Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ



ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΥ ΜΑΡΙΑ

Αν. Καθ. Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών

Εάν ο λόγος των Τριών Ιεραρχών ήταν παρών σε όλους τους τομείς της ζωής μας, όπως θα έπρεπε, δηλαδή στην πολιτική, πολιτειακή, θρησκευτική, κοινωνική και παιδαγωγική δραστηριότητα, τότε δεν θα υπήρχε πνευματική κρίση. Θα περιοριζόμαστε να τιμάμε τους αγίους μας, προκειμένου να διατηρούμε ζωντανή και άγρυπνη στις συνειδήσεις μας την ευεργετική για μας πορεία τους από την ζωή. Ωστόσο αυτό δεν συμβαίνει στην εποχή μας, εποχή διαφθοράς, δολιότητας, υποκρισίας και αθεΐας, που εκδηλώνεται με περισσή αναισχυντία από πολλές πλευρές, κυρίως των αυτοχαρακτηριζομένων ως πνευματικών ηγετών, πολιτικών, εκπαιδευτικών κ.ά.

Ο λόγος των Τριών Ιεραρχών του Δ΄ αιώνα, ενός αιώνα δραματικού με πλήθος μαρτύρων και διωγμών, με επιθέσεις απέναντι στον λόγο του Χριστού και επιλεκτικές αμφισβητήσεις των Γραφών από πολυπληθείς αιρέσεις, υπήρξε δυναμικός και επιθετικός χωρίς συμβιβασμούς και κολακείες των ισχυρών.

Σήμερα παραμένουμε απαθείς απέναντι στα εγκλήματα που απειλούν να εξαφανίσουν την ελληνική Παράδοση και τα σύμβολά της, την Πίστη και την εθνικηή ταυτότητα. Έχουν συγκροτηθεί ύπουλες ομάδες σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, που επιδιώκουν την καταστροφή όσων μέχρι σήμερα δημιούργησε ο Ελληνισμός και η Εκκλησία με το πλήθος των Αγίων, Μαρτύρων, Νεομαρτύρων και διαχρονικών εθνομαρτύρων ηρώων του.

Ο λόγος των Τριών Ιεραρχών δεν είναι μόνο θρησκευτικός αλλά και εκπαιδευτικός. Ο εορτασμός τους αφιερώνεται στην Ελληνική Παιδεία. Επομένως ο λόγος τους δεν είναι μουσειακός. Μέσα από αυτούς τους Πατέρες, το έργο τους, την ζωή τους, την θεματολογία τους προσπαθούμε να θυμηθούμε την χαμένη μας μνήμη και ταυτότητα. Ο σημερινός Έλληνας, σε σύγκριση με τους Αγίους Πατέρες του, είναι ελλιποβαρής. Οι νόμοι του, η κοσμική νομοθεσία αποδοκιμάζει και χλευάζει το περιεχόμενο του νόμου του Ιησού και των Ερμηνευτών Πατέρων, που συμπυκνώνεται στην αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Οι Τρεις Ιεράρχες ασκούσαν κριτική και αποδοκιμάζανε τους νόμους της Πολιτείας που υποκρινόταν, όπως και σήμερα, ότι προστατεύει την αρχή της ισότητας όλων των ανθρώπων, όπως καθιερώνει ο θείος νόμος, αλλά στην πραγματικότητα και τότε και σήμερα οι θεσμοί εξυπηρετούν απάνθρωπες σκοπιμότητες με το κάλυμμα της νομιμότητας.

Οι Άγιοι Πατέρες Βασίλειος, Γρηγόριος και Χρυσόστομος είναι παιδαγωγοί αγιότητας, φωτισμού και όχι του ψευδεπίγραφου «Διαφωτισμού» με κατασκευασμένα πρότυπα αθεΐας και δαιμονικών συμπεριφορών, που αλλοτριώνουν τον εκπαιδευόμενο.

Ως έξοχοι δάσκαλοι και άγιοι αποδεικνύουν με τη ζωή και το έργο τους ότι η κατά τον κόσμο σοφία τότε μόνο είναι άξια τιμής, όταν αποτελεί συγχρόνως και παιδαγωγία αγιότητας, αλλιώς γίνεται σοφιστεία, κατασκευασμένη σοφία δηλαδή, όπου εύκολα και άφοβα εκφέρεται το ψεύδος και συγκαλύπτει η αλήθεια. Σ’ αυτά τα επίπεδα παραπαίει σήμερα ο άνθρωπος αγνοώντας τα άξια πρότυπα της ζωής. Σ΄αυτή την σύγχυση αποκαρδιωτικό είναι το φαινόμενο των λεγομένων «πνευματικών ανθρώπων». Με τεχνάσματα και σοφιστείες πολλοί «πανεπιστημιακοί» προσπαθούν να εξαλείψουν μέσα από την επίσημη, δήθεν γνώση, κάθε παραδοσιακή αξία είτε της εθνικής ταυτότητας είτε της Ορθοδοξίας. Γνωστά σε όλους μας ονόματα, με ύπουλο και δόλιο δήθεν επιστημονικό λόγο αλλοτριώνουν τις συνειδήσεις των φοιτητών και αυτόν τον στόχο τους τον ξεκινούν από το νηπιαγωγείο. Μάλιστα σ’ αυτό το υπονομευτικό έργο τους έχουν αρωγούς και τους Πρυτάνεις, αφού αυτοί καλούν διακεκριμένους δήθεν επιστήμονες της Δύσης, για να μας φωτίσουν, όπως είχε γίνει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών εκδήλωση, για τις «αναδρομικές ταυτότητες», όπως τις χαρακτήρισαν οι ομιλητές, και που οι ταυτότητες αυτές είναι η εθνική παράδοση ενός λαού και μίλησαν για το πώς πρέπει να εξαλειφθούν αυτές, όπως είπαν, οι εθνικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές ταυτότητες με τις «μεγαλοπρεπείς» αφηγήσεις. Οι πανεπιστημιακοί της Δύσης μας είπαν ότι «αυτές οι αφηγήσεις είναι κατάλληλα αναπλαισιωμένες για να σταθεροποιούν το παρελθόν μέσα στο μέλλον, να σταθεροποιούν το παρελθόν και να το προβάλουν στο μέλλον».

Μας είπαν ακόμη οι σοφοί ομιλητές ότι σήμερα χρειάζονται ταυτότητες προσανατολισμένες στην Αγορά, που να απορρίπτουν τις αφηγήσεις του παρελθόντος και να κατασκευάζουν το παρόν, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν. Η γνώση λοιπόν γι’ αυτούς εκλαμβάνεται ως χρήμα.

Αυτό προσπαθούν να επιτύχουν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα Ελληνόφωνοι, όχι Έλληνες εκπαιδευτικοί, με την αγαστή σύμπραξη του Υπουργείου Παιδείας, ορισμένων Ελληνόφωνων Πανεπιστημιακών, του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και διανοητών της Δύσεως, προσανατολισμένων στην Αγορά και την Ύλη, όχι όμως στον Άνθρωπο.

Ας είναι καλά λοιπόν οι φορείς όπως η Εκκλησία, οι σύλλογοι και μεταξύ αυτών η «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», που ρίχνουν το βάρος τους στο παρελθόν και έτσι έχουμε την χαρά σήμερα να φέρνουμε από το παρελθόν στο προσκήνιο τους τρεις Ιεράρχες, πρότυπα Ιεραρχών. Αυτοί θα γίνουν για μας σήμερα οι πνευματικοί οδηγοί μας, το φάρμακο κάθε αθλιότητας και με τις ολόλαμπρες μορφές τους θα περιφρονήσουμε τους οπαδούς της αλληλοδιαπλοκής, ύποπτων γνωστών καθοδηγητικών κέντρων, εσωτερικού και εξωτερικού.

Θα επιτεθούμε, με την βοήθεια των Πατέρων σ’ αυτούς, που μας ετοιμάζουν ένα νέο μέλλον με οικονομικούς και πολιτικούς στόχους και ένα κοσμικό, καθοδηγούμενο από την αγορά παιδαγωγικό έργο, χωρίς, όπως λένε, τα συλλογικά στερεότυπα, που προέρχονται από εθνικιστικές και θρησκευτικές αναδρομικές θέσεις, αφού, όπως θέλουν να πιστεύουν, και το διατυπώνουν ανερυθρίαστα: «Οι τόποι του ιερού και του ανίερου έχουν αντιστραφεί και οι μπάρες του σιδερένιου κλουβιού έχουν σκουριάσει». Αυτό πιστεύουν κι αυτά θέλουν να επιβάλουν κυρίως σ’ εμάς τους Έλληνες.

Εμείς όμως έχουμε άλλα πρότυπα Διδασκάλων για κακή τύχη των υπονομευτών μας. Οι Τρεις Ιεράρχες και Μέγιστοι Φωστήρες μάς κληροδότησαν όχι την παιδεία της αγοράς, αλλά την ολοκληρωμένη ανθρωπιστική παιδεία και μόρφωση πάνω στις αρχές της Πίστεως και των αληθειών του Ευαγγελίου, πάνω στις οποίες στηρίζονται οι βασικές αρχές της αληθινής δημοκρατίας, η ισοτιμία όλων των ανθρώπων, ο σεβασμός και η αγάπη του ανθρώπου ως «καθ’ ομοίωσιν». Αυτές τις αρχές διακηρύξανε με παρρησία οι τιμώμενοι σήμερα Οικουμενικοί Δάσκαλοι. Ο Δημιουργός του ανθρώπου Θεός δεν του δίδαξε τις αρχές της αγοράς, αλλά τον τρόπο της θέωσης και μέσα απ’ αυτόν την φιλανθρωπία, την κοινωνική αλληλεγγύη, την αγάπη, την πίστη, την αρετή, το ήθος. Αυτά θα έπρεπε να είναι τα ιδεώδη της παιδείας μας και Διδάσκαλοι οι Τρείς Ιεράρχες παιδαγωγοί. Αυτοί καυτηρίασαν και καταδίκασαν τους ανθρώπους της αγοράς, του πλούτου, τους ανθρώπους με ωμότητα και απανθρωπιά, όργανα ταπείνωσης του άλλου ανθρώπου, όπως γράφουν, τους ματαιόδοξους, αλαζόνες και πλεονέκτες. Όλοι αυτοί ατιμάζουν τον Χριστό.

Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, χαρακτηριστικό του ανθρώπου δεν είναι αυτός που έχει σώμα και φωνή, αλλά αυτός που έχει ψυχή και «διάθεση ψυχής», με θείο εμφύσημα. Αλλιώς κατολισθαίνει στην τάξη των αλόγων ζώων, των ανοήτων κτηνών. Δεν είναι άνθρωπος αυτός που έχει γνώμη θηριώδη και απάνθρωπη, και «αρπάζει σαν λύκος, χτυπάει σαν σκορπιός και είναι ύπουλος σαν αλεπού». Αυτός δεν είναι άνθρωπος, έχει μεταμορφωθεί σε θηριώδες είδος και προσθέτει ο άγιος Χρυσόστομος «οι πονηροί άνθρωποι είναι χειρότεροι και από τα λιοντάρια». «Το θηριώδες στ’ άγρια θηρία είναι κατά φύσιν, στον άνθρωπο όμως παρά φύσιν» και προσθέτει ενώ ο σκοπός της Δημιουργίας είναι ο άνθρωπος, σήμερα σκοπός έχει γίνει το χρήμα. Γι’ αυτό και τότε και σήμερα υπάρχει κρίση, δηλαδή ρήγμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου, με αποτέλεσμα την ανθρώπινη κατολίσθηση και την ηθική εξαθλίωση και διαστροφή. Οι ηγήτορες σήμερα έγιναν οσφυοκάμπτες, εθελόδουλοι αρνητές της αλήθειας.

Ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης παρατήρησε εύστοχα «Για αλλού ξεκινήσαμε και αλλού πηγαίνουμε, χωρίς να το καταλάβουμε, ότνα δεν ακολουθούμε τα χνάρια των Αγίων Πατέρων».

Σήμερα ατιμάζουμε με την συμπεριφορά μας τους Πατέρες αφού ανεχόμαστε τα πιθηκοειδή είδωλα των Μέσων Ενημέρωσης, τις κρυπτόμενες τεκτονικές στοές, τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, δηλαδή την τάξη της αθεΐας και της αγοράς, ανεχόμαστε υποβολιμαία και δαιμονικά φληναφήματα περί δήθεν παγκόσμιας ειρήνης και συνύπαρξης, που σκοπό έχουν την εκμηδένιση του Ευαγγελικού Μηνύματος. Σήμερα προβάλλονται οι παιδεραστές και οι ναρκομανείς ως πρότυπα και μεις ως κρετίνοι ανεχόμαστε τους δήθεν νομοθέτες μας και τις ψευδολογίες τους. Πότε θα αναστηθεί ο Χρυσόστομος, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος για να ανατρέψουν τους πονηρούς σχεδιασμούς και να αντιμετωπίσουν τους αντίχριστους χριστομάχους και εκκλησιομάχους νεοεποχίτες και τα ευρωαφργύριά τους. Πού είναι αυτοί που θα κηρύξουν για να γκρεμίσουν τα νέα είδωλα, αυτούς που ευτελίζουν και απαξιώνουν τον άνθρωπο; Αλλά και το κήρυγμα στις μέρες μας έχει πτωχεύσει τόσο πολύ, όσο και τα Ταμεία του Κράτους. Πού είναι οι Πνευματικοί ηγέτες να ελέγξουν τους διεθνείς τοκογλύφους, μαυραγορείτες και κατακτητές, που οδηγούν τον τόπο στην ερήμωση και την εκβαρβάρωση.

Η εορτή των Τιμίων Πατέρων μάς καλεί να ζήσουμε κι εμείς την ζωή των αγίων προσώπων, στην αγιοτόκο και θεοφρούρητη Ελλάδα. Στα πρόσωπα αυτά υπάρχει ο φωτισμός του Θεού και όχι ο αντίθεος σημερινός σκοταδισμός. Ο λόγος των Πατέρων είναι ζωντανός και κοφτερός σαν δίκοπο μαχαίρι. Πολέμησαν την εκμετάλλευση, την απληστία, την αλαζονεία, την μικροψυχία.

Σήμερα εξορίζονται οι Άγιοι Πατέρες με σατανικό σχέδιο των εχθρών του Σταυρού. Για μας δεν είναι «σκάνδαλο» ο σταυρός του Χριστού. Γι’ αυτό δεν δεχόμαστε την ψευδώνυμη γνώση και δεν ανεχόμαστε την προδοσία της αλήθειας. Οι μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας μας φωτίζουν με τους θείους πυρσούς την ψυχή, ώστε να μπορέσουμε με τη δραστηριότητά μας να ανακόψουμε και να διαλύσουμε την υφέρπουσα Κρίση. Αυτοί που διαθέτουν το πρωτείο της Αρετής, όπως οι Τρεις Ιεράρχες, θα το κατορθώσουν. Αρκεί να πολεμήσουν σκληρά, όπως εκείνοι και να διαθέτουν όμως τον πολύμορφο πνευματικό οπλισμό τους. Και σήμερα, όπως τότε οι ορθόδοξοι εξορίζονται και απειλούνται με πτωχεύσεις. Και σήμερα καταδιώκονται με δόλιους νόμους, όπως ο πρόσφατος και καινοφανής νόμος της «εχθροπάθειας», που αφαιρεί την ελευθερία της έκφρασης και της κριτικής από τον πολίτη, ώστε να μείνουν στο απυρόβλητο οι εχθροί του Ελληνισμού, αδικούντες και ένοχοι.

Ο Γρηγόριος γράφει για τον Βασίλειο: «Για άλλους έγινε φρούριο ισχυρό και τείχος, για άλλους έγινε πέλεκυς που σπάζει πέτρες,, γι’ άλλους φωτιά που κατακαίει εκείνους που μοιάζουν με φρύγανα». Και πράγματι ο Μέγας Βασίλειος δεν ήταν μόνο κυβερνήτης της Εκκλησίας, αλλά και αληθινός πολιτικός αρχηγός της, ηγέτης εκκλησιαστικός σε επίπεδο οικουμενικό με το πλήθος των έργων του, όπως π.χ. είναι η ίδρυση της «Βασιλειάδας» στην Καισάρεια, μιας νέας πόλης με πλήθος φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που πρόσφερε όλη την περιουσία του. Σήμερα ας αναλογισθούμε τους Τρεις Ιεράρχες πώς είχαν μεταβάλει τον άμβωνα της Εκκλησίας, σε ένα ατρόμητο βήμα για την υπεράσπιση των αδικουμένων. Η δικαιοσύνη για τους Τρεις Ιεράρχες δεν πηγάζει από νόμους, αλλά από την καρδιά. Μπορούμε να τους μιμηθούμε. Ας μείνουμε μπροστά στην οποιαδήποτε άδικη εξουσία όρθιοι, όπως οι Άγιοι Πατέρες, άκαμπτοι και ασάλευτοι, όσο και αν αφηνιάζουν οι εξουσιαστές, έστω και αν μας λιθοβολήσουν, όπως έκαναν οι Αρειανοί στον Γρηγόριο, ή όπως φέρθηκε η εξουσία στον ανυποχώρητο ποιμενάρχη Χρυσόστομο, που τον εξόρισε. Όμως ο Χρυσόστομος είχε προειδοποιήσει τους άπληστους ηγεμόνες ότι:

«Ο πλούτος είναι προδότης αισχρός, σκοτώνει τους κατόχους του. Μισεί όσους τον κατέχουν». Οι Πατέρες δεν μιλούσαν για να είναι ευχάριστοι ούτε κολάκευαν. Ξεγύμνωναν τις πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές πληγές, για να τις θεραπεύσουν. Αποκάλυπταν αυτούς που κερδοσκοπούσαν στις συμφορές των άλλων. Και όλα αυτά τα διατυπώνανε στην ελληνική γλώσσα, την γλώσσα των Ευαγγελίων. Και μόνο γι’ αυτή την συγγένειά μας με τους Πατέρες θα έπρεπε να θεωρούμεθα εκλεκτός και περιούσιος λαός ανάμεσα στα έθνη. Άλλωστε ο Ιησούς το προέβλεψε: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» όταν Έλληνες ζήτησαν να δουν τον Ιησού.

«Ο καθείς και τα όπλα του», λέει ο ποιητής. Τα δικά μας όπλα είναι οι Λόγοι των Πατέρων και με αυτά θα αντιμετωπίσουμε τους επιτιθέμενους εχθρούς καιόχι με τα κηρύγματα του Διαφωτισμού του «SOS ρατσισμός» και τα παραδείγματα της Γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή με αποκεφαλισμό των συναγωνιστών. Ο άγιος τρόπος ζωής των πατέρων θα αποτρέψει τα παιδιά απ’ όσα πονηρά ετοιμάζονται σε βάρος τους. Σήμερα έχουμε πόλεμο. Ας μην σκοτώσουμε σ’ αυτόν τον πόλεμο τους δικούς μας «στρατηγούς και προμάχους», τους Πατέρες μας. Ας μην γίνουμε πατροκτόνοι.

Ας εμποδίσουμε τους πολυμήχανους εχθρούς του γένους, τους θερμόαιμους πνευματομάχους και τους εμπόρους του ναού και ας θυμηθούμε στην σημερινή εποχή της αγοραπωλησίας νομισμάτων και φιλαργυρίας τα λόγια του Κυρίου «Κάνατε το σπίτι του Πατέρα μου σπήλαιο ληστών» και στο τροπάριο του Όρθρου της Μεγάλης Πέμπτης διαβάζουμε: «Βλέπε χρημάτων εραστή, συ που τα χρήματα λατρεύεις, κοίτα πώς εξαιτίας τους κρεμάστηκε ο δυσσεβής εκείνος».

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

                       


Φωστήρες και φωτοδότες της θεολογίας και της παιδείας



Η σημερινή ...... είναι αφιερωμένη σε τρεις μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, του Μεγάλου Βασιλείου, του ιερού Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Η Εκκλησία τους ονομάζει «φωστήρες της τρισηλίου θεότητος». Και η ελληνική Παιδεία τιμά τους εμπνευστές και προστάτες της σύνθεσης της ελληνικής σοφίας με τη θεία Αποκάλυψη του ευαγγελικού λόγου. Μια σύνθεση που άρχισε ήδη από τους μαθητές και αποστόλους του Κυρίου, με μια θαυμάσια ελληνιστική παιδεία, και έφτασε στην αποκορύφωση με τους μεγάλους πατέρες και διδασκάλους του τετάρτου αιώνα μ.Χ. Ο οικουμενικός Ελληνισμός συναντάται με την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού.
Τίθεται όμως το ερώτημα, γιατί η Εκκλησία επέλεξε αυτούς τους συγκεκριμένους τρεις Ιεράρχες από μια χορεία μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της πίστεως μας; Θεωρούνται αυτοί ως οι σημαντικότεροι και οι μοναδικοί, ή παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που χρειάζεται σήμερα να επισημάνουμε και να τα προβάλουμε προς πνευματική ωφέλεια και οικοδομή όλων μας;
Γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία πως υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός κορυφαίων πατέρων και σοφών διδασκάλων που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των Τριών Ιεραρχών της σημερινής εορτής.
Και όμως η Εκκλησία και η Παιδεία επέλεξε μόνο αυτούς τους τρεις γνωστούς μας Ιεράρχες.
Φαίνεται, πως κριτήριο της επιλογής τους δεν ήταν ούτε η μοναδική θεολογική προσφορά τους ούτε η ανεπανάληπτη ποιμαντική διακονία τους. Ακόμη κριτήριο δεν ήταν ούτε η ποιότητα της αγιότητας τους ούτε η μοναδικότητα του μαρτυρικού τέλους τους. Το κριτήριο βρίσκεται, σε μια μοναδική ιδιαιτερότητα του καθενός από τους τρεις, που μόνο στη σύνθεση και στην ενότητα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους σηματοδοτείται το νόημα της σημερινής εορτής, ως ημέρας των Γραμμάτων και της ελληνικής Παιδείας.

1. Ανάγκη ασκητικού ήθους ζωής

Ο Μέγας Βασίλειος είναι γνωστό ότι ανέπτυξε ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Το σημερινό κοινωνικό σύστημα με τα διάφορα ιδρύματα περίθαλψης έχει τις ρίζες του στη Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου, μια καταπληκτική κοινωνική οργάνωση ιδρυμάτων για τους πάσχοντες, τους φτωχούς και τους αδύναμους της ζωής. Παράλληλα, όμως, ο Μέγας Βασίλειος θεωρείται και μέγιστος στη θεσμοθέτηση κανόνων οργάνωσης της μοναχικής πολιτείας. Μέχρι την εποχή του υπήρχε ένας ιδιότυπος αναχωρητικός μοναχισμός. Σε πολλές δε περιπτώσεις ο μοναχισμός αυτός λειτουργούσε αυθαίρετα, χωρίς κανόνες, χωρίς έλεγχο και ασφαλώς χωρίς υπακοή και υποταγή στην πνευματική καθοδήγηση κάποιου Γέροντα.
Αυτόν τον ιδιότυπο και αυθαίρετο τρόπο ατομικής και προσωπικής βίωσης του μοναχικού ιδεώδους θέλησε ο Μέγας Βασίλειος να τον ελέγξει και να τον περιορίσει με τη θεσμοθέτηση ενός οργανωμένου κοινοβιακού συστήματος και με την ενσωμάτωση των μοναχών, σε μοναστικές κοινότητες υπό τον άμεσο έλεγχο της τοπικής εκκλησιαστικής ηγεσίας. Κατόρθωσε με άλλα λόγια την εκκλησιοποίηση του μοναχισμού και αναχωρητισμού. Και αυτή ήταν μια προσφορά προς την Εκκλησία υψίστης σημασίας στο θεωρητικό και πρακτικό τομέα.
Ένας μοναχισμός αυτονομημένος και αποκομμένος από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μέγιστο κίνδυνο και παρεκκλίνει προς εκκλησιολογική αίρεση, όχι μόνο εξαιτίας των ενεργειών διαφοροποίησης από την εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά κυρίως εξαιτίας τον ζηλωτικών τάσεων που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μοναχισμός ασφαλώς και αποτελεί μια βασική και ουσιώδη μορφή ζωής, βίωσης της πίστεως. Έρχεται ως συνέχεια της πιστότητας και της συνέπειας των Μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας. Γι’ αυτό ο μοναχισμός είναι ουσιαστικά μορφή μαρτυρίου και εσχατολογική βίωση της ιστορίας. Μ’ αυτή την έννοια ο μοναχισμός δεν εκφράζει το σύνολο του λαού του Θεού. Είναι μια επιμέρους λειτουργία της εκκλησιαστικής ζωής και «εκ μέρους» γνώση και βίωση της πίστεως. Υπ’ αυτή την έννοια, ο μοναχισμός ουσιαστικά καταξιώνεται κυρίως ως μορφή μαρτυρίου, παρά ως μορφή βίωσης της πίστεως και λιγότερο ως μορφή ποιμαντικής διακονίας.
Πέρα, όμως, από την εσχατολογική αυτή προοπτική, υπάρχει για τους πιστούς και η καθημερινή βίωση της πίστεως μέσα στην ιστορία. Ο μοναχισμός επισημαίνει σε όλους μας και την ασκητική θεώρηση της ιστορίας. Και αυτή είναι μια βασική παράμετρος της πίστεως και της ζωής. Στη δε περίπτωση της συμβολής του Μεγάλου Βασιλείου έχουμε μια θαυμαστή σύνθεση του ιστορικού και εσχατολογικού στοιχείου, με την παράλληλη σύνθεση κοινωνικών αξιών και ασκητικής προσέγγισης της ζωής. Ούτε άκρατος ακτιβισμός ούτε άκριτος εγκρατισμός και θεωρητικός βίος.

2. Ανάγκη ποιότητος ζωής στο χριστιανικό βίωμα

Ο ιερός Χρυσόστομος βίωσε κατά τρόπο απόλυτα ασκητικό και μαρτυρικό το αρχιερατικό του αξίωμα. Απόλυτος στις πνευματικές πεποιθήσεις του και ασυμβίβαστος στις προκλήσεις της κοσμικής εξουσίας. Από τα τριανταπέντε χρόνια της αρχιερατείας του τα δεκαέξι τα πέρασε στην εξορία, διωκόμενος όχι μόνο από τους κοσμικούς άρχοντες αλλά και από τους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Ο ιερός Χρυσόστομος, μοναχικός και ασκητικός, μαρτυρικός στις επιλογές του και φιλάνθρωπος στις εκτιμήσεις του για τους άλλους, αναδείχθηκε συγχρόνως κι ένας θαυμάσιος κοινωνικός αναμορφωτής.
Και μόνο το γεγονός, ότι αναδείχθηκε στην εποχή του και θεωρείται σήμερα από εμάς ο μεγάλος θεολόγος και ποιμένας του γάμου και του έρωτα, με μια βαθιά μάλιστα και απέραντα φιλάνθρωπη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του έγγαμου και συζυγικού βίου, φανερώνει τη χαρισματική συμβολή του στη διαμόρφωση μιας υγιούς και ρεαλιστικής χριστιανικής ανθρωπολογίας. Η αξεπέραστη αυτή συμβολή του σώζει διαμέσου των αιώνων τις παρατηρούμενες λεπτές ισορροπίες στις εκτιμήσεις μεταξύ των πιστών της αξίας είτε του έγγαμου είτε του μοναχικού τρόπου βίωσης της χριστιανικής πίστεως. Διότι δεν πρόκειται περί διλήμματος αλλά περί υπακοής στο ίδιον εκάστου χάρισμα, κατά τη διατύπωση του αποστόλου Παύλου.
Γνωρίζουμε, επίσης, ότι μελέτησε ο ιερός Χρυσόστομος με κάθε σοβαρότητα τα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Θεολόγησε με βαθύνοια για το πρόβλημα της εργασίας, της σχέσεως εργοδοτών και εργαζομένων, για το θεσμό της δουλείας και σχεδόν για όλους τους κοινωνικούς θεσμούς της εποχής του. Είναι αυτός που έθεσε την Εκκλησία προ των ευθυνών της και κάλεσε τη θρησκευτική ηγεσία να πάρει υπεύθυνη θέση για τα μεγάλα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ήθελε την Εκκλησία και το χριστιανικό κήρυγμα να βρίσκονται στο κέντρο των γεγονότων, να παρεμβαίνουν άμεσα και υπεύθυνα στο ιστορικό γίγνεσθαι και η Εκκλησία να μη στέκεται θεατής και επικριτής στα κοινωνικά δρώμενα.
Η Εκκλησία για τον ιερό Χρυσόστομο δεν πρέπει να εκφράζει ένα πνευματικό ελιτισμό και πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να είναι μια αναχωρητή περιθωριακή παρουσία. Η ανάμιξή της με το ιστορικό και κοινωνικό γί­γνεσθαι συνεπάγεται ασφαλώς θυσίες, μαρτυρικό βίο και καθημερινό κόστος ζωής. Όμως, η Εκκλησία πρέπει πάντα να μένει συνεπής στις δικές της πεποιθήσεις και αξίες, στις ιστορικές σωτηριολογικές και εσχατολογικές της επιλογές.
Η παρουσία και μετοχή του ιερού Χρυσοστόμου στην τριάδα των μεγάλων Ιεραρχών της σημερινής γιορτής αποτελεί και αυτή μια αναντικατάστατη και αξεπέραστη συμβολή, ιδιαίτερα για τη θεώρηση της χριστιανικής βιωτής στην ολότητα της και όχι σ’ ένα διακριτό και αξιολογικό επιμερισμό. Δεν τίθεται θέμα, επομένως, κάποιων τραγικών διλημμάτων του τύπου «γάμος ή αγαμία», με σκοπό την προβολή της μιας ή της άλλης μορφής ζωής. Εδώ τίθεται, ως επείγουσα ανάγκη η επιταγή υψηλής ποιότητας και χαρισματικής βίωσης είτε του γάμου είτε της αγαμίας. Προς την κατεύθυνση αυτή ο ιερός Χρυσόστομος συνέβαλε τα μέγιστα και όλοι του οφείλουμε ευγνωμοσύνη για την ισόρροπη αυτή αντιμετώπιση και καταξίωση της προσωπικής επιλογής ανάλογα με το χάρισμα εκάστου.

3. Η θεολογία και η θεογνωσία ως κριτήριο της πνευματικής ζωής

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θεωρείται από τους συστηματικότερους πατέρες της Εκκλησίας που συνέβαλε και αυτός αποφασιστικά στη διαμόρφωση του χριστιανικού δόγματος. Παρά δε το γεγονός της βαθύνοιας και της φιλοσοφικής υποδομής της θεολογικής σκέψης του, έκανε παράλληλα και τη μεγάλη θεολογική του παρέμβαση στη διαμόρφωση της κλασικής παιδείας και του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Έθεσε τις χριστιανικές αρχές και τις πνευματικές αξίες ως κριτήρια της γνώσης και της παιδείας, που παρέχονται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ύψιστο κριτήριο για την αληθινή παιδεία και την αγωγή των παιδιών θεώρησε ότι πρέπει να είναι η θεολογία και κυρίως η θεογνωσία, αντί της ψευδούς φιλοσοφίας και της ειδωλολατρικής μυθοπλασίας. Είναι γνωστό, από την ιστορία, ότι τα περίφημα «έπη» του, όπου συμπεριέλαβε μια θαυμάσια τριαδολογική θεολογία και θεωρούνται ως μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας φιλολογίας και ιδιαίτερα της γόνιμης ποιητικής έκφρασης της θεολογίας της Ανατολής, σύντομα αντικατέστησαν τα Ομηρικά έπη στα ανώτατα φιλοσοφικά ιδρύματα της εποχής. Μέσα στα έργα αυτά έχουμε μια θαυμάσια σύνθεση της ανθρώπινης γνώσης και της αποκεκαλυμμένης θεολογίας. Η ακαδημαϊκή γνώση και παιδεία συναντάται με την ασκητική θεολογία της έρημου. Ο δάσκαλος δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο των λόγων του και της κοσμικής σοφίας του, αλλά πρώτιστα πρέπει να κρίνεται από το περιεχόμενο της σιωπής του, του στοχασμού του και της προσευχής του. Όπως γνωρίζουμε, ότι και η προσευχή δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των λόγων, των αιτημάτων και της σχολαστικής «βαττολογίας», αλλά από τη βαθιά αίσθηση της κοινωνίας με το Θεό και της εμπιστοσύνης στη δική του πρόνοια. Η ουσιαστικότερη προσευχή είναι η προσευχή της σιωπής και μάλιστα η νοερά προσευχή. Ο ποιητικός λόγος είναι πάντοτε ουσιώδης, μεστός και δημιουργικός. Η ποίηση πάντα γεννάει ιδέες και ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη. Έτσι και τα ποιητικά έργα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιωδέστερα από τα συστηματικά του, που δημιούργησαν μια νέα εποχή για τη θεολογία και τη χριστιανική παιδεία. Η θεολογική παραγωγή του αγίου Γρηγορίου μας ενθαρρύνει και προς την κατεύθυνση αυτή μιας σύνδεσης του συστηματικού λόγου με τον ποιητικό στοχασμό και της διδακτικής προσφοράς με τη σιωπή της προσευχής. Η θεολογία και η παιδεία κρίνονται από τη διπολικότητα αυτή του έργου του μεγάλου Θεολόγου του τετάρτου αιώνα.

4. Απέκδυση του πλούτου και της σοφίας και ένδυση της πτώχειας και της σεμνότητας

Πέρα από τα στοιχεία αυτά της προσωπικής ιδιαιτερότητας, υπάρχει και ένα άλλο κοινό γνώρισμα στους Τρεις Ιεράρχες μας, που ιδιαίτερα καλούμαστε να προβάλουμε σε κάθε εποχή, ως κριτήριο αληθινής θρησκευτικότητας και θεοσεβούς παιδείας. Κριτήριο για ηγέτες, δασκάλους, μαθητές και απλούς πιστούς.
Και οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν γόνοι πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Και οι τρεις ήσαν ικανοί στη γνώση και στο νου και ταλαντούχοι χαρισματικοί στο πνεύμα και στη ψυχή. Η παιδεία τους σε όλα τα επίπεδα της γνώσης και της επιστήμης ήταν μοναδική και ανεπανάληπτη. Η δε κοινωνική τους καταξίωση αξιοζήλευτη από όλους. Ό,τι το εκλεκτότερο δηλαδή σε νου, σε γνώση, σε χαρακτήρα και προσφορά, όχι μόνο στον κοσμικό χώρο αλλά και στον εκκλησιαστικό, συγκεντρώθηκε στην τριάδα αυτή. Το θαυμαστό είναι ότι και οι τρεις αυτοί νέοι εισερχόμενοι στην Εκκλησία και θέτοντας τους εαυτούς τους στη διακονία του λαού του Θεού, απεκδύθηκαν όλα αυτά που είχαν και κατείχαν, γυμνώθηκαν και πτώχευσαν, κατά κυριολεξία, σε όλα τα επίπεδα προς χάριν της αγάπης του Χριστού και των εν Χριστώ αδελφών.
Ενώ σήμερα, δυστυχώς, συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.
Η ένταξή μας στο χώρο της Εκκλησίας δεν συνεπάγεται, όπως παλαιότερα, θυσίες και ταπεινώσεις, ονειδισμούς και διώξεις.
Η Εκκλησία, όμως, πάντοτε και σήμερα με την προβολή των τριών αυτών μεγάλων Ιεραρχών θέλει και προσπαθεί να μας στείλει κάποιο μήνυμα. Ας προσέξουμε και ας την ακούσουμε σεμνά και ταπεινά, ώστε με κάθε σεμνότητα και ταπείνωση να παραμένουμε ως πιστοί και να διακονούμε την Εκκλησία του Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι».
Πράγματι, η Εκκλησία καλεί όλους μας με τη σημερινή εορτή να δεχθούμε τους Τρεις Ιεράρχες, όπως παλαιοτέρα έτσι και σήμερα, ως «φως» και «λυχνία» με το λόγο τους και τα έργα τους, για μια ορθή κατεύθυνση και της δικής μας πορείας. Μας καλεί όχι απλώς να μνημονεύσουμε τα ονόματά τους και να τους δοξάσουμε, αλλά να τους μιμούμαστε ως άτομα, ως λαός και έθνος, αν θέλουμε να επιβιώσουμε πνευματικά στους δύσκολους καιρούς. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν και πρέπει να συνεχίσουν να είναι φωστήρες αλλά και φωτοδότες της θεολογίας, της παιδείας και της εκκλησιαστικής διακονίας. Η ουσιαστική συμβολή τους δεν συνίσταται τόσο στα εξαίρετα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς τους, του θεολογικού στοχασμού τους και του ποιμαντικού έργου τους, όσο στη σύνθεση και στην εναρμόνιση της συμβολής τους, την οποία πραγματοποίησε η Εκκλησία με την προβολή της ενιαίας εορτής των Τριών Ιεραρχών.
Μοναχικό και ασκητικό ιδεώδες, κοινωνική ευαισθητοποίηση και δυναμική ιστορική παρέμβαση, ποιητική και δημιουργική θεολογία, θυσιαστική και μαρτυρική εμπειρία ζωής, είναι το τρίπτυχο μιας ισόρροπης θρησκευτικής αγωγής και κλασικής παιδείας. Κάθε απόπειρα και προσπάθεια από εμάς μιας άκριτης απολυτοποίησης, είτε της μοναχικής είτε της κοινωνικής, αλλά είτε της θεολογικής και της κοσμικής ερμηνείας για τα πράγματα του κόσμου τούτου και για τα πράγματα του Θεού, αποτελεί μεγάλο λάθος, γιατί ουσιαστικά διολισθαίνει προς την αίρεση. Το μεγάλο μυστικό ουσιαστικά βρίσκεται στη σύνθεση και στην εναρμόνιση των βασικών αυτών στοιχείων που μας υπενθυμίζει η εορτή των Τριών Ιεραρχών. Μια παιδεία και αγωγή που πλουτίζεται από τους κρουνούς της σοφίας και της πνευματικής εμπειρίας των Ιεραρχών μας δεν μπορεί παρά στο τέλος να δώσει και στην εποχή μας εύχυμους και αγαθούς καρπούς.

(Γ. Π. Πατρώνου, ομοτιμ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Κήρυγμα και Θεολογία», τ. Β΄)

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ


Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΩΝ ΚΑΡΔΙΩΝ ΤΟΥ ΛΑΟΥ




ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΚΟΠΟΥ ΜΑΣ,
 ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΥΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ.

ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΣΕ ΝΑ ΥΨΩΣΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΣΕ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ... 
ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ. ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ , ΑΝ ΑΚΟΜΑ ΖΟΥΣΕ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΠΑΙΝΕ, ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΗΝΕ ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΤΟΝ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΟ ΕΛΛΗΝΑ....


ΑΙΩΝΙΑ ΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ

...................................................................................................................................................................

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Πέντε χρόνια συμπληρώνονται από την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Η μνήμη του παραμένει ζωντανή στις καρδιές όχι μόνο όσων τον γνώρισαν, αλλά και όσων πίστεψαν σ’ εκείνον, στα χαρίσματά του, στην πορεία που χάραξε για την Εκκλησία στην Ελλάδα, στην ελπίδα και την παράκληση που το πρόσωπό του σκόρπιζε σε όσους συνωστίζονταν για να τον δούνε, να τον χαιρετήσουν, να τον ακούσουν, ακόμη κι αν δεν συμφωνούσαν μαζί του. Γιατί τόσο στην αρχιερατεία του στο Βόλο, αλλά και, κυρίως, στην αρχιεπισκοπία του στην Αθήνα ένα είναι βέβαιο: ότι δεν πέρασε απαρατήρητος. Πιστεύοντες και μη, αδιάφοροι και εχθροί, ταγοί και απλός κόσμος γνώριζαν ότι υπήρχε. Ότι ήταν εκφραστής της Εκκλησίας. Ότι εκείνη στο πρόσωπό του είχε βρει τον ηγέτη που έκανε πολλούς, αν όχι όλους, να συζητούνε και να ζητούνε να μάθουν τι λέει η Εκκλησία. 


Αυτό το «τι λέει η Εκκλησία;», κατά τη γνώμη μας έλειψε, μετά την εκδημία του Χριστόδουλου. Δεν ήταν μόνο θέμα προσωπικότητας και χαρίσματος. Ήταν και αποτέλεσμα του ζήλου και της εργατικότητάς του. Της επιθυμίας του ο κόσμος να συζητά τις θέσεις της Εκκλησίας. Ακόμη κι αν τα όσα έλεγε δεν ήταν ευχάριστα. Ακόμη κι αν ήταν τετριμμένα. Και αυτή η συζήτηση δεν ήταν μία μόδα. Ήταν η μεγάλη αναλαμπή ενός θεσμού που μπορεί να αγγίζει, ιδίως κατά τις μεγάλες εορτές, τις καρδιές των πολλών, αλλά δεν μπόρεσε ούτε μπορεί να κάνει ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας να υπερβεί την αντίληψη ότι η Εκκλησία υπάρχει μόνο για να ταΐζει τους φτωχούς και να ασχολείται με τη μεταθανάτια πραγματικότητα. Ο Χριστόδουλος έβγαλε την Εκκλησία στο προσκήνιο. Τόλμησε και έθιξε όλα τα θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Με λόγο ουσιαστικό και προφητικό. Ενίοτε και λαϊκίστικο και δημαγωγικό. Δεν κρύφτηκε, ακόμη και στα λάθη του. Πίστεψε στις δυνατότητες του σώματος της Εκκλησίας, επισκόπων, κληρικών, μοναχών, λαϊκών, μολονότι και ο ίδιος έβλεπε ότι συνολικά ήταν περιορισμένες. Και θέλησε και μόχθησε μέσω της επικοινωνίας, των θείων λειτουργιών ανά την Ελλάδα, του λόγου, του διαλόγου, της παγκόσμιας εμβέλειας της προσωπικότητάς του, να ξαναδώσει στην Ελλαδική Εκκλησία την αρχοντιά που είχε λησμονήσει. 



Πολλοί τον κατέκριναν. Ιδίως ενδοεκκλησιαστικοί. Συνεπίσκοποί του που δεν άντεχαν την σύγκριση μαζί του. Θεολόγοι και διανοούμενοι που έψαχναν να βρούνε τα αρνητικά του, γιατί εκείνος ήθελε την Εκκλησία κοντά στο λαό αρνούμενος μια ελιτίστικη λογική, όχι όμως από αδυναμία κατανόησης των απόψεών τους, γιατί η μόρφωσή του υπήρξε μοναδική. Μετά το θάνατό του δόθηκε η δυνατότητα σ’ αυτούς τους κύκλους να εφαρμόσουν τις ιδέες τους και η Εκκλησία επανήλθε στην χρησιμότητα των συσσιτίων, του κοινωνικού έργου και της μεταθανάτιας ζωής, κάνοντας το τμήμα εκείνο της κοινωνίας, το οποίο είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται, να επιστρέψει στην καθημερινότητά του και πολλούς να νοσταλγούν το «Χριστόδουλό τους». Γιατί και οι καλύτερες ιδέες, αν δεν μπορούν να αγγίξουν μέσω των προσώπων την κοινωνία και τις καρδιές των πολλών, στην καλύτερη περίπτωση προκαλούν το σεβασμό και την συγκατάβαση, συνήθως όμως την πλήρη αδιαφορία. Και αν περιοριζόταν η αδιαφορία στις ιδέες και στα πρόσωπα, μικρό το κακό. Η αδιαφορία όμως επεκτείνεται και προς την όλη πορεία της Εκκλησίας, καθώς επικράτησαν τελικά οι αντιλήψεις, για τις οποίες ο Χριστόδουλος πάλεψε να μην δεσπόζουν. Άλλαι αι βουλαί του Θεού. 



Η ιστορία θα αποτιμήσει την δεκάχρονη αρχιεπισκοπία του Χριστόδουλου. Εμείς, έχοντάς τον γνωρίσει και έχοντας λάβει από τα χέρια του την ιερωσύνη και, τολμούμε να πούμε, έμπνευση ιεραποστολικής μαρτυρίας της Εκκλησίας στη ζωή του κόσμου, έχουμε να καταθέσουμε στην συμπλήρωση πέντε χρόνων από τη εκδημία του ότι η αρχιεπισκοπία του δε βρήκε την Εκκλησία της Ελλάδος έτοιμη για αποφασιστικά βήματα, για συλλογική πορεία προς μία κατεύθυνση διαλόγου με το παρόν και το μέλλον και επανεύρεσης των στοιχείων της ταυτότητάς μας που θα μας δώσουν αληθινά στηρίγματα εφεξής. Ο Χριστόδουλος πίστευε στην Εκκλησία, με όλες τις αδυναμίες των ανθρώπων της. Ίσως οι θέσεις του να ήταν πιο συντηρητικές από ό,τι οι περιστάσεις χρειάζονταν. Έριξε όμως γέφυρες διαλόγου με το παρόν και προείδε το αύριο, το οποίο βιώνουμε με μεγάλη απογοήτευση σήμερα. Γιατί ο Χριστόδουλος εγκαίρως προείπε και κατέδειξε τα της αποτυχίας του πολιτισμού να ξεδιψάσει την πνευματική δίψα του ανθρώπου, να οδηγήσει την κοινωνία σε ανθρωπιά, αλληλεγγύη και αγάπη, παρότι πρότεινε χρήματα και απολαύσεις και τόνισε την ανάγκη να ξαναβρούμε στην παιδεία και στον πολιτισμό τα τιμιώτατα του γένους μας. 



Αφήσαμε, στο τέλος, την απήχηση της παρουσίας του Χριστόδουλου στους νέους. Πάντοτε ένα τμήμα της νεολαίας θα έχει σχέση με την Εκκλησία. Είναι τα παιδιά που οι οικογένειές τους πιστεύουν. Ο Χριστόδουλος όμως από την πρώτη στιγμή έκανε πολλούς νέους, αδιάφορους και αρνητικούς για την Εκκλησία, αν μη τι άλλο, να θέλουν να ακούσουν και ίσως να γνωρίσουν τι λέει η Εκκλησία, πώς είναι, τι δίνει και τι ζητά από το νέο. Αυτό το «ελάτε όπως είστε», για το οποίο κατηγορήθηκε, άνοιξε τις πόρτες της Εκκλησίας στους νέους. Η ευθύνη όμως από εκεί και πέρα ανήκε και ανήκει στον καθένα που διακονεί την Εκκλησία. Κι εδώ, πέντε χρόνια μετά, μάλλον η μελαγχολία μας απομένει. 



Πέντε χρόνια χωρίς το Χριστόδουλο. Όταν ένα πρόσωπο είναι χαρισματικό, έχει τη δυνατότητα να ανοίξει δρόμους εκεί που διακονεί. Το χάρισμα βεβαίως μπορεί να αποτελέσει και την παγίδα που δεν θα επιτρέψει στο πρόσωπο να δει εγκαίρως λάθη και παραλείψεις ή να μην υπολογίσει τις επιθέσεις των εχθρών του και να ηττηθεί. Αυτό όμως το οποίο κανείς δεν δικαιούται να πει για το Χριστόδουλο είναι ότι δεν αφιέρωσε τον εαυτό του, τα χαρίσματά του, τις δυνάμεις του, την εργατικότητα και τον κόπο του στο μήνυμα του Ευαγγελίου και στη ζωή της Εκκλησίας. Ίσως περισσότερο σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο, γιατί εκεί ήταν το μεγάλο του προτέρημα. Όμως η σχέση του με τους ανθρώπους, με το λαό του Θεού, η ακάματη πορεία του, έδειξαν ότι ένας λόγος που χρησιμοποίησε για τον εαυτό του, «φορτώσου το φορτίο τους», αποτέλεσε το κλειδί που μπορεί να ερμηνεύσει την προσωπικότητά του. Το «φορτώσου το φορτίο τους», δείχνει την μείζονα αρετή του Χριστόδουλου: την αγάπη. Την ψυγείσα στη ζωή μας και την απούσα από τον κόσμο και τον πολιτισμό μας. 



Πολλοί, με επίκληση την πνευματικότητα, προτιμούν την Εκκλησία της σιωπής. Την Εκκλησία που λειτουργεί ως ο κόκκος του σιναπιού. Την Εκκλησία που δεν ενοχλεί. Την Εκκλησία που διαφυλάσσει την ενότητα προσφέροντας υπηρεσίες. Είναι μία θεώρηση κι αυτή. Κατανοείται. Από τον Χριστόδουλο όμως τέθηκε στην πράξη η μεγάλη πρόκληση: στην Ελλάδα είχαμε μια Εκκλησία στηριγμένη στον εναγκαλισμό της με το κράτος. Και όχι μόνο οικονομικά. Το θέμα των ταυτοτήτων έδειξε ότι η πολιτεία δεν θέλει πλέον αυτό τον εναγκαλισμό. Ο αγώνας του Χριστόδουλου έδωσε παράταση στη σχέση, γιατί φάνηκε ότι η πολιτεία, πέρα από την επίδειξη δύναμης, δεν είναι έτοιμη να χωρίσει με την Εκκλησία. Σήμερα η Εκκλησία χρειάζεται για να μην υπάρχει κοινωνική αναταραχή. Αργά ή γρήγορα όμως θα έρθει και πάλι στο προσκήνιο το ερώτημα της επόμενης ημέρας. Όχι τόσο για την πολιτεία, η οποία βρίσκεται σε πλήρη πνευματική και πολιτισμική αφασία. Αλλά για την Εκκλησία, στην οποία διασώζεται ακόμη ένα «λείμμα» που αναζητεί. Την ημέρα που η Εκκλησία θα ελευθερωθεί, εκούσα ή άκουσα, από τον εναγκαλισμό με το κράτος θα χρειαστεί ηγέτες που θα την οδηγήσουν μέσα από τις συμπληγάδες της φτώχειας, της αδυναμίας διαλόγου με την εποχή και της ανάγκης για έμπνευση ενός ήθους που θα αγκαλιάσει τον σύνολο άνθρωπο, απαντώντας στους υπαρξιακούς προβληματισμούς του και ισορροπώντας ανάμεσα στις πνευματικές και υλικές δυσκολίες του. Ο Χριστόδουλος άνοιξε δρόμους. Ελπίζουμε και προσευχόμαστε η Εκκλησία να προετοιμαστεί γι’ αυτή την επόμενη ημέρα, όχι εναποθέτοντας τα πάντα στην Θεία Πρόνοια, αλλά εργαζόμενη στη γραμμή που χάραξε ο αρχιεπίσκοπος των καρδιών του λαού

ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ... Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος - λόγος επιβατήριος

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ / ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΛΟΥΚΑ

Δέκα λεπροί άνδρες αντίκρυσαν τον Χριστό και όπως και ο τυφλός, ο Βαρτίμαιος, ο ζητιάνος τυφλός που καθημερινά με μόνη συντροφιά του το σκοτάδι του, άνοιγε παρακλητικά και υπομονετικά το χέρι του στους διαβάτες, για να κατορθώσει να ζήσει κι αυτός, όπως η Χαναναία που ικετευτικά ζητούσε έλεος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, «ήραν φωνήν λέγοντες. Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς», φώναξαν δυνατά: «Ιησού διδάσκαλε, λυπήσου μας».
Δεν απογοήτευσε η σκληροκαρδία. Ευτυχώς που ο τυφλός ο Βαρτίμαιος, παρά τη σκληροκαρδία των συμπολιτών του, που προσπαθούσαν να του κλείσουν το στόμα για να μην ενοχλεί, «πολλώ μάλλον έκραζε, υιέ Δαυίδ ελέησον με». Και έτσι η επιμονή του δικαιώθηκε. Έτσι οι ελπίδες του εκπληρώθηκαν. Και γέμισαν ξανά με φως τα σβησμένα του μάτια. Γιατί όπως μας βεβαιώνει και πάλι ο Λουκάς, ο Κύριος κάλεσε τον τυφλό κοντά του και τον θεράπευσε.
Και οι δέκα λεπροί, αδελφοί μου, οι δέκα δυστυχισμένοι άνθρωποι, οι αποδιωγμένοι και ξεχασμένοι από την κοινωνία, για το καλό της βέβαια, για την ησυχία της και την ασφάλειά της, αλήθεια πόσο παίζουμε εδώ με τις λέξεις, έμεναν στο περιθώριο και ούτε καν τους επιτρέπονταν να πλησιάσουν άνθρωπο.
Και τούτοι εδώ πήρανε χαμπάρι τον Ιησού που πλησίαζε στα μέρη τους.
Και τούτοι εδώ άρχισαν όλοι μαζί να φωνάζουν, να κραυγάζουν και να εκλιπαρούν. «ήραν φωνήν λέγοντες. Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»
Δυο τρεις λέξεις μια προσευχή.
Μια φράση μικρή, μια ικεσία μεγάλη.
Μια ικεσία, που όπως φαίνεται και στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, έχει μεγάλη δύναμη. Ελκύει το έλεος του Θεού και απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε κακοδαιμονία.
Αδελφοί μου!
Η ικεσία των λεπρών είναι η αδιάλειπτη προσευχή της Εκκλησίας μας που την ακούμε σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία. Σε κάθε αίτηση του Ιερέως εμείς απαντάμε με το «Κύριε ελέησον». Και εφ’ όσον όλοι μας είμαστε μέλη της Εκκλησίας, όλοι πρέπει να αποκτήσουμε εκκλησιαστικό φρόνημα, και να γίνει δική μας ζωή και δικό μας φρόνημα, η ικεσία τούτη. Να είναι και η δική μας αδιάλειπτη προσευχή.

Αδελφοί μου!
Μια παραπερα ερμηνεία της ικεσίας των λεπρών και της δεήσεως της Εκκλησίας, είναι η λεγομένη «ευχή» του Ιησού, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», την οποίαν οι άγιοι Πατέρες παραγγέλουν να λέμε συχνά, για να απαλλαγούμε από την πνευματική μας λέπρα. Και η αξία της «ευχής» είναι ανυπολόγιστη, γιατί μέσα σε λίγες λέξεις συνδέεται στενά η ομολογία του Θεανθρώπου με την ομολογία της αμαρτωλότητός μας και ακριβώς σ’ αυτόν τον υπέροχο συνδυασμό βρίσκεται όλο το μακάριο πνεύμα της αγίας μας Ορθοδοξίας.
Είναι αυτή η «ευχή» το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας μας, που ρέει από γενιά σε γενιά μέσα στους αιώνες και συνοψί¬ζει ολόκληρη τη δογματική της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.
Η «μονολόγιστη» αυτή προσευχή, η «ευχή του Ιησού», αποτελεί την ακατάπαυστη κραυγή του πιστού Ορθοδόξου Χριστιανού προς το Θεό για τη σω¬τηρία του. Μ' αυτή την προσευχή μπορούμε να προ¬σευχόμαστε παντού και πάντοτε σε κάθε δουλειά και σε κάθε περίσταση. Μπορεί να τη λέγει κανείς νο¬ερά και την ώρα των εκκλησιαστικών ακολουθιών, αλλά κυρίως όταν εργασία η αρρώστια, σε κρατούν, μακριά από την Εκκλησία. Μ' αυτή την «νοερά» προσευχή, η φλεγόμενη από την αγάπη του Κυρίου ψυχή, αναζητά επίμονα Αυτόν που μπορεί να την σώσει.
Και διαθέτει μια θαυμαστή ευελιξία. Είναι προσευχή για αρχάριους, αλλά και προσευχή που μπορεί να οδηγήσει στα βαθύτερα μυστήρια του θεωρητικού βίου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον καθένα, οποτεδήποτε και οπουδήποτε: περιμένοντας κάπου στην ουρά, περπατώντας, ταξιδεύοντας με το λεωφορείο ή το τρένο. Στη δουλειά, ή τη νύχτα, όταν δεν σου κολλάει ο ύπνος. Σε στιγμές ιδιαίτερης αγωνίας, όταν είναι αδύνατο να συγκεντρωθεί κανείς σε άλλου είδους προσευχή.
Η προσευχή του Ιησού αποδεικνύεται μεγάλη πηγή θάρρους και χαράς γι' αυτούς που την προφέρουν συνέχεια, αλλά και γι' αυτούς που τη χρησιμοποιούν περιστασιακά.  (απόσπασμα από το βιβλίο "Ορθόδοξη Εκκλησία" του επισκόπου Κάλλιστου Ware).
«Με την συνεχή αυτή ευχή θα διαλυθούν όλες oι εσωτερικές ταραχές, φόβοι, στενοχώριες και θα σε βοηθήσει ό Χριστός ν' αποκτήσεις καρδίαν συντετριμμένην και τότε ακριβώς θα συντριβή εις την τελειότητα ή δύναμις του Σατανά.
Όπως κάποιος φοβάται να πιάσει με το χέρι του ένα πυρακτωμένο σίδερο, έτσι και ό διάβολος φοβάται την συντριβή της καρδίας, την οποίαν προκαλεί ή ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Ή συντριβή της καρδιάς πού προκαλεί η συνεπής αυτή ευχή διώχνει την αμαρτία και κάθε σατανική πονηρία, ταπεινώνει την Έπαρσιν του Εωσφόρου και εξασφαλίζει την σωτηρίαν της ψυχής.
Μπροστά εις την συντετριμμένην καρδίαν με την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ό Σατανάς και οι δαίμονές του φεύγουν πιο γρήγορα και από την αστραπή.
Όταν ό δαίμονας περιεργάζεται την καρδιά σου πού λέγει την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ. ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, πρώτα ετοιμάζει τα βήματά του για να φύγει από τον φόβο του, μήπως συνετρίβη η καρυδιά σου με την ευχή αυτή.
Όπως το φίδι περισσότερο από κάθε άλλη πληγή φοβάται τα νύχια του γάτου, έτσι και ό δαίμονας περισσότερο από κάθε άλλην αρετή φοβάται την συντριβή της καρδιάς από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Φαρμακερά είναι στο φίδι τα νύχια του γάτου, άλλα στην ψυχή του ανθρώπου είναι επτά φορές πιο φαρμακερά τα νύχια του διαβόλου, ενώ ή συντριβή της καρδίας γι' αυτόν είναι εβδομήντα επτά φορές πιο φαρμακερή από τα δικά του νύχια, ύστερα από την Ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΥΙΕ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. (Διασκευή και μεταγλώττιση από αρχαίο χειρόγραφο της Ί. Μονής Κωσταμονίτου. Αγίου Όρους).
Ας ακούσουμε, τελειώνοντας τα λόγια ενός Προσκυνητή από το περίφημο βιβλίο «Περιπέτειες ενός Προσκυνητή» ο οποίος γυρνούσε τον κόσμο ψάχνοντας να βρει ασκητές να του μιλήσουν για αυτή τη προσευχή.: Έτσι πορεύομαι τώρα, και επαναλαμβάνω ασίγαστα την Προσευχή του Ιησού, που μου είναι πολυτιμότερη και γλυκύτερη από καθετί άλλο στον κόσμο. Μερικές φορές κάνω σαράντα τρία με σαράντα τέσσερα μίλια τη μέρα, και δεν αισθάνομαι πως περπάτησα καθόλου. Έχω τη συνείδηση μόνο του γεγονότος πως επαναλαμβάνω την προσευχή. Όταν με διατρυπάει το πικρό κρύο, αρχίζω να λέω την προσευχή πιο ζωηρά, και γρήγορα ζεσταίνομαι. Όταν αρχίζει να με βασανίζει η πείνα, καλώ πιο συχνά το Όνομα του Ιησού, και ξεχνώ την επιθυμία του φαγητού. Όταν αρρωσταίνω και με πιάνουν οι ρευματισμοί στην πλάτη και στα πόδια, συγκεντρώνω τις σκέψεις μου στην Προσευχή, και δεν προσέχω τον πόνο. Αν κάποιος με πληγώσει, αρκεί να σκεφτώ "Πόσο γλυκιά είναι η Προσευχή του Ιησού!" και ο πόνος και ο θυμός περνούν και ξεχνώ τα πάντα… Ευχαριστώ τον Θεό που καταλαβαίνω τώρα το νόημα των λέξεων που άκουσα στον Απόστολο - Αδιαλείπτως προσεύχεσθε   (απόσπασμα από το βιβλίο "Ορθόδοξη Εκκλησία" του επισκόπου Κάλλιστου Ware).

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2013

Ιωαννίνων προστάτα, κλεινέ Γεώργιε,


            


Ιωαννίνων προστάτα, κλεινέ Γεώργιε, 
ως παρρησίαν έχων πρός Θεόν,   
μη ελλίπης πρεσβεύων καθ' εκάστην, μάρτυς,  
Αυτώ πέμψει πάσιν υγείαν
         και επομβρίσαι ικέταις σου δαψιλώς




Η 17η Ιανουαρίου, αδελφοί μου, είναι η ημέρα που η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του οσίου πατρός ημών Αντωνίου του μεγάλου, είναι και η ημέρα που ο νεομάρτυρας Γεώργιος, σε ηλικία 30 ετών, το 1838, βρήκε μαρτυρικό θάνατο δι’ απαγχονισμού στην πόλη των Ιωαννίνων.    Ο νεομάρτυρας Γεώργιος υπήρξε ένα από τα τελευταία θύματα του παιδομαζώματος από την ηλικία των 12 χρονών, αλλά παρόλα αυτά κατάφερε να διατηρήσει άσβεστη μέσα του τη χριστιανική πίστη, για την οποία και μαρτύρησε, παρά το γεγονός ότι το τουρκογιαννιώτικο περιβάλλον τον θεωρούσε Τούρκο και τον προσέλαβε στον τουρκικό στρατό ως ιπποκόμο, με το όνομα «Γκιαούρ Χασάν». Ο νεομάρτυρας Γεώργιος, σεμνός στους τρόπους του, φορούσε πάντα την πατροπαράδοτη μακριά φουστανέλα του χωριού του και κεντητό γιλέκο, με το οποίο μάλιστα απεικονίζεται και στις εικόνες.
Πράος και ταπεινός στην καρδιά, άκακος, άφοβος, απλός και "φύσει ολιγόλογος". Ήταν ακόμα το καμάρι κυρίου και αφέντη μου, και κέρδιζε τίμια το ψωμί του. Ήταν πιστός μέχρι θανάτου. Έπεσε όμως θύμα του Μουσουλμανικού φανατισμού, κι έτσι εκδόθηκε μια άδικη απόφαση μιας παραστρατημένης δικαιοσύνης με τη χειρότερη των ποινών.
Ο Άγιος από τα 13 του δούλευε σκυλίσια στους τυράννους για ένα στρώμα και λίγο φαΐ και ο φόβος του πάντα μεγάλος μήπως έρθει η κακιά η ώρα και χάσει και τα δύο. Το όνομά του και η ύπαρξή του ανακατεύονται με άλλα τούρκικα ονόματα, πρόσωπα υπαρκτά που έζησαν στην πόλη των Ιωαννίνων την ίδια εποχή και το καθένα έπαιζε το δικό του ρόλο στην ιστορία και οδήγησε στην αγκαλιά του Κυρίου έναν ακόμα μάρτυρα, ο οποίος αγωνίσθηκε σθεναρά για να φυλάξει από τη μία τη Χριστιανική πίστη κι από την άλλη να διατηρηθεί ορθόδοξος χωρίς να υποκύψει στις τουρκικές βιαιότητες και μάλιστα στους βίαιους εξισλαμισμούς.
Ο Ρεσίτ-Πασάς είχε το πασαλίκι των Ιωαννίνων και όταν αναγκάστηκε να κατέβει στο νότο για την καταστολή της επανάστασης, άφησε εδώ τον γιο του Εμίν-Πασά με σύμβουλο και βοηθό τον αξιωματικό Αβδτουλλάχ, ο οποίος ήταν άνθρωπος θεοσεβής και καλόψυχος. Ήταν ακόμα σοβαρός, συγκρατημένος και τυπικότατος στα στρατιωτικά του και θρησκευτικά του καθήκοντα. Στη δούλεψη αυτού του γενναίου άνδρα βρισκόταν ο Γεώργιος ή Χασάν, όπως τον φώναζαν οι Τούρκοι. Ο Γεώργιος είχε καταλάβει πως το αφεντικό του ταίριαζε στο δικό του χαρακτήρα και επειδή είχε επιπλέον το προσόν να αγαπά τους υπηρέτες του και να βοηθά, ομολόγησε σ' αυτόν πρώτα - πρώτα την πίστη του.
"Είμαι Χριστιανός, Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα πεθάνω. Με λένε Γιώργο, κι επειδή από τα 13 μου έπιασα δουλειά στους Τούρκους με φωνάζουν Χασάν".
Τέτοια λόγια ζεστά, δυνατά και σταράτα είπε το παιδί και ξαλάφρωσε η ψυχούλα του, μα την ίδια στιγμή πίστεψε πως σφυρηλάτησαν κιόλας την καταδίκη του. Ένιωσε πως έβαλε το κεφάλι του στον τορβά και μέσα του παρακαλούσε το Θεό να μη στερηθεί τον ύπνο του και το φαϊ του.
      Τα λόγια όμως αυτά φανέρωσαν στον Τούρκο και την ταυτότητα του παιδιού γι' αυτό η απάντηση του μεγαλόκαρδου αφεντικού ήρθε να ξαφνιάσει το παλικάρι και να προσφέρει συνάμα δροσιά στα πανιασμένα του χείλη και αγαλλίαση στη βασανισμένη του ψυχή, κι ένιωσε αυτόματα ευγνωμοσύνη για το άθρησκο αφεντικό του.
"Μείνε στη δούλεψή μου, μα θα σε φωνάζω Χασάν". Μ' αυτά τα γερά και σταράτα λόγια έριξε γαλήνη στη νεανική μορφή κρατώντας κρυφά το μυστικό.
      Από εκείνη την ώρα ο Γεώργιος δούλευε χωρίς σταματημό και τις ελεύθερες ώρες έτρεχε κρυφά σε καμία εκκλησούλα να ανάψει κεράκι στην Παναγία. Και το Γενάρη του 1836 ο δούλος του Θεού Γεώργιος ενυμφεύθει τη δούλη του Θεού Ελένη στον Αγιο Νικόλαο Κοπάνων. Από εκείνη την ώρα αρματώθηκε τη φουστανέλα και το φέσι, όπως τον βλέπουμε στις αγιογραφίες κι όπως ταίριαζε σε Χριστιανό της εποχής του. Τούτο το γεγονός στάθηκε η αφορμή για τον αφανισμό του. Δεν μπόρεσαν να χωνέψουν ποτέ πως ένας σεϊτζής Τούρκου αξιωματικού αλλαξοπίστησε και πήρε Χριστιανή και ειδικά ένας χότζας. Η υπόθεση έφθασε στον Κατή (ιατροδικαστής) όπου εκεί ο Γεώργιος ομολόγησε με παρρησία "Ποτέ δεν υπήρξα Τούρκος" και έκανε το σημείο του Σταυρού. Επειδή ο Γεώργιος ήταν ολιγόλογος δεν έλεγε κάτι που θα μπορούσαν να στηρίξουν βαριά κατηγορία και βλέποντας να χάνει έδαφος έστειλε την υπόθεση στο Βαλή, ο οποίος στηριζόμενος στην κατάθεση του αφεντικού του Γεώργιου τον άφησε, αφού γράφτηκε στα πρακτικά ότι ήταν Χριστιανός στο Θρήσκευμα. Ο Τούρκικος φανατισμός πειράχτηκε θανάσιμα από την απαλλακτική απόφαση. Όταν ο Βαλής που δεν ήταν άλλος από τον Εμίν - πασά μετατέθηκε, υποχρεωτικά ακολούθησε τον Αβδουλλάχ και ο Γεώργιος. Μα στις 30 Δεκεμβρίου 1837 έγινε πατέρας, επέστρεψε στα Γιάννινα, βάφτισε τον γιο του στις 7 Ιανουαρίου 1838 και στις 12 του ίδιου μήνα και έτους η εκδίκηση και ο Μουσουλμανικός φανατισμός φούντωσαν ξανά.
Τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν σκληρά στα μπουντρούμια του Κάστρου και στην πλατεία, απένναντι από την πύλη του κάστρου, στο Κουρμανιό όπου στήθηκε η αγχόνη παρέδωσε το πνεύμα του προσευχόμενος συνέχεια μη τύχει και δειλιάσει την ύστατη στιγμή και ώρα. Το Αγιο Λείψανο αφέθηκε να αιωρείται μεταξύ ουρανού και γης τρία μερόνυχτα κι όταν οι Χριστιανοί κατόρθωσαν να εξαγοράσουν το άγιο κορμί και να το ενταφιάσουν εκεί όπου και ο τάφος του σήμερα, στο παρεκκλήσι τη Μητρόπολης, το σώμα του ήταν ζεστό και μαλακό σαν να κοιμόταν.
Ο Άγιος έμεινε στον τόπο του και στην ορθοδοξία μας, προστάτης και βοηθός κι ας είναι ευλογημένο το όνομά του. Δεν λησμόνησε δύο πράγματα: Ότι ήταν Χριστιανός και Έλληνας. Με την πράξη του καταπολέμησε την ειδωλολατρία και κήρυξε την Ορθοδοξία. Το θάρρος και η μαρτυρική του θυσία εμψύχωσε τους Έλληνες και τους κράτησε γερά ενωμένους στα σκοτάδια γερά ενωμένους στα σκοτάδια της τυρρανίας, γιατί αντίκρισαν πίσω απ' αυτά τη λευτεριά

Χαίροις, νεομάρτυς περικλεές,
των Ιωαννίνων φύλαξ, καύχημα και φρουρέ,
Χαίροις, των απίστων, Γεώργιε ολέτης
και στήριγμα εν βίω πάντων ασάλευτον.

 ΓΕΝΟΙΤΟ

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

Σήμερα Κυριακή μετά τά Φτα, μετά τήν βάπτιση το Κυρίου, θά σχοληθομε μέ να πό τά βαπτίσματα, μέ ατό τν ρθοδόξων.
Κατ᾿ἀρχήν τό γιον Βάπτισμα εναι να πό τά πτά Μυστήρια καί μάλιστα μυστήριο θεοσύστατο. Τό συνέστησε διος Κύριος μν ησος Χριστός, δρυτής τς κκλησίας μας. Μετά τήν νάστασή του παρήγγειλε  στούς ποστόλους, πορευθέντες ον μαθητεύσατε πάντα τά θνη βαπτίζοντες ατούς ες τό νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος. Στό κατά Μρκον Εαγγέλιο διαβάζουμε, πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται, δέ πιστήσας κατακριθήσεται. Στό κατά ωάννην Εαγγέλιο χουμε τήν συνομιλία το Χριστο μέ τόν Νικόδημο, πού το λέγει, άν δέν ναγεννηθε κάποιος πό τό νερό καί  γιο Πνεμα, δέν μπορε νά σωθε, δέν θά μπε στήν βασιλεία το Θεο.
Διά το μυστηρίου το βαπτίσματος, μέ ρατά-ασθητά σημεα, ρχεται καί μεταδίδεται στόν νθρωπο όρατη χάρις το Θεο. Λέγει Τερτυλλιανός: Μέ τό γιο βάπτισμα πλύνεται τό σμα, γιά νά καθαρισθε ψυχή. Χρίεται τό σμα, γιά νά γιασθε ψυχή. Τό σμα σφραγίζεται, γιά νά νδυναμωθε ψυχή. Σκεπάζεται τό σμα μέ τήν πίθεση τν χειρν, γιά νά φωτισθε ψυχή μέ τό γιο Πνεμα.
Τό γιο βάπτισμα, πως καί λα τά μυστήρια τελονται πό ατούς πού χουν τό εδικό χάρισμα τς ερωσύνης, δηλαδή τούς  ερες καί τούς πισκόπους. Τά μυστήρια ναί μέν τελονται πό τούς ερες, χάρις μως μεταδίδεται πό τόν Θεό. Εναι μυστήριο ποχρεωτικό, πωσδήποτε πρέπει νά βαπτισθε νθρωπος, γιατί τότε μπαίνει στήν κκλησία, τσι γίνεται μέλος Χριστο. Εναι θύρα, διά τς ποίας εσερχόμεθα στήν κκλησία καί μπορομε κατόπιν νά συμμετάσχουμε καί στά λλα μυστήρια.
λέξις βάπτισμα βαπτίζω σημαίνει παίρνω κάποιον καί τόν βουτάω λόκληρο μέσα στό νερό. Γι᾿ ατό, λέγει γιος Κοσμς Ατωλός, πρέπει νά χουμε μεγάλες κολυμβθρες, νά παίρνουν πολύ νερό, στε νά κολυμπάει μέσα τό παιδί καί νά μή μένει οτε σαμε το ψύλλου τό μάτι βρεχο, γιατί καί πό κε μπορε νά μπε διάβολος. Γι᾿ ατό τά παιδιά δαιμονίζονται καί γίνονται κοκορίζικα, γιατί δέν εναι σωστά βαπτισμένα.
Τώρα ο Παπικοί καί ο λλοι αρετικοί πού πλς ραντίζουν μέ κάποιες σταγόνες μόνο νερο εναι τελικά βάπτιστοι. λλά καί ν κόμη βαπτίζοντο κανονικά, πειδή δέν χουν τήν σωστή πίστη, πάλι μένουν βάπτιστοι. Γιατί τότε, ταν δέν χουμε τήν σωστή πίστη, δέν χουμε φώτισμα, λλά μίασμα. βαπτιζόμενος μολύνεται καί σκοτίζεται, δέν φωτίζεται. Μέ τίς εχές τς κκλησίας τό νερό τς κολυμβήθρας γίνεται νέος ορδάνης.
κάθε νθρωπος χει κληρονομήσει πό τόν δάμ τήν πεπτωκυα νθρώπινη φύση. χει μέσα του τήν φθορά, φέρει τά ποτελέσματα καί τίς συνέπειες το προπατορικο μαρτήματος. Ατή πεσμένη φύσις πρέπει νά πεθάνει, γιά νά γεννηθε μία καινούργια φύσις. Πρέπει νά πεθάνει παλαιός νθρωπος, πού πάρχει μέσα μας καί νά γεννηθε καινούργιος, κατά Θεόν κτισθείς. θάνατος πραγματοποιεται μέ τό βάπτισμα, μέ τήν τριπλ κατάδυση το νθρώπου στό γιασμένο νερό τς κολυμβήθρας.κε μέσα πνίγεται μαρτία καί βγαίνει νθρωπος ντυμένος τόν Χριστό, πού εναι ζωή. λα ατά τά νεργε δύναμις το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος καί πως Χριστός κανε τρες μέρες καί τρες νύχτες μέσα στόν τάφο, τσι καί ο βαπτισμένοι μιμονται ατό μέ τήν τριπλ κατάδυση.
βάπτιση λοιπόν χει σχέση μέ τόν σταυρικό θάνατο, τήν ταφή καί τήν νάσταση το Χριστο. Συνετάφημεν διά το βαπτίσματος ες τόν θάνατον, διαβάζουμε στό ποστολικό νάγνωσμα το μυστηρίου τς βαπτίσεως. Πεθαίνουμε μέ τόν Χριστό κατά τήν κατάδυση, ναστηνόμαστε πάλι μαζί του βγαίνοντας πό τό νερό.
λοι ο βαπτισμένοι δέν εμαστε πλέον ξένοι καί ποχωρισμένοι μεταξύ μας. νήκουμε στήν κκλησία το Χριστο καί εμαστε λλήλων μέλη κατά τόν πόστολο Παλο. Δέν εμαστε καρπα καί γρια δέντρα, λλά μβολιασθήκαμε καί γίναμε καλιέλαιοι, μερα καί καρποφόρα δέντρα. Δέν εμαστε δολοι, λλά παιδιά το Θεο γνήσια. Κληρονόμοι μέν Θεο, συγκληρονόμοι δέ Χριστο. Συμπολται τν γίων καί οκεοι το Θεο. Δέν εμαστε πλς δισύνθετοι, ποτελούμενοι πό ψυχή καί σμα. Εμαστε τρισύνθετοι πό ψυχή, σμα καί γιο Πνεμα. Δέν σχύει γιά μς τό γ ε καί ες γν πελεύσει, λλά παρ᾿ τι εσαι πό γ, προορίζεσαι γιά τόν ορανό.
Λέγει νας ρσος θεολόγος, νάμεσα στόν βαπτισμένο καί σ᾿ ναν βάπτιστο πάρχει μεγάλο χάος, μεγίστη διαφορά. βάπτιστος μένει γυμνός, προστάτευτος, ν βαπτισμένος χει σύμμαχον τήν Θείαν Χάριν.
Στό μυστήριο το βαπτίσματος καλονται λοι νά προσέλθουν, νδρες καί γυνακες, μικροί καί μεγάλοι, φο γιά λους εναι σωτηρία καί κανείς δέν ξαιρεται πό ατήν. Θεός θέλει πάντας νθρώπους σωθναι.
Τς βαπτίσεως προηγεται κατήχησις, ξομολόγησις (ν πρόκειται γιά μεγάλους) καί νηστεία. Διδαχή τν Δώδεκα ποστόλων γράφει σχετικά: Νά βαπτίζεις ες τό νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος σέ νερό πού μόλις ντλήθηκε, δηλαδή  νά εναι φρέσκο. ν δέν χεις τέτοιο, βάπτισε σέ λλο. ν δέν μπορες σέ δροσερό, βάπτισε σέ χλιαρό. Καί πρίν πό τό βάπτισμα νά νηστεύουν κενος πού θά βαπτίσει καί κενος πού θά βαπτισθε, κόμη καί σοι λλοι μπορον. Νά προστάξεις ατόν πού πρόκειται νά βαπτισθε, νά νηστεύσει μία δύο μέρες πρίν. τσι παλαιότερα λούζονταν καί τρωγαν τήν Πέμπτη, νήστευαν Παρασκευή καί Σάββατο καί βαπτίζονταν τήν Κυριακή.

Τό νομα τώρα πού θά δώσουμε, πρέπει νά εναι να καί χριστιανικό, νομα γίου τς κκλησίας μας καί χι κακόηχο χθρν τς Πίστεώς μας. δέ νάδοχος νά εναι πιστός καί εσεβής, χι πιστος αρετικός, οτε μικρό παιδί, λλά νήλικας, πως ρίζουν ο εροί Κανόνες καί ο ποφάσεις τς ερς Συνόδου. Πάνω σ᾿ ατό λέγει γιος Συμεών Θεσσαλονίκης: Πρέπει νά προσέχουμε, νά κάνουμε ναδόχους φίλους τς εσεβείας καί διδασκάλους τς πίστεως. λλ᾿ γώ κουσα πργμα πολύ τοπο καί βαρύ, τι μερικοί γιά κάποιο φελος προσκαλον τούς διώκτας καί βριστάς τς πίστεως καί θέους καί αρετικούς νά ναδεχθον τά παιδιά τους. λλ᾿ ατοί προσβάλλουν τό μυστήριο καί τά παιδιά τους, χι μόνο δέν φωτίζουν, λλά μλλον τά σκοτίζουν περισσότερο. Πς εναι δυνατόν κενος πού βλασφημε τόν Θεό, νά διδάξει τήν εσέβεια;
Κοντά σ᾿ ατά ς πομε καί τά ξς: κτός πό τό κανονικό βάπτισμα χουμε καί τό εροβάπτισμα, πού εναι βάπτισμα νάγκης. ταν κάποιο βρέφος κινδυνεύει νά πεθάνει καί δέν προλαβαίνουμε νά τελέσουμε τό κανονικό, τότε οοσδήποτε παρευρισκόμενος τό παίρνει στά χέρια, τό σηκώνει ψηλά, στρέφεται κατά νατολάς καί σχηματίζει μέ τό παιδί τρες σταυρούς λέγοντας τά δρυτικά λόγια το βαπτίσματος, βαπτίζεται δολος το Θεο... ες τό νομα το Πατρός καί το Υο καί το γίου Πνεύματος. ν τό παιδί πεθάνει, θεωρεται βαπτισμένο. ν συνέλθει καί γίνει καλά, τότε τό βαπτίζουμε κανονικά. Ο γονες πρέπει νά εναι πολύ προσεκτικοί στό θέμα ατό. ν πό μέλεια καί διαφορία τους πεθάνει τό παιδί τους βάπτιστο, ο εροί Κανόνες τούς πιτιμον, τούς βάζουν κανόνα.
πίσης βάπτισμα πού γινε πό αρετικούς σχισματικούς εναι κυρο καί νυπόστατο. Π.χ. εναι κάποιοι πού βάπτισαν τό παιδί τους, πολύ κακς βέβαια, σέ παλαιοημερολογίτικη κκλησία μέ παλαιοημερολογίτη παπ. Νά γνωρίζουν τι τό παιδί τους εναι βάπτιστο καί θά πρέπει νά συμβουλευτον  γιά τό τί πρέπει νά κάνουν τόν ερέα τς νορίας τους τήν . Μητρόπολη.


γαπητοί μου,
ς φροντίζουμε νά τελομε κανονικά λα τά τς βαπτίσεως, χωρίς νά παραβαίνουμε τό παραμικρό πό τά θεσπισμένα, γιά νά μς φελήσει τό μυστήριο, στό ποο προσερχόμεθα. Μέ τό μυστήριο διάβολος ναχωρε-φεύγει πό τήν καρδιά το νθρώπου. Τόν πειράζει μως π᾿ ξω μέ τίς ασθήσεις, ο ποες γεννον τά πάθη. Γι᾿ ατό μετά τήν βάπτισή μας πρέπει νά γωνιζώμαστε, στε νά μή πιτρέψουμε στόν διάβολο νά μς ρίξει πάλι στήν μαρτία. Τέλος λέγει γιος ωάννης Χρυσόστομος, κατά τήν βάπτιση το Κυρίου σχίσθηκαν ο ορανοί καί κατέβηκε τό γιο Πνεμα ν εδη περιστερς, γιά νά μάθεις τι καί στή δική μας βάπτιση κατεβαίνει τό γιο Πνεμα καί νοίγουν γιά μς ο ορανοί. ς εναι τέτοια ζωή μας, στε νά μή κλείσουμε ποτέ τούς ορανούς μέ τίς μαρτίες μας, λλά πάντοτε νά παραμένουν νοιχτοί καί νά μς περιμένουν νοιχτοί. μήν.