Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών

 

Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Όπως έχετε ενημερωθή, μόλις πριν από λίγες ημέρες, δηλαδή την 23η Ιανουαρίου 2024, συνήλθε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι η Ανωτάτη Αρχή της Εκκλησίας μας, για να μελετήση το θέμα που ανέκυψε στις ημέρες μας, δηλαδή την θέσπιση του "πολιτικού γάμου" των ομοφυλοφίλων, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει αυτό στο οικογενειακό δίκαιο.

Η Ιεραρχία συζήτησε επαρκώς το θέμα αυτό με υπευθυνότητα και νηφαλιότητα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την ενότητά της, και στην συνέχεια ομόφωνα αποφάσισε τα δέοντα που έχουν ανακοινωθή.

Μια από τις αποφάσεις που έλαβε είναι να ενημερώση το πλήρωμά της, το οποίο θέλει να ακούση τις αποφάσεις της και τις θέσεις της. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η Ιεραρχία απευθύνεται προς όλους εσάς, για να διατυπώση την αλήθεια για το σοβαρό αυτό θέμα.

1. Το έργο της Εκκλησίας, διά μέσου των αιώνων, είναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, με το να ομολογή την πίστη της, όπως την αποκάλυψε ο Χριστός και την έζησαν οι 'Αγιοί της, και ποιμαντικό, με το να ποιμαίνη τους ανθρώπους στην κατά Χριστόν ζωή.

Αυτό το έργο της φαίνεται στην Αγία Γραφή και στις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίες θέσπισαν όρους για την ορθόδοξη πίστη και ιερούς κανόνες, που καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινούνται όλα τα μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί και Λαϊκοί.

Έτσι, η Εκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων, ώστε οι Χριστιανοί να ζουν σε κοινωνία με τον Χριστό και τους αδελφούς τους, να απαλλαγούν από την φιλαυτία και να αναπτυχθή η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία, δηλαδή η ιδιοτελής, φίλαυτη αγάπη να γίνη ανιδιοτελής αγάπη.

2. Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, αγαθούς και κακούς, αγίους και αμαρτωλούς αυτό κάνει και η Εκκλησία. 'Αλλωστε, η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο που θεραπεύει τους ανθρώπους, χωρίς να αποκλείη κανέναν, όπως δείχνει η παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, την οποία είπε ο Χριστός (Λουκ. ι΄, 3037). Το ίδιο κάνουν και τα νοσοκομεία και οι ιατροί για τις σωματικές ασθένειες. Όταν οι ιατροί κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις στους ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι δεν έχουν αγάπη.

Αλλά οι άνθρωποι ανταποκρίνονται διαφορετικά σε αυτήν την αγάπη της Εκκλησίας άλλοι την επιθυμούν και άλλοι όχι. Ο ήλιος αποστέλλει τις ακτίνες του σε όλη την κτίση, άλλοι όμως φωτίζονται και άλλοι καίγονται, και αυτό εξαρτάται από την φύση αυτών που δέχονται τις ηλιακές ακτίνες.

Έτσι, η Εκκλησία αγαπά όλα τα βαπτισθέντα παιδιά της και όλους τους ανθρώπους που είναι δημιουργήματα του Θεού, μικρούς και μεγάλους, αγάμους και εγγάμους, Κληρικούς, Μοναχούς και Λαϊκούς, επιστήμονες και μη, άρχοντες και αρχομένους, ετεροφύλους και ομοφυλοφίλους, και ασκεί την φιλάνθρωπη αγάπη της, αρκεί, βέβαια, να το θέλουν και οι ίδιοι και να ζουν πραγματικά στην Εκκλησία.

3. Η Θεολογία της Εκκλησίας για τον Γάμο απορρέει από την Αγία Γραφή, την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και την διάταξη του Μυστηρίου του Γάμου.

Στο βιβλίο της Γενέσεως γράφεται: "Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ' εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. Και ευλόγησεν αυτούς λέγων αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτήν και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης" (Γεν., 1, 2728).

Αυτό σημαίνει ότι "η δυαδικότητα των δύο φύσεων και η συμπληρωματικότητά τους δεν αποτελούν κοινωνικές επινοήσεις, αλλά παρέχονται από τον Θεό" "η ιερότητα της ένωσης άνδρα και γυναίκας παραπέμπει στην σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας" "ο χριστιανικός Γάμος δεν είναι απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά ιερό Μυστήριο, διά του οποίου ο άνδρας και η γυναίκα λαμβάνουν την Χάρη του Θεού για να προχωρήσουν προς την θέωσή τους" "ο πατέρας και η μητέρα είναι συστατικά στοιχεία της παιδικής και της ενήλικης ζωής".

Όλη η θεολογία του Γάμου φαίνεται καθαρά στην ακολουθία του Μυστηρίου του Γάμου, στα τελούμενα και τις ευχές. Σ' αυτό το Μυστήριο η ένωση ανδρός και γυναικός ιερολογείται εν Χριστώ Ιησού, με τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Τα αποτελέσματα του εν Χριστώ Γάμου είναι η δημιουργία καλής συζυγίας και οικογενείας, η γέννηση παιδιών, ως καρπού της αγάπης των δύο συζύγων, άνδρα και γυναίκας, και η σύνδεσή τους με την εκκλησιαστική ζωή. Η μη ύπαρξη παιδιών χωρίς την ευθύνη των συζύγων, δεν διασπά την εν Χριστώ συζυγία.

Η χριστιανική παραδοσιακή οικογένεια αποτελείται από πατέρα, μητέρα και παιδιά, και σε αυτήν την οικογένεια τα παιδιά αναπτύσσονται, γνωρίζοντας την μητρότητα και την πατρότητα που θα είναι απαραίτητα στοιχεία στην μετέπειτα εξέλιξή τους.

Εξ άλλου, όπως φαίνεται στο "Ευχολόγιο" της Εκκλησίας, υπάρχει σαφέστατη σύνδεση μεταξύ των Μυστηρίων του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, του Γάμου, της Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση αυτής της σύνδεσης δημιουργεί εκκλησιολογικά προβλήματα.

Επομένως, βαπτιζόμαστε και χριόμαστε για να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Γίνεται ο Γάμος ώστε οι σύζυγοι και η οικογένεια να συμμετέχουν στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και να κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση της σχέσεως αυτής των Μυστηρίων συνιστά την εκκοσμίκευση.

Η Εκκλησία βασίζεται σε αυτήν την Παράδοση, που δόθηκε από τον Θεό στους Αγίους, και δεν μπορεί να αποδεχθή κάθε άλλη μορφή Γάμου, πολλώ δε μάλλον τον λεγόμενο "ομοφυλοφιλικό γάμο".

4. Σε ένα ευνομούμενο Κράτος η Πολιτεία με τα συντεταγμένα όργανά της έχει την αρμοδιότητα να καταρτίζη νομοσχέδια και να ψηφίζη νόμους, ώστε στην κοινωνία να υπάρχη ενότητα, ειρήνη και αγάπη.

Η Εκκλησία, όμως, είναι θεσμός αρχαιότατος, έχει διαχρονικές παραδόσεις αιώνων, συμμετέχει σε όλες τις κατά καιρούς δοκιμασίες του λαού, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ελευθερία του, όπως φαίνεται από την ιστορία, την παλαιότερη και την πρόσφατη, και πρέπει όλοι να στέκονται με σεβασμό, τον οποίο κατά καιρούς διακηρύσσουν. 'Αλλωστε και όλοι οι άρχοντες, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, είναι δυνάμει και ενεργεία μέλη της. Η Εκκλησία ούτε συμπολιτεύεται ούτε αντιπολιτεύεται, αλλά πολιτεύεται κατά Θεόν και ποιμαίνει όλους. Γι' αυτό και έχει ιδιαίτερο λόγο που πρέπει να γίνεται σεβαστός.

Στο θέμα του λεγομένου "πολιτικού γάμου των ομοφυλοφίλων", η Ιερά Σύνοδος όχι μόνον δεν μπορεί να σιωπήση, αλλά πρέπει να ομιλήση, από αγάπη και φιλανθρωπία σε όλους. Γι' αυτό η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην πρόσφατη απόφασή της με ομόφωνο και ενωτικό τρόπο, για λόγους τους οποίους αιτιολόγησε, δήλωσε ότι "είναι κάθετα αντίθετη προς το προωθούμενο νομοσχέδιο".

Και αυτή η σαφής απόφασή της στηρίζεται στο ότι "οι εμπνευστές του νομοσχεδίου και οι συνευδοκούντες σε αυτό προωθούν την κατάργηση της πατρότητας και της μητρότητας και την μετατροπή τους σε ουδέτερη γονεικότητα, την εξαφάνιση των ρόλων των δύο φύλων μέσα στην οικογένεια και θέτουν πάνω από τα συμφέροντα των μελλοντικών παιδιών τις σεξουαλικές επιλογές των ομοφυλοφίλων ενηλίκων".

Επί πλέον, η θέσπιση της "υιοθεσίας παιδιών" "καταδικάζει τα μελλοντικά παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς πατέρα ή μητέρα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης των γονεικών ρόλων", αφήνοντας δε ανοικτό παράθυρο για την λεγόμενη "παρένθετη κύηση", που θα δώση κίνητρα "για την εκμετάλλευση ευάλωτων γυναικών" και αλλοίωση του ιερού θεσμού της οικογενείας.

Όλα αυτά η Εκκλησία, η οποία πρέπει να εκφράζη το θέλημα του Θεού και να καθοδηγή ορθόδοξα τα μέλη της, δεν μπορεί να τα αποδεχθή, διότι διαφορετικά θα προδώση την αποστολή της. Και το κάνει αυτό όχι μόνο από αγάπη στα μέλη της, αλλά από αγάπη και στην ίδια την Πολιτεία και τους θεσμούς της, ώστε να προσφέρουν στην κοινωνία και να συντελούν στην ενότητά της.

Αποδεχόμαστε, βέβαια, τα δικαιώματα των ανθρώπων τα οποία κινούνται σε επιτρεπτά όρια, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις τους, αλλά η νομιμοποίηση του απολύτου "δικαιωματισμού", που είναι θεοποίηση των δικαιωμάτων, προκαλεί την ίδια την κοινωνία.

 

5. Η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την οικογένεια, η οποία αποτελεί το κύτταρο της Εκκλησίας, της κοινωνίας και του Έθνους. Σε αυτό πρέπει να συντείνη και η Πολιτεία, όπως διαλαμβάνεται στο ισχύον Σύνταγμα ότι "η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο Γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους" (αρ. 21).

Σύμφωνα δε με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι νόμος του Κράτους (590/1977), "η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος ως... της εξυψώσεως του θεσμού του γάμου και της οικογενείας" (αρ. 2).

Έτσι, προτρέπουμε την Πολιτεία να προβή στην αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος "που εξελίσσεται σε βόμβα έτοιμη να εκραγεί" και είναι το κατ' εξοχήν εθνικό θέμα της εποχής μας, του οποίου η επίλυση υπονομεύεται από το προς ψήφιση νομοσχέδιο, και την καλούμε να υποστηρίξη τις πολύτεκνες οικογένειες που προσφέρουν πολλά στην κοινωνία και το Έθνος.

Όλα τα ανωτέρω η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακοινώνει σε όλα τα μέλη της "με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και αγάπης", διότι όχι μόνο ο λεγόμενος "γάμος των ομοφυλοφίλων" είναι ανατροπή του Χριστιανικού Γάμου και του θεσμού της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας, αλλάζοντας το πρότυπό της, αλλά και διότι η ομοφυλοφιλία έχει καταδικαστή από την σύνολη εκκλησιαστική παράδοση, αρχής γενομένης από τον Απόστολο Παύλο (Ρωμ. α΄, 2432), και αντιμετωπίζεται με την μετάνοια, η οποία είναι αλλαγή τρόπου ζωής.

Εννοείται, βέβαια, ότι υφίσταται η βασική αρχή ότι, ενώ η Εκκλησία καταδικάζει την κάθε αμαρτία ως απομάκρυνση του ανθρώπου από το Φως και την αγάπη του Θεού, συγχρόνως αγαπά τον κάθε αμαρτωλό, διότι και αυτός έχει το "κατ' εικόνα Θεού" και μπορεί να φθάση στο "καθ' ομοίωσιν", εάν συνεργήση στην Χάρη του Θεού.

Αυτόν τον υπεύθυνο λόγο απευθύνει η Ιερά Σύνοδος σε σας, τους ευλογημένους Χριστιανούς, τα μέλη της, και σε όλους όσοι αναμένουν τον λόγο της, διότι η Εκκλησία "αληθεύει εν αγάπη" (Εφ. δ΄, 15) και "αγαπά εν αληθεία" (Β΄ Ιω. α΄, 1).

 

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄. ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 

νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων…».

jesus

«Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, νομικός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων…». Πολλοὶ ἄνθρωποι μέσα στὴν ἱστορία καὶ τὴν ζωὴ πλησίασαν καὶ πλησιάζουν τὸν Χριστὸ μὲ διαφορετικὰ κίνητρα, προθέσεις καὶ σκοπούς. Ἄλλοι γιὰ νὰ τὸν γνωρίσουν ἀπὸ μιὰ φυσικὴ περιέργεια καὶ ἐνδιαφέρον καὶ ἄλλοι γιὰ νὰ τὸν ἐμπιστευθοῦν ἀπὸ ἐλευθερία καὶ ἀγάπη. Ἄλλοι πάλι τὸν πλησιάζουν γιὰ νὰ τὸν ἀπομυθοποιήσουν, ὅπως νομίζουν, καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸν ἀμφισβητήσουν καὶ νὰ τὸν πολεμήσουν. Ἄλλοι τόσοι πλησιάζουν τὸν Χριστὸ, γιὰ νὰ τὸν «πειράξουν» ὁ καθένας μὲ τὸν δικό του τρόπο, ὅπως ὁ νομικὸς τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ σκεφθοῦμε ποιοί καὶ γιατί ἀκολούθησαν τὸν Χριστὸ κατὰ τὴν ἐπίγεια διαδρομὴ καὶ δράση Του. Καταρχὰς τὸν Χριστὸ τὸν ἀκολούθησαν οἱ μαθητές Του, γιατί τὸν ἀναγνώρισαν ὡς δάσκαλό Τους. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀντιλήφθηκαν, ἔστω καὶ ἀτελῶς, τὴν θεϊκὴ ἀποστολή Του. Ἐπίσης, Τὸν ἀκολούθησε ἕνα ἀνώνυμο πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευδαν νὰ Τὸν συναντήσουν, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει γι’ Αὐτὸν καὶ ἤθελαν νὰ Τὸν γνωρίσουν προσωπικὰ καὶ μάλιστα κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ ζητοῦσαν τὴν βοήθειά Του. Κάποιοι ἄλλοι, βέβαια, τὸν ἀκολούθησαν, γιατί εἶχαν γοητευθεῖ ἀπὸ τὴν διδασκαλία Του. Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι ὅλοι αὐτοὶ τὸν ἀναγνώρισαν ὡς μεγάλο προφήτη καὶ ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ καὶ συνέδεσαν τὸ πρόσωπό Του μὲ τὶς μεσσιανικὲς προσδοκίες τῆς ἐποχῆς τους γιὰ μιὰ πολιτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἀποκατάσταση τοῦ Ἰσραήλ.
Ὅμως, ἀνάμεσα σε αὐτοὺς ποὺ πλησίασαν τὸν Χριστὸ ἦταν καὶ μιὰ ἄλλη ὁμάδα ἀνθρώπων μὲ κίνητρα πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ ὅλους τοὺς προηγούμενους. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ ἀνῆκαν στὴν θρησκευτικὴ καὶ κοινωνικὴ ἐλὶτ τῶν Ἰουδαίων τῆς Παλαιστίνης ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, εἶναι οἱ γνωστοὶ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι. Τὰ Εὐαγγέλια ἀναφέρουν συχνὰ ὅτι, κυρίως, οἱ Φαρισαῖοι ἦταν ἡ σκιὰ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσαν σὲ κάθε βῆμα Του, ὄχι βέβαια ἀπὸ θαυμασμὸ καὶ ἐκτίμηση ἢ ἔστω καλοπροαίρετη περιέργεια, ἀλλὰ μὲ ἀπώτερο σκοπὸ νὰ συγκεντρώσουν στοιχεῖα ἐναντίον του. Ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν παγιδεύσουν σὲ θεολογικὲς καὶ πολιτικὲς συζητήσεις, ποὺ θὰ τὸν ἐξέθεταν στὰ μάτια τοῦ λαοῦ καὶ τῶν Ρωμαίων, καὶ ἔτσι θὰ διευκόλυναν τὴν φυσική του ἐξόντωση. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι «πείραξε» τὸν Χριστὸ ὁ νομικὸς τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος. Οἱ ἀπαντήσεις, βέβαια, τοῦ Χριστοῦ τὸν ἀποστόμωσαν.
Ὁ Κύριος στὴν συζήτηση αὐτὴν παρουσίασε τὴν ὁριζόντια καὶ κάθετη διάσταση τῆς ἀγάπης, δηλ. τὴν κατεύθυνσή της πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπο, ἑρμηνεύοντας αὐθεντικὰ τὸν Νόμο, ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε δώσει. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι θεωρητικὴ καὶ συναισθηματικὴ, ἀλλὰ πρακτικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ, ὡς ἀποτέλεσμα ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν πλήρη ἀφοσίωση καὶ ἀνεπιφύλακτη ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Μιὰ τέτοια ἀγάπη εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ σῴζει καὶ αὐτὴ ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι αἰώνια ζωὴ: «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σέ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν» (Ιωαν.17:3).
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πολλὲς φορὲς στοὺς χριστιανικούς μας στοχασμοὺς καὶ προβληματισμοὺς ἂς ἀναρωτιόμαστε: ἐμεῖς ἀκολουθοῦμε τὸν Χριστὸ σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε πνευματικὴ ζωὴ καὶ ἐσωτερικὸ ἀγῶνα; Ἂν τὸν ἀκολουθοῦμε, μὲ τί κίνητρα τὸν πλησιάζουμε; Ἄραγε τὸν γνωρίζουμε καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸν ἐμπιστευόμαστε; Εἶναι γιὰ ἐμᾶς ὁ Χριστὸς πρόσωπο ποὺ συνδεόμαστε μὲ ἀδιάσπαστη πνευματικὴ σχέση, ἡ ὁποία γεμίζει τὴν ψυχή μας, ἢ εἶναι μιὰ θολὴ θρησκευτικὴ ἰδέα ποὺ φανταζόμαστε; Μήπως ἀλλοιώνουμε καὶ διαστρεβλώνουμε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸν λόγο Του; Μήπως ἔγινε γιὰ ἐμᾶς ἡ σχέση μας μὲ τὸν Χριστὸ μιὰ ἀναζήτηση καὶ ἕνα «παιχνίδι τοῦ μυαλοῦ μας» καὶ ὄχι μιὰ συνάντηση καὶ μιὰ δυνατὴ ἐμπειρία τῆς καρδιᾶς μας; Τελικὰ, μήπως μὲ τὴν στάση τῆς ζωῆς μας πειράζουμε καὶ ἐμπαίζουμε τὸν Χριστὸ καὶ ζημιώνουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας περισσότερο ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀδιάφορων ἀνθρώπων, ποὺ πρέπει νὰ ἐμπνέουμε μὲ τὰ λόγια καὶ τὸ παράδειγμά μας;
Τὴν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ ἂς δώσει ὁ καθένας μας μόνο στὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν ζωή του καὶ τὸν ἀγῶνά του. Ἀμήν.-

Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2024

 Γάμος ομοφυλοφίλων : 

Το κείμενο που θα διαβαστεί την Κυριακή στις εκκλησίες 


Το φως της δημοσιότητας βρήκε το κείμενο της εγκυκλίου που απεστάλη στους ιερούς ναούς από την Ιερά Σύνοδο σχετικά με τον γάμο των ομοφυλοφίλων ζευγαριών και αναμένεται να διαβαστεί στις εκκλησίες την ερχόμενη Κυριακή (4.2). Σε αυτό, η Ιερά Σύνοδος σημειώνει ότι η ένωση ομοφυλοφίλων δεν θα γίνει αποδεχτή και τονίζει πως «αλλοιώνεται ο θεσμός της οικογένειας».


Επιπλέον, στο κείμενο που δημοσιεύει το ekklisiaonline  υπογραμμίζεται ότι «ἡ δυαδικότητα τῶν δύο φύσεων καί ἡ συμπληρωματικότητά τους δέν ἀποτελοῦν κοινωνικές ἐπινοήσεις, ἀλλά παρέχονται ἀπό τόν Θεό» καθώς και ότι «ὁ χριστιανικός Γάμος δέν εἶναι ἁπλῆ συμφωνία συμβίωσης, ἀλλά ἱερό Μυστήριο, διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα λαμβάνουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά προχωρήσουν πρός τήν θέωσή τους». Συγκεκριμένα, αναλύονται πέντε κεντρικές θέσεις της Εκκλησίας, για τις οποίες είναι αντίθετη με το νομοσχέδιο που φέρνει η κυβέρνηση στη Βουλή τον Φεβρουάριο. 


«Σέ ἕνα εὐνομούμενο Κράτος ἡ Πολιτεία μέ τά συντεταγμένα ὄργανά της ἔχει τήν ἁρμοδιότητα νά καταρτίζη νομοσχέδια καί νά ψηφίζη νόμους, ὥστε στήν κοινωνία νά ὑπάρχη ἑνότητα, εἰρήνη καί ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, εἶναι θεσμός ἀρχαιότατος, ἔχει διαχρονικές παραδόσεις αἰώνων, συμμετέχει σέ ὅλες τίς κατά καιρούς δοκιμασίες τοῦ λαοῦ, συνετέλεσε ἀποφασιστικά στήν ἐλευθερία του, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἱστορία, τήν παλαιότερη καί τήν πρόσφατη, καί πρέπει ὅλοι νά στέκονται μέ σεβασμό, τόν ὁποῖο κατά καιρούς διακηρύσσουν. 

Ἄλλωστε καί ὅλοι οἱ ἄρχοντες, ἐκτός ἀπό μερικές ἐξαιρέσεις, εἶναι δυνάμει καί ἐνεργείᾳ μέλη της.

 Ἡ Ἐκκλησία οὔτε συμπολιτεύεται οὔτε ἀντιπολιτεύεται, ἀλλά πολιτεύεται κατά Θεόν καί ποιμαίνει ὅλους. 

Γι’ αὐτό καί ἔχει ἰδιαίτερο λόγο πού πρέπει νά γίνεται σεβαστός. Στό θέμα τοῦ λεγομένου «πολιτικοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων», ἡ Ἱερά Σύνοδος ὄχι μόνον δέν μπορεῖ νά σιωπήση, ἀλλά πρέπει νά ὁμιλήση, ἀπό ἀγάπη καί φιλανθρωπία σέ ὅλους. 

Γι’ αὐτό ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν πρόσφατη ἀπόφασή της μέ ὁμόφωνο καί ἑνωτικό τρόπο, γιά λόγους τούς ὁποίους αἰτιολόγησε, δήλωσε ὅτι «εἶναι κάθετα ἀντίθετη πρός τό προωθούμενο νομοσχέδιο», αναφέρεται σε άλλο σημείο της εγκυκλίου. 


Γάμος ομοφυλοφίλων: Αυτό είναι το κείμενο που θα διαβαστεί στις Εκκλησίες

Αναλυτικά όλη η Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:


Ὅπως ἔχετε ἐνημερωθῆ, μόλις πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, δηλαδή τήν 23η Ἰανουαρίου 2024, συνῆλθε ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού εἶναι ἡ Ἀνωτάτη Ἀρχή τῆς Ἐκκλησίας μας, γιά νά μελετήση τό θέμα πού ἀνέκυψε στίς ἡμέρες μας, δηλαδή τήν θέσπιση τοῦ «πολιτικοῦ γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, μέ ὅλες τίς συνέπειες πού ἐπιφέρει αὐτό στό οἰκογενειακό δίκαιο.


Ἡ Ἱεραρχία συζήτησε ἐπαρκῶς τό θέμα αὐτό μέ ὑπευθυνότητα καί νηφαλιότητα, ἀποδεικνύοντας γιά μιά ἀκόμη φορά τήν ἑνότητά της, καί στήν συνέχεια ὁμόφωνα ἀποφάσισε τά δέοντα πού ἔχουν ἀνακοινωθῆ.


Μιά ἀπό τίς ἀποφάσεις πού ἔλαβε εἶναι νά ἐνημερώση τό πλήρωμά της, τό ὁποῖο θέλει νά ἀκούση τίς ἀποφάσεις της καί τίς θέσεις της. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό, ἡ Ἱεραρχία ἀπευθύνεται πρός ὅλους ἐσᾶς, γιά νά διατυπώση τήν ἀλήθεια γιά τό σοβαρό αὐτό θέμα.


Τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, διά μέσου τῶν αἰώνων, εἶναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, μέ τό νά ὁμολογῆ τήν πίστη της, ὅπως τήν ἀποκάλυψε ὁ Χριστός καί τήν ἔζησαν οἱ Ἅγιοί της, καί ποιμαντικό, μέ τό νά ποιμαίνη τούς ἀνθρώπους στήν κατά Χριστόν ζωή. Αὐτό τό ἔργο της φαίνεται στήν Ἁγία Γραφή καί στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, οἱ ὁποῖες θέσπισαν ὅρους γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἱερούς κανόνες, πού καθορίζουν τά ὅρια μέσα στά ὁποῖα πρέπει νά κινοῦνται ὅλα τά μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί καί Λαϊκοί.


Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τίς πνευματικές ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων, ὥστε οἱ Χριστιανοί νά ζοῦν σέ κοινωνία μέ τόν Χριστό καί τούς ἀδελφούς τους, νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν φιλαυτία καί νά ἀναπτυχθῆ ἡ φιλοθεΐα καί ἡ φιλανθρωπία, δηλαδή ἡ ἰδιοτελής, φίλαυτη ἀγάπη νά γίνη ἀνιδιοτελής ἀγάπη.


Ὁ Θεός ἀγαπᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους, δικαίους καί ἀδίκους, ἀγαθούς καί κακούς, ἁγίους καί ἁμαρτωλούς∙ αὐτό κάνει καί ἡ Ἐκκλησία. Ἄλλωστε, ἡ Ἐκκλησία εἶναι πνευματικό Νοσοκομεῖο πού θεραπεύει τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά ἀποκλείη κανέναν, ὅπως δείχνει ἡ παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, τήν ὁποία εἶπε ὁ Χριστός (Λουκ. ι΄, 3037). Τό ἴδιο κάνουν καί τά νοσοκομεῖα καί οἱ ἰατροί γιά τίς σωματικές ἀσθένειες. Ὅταν οἱ ἰατροί κάνουν χειρουργικές ἐπεμβάσεις στούς ἀνθρώπους, κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῆ ὅτι δέν ἔχουν ἀγάπη. Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι ἀνταποκρίνονται διαφορετικά σέ αὐτήν τήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας∙ ἄλλοι τήν ἐπιθυμοῦν καί ἄλλοι ὄχι. Ὁ ἥλιος ἀποστέλλει τίς ἀκτῖνες του σέ ὅλη τήν κτίση, ἄλλοι ὅμως φωτίζονται καί ἄλλοι καίγονται, καί αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τήν φύση αὐτῶν πού δέχονται τίς ἡλιακές ἀκτῖνες.


Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία ἀγαπᾶ ὅλα τά βαπτισθέντα παιδιά της καί ὅλους τούς ἀνθρώπους πού εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, μικρούς καί μεγάλους, ἀγάμους καί ἐγγάμους, Κληρικούς, Μοναχούς καί Λαϊκούς, ἐπιστήμονες καί μή, ἄρχοντες καί ἀρχομένους, ἑτεροφύλους καί ὁμοφυλοφίλους, καί ἀσκεῖ τήν φιλάνθρωπη ἀγάπη της, ἀρκεῖ, βέβαια, νά τό θέλουν καί οἱ ἴδιοι καί νά ζοῦν πραγματικά στήν Ἐκκλησία.


Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γιά τόν Γάμο ἀπορρέει ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί τήν διάταξη τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου.

Στό βιβλίο τῆς Γενέσεως γράφεται: «Καί ἐποίησεν ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς. Καί εὐλόγησεν αὐτούς λέγων˙ αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτήν καί ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καί τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καί πάντων τῶν κτηνῶν καί πάσης τῆς γῆς καί πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπί τῆς γῆς» (Γεν., 1, 2728).


Αὐτό σημαίνει ὅτι «ἡ δυαδικότητα τῶν δύο φύσεων καί ἡ συμπληρωματικότητά τους δέν ἀποτελοῦν κοινωνικές ἐπινοήσεις, ἀλλά παρέχονται ἀπό τόν Θεό»∙ «ἡ ἱερότητα τῆς ἕνωσης ἄνδρα καί γυναίκας παραπέμπει στήν σχέση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας»∙ «ὁ χριστιανικός Γάμος δέν εἶναι ἁπλῆ συμφωνία συμβίωσης, ἀλλά ἱερό Μυστήριο, διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα λαμβάνουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά προχωρήσουν πρός τήν θέωσή τους»∙ «ὁ πατέρας καί ἡ μητέρα εἶναι συστατικά στοιχεῖα τῆς παιδικῆς καί τῆς ἐνήλικης ζωῆς».


Ὅλη ἡ θεολογία τοῦ Γάμου φαίνεται καθαρά στήν ἀκολουθία τοῦ Μυστηρίου τοῦ Γάμου, στά τελούμενα καί τίς εὐχές. Σ’ αὐτό τό Μυστήριο ἡ ἕνωση ἀνδρός καί γυναικός ἱερολογεῖται ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, μέ τίς ἀπαραίτητες προϋποθέσεις. Τά ἀποτελέσματα τοῦ ἐν Χριστῷ Γάμου εἶναι ἡ δημιουργία καλῆς συζυγίας καί οἰκογενείας, ἡ γέννηση παιδιῶν, ὡς καρποῦ τῆς ἀγάπης τῶν δύο συζύγων, ἄνδρα καί γυναίκας, καί ἡ σύνδεσή τους μέ τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ μή ὕπαρξη παιδιῶν χωρίς τήν εὐθύνη τῶν συζύγων, δέν διασπᾶ τήν ἐν Χριστῷ συζυγία.


Ἡ χριστιανική παραδοσιακή οἰκογένεια ἀποτελεῖται ἀπό πατέρα, μητέρα καί παιδιά, καί σέ αὐτήν τήν οἰκογένεια τά παιδιά ἀναπτύσσονται, γνωρίζοντας τήν μητρότητα καί τήν πατρότητα πού θά εἶναι ἀπαραίτητα στοιχεῖα στήν μετέπειτα ἐξέλιξή τους.


Ἐξ ἄλλου, ὅπως φαίνεται στό «Εὐχολόγιο» τῆς Ἐκκλησίας, ὑπάρχει σαφέστατη σύνδεση μεταξύ τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος, τοῦ Γάμου, τῆς Ἐξομολογήσεως καί τῆς Θείας Κοινωνίας τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Κάθε διάσπαση αὐτῆς τῆς σύνδεσης δημιουργεῖ ἐκκλησιολογικά προβλήματα.


Ἑπομένως, βαπτιζόμαστε καί χριόμαστε γιά νά κοινωνήσουμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Γίνεται ὁ Γάμος ὥστε οἱ σύζυγοι καί ἡ οἰκογένεια νά συμμετέχουν στό Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί νά κοινωνοῦν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Κάθε διάσπαση τῆς σχέσεως αὐτῆς τῶν Μυστηρίων συνιστᾶ τήν ἐκκοσμίκευση.


Ἡ Ἐκκλησία βασίζεται σέ αὐτήν τήν Παράδοση, πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στούς Ἁγίους, καί δέν μπορεῖ νά ἀποδεχθῆ κάθε ἄλλη μορφή Γάμου, πολλῷ δέ μᾶλλον τόν λεγόμενο «ὁμοφυλοφιλικό γάμο».


Σέ ἕνα εὐνομούμενο Κράτος ἡ Πολιτεία μέ τά συντεταγμένα ὄργανά της ἔχει τήν ἁρμοδιότητα νά καταρτίζη νομοσχέδια καί νά ψηφίζη νόμους, ὥστε στήν κοινωνία νά ὑπάρχη ἑνότητα, εἰρήνη καί ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησία, ὅμως, εἶναι θεσμός ἀρχαιότατος, ἔχει διαχρονικές παραδόσεις αἰώνων, συμμετέχει σέ ὅλες τίς κατά καιρούς δοκιμασίες τοῦ λαοῦ, συνετέλεσε ἀποφασιστικά στήν ἐλευθερία του, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἱστορία, τήν παλαιότερη καί τήν πρόσφατη, καί πρέπει ὅλοι νά στέκονται μέ σεβασμό, τόν ὁποῖο κατά καιρούς διακηρύσσουν. Ἄλλωστε καί ὅλοι οἱ ἄρχοντες, ἐκτός ἀπό μερικές ἐξαιρέσεις, εἶναι δυνάμει καί ἐνεργείᾳ μέλη της. Ἡ Ἐκκλησία οὔτε συμπολιτεύεται οὔτε ἀντιπολιτεύεται, ἀλλά πολιτεύεται κατά Θεόν καί ποιμαίνει ὅλους. Γι’ αὐτό καί ἔχει ἰδιαίτερο λόγο πού πρέπει νά γίνεται σεβαστός.


Στό θέμα τοῦ λεγομένου «πολιτικοῦ γάμου τῶν ὁμοφυλοφίλων», ἡ Ἱερά Σύνοδος ὄχι μόνον δέν μπορεῖ νά σιωπήση, ἀλλά πρέπει νά ὁμιλήση, ἀπό ἀγάπη καί φιλανθρωπία σέ ὅλους. Γι’ αὐτό ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν πρόσφατη ἀπόφασή της μέ ὁμόφωνο καί ἑνωτικό τρόπο, γιά λόγους τούς ὁποίους αἰτιολόγησε, δήλωσε ὅτι «εἶναι κάθετα ἀντίθετη πρός τό προωθούμενο νομοσχέδιο».


Καί αὐτή ἡ σαφής ἀπόφασή της στηρίζεται στό ὅτι «οἱ ἐμπνευστές τοῦ νομοσχεδίου καί οἱ συνευδοκοῦντες σέ αὐτό προωθοῦν τήν κατάργηση τῆς πατρότητας καί τῆς μητρότητας καί τήν μετατροπή τους σέ οὐδέτερη γονεϊκότητα, τήν ἐξαφάνιση τῶν ρόλων τῶν δύο φύλων μέσα στήν οἰκογένεια καί θέτουν πάνω ἀπό τά συμφέροντα τῶν μελλοντικῶν παιδιῶν τίς σεξουαλικές ἐπιλογές τῶν ὁμοφυλοφίλων ἐνηλίκων».


Ἐπί πλέον, ἡ θέσπιση τῆς «υἱοθεσίας παιδιῶν» «καταδικάζει τά μελλοντικά παιδιά νά μεγαλώνουν χωρίς πατέρα ἤ μητέρα σέ ἕνα περιβάλλον σύγχυσης τῶν γονεϊκῶν ρόλων», ἀφήνοντας δέ ἀνοικτό παράθυρο γιά τήν λεγόμενη «παρένθετη κύηση», πού θά δώση κίνητρα «γιά τήν ἐκμετάλλευση εὐάλωτων γυναικῶν» καί ἀλλοίωση τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας.


Ὅλα αὐτά ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία πρέπει νά ἐκφράζη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά καθοδηγῆ ὀρθόδοξα τά μέλη της, δέν μπορεῖ νά τά ἀποδεχθῆ, διότι διαφορετικά θά προδώση τήν ἀποστολή της. Καί τό κάνει αὐτό ὄχι μόνο ἀπό ἀγάπη στά μέλη της, ἀλλά ἀπό ἀγάπη καί στήν ἴδια τήν Πολιτεία καί τούς θεσμούς της, ὥστε νά προσφέρουν στήν κοινωνία καί νά συντελοῦν στήν ἑνότητά της. Ἀποδεχόμαστε, βέβαια, τά δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων τά ὁποῖα κινοῦνται σέ ἐπιτρεπτά ὅρια, σέ συνδυασμό μέ τίς ὑποχρεώσεις τους, ἀλλά ἡ νομιμοποίηση τοῦ ἀπολύτου «δικαιωματισμοῦ», πού εἶναι θεοποίηση τῶν δικαιωμάτων, προκαλεῖ τήν ἴδια τήν κοινωνία.


Ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται γιά τήν οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό κύτταρο τῆς Ἐκκλησίας, τῆς κοινωνίας καί τοῦ Ἔθνους. Σέ αὐτό πρέπει νά συντείνη καί ἡ Πολιτεία, ὅπως διαλαμβάνεται στό ἰσχῦον Σύνταγμα ὅτι «ἡ οἰκογένεια ὡς θεμέλιο τῆς συντήρησης καί προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, καθώς καί ὁ Γάμος, ἡ μητρότητα καί ἡ παιδική ἡλικία τελοῦν ὑπό τήν προστασία τοῦ Κράτους» (ἄρ. 21).


Σύμφωνα δέ μέ τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, πού εἶναι νόμος τοῦ Κράτους (590/1977), «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος συνεργάζεται μετά τῆς Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινοῦ ἐνδιαφέροντος ὡς… τῆς ἐξυψώσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας» (ἄρ. 2).

Ἔτσι, προτρέπουμε τήν Πολιτεία νά προβῆ στήν ἀντιμετώπιση τοῦ Δημογραφικοῦ προβλήματος «πού ἐξελίσσεται σέ βόμβα ἕτοιμη νά ἐκραγεῖ» καί εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν ἐθνικό θέμα τῆς ἐποχῆς μας, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπίλυση ὑπονομεύεται ἀπό τό πρός ψήφιση νομοσχέδιο, καί τήν καλοῦμε νά ὑποστηρίξη τίς πολύτεκνες οἰκογένειες πού προσφέρουν πολλά στήν κοινωνία καί τό Ἔθνος.


Ὅλα τά ἀνωτέρω ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀνακοινώνει σέ ὅλα τά μέλη της «μέ αἴσθημα ποιμαντικῆς εὐθύνης καί ἀγάπης», διότι ὄχι μόνο ὁ λεγόμενος «γάμος τῶν ὁμοφυλοφίλων» εἶναι ἀνατροπή τοῦ Χριστιανικοῦ Γάμου καί τοῦ θεσμοῦ τῆς πατροπαράδοτης ἑλληνικῆς οἰκογένειας, ἀλλάζοντας τό πρότυπό της, ἀλλά καί διότι ἡ ὁμοφυλοφιλία ἔχει καταδικαστῆ ἀπό τήν σύνολη ἐκκλησιαστική παράδοση, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Ρωμ. α΄, 2432), καί ἀντιμετωπίζεται μέ τήν μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι ἀλλαγή τρόπου ζωῆς.


Ἐννοεῖται, βέβαια, ὅτι ὑφίσταται ἡ βασική ἀρχή ὅτι, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία καταδικάζει τήν κάθε ἁμαρτία ὡς ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Φῶς καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, συγχρόνως ἀγαπᾶ τόν κάθε ἁμαρτωλό, διότι καί αὐτός ἔχει τό «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» καί μπορεῖ νά φθάση στό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἐάν συνεργήση στήν Χάρη τοῦ Θεοῦ.


Αὐτόν τόν ὑπεύθυνο λόγο ἀπευθύνει ἡ Ἱερά Σύνοδος σέ σᾶς, τούς εὐλογημένους Χριστιανούς, τά μέλη της, καί σέ ὅλους ὅσοι ἀναμένουν τόν λόγο της, διότι ἡ Ἐκκλησία «ἀληθεύει ἐν ἀγάπῃ» (Ἐφ. δ΄, 15) καί «ἀγαπᾶ ἐν ἀληθείᾳ» (Β΄ Ἰω. α΄, 1).


† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος

† Ὁ Καρυστίας καί Σκύρου Σεραφείμ

† Ὁ Μονεμβασίας καί Σπάρτης Εὐστάθιος

† Ὁ Νικαίας Ἀλέξιος

† Ὁ Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Χρυσόστομος

† Ὁ Ἱερισσοῦ, Ἁγίου Ὄρους καί Ἀρδαμερίου Θεόκλητος

† Ὁ Μαρωνείας καί Κομοτηνῆς Παντελεήμων

† Ὁ Κίτρους καί Κατερίνης Γεώργιος

† Ὁ Ἰωαννίνων Μάξιμος

† Ὁ Ἐλασσῶνος Χαρίτων

† Ὁ Θήρας, Ἀμοργοῦ καί Νήσων Ἀμφιλόχιος

† Ὁ Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Νικηφόρος

† Ὁ Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας Δαμασκηνός.


ekklisiaonline.gr

ATHENS VOICE. 

nikiforospress.

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2024

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ 


 Δέκα λεπροί άνδρες αντίκρυσαν τον Χριστό και όπως και ο τυφλός, ο Βαρτίμαιος, ο ζητιάνος τυφλός που καθημερινά με μόνη συντροφιά του το σκοτάδι του, άνοιγε παρακλητικά και υπομονετικά το χέρι του στους διαβάτες, για να κατορθώσει να ζήσει κι αυτός, όπ
ως η Χαναναία που ικετευτικά ζητούσε έλεος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, «ήραν φωνήν λέγοντες. Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς», φώναξαν δυνατά: «Ιησού διδάσκαλε, λυπήσου μας». Δεν απογοήτευσε η σκληροκαρδία. Ευτυχώς που ο τυφλός ο Βαρτίμαιος, παρά τη σκληροκαρδία των συμπολιτών του, που προσπαθούσαν να του κλείσουν το στόμα για να μην ενοχλεί, «πολλώ μάλλον έκραζε, υιέ Δαυίδ ελέησον με». Και έτσι η επιμονή του δικαιώθηκε. Έτσι οι ελπίδες του εκπληρώθηκαν. Και γέμισαν ξανά με φως τα σβησμένα του μάτια. Γιατί όπως μας βεβαιώνει και πάλι ο Λουκάς, ο Κύριος κάλεσε τον τυφλό κοντά του και τον θεράπευσε. Και οι δέκα λεπροί, αδελφοί μου, οι δέκα δυστυχισμένοι άνθρωποι, οι αποδιωγμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία, για το καλό της βέβαια, για την ησυχία της και την ασφάλειά της, αλήθεια πόσο παίζουμε εδώ με τις λέξεις, έμεναν στο περιθώριο και ούτε καν τους επιτρέπονταν να πλησιάσουν άνθρωπο. Και τούτοι εδώ πήρανε χαμπάρι τον Ιησού που πλησίαζε στα μέρη τους. Και τούτοι εδώ άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν, να κραυγάζουν και να εκλιπαρούν. «ήραν φωνήν λέγοντες. Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» Δυο τρεις λέξεις μια προσευχή. Μια φράση μικρή, μια ικεσία μεγάλη. Μια ικεσία, που όπως φαίνεται και στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, έχει μεγάλη δύναμη. Ελκύει το έλεος του Θεού και απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε κακοδαιμονία. Αδελφοί μου! Η ικεσία των λεπρών είναι η αδιάλειπτη προσευχή της Εκκλησίας μας που την ακούμε σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία. Σε κάθε αίτηση του Ιερέως εμείς απαντάμε με το «Κύριε ελέησον». Και εφ’ όσον όλοι μας είμαστε μέλη της Εκκλησίας, όλοι πρέπει να αποκτήσουμε εκκλησιαστικό φρόνημα, και να γίνει δική μας ζωή και δικό μας φρόνημα, η ικεσία τούτη. Να είναι και η δική μας αδιάλειπτη προσευχή. Αδελφοί μου! Μια παραπερα ερμηνεία της ικεσίας των λεπρών και της δεήσεως της Εκκλησίας, είναι η λεγομένη «ευχή» του Ιησού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», την οποίαν οι άγιοι Πατέρες παραγγέλουν να λέμε συχνά, για να απαλλαγούμε από την πνευματική μας λέπρα. Και η αξία της «ευχής» είναι ανυπολόγιστη, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται στενά η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της αμαρτωλότητός μας και ακριβώς σ’ αυτόν τον υπέροχο συνδυασμό βρίσκεται όλο το μακάριο πνεύμα της αγίας μας Ορθοδοξίας. Είναι αυτή η «ευχή» το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας μας, που ρέει από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες και συνοψί¬ζει ολόκληρη τη δογματική της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Η «μονολόγιστη» αυτή προσευχή, η «ευχή του Ιησού», αποτελεί την ακατάπαυστη κραυγή του πιστού Ορθοδόξου Χριστιανού προς το Θεό για τη σω¬τηρία του. Μ' αυτή την προσευχή μπορούμε να προ¬σευχόμαστε παντού και πάντοτε σε κάθε δουλειά και σε κάθε περίσταση. Μπορεί να τη λέγει κανείς νο¬ερά και την ώρα των εκκλησιαστικών ακολουθιών, αλλά κυρίως όταν εργασία η αρρώστια, σε κρατούν, μακριά από την Εκκλησία. Μ' αυτή την «νοερά» προσευχή, η φλεγόμενη από την αγάπη του Κυρίου ψυχή, αναζητά επίμονα Αυτόν που μπορεί να την σώσει. Και διαθέτει μια θαυμαστή ευελιξία. Είναι προσευχή για αρχάριους, αλλά και προσευχή που μπορεί να οδηγήσει στα βαθύτερα μυστήρια του θεωρητικού βίου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον καθένα, οποτεδήποτε και οπουδήποτε: περιμένοντας κάπου στην ουρά, περπατώντας, ταξιδεύοντας με το λεωφορείο ή το τρένο. Στη δουλειά, ή τη νύχτα, όταν δεν σου κολλάει ο ύπνος. Σε στιγμές ιδιαίτερης αγωνίας, όταν είναι αδύνατο να συγκεντρωθεί κανείς σε άλλου είδους προσευχή. Η προσευχή του Ιησού αποδεικνύεται μεγάλη πηγή θάρρους και χαράς γι' αυτούς που την προφέρουν συνέχεια, αλλά και γι' αυτούς που τη χρησιμοποιούν περιστασιακά. (Α΄Θεσσαλ. 5, 17). Τhe Way of a Pilgrim, σς. 17-18 / απόσπασμα από το βιβλίο "Ορθόδοξη Εκκλησία" του επισκόπου Κάλλιστου Ware: «Με την συνεχή αυτή ευχή θα διαλυθούν όλες oι εσωτερικές ταραχές, φόβοι, στενοχώριες και θα σε βοηθήσει ό Χριστός ν' αποκτήσεις καρδίαν συντετριμμένην και τότε ακριβώς θα συντριβή εις την τελειότητα ή δύναμις του Σατανά. Όπως κάποιος φοβάται να πιάσει με το χέρι του ένα πυρακτωμένο σίδερο, έτσι και ό διάβολος φοβάται την συντριβή της καρδίας, την οποίαν προκαλεί ή ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Ή συντριβή της καρδιάς πού προκαλεί η συνεπής αυτή ευχή διώχνει την αμαρτία και κάθε σατανική πονηρία, ταπεινώνει την Έπαρσιν του Εωσφόρου και εξασφαλίζει την σωτηρίαν της ψυχής. Μπροστά εις την συντετριμμένην καρδίαν με την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ό Σατανάς και οι δαίμονές του φεύγουν πιο γρήγορα και από την αστραπή. Όταν ό δαίμονας περιεργάζεται την καρδιά σου πού λέγει την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, πρώτα ετοιμάζει τα βήματά του για να φύγει από τον φόβο του, μήπως συνετρίβη η καρυδιά σου με την ευχή αυτή. Όπως το φίδι περισσότερο από κάθε άλλη πληγή φοβάται τα νύχια του γάτου, έτσι και ό δαίμονας περισσότερο από κάθε άλλην αρετή φοβάται την συντριβή της καρδιάς από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Φαρμακερά είναι στο φίδι τα νύχια του γάτου, άλλα στην ψυχή του ανθρώπου είναι επτά φορές πιο φαρμακερά τα νύχια του διαβόλου, ενώ ή συντριβή της καρδίας γι' αυτόν είναι εβδομήντα επτά φορές πιο φαρμακερή από τα δικά του νύχια, ύστερα από την Ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Διασκευή και μεταγλώττιση από αρχαίο χειρόγραφο της Ί. Μονής Κωσταμονίτου. Αγίου Όρους Ας ακούσουμε, τελειώνοντας τα λόγια ενός Προσκυνητή από το περίφημο βιβλίο «Περιπέτειες ενός Προσκυνητή» ο οποίος γυρνούσε τον κόσμο ψάχνοντας να βρει ασκητές να του μιλήσουν για αυτή τη προσευχή.: Έτσι πορεύομαι τώρα, και επαναλαμβάνω ασίγαστα την Προσευχή του Ιησού, που μου είναι πολυτιμότερη και γλυκύτερη από καθετί άλλο στον κόσμο. Μερικές φορές κάνω σαράντα τρία με σαράντα τέσσερα μίλια τη μέρα, και δεν αισθάνομαι πως περπάτησα καθόλου. Έχω τη συνείδηση μόνο του γεγονότος πως επαναλαμβάνω την προσευχή. Όταν με διατρυπάει το πικρό κρύο, αρχίζω να λέω την προσευχή πιο ζωηρά, και γρήγορα ζεσταίνομαι. Όταν αρχίζει να με βασανίζει η πείνα, καλώ πιο συχνά το Όνομα του Ιησού, και ξεχνώ την επιθυμία του φαγητού. Όταν αρρωσταίνω και με πιάνουν οι ρευματισμοί στην πλάτη και στα πόδια, συγκεντρώνω τις σκέψεις μου στην Προσευχή, και δεν προσέχω τον πόνο. Αν κάποιος με πληγώσει, αρκεί να σκεφτώ "Πόσο γλυκιά είναι η Προσευχή του Ιησού!" και ο πόνος και ο θυμός περνούν και ξεχνώ τα πάντα… Ευχαριστώ τον Θεό που καταλαβαίνω τώρα το νόημα των λέξεων που άκουσα στον Απόστολο - Αδιαλείπτως προσεύχεσθε απόσπασμα από το βιβλίο "Ορθόδοξη Εκκλησία" του επισκόπου Κάλλιστου Ware

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

 

 Εὐαγγέλιον: Ματθ. δ' 12-17

 

᾿Αδελφοί  μου χριστιανοί,

῾Η σημερινή Κυριακή ὀνομάζεται Κυριακή μετά τά Φῶτα, διότι εὑρίσκεται ἡμερολογιακῶς μετά τήν ῾Εορτήν τῶν ῾Αγίων Θεοφανείων, πού ὀνομάζονται καί Φῶτα.

Εἰς τό Εὐαγγέλιον, τό ὁποῖον διαβάζει σήμερα ἡ ᾿Εκκλησία μας, ἀπό τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, καταγράφεται ὅτι συνέλαβαν τόν Πρόδρομον ᾿Ιωάννην καί τόν ἐφυλάκισαν, μέ ἐντολήν τοῦ αἱμοχαροῦς ῾Ηρώδου, διά νά μή ἀκούη τόν ἔλεγχον του. Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ἀνεχώρησε εἰς τήν Γαλιλαίαν, ἄφησε τήν Ναζαρέτ καί ἦλθε καί ἔμεινεν εἰς τήν παραθαλασσίαν πόλιν τῆς Καπερναούμ. Καί αὐτό τό σημεῖον τό προεφήτευσεν ὁ Προφήτης ῾Ησαΐας, ὅταν ἔγραφε, «Γῆ Ζαβουλών καί γῆ Νεφθαλείμ, ὁδόν θαλάσσης, πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τούς καθημένους ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (῾Ησ. η' 22). ᾿Από ἐδῶ ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ἀρχίζει τό κήρυγμα του, καί μάλιστα μέ τά ἴδια λόγια τοῦ Τιμίου Προδρόμου. «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Βλέπομεν λοιπόν, τήν ἐναρμόνισιν τῶν Γραφῶν καί τοῦ Κηρύγματος. Προφητεύουν οἱ Προφῆται ἑκατοντάδες χρόνια πρό Χριστοῦ, καί ἀποκαλύπτονται ὅλα εἰς τό πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Τίμιος Πρόδρομος καλεῖ τόν λαόν νά ἑτοιμασθῆ διά τῆς μετανοίας καί νά ὑποδεχθῆ τόν Μεσσίαν. Καί ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ἀρχίζει τό κήρυγμα του, μέ τό κήρυγμα τῆς μετανοίας, πού ἐκήρυττεν ὁ Τίμιος Πρόδρομος. Διότι ἡ μετάνοια εἶναι ἡ μόνη ὁδός πρός τήν σωτηρίαν. Βλέπομεν τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ὅταν ἀποστέλλει τούς Μαθητάς του εἰς τό Κήρυγμα, τούς παραγγέλλει νά κηρύξουν μετάνοιαν εἰς ὅλους τούς λαούς.

῾Η συνισταμένη τοῦ θείου Κηρύγματος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μετάνοια. Καί τό χαροποιόν μήνυμα τοῦ Κηρύγματος εἶναι, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός ἀναμένει ὅλους εἰς ἐπιστροφήν, εἰς μετάνοιαν, διά νά δώση τήν συγχώρησιν καί τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν. Θά κηρύξη ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια' 28).

῾Ο ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης γράφει, ὅτι «ὁ ᾿Ιορδάνης ποταμός συμβολίζει τήν μετάνοιαν. Διότι εἰς τόν ᾿Ιορδάνην ποταμόν, ἐβάπτιζεν ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Βαπτιστής, βάπτισμα μετανοίας. Καί ἡ ἀξίνη πού  ἀναφέρεται ἐκεῖ, εἶναι ἡ ἁμαρτία. Διότι καί ἡ ἁμαρτία εἶναι βαρεῖα καί κατωφερής, ὡς ὁ σίδηρος καί τό μολύβι. Διά τοῦτο καί ὁ Δαβίδ γράφει εἰς τόν Ψαλμόν του, «αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τήν κεφαλήν μου, ὡσεί φορτίον βαρύ ἐβαρύνθησαν ἐπ᾿ ἐμέ» (Ψαλμ. λθ' 4).

Καί συνεχίζει ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης. «Μή φοβηθῆς ἀδελφέ μου, μπροστά εἰς τήν ἁμαρτίαν, μηδέ ἀπελπίσης τήν σωτηρίαν σου. Στάσου ἀνδρεῖος, καί ἀντιπολέμησον τόν ἐχθρόν διάβολον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νά σέ ἀπολέση μέ τήν ἀπόγνωσιν. Δεῖξον μετάνοιαν ἀληθινήν εἰς τόν Θεόν. Πήγαινε εἰς τόν Πνευματικόν, καί ἐξομολογήσου μέ κατάνυξιν ὅλες τίς ἁμαρτίες σου. Σύντριψον τήν καρδίαν σου. Δέξαι τόν Κανόνα, πού θά σοῦ δώση ὁ Πνευματικός καί κάμε τελείαν ἀποχήν τῆς ἁμαρτίας. Δέν ὑπάρχει ἁμαρτία ἀσυγχώρητος, παρά μόνον ἡ ἀμετανόητος.

᾿Εάν ἔτσι μετανοήσης, ἀγαπητέ, ἤξευρε ὅτι ἡ γνησία αὐτή μετάνοια σου, θά σέ ἀνεβάση ἀπό τό βάθος τῆς κακίας, διά τῆς Χάριτος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, εἰς τό ὕψος τῆς θείας συγγνώμης. Καθώς τότε καί ὁ ᾿Ιορδάνης, ὁ εἰς τύπον τῆς μετανοίας παραλαμβανόμενος, ἀνεβίβασε τήν βαρεῖαν ἐκίνην ἀξίνην διά τῆς Χάριτος τοῦ Σταυροῦ.

῾Ο διάβολος εἶναι δράκων μέγας εἰς τήν θάλασσαν τοῦ βίου καί τῶν ἡδονῶν διατριβῶν, καί εἶναι ἕτοιμος νά καταβρωχθίση κάθε ἁμαρτωλόν ἀμετανόητον. ᾿Εάν ὅμως δέν ἀπελπισθῆ ὁ ἁμαρτωλός καί φωνάξει μέσα ἀπό τήν ἁμαρτίαν του ἐκ βάθους καρδίας, Κύριε σῶσον με, τόν ἀκούει ὁ Θεός καί δίδει εἰς αὐτόν τρόπον καί τόπον διά νά μετανοήση καί νά σωθῆ».

῞Ενας ἀσκητής σημειώνει, ὅτι δέν θά καταδικασθοῦμε διότι ἁμαρτήσαμε ἁπλῶς, ἀλλά διότι δέν μετανοήσαμεν. Δύο δρόμοι ὑπάρχουν τῆς σωτηρίας, οἱ ὁποῖοι διαβαίνουν μέσα ἀπό τήν ᾿Εκκλησίαν. ῾Η ὁδός τῆς ἀθωότητος καί τῆς ἁγιότητος, τήν ὁποίαν καθαγιάζει ἡ ᾿Εκκλησία διά τῶν Μυστηρίων, καί ἡ ὁδός τῆς μετανοίας, ἡ ὁποία διαβαίνει μέσα ἀπό τό Μυστήριον τῆς ἱερᾶς ᾿Εξομολογήσεως καί ἐπαναφέρει τόν χριστιανόν εἰς τήν ἀθωότητα.

῞Οταν ὁ Χριστός ἀρχίζει τό Κήρυγμα μέ τήν φράσιν: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», κηρύττει καί ἐννοεῖ, ὅτι εἴμεθα προσκεκλημένοι εἰς τήν σωτηρίαν, εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, εἰς τήν ὁποίαν ὁδηγεῖ ἡ ὁδός τῆς ἀθωότητος καί τῆς ἁγιότητος. ῾Επομένως, προσέξετε τήν ἁμαρτίαν, καί ἐάν ἔχετε πέσει εἰς αὐτήν, μετανοήσατε, διά νά ἐπανέλθετε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.

Μᾶς περιμένει λοιπόν ὁ Κύριος εἰς τήν ἐπιστροφήν, εἰς τήν μετάνοιαν, εἰς τήν ὁδόν τῆς μετανοίας, εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Καί ἔδωκε τήν ᾿Εκκλησίαν, ἡ ὁποία ἱερουργεῖ τόν Λόγον καί τά ἱερά Μυστήρια, ὡς τήν Κιβωτόν τῆς σωτηρίας, μέσα εἰς τήν ὁποίαν ἐνσωματωμένοι οἱ χριστιανοί, σώζονται.

῎Ετσι λοιπόν, σημειώνει ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, «διά τῆς πίστεως εἰς τόν ᾿Ενανθρωπήσαντα Θεόν, τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, ἡμεῖς μέν  θέλομεν φανῆ νικηταί τῆς ἁμαρτίας καί ἀνώτεροι, ἡ δέ ἁμαρτία θέλει μείνη νικημένη ἀπό ἡμᾶς. Διότι καθώς ἐκεῖνοι ὅπου θέλουν νά νικήσουν ἕναν γίγαντα καί μεγαλόσωμον ἐχθρόν, ἀναβαίνουν εἰς μίαν ὑψηλήν καί στρερεάν πέτραν, καί ἀπό ἐκεῖ κτυποῦν καί θανατώνουν τόν ἐχθρόν, ἔτσι καί ὅποιος χριστιανός θέλει νά νικήση τήν ἁμαρτίαν καί τόν ἐχθρόν του Διάβολον, πρέπει νά ἀναβαίνη νοερῶς ἐπάνω εἰς τήν ὑψηλήν καί στερεάν Πέτραν τόν ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καί ἀπό ἐκεῖ νά κτυπᾶ τόν ἐχθρόν του καί νά τόν καταβάλη διά τῆς Χάριτος καί δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ».

Αὐτά τά Μηνύματα μᾶς προσφέρει σήμερα ἡ ῾Αγιωτάτη ᾿Εκκλησία μας, καθώς ἐκλείσαμεν τόν κύκλον τῶν ῾Εορτῶν τῶν Χριστουγέννων καί ἀκούσαμεν τό πρῶτον Κήρυγμα τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». ῾Ο Χριστός μᾶς καλεῖ νά γίνωμεν οὐρανοπολῖται. ῎Ας Τόν ἀκούσωμεν, ἄς Τόν ἀκολουθήσωμεν. ᾿Αμήν.

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν, ευρισκόμενο μέσα στην όλη ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, αναφέρεται σε τρία γεγονότα: στη φυγή της αγίας
οικογένειας στην Αίγυπτο, κατόπιν προτροπής αγγέλου στον ύπνο του Ιωσήφ, λόγω της δαιμονιώδους οργής του Ηρώδη, στη σφαγή των νηπίων από τον παράφρονα Ηρώδη και στην επάνοδο της αγίας οικογένειας στην Ιουδαία και την εγκατάστασή της στην πόλη της Ναζαρέτ. Η σφαγή των νηπίων μάλιστα, τρομακτική και μόνον ως λέξη, αποτελεί και το περιεχόμενο της μνήμης της σημερινής ημέρας, 29 Δεκεμβρίου, γι᾽ αυτό και σ᾽ αυτήν θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας, καθοδηγούμενοι μάλιστα από το συναξάρι του όρθρου, το οποίο στοιχεί στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.

«Όταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων Ηρώδης πρόσταξε τους μάγους να γυρίσουν πίσω και του αναφέρουν τα σχετικά με τον βασιλιά που γεννήθηκε, τον οποίο φανέρωνε ο αστέρας που ακολουθούσαν, προκειμένου τάχα μαζί με εκείνους να τον προσκυνήσει και αυτός, κι αφού ο άγγελος είπε στους μάγους να μη γυρίσουν στον Ηρώδη αλλά από άλλη οδό να αναχωρήσουν για τη χώρα τους, κάτι που το έκαναν, είδε λοιπόν ο Ηρώδης ότι εμπαίχθηκε από αυτούς και οργίστηκε πολύ. Κι αφού ερεύνησε ακριβώς για τον χρόνο του αστέρος που φάνηκε και έστειλε στρατιώτες, φόνευσε όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ και στα όριά της, από δύο χρονών και κάτω, γιατί σκέφτηκε ότι αν φονεύσει όλα τα παιδιά, οπωσδήποτε θα πεθάνει και ο μελλοντικός βασιλιάς και δεν θα καταστεί απειλή γι’ αυτόν. Ματαίως όμως κόπιασε ο παράφρων, διότι δεν γνώριζε ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει τη βουλή του Θεού. Οπότε στα μεν παιδιά προξένησε τη βασιλεία των Ουρανών, στον δε εαυτό του την αιώνια κόλαση».

Το κύριο πρόβλημα που θέτει η σημερινή ημέρα, της μνήμης όπως είπαμε των σφαγιασθέντων νηπίων από τον Ηρώδη, είναι η εξώφθαλμη αδικία που διαπράχθηκε τότε, γεγονός που οδηγεί στο πάντα επίκαιρο και ουδέποτε αποδεκτό από την ανθρώπινη λογική πρόβλημα της θεοδικίας: γιατί βρέφη και νήπια, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους, την έχασαν και μάλιστα με τέτοιο τραγικό τρόπο; Και πού βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ανέχτηκε ο δίκαιος Θεός μία τέτοια αδικία; Δεν φαίνεται έτσι ότι ο Θεός απουσιάζει ή τέλος πάντων είναι κρυμμένος, ενώ παρουσιάζεται ως κυρίαρχος ο δαίμονας με τα όργανά του, τύπου Ηρώδη; Και με βάση τον προβληματισμό για ό,τι άδικο συνέβη τότε, η ανθρώπινη σκέψη ανοίγεται και σε όλη τη διαδρομή του ανθρωπίνου γένους, καταγράφοντας παρόμοια και σκληρότερα ίσως περιστατικά: εξανδραποδισμούς ολόκληρων λαών, πείνες, πολέμους, εξαθλίωση ανθρώπων, ανέχεια, ανεργία, φτώχεια. Σε όλα αυτά το κυρίαρχο ερώτημα είναι το γιατί; Και το πώς ο Θεός ανέχεται τέτοιες καταστάσεις;

Δεν είναι εύκολα ερωτήματα. Δεν μπορεί κανείς χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη λογική να δώσει μία πειστική απάντηση. Πρόκειται για ένα μόνιμο αγκάθι στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και το ερώτημα αυτό, το πρόβλημα της θεοδικίας, της δικαιοσύνης του Θεού μέσα σε έναν κόσμο απανθρωπίας και παραλογισμού, είναι ερώτημα που απασχόλησε από παλιά τον άνθρωπο και ασφαλώς θα τον απασχολεί πάντοτε. Την πρώτη από πλευράς θεολογικής αντιμετώπιση του προβλήματος έχουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Ιώβ. Πάσχει ο Ιώβ, ο πιο δίκαιος άνθρωπος της εποχής του, και μάλιστα με τρόπο που δεν είναι εύκολο να ακούσει κανείς τα πάθια του, χωρίς να κινδυνεύει να κλονιστεί η ισορροπία του μυαλού του: πεθαίνουν με τρόπο τραγικό όλα τα παιδιά του, χάνει όλη την περιουσία του, γεμίζει ο ίδιος από παντός είδους μολυσματικές αρρώστιες και γι’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί σε κατοικημένη περιοχή, η γυναίκα του τον κατηγορεί, οι φίλοι του τον αντιμετωπίζουν με σκληρότητα… Το «γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, ενώ είμαι δίκαιος άνθρωπος;» φτάνει στα χείλη ακόμη και του ίδιου του Ιώβ, ο οποίος σε ό,τι του συνέβαινε έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Ας είναι ευλογημένο το όνομά Του».

Η απάντηση έρχεται τελικά από τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος λέγοντας στον Ιώβ να μην πολυεξετάζει το γιατί, αλλά μόνο να έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, τον επιβραβεύει αποκαθιστώντας τον έτσι, ώστε να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι ήταν πριν. Η απάντηση δηλαδή στο πρόβλημα της θεοδικίας δεν υπάρχει στους ανθρώπινους συλλογισμούς και την ανθρώπινη λογική. Η απάντηση δίνεται στο επίπεδο της πίστεως στον Θεό: έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνεις. Αν κανείς δεν αναχθεί σ’ αυτό το επίπεδο, πάντοτε θα προσκρούει σε αδιέξοδο και στη διαπίστωση του παράλογου της ζωής. Κι αν μεν στην Παλαιά Διαθήκη η απάντηση δόθηκε στον Ιώβ με αυτόν τον τρόπο, εκεί που έχουμε την πληρότητα της απαντήσεως είναι στην Καινή με τον ερχομό του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωμένου Θεού, βλέπουμε ότι οι όποιες δοκιμασίες στη ζωή, οι όποιες θλίψεις, οι όποιες τραγικότητες, συνιστούν δρόμο ζωής που αν κανείς τα αντιμετωπίσει με πίστη και υπακοή στον Θεό, οδηγούν στη Βασιλεία του Θεού. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός είναι η απάντηση: η ζωή Του απαρχής μέχρι τέλος είναι ένα πάθος. Το πάθος του Χριστού δεν σχετίζεται μόνον με τον Σταυρό, αλλά με όλη τη ζωή Του. Κι απόδειξη η σημερινή ημέρα: μόλις γεννάται αντιμετωπίζει τον φονικό θυμό του παράφρονα Ηρώδη. Το ίδιο και στα μετέπειτα χρόνια Του. Ο Σταυρός Του είναι η αποκορύφωση του Πάθους Του. Και τι μας δείχνει; Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού, στην Ανάσταση, εκτός από το πάθος της ζωής αυτής.

Κι αυτό γιατί; Διότι δυστυχώς ο κόσμος αυτός ξέπεσε, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Ενώ απαρχής τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς Του, ο άνθρωπος με την επανάσταση που κήρυξε κατά του Δημιουργού, με την εμμονή του στην ανυπακοή του προς Εκείνον, έφερε όλα τα δεινά στον κόσμο. Και ο ερχομός του Χριστού ήταν ακριβώς γι’ αυτό: να άρει την αμαρτία του κόσμου και τις συνέπειες της αμαρτίας αυτής, προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. Ο κόσμος όμως αυτός πάντοτε θα είναι και θα παραμένει το πεδίο που θα αναμετράται η πίστη με την απιστία, με το δεδομένο ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της εδώ ζωής θα έχουν πάντοτε αντίκρισμα στη συνέχειά της, την άλλη ζωή. «Ουκ άξια τα παθήματα της παρούσης ζωής προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Αυτά που υφιστάμεθα στη ζωή αυτή, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τους πόνους, δεν ισοφαρίζουν τη δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα.

Στη λογική της πίστεως αυτής, με βάση την ίδια τη ζωή του Κυρίου, βρίσκεται και η υμνογραφία της σημερινής εορτής. Τα νήπια που σφαγιάστηκαν, δεκατέσσερις χιλιάδες ή απλώς δεκατέσσερα – δεν έχει σημασία ο αριθμός, αν είναι πραγματικός ή συμβολικός – ναι μεν έχασαν τη ζωή τους πριν ακόμη την ξεκινήσουν, όμως την βρήκαν ολοκληρωμένη με τη χάρη του Θεού στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός θέλησε, κρίμασιν οις οίδεν Εκείνος, αυτά τα παιδάκια να είναι οι πρώτοι μάρτυρές Του στον κόσμο, η πρώτη προσφορά σ’ Αυτόν, γι’ αυτό και θεωρούνται άγιοι με μεγάλη δύναμη παρρησίας ενώπιόν Του. Είναι κατ’ ακρίβεια τα πρώτα νεόφυτα στελέχη της Εκκλησίας, που έθρεψαν με το παρθενικό και αγνό αίμα τους το δέντρο της Εκκλησίας («Εκ στελεχών νεοφύτων η του Χριστού Εκκλησία σήμερον, ώσπερ άνθη ευθαλή, δρεψαμένη αίματα τερπνώς, εφηδύνεται αυτοίς και ωραΐζεται», δηλαδή: Η Εκκλησία του Χριστού σήμερα, αφού μάζεψε με τερπνό τρόπο τα αίματα από νεόφυτα στελέχη, όπως κόβει κανείς ολοζώντανα άνθη, χαίρεται γι’ αυτά και ομορφαίνει)∙ είναι, όπως είπαμε, η πρώτη μυστική θυσία στον ενανθρωπήσαντα Θεό («Χορός θεόλεκτος βρεφών, εν σαρκί γεννηθέντι, προσηνέχθη τω Κτίστη, ως θυσία μυστική», δηλαδή: ο θείος χορός των βρεφών προσφέρθηκε στον Δημιουργό που γεννήθηκε ως άνθρωπος, ως μυστική θυσία)∙ είναι οι καθαυτό νεομάρτυρες του Κυρίου («ως βότρυες Χριστώ προσήχθησαν, ει και μητρώων μαζών εσπάσθησαν, οι νεομάρτυρες, τον Ηρώδην πλήξαντες», δηλαδή: σαν σταφύλια προσφέρθηκαν στον Χριστό οι νεομάρτυρες, αν και αποσπάσθησαν βίαια από τα μητρικά στήθη, και έπληξαν τον Ηρώδη)∙ είναι τα νήπια εκείνα που με τον σφαγιασμό τους συμβασιλεύουν πια με τον Χριστό («υπέρ Αυτού γαρ σφαγέντα, συμβασιλεύουσι Τούτω»).

Η ανατροπή των ανθρωπίνων δεδομένων και της συμβατικής λογικής δεν έρχεται μόνον με την ενανθρώπηση του Θεού, αλλά και με ό,τι συνιστά τον περίγυρό της, και τότε, στα ίδια χρόνια με την επί γης παρουσία Του, και μετέπειτα σε όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία και οι άγιοί της, με ό,τι υφίσταται στον κόσμο, θα διατρανώνει πάντοτε την άλλη λογική: μέσα από τα παθήματα του κόσμου τούτου θα αποκαλύπτει την οδό που εκβάλλει στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών»