Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2020

Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός

 

Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός και η Μήτηρ αυτών Θεοδότη (1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ)


Από το Παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων στον Πάρνωνα Λακωνίας. Έργο του Φώτη Κόντογλου Από:vaspikart.blogspot.com

 παπα 

.

«Οι άγιοι αυτοί κατάγονταν από την ασιατική γη, με πατέρα ειδωλολάτρη και μάνα Χριστιανή, η οποία λεγόταν Θεοδότη. Όταν έμεινε χήρα, βρήκε την ευκαιρία να εκπαιδεύσει τα παιδιά της με κάθε αρετή. Τα παιδιά της, αφού απέκτησαν πείρα από κάθε επιστήμη, τις έκαναν πέρα όλες, για να ακολουθήσουν την ιατρεία των ψυχών και των σωμάτων, θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε ασθένεια και φροντίζοντας όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τα ζώα.

Ονομάστηκαν Ανάργυροι, διότι δεν ανέχονταν να λάβουν τίποτε και από κανένα, παρέχοντας πάντοτε την ιατρεία δωρεάν και αμισθί. Αφού πέρασαν λοιπόν με τον τρόπο αυτό τη ζωή τους, τελειώθηκαν εν ειρήνη. Τα τίμια λείψανά τους κατατέθηκαν σε τόπο που ονομαζόταν Φερεμάν».

Μολονότι οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, είναι άλλοι από τους ομώνυμούς τους επίσης Αναργύρους που εορτάζονται την 1η Ιουλίου, η ακολουθία τους είναι ακριβώς η ίδια με εκείνων. Τονίζει δε  το κατεξοχήν στοιχείο της αγιότητας και των δύο ζευγών, το ανάργυρο της δράσεως και βιωτής τους, την παροχή δηλαδή των υπηρεσιών τους, όπως σημειώνει και το συναξάρι τους, δωρεάν και αμισθί.

Αυτό σημαίνει ότι οι άγιοι υπήρξαν παντελώς αφιλάργυροι – «της φιλαργυρίας την νόσον αποτεμόντες», σημειώνει ο υμνογράφος – δείγμα της ανυψώσεως της διάνοιάς τους υπέρ τα υλικά πράγματα – «υπέρτερον τον νουν των ενύλων δεικνύντες».

Πότε όμως μπορεί κανείς και απεμπλέκεται από τα υλικά αγαθά; Μόνον όταν «εμπλέκεται» με κάτι ανώτερο και υψηλότερο. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την αγάπη προς τον Θεό και Χριστό. Μόνον όποιος έχει ζωντανή σχέση με Εκείνον, μόνον όποιος Τον έχει ενεργούντα στην καρδιά του, μπορεί πράγματι να δει με καθαρό, δηλαδή γεμάτο αγάπη, μάτι τους συνανθρώπους του και τον κόσμο όλο.

Κι αυτό ακριβώς συνέβη με τους αγίους Αναργύρους:  αγάπησαν τον Χριστό και γι’  αυτό αγάπησαν και τον κάθε συνάνθρωπό τους, και το κάθε πλάσμα του Θεού. «Πάντοτε έχοντες Χριστόν ενεργούντα εν υμίν, άγιοι Ανάργυροι, θαυματουργείτε εν κόσμω, ασθενούντας θεραπεύοντες».

Όλοι ζητάνε μία παρόμοια στάση και από τους σημερινούς ιατρούς: να μην είναι φιλάργυροι∙ να μη ζητάνε υπέρογκα ποσά για την ιατρική τους βοήθεια∙ να μη ζητάνε «φακελάκι». Λογικό και νόμιμο αίτημα. Το υπέρογκο ποσό και το «φακελάκι» φανερώνουν ακριβώς «την νόσον της φιλαργυρίας», συνεπώς μία παθολογική κατάσταση που ακυρώνει τον κοινωνικό ρόλο της ιατρικής επιστήμης.

Άλλο όμως η καταδίκη του κακού αυτού φαινομένου – όπου βεβαίως παρουσιάζεται: έχουμε ιατρούς οι οποίοι αρνούνται και τα «νόμιμα» πολλές φορές – και άλλο η άρνηση της αμοιβής τους για την παροχή των υπηρεσιών τους. Κι είναι ορισμένοι που ξεπερνούν τη λογική επ’  αυτού, θεωρώντας ότι όλοι οι ιατροί είναι σαν τους αγίους Αναργύρους. Αλλά εκείνοι δρούσαν και συμπεριφέρονταν μέσα στα πλαίσια της χάρης του Θεού: «ου τέχνη ανθρωπίνη, εν θεία δε χάριτι αποκαθαίρετε νόσους των ανθρώπων».

Η ενοίκηση σ’ αυτούς της αγίας Τριάδος, ο ενεργών, όπως είπαμε, στην καρδιά τους Χριστός, ήταν εκείνο που τους έδινε τη δύναμη της υπέρβασης από οποιαδήποτε υλική δέσμευση. Χωρίς να αρνούμαστε και την ύπαρξη παρόμοιων χαρισματικών και σήμερα φαινομένων – η χάρη του Θεού συνεχίζει να δρα παντού – πρέπει να έχουμε τον νου να καταλαβαίνουμε ότι και οι ιατροί είναι εργαζόμενοι, οι οποίοι περιμένουν να ζήσουν από την άσκηση της εργασίας τους. Και μάλιστα αξιοπρεπώς.

Η Εκκλησία μας όμως σήμερα, με την εορτή των αγίων Αναργύρων,  μας προσανατολίζει και πέραν της ιατρικής ανθρώπινης επιστήμης. Ενώ τονίζει, και μάλιστα με τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, την καταφυγή στους ιατρούς, όταν παρουσιάζεται στη ζωή μας πρόβλημα υγείας – είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε το ανθρώπινο πρωτίστως – μας ανοίγει παράλληλα και την αληθινά παρήγορη προοπτική της καταφυγής μας και στους «άλλους» μεγάλους ιατρούς, τους ίδιους τους αγίους μας, στην πραγματικότητα την καταφυγή μας σε Εκείνον που αρέσκεται να δρα μέσω των αγίων Του.

Οι άγιοί μας, κατεξοχήν οι άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, χαριτώθηκαν από τον Θεό με το χάρισμα της ιατρείας των παθών των ψυχών και των σωμάτων. Και όσοι προσέρχονται στο ιατρείο τους, λαμβάνουν την ίαση, χωρίς να δώσουν απολύτως τίποτε. Διότι η χάρη είναι ακριβώς δωρεά. «Αχρύσως τας ιάσεις τοις νοσούσι παρέχετε». Και το ακόμη πιο παρήγορο: η χάρη της δωρεάς της ίασης από αυτούς δεν εξαντλείται ποτέ.

Είναι οι άγιοι σαν μία πηγή ανεξάντλητη, από την οποία όσο κανείς αντλεί, τόσο και βγάζει και περισσότερα νάματα, όσο παίρνει, τόσο και περισσεύει. «Το ιατρείον υμών πηγή υπάρχει ανεξάντλητος∙ αντλουμένη δε μάλλον υπερεκβλύζει, και χεομένη περισσεύεται». Σ’  αυτούς τους ιατρούς μπορούμε να καταφεύγουμε πάντοτε, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, γιατί ξέρουμε ότι εκτός από τη δύναμη που έχουν, έχουν και την αγάπη τους προς εμάς. Είναι κρίμα να είναι δίπλα μας η πηγή και εμείς να μένουμε διψασμένοι.

Πηγή: ΑΚΟΛΟΥΘΕΙΝ

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄. ΛΟΥΚΑ

 Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή ΣΤ’ Λουκά, 25/10/2020

Λουκ. η’ 27-39

Η θεραπεία του δαιμονιζομένου των Γαδαρηνών

27 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

27 Ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από τη Γαλιλαία. ΄Όταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. 28 Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ εμένα Ιησού, Υιέ του ύψιστου Θεού; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». 29 Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκροτήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμό, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. 30 Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών» γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. 31 Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο.

32 Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. 33 Βγήκαν, λοιπόν, από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. 34 Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. 35 Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. 36 Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. 37 Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. 38 Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: 39 «Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου όσα έκανε σ’ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ’ όλη την πόλη όσα έκανε σ’ αυτόν ο Ιησούς.


https://agiamarinailision.gr/

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ

Ήταν ένας πλούσιος πού ζούσε καθημερινά πλουσιοπάροχα και πολυτελέστατα, ου απελάμβανε όλα αγαθά, που ήθελε όλοι οι άλλοι να τον υπηρετούν και να τον φροντίζουν, ενώ αυτός δεν πρόσφερε τίποτε, ούτε καν τα περισσεύματα των αγαθών του, αυτά που είχε για πέταμα Και τούτο το βλέπουμε να αποτυπώνεται στη στάση που τηρούσε απέναντι στον πτωχό Λάζαρο.

Ήτανε λοιπόν και ο Λάζαρος που ζούσε την καθημερινότητά του μέσα από την φτώχεια και τη βαριά αρρώστια του. Ο Λάζαρος που προσπαθούσε να χορτάσει με ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Ο Λάζαρος που ζούσε και έτρωγε, ό,τι έτρωγε, παρέα με τα σκυλιά.

Ήλθε όμως η ώρα του θανάτου και για τους δυο. Και για τον πλούσιο και για τον φτωχό. Η ώρα, η πιο αληθινή και αναπόφευκτη ώρα, η ώρα που δεν ξεχωρίζει ούτε φτωχούς, ούτε αρχοντάδες. Και ο μεν πλούσιος βασανιζότανε στην άλλη του ζωή, ενώ ο φτωχός, ο Λάζαρος, απελάμβανε πλουσιοπάροχα στους κόλπους του Αβραάμ τη χαρά που είχε στερηθεί παντελώς στη ζωή του.

Ζητά έλεος τώρα ο πλούσιος. Ζητά εναγώνια ευσπλαχνία παρακαλεί να πάει κοντά του ο Λάζαρος, που τόσο τον είχε λοιδορήσει, για λίγη βοήθεια.

Μάταια όμως! Δεν μπορεί να γίνει κάτι. Δεν γίνεται πλέον ούτε ο Λάζαρος, ούτε και κανένας άλλος να δώσει χέρι βοηθείας.

Και έτσι ο μεν πλούσιος, υπάρχει πλέον στα βάσανά του αιώνια, ο δε Λάζαρος στη μακαριότητά του.

Αλοίμονο! Αν όλα τελείωναν με το κλείσιμο των ματιών μας,. αν μετά το θάνατο όλα τέλειωναν, τότε ο πλούσιος θα ήταν ο «τυχερός της ζωής» και ο ταλαίπωρος Λάζαρος θα ήταν το θύμα και ο ανόητος που αφήνει την ζωή του να παρατείνεται μέσα στα βάσανα….

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Αδελφοί μου, διαβάζοντας για τον πλούσιο και το Λάζαρο ανοίγεται μπροστά στα μάτια μας η πραγματικότητα όχι μόνο για την ύπαρξη μια άλλης, μιας αιώνιας, ατέλειωτης ζωής αλλά και για το πως είναι σ’ αυτή τα πράγματα.

Ζούνε εκεί και οι δυο. Πλούσιος και φτωχός. Ο τυχερός της επίγειας ζωής μα και ο άτυχος. ο κατατρεγμένος. Ζούνε εκεί όλοι. Θα ζούμε εκεί όλοι. Πως ζει όμως ο καθένας; Τούτο είναι το μεγάλο και το κύριο ερώτημα. Θα ζούμε, αλλά πώς;

Αυτό το πώς το βλέπουμε σήμερα ξεκάθαρα μέσα από τη εκεί ζωή του πλούσιου και του Λάζαρου. Όχι δυο τόποι. αλλά δυο τρόποι. Όχι καζάνια και φωτιές και πίσσες και μαύροι με τρίαινες όπως δείχνουν και κάποιες ανορθόδοξες παραστάσεις και όπως ακούγαμε παλιότερα αλλά η μακαριότητα και η απόλαυση από τη μια, η στέρηση, η οδύνη, η δυσχέρεια από την άλλη. Ο παράδεισος και η κόλαση. Πνευματική κατάσταση η μια, πνευματική και η άλλη.

Εκείνο όμως πού εντυπωσιάζει είναι η ύπαρξη χάσματος ανάμεσα στις ψυχές πού απολαμβάνουν και στις ψυχές που στερούνται. Τι είναι άραγε αετό το χάσμα, αφού λέμε πως δε μιλάμε για τόπο ζωής μα για τρόπο ζωής;

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας εξηγούν. Μας λένε πως το χάσμα αυτό το αδιαπέραστο, φυσικά και δεν είναι τόπος, φυσικά και δεν υπάρχει χαντάκι για να ξεχωρίζει τους μεν από τους δε, ούτε βέβαια και το δημιούργησε ο Θεάς της αγάπης. Το δημιουργούμε εμείς. Το δημιουργεί ο κάθε άνθρωπος από μόνος του. Το δημιουργεί η εμμονή του σε ένα εγωιστικό, απάνθρωπο και μισάνθρωπο, σε ένα ανόητο και άσπλαχνο τρόπο ζωής. Το χάσμα δημιουργείται στη ψυχή μας και εκδηλώνεται στο τρόπο που ζούμε. Έτσι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αιώνια συναίσθηση της αμαρτωλότητας από μέρους της ψυχής απέναντι στην αγάπη και την αγιότητα του Θεού και όλων των άλλων που ζούνε ευτυχισμένοι κοντά του. Είπαμε: Αλίμονο αν όλα τελείωναν εδώ και τώρα. Αλίμονο σε όσους Λάζαρους κάνουν Ιώβεια υπομονή στην ζωή τους, αναμένοντας την ανταπόδοση του ουρανού. Και όσο περισσότερο έντονη είναι αυτή ἡ συναίσθηση της μακράν του Θεού αιωνιότητάς μας, τόσο και η ψυχή αισθάνεται να τη χωρίζει από το Θεό ένα χάσμα γιατί δεν τον πίστεψε και δεν τον αγάπησε.

Έτσι λοιπόν στερείται τη ζωή με και κοντά στο Θεό, τη δόξα και τη μακαριότητά του και συνάμα δεν μπορεί να επικοινωνεί και με τις ψυχές των άλλων δικαίων. Βλέπει ὁ πλούσιος το Λάζαρο τον οποίο μπορεί ακόμη και να αναγνωρίσει, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει μαζί του. Και όπως μας λένε οι πατέρες η αμαρτωλή ψυχή ενώ βλέπει και αναγνωρίζει τους πιστούς και τους δικαίους που ζουν τον παράδεισο, όμως δεν μπορούν να δουν και να αναγνωρίσουν τις άλλες αμαρτωλές ψυχές. Δηλαδή δεν αναγνωρίζει η μια την άλλη, γιατί είναι στερημένες αυτής της παραμυθίας όπως λέει ὁ Ι. Χρυσόστομος. Μάλιστα ο Άγιος Μάξιμος ὁ Ομολογητής μας λέει ὅτι « αυτό ακριβώς είναι και το αιώνιο πυρ και ο ατελεύτητος σκώληκας»

Αντίθετα, οι ψυχές των πιστών και των δικαίων αναγνωρίζουν η μια την άλλη γεγονός που αυξάνει την ευφροσύνη τους. «Στους σωζομένους έχει δοθεί από το Θεό η χάρη να είναι μαζί και να συνευφραίνονται» μας τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος.
Χαρά λοιπόν και ευφροσύνη αποτελούν τό παράδεισο, στέρηση και αφόρητη μοναξιά την κόλαση.

Αδελφοί μου!

Αντί να κλαίμε και θα κλαίμε ατέλειωτα, αύριο για μια κατάσταση αφόρητη και ζοφερή, ας κάνουμε από τώρα τους λογαριασμούς μας. Ας κάνουμε σήμερα, τώρα, αυτό που μπορούμε. Μας συμβουλεύει ο ιεράς Χρυσόστομος λέγοντας: «Κανείς δεν μπορεί να μας γλυτώσει την ήμερα εκείνη από τα χάσμα αυτό, εάν από αυτή τη Ζωή δεν προσέξουμε, εάν δεν εκμεταλλευτούμε τα πνευματικά εφόδια αυτής της ζωής». Και συνεχίζει: «Πρόλαβε με τη μετάνοια και την επιστροφή την έξοδο της ψυχής σου, μήπως έλθει ξαφνικά ο θάνατος και δεν θα έχει πλέον ισχύ η θεραπεία της μετανοίας». Στον Άδη μετάνοια δεν υπάρχει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ  ΕΠΙΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

 ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ

http://www.egolpion.net/kolasi_tropos.el.aspx

http://ambelosalithini.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=90:2010-06-02-05-51-44&catid=2:2010-05-27-14-43-36&Itemid=8

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΗΘΥΜΝΗΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΗΘΥΜΝΗΣ, ΚΤΙΤΩΡ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΛΕΙΜΩΝΟΣ


Ο άγιος Ιγνάτιος είναι από τους περισσότερο γνωστούς στο νησί μας τοπικούς αγίους. Ιδιαίτερα, μάλιστα, γνωρίζουν και τιμούν τον άγιο οι χριστιανοί της Ιεράς Μητροπόλεως Μηθύμνης, όπου βρίσκονται τα δύο ιστορικά Μοναστήρια του Αγίου, του Λειμώνος και της Μυρτιδιωτίσσης. Ένδειξη της τιμής αυτής είναι ότι πολλοί στην επαρχία Μηθύμνης έχουν το όνομα του αγίου.
Ο άγιος Ιγνάτιος γεννήθηκε το έτος 1492 στο χωριό Φάραγγα, που δεν υπάρχει σήμερα. Ήταν κοντά στην Καλλονή. Ο πατέρας του Μανουήλ και ο πάππος του Γεώργιος ήταν ιερείς και μάλιστα οφφικιούχοι της Μητροπόλεως Μηθύμνης. Ήταν απόγονοι της μεγάλης οικογένειας των Αγαλλιανών της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Ιγνάτιος είχε το βαπτιστικό όνομα Ιωάννης. Αργότερα όταν χειροτονήθηκε, πήρε το όνομα Ιγνάτιος.
Σε ποια σχολή φοίτησε και τι γράμματα έμαθε δεν είναι γνωστό. Είναι Όμως γνωστό ότι είχε και γνώσει πολλές και χαρακτήρα καλόν και κατόρθωσε να επιβληθεί στις συνειδήσεις των χριστιανών, να ακτινοβολεί και με τη διδαχή και με την πίστη και αρετή του σ’ όλα εκείνα τα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς.
Ήλθε σε γάμο και απέκτησε παιδιά και κατόπιν χειροτονήθηκε ιερεύς και πήρε το οφφίκιο του Σακελλίωνος.
Τότε, κοντά στα άλλα καθήκοντα και ασχολίες του, αντέγραφε βιβλία για να πλουτίσει τη βιβλιοθήκη του και παράλληλα έγραφε ποιήματα, που Φανερώνουν γενικά τη μόρφωσή του.
Φοβερή επιδημία πού έπεσε στο νησί του στέρησε τη γυναίκα και τα παιδιά του. Του έμεινε μόνο ένα παιδί, που αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Μεθόδιος και αυτός συνέχισε το έργο του πατέρα του.
Στη θέση που σήμερα είναι η Ιερά Μονή του Λειμώνος υπήρχε ένα φτωχικό ξωκκλήσι του αρχιστρατήγου Μιχαήλ. Όλο αυτό το μεγάλο κτήμα ανήκε στον πατέρα του Αγίου, όπως και το άλλο, που είναι το σημερινό γυναικείο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας, που τότε ήταν σχεδόν ερειπωμένο.
Και τα δύο αυτά μεγάλα κτήματα κληρονόμησε ο άγιος Ιγνάτιος από τον πατέρα του, όπως αναφέρεται σε παλαιά έγγραφα της Ι. Μονής Λειμώνος.
Ο άγιος Ιγνάτιος με μεγάλο και θερμό ζήλο αξιοποίησε τα κτήματα αυτά για ιερούς σκοπούς. Με προσωπική του δαπάνη επισκεύασε το ερειπωμένο μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας. Με τον ίδιο ζήλο ίδρυσε το μοναστήρι του Λειμώνος και αντί του μικρού ξωκκλησίου του αρχιστρατήγου Μιχαήλ έκτισε λαμπρό ναό, μεγάλο, απαραίτητο για τους πολλούς μοναχούς που είχαν μαζευτεί εκεί αλλά και των πολλών προσκυνητών που ερχότανε στο μοναστήρι.
Για να κατοχυρώσει το μοναστήρι από τις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων, αλλά και των κακών γειτόνων, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και κατόρθωσε να εκδοθεί Πατριαρχική Πράξη το έτος 1530, και διατάγματα της Τουρκικής Κυβέρνησης (φιρμάνια) με τα οποία κατοχύρωσε τη μοναστηριακή περιουσία.
Μετά την αποπεράτωση του μοναστηριού, τέσσερα μόνο χρόνια τα κυβέρνησε σαν ηγούμενος, από το 1426-1530, γιατί τον επόμενο χρόνο (1531), ενώ βρισκότανε στην Κωνσταντινούπολη τον εξέλεξαν Μητροπολίτη Μηθύμνης, αναγνωρίζοντας «την λαμπροτάτην και ισάγγελον πολιτείαν αυτού».
Όταν ανέλαβε τα επισκοπικά καθήκοντα, αποφασισμένος να δώσει όλες τις δυνάμεις του για τη διοίκηση της Εκκλησίας, αναγκάστηκε να παραδώσει τη Φροντίδα του μοναστηριού στον γιο του μοναχό Μεθόδιο.
Ο βιογράφος του γράφει για τον άγιο ότι ξεχώριζε από όλους για τα θεάρεστα έργα του, τη διδασκαλία του, την πατρική αγάπη, το ενδιαφέρον του για τον καθένα.
Γράφει χαρακτηριστικά: «Πάσα ηλικία και τάξις ανθρώπων είχεν ένα πατέρα, ένα διδάσκαλον, ένα στοχαστικόν σύμβουλον», τον Ιγνάτιο.
Τα μοναστήρια του γιου δεν ήταν μόνο κέντρα ψυχικού ανεφοδιασμού στα δύσκολα εκείνα χρόνια, δεν ήταν μόνο κέντρα ανακούφισης και παρηγοριάς για τους ταλαιπωρουμένους Έλληνες, αλλά και σχολεία που δίδασκαν την ελληνική γλώσσα και ιστορία και κρατούσαν ζωηρή και ανόθευτη την ταυτότητα του γένους μας. Στα σχολεία αυτά και μάλιστα στην περίφημη «Λειμωνιάδα» Σχολή δίδασκε ο ίδιος ο άγιος, ο υιός του Μεθόδιος, ο σοφός Παχώμιος Ρουσάνος και άλλοι σοφοί διδάσκαλοι.
Η σχολή αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1923, που χτίστηκαν και άρχισαν να λειτουργούν τα εκπαιδευτήρια της Καλλονής, που έγιναν και αυτά «τη δαψιλή χoρηγί της Ιεράς Μονής».
Κατά το τέλος του έτους 1563 ο άγιος Ιγνάτιος ζήτησε να παραιτηθεί από το μητροπολιτικό θρόνο της Καλλονής, για να περάσει την υπόλοιπη ζωή του σαν μοναχός στα μοναστήρια του και τέλος παρέδωκε την αγία ψυχή του στο Θεό στις 14 Οκτωβρίου του έτους 1566. Τον ενταφίασαν με βαθειά θλίψη και με μεγάλες τιμές οι χριστιανοί κάτοικοι όλων των γύρω χωριών στο μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας.
Έπειτα από εννέα χρόνια, όταν ήρθε στη Λέσβο ο Πατριάρχης, Αλεξανδρείας Σίλβεστρος, φίλος του αγίου Ιγνατίου, παρά τις εντολές που είχε δώσει ο άγιος να μην ανοιχτεί ο τάφος του, ο Πατριάρχης επέμενε να κάνει ανακομιδή των λειψάνων του και άνοιξε τον τάφο και είδαν τότε να βγαίνει μύρον και άρωμα από τον τάφο και τα οστά, που ήταν ένα ακόμα σημείο της αγιότητάς του.

Γ. Π. ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ,


ΤΟ AΠOΛYΤΙΚΙO ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Τον ποιμενάρχην Μηθύμνης Ιγνάτιον άσμασι,
τον μετά πάντων αγίων δοξασθέντα εν θαύμασιν,
υμνήσωμεν απαύστως οι πιστοί,
συμφώνως εν τη τούτου εoρτή,
και ως πλείστα κατιδόντες υπ’ αυτού, 
θεραπευθέντα πάθη εκβοήσωμεν.
Δόξα τω σε δοξάσαντι, δόξα τω σε στεφανώσαντι,
δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.


ΙΕΡΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΙ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΗΘΥΝΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

 

ΙΕΡΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΙ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΗΘΥΝΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

ΚΤΙΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΛΕΙΜΩΝΟΣ


 

 




 

 


ΙΕΡΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΙ

ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ- ΟΡΘΡΟΥ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΗΘΥΝΜΗΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

ΚΤΙΤΟΡΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΛΕΙΜΩΝΟΣ

 

ΤΗ ΙΔ’ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Μνήμη του αγίου Ιγνατίου Αρχιεπισκόπου Μηθύμνης του θαυματουργού.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ.

Μετά τον Προοιμιακόν εις το Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν στίχ. δ’ και ψάλλομεν στιχηρά προσόμοια γ’ δευτερούντες το πρώτον.

Ήχος α’. Πανεύφημοι Μάρτυρες, υμάς.

Πανεύφημε Πάτερ του Χριστού, Ιεράρχα μέγιστε, χαίρων εν γη πεπολίτευσαι, οσίως, άγιε, και του παναγίου Πνεύματος ενδέδειξαι, της χάριτος δοχείον πανέτιμον, και κατεφώτισας, οδηγών προς την αλήθειαν, τας καρδίας των πιστών, Ιγνάτιε.

Προσέλθωμεν, άπαντες πιστοί, και απαρυσώμεθα, αγιασμόν εκ της λάρνακος, ου κατακείμενον, καθοράται πάσι, το τίμιον λείψανον, θαυμάτων ενεργούν τα παράδοξα, τω μετά πίστεως, εκβοώντι προς τον Κύριον˙ Ιγνατίου λιταίς με διάσωσον.

Ωραίος ποσί σου ανδρικώς, όφιν κατεπάτησας, τον νοητόν, ώ Ιγνάτιε, και αγωνίσμασι, τοις ασκητικοίς σου, κούφως υπερβέβηκας, των κάτω φθειρομένων, και έφθασας, προς τα αΐδια, του Θεού, ώ παριστάμενος, εν τοις άνω υπέρ πάντων πρέσβευε.

Δόξα. Ήχος α’.

Τον δια Χριστόν επίπονον βίον σου, όσιε Πάτερ, τις αν κατ’ αξίαν εφίκοιτο διηγήσασθαι, θεοφόρε Ιγνάτιε; Συ γαρ ως αδάμας στερρώς το της ημέρας βάρος και τον παγετόν της νυκτός ήνεγκας, άχρις ου τας σεπτάς σου Μονάς κατά θυμόν απαρτίσης, και πολλούς προσαγάγης Χριστώ δι’ αυτών. Συ και το δοθέν σοι τάλαντον του Ευαγγελίου ως αγαθός εργάτης αρχιερατικώς επηύξησας. Ανθ’ ών ήδη περιπολεύων εν ουρανοίς, αξίως των πόνων σου παρά του μισθαποδότου Θεού χαίρων ακούεις˙ Είσελθε, δούλε εις την χαράν του Κυρίου σου.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Χαίροις παρ’ ημών, παρθένε Θεοτόκε, το σεπτόν κειμήλιον απάσης της οικουμένης, η λαμπάς η άσβεστος, το χωρίον του αχωρήτου. Χαίροις εξ ής αμνός ετέχθη, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

Εις τον στίχον. Στιχηρά προσόμοια.

Ήχος β’. Οίκος του Ευφραθά.

Δεύτε νυν ψαλμικώς, των φιλεόρτων στίφη, Χριστού τον Ιεράρχην, υμνήσωμεν συμφώνως, Ιγνάτιον τον ένδοξον.

Στίχ. Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος.

Όρη τε και βουνοί, σκιρτήσατε, Μηθύμνης, ότι ον εν ορίοις, εθρέψατε οικείοις, υμάς υπερεδόξασε.

Στίχ. Οι ιερείς σου Κύριε, ενδύσονται.

Δόξα ιεραρχών, και των οσίων κλέος, τω βίω σου κατέστης, Ιγνάτιε τρισμάκαρ, Αγγέλοις δε συνόμιλος.

Δόξα. Και νυν. Θεοτοκίον.

Πάναγνε Μαριάμ, χριστιανών η σκέπη, ον έτεκες ασπόρως. Χριστόν τον ζωοδότην, υπέρ ημών ικέτευε.

Νυν απολύεις. Το Τρισάγιον. Και το τροπάριον ήχος α’.

Τον ποιμενάρχην Μηθύμνης Ιγνάτιον άσμασι. Ζήτει εν τω μεγάλω Εσπερινώ. Είτα Θεοτοκίον και απόλυσις.


 

 

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ

Ο Προοιμιακός. Το Μακάριος ανήρ. Εις το Κύριε εκέκραξα, ιστώμεν στίχ. η’. και ψάλλομεν.

Στιχηρά προσόμοια.

Ήχος α’. Των ουρανίων ταγμάτων.

Την σην πανίερον μνήμην, πάτερ Ιγνάτιε, πιστώς επιτελούντες, εξαιτούμεθα πόθω˙ χάριν τε παρέχειν ημίν δαψιλή, τοις Χριστού βαίνειν ίχνεσι, και προσβολάς εναντίας των δυσμενών, απωθείν αεί, πρεσβείαις σου.

Μετά Θεόν τας ελπίδας σοι ανεθέμεθα, οι σοι προσπεφευγότες δούλοί σου, Ιεράρχα˙ διο ως παρρησίαν έχων Χριστώ μη διαλείπης δεόμεθα, υπέρ ημών ικετεύειν οία πατήρ συμπαθέστατος, Ιγνάτιε.

Οι τας σεπτάς σου οικούντες Μονάς Ιγνάτιε, και πέριξ χώρα πάσα Μηθυμναίων σκιρτώσι, σήμερον τελούντες φαιδράν εορτήν, επί ση μνήμη, άγιε και ευωδίας πληρούνται πνευματικής, ασπαζόμενοι την κάραν σου.

Έτερα στιχηρά.

Ήχος πλ. δ’. Ώ! του παραδόξου θαύματος.

Όντως θαυμαστός, Ιγνάτιε, συ ανεδείχθης κανών, αρετής και κατηύγασας, πάσαν την υφήλιον, ταις ενθέοις σου πράξεσι, καταπαλαίσας τον πολυμήχανον, νήπιον ώσπερ αυτόν παιζόμενον, έδειξας όσιε˙ διο και δεδόξασαι εις ουρανούς, και χαίρων παρίστασαι τω τρισηλίω φωτί.

Πάτερ πατέρων, Ιγνάτιε, Ιεραρχών καλλονή, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων τε, θερμοτάτη αντίληψις, και θλιβομένων χαρά ανέκλειπτος, χειμαζομένων λιμήν ο εύδιος, ώφθης, μακάριε, επί γης γενόμενος, μετά σαρκός˙ όθεν και νυν πάρεσο, πάσιν ημίν βοηθός.

Χάριν θεόθεν δεξάμενος, πάθη ποικίλα σαρκός, θεραπεύειν των πίστει σου, τω ναώ, Ιγνάτιε, προσιόντων θερμότατα οξύς προφθάνεις τοις το όνομα επικαλουμένοις εις αντίληψιν˙ όθεν νυν άπαντες συνελθόντες άσμασι χρεωστικώς, πόθω σε γεραίρομεν και μακαρίζομεν.

Δόξα. Ήχος πλ. β’.

Πνευματικώς ευφρανθώμεν σήμερον, ώ φιλέορτοι, επί τη μνήμη του θεράποντος Χριστού, Ιγνατίου του παμμάκαρος˙ ότι κόσμον και τα εν κόσμω εξ απαλών ονύχων βδελυξάμενος, παρά Θεώ γην ηρετίσατο. Πνευματικός πατήρ πρώτον εν σκηνώμασιν αναδειχθείς ιεροίς, και πνευματικός ποιμήν ύστερον λογικών θρεμμάτων τη Μηθυμναίων Εκκλησία θεόθεν αποσταλείς. Επ’ αμφοτέροις δε διαπρέψας οσίως, μυροβλήτης γενέσθαι μετά πότμον ηξίωται˙ και παριστάμενος τη Τριάδι, αδιαλείπτως, πρεσβεύειν υπέρ των ψυχών ημών.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Τίς μη μακαρίσει σε, Παναγία Παρθένε; Τίς μη μη ανυμνήσει σου τον αλόχευτον τόκον; Ο γαρ αχρόνως εκ Πατρός εκλάμψας Υιός μονογενής, ο αυτός εκ σου της αγνής προήλθεν αφράστως σαρκωθείς, φύσει Θεός υπάρχων, και φύσει  γενόμενος άνθρωπος δι’ ημάς, ουκ εις δυάδα προσώπων τεμνόμενος, άλλ’ εν δυάδι φύσεων, ασυγχύτως γνωριζόμενος. Αυτόν ικέτευε, σεμνή παμμακάριστε, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.

Είσοδος. Το φως ιλαρόν.

Προκείμενον της ημέρας, και τα αναγνώσματα.

Σοφίας Σολομώντος το ανάγνωσμα.

Δικαίων ψυχαί εν χειρί Θεού, και ου  μη άψηται αυτών βάσανος. Έδοξον εν οφθαλμοίς αφρόνων τεθνάναι και ελογίσθη κάκωσις η έξοδος αυτών, και η αφ’ ημών πορεία σύντριμμα˙ οι δε εισίν εν ειρήνη˙ και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης και ολίγα παιδευθέντες, μεγάλα ευεργετηθήσονται˙ ότι ο Θεός επείρασεν αυτούς, και εύρεν αυτούς αξίους εαυτού˙ ως χρυσόν εν χωνευτηρίω εδοκίμασεν αυτούς και ως ολοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αυτούς˙ και εν καιρώ επισκοπής αυτών αναλάμψουσι, και ως σπινθήρες εν καλάμη διαδραμούνται κρινούσιν έθνη, και κρατήσουσι λαών, και βασιλεύσει αυτών Κύριος εις τους αιώνας. Οι πεποιθότες επ’ αυτώ συνήσουσιν αλήθειαν, και οι πιστοί εν αγάπη προσμενούσιν αυτώ.  Ότι χάρις και έλεος εν τις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού.

Σοφίας Σολομώντος το ανάγνωσμα.

Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι, και εν Κυρίω ο μισθός αυτών, και η φροντίς αυτών παρά Υψίστω. Δια τούτο λήψονται το βασίλειον της ευπρεπείας, και το διάδημα του κάλλους εκ χειρός Κυρίου˙ Ότι τη δεξιά αυτού σκεπάσει αυτούς, και τω βραχίονι υπερασπιεί αυτών. Λήψεται πανοπλίαν τον ζήλον αυτού, και οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών. Ενδύσεται θώρακα, δικαιοσύνην και περιθήσεται κόρυθα, κρίσιν ανυπόκριτον. Λήψεται ασπίδα ακαταμάχητον, οσιότητα. Οξυνεί δε απότομον οργήν εις ρομφαίαν. Συνεκπολεμήσει δε αυτώ ο κόσμος επί τους παράφρονας. Πορεύσονται εύστοχοι βολίδες αστραπών, και ως από ευκύκλου τόξου των νεφών επί σκοπόν αλούνται και εκ πετροβόλου θυμού, πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. Αγανακτήσει κατ’ αυτών ύδωρ θαλάσσης, ποταμοί δε συγκλείσουσιν αποτόμως. Αντιστήσεται αυτοίς πνεύμα δυνάμεως, και ως λαίλαψ εκλικμήσει αυτούς. Και ερημώσει πάσαν την γην ανομία, και η κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστών. Ακούσατε ουν, βασιλείς και σύνετε˙ μάθετε, δικασταί περάτων γης˙ ενωτίσασθε, οι κρατούντες πλήθους, και γεγαυρωμένοι επί όχλοις εθνών. Ότι εδόθη παρά Κυρίου η κράτησις ημίν, και η δυναστεία παρά Υψίστου.

Σοφίας Σολομώντος το ανάγνωσμα.

Δίκαιος εάν φθάση τελευτήσαι, εν αναπαύσει έσται. Γήρας γαρ τίμιον, ου το πολυχρόνιον, ουδέ αριθμώ ετών μεμέτρηται. Πολιά δε εστί φρόνησις ανθρώποις, και ηλικία γήρως, βίος ακηλίδωτος. Ευάρεστος Θεώ γενόμενος ηγαπήθη, και ζων μεταξύ αμαρτωλών μετετέθη. Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού, ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού. Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά, και ρεμβασμός επιθυμίας μεταλλεύει νουν άκακον. Τελειωθείς εν ολίγω, επλήρωσε χρόνους μακρούς. Αρεστή γαρ ήν Κυρίω η ψυχή αυτού. Δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας. Οι δε λαοί ιδόντες, και μη νοήσαντες, μηδέ θέντες επί διανοία το τοιούτον. Ότι χάρις και έλεος εν τοις οσίοις αυτού, και επισκοπή εν τοις εκλεκτοίς αυτού.

 Ειθ’ ούτως η συνήθης εκτενής παρά του ιερέως. Το Καταξίωσον. Είτα το Πληρώσωμεν και τα εξής.

Εις την Λιτήν.

Στιχηρόν της Μονής. Ήχος α’.

Των νοερών δυνάμεων αρχιστράτηγοι, οι παρεστώτες απαύστως τω δεσποτικώ θρόνω, πρεσβεύσατε προς Κύριον, ειρήνην τω κόσμω δωρήσασθαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Έτερα Στιχηρά Ιδιόμελα του αγίου Ιγνατίου. Ήχος α’.

Η πανέντιμος μνήμη σου, πάτερ Ιγνάτιε, ως άλλος ημίν ήλιος ανατείλασα, πάντας εφαίδρυνε τους φιλεόρτους σου. Την γαρ θείαν κάραν σου προκειμένην ορώντες, τον αυτόν σε πάλιν ως πολύτιμον άλλον πλουτούντες πιστεύομεν θησαυρόν, και ευλαβώς αυτήν προσκυνούντες, γηθοσύνως σοι κράζομεν. Πάτερ άγιε, τη προς Θεόν σου θερμή μεσιτεία, αξίωσον ημάς, καθάπερ νυν, ετησίως, υμνείν και δοξάζειν σε.

Τον δια Χριστόν επίπονον βίον σου, όσιε Πάτερ, τίς αν κατ’ αξίαν δυνηθείη διηγήσασθαι, θεοφόρε Ιγνάτιε; Συ γαρ ως αδάμας στερρώς, το της ημέρας βάρος και τον παγετόν της νυκτός ήνεγκας, άχρις ου τας σεπτάς σου Μονάς ψαλμικώς ευτρεπίσης, και πολλούς προσαγάγης Χριστώ δι’ αυτών. Συ και  το δοθέν σοι τάλαντον του Ευαγγελίου ως αγαθός εργάτης αρχιερατικώς επηύξησας. Άνθ’ ών ήδη περιπολεύων εν ουρανοίς, αξίως των πόνων σου, παρά του μισθαποδότου Θεού χαίρων ακούεις˙ είσελθε, δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου.

Επί  την πέτραν των εντολών του Κυρίου, όσιε, τας ιεράς σου Μονάς εθεμελίωσας˙ ουδαμώς γαρ ίσχυσαν ταύτας διασαλεύσαι, οι σφοδρώς κατ’ αυτών επιπνεύσαντες κλύδωνες, μένουσαι δε δια παντός ασινείς τη χάριτί σου, τας αριστείας σου πάσι μεγαλοφώνως κηρύττουσι˙ και ακαταπαύστως δοξολογούσι, τον σε δοξάσαντα Κύριον.

Καθοπλισθείς τη δυνάμει του Σταυρού, τρισμάκαρ Ιγνάτιε, εις τον άδυτον γνόφον της άνω φιλοσοφίας εισέδυς μυστικώς και τη θεωρία ανευρών, ον επόθησας πολύτιμον μαργαρίτην, μεγαλέμπορος εγένου πολλοίς, της ουρανίου βασιλείας Χριστού του Θεού ημών, εν ή γηθοσύνως συν Αγγέλοις χορεύων, πρέσβευε απαύστως υπέρ των ψυχών ημών.

Δόξα. Ήχος δ’.

Αποστολικώς διαπρέψαντα τω Ευαγγελίω του Χριστού Απόστολον άλλον σε τη αρχιερωσύνη η του Πνεύματος χάρις απέδειξεν˙ ου γαρ έδει σε τον λύχνον υπό το μόδιον κρύπτεσθαι, άλλ’ επί την λυχνίαν τεθήναι, ίνα πάσιν ημίν φαίνης τω απλέτω φωτί των λόγων σου, και τω κάλλει των εν αρετή έργων σου διεγείρης ημάς προς δόξαν του ουρανίου Πατρός. Όν προσκυνούντες κατά χρέος, την εις ημάς δια σου άκραν αγαθότητα αυτού δοξάζομεν.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Εκ παντοίων κινδύνων τους δούλους σου φύλαττε ευλογημένη Θεοτόκε, ίνα σε δοξάζωμεν την ελπίδα των ψυχών ημών.

Εις τον στίχον.

Στιχηρά προσόμοια.  Ήχος δ’. Ως γενναίον εν μάρτυσι.

Την σεπτήν σου πανήγυριν, εκτελούντες, Θεόσοφε, σε επικαλούμεθα, πάτερ άγιε, πάσης οργής τε και θλίψεως, ημάς διαφύλαττε. Του δοξάζειν σε αεί, ευχαρίστως και άπασι τα παράδοξα, πανταχού των θαυμάτων σου, κηρύττειν διαπύρως Μηθυμναίων τον προστάτην γεραίροντες.

Στίχ. Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος.

Την ζωήν ήν διήνυσας, επιπόνως Ιγνάτιε, πάντες ανευφήμησαν οι ποθήσαντες, τον εν Χριστώ βίον, όσιε, διο και προσήρχοντο, πλήθη σοι των μοναστών ευλαβώς ένθα έπηξας, παναοίδιμε, τας σεπτάς σου Μονάς, και ολοτρόπως, εαυτούς σοι ανετίθουν, κλέος Μηθύμνης και καύχημα.

Στίχ. Οι ιερείς σου, Κύριε ενδύσονται.

Τω Θεώ παριστάμενος, μετά πάντων, Ιγνάτιε, των Αγίων, πρέσβευε, όπως ίλεως, αμαρτωλοίς ημίν γένηται, εν ώρα της κρίσεως, και μερίδος δεξιάς, παραστάτας ενδείξηται, ημάς άπαντας, και τρυφής παραδείσου αξιώση, τη ιδία συμπαθεία, ως αγαθός και φιλάνθρωπος.

Δόξα. Ήχος πλ. α’.

Εν τη προς Θεόν εκδημία σου, Ιγνάτιε όσιε, αθυμίας νέφος τω πλήθει των μαθητών σου επέπεσε, και παριστάμενοι τη κλίνη σου, θρηνούντες έλεγον˙ Πάτερ ημών Άγιε, μη εάσης ημάς ορφανούς, ους δια των καμάτων σου εκ του δρυμού της κοσμικής συγχίσεως πρόρριζον αποσπάσας, εις τον λειμώνα τούτον της ησυχίας μετεφύτευσας και τη πνευματική αρδεία των λόγων σου, ως καλός φυτοκόμος κατήρδευσας. Οις και αυτός, οία πατήρ φιλόστοργος και διδάσκαλος σοφός, παραμυθίαν δεδωκώς είναι συν αυτοίς νοητώς και συμπαθώς έπειθες˙ και τελευταίον λόγον την ειρήνην λιπών, εις την ουράνιον λήξιν μετέβης γηθόμενος, ένθα του αμηχάνου κάλλους τα τρισηλίου δόξης απολαύεις εμφορούμενος. Αλλά πάρεσο μέσον και ημών αοράτως, Ιεράρχα Χριστού, εκλυτρούμενος ημάς των δεινών του βελίαρ, και οδηγών και φωτίζων, προς σωτηρίαν τας ψυχάς ημών.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Ναός και πύλη υπάρχεις, παλάτιον και θρόνος του Βασιλέως, Παρθένε πάνσεμνε˙ δι’ ής ο Λυτρωτής μου Χριστός ο Κύριος τοις εν σκότει καθεύδουσιν επέφανεν, ήλιος υπάρχων δικαιοσύνης, φωτίσαι θέλων ους έπλασε κατ’ εικόνα ιδίαν χειρί τη εαυτού. Διο, Πανύμνητε, ως μητρικήν παρρησίαν προς αυτόν κεκτημένη, αδιαλείπτως πρέσβευε σωθήναι τας ψυχάς ημών.

Απολυτίκιον. Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος.

Τον ποιμενάρχην Μηθύμνης Ιγνάτιον άσμασι, τον μετά πάντων Αγίων δοξασθέντα εν θαύμασιν, υμνήσωμεν απαύστως οι πιστοί, συμφώνως εν τη τούτου εορτή και ως πλείστα κατιδόντες υπ’ αυτού, θεραπευθέντα πάθη εκβοήσωμεν˙ Δόξα τω σε δοξάσαντι˙ Δόξα τω σε στεφανώσαντι˙ Δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι, Παρθένε το χαίρε, συν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης, εν σοι τη αγία Κιβωτώ ως έφη ο δίκαιος Δαυΐδ, εδείχθης πλατυτέρα των ουρανών βαστάσασα τον κτίστην σου. Δόξα τω ενοικήσαντι εν σοι, δόξα τω προελθόντι εκ σου, δόξα τω ελευθερώσαντι ημάς δια του τόκου σου.

Είτα η συνήθης ευλόγησις των άρτων και Απόλυσις.


 

 

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετά τον εξάψαλμον το, Θεός Κύριος. Και το τροπάριον. Τον ποιμενάρχην Μηθύμνης Ιγνάτιον. Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον. Είτα μετά την πρώτην στιχολογίαν του ψαλτηρίου.

Το Κάθισμα. Ήχος α’. Τον τάφον σου Σωτήρ.

Την άκραν προσευχήν, ήν ετέλεις νηστεύων, και πάσαν την λοιπήν, την του σώματος τήξιν, οι Άγγελοι, Ιγνάτιε, ουρανόθεν εθαύμασαν, και οι δαίμονες, οι πυλωροί οι του Άδου, φόβω έφριξαν˙ βροτοί δε πάντες εώρων, εν γη σε ως άϋλον.

Δόξα.

Τον πόθον τον θερμόν, ικετών σου, τρισμάκαρ, Ιγνάτιε κλεινέ, εκπληρών μη ελλείπης. Εις σε γαρ προστρέχομεν, πεποιθότες οι δούλοι σου, και αιτούμεθα, λύσιν δεινών ευρείν πάντων˙ και δη πρόφθασον, αντιλαβού, ημάς ρύσαι, υψόθεν ισχύϊ σου.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Κυβέρνησον, αγνή, την αθλίαν ψυχήν μου, και οίκτειρον αυτήν, υπό πλήθους πταισμάτων, βυθώ ολισθαίνουσαν απωλείας, πανάμωμε˙ και εν ώρα με, τα φοβερά του θανάτου, συ εξάρπασον, κατηγορούντων δαιμόνων και πάσης κολάσεως.

Εις την β’. στιχολογίαν. Την ωραιότητα.

Κάσμον κατέλιπες, πάτερ Ιγνάτιε, έρημον ώκησας, χαίρων και έφθασας προς ον επόθησας Χριστόν σαρκός τη σκληραγωγία. Όθεν και ο Κύριος, επί γης σε εδόξασε, ποιμένα και διδάσκαλον, Εκκλησίας προέστησεν˙ αλλά και μετά θάνατον πάσιν, άγιον θαυματουργόν σε ανέδειξεν.

Δόξα.

Ύμνον επάξιον, πρόσδεξαι, άγιε, τον εκ χειλέων μου, τούτον και παρέσχε χάριν την σην μοι δαψιλώς εκκλίνειν τας αμαρτίας, προς ας ο παμπόνηρος, επιχαίρων ελκύει με, και παίγνιον άπασι, προτιθείς με τον δείλαιον, επαπειλεί με ο βροτοκτόνος, της σωτηρίας μου την απόγνωσιν.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Θεομακάριστε, μήτερ ανύμφευτε, την ασθενούσαν μου, ψυχήν θεράπευσον, ότι συνέχομαι δεινώς, τοις πταίσμασιν ο άθλιος. Όθεν και κραυγάζω σοι, στεναγμώ της καρδίας μου˙ δέξαι με, πανάμωμε, τον πολλά πλημμελήσαντα, ίνα εν παρρησία βοώ σοι˙ χαίρε η Κεχαριτωμένη.

Μετά τον Πολυέλεον. Ήχος πλ. δ’.

Κάθισμα. Το προσταχθέν μυστικώς.

Ανευφημήσωμεν, πιστοί, μεγαλοφώνως, τον περιβόητον Χριστού αρχιερέα, τον αειλαμπέστατον φωστήρα της Οικουμένης, τον όντως εν τοις Αγίοις θαυματουργόν, της Λέσβου απάσης όντα μέγαν φρουρόν, τον Μηθύμνης γενόμενον προστάτην τε και οδηγόν, εις τρίβους σωτηρίους Χριστού˙ ον δοξάζομεν άπαντες.

Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον.

Θεοχαρίτωτε αγνή ευλογημένη, τον δια σπλάγχνα οικτιρμών εκ σου τεχθέντα, συν ταις άνω Δυνάμεσι και τοις Αρχαγγέλοις, και πάσι τοις Ασωμάτοις υπέρ ημών, δυσώπει ακαταπαύστως δούναι ημίν, προ του τέλους διόρθωσιν, και ιλασμόν αμαρτιών, και βίου επανόρθωσιν όπως εύρωμεν έλεος.

Είτα οι Αναβαθμοί. Το α’. Αντίφωνον του δ’ ήχου. Το Πάσα πνοή. Το Ευαγγέλιον. Ο Ν’. Δόξα Πατρί. Ταις του Ιεράρχου. Και νυν. Ταις της Θεοτόκου.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός.

Ήχος πλ. β’.

Ιεράρχα του Χριστού, Ιγνάτιε, ο συγκαλέσας ημάς εις ευωχίαν πνευματικήν των θαυμασίων σου, φώτισον τας καρδίας ημών τη χάριτί σου. Ίνα δι’ αυτής οδηγούμενοι, τας εντολάς του Κυρίου ποιώμεν, και της ουρανών βασιλείας δια πρεσβειών σου, οι εν άσμασι τιμώντές σε τύχωμεν.

Σώσον ο Θεός τον λαόν σου. Το Κύριε, ελέησον ιβ’. Ελέει και οικτιρμοίς.

Είτα ο Κανών της Θεοτόκου μετά των Ειρμών εις στ’, και του Αγίου εις η’. (Ο Κανών του Αγίου αποτελεί ακροστιχίδα του ποιητού τήνδε, ¨Αθανάσιον, Ιγνάτιέ μου, φρούρει¨. Τα δε Θεοτοκία του Κανόνος τούτου συμπληρούσιν αυτήν δια της λέξεως ¨Ροδοστού¨).

Κανών της Θεοτόκου.

Ωδή α’. Ήχος πλ. δ’.

Αρματηλάτην Φαραώ εβύθισε τερατουργούσα ποτέ, Μωσαϊκή ράβδος, σταυροτύπως πλήξασα και διελούσα θάλασσαν, Ισραήλ δε φυγάδα, πεζόν οδίτην διέσωσεν, άσμα τω Θεώ αναμέλποντα.

Δια παντός τοις λυπηροίς κρατούμενος ο δυστυχέστατος και τληπαθής όντως, και αχρείος δούλός σου, εις σε προστρέχω σώσόν με, παναγία Παρθένε, και των δεινών ελευθέρωσον, ίνα σε υμνώ την πανύμνητον.

Επισκοπή σου ταχινή επίσκεψαι, νυν με τον δείλαιον τω χαλεπώ ζόφω , των αμέτρων θλίψεων, δι’ όλου συνεχόμενον και ανάστησον μόνη, κατερραγμένων βοήθεια, κλίνη συμφορών κατακείμενον.

Χαράς μου συ την θρηνωδούσαν πλήρωσον, καρδίαν, Δέσποινα η την χαράν πάσι τοις πιστοίς πηγάσασα˙ τω παραδόξω τόκω σου, εκδυσωπούσα πάσαν, πικρίαν των περιστάσεων των χειμαζουσών με τον άθλιον.

Όλον εν σοι αναζωοί τον άνθρωπον, νεκρόν γενόμενον, ο της ζωής όντως χορηγός, πανάχραντε, όλον με ενδυσάμενος, δια σπλάγχνα ελέους βροτός ατρέπτως γενόμενος, μείνας όπερ ήν προ σαρκώσεως.

Κανών του Αγίου.

Ωδή α’. Ήχος δ’. Ανοίξω το στόμα μου.

Απείρω σου έρωτι, επειγομένω, Ιγνάτιε, τα σα αγωνίσματα εγκωμιάσαι νυνί, σην μοι άνωθεν κατάπεμψον πλουσίως, βοήθειαν, Άγιε, του ανυμνείν σε αεί.

Θεώ ανατέθεικας, όλον σαυτόν, παναοίδιμε, εκ βρέφους και άπασαν κόσμου τερπνότητα καταλέλοιπας και τρίβους του Κυρίου σταυρόν, ανελόμενος, χαίρων διήνυσας.

Απαύστως δοξάζομεν, τον σε δοξάσαντα Κύριον, της Λέσβου το βλάστημα, ότι σε άπαντες παραμύθιον, κεκτήμεθα και μόνον δεινοίς οι τρυχόμενοι και πειρασμοίς φοβεροίς.

Θεοτοκίον.

Ρυσθείημεν, πάναγνε, τη προστασία σου, Δέσποινα, παντοίας κακώσεως του βροτοκτόνου εχθρού, όπως χαίροντες τα σα ανευφημώμεν, παράδοξα θαύματα, μόνη θεόνυμφε.

Της Θεοτόκου. Ωδή γ’. Ο  Ειρμός.

Ουρανίας αψίδος, οροφουργέ Κύριε και της Εκκλησίας δομήτορ, συ με στερέωσον, εν τη αγάπη τη ση των εφετών η ακρότης, των πιστών το στήριγμα, μόνε φιλάνθρωπε.

Υπό σκέπην την θείαν και κραταιάν, Δέσποινα, σου, θεοκυήτορ, προστρέχω, νυν ο πανάθλιος πάσης με λύτρωσαι, θλίψεως, νόσου και βλάβης, πάσης περιστάσεως, πάσης οργής και ποινής.

Των παθών μου τον σάλον, και χαλεπόν κλύδωνα, και τρικυμιών τας εφόδους κόπασον, Δέσποινα˙ συ γαρ μου καύχημα, συ και προστάτις υπάρχεις˙ συ και καταφύγιον, συ και ζωής θησαυρός.

Όλος ων εν τω σκότει, των δυσχερών, πάναγνε, όλως εν τω βάθει υπάρχω των παραπτώσεων, όλος κρατούμενος, υπ’ αμετρήτων κινδύνων, όλην εξαιτούμαί σου την χάριν, Δέσποινα.

Ναυαγούντά με σώσον τω χαλεπώ κλύδωνι, των αλλεπαλλήλων κινδύνων, θεοχαρίτωτε, και προς ακύμαντον, και γαληνότατον όρμον, τη θερμή πρεσβεία σου, νυν με οδήγησον.

Από πλήθους πταισμάτων ο δυστυχής δούλος σου πλήθει περιπίπτω αμέτρων θλίψεων, πάναγνε, ον ελευθέρωσον και προς λιμένα χαράς με, θάττον καθοδήγησον, θεομακάριστε.

Του Αγίου. Ουκ εν σοφία και δυνάμει.

Νόσους και πάθη, εξιάται ποικίλα εκάστοτε, η σεπτή σου κεφαλή, δεδοξασμένε Ιγνάτιε˙ διο ασπαζόμενοι ταύτην γεραίρομεν.

Απαραλλάκτως, εφ’ ημίν άλλος ώφθης Αντώνιος, επ’ εσχάτων των καιρών ερημικοίς αγωνίσμασιν, οσίων γαρ έπλησας Μονάς, ας έπηξας.

Σύμφωνον αίνον, χρεωστικώς σοι πάντες προσάγομεν, ιεράρχα του Χριστού ώνπερ εκ σου απελαύομεν, χαρίτων, και άπασι ταύτας κηρύττομεν.

Θεοτοκίον.

Οι τη θερμή σου, βοηθεία θαρρούντες, πανάχραντε, προσφεύγομεν ιδού οι αμαρτίαις υπεύθυνοι. Πάσης ουν κολάσεως ημάς εκλύτρωσαι.

Κάθισμα.

Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν και Λόγον.

 Θεωρίαν και πράξιν των αρετών, τας μεγίστας εις άκρον καταλαβών, κανών και αρχέτυπον, μονασταίς εχρημάτισας. Πάντες γαρ προσήρχοντο εις σε οι αιρούμενοι, κατά Χριστόν ζήσαι προς σε αποβλέποντες. Όθεν και αξίως εις ανώτερον θρόνον, Θεός σε ανήγαγε, και ποιμένα ανέδειξε, της Μηθύμνης, Ιγνάτιε. Ον αίτησαι πρεσβεύων αεί, των πταισμάτων δούναι ημίν άφεσιν, τοις μετά πόθου τελούσι, την πανέντιμον μνήμην σου.

Δόξα. Το αυτό. Και νυν. Θεοτοκίον.

Την ψυχήν μου, Παρθένε, την ταπεινήν, από βρέφους μολύνας, ο μιαρός, και λόγοις και πράξεσιν, εμαυτόν κατερρύπωσα, και ουκ έχω τι πράξω, ή που επιστρέψομαι. Ουδέ γαρ άλλην ελπίδα πλην σου, κόρη, επίσταμαι. Φεύ μοι τω αχρείω και κακώ οικονόμω! Αλλά προς σε, άχραντε, νυν προστρέχω και δέομαι, ομολογών σοι το ήμαρτον. Πρέσβευε τω σω Υιώ και Θεώ,  των πταισμάτων άφεσιν δοθήναί μοι, εις σε γαρ Παρθένε, τας ελπίδας ανέθηκα.

Της Θεοτόκου. Ωδή δ’. Ο Ειρμός.

Συ μου ισχύς, Κύριε, συ μου και δύναμις, συ Θεός μου, συ μου αγαλλίαμα, ο πατρικούς κόλπους μη λιπών. Και την ημετέραν πτωχείαν επισκεψάμενος. Διο συν τω προφήτη Αββακούμ σοι κραυγάζω˙ τη δυνάμει σου δόξα, φιλάνθρωπε.

Μόνη πιστών ώφθης προστάτις ασάλευτος, των απάντων μόνη αποτέξασα, δημιουργόν τε και λυτρωτήν, μόνη ταις δειναίς με, δονούμενον περιστάσεσιν, οικτείρησον και σώσον, παναγία Παρθένε, θλιβομένων ετοίμη βοήθεια.

Νυξ με πολλών, οδυνηρών κατεκάλυψε, τον απάντων δούλόν Σου οικτρότατον˙ άλλ’ η το φως τέξασα σαρκί, και την οικουμένην Θεοπρεπώς καταλάμψασα, ανάτειλόν μοι φάος θυμηδίας, Παρθένε, όπως πίστει και πόθω δοξάζω σε.

Ο ποιητής, πάντων κτισμάτων και Κύριος εκ γαστρός σου, πάναγνε σεσάρκωται, όλως βροτός, αληθώς φανείς, όλως κατ’ ουσίαν, Θεός υπάρχων αθάνατος˙ αυτόν ουν εκδυσώπει από πάσης με νόσου και κινδύνου ρυσθήναι τον δούλόν σου.

Νέφος δεινών, τρικυμιών εκταράττει με, και ποικίλων, συμφορών το πέλαγος, καταποντίζει τον δυστυχή˙ πρόφθασον, Παρθένε, αναγαγείν και διάσωσον, τω τάλανί με δούσα αντιλήψεως χείρα, τω την σην εκζητούντι βοήθειαν.

Του Αγίου. Ο καθήμενος εν δόξη.

Ιερεύς των εν τω κόσμω, ιερώτατος γέγονας, και θεοπροβλήτως, οις αρχιερεύς εχρημάτισας˙ πρακτικωτάτω σου λόγω δίκην σάλπιγγος, ανεκήρυξας το του Χριστού Ευαγγέλιον.

Ο πατήρ ο σος, τρισμάκαρ, ότε συ, έξω γέγονας, κόσμου και διήγες, υπέρ τα ορώμενα, ήλλαξεν, ευλαβηθείς σου τον τρόπον σχέσεις φύσεως εαυτόν γαρ σοι υιόν, εν πνεύματι έταξε.

Νέον άλλον σε Θηβαίον, Παύλον πάντες κηρύττομεν, ζηλωτήν Ηλίαν, Ιωάννην Πρόδρομον, άμα τε Σάββαν, Ευθύμιον μέγαν και Μακάριον και διδάσκαλον, άλλον ημίν χρηματίσαντα.

Θεοτοκίον.

Δυνατή η ση πρεσβεία προς τον Κύριον, πάναγνε. Τούτον ουν δυσώπει, ίλεων γενέσθαι τοις δούλοις σου, τοις ουδεμίαν ελπίδα πλην σου έχουσι του την κόλασιν διεκφυγείν την αιώνιον.

Της Θεοτόκου. Ωδή ε’. Ο Ειρμός.

Ίνα τί με απώσω, από του προσώπου σου το φως το άδυτον, και εκάλυψέ με το αλλότριον σκότος τον δείλαιον; Άλλ’ επίστρεψόν με και προς το φως των εντολών σου, τας οδούς μου κατεύθυνον δέομαι.

Θεοτόκε παρθένε, πάντων πεπτωκότων ετοίμη ανόρθωσις, πρόφθασον και ρύσαι της παρούσης με ζάλης ως εύσπλαγχνος, ότι σε και μόνην, ο δυστυχής επικαλούμαι, προστασίαν, και σκέπην και καύχημα.

Επί σοι, Παναγία, πάσαν την ελπίδα μου τίθημι˙ σώσόν με, από πάσης βλάβης, από πάσης ανάγκης και θλίψεως, από πάσης νόσου, και συμφοράς θανατηφόρου, από πάσης οργής και κακώσεως.

Ολικώς σου την θείαν, σκέπην εκζητώ, Παναγία, ο δούλός σου, ταις του βίου ζάλαις, και ταις θλίψεσιν, οίμοι, κλονούμενον, μη παρίδης νυν με ως αγαθή θεοκυήτορ˙ αλλά σπεύσον οικτείραι, και σώσόν με.

Καταιγίς με χειμάζει, ποικίλων κακώσεων, και συμφορών πονηρών, και προς χάος ήδη, απωλείας καθέλκει τον δείλαιον˙ τη θερμή σου τάχος, εκδυσωπώ, προς τον υιόν σου μεσιτεία οικτείρασα σώσόν με.

Του Αγίου. Εξέστη τα σύμπαντα.

Ιδού η πανέντιμος, ημέρα και ευφρόσυνος, επέστη ημίν του ποιμενάρχου, εν ή γηθόμενοι, νυν αλαλάξωμεν˙ Ιγνάτιε, πρόφθασον θερμώς ημάς εκλυτρούμενος, πάσης νόσου και θλίψεως.

Γενναίω φρονήματι υπήνεγκας, θαυμάσιε, φοράς εναντίας των αρχόντων, κατά καιρούς σοι επαναστάντων πικρώς. Ου γαρ δίκην ήτεις εκ Θεού, μάλλον δε δι’ άγνοιαν πραοτάτην συγχώρησιν.

Νοός σου, μακάριε, το πράον και ησύχιον, Θεός απεδέξατο εξ ύψους˙ διο και χάριν σοι ανταπέδωκεν, εί τις πρώτον ίδοι αγνοών, σε από του σχήματος, ως Θεού δούλον σέβεσθαι.

Απάρας, Ιγνάτιε, εις Κωνσταντίνου ένεκεν, ανάγκης ων έκτισας Μονών σου, εκεί διέλαμψας εμφανέστατα, ως άλλος τις ήλιος λαμπρός, καίτοι ταπεινότατος, ρακενδύτης διέτριψας.

Θεοτοκίον.

Ον έτεκες άφθορον, άνευ ανδρός Θεόν ημών, του κόσμου παντός την σωτηρίαν, τούτον δυσώπει υπέρ πάντων βροτών, όπως πάσιν ίλεως φανή, εν ώρα της κρίσεως φιλανθρώπως ως εύσπλαγχνος.

Της Θεοτόκου. Ωδή ς’. Ο Ειρμός.

Ιλάσθητί μοι, σωτήρ˙ πολλαί γαρ αι ανομίαι μου, και εκ βυθού των κακών ανάγαγε δέομαι˙ προς σε γαρ εβόησα, και επάκουσόν μου ο Θεός της σωτηρίας μου.

Υπό την σην κραταιάν, προσφεύγω σκέπην, πανάμωμε, μη με παρίδης βυθώ, δεινώ χειμαζόμενον, και εξαπορούμενον˙ αλλά δίδου χείρα βοηθείας μοι και σώσόν με.

Η των πιστών αρραγής, προστάτις μόνη θεόνυμφε, προστάτις φάνηθι νυν, καμού του παντλήμονος, πάσης ρυομένη με απειλής και νόσου και οργής της συνεχούσης με.

Τας των δακρύων ροάς μη μου παρίδης, Πανάχραντε, και τους πικρούς στεναγμούς ενώτισαι, Δέσποινα, και μη απορρίψης με, μόνη προστασία των πιστώς νυν δεομένων σου.

Επίβλεψον επ’ εμέ, ιλέω όμματι, Δέσποινα, και νοσημάτων δεινών, εκλύτρωσαι τάχιον, και πάσης κακώσεως, νυν προσδοκωμένης, και παγίδος και συμπτώσεως.

Του Αγίου. Εβόησε προτυπών.

Την άμετρον ταπείνωσιν τότε ως έβλεψαν, και προνοία του Θεού σου ως άξιον έγνωσαν, οι συνόδου πρώτοι της Μηθύμνης ποιμένα προέστησαν.

Ισότιμος μεν εκείνοις εγένου, μακάριε, επελεύσει της εξ ύψους του πνεύματος χάριτος, αρετή, δε μείζων ανεφάνης τω κόσμω, Ιγνάτιε.

Ενέθηκας, επανελθών ευφροσύνην και άφατον, θυμηδίαν, ταις καρδίαις λαού του ποιμνίου σου, και σεπτάς Μονάς σου, φαιδροτέρας προνοία σου έδειξας.

Θεοτοκίον.

Συ γέγονας της αρχαίας αράς η αναίρεσις, συ ως έδει, τοις ανθρώποις χαράν προξενήσασα, συ, παρθενομήτορ, των βροτών την ουσίαν εκαίνισας.

Κοντάκιον ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.

Θησαυρόν πολύτιμον θαυματουργούσαν, τους πλουτούντας δούλους σου κάραν πανίερον την σην, ιεροφάντορ Ιγνάτιε, ασπαζόμενος ταύτην, ημάς διαφύλαττε.

Ο Οίκος.

Προσελθόντες ενθάδε μετ’ ευλαβείας, βροτοί άπαντες αυτόχθονες τε και επήλυδες, ακούσωμεν τα της αρετής γενναία άθλα και κατορθώματα Ιγνατίου του πάνυ, του εκ  Μηθύμνης βλαστήσαντος, και ταύτην αρχιερατικώς τιμήσαντός τε και κοσμήσαντος τω καθ’ εαυτόν βίον τε και τρόπον αρετής πρακτικωτάτω παραδείγματι, και μυροβλήτου εν εσχάτοις ημίν αναδειχθέντος μετά θάνατον Αγίου, και τούτον έκαστος ανευφημούντες προς τον δοξάσαντα αυτόν Θεόν εκβοήσωμεν˙ Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, ως αγαθός και παντοδύναμος, Ιγνατίου του σου θεράποντος πρεσβείαις, πάσης βλάβης ημάς διαφύλαττε.

Μηνί Οκτωβρίω ιδ’. Του εν Αγίοις Πατρός ημών Ιγνατίου του νέου, αρχιεπισκόπου Μηθύμνης, του θαυματουργού.

Έπαινον άδω ιερώ Ιγνατίω. Άνθ’ ών ες αεί τοις άπασιν αρήγει. Βη δ’ ό γ’ ες ουρανόν εν δυάδι Οκτωβρίου επτάδος.

               Την καταγωγήν έλκων πιθανώτατα εκ Βυζαντίου, εγεννήθη ο φωστήρ ούτος της Εκκλησίας Ιγνάτιος εις Φάραγγα της Λέσβου. Ο πατήρ αυτού Μανουήλ Αγαλλιανός ονομαζόμενος ήν ιερεύς δι’ ο και ο υιός αυτού την ιερωσύνην ηγάπησεν εκ παιδός. Έφερε δε ούτος το όνομα Ιωάννης, όπερ διετήρησεν γενόμενος ιερεύς, μετωνομάσθη δε Ιγνάτιος ότε εγένετο Επίσκοπος. Ούτος ο μακάριος κτίτωρ της σεβασμίας ιεράς Μονής Λειμώνος γενόμενος και την ετέραν εν Καλλονή Μονήν της Μυρτιδιωτίσσης εν πατρώω χώρω ιδρυμένην ανεκαίνισε και εν αμφοτέραις θείω ζήλω πυρπολούμενος, τους αιρουμένους της ισαγγέλου μοναχικής πολιτείας συνήγαγεν, τας δε Μονάς Πατριαρχικοίς  γράμμασι εις το διηνεκές κατωχυρώσατο.

                Τότε δε και της Επισκοπής της ιστορικής και παλαιφάτου ιεράς Μητροπόλεως Μηθύμνης αξιούται ήν και εποίμανε θεοφιλώς και θεαρέστως τέτταρσιν έτεσιν. « Οίον δε άμεπτον βίον και πολιτείαν ενάρετον έδειξεν εν τω μοναχικώ επαγγέλματι, τοιαύτην διετράνωσε και επί της αρχιερατικής αυτού δια της πληθύος των θεαρέστων πράξεων και κατορθωμάτων». Εξαιρέτως δε τη παιδεία μεγάλα προσενεγκών και πλείστα υπέρ αυτής διαθέσας και σχολήν περιώνυμον « Λειμωνιάδα» εγκαθιδρύσας, της υποδούλου Λέσβου όντως φωτιστής εγένετο.

               Τοσαύτας και τηλικαύτας υπηρεσίας τη Εκκλησία και τω Έθνει ο Άγιος Ιγνάτιος προσενεγκών, εν ειρήνη τελειούται έτει χιλιοστώ πεντηκοσιοστώ εξηκοστώ και εβδόμω, ου ταις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον και σώσον ημάς.

Της Θεοτόκου. Ωδή ζ’.

Ο Ειρμός.

Παίδες Εβραίων εν καμίνω, κατεπάτησαν την φλόγα θαρσαλέως, και εις δρόσον το πυρ μετέβαλον βοώντες˙ ευλογητός εί, Κύριε ο Θεός, εις τους αιώνας.

Ράνον συνήθως εφ’ ημάς συ τα ελέη σου, οικτίρμον Θεοτόκε και δεινών συμφορών και νόσων πολυπλόκων, και απειλής διάσωσον, τους πιστώς σοι προσιόντας.

Κύμασιν όλον συμφορών με, καλυπτόμενον εξέγειρον και σώσον, προς λιμένα χαράς, ιθύμασά με κόρη, η της χαράς τον αίτιον απαθώς αποτεκούσα.

Όλη τη γνώμη και τω τρόπω και καρδία σε πιστώς επικαλούμαι, των πικρών στεναγμών, και θρήνων και δακρύων, απαλλαγήν αιτούμενος και φθοράς θανατηφόρου.

Ρύσαί με, ρύσαι, Θεοτόκε, της παρούσης απειλής, ως ελεήμων, της παρούσης οργής, τον δούλον σου βοώντα˙ ευλογημένη, πάναγνε, συ υπάρχεις θεομήτορ.

Ήλιος ώσπερ φωτοφόρος, εκ νηδύος σου προήλθεν ο Δεσπότης καταλάμπων τους σοι πιστώς αναβοώντας˙ ευλογημένος, πάναγνε, ο καρπός της σης κοιλίας.

Του Αγίου. Εν τη καμίνω αβραμιαίοι.

Μέτριος πράος, και επί θρόνου  ώφθης βεβιωκώς, πάνυ ταπεινός γαρ, μάλλον δε ευλαβώς, τω Θεώ λειτουργών έψαλλες˙ ευλογημένος ει εν τω ναώ της δόξης σου, Κύριε.

Ου την τυχούσαν, ευφροσύνην εδέξατο πανδημεί, πάντα τα χωρία όντως εν τη ψυχή της Μηθύμνης ως απέλαυον, σε ως εζήτησαν, εκ Θεού ποιμενάρχην θερμότατα.

Ύπνον ως έγνως, τον εν Κυρίω συ ως προγνωστικός, πόθω τας σεπτάς σου κατέλαβες Μονάς, εν αίς και το σώμα σου, πλούτον ασύλητον, τοις σοις τέκνοις παρέθου, θεόσοφε.

Την υπέρ φύσιν, τον Σωτήρα του κόσμου κυήσασαν, και απειρογάμως αγνήν ως αληθώς, χρηματίσασαν μητέρα Θεού, ως θεομήτορα, πάντες ευσεβώς ανευφημήσωμεν.

Της Θεοτόκου. Ωδή η’.

Ο Ειρμός.

Επταπλασίως κάμινον, των χαλδαίων ο τύραννος, τοις θεοσέβεσιν, εμμανώς εξέκαυσε, δυνάμει δε κρείττονι, περισωθέντας τούτους ιδών, τω δημιουργώ και λυτρωτή ανεβόα˙ οι παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας του αιώνας.

Ίδε τον πόνον, Δέσποινα, της αθλίας καρδίας μου, ίδε στεναγμούς, και κοπετούς και δάκρυα, και ταύτα μετάτρεψον εις χαρμονήν αέναον, όπως σοι εν πίστει και χαρά εκβοήσω˙ οι παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας.

Ιερωτέρα πέφηνας, των αΰλων Δυνάμεων, ως τον όλων κτίστην υπέρ νουν κυήσασα˙ ον νυν εκδυσώπησον, πάσης οργής και θλίψεως, πάσης απειλής, πάσης ανάγκης και νόσου, και πάσης αμαρτίας λυτρωθήναι τους πίστει και πόθω σε, Παρθένε, αεί δοξολογούντας.

Ως Νινευίτας έσωσας μεταγνόντας, φιλάνθρωπε, οις  ο Ιωνάς καταστροφήν εκήρυξε και νυν ελευθέρωσον, της συνεχούσης θλίψεως και της εφεστώσης απειλής ως οικτίρμων, πρεσβείαις της ασπόρως, σε τεκούσης Παρθένου, τους υπερυψούντάς σε, εις πάντας τους αιώνας.

 

Άλλην εκτός σου, άμωμε, προστασίαν ου κέκτημαι, ρύστην εν ανάγκαις και θερμήν βοήθειαν, εν νόσοις επίσκεψιν, και χαρμονήν εν θλίψεσι, και εν τοις κινδύνοις, ταχινήν προστασίαν, εις  σε μόνην ελπίζω, και θαρρώ και προστρέχω˙ και σε επικαλούμαι την κεχαριτωμένην.

Του Αγίου. Χείρας εκπετάσας.

Φίλον σε Θεού προεγνωκώς και μετά θάνατον ο θείος Σίλβεστρος, Αλεξανδρέων ο πρόεδρος, το μνημείον ανέωξε˙ και μυροβλήτην ευρηκώς σκιρτών εβόησεν˙ ευλογείτε, πάντα τα έργα τον Κύριον.

Ρείθρον οία περ πηγής ιδών το αναβλύσαν σου, μύρον εκ μνήματος, μαθητών σου θείος σύλλογος, γεγηθώς χείρας εκρότησε, και εμμελώς την του Δαβίδ, εκκρούων λύραν πάσιν εβόα˙ πάντα τα έργα υμνείτε τον Κύριον.

Όση τις δυνάμει βουληθείς, πάτερ Ιγνάτιε, άπερ ετέλεσας και τελείς άπειρα θαύματα καθ’ εκάστην διηγήσασθαι ουκ εφικτόν καθ’ εαυτόν, ορών το έργον, πάσι κραυγάζει˙ πάντα τα έργα υμνείτε τον Κύριον.

Θεοτοκίον.

Ο δια ταπείνωσιν την σην Θεός Λόγος, πάναγνε, ουρανούς έκλινε, και εν ώκησε τη μήτρα σου αναπλάσας εξ αιμάτων σου τους συντριβέντας, ημάς τη αμαρτία, διο υμνούντες, ευλογούμεν και προσκυνούμεν τον τόκον σου.

Της Θεοτόκου. Ωδή θ’.

Ο Ειρμός.

Εξέστη επί τούτω ο ουρανός, και της γης κατεπλάγη τα πέρατα, ότι Θεός, ώφθη τοις ανθρώποις σωματικώς˙ και η γαστήρ σου γέγονεν, ευρυχωροτέρα των ουρανών˙ διο σε, Θεοτόκε αγγέλων και ανθρώπων ταξιαρχίαι μεγαλύνουσι.

Ναώ σου παρεστώτά με τω σεπτώ, παναγία Παρθένε θεόνυμφε, και των πολλών, λύσιν εξαιτούμενον συμφορών, και οδυρμών κατάπαυσιν, μη με αποστρέψης τον δυστυχή˙ άλλ’ οίκτειρον και σώσον, τη θεία σου εντεύξει, όπως εν πίστει μεγαλύνω σε.

Νυν πρόφθασον, Παρθένε, ως αγαθή, και της νυν εξελού περιστάσεως, τον επί σοι, πάσαν προσδοκίαν ως αληθή, τιθέμενον οικέτην σου, και κατερραγμένον ταις συμφοραίς˙ ανάστησον εν τάχει, η μόνη προστασία των μετά πόθου δοξαζόντων σε.

Ουκ έστιν εν ανθρώποις ος επί σοι, την ελπίδα ανέθετο, πάναγνε, και χαλεποίς πώποτε συνέπεσε λυπηροίς, άλλ’ εις χαράν, πανύμνητε, και εις ευφροσύνην διηνεκή, διο καμού τα πλήθη, των θρήνων και των πόνων, εις ευθυμίαν μεταποίησον.

Υπέρτερον παντός με ανιαρού τον παντλήμονα δούλόν σου ποίησον, μήτηρ Θεού, πάντων ρυομένη των δυσχερών˙ πάσης οργής και θλίψεως και της ενεστώσης νυν συμφοράς, διάσωσον, Παρθένε, τη θεία σου δυνάμει˙ πάντα γαρ όσα θέλεις δύνασαι.

Του Αγίου. Άπας γηγενής.

Ύπνον των ημών, βλεφάρων, φιλέορτοι, αποτινάξωμεν και νηφαλιότητι προθύμως ώδε πάντες προσέλθωμεν˙ πνευματικήν γαρ τράπεζαν, ημίν προτίθησι, των θαυμάτων, ο σοφός Ιγνάτιος. Εντρυφώντες ουν τιμήσωμεν.

Ρήτορες δεινοί, ιχθύες ως άφωνοι μένουσιν, Άγιε, όταν εγχειρήσουσι, τα του σου βίου υμνήσαι σκάμματα. Ποίον γαρ πρώτον είπωσιν, ή ποίον ύστατον, απορούσιν˙ όθεν σου  τα μείζονα, τη σιγή δει τιμάσθαι προκρίνουσιν.

Έπιδε ημίν, τοις δούλοις σου, Άγιε, Λεσβίων πάντων χαρά, τοις προσκαλουμένοις σου, το θείον όνομα μετά πίστεως, και τας Μονάς σου φύλαττε, και πάντας τους ευσεβείς, τους κατ’ έτος, πόθω σου την πάντιμον εκτελούντες πανήγυριν άσμασιν.

Νεύρωσον καμού, και νουν και διάνοιαν και αποκάθαρον, πάσης του αλάστορος σκοτεινοτάτης, αχλύος, Άγιε, όπως ισχύων ψάλλω σοι τούτον τον έπαινον, καθ’ εκάστην μετά καθαρότητος, εκπληρών μου το χρέος το άφυκτον.

Θεοτοκίον.

Υπέρ την εμήν, ισχύν όλως πέφυκε το εξυμνήσαί σε, κατ’ αξίαν, Δέσποινα, θεοχαρίτωτε μητροπάρθενε, συ γαρ πασών υπέρκεισαι εν γενεαίς γενεών, και αΰλων τάξεις υπερβέβηκας, ως Θεόν υπέρ φύσιν κυήσασα.

ΕΞΑΠΟΣΤΕΙΛΑΡΙΟΝ

Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν.

Το της Μηθύμνης καύχημα, Χριστού τον Ιεράρχην, Ιγνάτιον τον έκλαμπρον, οικουμένης φωστήρα, τιμήσωμεν κατά χρέος, προς Θεόν εκβοώντες˙ Θεέ, σώσον, ελέησον, και ημάς τους σους δούλους, και της χαράς, της ουρανίου σου βασιλείας, αξίωσον, φιλάνθρωπε, Ιγνατίου πρεσβείαις.

Θεοτοκίον.

Όρος Θεού πανάγιον, και λυχνίαν και στάμνον, και κιβωτόν και τράπεζαν, ράβδον τε και πυρείον, και θείον θρόνον και πύλην, και ναόν και παστάδα, υμνήσωμεν, θεόφρονες, την αγνήν και παρθένον, εξ ής Θεός, σαρκωθείς ατρέπτως και υπέρ φύσιν, εθέωσε το πρόσλημμα απορρήτω ενώσει.

Εις τους αίνους, Πάσα πνοή ιστώμεν στίχ. δ’. και

ψάλλομεν στιχηρά προσόμοια γ’, δευτερούντες το α’.

Ήχος α’. Πανεύφημοι μάρτυρες, υμάς.

Η Λέσβος αγάλλου πανδημεί, ότι έσχες φύλακα, και πολιούχον θεόσδοτον, τον εξανθήσαντα, εκ των σων χωρίων, ως ρόδον ηδύπνοον, και αρχιερωσύνη εμπρέψαντα, τον πολυθαύμαστον, εν αγίοις χρηματίσαντα και σε θείαις αρεταίς κοσμήσαντα (Δις).

Συνδράμωμεν πίστει ακλινεί, πάντες, ώ φιλέορτοι, και ευλαβώς ασπασώμεθα, την θαυματόβρυτον, κάραν Ιγνατίου, και απαρυώμεθα, παθών αθεραπεύτων ιάματα, και οσφραινόμενοι, ευωδίας, ήνπερ άρρητον, αποπνέει πανταχού κηρύξωμεν.

Ιγνάτιε, ύψει αρετών, σαυτόν ανεπτέρωσας, και αιθερόδρομος έφθασας, προς την ακρόπολιν, των επουρανίων, ένθα συγχορεύουσιν, αι τάξεις των Αγγέλων και ψάλλουσι, τον επινίκιον, τη Τριάδι ύμνον άπαυστον, μετά πάντων των Αγίων, Άγιε.

Δόξα. Ήχος πλ. α’.

Ανέτειλεν ημίν ως έαρ λαμπρόν, η πανέντιμος και φαιδρά ημέρα Ιγνατίου του Χριστού θεράποντος. Δεύτε ουν, φιλέορτοι, αποδρεψάμενοι άνθη των αρετών μυρίπνοα, πνευματικώς ευφρανθώμεν επί τη μνήμη αυτού, και μιμησώμεθα έκαστος αυτόν κατά δύναμιν˙ όπως και ημείς, τη προς Θεόν αυτού εκτενεστάτη πρεσβεία, άξιοι γενώμεθα δι’ αρετής των αμαρτιών ημών αφέσεως τυχείν, σωτηρίαν τε και έλεον ευρείν, εν τη ημέρα της κρίσεως.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε Παρθένε, και δοξάζομέν σε οι πιστοί κατά χρέος την πόλιν την άσειστον το τείχος το άρρηκτον την αρραγή προστασίαν και καταφυγήν των ψυχών ημών.

Μεγαλυνάριον.

Τον εν ιεράρχαις θαυματουργόν, και τον εν ανάγκαις απροσμάχητον βοηθόν, τον θείον ποιμένα και λειτουργόν Κυρίου Ιγνάτιον Μηθύμνης, πάντες τιμήσωμεν.

 

 Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.


ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ

Ποίημα Ιακώβου Μητροπολίτου Μηθύμνης.

Ευλογήσαντος του ιερέως, λέγομεν τον (ΡΜΒ) ψαλμόν, ¨Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου¨. Και ευθύς το ¨Θεός Κύριος¨ μετά των στίχων αυτού.

Είτα τα παρόντα τροπάρια.

Ήχος δ’ Τη Θεοτόκω εκτενώς.

Οι της αγνείας ερασταί νυν προσέλθετε και τω λειμώνι Ιγνατίου αθροίσθητε, εν κατανύξει άδοντες και ψάλλοντες Θεώ ότι εθαυμάστωσεν, εν εσχάταις ημέραις Κάραν τε και λείψανα, ευωδία αρρήτω. Διο προ τούτων πάντες αδελφοί τον επί πάντων Δεσπότην υμνήσωμεν.

Δόξα.

Δεύτε προθύμως οι εν Λέσβω οικούντες Κάραν τε θείου Ιγνατίου τιμώντες μετά δακρύων άπαντες προσέλθωμεν πιστοί, πίστει λιτανεύοντες και προσπίπτοντες άμα ίασιν αιτούμενοι των ψυχών και σωμάτων. Νέμει γαρ πάσι χάριν δαψιλή τοις μετά πόθου αυτόν ικετεύουσι.

Και νυν.

Ου σιωπήσωμεν ποτέ Θεοτόκε τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι ει μη γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων, τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους ουκ αποστώμεν Δέσποινα εκ σου σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών.

Είτα ο Ν’ ψαλμός και μετ’ αυτόν.

Ο ΚΑΝΩΝ

Ου η ακροστιχίς.

«Ώ Ιγνάτιέ μου, σκέποις με αγρύπνοις λιταίς σου. Ι.Μ.»

Ήχος πλ. δ’ Ωδή α’. Υγράν διοδεύσας.

Ω πως σοι προσέλθω ο εναγής Τριάς Παναγία, τα ρυπώδη μέλη κομών, αλλά ταις λιταίς του Ιγνατίου τον ύμνον δέχου καμού του οικέτου σου.

Ιγνάτιε πάτερ ως συμπαθής δέησιν προσδέχου του θρηνούντός σοι γοερώς, και ασπαζομένου σην εικόνα μετά δακρύων και πόθου πανόσιε.

Γεννήτορας, τέκνα καταλιπών άπαντα, ηδέως επορεύθης την ακλινή τρίβον του Κυρίου, ήν προείδον προσκολληθείς τοις γηΐνοις ο δείλαιος.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ναόν με απέργασαι, ώ Τριάς και θείον σου οίκον, αποπλύνουσα των παθών ως και τον Ιγνάτιον τον θείον αποκαθάρασα όντως ηγίασας.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Αγία Παρθένε, χριστιανών πάντων η προστάτις και βοήθεια των πιστώς σοι εν κατανύξει προσπιπτόντων, αντιλαβού εν ημέρα της κρίσεως.

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.

Τους προσπίπτοντας, πάτερ, σοι ευμενώς πρόσδεξαι και τα παραπτώματα πάντων πάριδε, όσιε, αντιδούς δαψιλώς την του Κυρίου ειρήνην ήν και επεπόθησας και καταπήλαυσας.

Ιγνατίου δεήσεις, θαυματουργέ Κύριε, του θερμού ημών νυν προστάτου και αντιλήπτορος νυν επακούων, ημίν αντικατάπεμψον πάσι ιλασμόν πταισμάτων τε και απολύτρωσιν.

Ευωδία σης Κάρας, αγίων ώ συμπαθέστατε, τω των ψυχικών ημών νόσων και τας του σώματος αποκαθάρας τρανώς νυν χαλεπάς ασθενείας και τω μύρω μύρισον και ευωδίασον.

Δόξα. Τριαδικόν.

Μυροβλήτης εδείχθης, ώ Καλλονής καύχημα, ότι τη Τριάδι προσήλθες εν ταπεινότητι μετά Πατρός τον Υιόν και το Πανάγιον Πνεύμα προσκυνών διδάσκων τε πάντας εν χάριτι.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Ο Ιγνάτιος, Κόρη, Χριστιανών καύχημα, και τον σον ναόν ου προείδε, άλλ’ εισωκίσατο χορόν παρθένων υμνείν τον σον Υιόν εν αγάπη και Μονήν ανέδειξεν, ώ Αειπάρθενε.

Διάσωσον από κινδύνους σους δούλους ώ Θεοφόρε, ότι πάντες εν πειρασμοίς ναώ σου προστρέχομεν αιτούμενοι λύσιν αμπλακημάτων.

Επίβλεψον εν ευμενεία, Πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπή του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Είτα μνημονεύει ο ιερεύς, των δι’ ους η παράκλησις γίνεται και

Ψάλλομεν «Το Κύριε ελέησον». Ο ιερεύς «Ότι ελεήμων».

Και ευθύς ψάλλομεν το Κάθισμα.

Ήχος β’. Πρεσβεία θερμή.

Ποιμένα θερμόν κεκτήμεθα, Ιγνάτιε, λαός Καλλονής Μηθύμνης τε μακάριε, εκτενώς προσπίπτοντες τη ση Κάρα πάντοτε δεόμεθα, μη ελλίπης πρεσβεύειν τω Θεώ, ως έχων παρρησίαν προς Κύριον.

Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.

Υμνωδίαν προσάγομεν οι ταις τρικυμίαις νυν χειμαζόμενοι και ταις βίου περιστάσεσι, εξελού κινδύνων, αξιάγαστε.

Συ γενού ημίν πρόμαχος των περικυκλούντων δεινών, Ιγνάτιε, οι τη Κάρα σου προστρέχοντες και εν κατανύξει ικετεύοντες.

Και τον κόσμον, Ιγνάτιε, και τα εν τω κόσμω τερπνά παρείδομεν ταις μοναίς σου δε προσήλθομεν προστασίαν άμαχον αιτούμενοι.

Δόξα. Τριαδικόν.

Επλανήθην ως πρόβατον ταις της αμαρτίας τρίβοις, πανόσιε, της Τριάδος λάτρην ποίησον ιν’  εν ύμνοις ταύτην μεγαλύνωμεν.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Παναγία θεόνυμφε ταις του Ιγνατίου θερμαίς δεήσεσι του Υιού σου, μητροπάρθενε, κληρονόμον άξιον ανάδειξον.

Ωδή ε’. Φώτισον ημάς.

Όλος εν φωτί συ υπάρχων, ώ Ιγνάτιε, τους δεομένους φώτισον, αγαθέ, ίνα του σκότους εκφύγωμεν πάσαν κάκωσιν.

Ίλεον ημίν τον Σωτήρα νυν απέργασαι τοις καταφεύγουσι πόθω τω ιερώ, και ταις σεπταίς μοναίς σου διημερεύουσι.

Σώζεις ως πατήρ τους προστρέχοντας τη σκέπη σου και νοσημάτων λύσιν πάσιν ημίν ως ιατρός των σωμάτων βραβεύεις Όσιε.

Δόξα. Τριαδικόν.

Μέγα αληθώς το μυστήριόν σου, Άγιε, τρεις υποστάσεις Πατέρα και τον Υιόν και το Πανάγιον Πνεύμα υμνούμεν άπαντες.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Έλεος, Αγνή, και ειρήνην πάσι δώρησαι ταις Ιγνατίου μάκαρος ιεραίς και ευπροσδέκτοις δεήσεσι, παμμακάριστε.

Ωδή ς’. Την δέησιν.

Αρχάγγελε Μιχαήλ Πρωτάγγελε, εν Λειμώνι Ιγνατίου εδρεύων πάντων ημών ικεσίας προσδέχου ταις του Οσίου ενθέρμοις δεήσεσι˙ και δίδου πάσιν απελθείν εν χαρά, αγαθέ, εις τα ίδια.

Γεγόναμεν πεπτωκότων καύχημα εναρέτων αθυμία και γέλως ότι αεί ταις μερίμναις του βίου εκδαπανώμεν ημέρας ζωής ημών, Ιγνάτιε θαυματουργέ, συ ανάστησον πάντας δεόμεθα.

Ρυόμενος σαις πρεσβείαις, Άγιε, των παγίδων του εχθρού καθ’ εκάστην, πάλιν ιδού αμαρτίας προσάγω τω Λυτρωτή μου, Ιγνάτιε ένδοξε, διο προσπίπτω ταπεινώς ικετεύων ρυσθήναι με πτώσεων.

Δόξα. Τριαδικόν.

Υμνούμέν σε, Παντοκράτορ Κύριε, Τρισυπόστατε, Τριάς Παναγία, ότι ημάς ου παρείδες εν θλίψει άλλ’ Ιγνατίου λιταίς, ηλευθέρωσας απάντων των ανιαρών διο πάντες υμνούμεν το κράτος σου.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Πανύμνητε, Παναγία Δέσποινα, Μυρσινιώτισσα, του θείου Ποιμένος καύχημα νυν και αεί, Θεομήτορ, όθεν ημείς εν χαρά σοι προσπίπτομεν δεόμενοι πανευλαβώς Ιγνατίου δεήσεις εκπλήρωσον.

Διάσωσον από κινδύνων σους δούλους, ώ Θεοφόρε, ότι πάντες εν πειρασμοίς ναώ σου προστρέχομεν αιτούμενοι λύσιν αμπλακημάτων.

Επίβλεψον εν ευμενεία, Παύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Και πάλιν μνημονεύει ο ιερεύς των δι’ ούς η παράκλησις γίνεται.

Μετά την εκφώνησιν ¨Ότι ελεήμων¨.

Κοντάκιον.

Ήχος δ’. Προστασία των Χριστιανών.

Προστασίαν σε οι εν Μηθύμνη κεκτήμεθα και πάντες οι εν κατανύξει προσφεύγοντες˙ ικετεύοντες μετά δακρύων άπαντες θερμών, ώ Ιγνάτιε, αντιλαβού και ρύσαι άπαντα λαόν εκτενώς δεομένου σου˙ ρύσαι πάσης ανάγκης, λιμού, σεισμού και πολέμου, το γένος των χριστιανών, μεσιτεύων προς τον Κύριον.

Προκείμενον.

Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού.

Στίχ. Τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού.

Ευαγγέλιον κατά Λουκάν

(Κεφ. 13,5-9)

               Είπεν ο Κύριος, εάν μη μετανοήσητε, πάντες ομοίως απολείσθε. Έλεγε δε  ταύτην την παραβολήν˙ συκήν είχέ τις εν τω αμπελώνι αυτού πεφυτευμένην, και ήλθε ζητών καρπόν εν αυτή, και ουχ εύρεν. Είπε δε προς τον αμπελουργόν ιδού τρία έτη έρχομαι ζητών καρπόν εν τη συκή ταύτη, και ουχ ευρίσκω˙ έκκοψον αυτήν˙ ινατί και την γην καταργεί; Ο δε αποκριθείς είπεν αυτώ˙ κύριε, άφες αυτήν και τούτο το έτος, έως ότου σκάψω περί αυτήν και βάλω κοπρίαν˙ καν με ποιήση καρπόν˙ ει δε μήγε, εις το μέλλον εκκόψεις αυτήν.

Ο χορός. Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι.

Δόξα. Ταις του Ιεράρχου.

Και νυν. Ταις της Θεοτόκου.

Στίχ. Ελέησόν με ο Θεός.

Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.

Όλην αποθέμενοι, προς σε την πάσαν ελπίδα ημείς οι προσπίπτοντες, σε καθικετεύομεν, Οσιώτατε. Εξελού άπαντας, δυναστείας όφεως, των παγίδων και κακώσεων, βλάβης τε θλίψεως, και παντοίας, πάτερ, κακώσεως. Ίνα ευγνωμόνως, Ιγνάτιε, τιμώμέν σου πιστώς, την χαριτόβρυτον κάραν σου, ην ημίν εδώρησας.

Ο ιερεύς. Σώσον ο Θεός τον λαόν σου.

Το ¨Κύριε ελέησον¨ και μετά την εκφώνησιν, ¨Ελέει και οικτιρμοίς¨.

Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.

Ναός Θεού εδείχθης, καθαρότητι βίου εν τω Λειμώνι ποτέ, Τριάδα την αγίαν λατρεύων ορθοδόξως, συν Αγγέλων τε τάγμασιν, ο των πατέρων βοών, Θεός ευλογητός ει.

Ορθρίζοντες εν πίστει, αγιώτατε πάτερ, εν κατανύξει ψυχής, βοώμεν εκ καρδίας, ιλάσθητι παμμάκαρ, των πταιόντων νυν τέκνων σου, Ευλογητός ο Θεός αδόντων εις αιώνας.

Ισχύν την του Κυρίου, προσελάβου αξίως παρά Χριστού του Θεού ισχύν καμοί μετάδος εν πίστει δυσωπώ σε, ώ Ιγνάτιε ένδοξε, και γόνυ κλίνων βοώ, Θεός ευλογητός ει.

Δόξα. Τριαδικόν.

Συνέτισον, οικτίρμον, τας καρδίας απάντων του ανυμνείν εν χαρά, Πατέρα συν Υιώ τε και Πνεύματι αγίω κατανύξει κραυγάζοντες, ο των Πατέρων ημών Θεός ευλογητός ει.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Λειμών όντως εδείχθης, αρετών, Παναγία, Μήτηρ Χριστού του Θεού, διο και τω λειμώνι Ιγνάτιος προσήλθε και συμψάλλων εκραύγαζεν, ο των Πατέρων ημών Θεός ευλογητός ει.

Ωδή η’. Τον βασιλέα των ουρανών.

Ιγνάτιέ μου παρακαλώ, μη παρίδης την οικτράν ικεσίαν˙ αλλά αξίωσον δοξάζειν Χριστόν εις τους αιώνας.

Τους δεομένους σοι εκτενώς, και εν πόθω σωτηρίαν αιτούντας, επάκουσον ίνα σε τιμώμεν Χριστέ εις τους αιώνας.

Από παντοίας νυν συμφοράς, και κακώσεως, λιμού και θανάτου, εξάρπασον ίνα σε εν ύμνοις υμνώμεν εις αιώνας.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ιγνάτιός τε και οι λοιποί, εν οσίων και μαρτύρων χορείαις, Τριάδι άδουσιν απαύστως εις πάντας τους αιώνας.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Συν τη Παρθένω νυν Μαριάμ, Ιγνατίω τε και πάσιν αγίοις, Τριάδα άπαντες ορθοδόξως, υμνείτε εις αιώνας.

Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.

Σοφίαν την εξ ύψους, έλαβες Θεόφρον, και μετεβίβασας ταύτην παντί τω λαώ, διακονών τοις αγίοις ως ενθεώτατος.

Ορών του Ιγνατίου ο πιστός λαός σου την βιοτήν και τον ζήλον, Χριστέ ο Θεός, εδοξολόγει απαύστως σου θείαν δύναμιν.

Ημάς τους δεομένους, πάντας τω ναώ σου εν κατανύξει καρδίας επάκουσον νυν, ως συμπαθέστατος, πάτερ, σοφέ Ιγνάτιε.

Δόξα. Τριαδικόν.

Ιδείν κατηξιώθης τα εν παραδείσω, ως εραστής τούτων πάτερ σοφέ, διο νυν τοις ικετεύουσι δίδου πάσι την άφεσιν.

Και νυν. Θεοτοκίον.

Μαρία Θεοτόκε, Άχραντε Παρθένε, συν Ιγνατίω δυσώπει Χριστόν τον Θεόν, του ευλογήσαι την νήσον και κόσμον άπαντα.

Και ευθύς το ¨Άξιόν εστι¨και τα Μεγαλυνάρια.

Το ήδη εν τη Μονή ψαλλόμενον.

Τον εν Ιεράρχαις θαυματουργόν και τον εν ανάγκαις απροσμάχητον βοηθόν τον θείον ποιμένα και λειτουργόν Κυρίου, Ιγνάτιον Μηθύμνης πάντες τιμήσωμεν.

Και τα παρόντα.

Χαίροις Μηθυμναίων ο οδηγός Λεσβίων προστάτης και Λειμώνος ο θησαυρός ημών δε απάντων προστασία Ιγνάτιε παμμάκαρ θεομακάριστε.

Έχει μεν το πνεύμά σου ουρανός ημείς δε πλουτούμεν Κάραν θείαν σου εν χαρά μετά σων λειψάνων, Θεοφόρε, και τούτοις εν κινδύνοις αεί προστρέχομεν.

Πάντες οι εν νόσοις και συμφοραίς προσέλθετε πόθω Ιγνατίου ταις ιεραίς μοναίς, και ασπάσασθε προθύμως την χαριτόβρυτον Κάραν γηθόμενοι.

Πρόσδεξαι την δέησιν ο Θεός ημών των σων δούλων, ικεσίαις του ιερού πατρός ημών θείου Ιγνατίου και άνες, άφες ημών τα εγκλήματα.

Κάραν σου πλουτούμεν, θαυματουργέ, Ιγνάτιε πάτερ, καταφύγιον εν δεινοίς, και ταύτη προστρέχομεν εν πίστει απεκδεχόμενοι χάριν και έλεος.

Ρύσαι των παγίδων του πονηρού ειρήνευσον, πάτερ, τα σα τέκνα και χαρμονήν αντί λύπης δος και την υγείαν των προσπιπτόντων, ναώ σου πανθαύμαστε.

Εν τη γη ηγάπησας τον Χριστόν και εύρες αξίως θύραν όντως των ουρανών ταύτην και ημίν άνοιξον, πάτερ, προς ανοδίας κακών παρεκκλίνοντας.

Δέξαι ικεσίας των ταπεινώς νυν και εις οδύνη προσελθόντων σοι, ασκητά, και τάχος μετάδος την υγείαν ψυχών, σωμάτων θεόφρον Ιγνάτιε.

Πάσαι των Αγγέλων αι στρατιαί Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς οι Άγιοι Πάντες μετά της Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

Είτα, Τρισάγιο, και το Απολυτίκιον. Ήχος α’.

Τον ποιμενάρχην Μηθύμνης Ιγνάτιον άσμασι τον μετά πάντων αγίων δοξασθέντα εν θαύμασιν, υμνήσωμεν απαύστως οι πιστοί συμφώνως εν τη τούτου εορτή και ως πλείστα κατιδόντες υπ’ αυτού θεραπευθέντα πάθη εκβοήσωμεν. Δόξα τω σε δοξάσαντι, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.

Έτερον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος των Μηθυμναίων φωστήρ. Φανείς ώ Ιγνάτιε˙ Λύτρωσαι τους σους δούλους εκ παντοίων κινδύνων την χάριν των ιαμάτων επαντλών αεννάως τοις μετά πόθου Άγιε το σον επικαλουμένοις θαυμάσιον όνομα.

Ο Ιερεύς μνημονεύσας και πάλιν των πιστών, υπέρ ων γίνεται η παράκλησις, ποιεί απόλυσιν.

Μετά δε ταύτην, εν όσω ασπαζόμεθα την αγίαν Κάραν, ψάλλεται το παρόν.

Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.

Δεύτε νυν προσπέσωμεν πιστοί, Κάρα του σεπτού Ιγνατίου καθικετεύοντες, άπαντες εν δάκρυσι και εκ βαθέων ψυχής, εξελού ημάς, Άγιε, παντοίων κινδύνων, πάσης περιστάσεως και πειρασμών του εχθρού˙ ίνα ευχαρίστω καρδία λύσιν αιτημάτων λαβόντες, δόξαν τω Κυρίω αναπέμπωμεν.

Και τα Θεοτοκία.

Δέσποινα πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι Μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

Ο ιερεύς. Δι’ ευχών.

 

 Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΕΓΚΩΜΙΑ

 

 ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΜΗΘΥΜΝΗΣ, ΤΟΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ

 

 ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ

 

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ

Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω.

Εν τω Λειμώνι εορτίως συνανέλθωμεν και τοις λειψάνοις Ιγνατίου νυν προσπέσωμεν  Μηθυμναίοι και Μονή της Μυρσινιωτίσσης,˙ απαντλούντες τη προσψαύσει τα ιάματα των ψυχών και των σωμάτων, αναμέλποντες εν χαρά αυτώ, Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

ΟΙ ΟΙΚΟΙ

Άγγελοι ουρανόθεν συν βροτοίς εν Λειμώνι αθροίσθητε υμνήσαι αξίως (εκ γ’) τον εν αγιότητι εν γη, διαλάμψαντα περιφανώς όσιον Ιγνάτιον, Μηθύμνης προεξάρξαντα βοώντες ούτω:

Χαίρε, αστήρ εν τη Λέσβω φαίνων

Χαίρε, φωστήρ Μηθυμναίων φέγγος.

Χαίρε, Παναγίας ο μύστης ο άριστος,

Χαίρε, του Λειμώνος ο κτίτωρ ο ένθεος.

Χαίρε, ότι εχρημάτισας συ δοχείον αρετών,

Χαίρε, ότι κατεμύρισας Εκκλησίαν των πιστών.

Χαίρε, πάσι παρέχων την ειρήνην Κυρίου,

Χαίρε, ταύτην βραβεύων κατ’ αξίαν εν βίω.

Χαίρε, λιμήν πλεόντων πανάριστε,

Χαίρε, ποιμήν προβάτων πανθαύμαστε.

Χαίρε, δι’ ου κατηυγάσθημεν πάντες,

Χαίρε, μεθ’ ού την Τριάδα υμνούμεν,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Βλέπων σε ο γεννήτωρ την οδόν του Κυρίου βαδίζοντα, εν πόθω ανύμνει, την αειμακάριστον Μητέρα Χριστού συν Αγγέλων τάγμασιν ομού και έκθαμβος την αίνεσιν ανέφερε τω πάντων Βασιλεί κραυγάζων,

Αλληλούϊα.

Γέγονας φως εν σκότει, υποδούλων, παμμάκαρ, διδάσκων, νουθετών και στηρίζων. Συ γαρ εν τη σκοτία λαμπρός ανεφάνης πάσιν ως φωστήρ ήλιος, και λάμποντα ορώντά σε, τα πλήθη των πιστών εβόων.

Χαίρε, πατήρ των πατέρων πάτερ,

Χαίρε, ποιμήν των ποιμένων όντως.

Χαίρε θλιβομένων παράκλησις έμμονος,

Χαίρε, των νοσούντων θεράπων θερμότατος.

Χαίρε, ότι καθωδήγησας προς Χριστόν τους εκλεκτούς,

Χαίρε, ότι συ εξέθρεψας ορθοδόξως τους λαούς.

Χαίρε, συ γαρ εγένου παραμύθιον πάσι,

Χαίρε, φως ο παρέχων αρετών λαμπηδόσι.

Χαίρε, φωστήρ φωτίζων τα πέρατα,

Χαίρε, παθών πραΰνων τα κύματα.

Χαίρε, Χριστόν δια βίου δοξάσας,

Χαίρε, Χριστού το σωτήριον άσας,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Δύναμις ασθενούσι παραδόξως εφάνης, στερρόν τε καταφύγιον πάτερ. Οι γαρ πεφορτισμένοι κακοίς, προς Λειμώνα πάντες και κράζοντες ενθέως άμα,

Αλληλούϊα.

Έχοντές σε προστάτην οι εν Φάραγγι πάντες προσήρχοντο ακούσαι σων λόγων, λυτρωθήναι ψυχάς τε αυτών από πάσης εχθρού μηχανής, Άγιε, διο σε εμεγάλυνον, εν άσμασι βοώντες ταύτα.

Χαίρε, ημών ιατρός και ρύστης,

Χαίρε, πιστών Ορθοδόξων μύστης.

Χαίρε, Καλλονής και της Λέσβου το καύχημα,

Χαίρε, των λογίων Κυρίου απάνθισμα.

Χαίρε, ότι αναδέδειξαι των πτωχών καταφυγή,

Χαίρε, πάντων η αντίληψις, βοηθός και προσφυγή.

Χαίρε, ότι εφάνης ως αστήρ εν τη νήσω,

Χαίρε, ότι αγώνα τον καλόν ηγωνίσω.

Χαίρε, πιστών υπόδειγμα τέλειον,

Χαίρε, κανών της πίστεως άριστος.

Χαίρε, πολλούς πατρικώς κατηχήσας,

Χαίρε, ψυχάς κλονουμένων στηρίξας,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Ζήλον θείον αυξήσας εν καρδία σου πάτερ, επτέρωσας ψυχήν προς τα άνω˙ καθ’ εκάστην λατρεύων, υμνών, εν Λειμώνι Πατέρα, Υιόν Πνεύμα τε Άγιον και Σύνθρονον, προσάδων τη Τριάδι ούτως,

Αλληλούϊα.

Ήκουσας, Θεοφόρε, της φωνής του Κυρίου καλούντός σε ποιμάναι οσίως εις νομάς σωτηρίους σοφώς, και φωτίσαι ψυχάς του λαού, Άγιε˙ διο οι φωτισθέντες ευγνωμόνως κελλαδούσι ταύτα:

Χαίρε, φωστήρ εν Λειμώνι φαίνων,

Χαίρε, ψυχάς ευσεβών πιαίνων.

Χαίρε, θλιβομένων απάντων παράκλησις,

Χαίρε, καταδίκης ημών η ανάκλησις.

Χαίρε, πάντων αυτεπάγγελτος βοηθός και οδηγός,

Χαίρε, χάριτος του Πνεύματος Ζωοδόχου χορηγός.

Χαίρε, Χριστού θεράπων πανάριστος,

Χαίρε, λαού ποιμήν ο πανάγιος.

Χαίρε, ημών καταφύγιον θείον,

Χαίρε, πιστών παραμύθιον μέγα,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Θέλων εν τη καρδία εκτενώς τω Κυρίω, λατρεύειν εν νυκτί και ημέρα, εν Λειμώνι προσήλθες σοφέ, και Μονήν Αρχαγγέλων ευθύς έπηξας, νηστείαις, αγρυπνίαις και δεήσεσι κραυγάζων ούτως,

Αλληλούϊα.

Ίσχυσας, Θεοφόρε, πανουργεύματα πάντα εχθρού του βροτοκτόνου ολέσαι˙ τη γαρ θεία δυνάμει Σταυρού υπομένων υπέμεινας, θλιβόμενος, νυνί δε αγαλλόμενος ακούεις παρ’ ημών τοιαύτα.

Χαίρε, πολλάς υπομείνας θλίψεις,

Χαίρε, δεινών χορηγών τας λύσεις.

Χαίρε, βασιλείαν Χριστού κληρωσάμενος,

Χαίρε, δι’ αγώνων αυτήν ωνησάμενος.

Χαίρε, ότι καταπήλαυσας την ειρήνην εν Χριστώ,

Χαίρε, ταύτην ο δωρούμενος τοις πιστεύουσιν αυτώ.

Χαίρε, ότι εδόθης Μηθυμναίων προστάτης,

Χαίρε, των Ορθοδόξων ο ταχύς παραστάτης.

Χαίρε, φωστήρ Λειμώνος ακοίμητος,

Χαίρε, ημών ο πρέσβυς ό ένθεος.

Χαίρε, πιστοίς την ειρήνην βραβεύων,

Χαίρε, ημάς πατρικώς ο παιδεύων,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Κύματα της κακίας προσευχή κατευνάσας συγγνώμην εδωρήσω τοις πάσιν˙ οι δ’ εχθραίνοντές σε πανοικί, εν αγάπη Θεού, παρά σου ήκουον, ειρήνη και συγχώρησις˙ διο και τω Χριστώ εβόων,

Αλληλούϊα.

Λάμψον τοις σε υμνούσιν, Αγιώτατε Πάτερ, φωσφόρον του Κυρίου την χάριν˙ ιδού γαρ  μετά πόθου ημείς εν Μοναίς σου, ψαλμοίς και ωδαίς ψάλλομεν την μνήμην σου γεραίροντες, εν ύμνοις και βοώντες ούτω:

Χαίρε, οδοίς πορευθείς ευθείαις,

Χαίρε, Μοναίς εμβατεύων θείαις.

Χαίρε, Παναγίας ο μύστης ο ένθεος,

Χαίρε, του Λειμώνος δομήτορ πανάριστος.

Χαίρε, ότι Μυρσινιώτισσαν ανεκαίνισας καλώς,

Χαίρε, ότι τον Αρχάγγελον συ εφίλεις Μιχαήλ.

Χαίρε, πάσι διδάσκων του Χριστού την αγάπην,

Χαίρε, ο φυγαδεύων του εχθρού την απάτην.

Χαίρε, πιστών απάντων στερέωμα,

Χαίρε, ημών ακλόνητον έρεισμα.

Χαίρε, θερμός των πιστών παραστάτης,

Χαίρε, Μονών σου ο φρουρός και προστάτης,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Μνήμην σου οι τιμώντες, Ποιμενάρχα Μηθύμνης, Ιγνάτιε, Μοναίς σου προσήλθον, οι φιλούντες σε μάκαρ εν γη, ως ουρανώ δ’ εστάναι, ωδήν άδουσι καινήν, οι λιτανεύοντες εν ύμνοις, και βοώντες ούτως,

Αλληλούϊα.

Νέαν όντως εν Λέσβω βιωτήν ανελάβου εν χρόνοις δυσχειμέροις, ώ Πάτερ˙ και τη Μυρσινιωτίσσης Μονή και Λειμώνι ευθύς κατελθών, Άγιε, συνέπηξας την ποίμνην σου, διο μεγαλοφώνως άδει:

Χαίρε, δι’ ού ιλασμόν πλουτούμεν,

Χαίρε, δι’ ού φωτισμόν αντλούμεν.

Χαίρε, μυροθήκη του Πνεύματος πάνσεπτος,

Χαίρε, μυροβλήτης φανείς μετά θάνατον.

Χαίρε, ότι αναδέδειξαι των Μονών σου ο πατήρ,

Χαίρε, ότι εχρημάτισας Μηθυμναίων ο ποιμήν.

Χαίρε, ότι εφάνης οδηγός αληθείας,

Χαίρε, ότι εχρίσθης τη βουλήσει τη θεία.

Χαίρε, δοχείον ων το του Πνεύματος,

Χαίρε, μυρίζων πάντας εν χάριτι.

Χαίρε, λιμήν θλιβομένων εν βίω,

Χαίρε, ημών καταφύγιον θείον,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Ξένον τρόπον ορώντες οι εν Φάραγγι όντως ζωής και πολιτείας εν πάσιν, κατεπλάγησαν τότε εν σοι και τιμήν τω Κυρίω ευθύς έδωκαν, λατρεύοντες εν άσμασι και άδοντες αυτώ ενθέως,

Αλληλούϊα.

Όλος έκδημος ώφθης, όλος Πνεύματος πλήρης Λειμώνι διαιτώμενος, μάκαρ˙ διο τον παγετόν της νυκτός τον τε καύσωνα ημέρας υπήνεγκας, οσίως Ιερώτατε˙ και σήμερον ακούεις ταύτα:

Χαίρε, πιστών οδηγός αληθείας,

Χαίρε, κανών ακριβούς εγκρατείας.

Χαίρε, αγρυπνίαν ασκών καρτερώτατα,

Χαίρε, των Αγγέλων ζηλώσας τα τάγματα.

Χαίρε, ότι πεπολίτευσαι εν τη γη ως Σεραφείμ,

Χαίρε, ότι αναδέδειξαι εν Λειμώνι Χερουβείμ.

Χαίρε, λάμπων εν πάσιν Ιεράρχα Κυρίου,

Χαίρε, πάσι διδάσκων την οδόν του Κυρίου.

Χαίρε, λαού προστάτης θερμότατος,

Χαίρε, ημών πατήρ και διδάσκαλος.

Χαίρε, λειμών εν Λειμώνι Μηθύμνης,

Χαίρε, Χριστόν ο λατρεύων εν ύμνοις,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Πάσα χώρα Μηθύμνης εορτή σου συνήλθε υμνήσαί σου την μνήμην αξίως˙ τη εν Μυρσινιωτίσσης Μονή και Λειμώνος ιδού πανοικί άπαντες, αξίως σε γεραίροντες και άδοντες εν πόθω ούτως,

Αλληλούϊα.

Ράνον πάσι την χάριν δαψιλή του Κυρίου Ιγνάτιε, τοις πόθω τελούσι, την ιεράν σου, σεμνήν εορτήν και υμνούσι ταύτην ευλαβώς, Άγιε, διδούς αεί εν άσμασι, βοάν σοι εκ καρδίας ταύτα.

Χαίρε, φανείς Ορθοδόξοις στύλος,

Χαίρε, δειχθείς ευσεβείας πύργος.

Χαίρε, Ασωμάτων τον βίον τυπούμενος,

Χαίρε, των οσίων τον τρόπον μιμούμενος.

Χαίρε, μέγας και υπέρλαμπρος Εκκλησίας συ φωστήρ,

Χαίρε, όντως Θεοπρόβλητος Μηθυμναίων ο ποιμήν.

Χαίρε, πάνυ ποθήσας τον Χριστόν, την Ειρήνην,

Χαίρε, πάσι βραβεύων τοις ποθούσιν ειρήνην.

Χαίρε, λαού ο μύστης ο ένθεος,

Χαίρε, ημών διδάσκαλος πάνσοφος.

Χαίρε, χαράν θησαυρίσας οσίως,

Χαίρε, αυτήν διανέμων πλουσίως,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Στώμεν εν κατανύξει, αδελφοί, καθορώντες την Κάραν Ιγνατίου εν μέσω, ιδού πεποικιλμένην αυτήν του Θεού τε Πατρός και Χριστού χάριτι, εν Πνεύματι δε άσωμεν, βοώντες τη Τριάδι πάντες.

Αλληλούϊα.

Τείχος Ορθοδοξίας ανεφάνης εν Λέσβω στηρίζων τους πιστούς εν τη πίστει˙ οι γαρ  εν Μοναίς αδελφοί, τον Σταυρόν του Χριστού εν αυταίς φέροντες, διδάσκοντες εδίδασκον˙ διο και ευγνωμόνως άδουν.

Χαίρε, πιστών οδηγός ο Θείος,

Χαίρε, κανών ασκητών οσίων.

Χαίρε, ασθενούντων ταχίστη επίσκεψις,

Χαίρε, θλιβομένων χαρά και αντίληψις.

Χαίρε, ότι εχρημάτισας του Υψίστου ιερεύς,

Χαίρε, όντως Θεοπρόβλητος συ σταλείς Αρχιερεύς.

Χαίρε, άνω σοφίας εισελθών εις τον γνόφον,

Χαίρε, ο φυγαδεύων αγνωσίας τον ζόφον.

Χαίρε, λαού φωστήρ τηλαυγέστατος,

Χαίρε, κρατήρ ζωής ο ακένωτος.

Χαίρε, ευρών ουρανών βασιλείαν,

Χαίρε, συνών εν Υψίστους Αγγέλοις.

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Υμνησαί σε ο πάλαι γεγονώς εν Λειμώνι ποιμήν Αλεξανδρέων ευρών σου τα εν Μυρσινιωτίσσης Μονή θαυμαστώς εν τάφω σεπτά λείψανα τα μύρα αναβλύζοντα˙ κατάπληκτος δ’ εφώνει ταύτα,

Αλληλούϊα.

Φώτισον, Ποιμενάρχα, τους πιστώς σε υμνούντας και μνήμην σου την θείαν τιμώντας, τους συναθροισθέντας πανοικί, εν παννύχοις δ’ ευχαίς, ευσεβώς, Άγιε, ενθέως μεγαλύνοντας και ψάλλοντας εν πόθω άμα:

Χαίρε, αστήρ, ουρανοίς σελαγίζων,

Χαίρε, πιστών τας ψυχάς ο φωτίζων.

Χαίρε, παρεστώς τη Τριάδι, μακάριε,

Χαίρε, τον Τρισάγιον μέλπων, ισάγγελε.

Χαίρε, τύπον ταπεινώσεως σεαυτόν προσαγαγών,

Χαίρε, πάντας εν πραΰτητι και αγάπη οδηγών.

Χαίρε, θείων Πατέρων βιοτήν ο ζηλώσας,

Χαίρε, όντως το κάλλος το αρχέτυπον άσας.

Χαίρε, πατήρ πατρός σου πανθαύμαστε,

Χαίρε, ποιμήν ποιμένων, πανάριστε.

Χαίρε, Μονάς καθιδρύσας οσίας,

Χαίρε, Μοναίς εμβατεύων ταις θείαις,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Χάριν παρά Κυρίου ουρανόθεν παράσχου, Ιγνάτιε, τοις πόθω τελούσι οικείαις, σεβασμίαις  Μοναίς εν κατανύξει, χαρά, εορτήν, Άγιε και μνήμην σου γεραίροντας εν πίστει μελωδούντας ούτως,

Αλληλούϊα.

Ψάλλοντας καθ’ εκάστην εκ βαθέων τω Κτίστη, ενίσχυσον ημάς, Θεοφόρε, ως συ επολιτεύσω εν γη και Μονάς εν Χριστώ ασινείς ήγειρας διο και οι φιλούντές σε, εν ταύταις μελωδούμεν ταύτα:

Χαίρε, Θεού την αγάπην άσας,

Χαίρε, Χριστόν εν τη γη δοξάσας.

Χαίρε, προσευχήν εν καρδία σου θέμενος,

Χαίρε, εν νυκτί και ημέρα δεόμενος.

Χαίρε, ότι καθυπέμεινας προσβολάς του πονηρού,

Χαίρε, ότι απενέκρωσας τας φαρέτρας τας αυτού.

Χαίρε, πάσι παρέχων ευλογίαν και χάριν,

Χαίρε, πάντας λαμβάνων ως υιούς κατά χάριν.

Χαίρε, ψυχών σωτήριος έλλαμψις,

Χαίρε, ημίν παρέχων συγχώρησιν.

Χαίρε, βουλάς κακοτρόπων νικήσας,

Χαίρε, ημάς πατρικώς ευλογήσας,

Χαίροις Λέσβου το καύχημα.

Ώ πανθαύμαστε Πάτερ, ο Λειμώνι ασκήσας τον ύμνον προσδεξάμενος τόνδε (γ’) τον τον συγγράψαντα, τους τε πιστώς μελωδούντας άπαντας συγχώρησον, πλουσίως δ΄ επευλόγησον, βοώντας κατανύξει ούτως,

Αλληούϊα.

ΤΑ ΕΓΚΩΜΙΑ

Ών η ακροστιχίς πλην του πρώτου τροπαρίου εκάστης στάσεως.

Τον Ιγνάτιον ποιμενάρχην Μηθύμνης επιταφίοις ύμνοις σεμνώς μέλπει τω τάφω παρεστώς συν Μηθυμναίοις ο ταπεινός Μηθ. Ι.

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

Ήχος πλ. α’. Η Ζωή εν τάφω.

Η ζωή εν τάφω καταβάς ο Χριστός την ανάστασιν ημίν εδωρήσατο τοις πιστεύουσιν αυτώ πανευσεβώς.

Τα τροπάρια.

Των Λεσβίων δήμοι, Μηθυμναίων πληθύς Ιγνατίου νυν τω τάφω προσέλθετε απαντλούντες ευλογίαν δαψιλώς.

Ουρανόθεν πρόσχες, Ιεράρχα Χριστού και παράσχου φωτισμόν τε και δύναμιν ανυμνήσαι εορτήν σου ευσεβώς.

Νοεραί σε τάξεις καθορώσαι σεμνώς εν Λειμώνι λιτανεύοντα Κύριον εξαπλήττοντο δοξάζουσαι Χριστόν.

Ιατρός εφάνης εν υστέροις καιροίς των ψυχών τε και σωμάτων πανθαύμαστε, τοις προστρέχουσιν εν πίστει σω ναώ.

Γενεαί σε εύρον Μηθυμναίων, σοφέ, αι τον Κύριον θερμώς αγαπήσασαι καταφύγιον εν θλίψεσι στερρόν.

Νεανίας έτι τω πατρί σου συνών Μανουήλ, εφημερίω του  Φάραγγος διηκόνεις μετά πόθου ιερού.

Αρεταί σε πάσαι κατεκόσμουν σοφέ, η αγάπη και ελπίς μετά πίστεως ας κατέπεμψον ημίν τοις ταπεινοίς.

Τον Χριστόν ποθήσας εκ παιδός, αγαθέ, και Μητέρα την αυτού αφιέρωσας την ζωήν σου δια δόξαν Ιησού.

Ιωάννης πρώτον απεκλήθης καλώς ενσαρκών του Βαπτιστού το ενάρετον ως την έρημον ποθήσας ζωηρώς.

Ο λαός Μηθύμνης κατιδών σου καλώς βιοτήν συν τη ασκήσει, πανάριστε, τον Χριστόν δοξολογεί μετά ψαλμών.

Ναυτιώντας πάντας προσεδέξω θερμώς εν λιμένι του Λειμώνος πανάγιε, κατευθύνας πατρικώς προς ουρανούς.

Πανοικί ανήλθες εν Λειμώνι, σοφέ, συν πατρί τε και υιώ σου γενόμενος καθηγούμενος αυτών και οδηγός.

Ορατώς εστώτες προ του τάφου σου  νυν αοράτως παρεστάναι νομίζομεν κατενώπιόν σου, πάτερ αγαθέ.

Ιλασμόν παράσχου πεπτωκόσιν ημίν ώ Ιγνάτιε, Μηθύμνης ο Πρόεδρος παρρησίας ως τυχών παρά Θεού.

Μηθυμναίοις ώφθης συ φωστήρ φαεινός ως ποιήσας και διδάξας, πανάριστε, του Κυρίου τα εντάλματα καλώς.

Επί γης ωράθης ευσεβείας πυρσός προς Λειμώνα συγκαλών μετά πίστεως τους προστρέχοντας εν πόθω ιερώ.

Νομοθέτης θείων ενταλμάτων φανείς Μυρσινιώτισσαν, Λειμώνα ωχύρωσας παραγγέλματι Κυρίου πατρικώς.

Αληθώς εφάνης της ειρήνης κανών την πραότητα διδάξας εν έργοις σου ειρηνεύων μετά πάντων εν Χριστώ.

Ρερυπότα μέλη εκκαθαίρων εν γη των πταιόντων ανεδείχθης διδάσκαλος εν αγάπη και σοφία οδηγών.

Χαρισμάτων θείων πλουτοφόρος πηγή αγρυπνίαις και νηστείαις γενόμενος μεταδέδωκας αυτά παναληθώς.

Η χαρά Μηθύμνης, η ελπίς των πιστών ανεδείχθης, ώ Ιγνάτιε, όσιε, εν υστέροις τοις καιροίς ως θαυμαστός.

Νέαν, πάτερ, κλήσιν εκδιδάσκων πιστοίς εν Μοναίς σου προσεδέξω, θαυμάσιε, κατηχών αυτούς οδόν την του Χριστού.

Μακαρίζομέν σε, Ιεράρχα Χριστού ως εργάτην ανεπαίσχυντον, Άγιε, Ορθοδόξου Εκκλησίας αληθώς.

Η Μονή Λειμώνος εορτάζει φαιδρώς και γεραίρει την σην μνήμην εν άσμασι Μυρσινιώτισσα συγχαίρουσα θερμώς.

Θαυμαστά ειργάσω επί γης, ασκητά, εν εσπέρα και πρωΐα δεόμενος του Κυρίου και νυκτί πανευσεβώς.

Υπέρ των υμνούντων την πανίερον νυν εορτήν σου, ποιμενάρχα, δεήθητι του τυχείν παρά Κυρίου ιλασμού.

Μεγαλύνομέν σε, Ορθοδόξων φρουρόν και διδάσκαλον, Ιγνάτιε ένδοξε εν καιροίς τοις χαλεποίς ως αληθώς.

Νεκρωθείς τω κόσμω συνανέστης Χριστώ ον εδόξασας εν βίω σου, Άγιε, βασιλεύων συν αυτώ εν ουρανοίς.

Η ελπίς Λεσβίων και χαρά αληθώς, ώ Ιγνάτιε, εγένου τη ποίμνη σου διαδουχών και νουθετών καρτερικώς.

Συ εφάνης, πάτερ, εν τη νήσω σαφώς ως πολύφωτος αστήρ, Ιερώτατε, καταυγάζων τας ψυχάς των εκλεκτών.

Επί σε θαρρούντες, Θεοφόρε Πατήρ την υγείαν και ειρήνην, αιτούμεθα, ώ Ιγνάτιε, διδάσκαλε ημών.

Δόξα Πατρί.

Πάτερ, Λόγε, Πνεύμα, Παναγία Τριάς, νυν επίσκεψαι τους δούλους σου τάχιστα Ιγνατίου σου θεράποντος λιταίς.

Και νυν.

Ιλασμόν πταισμάτων, Θεοτόκε αγνή Μυρσινιώτισσα, παράσχου δεόμεθα σωτηρίαν τε ημίν τοις ταπεινοίς.

ΣΤΑΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

Ήχος πλ. α’. Άξιόν εστίν.

Άξιόν εστί του δοξάζειν σε τον Ποιμενάρχην τον εν Καλλονή διαλάμψαντα εν τοις λόγοις τε και έργοις θαυμαστώς.

Τα τροπάρια.

Τάφω ιερώ, νυν προσέλθωμεν του Ιγνατίου και μελωδικώς αναμέλψωμεν επί μνήμη του οσίου ευσεβώς.

Άρον σου φωνήν, η Μηθύμνης επαρχία πάσα και εν τω Λειμώνι αθροίσθητι κατά μνήμην του Αγίου ευσεβώς.

Φως το εκ φωτός επιλάμψαν ση καρδία, πάτερ, λογισμούς ενθέως εθέωσεν, προσευχήν την αδιάλειπτον ασκών.

Ίδετε λαοί και θαυμάσατε πως εν εσχάτοις τοις καιροίς εφάνη πανάγιος ο Ιγνάτιος του Φάραγγος βλαστός.

Όρη και βουνοί, Καλλονής τε και Μυρσινιωτίσσης ώσπερ τα αρνία σκιρτήσατε επί μνήμη του οσίου ευσεβώς.

Ίδιον ουδέν ελογίσω εν τω βίω, Πάτερ κοινοβιακώς γαρ θεόληπτε εν Μοναίς σου διεβίου θαυμαστώς.

Σώμά σου σεπτόν, κατετέθη εν τω τάφω ώδε και μυροβλητούν πεφανέρωται παραδόξως, επινεύσει θεϊκή.

Ύμνον ιερόν, προσενέγκωμεν τω Ιγνατίω οι εν ταις Μοναίς νυν ιστάμενοι επί μνήμη του αγίου ευσεβώς.

Μνήσθητι ημών των τιμώντων σου την μνήμην, πάτερ, και ακατακρίτως αξίωσον οφλημάτων την συγχώρησιν ευρείν.

Νέαν σοι ωδήν, επιτάφιον νυν μελωδούμεν οι πεφιληκότες σε, Άγιε, και προσπίπτοντες τω θείω σου ναώ.

Όμβρισον ημίν κατανύξεως κρουνούς αγίας και τον νουν ημών κατακόσμησον εναρέτοις θεωρίαις αψευδώς.

Ίδωμεν πιστοί, μεγαλεία Ιγνατίου θεία πώς αντιδοξάζει ο Κύριος τους δοξάζοντας αυτόν επί της γης.

Στώμεν ευλαβώς, προσευχόμενοι εν κατανύξει αγιοπρεπώς μακαρίζοντες Ιγνατίου την πανήγυριν σεπτώς.

Σήμερον πιστοί, ευφρανθώμεν τω νοΐ ενθέως εν τη πανηγύρει του κτίτορος ανυμνούντες εορτήν αυτού φαιδρώς.

Έχοντες αεί εν τω βίω σε προστάτην μάκαρ υπέρ των νοσούντων δεόμεθα την υγείαν χορηγήσαι δαψιλώς.

Μέγας αληθώς, ανεδείχθης κηδεμών απάντων των εν εξορίαις και θλίψεσι καταπέμπων την ενίσχυσιν αυτοίς.

Νεύσον ως πατήρ, και επίσκεψαι τους εν τη ξένη αδελφούς ημών και γεννήτορας και αξίωσον ελθείν μετά χαράς.

Ώσπερ νοσσιά, τα τεκνία σου πρόσδεξαι πάτερ νυν εν κατανύξει προσπίπτοντα και αιτούντα σην βοήθειαν θερμώς.

Σώμα και ψυχήν, παρατίθημι χειρί σου μάκαρ ως πανσθενουργώ, ιερώτατε, καταπέμψαι την βοήθειαν αιτών.

Μέγας οδηγός, Μηθυμναίων ανεδείχθης όντως εν καιρώ σκοτίας, πανάγιε, ορθοδόξως γαλουχών και νουθετών.

Έρραναν Χριστού, Μυροφόροι συν δακρύοις μύρα τάφον˙ διο πάντες συνήλθομεν του μυρίσαι σου τον τάφον ευλαβώς.

Λύσον τα δεσμά, τα κυκλούντά με εν βίω, πάτερ, κόπασον τον κλύδωνα, άγιε, και ειρήνευσον τον κόσμον αγαθέ.

Πάντων η ελπίς, Μηθυμναίων συ εγένου, πάτερ η μετά Θεόν ακαταίσχυντος ως νυν έχων παρρησίαν προς αυτόν.

Έδραμες πιείν, το αλλόμενον Κυρίου ύδωρ και ποιμαντικώς τούτο δέδωκας τοις διψώσιν, ώ Ιγνάτιε σοφέ.

Ίδρυσας Μονάς, του Λειμώνος και Μυρσινιωτίσσης επί την ασάλευτον, όσιε, του Κυρίου την αγίαν εντολήν.

Ταύτας ως πατήρ, μη ελλίπης του φρουρείν και σκέπειν από πειρασμών τε και θλίψεων διαμένειν εις αιώνας ασινείς.

Ω των υπέρ νουν, παμμακάριστε θείων αγώνων ους εν ταις Μοναίς σου ανέλαβες εν ημέρα και νυκτί επαγρυπνών.

Τέκνα σου ημείς, ώ Ιγνάτιε, διο αιτούμεντων παραπτωμάτων συγχώρησιν ευλογίαν τε ειρήνην παρά σου.

Άνω ως συνών, Παραδείσω και αγίοις πάσι των νυν δεομένων επάκουσον καταπέμπων τα αιτήματα καλώς.

Φώτισον ημών, διανοίας και τον νουν απάντων ως του φωτισμού θείου  έμπλεως καταλάμπων εν τοις πέρασι λαμπρώς.

Ώσπερ εν τη γη, ιερούργεις τω Κυρίω, πάτερ, και εν ουρανώ νυν μνημόνευε των τεκνίων σου, Ιγνάτιε σοφέ.

Δόξα Πατρί.

Πάτερ συν Υιώ, άμα Πνεύματι τω Παναγίω ώ Τριάς αγία, επάκουσον Ιγνατίου σου θεράποντος ευχών.

και νυν.

Άσπιλε Αμνάς, Μυρσινιώτισσά μου Παναγία συν τω Ιγνατίω δεήθητι του ευρείν ημάς πταισμάτων ιλασμόν.

ΣΤΑΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

Ήχος γ’. Αι γενεαί πάσαι.

Αι γενεαί πάσαι Λεσβίων εγκωμίοις Ιγνάτιον τιμάτε.

Τα τροπάρια.

Ρανάτω πάσαν κτίσιν η μνήμη Ιγνατίου την θείαν ευφροσύνην.

Ειρήνην ταις Μοναίς σου ψυχαίς ημών και κόσμω, κατάπεμψον εξ ύψους.

Συνών συν τοις αγγέλοις, μνημόνευε παμμάκαρ, των σε παρακαλούντων.

Τυχείν κατηξιώθης, Ιγνάτιε θεόφρον, της άνω βασιλείας.

Ώ πάτερ θεοφόρε, Λειμώνος ο προστάτης, αγίασον σην ποίμνην.

Σοφίαν του Κυρίου, προκρίνας της του κόσμου, αυτή προσεκολλήθης.

Σοφίαν την εξ ύψους, λαβών εν τοις αδύτοις, πανσόφως επορεύθης.

Υμνούμεν σου θεόφρον, αγάπην την τελείαν, ευχήν και αγρυπνίαν.

Ναούς Θεού εγείρας, Παρθένου και Αγγέλων, εδόξασας τον Κτίστην.

Μαρίαν την Παρθένον, θερμώς συ αγαπήσας, χερουβικώς ανύμνεις.

Ημάς τους σε υμνούντας, Ιγνάτιε προσδέχου διδούς την ευλογίαν.

Θεόν εν γη δοξάσας, Ιγνάτιε αξίως, δοξάζομέν σε μάκαρ.

Υμνών ακαταπαύστως, Τριάδα την αγίαν, ημών μη επιλάθου.

Μονάς σου τας αγίας, συντήρει εις αιώνας,απήμονας εκ ζάλης.

Νενίκηκας γενναίως, τα ένεδρα του πλάνου, Σταυρού τη πανοπλία.

Αγάπην εξασκήσας, υπόδειγμα εγένου, της Νέας Διαθήκης.

Ιδείν δε εις αιώνα, το πρόσωπον Κυρίου, αξίωσον σα τέκνα.

Οδόν την του Κυρίου, οδήγησον βαδίζειν, ως συ εν γη θεόφρον.

Ιδού τα σα τεκνία, προσπίπτομέν σοι πόθω, Ιγνάτιε εν ύμνοις.

Σωθήναι νυν δυσώπει, τους σε παρακαλούντας, θερμώς εν κατανύξει.

Ο κόσμος ευωδίας, πεπλήρωται τοις μύροις, εκ Κάρας σου αγίας.

Τα πλήθη των Λεσβίων, συνήλθον εκ περάτων, την μνήμην σου τιμώντα.

Αγίων ταις χορείαις, ιδού συνεδοξάσθης, Ιγνάτιε εν πόλω.

Παράσχου σοις ικέταις, καλήν απολογίαν, εν βήματι Κυρίου.

Επίβλεψον και ίδε, τα σα τεκνία πάτερ, υμνούντα σε εν πόθω.

Ιγνάτιε μετάδος, της χάριτος εξ ύψους, ημίν τοις δεομένοις.

Νοσούσι την υγείαν, πτωχοίς παραμυθίαν, κατάπεμψον πλουσίως.

Ομού μετά μαρτύρων, Λεσβίων και οσίων, δυσώπησον τον Κτίστην.

Συνών συν Ασωμάτοις, την άϋλον Κυρίω, προσφέρεις λειτουργίαν.

Μεσίτην σε και ρύστην, προσάγομέν σε πάτερ, εν ώρα τη της δίκης.

Ημάς τους δεομένους, ευλόγησον ως έχων, Θεώ την παρρησίαν.

Δόξα Πατρί.

Θεόν τον εν Τριάδι, υμνούμεν συν Υιώ τε, Πατέρα και το Πνεύμα.

Και νυν.

Ιδού Παρθενομήτορ ,την χάριν εξαιτούμεν, ευρείν παρά Υιού σου.

Είτα ψάλλομεν τα ευλογητάρια.

Ήχος πλ. α’.

Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με υμνείν τον Ποιμενάρχην.

Των Λεσβίων οι δήμοι Ιγνατίου τω τάφω παρεστώτες βοώμεν. Του Αγίου λιταίς, ώ Θεέ πανοικτίρμον τους προσκυνητάς των Μονών ευλόγησον καταπέμπων πάσι το μέγα έλεος.

Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με υμνείν τον Ποιμενάρχην.

Τι τω Τάφω Ιγνατίου έστησε, την τε άφεσιν αιτείσθε. Οι αφρόνως εν τω βίω πταίσαντες και Κυρίω μη υποταγέντες, παύσασθε ποιείν τα έργα του όφεως ο Κριτής γαρ επί θύραις πάρεστι.

Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με υμνείν τον Ποιμενάρχην.

Λίαν πρωΐ Μηθυμναίοι έδραμον προς τον τάφον σου εν κατανύξει, και Κάραν την σην επ’ αυτού καθορώντες Άγιε Θεού, κράζουσι δακρύοντες εξελού ημάς των παγίδων του αλάστορος.

Ευλογητός ει Κύριε, δίδαξόν με υμνείν τον Ποιμενάρχην.

Ιγνατίου τω τάφω κατανύξει ελθόντες προς αυτόν εκβοώμεν. Των πταισμάτων ημών την συγγνώμην παράσχου ως παρά Χριστού εξουσίαν είληφας. Ιεράρχης γαρ πέλεις συμπαθέστατος.

Δόξα Πατρί.

Προσκυνούμεν εν φόβω την Αγίαν Τριάδα, ώ Ιγνάτιε πάτερ, Ήν εν βίω ανύμνεις και εδόξασας έργοις και ως ιερεύς, άμα τε Επίσκοπος, ίνα πάσι δωρήσηται το έλεος.

Και νυν.

Μυρσινιώτισσαν όντως αγαπήσας εν βίω και Αρχάγγελον αύθις, οις Μονάς ανεγείρας, μοναχοίς τε πλουτίσας μεθ’ ών ευσεβώς έψαλλες γηθόμενος, Παναγία, ειρήνην δος και άφεσιν.

Αλληλούϊα, αλληλούϊα, αλληλούϊα, δόξα σοι ο Θεός (εκ γ’).

ΑΜΗΝ

 

 Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.