στους «μεγάλους Καππαδόκες». Από τον πατέρα του, Γρηγόριο επίσης, επίσκοπο Ναζιανζού, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και από τον άγιο Βασίλειο επίσκοπος Σασίμων. Πάντως, φύση μοναχική καθώς ήταν, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη μόνωση, την ησυχία και την άσκηση.
            Το 379 κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, για ν’ αντιμετωπίσει την αίρεση του αρειανισμού. Με κέντρο τον μικρό ναό της Αναστάσεως, κατήχησε, δίδαξε, εκφώνησε τους περίφημους λόγους του για τη θεότητα του Υιού, που του εξασφάλισαν το χαρακτηρισμό του Θεολόγου, και αναζωπύρωσε την Ορθοδοξία, μολονότι αντιμετώπισε τη βίαιη αντίδραση των αρειανών. Αφού χρημάτισε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως για μικρό χρονικό διάστημα (Νοέμβριος 380 – Ιούνιος 381), παραιτήθηκε από το θρόνο και αποσύρθηκε στη γενέτειρά του, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή και την καταπολέμηση των αιρετικών απολλιναριστών ως την κοίμησή του, το 390.
            Ως συγγραφέας ο άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζεται από θεολογικό βάθος, έντονη ποιητικότητα, ρητορική δεινότητα και βαθειά γνώση του αττικού λόγου. Η παράδοση, στην οποία στηρίζεται, αποτελεί συνάρτηση της αλεξανδρινής σχολής και της θεολογίας των αγίων Ιγνατίου του Θεοφόρου, Ειρηναίου Λυώνος και Αθανασίου του Μεγάλου. Θεολόγησε κυρίως για τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, τη σχέση  Τους και τον τρόπο υπάρξεώς Τους. Οι απαντήσεις του στα τριαδολογικά, πνευματολογικά και χριστολογικά προβλήματα διατύπωσαν κατά τον πιο έγκυρο τρόπο την πίστη και την παράδοση της Εκκλησίας.
            Τα κείμενά του, όσα διασώθηκαν, διακρίνονται σε επιστολές (246), έπη θεολογικά και ιστορικά (τουλάχιστον 396) και λόγους (43). Οι λόγοι αποτελούν τα ύψιστα δημιουργήματά του, τόσο από θεολογική όσο και από λογοτεχνική άποψη, και διαιρούνται σε δογματικούς, απολογητικούς, εόρτιους, εγκωμιαστικούς-επιτάφιους και ηθικολογικούς-κοινωνικούς. Ένας από τους τελευταίους είναι και ο λόγος «Περί φιλοπτωχίας», ανθολόγηση του οποίου ακολουθεί σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση.
            Στο λόγο αυτό, που εκφωνήθηκε πιθανότατα στην Καισάρεια γύρω στο 370, ο ιερός συγγραφέας, με απαράμιλλη ρητορική δύναμη, ποικίλα εκφραστικά σχήματα, λεπτές γλωσσικές αποχρώσεις και ζωηρές εικόνες, κατορθώνει να συναρπάσει τον αναγνώστη, να του εμπνεύσει την ευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία, να τον πείσει για την αναγκαιότητα της κοινωνικής αλληλεγγύης.
            Είναι δύσκολο, λέει, να διαλέξει κανείς την υψηλότερη αρετή, όπως είναι δύσκολο να διαλέξει και το ωραιότερο λουλούδι από ένα ολάνθιστο λιβάδι. Αν πάντως, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, η αγάπη είναι η κορωνίδα των αρετών, το καλύτερο μέρος της είναι η αγάπη στους φτωχούς. Οι πιστοί, ως διαχειριστές των αγαθών που τους παραχώρησε ο Θεός, οφείλουν να δείχνουν συμπάθεια σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη και να τους βοηθούν.
Το λόγο κλείνει με μιαν ανυπέρβλητη σε δύναμη και κάλλος, σχεδόν ποιητική, παράγραφο, που καμιά μετάφραση δεν μπορεί ν’ αποδώσει ικανοποιητικά: «Χριστόν επισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν· μη τραπέζη μόνον, ως τινες· μήδε μύροις, ως η Μαρία· μηδέ τάφω μόνον, ως Ιωσήφ ο Αριμαθαίος· μηδέ τοις προς ταφήν, ως Νικόδημος ο εξ ημισείας φιλόχριστος μηδέ χρυσώ και λιβάνω και σμύρνη, ως οι μάγοι προ των ειρημένων· αλλ’ επειδή έλεον θέλει και ου θυσίαν ο πάντων Δεσπότης, και υπέρ μυριάδας αρνών πιόνων η ευσπλαγχνία, ταύτην εισφέρωμεν αυτώ δια των δεομένων και χαμαί σήμερον ερριμμένων, ίνα, όταν ενθένδε απαλλαγώμεν, δέξωνται ημάς εις τας αιωνίους σκηνάς....». –

Η Φιλοπτωχεία

Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει κανείς την υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές και να της δώσει το πρωτείο και το βραβείο, όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο να βρει μέσα σ’ ένα ολάνθιστο και μοσχοβόλο λιβάδι το πιο ωραίο κι ευωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε το ένα και πότε το άλλο του τραβάει την προσοχή και τον προκαλεί να το κόψει πρώτο.
            Έτσι, λοιπόν, σκέφτομαι ότι καλές αρετές είναι η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Και μάρτυρας για την πίστη είναι ο Αβραάμ, που δικαιώθηκε από την πίστη του· μάρτυρες για την ελπίδα είναι ο Ενώς, που πρώτος στήριξε την ελπίδα του στην επίκληση του Κυρίου, και όλοι οι δίκαιοι, που κακοπαθούν με την ελπίδα της σωτηρίας· μάρτυρες για την αγάπη, τέλος, είναι ο απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να εύχεται τη δική του απώλεια για χάρη των αδελφών του Ισραηλιτών, και ο ίδιος ο Θεός, που ονομάζεται αγάπη (Α’ Ιω. 4:8).
            Καλή είναι η φιλοξενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι από τους δικαίους ο Λωτ, ο Σοδομίτης στη διαμονή μα όχι Σοδομίτης στη διαγωγή, και από τους αμαρτωλούς η Ραάβ, η πόρνη στο σώμα μα όχι πόρνη στην προαίρεση, που επαινέθηκε και σώθηκε για τη φιλοξενία (Ιησ. Ναυή 2:1-21).
            Καλή είναι η μακροθυμία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο Χριστός, που δεν θέλησε να χρησιμοποιήσει τις λεγεώνες των αγγέλων Του εναντίον των βασανιστών Του και όχι μόνο μάλωσε τον Πέτρο, όταν τράβηξε το μαχαίρι του, μα και το αυτί, που είχε κόψει εκείνος, το έβαλε πάλι στη θέση του. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο Στέφανος, ο μαθητής του Χριστού, που προσευχόταν για κείνους που τον λιθοβολούσαν.
            Καλή είναι η πραότητα. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι ο Μωυσής και ο Δαβίδ, που πάνω απ’ όλα ως πράοι μαρτυρήθηκαν απ’ τη Γραφή, καθώς και ο Διδάσκαλός τους, ο θεάνθρωπος Ιησούς, που ούτε φιλονικούσε ούτε κραύγαζε, ούτε ξεφώνιζε στις πλατείες ούτε αντιστεκόταν σ’ εκείνους που Τον είχαν συλλάβει.
            Καλές είναι η προσευχή και η αγρυπνία. Και μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο Κύριος, που πριν το πάθος Του αγρυπνούσε και προσευχόταν.
            Καλές είναι η αγνεία και η παρθενία. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Παύλος, που τις θεσμοθέτησε, βραβεύοντας δίκαια και το γάμο και την αγαμία, όσο και ο ίδιος ο Ιησούς, που γεννήθηκε από Παρθένο, για να τιμήσει τη γέννηση μα να προτιμήσει την παρθενία.
            Καλή είναι η ταπεινοφροσύνη. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι πολλοί, με κυριότερο πάλι το Σωτήρα και Κύριο των όλων, που ταπεινώθηκε, όχι μόνο παίρνοντας μορφή δούλου, παραδίνοντας το πρόσωπό Του στην ντροπή  και στα φτυσίματα και συναριθμώντας τον εαυτό Του με τους παρανόμους. Εκείνος, που καθαρίζει τον κόσμο από την αμαρτία, αλλά και πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του σαν υπηρέτης.
            Καλή είναι η ακτημοσύνη και η περιφρόνηση των χρημάτων. Και μάρτυρες γι’ αυτό είναι τόσο ο Ζακχαίος, που, μόλις μπήκε ο Χριστός στο σπίτι του, μοίρασε σχεδόν όλα τα υπάρχοντά του, όσο και πάλι ο ίδιος ο Κύριος, που, μιλώντας στον πλούσιο εκείνο νέο, περιόρισε την τελειότητα σ’ αυτό ακριβώς το πράγμα (Ματθ. 19:21).
            Κοντολογίς, καλή είναι η θεωρία, καλή είναι και η πράξη· η θεωρία γιατί μας ανυψώνει από τα γήινα, μας οδηγεί στα άγια των αγίων και επαναφέρει το νου στην αρχική φυσική του κατάσταση, και η πράξη γιατί υποδέχεται το Χριστό, Τον υπηρετεί και αποδεικνύει με τα έργα την αγάπη.
            Κάθε αρετή είναι κι ένας δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία, σε κάποιον απ’ τους αιώνιους και μακάριους τόπους. Γιατί, όπως υπάρχουν πολλοί τρόποι ζωής έτσι υπάρχουν και πολλοί τόποι κοντά στο Θεό, που χωρίζονται και μοιράζονται ανάλογα με την αξία του καθενός. Και άλλος ας ασκήσει τη μία αρετή, άλλος την άλλη, άλλος πολλές μαζί και άλλος όλες, αν βέβαια τούτο είναι δυνατό. Φτάνει μόνο να προχωράει κανείς και να επιδιώκει το ανώτερο, ακολουθώντας βήμα-βήμα Εκείνον που τον οδηγεί καλά και τον κατευθύνει και τον βάζει, μεσ’ από την στενή οδό και πύλη, στην απέραντη ουράνια μακαριότητα.
            Και αν ο Παύλος, που ακολουθεί κι αυτός το Χριστό, θεωρεί την αγάπη ως την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, ως τη σύνοψη του νόμου και των προφητών, το καλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι η αγάπη στους φτωχούς και, γενικότερα, η ευσπλαχνία και η συμπάθεια στους συνανθρώπους. Γιατί τίποτ’ άλλο δεν ευχαριστεί τόσο πολύ το Θεό και τίποτ’ άλλο δεν Του είναι τόσο αγαπητό όσο η ευσπλαχνία. Αυτή, μαζί με την αλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του και αυτή πρέπει να Του προσφερθεί πριν την Κρίση. Μα και σε τίποτ’ άλλο δεν δίνεται ως ανταπόδοση από Εκείνον, που κρίνει με δικαιοσύνη και ζυγίζει με ακρίβεια την ευσπλαχνία, όσο στη φιλανθρωπία η φιλανθρωπία.
            Σ’ όλους, λοιπόν, τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιονδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε να δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ. 12:15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους φοροεισπράκτορες ή φονικούς ληστές ή άπληστους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.
            Τι θα κάνουμε, λοιπόν, εμείς που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα ‘’χριστιανοί’’ και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και  φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; Τι θα κάνουμε, έχοντας μπροστά μας ένα τόσο μεγάλο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπάθειας; Θα παραβλέψουμε τους συνανθρώπους μας; Θα τους περιφρονήσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε; Κάθε άλλο, αδελφοί μου. Αυτά δεν ταιριάζουν σ’ εμάς, τους θρεμμένους από το Χριστό, τον καλό ποιμένα, που φέρνει πίσω το πλανεμένο πρόβατο και ψάχνει να βρει το χαμένο και στηρίζει το ασθενικό. Μα δεν ταιριάζουν ούτε στην ανθρώπινη φύση μας, που επιβάλλει τη συμπάθεια, αφού από την ίδια της την αδυναμία έμαθε την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία.
            Γιατί, μολαταύτα, δεν βοηθάμε τους συνανθρώπους μας, όσο είναι ακόμα καιρός; Γιατί εμείς ζούμε μέσα στην απόλαυση, ενώ οι αδελφοί μας μέσα στη δυστυχία; Ποτέ να μην πλουτίσω, αν αυτοί στερούνται! Ποτέ να μην έχω υγεία, αν δεν βάλω βάλσαμο στις πληγές τους! Ποτέ να μη χορτάσω, ποτέ να μην ντυθώ, ποτέ να μην ησυχάσω μέσα σε σπίτι, αν δεν τους δώσω ψωμί και ρούχα, όσα μπορώ, κι αν δεν τους ξεκουράσω μέσα στο σπίτι μου.
            Ας τ’ αναθέσουμε όλα στο Χριστό, για να τον ακολουθήσουμε αληθινά, σηκώνοντας το σταυρό Του, για ν’ ανεβούμε στον επουράνιο κόσμο ανάλαφρα και άνετα, χωρίς τίποτα να μας τραβάει προς τα κάτω, και για να κερδίσουμε στη θέση όλων αυτών το Χριστό, ανεβασμένοι χάρη στην ταπείνωσή μας και πλουτισμένοι χάρη στη φτώχεια μας. Ή, τουλάχιστον, ας μοιραστούμε με το Χριστό τα υπάρχοντά μας, για ν’ αγιαστούν κάπως με τη σωστή κατοχή τους και την προσφορά μεριδίου τους στους φτωχούς.
            Δεν θα συνέλθουμε, έστω και αργά; Δεν θα νικήσουμε την αναισθησία μας, για να μην πω την τσιγκουνιά μας; Δεν θα σκεφτούμε ως άνθρωποι; Δεν θα βάλουμε νοερά στη θέση των ξένων συμφορών τις πιθανές δικές μας;
            Γιατί, στ’ αλήθεια, τίποτε από τ’ ανθρώπινα δεν είναι βέβαιο, τίποτε δεν είναι σταθερό, τίποτε δεν είναι ανεξάρτητο από άλλους παράγοντες, τίποτε δεν στηρίζεται σε αμετάβλητες προϋποθέσεις. Η ζωή μας γυρίζει σε κύκλο, έναν κύκλο που φέρνει πολλές μεταβολές, συχνά μέσα σε μια μέρα, κάποτε και μέσα σε μιαν ώρα. Πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται κανείς τον άνεμο, που κινείται ακατάπαυστα, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τη γραμμή, που αφήνει πάνω στα νερά ένα ποντοπόρο πλοίο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται τ’ απατηλά όνειρα μιας νύχτας, που η απόλαυσή τους κρατάει τόσο λίγο, πιο σίγουρο είναι να εμπιστεύεται όσα χαράζουν τα παιδιά πάνω στην άμμο, όταν παίζουν, παρά την ανθρώπινη ευτυχία.
            Είναι, λοιπόν, συνετοί εκείνοι, που, μην έχοντας εμπιστοσύνη στα τωρινά, φροντίζουν να εξασφαλιστούν για το μέλλον. Επειδή η ανθρώπινη ευημερία είναι άστατη και μεταβλητή, αγαπούν την καλοσύνη, που δεν χάνεται, για να κερδίσουν τουλάχιστο το ένα από τα τρία: ή να μην κάνουν τίποτα το κακό, επειδή η καλοσύνη τους προκαλεί τη συμπάθεια του Θεού, ο οποίος πολλές φορές ευεργετεί στον ουρανό τους ευσεβείς για τις επίγειες αγαθοεργίες τους· ή να έχουν θάρρος ενώπιον του Θεού, επειδή κακοπάθησαν όχι για κάποια κακία, αλλά για κάποιον άλλο σκοπό· ή, τέλος, όντας φιλάνθρωποι, να απαιτούν από το Θεό σαν οφειλόμενη τη φιλανθρωπία, την οποία έδειξαν πρώτα εκείνοι στους φτωχούς, ενεργώντας έξυπνα.

            «Ας μην καυχιέται ο σοφός τη σοφία του, λέει ο Κύριος, μήτε ο δυνατός για τη δύναμή του μήτε ο πλούσιος για τον πλούτο του» (Ιερ. 9:23), έστω κι αν έχουν φτάσει στο ύψιστο σημείο σοφίας, δυνάμεως ή πλούτου. Εγώ, όμως, θα προσθέσω κι εκείνα που ακολουθούν: Ας μην καυχιέται μήτε ο περίβλεπτος για τη δόξα του μήτε ο γερός για την υγεία του μήτε ο όμορφος για την ομορφιά του μήτε ο νέος για τα νιάτα του μήτε, κοντολογίς, άλλος κανένας για οτιδήποτε απ’ όσα παινεύονται στον κόσμο τούτο και προξενούν την υπερηφάνεια. Αλλά, όποιος καυχιέται, μόνο γι’ αυτό ας καυχιέται, για το ότι γνωρίζει και ζητάει το Θεό, υποφέρει μαζί μ’ εκείνους που υποφέρουν και αποθέτει τις ελπίδες του για τα καλά στο μέλλον. Γιατί τα τωρινά αγαθά είναι ρευστά και πρόσκαιρα. Συνεχώς μετακινούνται και πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, όπως η μπάλα στο ποδόσφαιρο. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο σίγουρο για τον άνθρωπο που τα κατέχει, από το ότι θα τα χάσει με το χρόνο ή από το φθόνο. Απεναντίας, τα μελλοντικά αγαθά είναι σταθερά και μόνιμα. Ποτέ δεν χάνονται, ποτέ δεν πηγαίνουν από τον ένα στον άλλο, ποτέ δεν διαψεύδουν τις ελπίδες όσων τα εμπιστεύονται.
            «Ποιος είναι σοφός, για να τα καταλάβει αυτά;» (Ωσ. 14:10). Ποιος θ’ αδιαφορήσει για τα εφήμερα και θα προσέξει τα μόνιμα; Ποιος θα συλλογιστεί ότι τα τωρινά θα περάσουν; Ποιος θ’ αναλογιστεί ότι τα αναμενόμενα θα μείνουν; Ποιος θα ξεχωρίσει τα πραγματικά  απ’ τα φαινομενικά, για ν’ ακολουθήσει τα πρώτα και να περιφρονήσει τα δεύτερα; Ποιος θα ξεχωρίσει την επίγεια διαμονή από την επουράνια πολιτεία, την παροικία από την κατοικία, το σκοτάδι από το φως, τη λάσπη του βυθού από τα άγια χώματα, τη σάρκα από το πνεύμα, το Θεό από τον κοσμοκράτορα διάβολο, τη σκιά του θανάτου από την αιώνια ζωή; Ποιος θα εξαγοράσει με τα παρόντα το μέλλον, με τον φθαρτό πλούτο τον άφθαρτο, με τα ορατά τα αόρατα;
            Μακάριος, λοιπόν, είναι εκείνος που τα διακρίνει αυτά, χωρίζει με το μαχαίρι του Λόγου το καλύτερο από το χειρότερο, ανυψώνεται με την καρδιά του, όπως λέει κάπου ο ιερός Δαβίδ (Ψαλμ. 83:6), φεύγει μ’ όλη του τη δύναμη μακριά από την κοιλάδα τούτη της οδύνης, επιδιώκει τα αγαθά που βρίσκονται στον ουρανό, σταυρώνεται για τον κόσμο μαζί με το Χριστό, ανασταίνεται μαζί με το Χριστό, ανεβαίνει στα επουράνια σκηνώματα μαζί με το Χριστό και γίνεται κληρονόμος της αληθινής ζωής, που δεν μεταβάλλεται ποτέ πια.
            Ας ακολουθήσουμε το Λόγο, ας επιδιώξουμε την ουράνια απόλαυση, ας απαλλαγούμε από την επίγεια περιουσία. Ας κρατήσουμε από τα γήινα μόνο όσα είναι καλά, ας σώσουμε τις ψυχές μας με ελεημοσύνες, ας δώσουμε από τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, για να γίνουμε πλούσιοι σε αιώνια αγαθά. Δώσε κάτι και στην ψυχή, όχι στη σάρκα μονάχα. Δώσε κάτι και στο Θεό, όχι στον κόσμο μονάχα. Πάρε κάτι απ’ την κοιλιά και δώσ’ το στο πνεύμα. Πάρε κάτι απ’ τη φωτιά, που κατακαίει τα γήινα, και ξεμάκρυνέ το από τη φλόγα. Άρπαξε κάτι από τον τύραννο κι εμπιστέψου το στον Κύριο. Δώσε λίγο σ’ Εκείνον, που σου έχει προσφέρει το πολύ. Δώσε τα και όλα ακόμα σ’ Εκείνον, που σου τα έχει χαρίσει όλα. Ποτέ δεν θα ξεπεράσεις στη γενναιοδωρία το Θεό, έστω κι αν χαρίσεις όλα σου τα υπάρχοντα, έστω κι αν προσθέσεις σ’ αυτά και τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί και του εαυτού σου η προσφορά στο Θεό ισοδυναμεί με απόκτηση. Όσα κι αν προσφέρεις, εκείνα που μένουν είναι περισσότερα. Και δεν θα δώσεις τίποτα δικό σου, γιατί όλα τα έχεις πάρει από το Θεό.
            Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. Αυτός έκανε τη γη ευρύχωρη για όλα τα χερσαία ζώα, δημιούργησε πηγές, ποτάμια, δάση, αέρα για τα φτερωτά και νερά για τα υδρόβια, και έδωσε σ’ όλα τα όντα άφθονα τα απαραίτητα για τη ζωή τους στοιχεία, χωρίς να τα περιορίζει καμιά εξουσία, χωρίς να τα καθορίζει κανένας γραπτός νόμος, χωρίς να τα εμποδίζουν σύνορα. Και αυτά τα στοιχεία τα παρέδωσε κοινά και πλούσια, χωρίς διάκριση ή περικοπή, τιμώντας την ομοιότητα της φύσεως με την ισότητα της δωρεάς και δείχνοντας τον πλούτο της αγαθότητός Του.
            Οι άνθρωποι, όμως, αφότου έβγαλαν από τη γη το χρυσάφι, το ασήμι και τα πολύτιμα πετράδια, αφότου έφτιαξαν ρούχα μαλακά και περιττά και αφότου απέκτησαν άλλα παρόμοια πράγματα, που αποτελούν αιτίες πολέμων και επαναστάσεων και τυραννικών καθεστώτων, κυριεύθηκαν από παράλογη υπεροψία. Έτσι, δεν δείχνουν ευσπλαχνία στους δυστυχισμένους συνανθρώπους τους και δεν θέλουν ούτε με τα περίσσια τους να δώσουν στους άλλους τα αναγκαία. Τι βαναυσότητα! Τι σκληρότητα! Δεν σκέφτονται, αν όχι τίποτ’ άλλο, πως η φτώχεια και ο πλούτος, η ελευθερία και η δουλεία και τ’ άλλα παρόμοια, εμφανίστηκαν στο ανθρώπινο γένος μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, σαν αρρώστιες που εκδηλώνονται μαζί με την κακία και που είναι δικές της επινοήσεις. Αρχικά, όμως, δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, λέει η Γραφή (Ματθ. 19:8), αλλά Εκείνος που έπλασε εξαρχής τον άνθρωπο, τον άφησε ελεύθερο, αυτεξούσιο – συγκρατημένο μόνο από το νόμο της εντολής – και πλούσιο μέσα στον παράδεισο της τρυφής. Αυτή την ελευθερία κι αυτόν τον πλούτο θέλησε να χαρίσει – και χάρισε – ο Θεός, μέσω του πρώτου ανθρώπου, και στο υπόλοιπο ανθρώπινο γένος. Ελευθερία και πλούτος ήταν μόνο η τήρηση της εντολής. Φτώχεια αληθινή και δουλεία ήταν η παράβασή της.
            Μετά την παράβαση, λοιπόν, εμφανίστηκαν οι φθόνοι και οι φιλονικίες και η δολερή τυραννία του διαβόλου, που παρασύρει πάντα με τη λαιμαργία της ηδονής και ξεσηκώνει τους πιο τολμηρούς ενάντια στους πιο αδύνατους. Μετά την παράβαση, το ανθρώπινο γένος χωρίστηκε σε διάφορες φυλές με διάφορα ονόματα και η πλεονεξία κατακερμάτισε την ευγένεια  της φύσεως, αφού πήρε και το νόμο βοηθό της.
            Εσύ, όμως, να κοιτάς την αρχική ενότητα και ισότητα, όχι την τελική διαίρεση· όχι το νόμο που επικράτησε, αλλά το νόμο του Δημιουργού. Βοήθησε, όσο μπορείς, τη φύση, τίμησε την πρότερη ελευθερία, δείξε σεβασμό στον εαυτό σου, συγκάλυψε την ατιμία του γένους σου, παραστάσου στην αρρώστια, σύντρεξε στην ανάγκη.
            Παρηγόρησε ο γερός τον άρρωστο, ο πλούσιος τον φτωχό, ο όρθιος τον πεσμένο, ο χαρούμενος τον λυπημένο, ο ευτυχισμένος τον δυστυχισμένο.
            Δώσε κάτι στο Θεό ως δώρο ευχαριστήριο, για το ότι είσαι ένας απ’ αυτούς που μπορούν να ευεργετούν  και όχι απ’ αυτούς που έχουν ανάγκη να ευεργετούνται, για το ότι δεν περιμένεις εσύ βοήθεια από τα χέρια άλλων, αλλ’ από τα δικά σου χέρια περιμένουν άλλοι βοήθεια.
            Πλούτισε όχι μόνο σε περιουσία, μα και σε ευσέβεια, όχι μόνο σε χρυσάφι, μα και σε αρετή, ή καλύτερα μόνο σε αρετή.
            Γίνε πιο τίμιος από τον πλησίον με την επίδειξη περισσότερης καλοσύνης. Γίνε θεός για τον δυστυχισμένο με τη μίμηση της ευσπλαχνίας του Θεού.
            Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.
            Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22:1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;
            «Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19:17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15:27α).
            Ας καθαριστούμε, λοιπόν, με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί και άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5:7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40:2). Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111:5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36:26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει τη ελεημοσύνη σου. «Μην πεις. ‘’Φύγε τώρα και έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια’’» (Παροιμ. 3:28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου  σ’ εκείνους που δεν έχουν στέγη» (Ησ. 58:7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12:8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες.
            Μήπως νομίζεις πως η φιλανθρωπία δεν είναι αναγκαία, αλλά προαιρετική; Μήπως νομίζεις πως δεν αποτελεί νόμο, αλλά συμβουλή και προτροπή; Πολύ θα το ‘θελα κι εγώ έτσι να είναι. Και έτσι το νόμιζα. Μα με φοβίζουν όσα λέει η Γραφή για εκείνους που, την ημέρα της Κρίσεως, ο Δίκαιος Κριτής βάζει στ’ αριστερά Του, σαν κατσίκια, και τους καταδικάζει (Ματθ. 25:31-46). Αυτοί δεν καταδικάζονται γιατί έκλεψαν ή λήστεψαν ή ασέλγησαν ή έκαναν οτιδήποτε άλλο απ’ όσα απαγορεύει ο Θεός, αλλά γιατί δεν έδειξαν φροντίδα για το Χριστό μέσω των δυστυχισμένων ανθρώπων.
            Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες.

Αμήν.


(Από τη σειρά των φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής.)


 http://www.alopsis.gr

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ


12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες·  Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. 15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ  Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.   

 Λουκ. ιζ’ 12-19

Ξένος αλλά ευγνώμων!

«Ἔπεσεν ἐπί πρόσωπον παρά τούς πόδας αὐτοῦ (του Ιησού) εὐχαριστῶν αυτῷ»!

Η θεραπεία των δέκα λεπρώνΚραυγή πόνου! Κραυγή σπαρακτική από δέκα φωνές βραχνές δυστυχισμένων ανθρώπων, καταπληγιασμένων, παραμορφωμένων, φτάνει στην ακοή του Ιησού.

Γυρίζει. Τους βλέπει με συμπάθεια θεϊκή. Δείχνει στοργή να τους ακούσει.

Τι του ζητάνε;

«Ἰησού ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»

— Κύριε Ιησού, κάνε το έλεός σου σε μας.

Αλλά τι έλεος;

Τι άλλο! Ζητάνε να τους χαρίσει την υγεία τους, που την έχουν χάσει από την τρομερή αρρώστια, τη λέπρα! Αυτή τους έχει παραμορφώσει με πρηξίματα και πληγές. Εξαιτίας της τους έχουν απομονώσει. Γι’ αυτό και στον Κύριο φωνάζουν από μακριά και δεν πλησιάζουν. Άνεργοι πλανιούνται στις ερημιές μακριά από τους ανθρώπους. Έχουν στερηθεί και τα πιο αγαπητά τους πρόσωπα, γονείς, συζύγους, αδέλφια κι αυτά τα πολυαγαπημένα τους παιδιά!

Ο Κύριος τους βλέπει όλους με απέραντη στοργή.

— Πηγαίνετε, είπε, στους ιερείς να δείξετε το σώμα σας, για να βεβαιώσουν εκείνοι — σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου — αν έχετε γίνει καλά.

Πείστηκαν όλοι και ξεκίνησαν. Καθώς πήγαιναν, ένιωσαν την επίδραση του λόγου του Ιησού. Το σώμα τους θεραπεύτηκε. Το δέρμα τους καθάρισε τέλεια από τη λέπρα. Ένιωσαν γεροί, δυνατοί!

Αλλά για δες τώρα τι περίεργα που φέρονται!

Ενώ πριν όλοι τους, και οι δέκα, συντροφεμένοι στον πόνο τους φώναζαν παρακαλώντας τον Ιησού να τους θεραπεύσει, τώρα στη χαρά τους σκορπίζουν. Ένας μονάχα ξεχωρίζει και παίρνει το δρόμο του γυρισμού δοξολογώντας τον Θεό, που τον έκανε καλά.

Έρχεται τρέχοντας να βρει τον Ιησού. Τα πόδια του, τα πριν πληγιασμένα, που δεν τά ‘νιωθε, γιατί ήταν μουδιασμένα σαν ξερά, τρέχουν δυνατά και γρήγορα. Τρέχει κι όλο φωνάζει: “Δόξα σοι, Κύριε! Δόξα σε σένα Παντοδύναμε Θεέ!”.

Σαν έφτασε στον Κύριο — πηγαίνει  κοντά Του — πέφτει στα πόδια Του με το πρόσωπο κάτω, μπρούμυτα, και δεν παύει να λέει ολόθερμο το «ευχαριστώ» του.

Είναι ο Μέγας Ευεργέτης του κι από τα βάθη της ψυχής του προσφέρει σαν ευωδιαστό λουλούδι, την ευγνωμοσύνη του: «Σε ευχαριστώ, Κύριε, που με γιάτρεψες, ας είναι τρισδοξασμένο το όνομά Σου!…»

Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης! Λιγότερο φωτισμένος από τους Ιουδαίους.

— Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; ρώτησε ο Κύριος με απορία δηλωτική της αγνωμοσύνης τους. Οι άλλοι εννέα που είναι; Χάθηκαν να γυρίσουν πίσω να δώσουν δόξα στο Θεό, εκτός από τούτον τον ξένο;…

— Σήκω και πήγαινε, λέει ο Κύριος στον ευγνώμονα Σαμαρείτη. Η πίστη σου δε θεράπευσε μόνο το σώμα σου. Έκανες καλή αρχή, που θα σε οδηγήσει και στην πνευματική σωτηρία.

Αλήθεια πού είναι οι άλλοι εννέα; Γιατί δε θυμήθηκαν να γυρίσουν να δοξολογήσουν τον Θεό και να ευχαριστήσουν τον παντοδύναμο Ευεργέτη τους;

Τους συνεπήρε η χαρά της θεραπείας τους! Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Στον πόνο μας, στις δυσκολίες μας καταφεύγουμε στο Σωτήρα Κύριο. Μα στη χαρά ξεχνάμε ότι τον είχαμε παρακαλέσει να μας βοηθήσει. Και δεν πηγαίνουμε να σταθούμε ευλαβικά μπροστά Του και να Του εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας για τη θεϊκή Του αγάπη.

Και οι ευεργεσίες, που δεχόμαστε από το Θεό, είναι πλήθος αμέτρητο! Πολλές μας είναι γνωστές. Μα είναι άπειρες αυτές που μας μένουν άγνωστες. Τις ξέρει μόνο Εκείνος. Όμως κι εμείς κάποτε στεκόμαστε απορημένοι και λέμε:

— Αλήθεια, πώς σωθήκαμε τότε; Ποιος μας έδωσε την έμπνευση να φύγουμε νωρίτερα ή και αργότερα; Ή να αλλάξουμε θέση και έτσι ν’ αποφύγουμε τον κίνδυνο;

Πόσοι δεν έχουμε σωθεί με του Πανάγαθου Κυρίου την παντοδύναμη επέμβαση από πλήθους κινδύνους, που μας περικυκλώνουν! Άλλοτε σε ώρα ταξιδιού ή τολμηρού παιχνιδιού κι άλλοτε σε ώρα επικίνδυνης δουλειάς ή και σε απρόσμενες θεομηνίες: ανεμοθύελλες, σεισμούς, πλημμύρες…

Και δεν είναι μόνο οι κίνδυνοι οι σωματικοί από αρρώστιες και δυστυχήματα και ξεγλιστρήματα θανάσιμα, που μας έσωσε ο Κύριος. Είναι προπάντων τα ανεπανόρθωτα πεσίματα τα ηθικά από τα οποία μας πρόλαβε αμέτρητες φορές και μας έσωσε από βέβαιο ψυχικό θάνατο. Μας άναψε το σήμα του κινδύνου και μας γλίτωσε από ανθρώπους που μας κάνουν δήθεν το φίλο, για να μας παρασύρουν χωρίς να το καταλάβουμε μακριά από το Σωτήρα Χριστό, μακριά από την οικογένεια. Να μας σπρώξουν έτσι εύκολα στον κατήφορο της αμαρτίας με θολωμένο το μάτι της ψυχής με αλυσοδεμένη τη θέληση από τα ναρκωτικά, από τα οινοπνευματώδη ποτά, από την κατάπικρη γεύση της αμαρτίας…

Μας χαρίζει ακόμη ο Θεός το θείο φωτισμό Του. Με αυτόν κάθε παιδί, κάθε νέος προοδεύει ανάλογα με την ηλικία του στα μαθήματα και αποκτά διανοητική και πνευματική μόρφωση. Προοδεύει στα γράμματα και στην αρετή…

Ένας μονάχα βρέθηκε να γυρίσει και να ευχαριστήσει τον Κύριο; Οι άλλοι εννέα που είναι;

Τους τράβηξε ο κόσμος. Οι άνθρωποι! Οι συγγενείς! Οι φίλοι…

Αυτό συμβαίνει συχνά και σε μας. Δίνουμε πολλή προσοχή στη συμμετοχή των ανθρώπων στη χαρά μας. Και δε σκεπτόμαστε τον πρωταίτιο της χαράς και της ευτυχίας μας. Ξεχνάμε να δοξολογήσουμε το Θεό. Να ευχαριστήσουμε το Σωτήρα Κύριο.

Και να! Βρισκόμαστε στην αρχή του καινούργιου χρόνου. Πόσοι από εμάς άραγε διαθέσαμε λίγο χρόνο, για να σκεφτούμε τις πάμπολλες ευεργεσίες που μας χάρισε ο Θεός μέσα στο χρόνο που πέρασε και σε μας και σε ολόκληρη την οικογένειά μας, τους γονείς μας, τα αδέλφια μας;…

Σταθήκαμε να Τον ευχαριστήσουμε ολόθερμα για όλες αυτές;

Μια ανασκόπηση στα γεγονότα του περασμένου χρόνου θα είναι χρήσιμη, έστω κι αν είναι αργοπορημένη. Τα πλούσια θεϊκά δώρα που λάβαμε, θα μας παρακινήσουν να προσπέσουμε στον Κύριο. Να Τον δοξολογήσουμε και να Τον ευχαριστήσουμε με όλη μας την ψυχή και την καρδιά.

Η ευγνωμοσύνη μας θ’ ανοίξει το δρόμο, για να δεχθούμε από τον Κύριο νέες ευεργεσίες, πολλές και πολυποίκιλες, υλικές και πνευματικές.

Εκείνος και τη ζωή μας θα προστατεύει και την ψυχή μας θα σώζει από θανάσιμα ξεγλιστρήματα στους δρόμους της αμαρτίας.

Με τις ουράνιες δυνάμεις Του, τους Αγίους Αγγέλους Του, θα μας οδηγεί και το νέο χρόνο, κι όλα τα χρόνια της ζωής μας σε δρόμους φωτεινούς της αληθινής ζωής, της πραγματικής χαράς και ευτυχίας.

https://xfd.gr/ 

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Η ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

1.    ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ  ΘΕΟΥ... (Β΄).


 

Με κάποια ερωτήματα θα ξεκινήσουμε τη σημερινή μας ομιλία, αγαπητοί Χριστιανοί.

Αλήθεια πόσες φορές έχουμε ακούσει μέχρι τώρα τα λόγια του ιερέως, όταν μας καλεί να προσέλθουμε στη Θεία Ευχαριστία;

Ακόμη, πόσες φορές στη ζωή μας ανταποκριθήκαμε στη μεγάλη πρόσκληση και έχουμε προσέλθει στο Μυστήριο αυτό;

Τέλος σκεφθήκαμε ποτέ κατά πόσο έχουμε κατανοήσει και κατά πόσο κάναμε πράξη τα λόγια αυτά;

Αγαπητοί Χριστιανοί.

«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε»!

Η μεγάλη και ανεπανάληπτη πρόσκληση που αναντίρρητα την ακούσαμε εκτός ελαχίστων περιπτώσεων αμέτρητες φορές. Όμως! Παρά του ότι η χάρις του Θεού μας επροίκισε με την μόνην αληθινή πίστη και μας διακρατεί μέσα σ’ αυτή.

Παρά του ότι εκληρονομήσαμε ένα όνομα το υπέρ παν όνομα., και μια πίστη αμώμητη, εν τούτοις ποτέ δεν κάναμε τον κόπο να τα σκεφτούμε, να τα δουλέψουμε υπεύθυνα μέσα στο μυαλό μας, να τα αφουγκραστούμε με τη ψυχή μας όλα αυτά. Έτσι πράγματα βασικά της πίστεως μας τα αγνοούμε και τα παρανοούμε. Δεν χρειάζεται να δώσουμε πολλές εξηγήσεις για δούμε του λόγου το αληθές. Μια ματιά κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας αρκεί!
Άραγε, έχουμε ποτέ προσέξει τι γίνεται κατά την ώρα αυτή, ιδιαίτερα δε κατά τις μεγάλες ημέρες των Χριστουγέννων και του Πάσχα;

Δώσαμε προσοχή στον τόπο που βρισκόμαστε, στο σκοπό για τον οποίο είμαστε εκεί; Πού πάμε και πώς πάμε; Δυστυχώς αν είχαμε λίγη πίστη πρέπει να κλαίμε συνεχώς για το κατάντημα μας.

Μαζευόμαστε μπροστά, στην Ωραία Πύλη, σπρώχνουμε και σπρωχνόμαστε, βιαζόμαστε, μαλώνουμε για το ποιος θα κοινωνήσει πιο μπροστά, δημιουργούμε τόση ταραχή και τόση φασαρία.

Κανείς και καμιά δε στέκεται συνεσταλμένα, στη θέση του, λέγοντας καθ' εαυτόν «ο θεός ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ». Κανείς δεν είπε ποτέ, «εγώ θα κοινωνήσω  τελευταίος». Μάλιστα υπάρχουν περιπτώσεις, που χρησιμοποιούνται σιδερένια κάγκελα κατά την ώρα της Θείας Κοινωνίας, από φόβο μήπως με τη βιασύνη και την παραφροσύνη μας, ρίξουμε κάτω το Άγιο Ποτήριο, και.. .ποδοπατήσουμε το Σώμα και το Αίμα, τον ίδιο το Χριστό. Και το χειρότερο! Αγριοκοιτάζει ο ένας τον άλλον και άλλη λαού βρίζονται την ώρα που παν να κοινωνήσουν...

Επιβάλλεται λοιπόν να τονίσουμε τον τρόπο της προσέλευσης και της συμμετοχής μας, και να πούμε για πολλοστή φορά ότι στη Θεία Μετάληψη προσερχόμαστε: «Μετά φόβου Θεού, μετά πίστεως, και μετά αγάπης»
Ιστορικά αναφέρουμε ότι στην αρχαία εποχή, και ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνας του Χριστιανισμού, ύστερα από τους ιερείς προσήρχοντο στο ιερό βήμα και οι λαϊκοί, και εκεί κοινωνούσαν. Μάλιστα κοινωνούσαν όπως και οι κληρικοί. Χωριστά δηλαδή το τίμιο Σώμα και χωριστά το τίμιο Αίμα. Προσήρχοντο λοιπόν στο ιερό Βήμα οι πιστοί, μπροστά στην Αγία Τράπεζα, ο ένας μετά τον άλλον και βάζοντας σταυροειδώς τα χέρια τους, το ένα κάτω από το άλλο, έπαιρναν μέσα στην παλάμη τους τον άγιο άρτο. Κατόπιν προσήρχοντο και πάλι για να κοινωνήσουν από το Άγιο Ποτήριο το πανακήρατο αίμα του Κυρίου. Μετελάμβαναν δε εκ του ποτηριού τρεις φορές (Εις το όνομα του Πατρός...), για να δηλώσουν την συνένωση τους με όλην την Θεότητα.
Οι πατέρες της Εκκλησίας , ερμηνεύοντας την εντός των δύο χειρών τοποθέτηση του Αγίου Άρτου (το αριστερό από κάτω και το δεξί από πάνω), μας λένε, ότι κάνουμε θρόνο τα χέρια μας, για να ενθρονιστεί εκεί ο Κύριος.
Το ότι χρησιμοποιούμε και τα δυο μας χέρια, -και όχι μόνο το ένα-, διακηρύττουμε συμβολικά, το μέγεθος του δώρου, του οποίου το ανεκτίμητο βάρος δεν αρκεί το ένα μας χέρι για να το σηκώσει.

Ένα δεύτερο που πρέπει να υπενθυμίσουμε είναι ότι τότε κοινωνούσαν όλοι. Όλοι όσοι μετά την αποχώρηση των κατηχουμένων, παρέμεναν στην ευχαριστηριακή σύναξη. Μόνο όσοι βρισκόντουσαν κάτω από κάποιο επιτίμιο, με βαριά καρδιά, με πόνο ψυχής, αλλά και μεγάλη εντροπή δεν προσήρχοντο.
Τα χρόνια πέρασαν, και η αρχαία αυτή τάξη για πολλούς και διαφόρους λόγους ξεχάστηκε. Και πρώτα - πρώτα το τέμπλο που υψώθηκε ανάμεσα στους κληρικούς και τους λαϊκούς, δυσκόλεψε την είσοδο των λαϊκών στο Ιερό. Ακόμα ο φόβος της βεβηλώσεως των Τιμίων Δώρων, ίσως από κάποιο σπρώξιμο, από κάποια απροσεξία. Ακόμη η πρακτικά αδύνατος προσέλευση όλων μπροστά στην Αγία Τράπεζα, λόγω της ραγδαίας αύξησης των πιστών, επέβαλε τη σημερινή τάξη της Θ. Κοινωνίας στην Ωραία Πύλη και με τη λαβίδα.

Άλλαξε όμως μαζί και κάτι άλλο.

Η προσέλευση στη Θ. Κοινωνία. Από μαζική κατάντησε... μηδαμινή.

Από του να κοινωνούν όλοι και τακτικά, κατάντησε να κοινωνούν ελάχιστοι. Μάλιστα δε η πλειοψηφία μεταλαμβάνει 2 ή 3 φορές το χρόνο. Έλειψε και η ευλάβεια, λιγόστεψε ο σεβασμός, ο «φόβος Θεού». Χάθηκε η πίστη!
«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε»

Αγαπητοί Χριστιανοί!

Αυτή είναι η πρόσκληση της Εκκλησίας μας, σ' όλους μας αλλά, και σον καθέναν χωριστά. Για να πλησιάσουμε και να παρακαθίσουμε στο μεγάλο Δείπνο. Στο δείπνο που προσφέρονται ουράνια εδέσματα. Στο δείπνο που προσφέρεται ο πάντοτε εσθιόμενος και μη δαπανώμενος Ιησούς Χριστός, για να γίνει ο άνθρωπος Χριστοφόρος και Θεοφόρος.

Πρόσκληση λοιπόν στη Θεία Κοινωνία!

Κάλεσμα μεγάλο, αλλά πώς; Όπως ακριβώς το ακούμε:

v    Μετά φόβου Θεού

v    Μετά πίστεως

v    Μετά αγάπης.

Με φόβο και σεβασμό προς το Θεό.

Με αδιάκριτη πίστη προς το Μυστήριο

Με αγάπη ανυπόκριτη προς όλους,

Πλησιάζουμε τη Θεία πραγματικότητα, που εδώ και 2000 χρόνια μας προσφέρεται, τροφή ψυχής, φάρμακο αθανασίας, μετάγγιση Θεότητος.

Πλησιάζουμε για να γίνουμε σύσσωμοι και σύναιμοι με αυτόν τον ίδιο το Χριστό. Μόνο να σκεφτούμε πως... πλησιάζουμε.