Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2020

ΚΑΛΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ


Η Παναγία στην Ορθοδοξία!

Παρακλητικός Κανόνας. Η Παναγία στην Ορθοδοξία!


«Τὴν ὑψηλοτέραν τῶν οὐρανῶν καὶ καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τὴν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, τὴν Δέσποιναν τοῦ κόσμου ὕμνοις τιμήσωμεν» (μεγαλυνάριον)

ΑΠΟΨΕ ἡ ὁμιλία θὰ εἶνε δογματική· θὰ μιλήσουμε πάνω σὲ ἕνα δόγμα τῆς πίστεως.
Τί θὰ πῇ δόγμα; Δόγμα εἶνε αὐτὸ ποὺ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ πρέπει νὰ τὸ πιστεύουμε καὶ νὰ τὸ παραδεχώμεθα ὡς ἀπόλυτη ἀλήθεια. Τί διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας; Πολλὰ πράγματα. Διδάσκει ―καὶ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ ξέρῃ― τί εἶνε ὁ κόσμος, τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος, τί εἶνε τὸ σῶμα καὶ τί ἡ ψυχή, τί εἶνε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, τί εἶνε ἁγία Τριάς, τί εἶνε Θεὸς Πατήρ, τί εἶνε Υἱός, τί εἶνε Πνεῦμα ἅγιο, τί εἶνε παράδεισος καὶ τί κόλασις, τί εἶνε Ἐκκλησία, τί εἶνε τὰ μυστήρια, τί εἶνε ἡ βάπτισις, ὁ γάμος,
ἡ θεία εὐχαριστία κ.τ.λ.. Ὅλα αὐτὰ εἶνε μαθήματα, ποὺ πρέπει νὰ τὰ ξέρῃ.
Δυστυχῶς ὑπάρχει μεγάλη ἄγνοια. Οἱ Χριστιανοὶ οὔτε τὸ ἀλφαβητάριο τῆς πίστεως δὲν ξέρουνε. Καὶ ὄχι μόνο οἱ ἀγράμματοι ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ τάχα ἐπιστήμονες. Ξέρουν πολλὰ ἄλλα πράγματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ θρησκεία μας ἔχουν  μεσάνυχτα. Καὶ πῶς νὰ ξέρουν, ὅταν στὴν ἐκκλησία δὲν πατᾶνε παρὰ μόνο Χριστούγεννα καὶ Πάσχα;
Ἂς δοῦμε λοιπὸν τώρα, τί διδάσκει ἡ Ὀρθοδοξία μας γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἔχει δὲ μεγάλη σημασία τὸ δόγμα περὶ τῆς Θεοτόκου, διότι συνδέεται ἀμέσως μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
* * *
Ἑκατομμύρια γυναῖκες γεννηθήκανε, ἑκατομμύρια ζοῦνε σήμερα, καὶ ἑκατομμύρια θὰ γεννηθοῦν μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Ἄλλες ἀπὸ αὐτὲς διακρίθηκαν γιὰ τὸ κάλλος τους, ἄλλες γιὰ τὴν εὐφυΐα τους, ἄλλες γιὰ τὴν καταγωγή τους. Ὅλες ὅμως λησμονοῦνται. Μία γυναίκα μόνο δὲν λησμονεῖται· ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Παναγία μας. Γιατί; Διότι μέσα στὰ ἑκατομμύρια τῶν γυναικῶν μόνο αὐτὴ βρέθηκε ἄξια νὰ γεννήσῃ τὸ Θεό, νὰ γίνῃ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ. Τί μυστήριο αὐτό! Πόσο καθαρὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε αὐτὴ ποὺ θὰ ἀξιώνετο νὰ γεννήσῃ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν! Ἔπρεπε νὰ εἶνε ἁγνὴ καὶ παρθένος. Καὶ ἔγινε τὸ μέγα μυστήριο· ὁ Θεός, ποὺ δὲν τὸν χωροῦν οἱ οὐρανοί, ἐχώρεσε μέσα στὴν κοιλία τῆς παρθένου, καὶ ἔγινε ἡ κοιλία της θρόνος του. Ἡ παρθένος Μαρία γέννησε τὸν Θεό, γι᾿ αὐτὸ λέγεται Θεοτόκος. Τὸ δὲ ἐπίσης θαυμαστὸ ποιό εἶνε· ὅτι ἔμεινε παρθένος ὄχι μόνο πρὸ τοῦ τόκου ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν τόκο καὶ μετὰ τὸν τόκο, δηλαδὴ ἀειπάρθενος. Ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς αὐτὸ τὸ μυστήριο, δὲν εἶσαι ὀρθόδοξος Χριστιανός. Ἡ Παρθένος γέννησε τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Αὐτὸ εἶνε ἡ πίστις μας. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία οἱ αἱρετικοὶ διχάζονται ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας· ἄλλοι τὴν ὑπερτιμοῦν, καὶ ἄλλοι τὴν ὑποτιμοῦν. Ἐμεῖς τί λέμε;
Ἡ Ὀρθοδοξία παραδέχεται, ὅτι ἡ Παναγία εἶνε ἀνώτερη ἀπὸ τοὺς πατριάρχας καὶ τοὺς προφήτας τῆς παλαιᾶς διαθήκης, ἀνώτερη ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, ἀνώτερη ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, ἀνώτερη ἀκόμα κι ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Ἡ Παναγία εἶνε παραπάνω ἀπ᾿ ὅλους. Ἀλλὰ δὲν εἶνε Θεός· ἐδῶ σταματοῦμε. Διότι ἡ θεοποίησις τῆς Παναγίας εἶνε αἵρεσις. Αἱρετικοὶ εἶχαν θεοποιήσει τὴν Παναγία. Ἐμεῖς δὲν τὴ θεοποιοῦμε· δὲν λέμε, ὅτι ἡ Παναγία εἶνε Θεός.
Ἡ Παναγία, ἐν σχέσει μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸ Χριστό, εἶνε καὶ αὐτὴ μία «δούλη»· ἔτσι ὀνομάζει τὸν ἑαυτό της ἡ ἰδία (βλ. Λουκ. 1,38,48). Ἦταν ταπεινὴ ἡ Παναγία, δὲν ὑπερηφανεύετο. Ὅταν «ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε» (Ἀκάθ. ὕμν.), δὲν ὑπερηφανεύτηκε ὅτι θὰ γεννήσῃ τὸ Χριστό. Οὔτε πῆγε νὰ τὸ διαλαλήσῃ στοὺς δρόμους καὶ τὶς πλατεῖες. Μόνο ἐρώτησε· Πῶς ἐγὼ χωρὶς ἄντρα θὰ γεννήσω παιδί; Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπήντησε· «Οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα». Καὶ τότε ἐκείνη δέχθηκε μὲ ταπείνωσι τὸ θεῖο θέλημα· «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1,35-38). Ἔτσι εἶπε ἡ Παναγία· ὅτι εἶνε μιὰ «δούλη» τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶνε ἁμαρτία αὐτὸ ποὺ παρατηρεῖται καμμιὰ φορὰ ἀπὸ ἄγνοια, νὰ τιμοῦν τὴν Παναγία παραπάνω ἀπὸ τὸ Χριστό (κάπου εἶδα λ.χ. μπροστὰ στὸ Χριστὸ νὰ ἔχουν μιὰ μικρὰ καντήλα, καὶ μπροστὰ στὴν Παναγιὰ μιὰ μεγάλη καντήλα).
Ὡρισμένοι αἱρετικοὶ ὅμως, ὄχι ἀπὸ ἄγνοια ἀλλ᾿ ἀπὸ σατανικὴ ἐπιμονή, θεωροῦν τὴν Παναγία σὰν Θεό· ὅπως οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτραι πρόγονοί μας εχανε τὴν Ἄρτεμι, τὴν Ἀθηνᾶ κ.τ.λ.. Ὄχι τέτοια πράγματα. Αὐτὸ εἶνε τὸ ἕνα ἄκρο, τὸ ὁποῖο κρατοῦν οἱ παπικοί. Αὐτοί, οἱ φράγκοι, τὴν Παναγία τὴν ἔχουν πολὺ ψηλά, τὴν τιμοῦν σχεδὸν σὰν Θεό, τῆς φτειάχνουν καὶ ἀγάλματα. Αὐτοὶ ἔχουν τὴν λεγομένη Μαριολατρία.
Οἱ ἄλλοι ἀντιθέτως πηγαίνουν στὸ ἄλλο ἄκρο. Εἶνε οἱ προτεστάνται. Αὐτοὶ τί λένε; Ὑποτιμοῦν τὴν Παναγία. Τὴν θεωροῦν μιὰ ἁπλῆ γυναῖκα. Τί εἶνε, σοῦ λένε, ἡ Μαρία; εἶνε ὅπως ὅλες οἱ γυναῖκες. Καὶ ἐνῷ οἱ παπικοὶ τῆς ἔχουν καὶ ἀγάλματα, οἱ προτεστάνται δὲν τῆς ἔχουν οὔτε εἰκόνα. Οἱ δὲ χιλιασταὶ οὔτε ν᾿ ἀκούσουν θέλουν γιὰ τὴν Παναγία.
Ἐμεῖς λοιπόν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εμεθα στὸ μέσον. Ἡ Ὀρθοδοξία οὔτε μὲ τοὺς προτεστάντες πάει, οὔτε μὲ τοὺς παπικοὺς πάει. Καὶ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας, ὅτι ἡ Παναγία εἶνε ὑπεράνω ὅλων τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ὄχι Θεός· καὶ ὅτι ἀξιώθηκε νὰ γεννήσῃ ὑπὲρ φύσιν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε κατὰ τρόπο ὑπερφυσικό, θαυμαστό, μυστηριώδη, τρόπον ἄγνωστον τοῖς ἀνθρώποις. Αὐτὰ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας γιὰ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἔτσι τιμοῦμε ἐμεῖς τὴν Παναγία.
* * *
Αὐτὰ βέβαια στὴ διδασκαλία. Τί γίνεται ὅμως στὴν πρᾶξι; Λέμε, ὅτι τιμοῦμε ὀρθοδόξως τὴν Παναγία. Τὴν τιμοῦμε ὄντως; Ὑπάρχουν ἀσφαλῶς καὶ ψυχὲς ποὺ ἀγαποῦν καὶ τιμοῦν τὴν Παναγία. Οἱ ἄλλοι; Τὴν ἡμέρα τῆς Κοιμήσεως ὅλοι θὰ ἑορτάσουν. Τότε καὶ οἱ ἐπίσημοι θὰ ἐκκλησιαστοῦν. Ἀλλὰ τί ὥρα φθάνουν; Πρὸς τὸ τέλος. Ἔρχονται ἁπλῶς γιὰ τὸν τύπο.
Ὅσο γιὰ τοὺς στρατιωτικούς; Μὲ τὰ λόγια τιμοῦν κι αὐτοὶ τὴν Παναγία. Ἀλλ᾿ ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας χῶρος ὅπου ὑβρίζεται ἡ Παναγία μέρα – νύχτα, εἶνε ὁ στρατός. Ποῦ εἶνε ἡ τιμή; Πήγαινε μέσα στὸ στρατῶνα ν᾿ ἀκούσῃς τί γίνεται.Ὑπάρχουν βέβαια κ᾿ ἐδῶ καὶ ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες ποὺ τιμοῦν τὴν Παναγία, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Ἀλλὰ οἱ πολλοί; Δὲν περνάει μέρα στοὺς λόχους καὶ στὰ τάγματα, ποὺ νὰ μὴ ὑβρίζεται φοβερὰ καὶ ἀπαίσια ἡ Παναγία.
Τέλος ὁ λαός. Παντοῦ δυστυχῶς, σὲ σπίτια καὶ δημοσίους χώρους, οἱ λεγόμενοι ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ προσβάλλουν χυδαιότατα τὸ τίμιον ὄνομα τῆς Παναγίας. Καὶ ποιός διαμαρτύρεται παρακαλῶ; Ἀκούει ὁ Χριστιανὸς νὰ βλαστημοῦν, καὶ χαχανίζει. Ἀκούει ἡ γυναίκα τὸν ἄντρα της νὰ ὑβρίζῃ, καὶ ὅταν τῆς πῇς ὅτι ἁμαρτάνει ποὺ τὸ ἀνέχεται, σοῦ λέει· Τί, νὰ χάσω ἐγὼ τὸν ἄντρα μου;... Δὲ᾿ λέω νὰ πάρῃ διαζύγιο. Ἀλλὰ ἔχει πολλὰ μέσα ἡ γυναίκα γιὰ νὰ πείσῃ τὸν ἄντρα. Δυστυχῶς δὲν κάνει τίποτα. Ἀκοῦνε οἱ γονεῖς τὰ παιδιά· τίποτα ἀπολύτως! Αὐτὸ εἶνε ἁμαρτία. Διότι ἁμαρτάνει αὐτὸς ποὺ βλαστημάει, ἀλλ᾿ ἂν ἀκοῦς κ᾿ ἐσὺ καὶ δὲν διαμαρτύρεσαι, ἔχεις κ᾿ ἐσὺ ἁμαρτία. Δὲν εἶσαι Χριστιανός· ψευτοχριστιανὸς εἶσαι. Δὲν ἀγαπᾷς καὶ δὲν τιμᾷς τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος φθάνει νὰ πῇ· Συμβούλεψε τὸ βλάστημο. Δὲν σὲ ἀκούει; Ἔχεις χέρι; Χτύπησέ τον. Χέρι ποὺ χτυπάει βλάστημο θὰ ἁγιάσῃ. Στὸν Πόντο καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία δὲ᾿ βλαστημούσανε. Ὅποιος θὰ τολμοῦσε νὰ βλαστημήσῃ, ἔπρεπε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ χωριό. Καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Ἂν πάρῃς ἕνα μαχαίρι καὶ μοῦ βγάλῃς τὰ μάτια, μοῦ κόψῃς τ᾿ αὐτιὰ τὶς μύτες καὶ τὰ χέρια, ἔχω χρέος νὰ σὲ συγχωρήσω. Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα ποὺ μὲ γέννησε, ἔχω χρέος νὰ σὲ συγχωρήσω. Ἂν ὅμως βλαστημήσῃς τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγιά μου, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ!
Είμεθα λοιπὸν ὅλοι συνένοχοι. Καὶ μιὰ βλαστήμια ἀκόμα νὰ ἀκουγότανε στὴν Ἑλλάδα, ἔπρεπε νὰ χτυποῦν νεκρικὰ οἱ καμπάνες σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Τώρα χιλιάδες βλαστημοῦν, καὶ κανείς δὲν ἐνοχλεῖται!
Προσπαθῆστε λοιπόν. Βρῆτε τρόπο, ὥστε νὰ σβήσῃ ἡ βλαστήμια ἀπὸ τὸν τόπο μας, καὶ ἡ κοινωνία μας νὰ γίνῃ μιὰ κιθάρα ποὺ θὰ ὑμνῇ μέρα καὶ νύχτα τὴν Παναγία καὶ τὸν Υἱόν της, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 10-8-1989, ἡμέρα Πέμπτη


ΠΗΓΗ:  http://agiameteora.net 

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2020

Η Αγία Παρασκευή

Η Αγία Παρασκευή


Η Αγία Παρασκευή γεννήθηκε στην Ρώμη το 117μ.Χ. Οι γονείς της ήταν Έλληνες. Ο πατέρας της, Αγάθων, και η μητέρα της, Πολιτεία, όντας χριστιανοί, όταν γεννήθηκε η Αγία την βάπτισαν και της έδωσαν το όνομα Παρασκευή. Την μεγάλωσαν σύμφωνα με την χριστιανική πίστη και την σπούδασαν αφού είχαν την οικονομική δυνατότητα μιας και ήταν πλούσιοι...


Όταν ήταν σε ηλικία είκοσι ετών οι γονείς της πέθαναν. Τότε η Αγία έδωσε την περιουσία της στους φτωχούς, στην εκκλησία και σε ένα ίδρυμα, στο οποίο έμεναν χριστιανές κοπέλες που είχαν αφιερωθεί στον Ιησού Χριστό. Εκεί έμεινε για λίγα χρόνια η Αγία Παρασκευή, βοηθώντας στην διάδοση της χριστιανικής πίστης, όπως έκαναν και οι υπόλοιπες συγκάτοικοι της.

Κάποια στιγμή εγκατέλειψε το ίδρυμα αυτό και ξεκίνησε να κηρύττει τον Χριστιανισμό σε διάφορες πόλεις και χωριά της Ιταλίας. Κατά την διάρκεια αυτών των περιοδειών της, έπεισε πολλούς να βαπτιστούν Χριστιανοί. Αυτό ήταν κάτι που ενόχλησε κάποιους ειδωλολάτρες, οι οποίοι ανέφεραν την δράση της Αγίας Παρασκευής στον, επίσης ειδωλολάτρη, Αντωνίνο, αυτοκράτορα εκείνη την εποχή της Ρώμης.

Με εντολή του Αντωνίνου, συνέλαβαν την Αγία Παρασκευή και την οδήγησαν μπροστά του. Θέλοντας αυτός να την κάνει να απαρνηθεί την χριστιανική πίστη, την υποβάλει στο μαρτύριο της πυρακτωμένης περικεφαλαίας από το οποίο, με την χάρη του Ιησού Χριστού, η Αγία βγήκε σώα. Ακολούθησαν άλλα μαρτύρια, τα οποία η Αγία υπέμενε δοξολογώντας τον Χριστό.

Το τελευταίο βασανιστήριο στο οποίο υποβλήθηκε η Αγία ήταν ένα καζάνι στο οποίο έβραζε πίσσα και λάδι. Εκεί έβαλαν την Αγία Παρασκευή η οποία όμως, με την βοήθεια του Θεού, δεν έπαθε τίποτα. Βλέποντας το αυτό ο Αντωνίνος, την προέτρεψε να ρίξει πάνω του πίσσα για να διαπιστώσει ο ίδιος αν καίει. Η πίσσα αυτή τύφλωσε τον αυτοκράτορα ο οποίος πίστεψε τότε στην αληθινή θρησκεία και ζήτησε από την Αγία Παρασκευή να τον βαπτίσει χριστιανό. Εκείνη όχι μόνο τον βάπτισε, αλλά και του θεράπευσε, με την χάρη του Θεού, τα μάτια.

Η χάρη να θεραπεύσει τα μάτια, δόθηκε από τον Θεό στην Αγία Παρασκευή και γι' αυτό τα περισσότερα θαύματα τα της, έχουν σχέση με τα μάτια των χριστιανών που ζητούν την βοήθεια της, τότε αλλά και μέχρι τις μέρες μας.

Η Αγία Παρασκευή συνέχισε μετά την βάπτιση του Αντωνίνου, να κηρύττει τον Λόγο του Θεού ταξιδεύοντας και σε άλλες χώρες εκτός από την Ιταλία. Κηρύττοντας τον Χριστιανισμό και βαπτίζοντας νέους χριστιανούς έφτασε και στην Ελλάδα. Όταν βρέθηκε στα Τέμπη, εκεί που βρίσκεται σήμερα ο ναός της, συννελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στον άρχοντα της περιοχής που ονομαζόταν Ταράσιος. Στην προσπάθεια του αυτός, να πείσει την Αγία Παρασκευή να εγκαταλείψει την δράση και την πίστη της, άρχισε να την υποβάλει σε φρικτά βασανιστήρια. Με θάρρος και δύναμη τα υπέμενε η Αγία, ενώ κάθε πρωί την έβρισκαν θεραπευμένη από τις πληγές των βασανιστηρίων της προηγούμενης ημέρας.

Τελικά ο Ταράσιος διέταξε τον αποκεφαλισμό της και έτσι η Αγία Παρασκευή παρέδωσε την ψυχή της στον Ιησού Χριστό, τον οποίο πίστεψε και κήρυξε σε όλη της την ζωή. Το σώμα της έθαψαν κρυφά κάποιοι χριστιανοί. Στον τάφο της έγιναν πολλά θαύματα, αλλά και στα χρόνια που ακολούθησαν πολλοί βοηθήθηκαν από την Αγία Παρασκευή και κυρίως άνθρωποι με παθήσεις στα μάτια
Αναδημοσίευση από: ΨΗΓΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ MYTIΛHNHΣ
Αριθμ. Πρωτ. 546  Εν Μυτιλήνη τη 17/7/2020

Προς
τους Ευλαβέστατους Αρχιερατικούς Επιτρόπους και Εφημέριους
της καθ' ημάς Ιεράς Μητροπόλεως
Αγαπητοί μου Πατέρες,
Χαίρετε εν Κυρίω.

Έναυσμα για να επικοινωνήσουμε μαία σας αυτή την ώρα στάθηκε ένα ανακοινωθέν της Αποστολικής Διακονίας τής Εκκλησίας τής Ελλάδος , το όποιο αναφέρεται το θλιβερότατο γεγονός αυτών των ημερών, δηλαδή τη μετατροπή τής Αγίας Σοφίας από μουσείο σε τζάμι, που επισήμως, δυστυχώς, θα αρχίσει να λειτουργεί την Παρασκευή 24 Ιουλίου έ. έ.
Το συγκεκριμένο κείμενο έχει τον τίτλο " Καιρός προσευχής και Εθνικής ευθύνης" ,  σταχυολογώντας από αυτό τα εξής:
« Ή απάντηση μας στο ανοσιούργημα που επιτελείται στις μέρες μας δεν μπορεί να έλθει παρά μόνο με την προσευχή. Όπως οι πρόγονοι μας και οι Πατέρες μας στρέφονται στην Υπεραξία Θεοτόκο, την Υπέρμαχο Στρατηγό τού Γένους μας, κάθε φορά πού οι εχθροί πολιορκούσαν την Βασιλεύουσα, έτσι και εμείς τώρα εκεί πρέπει να προσφύγουμε και ειρηνικά μέσα από την ψυχή μας να ζητήσουμε από την Παναγία μας να ελευθερώσει το Ναό τής Αγίας του θεού Σόφιας '' εκ παντοίων κινδύνων. Με έναν ανόητο και, όχι μόνο, προκλητικό τρόπο καλύπτουν τα ψηφιδωτά με κουρτίνες θεωρώντας ότι θα εμποδίσουν τίς ακτίνες τής αλήθειας και τού πολιτισμού να φωτίζουν τίς ψυχές των ανθρώπων. Ό Θεός επιτρέπει αύτη την ύβρη, για να είναι θορυβώδης στην ιστορία τού κόσμου ή πτώση των υβριστών.
» Φανταστείτε την ώρα πού κάτω από τα σπουδαία ψηφιδωτά και τον φωτεινό τρούλο πού φαίνεται να εγγίζει τούς ουρανούς θα ακούγονται στίχοι τού κορανίου, στους Ναούς της Πατρίδας μας και όλου τού κόσμου να ακούγεται το " Τη Ύπερμάχω Στρατηγώ "και όλος ό πλανήτης να συνειδητοποιήσει τί ιστορία φέρει αυτό το μοναδικό μνημείο τής πίστης .
» Για την Άγια Σοφία, λοιπόν, πρέπει να ενώσουμε τίς προσευχές μας, στρεφόμενοι στην κοινή Μητέρα μας, την Υπεοαγία Θεοτόκο, και να νιώθουμε όλοι ότι , όταν Λειτουργεί ό Ουρανός, λειτουργείται όλη η γη » .
Εγκολπώμενοι, λοιπόν, και εμείς το μεγάλο όπλο τής προσευχής, παρακαλούμε θερμώς την Παρασκευή 24 Ιουλίου έ. έ. , ώρα 8 το βράδυ σε όλους Ιερούς Ναούς τής Επαρχίας μας να τελεσθεί ή ακολουθία το Ακάθιστου Ύμνου, ενημερώνοντας τούς χριστιανούς να προσέλθουν προκείμενου όλοι μαζί '' εν ενί στόματι και μια καρδία να ψάλλουμε τους Χαιρετισμούς στο ευλογημένο πρόσωπο της Παναγίας μας.

Μετ’ ευχών και αγάπης
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ό ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ Ι Α Κ Ω Β ΟΣ

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤ5ΕΡΩΝ Δ΄ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ  Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
“Υμείς εστέ το φως  του κόσμου”
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤ5ΕΡΩΝ Δ΄ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ
Η Εκκλησία μας, τιμά σήμερα, τη μνήμη των αγίων 630 Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, η οποία συνήλθε το 451 μ.Χ.  στην Χαλκηδόνα για να διατυπώσει το Χριστολογικό δόγμα.  Συγκεκριμένα, με αφορμή τις διάφορες αιρέσεις που διαστρέβλωναν την αλήθεια της Εκκλησίας μας γύρω από το πρόσωπο του Κυρίου, η Σύνοδος της Χαλκηδόνας διατύπωσε το Χριστολογικό δόγμα και διατράνωσε την πίστη της Ορθοδοξίας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος.
Με αυτή την ομολογία πίστεως ο Χριστός είναι ο πραγματικός Σωτήρας και Θεός μας και επομένως καθοδηγητής των ανθρώπων που δείχνει το δρόμο προς το πραγματικό φως, προς τον Πατέρα των φώτων.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η Εκκλησία μας σήμερα που τιμά τη μνήμη των αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, επέλεξε το συγκεκριμένο ευαγγελικό ανάγνωσμα που είναι παρμένο από την “Επί του όρους ομιλία” και στο οποίο ο Χριστός παρομοιάζει τους μαθητές Του με φως του κόσμου, με πόλη κτισμένη πάνω σε βουνό που φαίνεται από παντού και ακόμα με λυχνάρι που καίει επάνω στο λυχνοστάτη.
Οι Χριστιανοί

Μπορούμε να επιμείνουμε λίγο στον παραβολικό λόγο του Χριστού, με τον οποίο οι μαθητές παρουσιάζονται να είναι το “φως του κόσμου”.  Όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ιωάννης, αληθινό φως του κόσμου είναι μόνο ο Θεός.  Στο θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού οι άνθρωποι είδαμε το απρόσιτο φως της Θεότητας (“εγώ ειμί το φως του κόσμου”) και λάβαμε “το φως της ζωής”.
Εκείνος, λοιπόν, είναι “το φως των ανθρώπων”,  “το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον”. Τόσο οι μαθητές του Κυρίου όσο και οι πιστοί γενικότερα, επειδή ακριβώς δέχονται το φως το αληθινό, μπορούν να γίνουν και οι ίδιοι φως με τη σχετική έννοια.  Ο Χριστός είναι ο ίδιος το φως και πηγή του φωτός.
Οι πιστοί είναι ετερόφωτοι γιατί αντλούν φως από την πηγή Εκείνου.  Παίρνουν το θείο φωτισμό “εκ του πληρώματος αυτού” και έτσι γίνονται “τέκνα” και “υιοί φωτός”. Η εν Χριστώ ζωή, όπως υπογραμμίζει ο Γρηγόριος Νύσσης, είναι τελικά μια πορεία μέσα στο φως του Χριστού και ταυτόχρονα μια ακτινοβολία του φωτός αυτού μεταξύ των ανθρώπων.
Έτσι, στο βαθμό που φωτιζόμαστε από το φως του Χριστού και υπακούομε στα κελεύσματα του ευαγγελικού λόγου, γινόμαστε κι εμείς φως του κόσμου.  Αποτελούμε επίσης την “πόλιν”, η οποία “επάνω όρους κειμένη ου δύναται κρυβήναι” κατά το λόγο του Κυρίου.
Η θέση μας ως μαθητών του Χριστού μέσα στον κόσμο είναι περίοπτη.  Όλοι έχουν στραμμένα τα μάτια τους επάνω μας.  Οι Χριστιανοί ως άλλοι λύχνοι – λυχνάρια αναμμένα από το φως του Χριστού -καλούμαστε να εκπέμψουμε το νοητό φως της πίστεως, τόσο με τα λόγια όσο και με τα καλά μας έργα.

Αγαπητοί αδελφοί, η συνειδητοποίηση του ιερού μας χρέους απέναντι στην αγάπη του Κυρίου και Θεού μας, θα έχει σαν αποτέλεσμα την αγαθοεργό καρποφορία και τη φωτεινή δραστηριότητα μας κατά το πρότυπο των τιμωμένων σήμερα αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, που ήταν και τότε και σήμερα φώτα του κόσμου, που φωτίζουν το δρόμο προς τη Βασιλεία του Θεού.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ. ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ



ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ


Σήμερα 14/7/2020 μια μακρόχρονη περίοδος ιστορίας στην ενοριακή ζωή του χωριού μας, σχετικά με το ναΐδριο των Αγίων Αναργύρων στη περιοχή σε Κατάπυργος, τελειώνει
Οι Άγιοι Ανάργυροι, λαβωμένοι από το σεισμό του 2017, κατεδαφιστέοι, μπαίνουν στην ιστορία και δίνουν τόπο για μια καινούργια αρχή.
Προσευχή μας και ελπίδα μας αυτή η νέα αρχή να έρθει σύντομα.












+ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙΒρίσκεται στη περιοχή «Κατάπυργος» και σε ομώνυμη τοποθεσία.

ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ

 

Βρίσκεται στη περιοχή «Κατάπυργος» και σε ομώνυμη τοποθεσία.Αρκετά μεγάλο και ευρύχωρο ξωκκλήσι, με ευρύχωρο ιερό, το οποίο χωρίζεται απ’ τον υπόλοιπο ναό με τέμπλο. Κατά το έτος 1987 έγινε γενική ανακίνηση και δαπανήθηκε το ποσό των300.000δρχ. Επίσης έχει γίνει ηλεκτρική εγκατάσταση και μεταφέρθηκε νερό .

Το 1928 είχε γίνει και άλλη γενική επισκευή.

Κατά το έτος 1988 με συνεργασία Δασικής υπηρεσίας, Δημ. Σχολείου και Εκκλησίας τοποθετήθηκαν στο γύρω χώρο παγκάκια και κτίστηκε ωραία βρύση.
Διαστάσεις 4Χ6 μ.
Μεγάλη πανήγυρη τελείται την 1η Ιουλίου κι στο τέλος διανομή παραδοσιακού φαγητού.
Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο Κατάπυργος υπήρξε κάποτε χωριό (αν όχι χωριό, ένας μεγάλος οικισμός). Πήρε δε το όνομά του από κάποιο πύργο που υπήρχε εκεί, και τον ονόμαζαν Κάτω Πύργο (Κατό- πυργο - Κατάπυργο).

Και μια και υπάρχει σήμερα εδώ το εκκλησάκι των Αγ. Αναργύρων, θα κάνουμε και μια κάπως τολμηρή υπόθεση. Υπήρχε (βέβαια) εκεί το χωριό Κατάπυργος το οποίο είχε σαν ενοριακή εκκλησία τους Αγ. Αναργύρους, στη θέση της οποίας κτίστηκε, το σημερινό εκκλησάκι.
Με το σεισμό της 12/6/2017 στην ενορία μας, έχουμε πολύ σοβαρό πρόβλημα  στο ναό των Αγίων Αναργύρων
Ο Ναός αυτός πρέπει να κατεδαφιστεί.
Την 14η Ιουλίου του 2020 κατεδαφίζεται.



ΚΑΤΑΠΥΡΓΟΣ

Θα παραξενευτείτε βέβαια...
Ε! Δε ξέρουμε τον Κατάπυργο, θα μου πείτε. Μα και ποιος δεν τον ξέρει. Ενα παιδάκι να ρωτήσεις, κάτι θα σου πει γι’ αυτόν. Ίσως, σηκώνοντας αμήχανα τους ώμους του, να μας πει με απορία. “Μα από κει δεν έρχεται το νεράκι που πίνουμε”;
Πηγή λοιπόν πολιτισμού ο “Κατάπυργος”, Πηγή δροσιάς. Πηγή υγείας. Λατρευτό, αξιοζήλευτο, δώρο αναφαίρετο το νεράκι που μας στέλνει. Μέρα-νύχτα, σαν παρήχηση, σκορπούν τις μηχανικές φωνές τους, στην εξοχική αυτή σιγαλιά και ηρεμία, οι αντλίες, ταγμένες κι αυτές στην υπηρεσία μας.
Ακούγοντας λοιπόν αυτή τη λέξη “Κατάπυργος” ο νους μας κατευθύνεται αυτόματα στην περιοχή εκείνη, υδροδότησης του χωριού μας.
Ίσως και στο μικρό ποταμάκι που υπάρχει εκεί και πηγάζει απ’ τις πηγές υδρεύσεως του χωριού. Βρίσκεται τούτο 800μ. έξω απ’ το χωριό και έχει 400μ. περίπου μήκος. Στην πορεία του ενώνεται με ένα άλλο επίσης μικρό ποτάμι το “Βαθύ Λαγγάδι” όπου και εκβάλλει.
Όμως ξέρουμε άραγε όσα πρέπει για την περιοχή αυτή; Η ιστορία μας λέει το αντίθετο. Όχι δεν τα ξέρετε όλα! Είναι κι άλλα που πρέπει να βγουν στο φανερό, για την τοπική σας ταυτότητα, τον πολιτισμό, την τοπική σας περηφάνεια.
Σκεφτήκατε άραγε ποτέ ότι εκεί κάποτε υπήρχε “ζωή” όπως και δω στο χωριό μας; Άνθρωποι σαν και μας, άνδρες - γυναίκες - παιδιά, σπίτια, φωνές, παιγνίδια, γέλια και χαρές, λύπες και στενοχώριες, πότισαν τα χώματα εκεί;
Διάφορες συζητήσεις, αναφορές σε κείμενα ιστορικά και αρχαιολογικά, μαρτυρίες παλαιοτέρων, αναφέρονται σ’ αυτά τα πράγματα.
Υπάρχουν λοιπόν μαρτυρίες ότι ο Κατάπυργος υπήρξε κάποτε χωριό (αν όχι χωριό, ένας μεγάλος συνοικισμός). Πήρε δε το όνομά του από κάποιο πύργο που υπήρχε εκεί, και τον ονόμαζαν Κάτω Πύργο (Κατό- πυργο - Κατάπυργο).
Αντίθετα, υπήρχε κάποιος άλλος, στη σημερινή κοινότητα Λισβορίου και συγκεκριμένα κοντά στην εκκλησία. Τούτος υψομετρικά ήταν ψηλότερα απ’ τον άλλον (τον Κάτω Πύργο) και έτσι κι αυτός ονομαζότανε Πάνω Πύργος.
Ο Σταυράκης Αναγνώστου στο βιβλίο του “Λεσβιάς Ωδή” (1850) μας αναφέρει το εξής: “Κατάπυργος - Κάτω Πύργος, κατοικημένος χώρος μέχρι το 1652”.
Επίσης σε κάποιο παλιό κώδικα της Μητροπόλεως Μυτιλήνης, χρονολογούμενο απ’ το 1527-1652, τον οποίο βρήκε και ανέγνωσε (μάλιστα λερωμένο) ο Σταυράκης
Αναγνώστου, και αναφέρει και στη Λεσβιάδα, περιλαμ- βανότανε επίσημος ονομαστικός κατάλογος, των χωριών, τα οποία συγκροτούσαν τότε τη Μητρόπολιν Μυτιλήνης.
Αναφέρονται σ’ αυτόν 34 χωριά. Μεταξύ των οποίων, και υπ’ αριθ.17-20 αναφέρονται τα χωριά: 17) Λισβόριον, 18) Κατάπυργος, 19) Βασιλικιώτης 20) Δαμάνδρι,.,κλπ.
Προκύπτει λοιπόν και απ’ αυτόν τον κώδικα ότι το 16ο αιώνα υπήρχε το χωριό Κατάπυργος.
Και μια και υπάρχει σήμερα εκεί το εκκλησάκι των Αγ. Αναργύρων, θα κάνουμε και μια κάπως τολμηρή υπόθεση. Υπήρχε (βέβαια) εκεί το χωριό Κατάπυργος το οποίο είχε σαν ενοριακή εκκλησία τους Αγ. Αναργύρους, στη θέση της οποίας κτίστηκε, το σημερινό εκκλησάκι.
Με τούτες τις λίγες πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας, βγαίνει το συμπέρασμα, ότι η σημερινή περιοχή του Λισβορίου και αυτό το ίδιο το χωριό, δεν είναι ιστορικά ξεκρέμαστο. Έχει πολύ παλιά ιστορία.
Ιστορία που ανάβει μέσα σου τον θαυμασμό για τον τόπο σου, περηφάνεια, ενθουσιασμό.
Και κάτι άλλο για το Λισβόρι.
Ο Σ. Αναγνώστου (Λεσβιάς Ωδή 1850) μας αναφέρει: “ΛΙΣΒΩΡΙΟΝ ή Λεσβόριον ή Λισβόριον: ήτοι Λέσβου όριον. Υπό Χριστιανών και Τούρκων κατοικούμενον χω- ρίον και έχον ναόν τον Αγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον”.
Επίσης στο βιβλίο του Ι.Δ. Κοντή, “Η Λέσβος και η Μικρασιατική της περιοχή” διαφαίνεται ότι στην παραλία του Λισβορίου, υπήρχε ένας σπουδαιότατος προϊστορικός οικισμός. Λίγες (δυστυχώς) ανασκαφές που έγιναν κυρίως στα 1960 συμμαρτυρούν. Τέλος ένα ακόμη θα αναφέρουμε για την αρχαιότατη αυτή κληρονομιά της περιοχής.
Το αρχαιότερο γνωστό εύρημα, μέχρι τώρα, είναι ένα νόμισμα, που βρέθηκε και χρονολογείται γύρω στα 200- 100 π.Χ.
Ας ρίξουμε λοιπόν όλοι μαζί μια ματιά πίσω μας, να δούμε πόσο βαθιά πάνε οι ρίζες μας.
Δεν ερχόμαστε ξεκρέμαστοι. Πίσω μας υπάρχει ιστορία αιώνων.




Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

Ὁ  Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης
(1924-1994)
 
Σύντομος Βίος
(Απόσπασμα απο το βιβλίο Ιερόν Ησυχαστήρίον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»)

Ἅγιος Παΐσιος γεννήθηκε στὰ Φάρασα τῆς Καππαδοκίας, στὶς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924. Χάρη στὴν ἁγία καὶ φωτισμένη παρουσία τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου τοῦ Καππαδόκου, ποὺ ἦταν ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, τὰ Φάρασα ἀποτελοῦσαν μιὰ μικρὴ ἑστία Ἑλληνισμοῦ καὶ Ὀρθοδοξίας στὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ πατέρας τοῦ Γέ­ροντος Παϊσίου Πρόδρομος Ἐζνεπίδης ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν παλληκαριά του, ἐνῶ ἡ μητέρα του Εὐλογία διακρινόταν γιὰ τὴν σύνεση, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν εὐλάβειά της. Ἡ γέννησή του συνέπεσε μὲ τὶς τραγικὲς ἡμέρες τοῦ ξεριζωμοῦ τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ τὴν γῆ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸν ξεριζωμό, ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος βάπτισε ὅλα τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἦταν καὶ ὁ Γέροντας Παΐσιος. Ὁ Ἅγιος προβλέποντας ὅτι θὰ γίνη καλόγερος, δὲν τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα ποὺ ἤθελαν οἱ γονεῖς του, ἀλλὰ τὸ δικό του ὄνομα λέγοντας: «Ἐσεῖς καλὰ θέλετε νὰ ἀφήσετε ἄνθρωπο στὸ πόδι τοῦ παπποῦ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀφήσω καλόγερο στὸ πόδι μου;».
Ἡ φυγὴ τῶν Φαρασιωτῶν ἀπὸ τὴν πατρογονικὴ γῆ ἔγινε στὶς 14 Αὐγούστου τοῦ 1924 καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες ἔφθασαν στὴν Ἑλλάδα. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μικροῦ Ἀρσενίου ἐγκαταστάθηκε τελικὰ στὴν ἀκριτικὴ καὶ ὀρεινὴ Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου. Ἐκεῖ ὁ Ἀρσένιος ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ νεανικά του χρόνια μέσα σὲ ἕνα περιβάλλον ποὺ ἀπέπνεε τὸ ἄρωμα τῆς ἀνατολίτικης εὐλάβειας καὶ ἦταν διαποτισμένο ἀπὸ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Οἱ γονεῖς του, καὶ κυρίως ὁ ψάλτης τοῦ Ἁγίου Πρόδρομος Κορτσινόγλου, διηγοῦνταν ὅσα θαυμαστὰ εἶχαν ζήσει κοντὰ στὸν Ἅγιο Ἀρσένιο. Οἱ θαυμαστὲς διηγήσεις γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ Ἁγίου ἄναψαν στὴν παι­δικὴ ψυχὴ τοῦ Ἀρσενίου τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνη καὶ αὐτὸς καλό­γερος. Ἐπίσης πολὺ τὸν βοήθησε στὸ νὰ ἀγαπήση τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀποκτήση ἀπὸ μικρὸς ἀγωνιστικὸ πνεῦμα καὶ ἡ μητέρα του, ἡ ὁποία ἀξιοποιώντας ἁπλὰ καθημερινὰ γεγονότα, τὸν δίδα­ξε τὴν ταπείνωση καὶ τοῦ ἔμαθε νὰ σκέφτεται πνευματικά.
Ὅταν ὁ Ἀρσένιος πῆγε σχολεῖο καὶ ἔμαθε νὰ διαβάζη, ἄρχισε νὰ μελετᾶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ σύντομα Συναξάρια Ἁγίων. Ὅ,τι διά­βαζε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἐφαρμόζη, καὶ ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερο αὐξανόταν ὁ ζῆλος του γιὰ τὴν ἀσκη­τικὴ ζωή. Πολὺ συχνὰ πήγαινε στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβά­ρας, ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ δάσος καὶ σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὸ σπίτι του, καὶ ἐκεῖ μελετοῦσε βίους Ἁγίων, ἔψαλλε, προσευχόταν καὶ ἔκανε πολλὲς μετάνοιες.
Ἀναφερόμενος ἀργότερα στὰ χρόνια αὐτὰ ἔλεγε: «Τὰ Συναξάρια πολὺ μὲ βοήθησαν στὴν πνευματικὴ ζωή. Ἀπὸ δέκα ὣς δεκαέξι ἐτῶν, δηλαδὴ μέχρι τὸ 1940 ποὺ ἄρχι­σε ὁ Ἑλληνοϊταλικὸς πόλεμος, ἔζησα ἀμέριμνος τὴν πνευματικὴ ζωή· πέρασα τὰ καλύτερά μου χρόνια. Ὅταν ἔτρωγα ἕνα κομμάτι κουλούρα καὶ πήγαινα στὸ δάσος, στὸ ξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρ­βάρας, ὤ, ἔνιωθα τέτοια χαρά, ποὺ δὲν ἤθελα τίποτε ἄλλο! Τὰ κα­λύτερα φαγητὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντικαταστήσουν ἐκείνη τὴν πνευματικὴ χαρὰ ποὺ ἔνιωθα. Πετοῦσα ἀπὸ τὴν χαρά μου!».
Μετὰ τὸ δημοτικὸ Σχολεῖο, ὁ Ἀρσένιος δὲν θέλησε νὰ πάη στὸ Γυμνάσιο, ἀλλὰ προτίμησε νὰ μάθη τὴν τέχνη τοῦ ξυλουργοῦ, γιὰ νὰ μιμηθῆ καὶ σ' αὐτὸ τὸν Χριστό. Ὅταν ἦταν δεκαπέντε ἐτῶν, κάποιος συμπατριώτης του, προκειμένου νὰ τὸν ἀποτρέψη ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ ζωή, τοῦ μίλησε γιὰ τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου καὶ προ­σπάθησε νὰ τὸν πείση ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Ζαλισμένος ἀπὸ λογι­σμοὺς ὁ Ἀρσένιος κατέφυγε στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ὅπου γιὰ πολλὴ ὥρα ἔκανε μετάνοιες παρακαλώντας τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερωθῆ, γιὰ νὰ στερεωθῆ στὴν πίστη του. Κάποια στιγμή, κα­τάκοπος ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες, κάθησε νὰ ξεκουρασθῆ καὶ σκέ­φθηκε: «Ἀκόμη κι ἂν ὁ Χριστὸς ἦταν ἁπλῶς ἕνας καλὸς καὶ δίκαι­ος ἄνθρωπος, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ συμπατριώτης μου, καὶ οἱ Ἑβραῖοι τὸν θανάτωσαν ἀπὸ φθόνο, ἀξίζει καὶ νὰ πεθάνω γι' Αὐτόν».
Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν φιλότιμο λογισμό, παρουσιάσθηκε μέσα σὲ φῶς ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται». Τὰ ἴδια λόγια διάβα­ζε καὶ στὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατοῦσε ὁ Χριστὸς στὸ χέρι Του. Ὕστερα ἀπὸ τὸ θεῖο αὐτὸ γεγονός, δυναμωμένος στὴν πίστη, αὔξησε ἀκόμη περισσότερο τοὺς φιλότιμους ἀγῶνες του.
Τὰ δύσκολα χρόνια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, καθὼς καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἀνταρτοπολέμου, μέχρι τὸν Φεβρουά­ριο τοῦ 1948, ἔμεινε στὴν Κόνιτσα ὡς προστάτης τῆς οἰκογενείας του, γιατὶ τὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια του εἶχαν ἐπιστρατευθῆ. Ἐρ­γαζόταν φιλότιμα, μὲ δεξιοτεχνία καὶ σβελτάδα, ἐνῶ μὲ τὸν νοῦ του ἔλεγε συνέχεια τὴν εὐχή. Ἦταν ἀφιλοκερδὴς καὶ διακρινόταν γιὰ τὴν ἀνεξικακία καὶ τὴν εὐσπλαγχνία του πρὸς ὅλους.
Κι ὅταν στὴν συνέχεια ὑπηρέτησε σὲ ἐμπόλεμη κατάσταση τὴν στρατιωτική του θητεία, διακρίθηκε γιὰ τὸ ἦθος, τὴν παλλη­ καριὰ καὶ τὴν αὐτοθυσία του. Γιὰ νὰ προφυλάξη συστρατιῶτες του, ἰδίως οἰκογενειάρχες, συχνὰ ἀναλάμβανε δύσκολες ἀποστο­λές. «Καλύτερα, ἔλεγε, νὰ σκοτωθῶ μιὰ φορὰ ἐγώ, παρὰ νὰ σκο­τωθῆ ὁ ἄλλος καὶ ὕστερα νὰ μὲ σκοτώνη ἡ συνείδησή μου σὲ ὅλη μου τὴν ζωή». Μὲ κίνδυνο τῆς ζωῆς του καὶ χάρη στὴν θερμὴ προ­σευχή του ἔσωσε πολλὲς φορὲς συναδέλφους του ἀπὸ βέβαιο θά­νατο. Ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ στρατοῦ ἔστελνε σήματα καὶ καλοῦσε ἐνισχύσεις, καὶ ὡς ἀσυρματιστὴς τοῦ Θεοῦ καλοῦσε μὲ τὶς προσευ­χές του τὴν «ἐξ ὕψους δύναμιν». Κάποτε, ἐνῶ οἱ ἀντάρτες τοὺς εἶχαν περικυκλώσει καὶ οἱ σφαῖρες ἔπεφταν βροχή, ἐκεῖνος ὄρθιος, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, προσευχόταν. Ἄλλοτε μιὰ σφαῖρα σφη­νώθηκε στὴν μικρὴ Ἁγία Γραφὴ ποὺ εἶχε ἐπάνω του καὶ σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος. Καὶ ἄλλη φορά, καθὼς ἔβγαινε χωρὶς κράνος ἀπὸ πρόχειρο ὀχύρωμα ποὺ παραχώρησε σὲ συστρατιῶτες του, μία σφαῖρα τοῦ ξύρισε τὰ μαλλιά, χωρὶς νὰ τὸν τραυματίση. Ὅσοι γύρω του ἀντιλαμβάνονταν τὶς θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν: «Αὐτὸς ἢ ἅγιο ἔχει ἢ ἅγιος εἶναι»!
Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐννέα ἐτῶν, ὁ Ἀρσένιος ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ νὰ καταταγῆ στὸ Ἀγγελικὸ Τάγμα τῶν μονα­χῶν. Ποθώντας τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, ἀρχικὰ ἐπισκέφθηκε μερικὰ Κελλιὰ καὶ ἔμεινε λίγους μῆνες στὸ καθένα. Τελικὰ ἀποφάσισε νὰ πάη στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἐσφιγμένου, ἡ ὁποία ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἦταν τὸ πιὸ αὐστηρὸ Κοινόβιο. Ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο νὰ πα­ραμείνη γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα στὸ Μοναστήρι, μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμασθῆ γιὰ τὴν ἔρημο, καὶ ἐκεῖνος τὸν δέχθηκε. Ὕστερα μά­λιστα ἀπὸ ἕξι μῆνες, βλέποντας τὸν ζῆλο του, τοῦ πρότεινε νὰ γίνη Μεγαλόσχημος. Ὁ Ἀρσένιος ὅμως δὲν ἔνιωθε τὸν ἑαυτό του ἄξιο, γι' αὐτὸ ἔλαβε μόνον τὴν ρασοευχὴ καὶ ὀνομάσθηκε Ἀβέρκιος.
Ὡς ἀρχάριος μοναχὸς ὁ Ἀβέρκιος παρακολουθοῦσε μὲ προ­σοχὴ τὸν ἑαυτό του, ἔκανε φιλότιμη ἄσκηση καὶ τηροῦσε τὴν ὑπακοὴ μέχρι θανάτου. Ὑποτασσόταν μὲ μεγάλη προθυμία ὄχι μόνο στὸν Ἡγούμενο ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἀδελφό. Κι ὅταν ἔβλεπε μερικοὺς ἀδελφοὺς νὰ δυσκολεύωνται στὴν διακονία τους, μὲ χα­ρὰ ἔτρεχε καὶ τοὺς βοηθοῦσε. Πολλὲς φορὲς πηγαίνοντας ἀπὸ τὴν μία διακονία στὴν ἄλλη, χωρὶς νὰ παραλείπη καὶ τὰ πνευματι­κά του καθήκοντα, εἶχε μία μόνον ὥρα μέσα στὸ εἰκοσιτετράωρο γιὰ ἀνάπαυση. Ἡ καρδιά του ὅμως ἦταν ἀναπαυμένη, καθὼς φτε­ρούγιζε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς. Μέσα στὸ εὐλογημένο αὐτὸ Κοινόβιο ὁ μοναχὸς Ἀβέρκιος ἔζησε τρία χρό­νια κάνοντας ὑπὲρ φύσιν ἀσκητικοὺς ἀγῶνες, ἀλλὰ καὶ γευόμενος ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Μιὰ φορὰ ποὺ εἶχε ἐξαντλήσει ὅλες τὶς δυνάμεις του, τοῦ συνέβη ἕνα θεῖο γεγονὸς πού, ὅπως ἔλεγε ἀρ­γότερα ὁ ἴδιος, «τὸν ἔθρεψε πνευματικὰ γιὰ δέκα χρόνια». Ἐνῶ προσευχόταν ὄρθιος τὴν νύκτα, ξαφνικὰ τὸν περιέλουσε ἕνα οὐρά­νιο φῶς. Ἀπὸ τὰ μάτια του ἔτρεχαν «ἀσταμάτητα γλυκὰ δάκρυα» καὶ μία θεία ἀγαλλίαση τὸν πλημμύρισε.
Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ὑπακοῆς καὶ προόδου στὴν ἀρετή, ἀφοῦ «εἶχε βγάλει πλέον τὰ πνευματικὰ φτερά», πῆρε ἀπὸ τὸν Ἡγούμενο εὐλογία νὰ ἀναχωρήση στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ ζήση τὴν ποθητή του ἡσυχαστικὴ ζωή. Συνάντησε ὅμως ἐμπόδια ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε νὰ φύγη ἀπὸ τὸ Μονα­στήρι ἕνας τόσο χρήσιμος ἀδελφός. Τότε ὁ ἐνάρετος Γέροντας Κύ­ριλλος τῆς Καλύβης τῶν Εἰσοδίων τῆς Κουτλουμουσιανῆς Σκήτης, ποὺ τὸν εἶχε ἤδη δεχθῆ ὡς ὑποτακτικό, τὸν συμβούλεψε νὰ πάη στὴν ἰδιόρρυθμη τότε Μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ζοῦσε ὁ Φαρασιώτης καὶ συγγενής του Προηγούμενος Συμεών. «Ἐκεῖ, τοῦ εἶπε, μπορεῖς νὰ ζῆς πιὸ ἀσκητικά, ἀθόρυβα, καὶ ἐγὼ θὰ σὲ παρακολουθῶ».
Ἔτσι πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου (τὸ 1956), ὅπου μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο τὸν ἔκειραν σταυροφόρο μοναχὸ καὶ τοῦ ἔδωσαν τὸ ὄνομα Παΐσιος. Οἱ ἐπίτροποι τῆς Μονῆς τοῦ ἀνέθεσαν τὸ ὑπεύθυνο καὶ κοπιαστικὸ διακόνημα τοῦ δοχειάρη καὶ τοῦ τραπεζάρη. Μὲ πολὺ μόχθο προσπαθοῦσε νὰ ἀνταποκριθῆ μόνος του στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ διακονήματος, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πάρη λαϊκοὺς ὡς βοηθούς, γιὰ νὰ μὴν τὸν διακόπτουν ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐργασία τῆς προσευχῆς. Λόγῳ τῆς διακονίας του ἐρχόταν κάθε μέρα σὲ ἐπικοινωνία μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες τῆς Μονῆς, μὲ τοὺς ἐργάτες καὶ μὲ τοὺς φτωχοὺς ποὺ κατέφευγαν στὸ Μοναστήρι. Σὲ ὅλους αὐτοὺς μοίραζε μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη τὰ τρόφιμα, προσπαθώντας νὰ ἀναπαύση τὶς ἀνάγκες τους. Ὁ ἴδιος εἶχε περιορίσει τὶς ἀνάγκες του στὸ ἐλάχιστο· κάθε μέρα ἔκανε ἐνάτη καὶ τὴν νύκτα ἀγρυπνία, ἐνῶ συχνὰ ἔκανε τριήμερα. Τρεφόταν ὅμως πνευματικά, καθὼς εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ τὴν εὐλογία νὰ ἐπικοινωνῆ μὲ ἁγίους Γέροντες ἐρημίτες. Τὸ πνευματικό τους μέλι γλύκαινε τὴν ψυχή του καὶ μέσα του ἄναβε ὅλο καὶ περισσότερο ὁ πόθος τῆς ἐρημικῆς ζωῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλι τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν ἄλλο γιὰ τὸν ἀγαθὸ δοῦλο Του. Ἐνῶ ἦταν ἕτοιμος νὰ φύγη γιὰ τὴν ἔρημο τῶν Κατουνακίων, ἡ Παναγία τὸν πληροφόρησε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν νὰ πάη στὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια, ἀλλὰ στὴν πατρίδα του, τὴν Κόνιτσα, στὴν ἐρειπωμένη καὶ καμένη ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ἱερὰ Μονὴ Στομίου. Σὰν σὲ τηλεόραση εἶδε ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου. Ἀμέσως, μὲ λαχτάρα στράφηκε πρὸς τὰ Κατουνάκια καὶ τότε ἄκουσε τὴν φωνὴ τῆς Παναγίας νὰ τοῦ λέη: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια‧ θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου».
Πῆγε λοιπὸν στὴν Μονὴ Στομίου τὸν Αὔγουστο τοῦ 1958 καὶ παρέμεινε τέσσερα χρόνια. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, μὲ κοπια­ στικὴ προσωπικὴ ἐργασία καὶ θυσίες, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συμπαρά­σταση εὐλαβῶν Κονιτσιωτῶν, ἀνακαίνισε τὸ καμένο Μοναστή­ρι τῆς Παναγίας. Στὸ Στόμιο ὁ πατὴρ Παΐσιος ἔζησε ὡς γνήσιος ἀσκητὴς καὶ ὡς «καλὸς ποιμήν». Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ὑπερφυσικοὶ καὶ ἡ ποιμαντική του φροντίδα γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κόνιτσας ἀκατάπαυστη. Μὲ τὴν ἀγάπη του, τὴν προσευχή του καὶ τὶς διακριτικές του ἐνέργειες κατόρθωσε νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Ὀρθοδοξία ὀγδόντα περίπου οἰκογένειες, ποὺ εἶχαν παρασυρθῆ ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες. Ἡ πύλη τοῦ Μοναστηριοῦ ἦταν πάντα ἀνοικτὴ γιὰ ὅλους καὶ ὁ πατὴρ Παΐσιος μὲ πατρικὴ στοργὴ φρόντιζε, φιλοξενοῦσε, νουθε­τοῦσε καὶ παρηγοροῦσε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔφθαναν στὸ Μο­ναστήρι μετὰ ἀπὸ δύσκολη ἀνάβαση δύο ὡρῶν. Τὸν ἴδιο δρόμο ἐκεῖνος τὸν ἔκανε σὲ τρία τέταρτα, καὶ μάλιστα τὶς περισσότερες φορὲς φορτωμένος. Ἄλλοτε ἀνέβαζε ὑλικὰ γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς, ἄλλοτε κατέβαινε νύκτα στὴν Κόνιτσα μὲ διάφορες εὐλογίες, τὶς ὁποῖες ἄφηνε ἀθόρυβα στὶς πόρτες φτωχῶν οἰκογενειῶν, ὄχι μόνο Χριστιανῶν ἀλλὰ καὶ Μουσουλμάνων. Ὅλοι ἀποροῦσαν πῶς αὐτὸς «ὁ σκελετωμένος καλόγερος» μποροῦσε μὲ λίγο τσάι καὶ παξιμάδι, ποὺ ἦταν ἡ συνηθισμένη του τροφή, νὰ ἐργάζεται τόσο πολὺ καὶ παράλληλα νὰ ἀγρυπνῆ κάθε βράδυ καὶ νὰ ἀσκητεύη μέσα σὲ σπηλιές.
Ὁ πατὴρ Παΐσιος στὸ Στόμιο ὑπέμεινε μεγάλους πειρασμοὺς ἀπὸ τὸν μισόκαλο διάβολο, ὁ ὁποῖος βλέποντας νὰ καρποφοροῦν οἱ φιλότιμοι ἀγῶνες του ἔβαλε ἐμπόδια στὸ ἔργο του. Ἀφημένος ὅμως ὁλοκληρωτικὰ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, κατάλαβε ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψη τὸ «Περιβολάκι τῆς Παναγίας», ὅπως ὀνόμαζε τὴν Μονὴ Στομίου, καὶ προσευχήθηκε στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψη τὸ θέλημά Του καὶ νὰ τοῦ δείξη «ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσεται».
Ἔτσι, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1962 δέχθηκε σὰν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Θεοῦ τὴν πρόταση νὰ μεταβῆ στὸ Θεοβάδιστο Ὄρος Σινᾶ. Ἔμεινε γιὰ λίγο στὸ Μοναστήρι τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης καὶ στὴν συνέχεια ἐγκαταστάθηκε στὸ ἀσκητήριο τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Ἐπιστήμης, ποὺ ἀπέχει μία ὥρα περίπου ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Ἐκεῖ, νῆστις, ἀνυπόδητος καὶ μονοχίτων, ὅπως οἱ παλαιοὶ ἀσκη­τές, ἀφιερωμένος στὴν ἀδιάλειπτη εὐχή, ἔζησε ζωὴ ἰσάγγελη, βίωσε ὑψηλὲς πνευματικὲς καταστάσεις καὶ ἀξιώθηκε θείων χαρισμά­ των καὶ ἀποκαλύψεων. Οἱ πολέμιοι δαίμονες τὸν πολεμοῦσαν μὲ ὅλη τους τὴν μανία, αὐτὸς ὅμως ἀγωνιζόμενος στὸν ἀπαράκλητο ἐκεῖνο τόπο μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ταπείνωση «συνέτριψε τοῦ ἐχθροῦ τὴν ἔπαρσιν».
Ἡ εὐαίσθητη καρδιά του, ποὺ φλεγόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, πονοῦσε καὶ γιὰ τοὺς Βεδουΐνους, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ μὲ μεγάλη ἀνέχεια. Προσπαθοῦσε νὰ τοὺς βοη­θήση, ὅσο μποροῦσε, μὲ τὰ λίγα χρήματα ποὺ ἐξασφάλιζε ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του – σκάλιζε ξύλινα εἰκονάκια. Σύντομα ὅμως ἀντι­μετώπισε τὸ δίλημμα: «Ἦρθα ἐδῶ, γιὰ νὰ βοηθῶ τοὺς Βεδουΐνους ἢ γιὰ νὰ κάνω προσευχὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο;» καὶ ἀποφάσισε νὰ περιορίση τὴν ἐργασία. Τὴν ἴδια μέρα ποὺ περιό­ρισε τὸ ἐργόχειρό του, πῆγε κάποιος στὸ ἀσκητήριό του καὶ τοῦ πρόσφερε σημαντικὸ χρηματικὸ ποσὸ λέγοντας: «Πάρε αὐτὰ τὰ χρήματα, γιὰ νὰ βοηθᾶς τὰ Βεδουϊνάκια καὶ νὰ μὴ βγαίνης ἀπὸ τὸ ἀσκητικό σου πρόγραμμα». Ὁ πα­τὴρ Παΐσιος τὰ δέχθηκε μὲ πολλὴ συγκί­νηση γιὰ τὴν ἄμεση ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καὶ συνέχισε τελείως ἀπερίσπαστος τὴν ἀσκητικὴ ζωή του. Ἡ κλονισμένη ὅμως ὑγεία του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ χαρῆ γιὰ πολὺ τὴν χαρὰ τῆς ἡσυχίας. Καθὼς τὸ ὑψόμετρο ἦταν μεγάλο καὶ ἡ ἀτμο­σφαιρικὴ πίεση χαμηλή, ἡ δύσπνοια ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου τὸν δυσκόλευε πολύ. Οἱ ἀπότομες ἀλλαγὲς τῆς θερμο­κρασίας μέσα στὸ ἴδιο εἰκοσιτετράωρο – τὴν ἡμέρα ἔκανε πολλὴ ζέστη καὶ τὸ βράδυ πολὺ κρύο – ἐπιβάρυναν τὸ πρό­βλημα ποὺ ἤδη εἶχε στοὺς πνεύμονες. Γι' αὐτὸ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀφήση «τὴν γλυ­κειὰ ἔρημο τοῦ Σινᾶ» καὶ νὰ ἐπιστρέψη στὸ Ἅγιον Ὄρος (1964).
Αὐτὴν τὴν φορὰ ἐγκαταστάθηκε στὴν Ἰβηρίτικη Σκήτη τοῦ Τιμίου Προ­ δρόμου, ὅπου δέχθηκε κοντά του κά­ποιους νέους οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσαν νὰ γίνουν μοναχοί. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1966, ἐπειδὴ ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του ἐπιδεινώθηκε, ὁ Γέροντας Παΐσιος κατέβηκε στὴν Θεσσαλο­νίκη γιὰ ἐξετάσεις, οἱ ὁποῖες ἔδειξαν ὅτι ἔπρεπε νὰ χειρουργηθῆ στοὺς πνεύμονες, καὶ εἰσήχθη στὸ Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ἑλλάδος. Τότε τὸν γνώρισαν καὶ μερικὲς νέες, οἱ ὁποῖες ἤθελαν ἀπὸ χρόνια νὰ ἱδρύσουν Μοναστήρι, ἀλλὰ συναντοῦσαν δυσκολίες. Οἱ νέες αὐτὲς τὸν ἐπισκέπτονταν καθημερινὰ καὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα ποὺ χρειάσθηκε γιὰ τὴν ἐγχείρηση. Ἀπὸ τότε ὁ Γέροντας τὶς θεωροῦσε ἀδελφές του καὶ ἀνέλαβε νὰ τὶς βοηθήση. Βρῆκε τὸν τόπο, γιὰ νὰ κτισθῆ τὸ Μοναστήρι, καὶ σὲ ἕναν χρόνο ἐγκαταστάθηκαν οἱ πρῶτες Ἀδελφές. Ἔτσι ἱδρύθηκε τὸ Ἡσυχα­στήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσα­ λονίκης, τὸ ὁποῖο ὁ Γέροντας Παΐσιος βοηθοῦσε πνευματικὰ μέ­ χρι τὴν κοίμησή του.
Ἐπιστρέφοντας ὁ Γέροντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀναζήτησε «καλύβη στὸ ξηρότερο μέρος τοῦ Ἁγίου Ὄρους». Ἐγκαταστά­θηκε στὰ Κατουνάκια, ὅπου παρὰ τὴν κλονισμένη ὑγεία του, συ­νέχισε τὸ αὐστηρὸ ἀσκητικό του πρόγραμμα καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδι­νε ἄφθονη τὴν θεία παρηγοριά. Κάποια φορά, μιὰ ὁλόκληρη νύ­κτα οὐράνιο γλυκὸ φῶς γέμιζε τὸ φτωχικό του κελλί. Ἔνιωθε νὰ τὸν πλημμυρίζη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ νοῦς του νὰ καταυγάζεται ἀπὸ τὸν θεῖο φωτισμό. Ὅταν ξημέρωσε, τὸ ἡλιακὸ φῶς τοῦ φαινό­ταν σὰν τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Ὕστερα ἀπὸ ἕναν χρόνο (τὸ 1968) ὁ Γέροντας, κάνοντας ὑπακοὴ στὴν Ἱερὰ Κοινότητα, μετέβη στὴν τότε Ἰδιόρρυθμη Μο­νὴ Σταυρονικήτα, γιὰ νὰ βοηθήση στὴν μετατροπή της σὲ Κοι­νοβιακή. Μὲ ἀγάπη καὶ θυσίες βοήθησε στὴν πνευματικὴ θεμε­λίωση τῆς νέας Ἀδελφότητος στηρίζοντας πνευματικὰ τοὺς νέ­ους μοναχούς. «Ἔχουμε τρόπον τινὰ ἐπιστρατευθῆ, ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του. Τρία ἄτομα σχεδὸν κρατοῦμε ὁλόκληρο Μονα­στήρι. Ἀπὸ Προϊστάμενοι μέχρι καθαριστές, διὰ νὰ διοργανω­θοῦν τὰ διακονήματα. Ὁ ἕνας ὑποτακτικός μου ἔγινε Ἡγούμενος καί, ἀφοῦ ταχτοποιηθοῦν τὰ πράγματα, ἐγὼ θὰ μείνω σὲ καμμιὰ καλύβη στὴν περιοχὴ τῆς Μονῆς».
Ἐκείνη τὴν περίοδο εἶχε τὴν εὐ­λογία νὰ μείνη γιὰ μία ἑβδομάδα κο­ντὰ στὸν Γέροντά του Παπα­Τύχωνα, στὸ Σταυρονικητιανὸ Καλύβι τοῦ Τι­μίου Σταυροῦ, γιὰ νὰ τὸν φροντίση τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του. Δύο μέ­ρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ὁ Παπα­ Τύχων τοῦ εἶπε: «Ἐὰν ἐσὺ καθήσης στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, παιδί μου». Πράγ­ματι, τὸν Μάρτιο τοῦ 1969, ὁ Γέροντας ἐγκαταστάθηκε στὸ Καλύβι τοῦ Παπα­Τύχωνα, ὅπου ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς μέριμνες τοῦ Κοινοβίου δόθηκε καὶ πά­ λι στὴν ζωὴ τῆς ἡσυχίας, στὴν ἄσκηση καὶ στὴν προσευχὴ γιὰ τὸν ταλαιπωρη­μένο κόσμο. Στὸ Καλύβι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔμεινε 10 χρόνια. Ἐκεῖ ἔνιωσε τὸ πατρικὸ χάδι τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου, ὁ ὁποῖος τὸν ἐπισκέφθηκε, μόλις τέλειω­σε τὴν συγγραφὴ τοῦ βίου του, καὶ τὸν ἄφησε «μὲ μία ἀνέκφραστη γλυκύτη­τα καὶ ἀγαλλίαση οὐράνια στὴν καρ­διά του». Ἐκεῖ δέχθηκε τὴν ἐπίσκεψη τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡ ὁποία τὸν γέμισε μὲ οὐράνια εὐφροσύνη. Ἐκεῖ εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ ἀλλοιωμένος ἀπὸ τὸ ἄρρη­το κάλλος Του ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του: «Θὰ ἄξιζε νὰ κάνη κανείς, ἐὰν μπο­ροῦσε, ὅλους τοὺς ἀγῶνες ποὺ ἔκαναν ὅλοι οἱ ἀσκητὲς ἀπὸ τὸν πρῶτο αἰώνα μέχρι τὸν εἰκοστό, γιὰ νὰ δῆ τὸν Χρι­στό, ὄχι γιὰ πάντα στὸν Παράδεισο, ἀλλὰ ἔστω γιὰ ἕνα λεπτό». Πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὴν θερμότητα τῆς θείας Χάριτος ποὺ τὸν πλημμύριζε λύγιζε σὰν τὸ κερὶ καὶ ἔλεγε: «Χριστέ μου, ἐλάττωσε λίγο τὴν ἀγάπη Σου, γιατὶ δὲν ἀντέχω».
Πόθος τοῦ Γέροντος Παϊσίου ἦταν νὰ ζήση στὴν ἀφάνεια. Πάντοτε ἐπιθυμοῦσε ἕναν μακρινὸ τόπο, στὸν ὁποῖο νὰ χαθῆ, νὰ ἐξαφανισθῆ. «Εὔχομαι καὶ ἐπιδιώκω, ἔγραφε, ἕναν ἄγνωστο τόπο, γιὰ νὰ ζήσω ἄγνωστος ἀνάμεσα σὲ ἀγνώστους, γιὰ νὰ γνωρίσω πιὸ πολὺ τὴν ἀχαριστία μου καὶ τὴν ἁμαρτία μου καὶ νὰ πλησιά­σω καὶ νὰ γνωρίσω τὸν Θεὸ ἀπὸ πιὸ κοντά, γιὰ νὰ διαλυθῶ τε­λείως ἀπὸ τὴν μεγάλη Του ἀγάπη». Ὅμως «ἄλλαι αἱ βουλαὶ τοῦ Κυρίου». Ἤδη ἡ πολιτεία του εἶχε γίνει γνωστὴ καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Συχνὰ προσκυνητὲς χτυποῦσαν τὸ καμπανάκι του, ἔστω κι ἂν διάβαζαν στὴν πόρτα του: «Σημειῶστε στὸ χαρτὶ τί θέλετε νὰ συζητήσουμε καὶ βάλτε το μέσα στὸ κουτί. Περισσότερο θὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν προσευχὴ παρὰ ἀπὸ τὴν ἀργολογία».
Τὰ τελευταῖα δεκατέσσερα χρόνια τῆς ζωῆς του ὁ Γέροντας Παΐσιος ἔμεινε στὸ Κελλὶ «Παναγούδα». Ἐκεῖ ὕστερα ἀπὸ θεία πληροφορία, ἀφιερώθηκε πλέον στὴν διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ξεχειλίσει τὸ πνευματικὸ μέλι τῶν χαρισμάτων ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἐκεῖνος, ὡς καλὸς οἰκονόμος, τὸ πρόσφερε πλούσια σὲ ὅποιον τὸν πλησίαζε. Τὴν νύκτα τὴν ἀφιέρωνε στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἡμέρα δεχόταν ὅσους κατέφευγαν στὸ Καλύβι του. Γινόταν «τὰ πάντα τοῖς πᾶσι», γιὰ νὰ ὁδηγήση ψυχὲς στὴν σωτηρία. Ἔγραφε σὲ ἐπιστολή του: «Κόσμος πολύς, κουρασμένος, βασανισμένος· ψυ­χὲς τραυματισμένες. Ἄνθρωποι μὲ σοβαρὰ θέματα ποὺ ἔχουν πραγ­ματικὴ ἀνάγκη καὶ ἀγαθὴ διάθεση... Πολλοὶ ἄνθρωποι, πολὺς κό­πος, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Παναγία μὲ τοὺς Ἁγίους μὲ κρατᾶνε στὸ πόδι. Πρέπει νὰ μπορῶ πάντα. Μπορῶ­ δὲν μπορῶ, πρέπει νὰ μπορῶ». Βοηθοῦσε μεγάλους καὶ μικρούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς. Μὲ τὸ διορατικό του χάρισμα ἔβλεπε καρδιὲς ἀνθρώπων, μὲ τὸν θεῖο φωτισμὸ καθοδηγοῦσε, μὲ τὴν ἁγία του ἁπλότητα ξεκούραζε, μὲ τὴν πατρικὴ στοργή του παρηγοροῦσε, μὲ τὸ ἰαματικό του χάρι­σμα θεράπευε σωματικὲς καὶ ψυχικὲς ἀσθένειες. Ξεχείλιζε ἀπὸ θεϊκὴ ἀγάπη καὶ θὰ ἤθελε, ἂν ἦταν δυνατόν, νὰ μοιράση σὲ ὅλον τὸν κό­σμο τὴν «καιομένην ὑπὲρ ἁπάσης τῆς κτίσεως» καρδιά του.
Τὸ διάστημα αὐτό, καθὼς ἔβλεπε νὰ λιγοστεύη ὅλο καὶ περισ­σότερο τὸ ἀγωνιστικὸ καὶ ἀσκητικὸ πνεῦμα, θέλησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ διασώση βίους παλαιῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἀγωνιστῶν, τοὺς ὁποίους πρῶτα ὁ ἴδιος εἶχε μιμηθῆ. Ἔτσι ἔγραψε τὴν βιογραφία τοῦ Γέροντος Χατζη­Γεώργη καὶ τὸ βιβλίο «Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα».
Τοὺς τελευταίους ὀκτὼ μῆνες τῆς ἐπιγείου ζωῆς του – ἀπὸ τὸν Nοέμβριο τοῦ 1993 μέχρι τὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1994 – ὁ Γέροντας Παΐσιος λόγῳ τῆς ἀσθένειας τοῦ καρκίνου καὶ τῆς ἐξελίξεώς της παρέμεινε στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὴν Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης. Οἱ ὀδυνηροὶ πόνοι ποὺ ὑπέμεινε τὸ διάστημα αὐτό, ἔλεγε πὼς τὸν ὠφέλησαν ὅσο δὲν τὸν ὠφέλησαν ὅλοι οἱ ἀσκητικοὶ ἀγῶνες τῆς ζωῆς του. Λίγες ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ ταφῆ στὸ Ἡσυχαστήριο, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἁπλοὺς στίχους ποὺ ἔγραψε καὶ χα­ράχθηκαν κατὰ τὴν ἐπιθυμία του σὲ μικρὴ μαρμάρινη πλάκα ἐπά­νω στὸν τάφο του. Ἐπίσης, ζήτησε ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία νὰ τε­λεσθῆ ἀπὸ τὸν ἐφημέριο τοῦ Ἡσυχαστηρίου στὸ Παρεκκλήσι τῶν Ἀρχαγγέλων καὶ νὰ παρευρεθῆ σ' αὐτὴν μόνον ἡ Ἀδελφότητα. Ἐπιθυμία του τέλος ἦταν νὰ μὴ γίνη ποτὲ ἡ ἐκταφή του.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὴν ἑνδεκάτη πρωινὴ ὥρα τῆς 12ης Ἰουλίου τοῦ 1994. Τὸ βράδυ τελέσθηκε Ἀγρυπνία καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία. Ἐτάφη πίσω ἀπὸ τὸ Ἱερὸ τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου.
Μετὰ τὴν κοίμησή του, ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας προστρέχουν στὸν τάφο του, γιὰ νὰ ἀντλήσουν βοήθεια, δύναμη καὶ παρη­ γοριά. Κάποιοι ἀφήνουν ἐκεῖ γράμματα μὲ τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὴν πρὸς τὸν Θεὸ μεσιτεία του ἢ ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴν βοήθειά του. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφασίζουν νὰ ἀγωνισθοῦν «τὸν καλὸν ἀγῶνα» ἔχοντας ὡς βοήθεια τὶς διδαχές του: Ἁπλοποίηση τῆς ζωῆς, καλὴ ἀνησυχία, μετάνοια καὶ ἐξομο­λόγηση, καλλιέργεια καλῶν λογισμῶν, ἀγάπη καὶ ταπείνωση, φιλότιμο, ἀρχοντιὰ καὶ θυσία. Ἄνθρωποι ποὺ τὸν εἶχαν γνωρίσει καὶ ἄλλοι ποὺ δὲν τὸν συνάντησαν ποτέ, ἀλλὰ τὸν γνώρισαν ἀπὸ κάποιο βιβλίο ἢ ἀπὸ κάποια θαυμαστὴ παρουσία του στὴν ζωή τους, ὅλοι ὁμολογοῦν ὅτι τὸν αἰσθάνονται νὰ βρίσκεται κοντά τους καὶ νὰ πρεσβεύη γι' αὐτοὺς στὸν Θεό.
Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε. Ἀμήν!