Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ









Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου

(Απόσπασμα από την Α' Ομιλία-Περί μετανοίας)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


     Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.) Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.

Αυτός λοιπόν ο υιός αποτελεί την εικόνα εκείνων που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα. Και ότι φανερώνει εκείνους που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα, αποδεικνύεται από το ότι ονομάζεται υιός. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ονομασθεί υιός χωρίς το Βάπτισμα. Επίσης διέμενε στην πατρική οικία και μοιράστηκε όλα τα πατρικά αγαθά, ενώ πριν από το Βάπτισμα δεν μπορεί κανείς να λάβει την πατρική περιουσία, ούτε να δεχθεί κληρονομία. Ώστε μ όλα αυτά μας υπαινίσσεται το σύνολο των πιστών.
Επίσης ήταν αδελφός εκείνου που είχε προκόψει. Αδελφός όμως δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πνευματική αναγέννηση. Αυτός λοιπόν, αφού έπεσε στη χειρότερη μορφή κακίας, τι λέγει: «Θα επιστρέψω στον πατέρα μου» (Λουκά 15:18). Γι αυτό ο πατέρας του τον άφησε και δεν τον εμπόδισε να φύγει στην ξένη χώρα, για να μάθει καλά με την πείρα, πόση ευεργεσία απολάμβανε όταν βρισκόταν στο σπίτι. Γιατί πολλές φορές ο Θεός, όταν δεν πείθει με το λόγο του, αφήνει να διδαχθούμε από την πείρα των πραγμάτων, πράγμα βέβαια που έλεγε και στους Ιουδαίους.
Επειδή δηλαδή δεν τους έπεισε ούτε τους προσέλκυσε, απευθύνοντάς τους αμέτρητους λόγους με τους προφήτες, τους άφησε να διδαχθούν με την τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θα σε διδάξει η αποστασία σου και θα σε ελέγξει η κακία σου» (Ιερ. 2, 19). Γιατί έπρεπε να Του είχαν εμπιστοσύνη από πριν. Επειδή όμως ήταν τόσο πολύ αναίσθητοι, ώστε να μη πιστεύουν στις παραινέσεις και τις συμβουλές Του, θέλωντας να προλάβει την υποδούλωσή τους στην κακία, επιτρέπει να διδαχθούν από τα ίδια τα πράγματα, ώστε έτσι να τους κερδίσει και πάλι.

     Αφού λοιπόν ο άσωτος έφυγε στην ξένη χώρα και από τα ίδια τα πράγματα έμαθε πόσο μεγάλο κακό είναι να χάσει κανείς το πατρικό του σπίτι, επέστρεψε, και ο πατέρας του τότε δεν του κράτησε κακία, αλλά τον δέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά. Γιατί άραγε; Επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Και στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν φαιδρό και χαρούμενο. Τι μου λες τώρα άνθρωπέ μου; Αυτές είναι οι αμοιβές της κακίας; Όχι της κακίας, άνθρωπε, αλλά της επιστροφής. Όχι της πονηρίας, αλλά της μεταβολής προς το καλύτερο.
Και ακούστε και το σπουδαιότερο: Αγανάκτησε γι αυτά ο μεγαλύτερος υιός. Ο πατέρας όμως τον έπεισε κι αυτόν μιλώντας του με πραότητα και λέγοντας, «συ πάντοτε ζούσες μαζί μου, ενώ αυτός ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του» (Λουκά 15:31-32). Όταν πρέπει να διασώσει τον χαμένο, λέγει: «Δεν είναι ώρα τώρα για δικαστήρια, ούτε για λεπτομερή εξέταση, αλλά είναι ώρα μόνο φιλανθρωπίας και συγγνώμης.» Κανένας ιατρός, που έχει αμελήσει ο ίδιος να δώσει φάρμακο στον ασθενή, δεν ζητεί ευθύνες απ αυτόν για την αταξία του και ούτε τον τιμωρεί. Και αν ακόμα χρειαζόταν να τιμωρηθεί ο άσωτος, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα.
Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τη συντροφιά μας και έζησε παλεύοντας με την πείνα, την ατίμωση και τα χειρότερα κακά. Γι αυτό λέγει ο πατέρας: «ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του». Μη βλέπεις, λέγει, τα παρόντα, αλλά σκέψου το μέγεθος της προηγούμενης συμφοράς. Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε, που ξεχνάει τα περασμένα η καλύτερα που θυμάται εκείνα μόνο τα οποία μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος, σε στοργή και ευσπλαγχνία τέτοια που ταιριάζει στους γονείς. Γι αυτό δεν είπε, εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν λυπήθηκε ότι κατέφαγε την περιουσία του, αλλ' ότι περιέπεσε σ' αμέτρητα κακά.
Έτσι έψαχνε με τόση προθυμία και με ακόμα μεγαλύτερη να βρει το χαμένο πρόβατο. Και εδώ βέβαια γύρισε πίσω ο ίδιος ο υιός, ενώ στην παραβολή του καλού Ποιμένος έφυγε ο ίδιος ο ποιμένας. Και αφού βρήκε το χαμένο πρόβατο το έφερε πίσω, και χαιρόταν πολύ περισσότερο γι αυτό, παρά για όλα τα άλλα τα σωσμένα. Και πρόσεχε πως έφερε πίσω το χαμένο πρόβατο: Δεν το μαστίγωσε, αλλά μεταφέροντάς το και βαστάζοντάς το στους ώμους του, το παρέδωσε πάλι στο κοπάδι.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ότι όχι μόνο δεν μας αποστρέφεται όταν επιστρέφομε κοντά Του, αλλά μας δέχεται το ίδιο αγαπητικά με τους άλλους που έχουν προκόψει στην αρετή. Και ότι όχι μόνο δεν μας τιμωρεί, αλλά και έρχεται ν αναζητήσει τους πλανημένους. Και όταν τους βρει, χαίρεται περισσότερο απ όσο χαίρεται για εκείνους που έχουν σωθεί. Ούτε πρέπει ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε στην κατηγορία των κακών, αλλά ούτε όταν είμαστε καλοί να έχουμε θάρρος.
Ασκώντας την αρετή να φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στο θάρρος μας. Και όταν αμαρτάνουμε να μετανοούμε. Και εκείνο που είπα αρχίζοντας την ομιλία, αυτό λέγω και τώρα: Είναι προδοσία της σωτηρίας μας αυτά τα δύο, δηλαδή και το να έχουμε θάρρος όταν είμαστε ενάρετοι, και το ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε πεσμένοι στην κακία.
Γι αυτό ο Παύλος, για ν' ασφαλίσει εκείνους που ασκούν την αρετή, έλεγε: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει» (Α' Κορ. 10, 12). Και πάλι: «Φοβάμαι μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος βρεθώ ανάξιος» (Β' Κορ. 11, 3). Ανορθώνοντας πάλι τους πεσμένους και διεγείροντάς τους σε μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε έντονα στους Κορινθίους γράφοντας τα εξής: «Μήπως πενθήσω πολλούς που αμάρτησαν προηγουμένως και δεν μετανόησαν» (Β' Κορ. 12, 21). Για να δείξει ότι είναι άξιοι θρήνων όχι τόσο εκείνοι που αμαρτάνουν, όσο εκείνοι που δεν μετανοούν για τα αμαρτήματά τους. Και ο προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως εκείνος που πέφτει δεν σηκώνεται, η εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο δεν επιστρέφει;» (Ιερ. 8, 4). Γι αυτό και ο Δαυίδ παρακαλεί αυτούς ακριβώς, λέγοντας: «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή Αυτού, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως τότε που Τον παραπίκραναν οι πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).

     Όσο λοιπόν θα υπάρχει το σήμερα, ας μη απελπιζόμαστε, αλλ έχοντας ελπίδα προς τον Κύριο και έχοντας κατά νουν το πέλαγος της φιλανθρωπίας Του, αφού αποτινάξουμε κάθε τι το πονηρό από τη σκέψη μας, ας ασκούμε με πολλή προθυμία και ελπίδα την αρετή, και ας επιδείξουμε μετάνοια με όλη τη δύναμή μας.
Έτσι αφού απαλλαχθούμε απ' όλα τ αμαρτήματά μας εδώ στη γη, να μπορέσουμε με θάρρος να σταθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, και να επιτύχουμε τη βασιλεία των ουρανών, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. 

Αμήν

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

ΤΡΙΩΔΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΡΙΩΔΙΟ"




ΤΡΙΩΔΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ

Μέσα στον ετήσιο εορταστικό κύκλο, ξεχωριστή θέση κατέχει ο κύκλος των κινητών εορτών, που κέντρο και σκοπός τους είναι το Πάσχα. Το διαρκές πέρασμα και η είσοδος μας στην «καινή ζωή της Βασιλείας». Για να βιωθεί όμως με εσωτερικότητα αυτή η «εορτή των εορτών», είναι απαραίτητη και η κατάλληλη προετοιμασία. Αυτήν, την προετοιμασία, έρχεται να μας τη διασφαλίσει η ευλογημένη αυτή περίοδος του Τριωδίου, στην οποία σήμερα συν Θεώ εισερχόμεθα. Η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, που αποτελεί για όλους τους πιστούς μοναδική ευκαιρία και δυνατότητα για πορεία μετανοίας.
Την πνευματική πορεία μας, αγαπητοί Χριστιανοί, την χαρακτηρίζει η μετάνοια που πρέπει να είναι συνεχής. Και μετα-νοώ σημαίνει αλλάζω, αλλάζω ολοκληρωτικά τη ζωή μου, αρνούμαι, με όλη μου την καρδιά, την αμαρτία, αλλάζω νοοτροπίες. νοιώθω με όλη μου την ύπαρξη, ότι ο δρόμος που ακολουθώ δεν πάει πουθενά, και ψάχνω πλέον καινούριο δρόμο, το δρόμο της επιστροφής. Πρέπει να νοιώσω ότι ζω σ’ ένα αχυρώνα, έξω από το σπίτι του πατέρα , και να πω κι εγώ σαν τον Άσωτο της επόμενης Κυριακής : «Πού είμαι; Εδώ ο πατέρας έχει παλάτι, όπου όλοι ευφραίνονται, και εγώ κάθομαι στον βούρκο;» Κι έπειτα να αποφασίσω να γυρίσω, να ξαναμπώ στο πατρικό σπίτι, να συμφιλιωθώ με τον Θεό – Πατέρα και τους αδελφούς μου. Ειδικότερα δε τώρα, μέσα στην περίοδο του Κατανυκτικού Τριωδίου, έχουμε ανάγκη όλοι από εντονότερη άσκηση μετανοίας. Καλούμαστε τώρα, να καθαρίσουμε την ύπαρξη μας από κάθε «μολυσμόν σαρκός και πνεύματος». Καλούμαστε να διαφοροποιηθούμε από τις αμαρτωλές επιλογές μας, που είναι πάμπολλες. Μνησικακία, μίσος, πλεονεξία, αλόγιστη προσκόλληση στα υλικά αγαθά, εγωιστική διεκδίκηση και υπεροχή σε βάρος των συνανθρώπων μας. Καλούμαστε να ανασυγκροτηθούμε και να αναγεννηθούμε με συντονισμένο πνευματικό αγώνας ώστε να βρουν θέση μέσα στην καρδιά μας, η αγάπη, η ανεξικακία, η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η υπο­μονή , η συγχωρητικότητα και τέλος η προσευχή. Αυτά τα κατορθώματα συνιστούν την πνευματική ζωή και πορεία του πιστού.
Το ζητούμενο λοιπόν ειδικά την περίοδο αυτή είναι η «αλλαγή». Η αλλαγή του ανθρώπου. Η απαλλαγή του καθενός μας από τα πάθη του. Είναι η μετάνοια. Και Μετάνοια στη συνείδηση της Εκκλησίας είναι η ηρωική απόφαση επιστροφής στην περιοχή της χάριτος, από την οποία αποσπάται ο πιστός, όταν ακολουθεί «το ίδιον θέλημα. Είναι η πράξη που μαρτυρεί την αλλαγή πορείας και δηλώνει την επιστροφή στην «παραδείσια σχέση». Είναι το « γνώθι σαυτόν». Και η γνώση του εαυτού μας, συνδέεται άμεσα με την γνώση του Θεού. Η περίοδος του Τριωδίου μας ανοίγει το δρόμο γι’ αυτή τη γνώση. Μας οδηγεί σε μία υγιή εσωστρέφεια, που αφαιρεί από το «πρόσωπο» της καρδιάς όλες τις μάσκες της πονηρίας που εκφράζεται ποικιλοτρόπως. Είναι μια εσωστρέφεια με κοινωνικές διαστάσεις.
Μπροστά μας, αδελφοί μου, λοιπόν, το κατανυκτικό Τριώδιο, και λίγο αργότερα η Μεγάλη Σαρακοστή. Ανοίγεται και πάλι το «στάδιον των αρετών», η ευλογημένη περίοδος των πνευματικών αγώνων.
«Οι βουλόμενοι» την πνευματική πορεία «εισέλθετε». «Ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού καιρός μετανοίας».
Με την πρώτη Κυριακή, την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, σημειώνει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Ι. Φουντούλης στο βιβλίο του « Λογική Λατρεία», ανοίγει η ιερά πύλη του Τριωδίου. Δεν μπορούσε να ευρεθεί καταλληλότερο θέμα, που να συνδυάζει κατά ένα τόσο πλήρη τρόπο τούς επί μέρους σκοπούς της περιόδου αυτής. Το Τριώδιο σημειώνει μία ιερά περίοδο του έτους αφιερωμένη στον Θεό στην σύντονο λατρεία και προσευχή, στην νηστεία και στα αγαθά έργα. Η προσευχή όμως, η νηστεία και η δικαιοσύνη του επιφανειακά δικαίου, κενοδόξου όμως και υπερηφάνου Φαρισαίου, αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Αντιθέτως δικαιώνεται ο αμαρτωλός και άδικος, αλλά μετανοημένος και συντετριμμένος Τελώνης, που κτυπά το στήθος του και ταπεινά επικαλείται το έλεος του Θεού: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». …
«Το πρώτο λοιπόν πού πρέπει να προσέξουμε και σήμερα και αύριο και όλες τις ημέρες, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο του Τριωδίου, είναι να είμαστε τίμιοι με τον Θεό. Ν' αφήσουμε κατά μέρος τις υποκρισίες μας, ν' αφήσουμε κατά μέρος τις δικαιολογίες μας, ν' αφήσουμε κατά μέρος όλα αυτά τα δεν γίνεται, δεν μπορώ, ότι είναι αλλιώς τώρα τα πράγματα. Τίποτε. Αυτά όλα είναι δικαιολογίες. Αυτά όλα είναι καμώματα. Αυτά όλα είναι πονηριές ανθρώπινες. Ό Θεός θέλει τίμιο άνθρωπο. Δεν μπορείς; Όσο μπορείς.
Να βάλουμε κάτω τον εαυτό μας και να σταθούμε ενώπιον του Θεού. Αμαρτωλοί; Αμαρτωλοί. Δεν πειράζει αυτό. Με αδυναμίες πολλές; Δεν πειράζει αυτό. Με σπασμένα τα φτερά μας; Δεν πειράζει αυτό. Ό,τι κι αν είμαστε, εφόσον ζούμε και είναι ανοικτά τα μάτια μας και έχουμε μια επαφή, μια επικοινωνία με τον Θεό και μπορούμε να πούμε ένα «Κύριε ελέησαν», ή Χά­ρις του Θεού θα μας κάνει αγίους. Εκείνο πού εμποδί­ζει την Χάρη του Θεού, εκείνο πού πειράζει, είναι τα κα­μώματα τα ανθρώπινα, οι δικαιολογίες, οι προφάσεις και όλες αυτές οι κουτοπονηριές.
Ό Φαρισαίος έκαμνε ορισμένα πράγματα. Από αυτά πού έλεγε, μερικά ήταν βέβαια αληθινά. Αλλά εμφανίζε­ται ενώπιον του Θεού φαρισαϊκά, υποκριτικά. Δεν μπορεί να συνεργασθεί ό Θεός μαζί του. «Ό Θεός υπερήφανοις αντιτάσσεται, ταποινοίς δε δίδωσι χάριν». Και βλέπει ο Θεός τον Τελώνη. Τελώνης είναι, αμαρτωλός είναι. Επει­δή όμως εμφανίζεται ενώπιον του Θεού αυτό πού είναι και δεν προσπαθεί να κρυφτεί, δεν προσπαθεί να δικαι­ολογηθεί, επειδή εμφανίζεται ως το έσχατο σκύβαλο της γης, ο Θεός τον δέχεται, τον ακούει και τον δικαιώνει, ενώ τον άλλο τον απορρίπτει.
Αυτό να δούμε: Μας δέχεται ό Θεός ή μας απορρί­πτει; Πήγες στην εκκλησία. Τι έγινε; Δέχθηκε ό Θεός την πράξη σου αυτή που πήγες στην εκκλησία και προ­σευχήθηκες; Τη δέχθηκε ή την απέρριψε και απέρριψε κι εσένα; Κι αν την απέρριψε, γιατί την απέρριψε; Δεν έχει κανέναν λόγο ό Θεός να την απορρίψει. Αν πήγες εκεί ως ταπεινός αμαρτωλός και στάθηκες ενώπιον του Θεού με ευθύτητα και με ειλικρίνεια, είναι αδύνατο να σε απορ­ρίψει ό Θεός. Είναι αδύνατο ό Θεός να μη βεβαιώσει την καρδιά σου με μια κάποια δικαιοσύνη, ότι «σ' άκουσα, παιδί μου!» και να μη μαλάξει την ψυχή σου λίγο, να μη μαλακώσει την καρδιά σου, να μη σε παρη­γορήσει λιγάκι, να μη σε γλυκάνει. Είναι αδύνατο να μην το κάνει ό Θεός· όποιος κι αν είσαι».
( Συμεών Κραγιοπούλου: ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ Α’.» σελ. 11).
Αν όμως όπως πας, έτσι γυρίζεις και χειρότερα, εκεί κάτι δεν πάει καλά. Και μην προσπαθείς να βρεις διάφορες δι­καιολογίες, τούτο κι εκείνο και καμώματα και πονηριές. Η αιτία είναι ότι δεν είσαι ευθύς ενώπιον του Θεού, δεν είσαι ειλικρινής με τον Θεό, δεν έχεις ιδέα για τον εαυτό σου, νομίζεις πώς είσαι το κέντρο του κόσμου και τίποτε και κανένας δεν υπάρχει πιο πέρα από σένα. Και αυτό δεν αφήνει ούτε το Θεό να δεις, μα ούτε κι ο Θεός να σε δει!
Αδελφοί μου, είναι ωραία και ευχάριστη ή εκκλησιαστική ζωή με τις ποικίλες γιορτές, πού σημαδεύουν και ανανεώνουν τη ζωή. Και ή ζωή δεν είναι και δεν πρέπει να είναι ρουτίνα, συμβατικότητα, αλλά ενσυνείδητη βίωση των γεγονότων, πού καθιστούν την ύπαρξη μας ζωντανή και δημι­ουργική. Όσοι βιώνουν την εκκλησιαστική ζωή, μάλιστα στη ζώσα Ενορία, βιώνουν την αληθινή κοινωνική ζωή μέ­σα στον πολυμορφισμό των διαπροσωπικών ενοριακών σχέσεων. Και πόσο σήμερα ό άνθρωπος 6χει ανάγκη αυτή την επικοινωνία σε μία εποχή αποξένωσης και απομόνωσης. Οι γιορτές σπάζουν τη ρουτίνα της ζωής. Δημιουργούν ευκαιρίες ψυχικής ανανέωσης και με νέες διαθέσεις συνεχί­ζεται ή πορεία της ζωής. Ιδιαίτερα η προπαρασκευαστική περίοδος του Τριωδίου και στη συνέχεια η περίοδος της Σαρακοστής μας στρέφει προς τον έσω άνθρωπο για μία εσω­τερική κάθαρση. Και αυτή ή πνευματική κάθαρση χαρίζει την πνευματική Ανάσταση. Ο αναστημένος εσωτερικά άνθρωπος βλέπει τη ζωή με το υπέρλαμπρο φως της Ανα­στάσεως, ( π. Ευαγγέλου Σκορδά « ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΓΥΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑΣ ΡΥΜΑΣ» ΣΕΛ. 23).

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών

 

Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Όπως έχετε ενημερωθή, μόλις πριν από λίγες ημέρες, δηλαδή την 23η Ιανουαρίου 2024, συνήλθε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι η Ανωτάτη Αρχή της Εκκλησίας μας, για να μελετήση το θέμα που ανέκυψε στις ημέρες μας, δηλαδή την θέσπιση του "πολιτικού γάμου" των ομοφυλοφίλων, με όλες τις συνέπειες που επιφέρει αυτό στο οικογενειακό δίκαιο.

Η Ιεραρχία συζήτησε επαρκώς το θέμα αυτό με υπευθυνότητα και νηφαλιότητα, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την ενότητά της, και στην συνέχεια ομόφωνα αποφάσισε τα δέοντα που έχουν ανακοινωθή.

Μια από τις αποφάσεις που έλαβε είναι να ενημερώση το πλήρωμά της, το οποίο θέλει να ακούση τις αποφάσεις της και τις θέσεις της. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, η Ιεραρχία απευθύνεται προς όλους εσάς, για να διατυπώση την αλήθεια για το σοβαρό αυτό θέμα.

1. Το έργο της Εκκλησίας, διά μέσου των αιώνων, είναι διπλό, δηλαδή θεολογικό, με το να ομολογή την πίστη της, όπως την αποκάλυψε ο Χριστός και την έζησαν οι 'Αγιοί της, και ποιμαντικό, με το να ποιμαίνη τους ανθρώπους στην κατά Χριστόν ζωή.

Αυτό το έργο της φαίνεται στην Αγία Γραφή και στις αποφάσεις των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίες θέσπισαν όρους για την ορθόδοξη πίστη και ιερούς κανόνες, που καθορίζουν τα όρια μέσα στα οποία πρέπει να κινούνται όλα τα μέλη της, Κληρικοί, Μοναχοί και Λαϊκοί.

Έτσι, η Εκκλησία ποιμαίνει, δηλαδή θεραπεύει τις πνευματικές ασθένειες των ανθρώπων, ώστε οι Χριστιανοί να ζουν σε κοινωνία με τον Χριστό και τους αδελφούς τους, να απαλλαγούν από την φιλαυτία και να αναπτυχθή η φιλοθεΐα και η φιλανθρωπία, δηλαδή η ιδιοτελής, φίλαυτη αγάπη να γίνη ανιδιοτελής αγάπη.

2. Ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, δικαίους και αδίκους, αγαθούς και κακούς, αγίους και αμαρτωλούς αυτό κάνει και η Εκκλησία. 'Αλλωστε, η Εκκλησία είναι πνευματικό Νοσοκομείο που θεραπεύει τους ανθρώπους, χωρίς να αποκλείη κανέναν, όπως δείχνει η παραβολή του Καλού Σαμαρείτου, την οποία είπε ο Χριστός (Λουκ. ι΄, 3037). Το ίδιο κάνουν και τα νοσοκομεία και οι ιατροί για τις σωματικές ασθένειες. Όταν οι ιατροί κάνουν χειρουργικές επεμβάσεις στους ανθρώπους, κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι δεν έχουν αγάπη.

Αλλά οι άνθρωποι ανταποκρίνονται διαφορετικά σε αυτήν την αγάπη της Εκκλησίας άλλοι την επιθυμούν και άλλοι όχι. Ο ήλιος αποστέλλει τις ακτίνες του σε όλη την κτίση, άλλοι όμως φωτίζονται και άλλοι καίγονται, και αυτό εξαρτάται από την φύση αυτών που δέχονται τις ηλιακές ακτίνες.

Έτσι, η Εκκλησία αγαπά όλα τα βαπτισθέντα παιδιά της και όλους τους ανθρώπους που είναι δημιουργήματα του Θεού, μικρούς και μεγάλους, αγάμους και εγγάμους, Κληρικούς, Μοναχούς και Λαϊκούς, επιστήμονες και μη, άρχοντες και αρχομένους, ετεροφύλους και ομοφυλοφίλους, και ασκεί την φιλάνθρωπη αγάπη της, αρκεί, βέβαια, να το θέλουν και οι ίδιοι και να ζουν πραγματικά στην Εκκλησία.

3. Η Θεολογία της Εκκλησίας για τον Γάμο απορρέει από την Αγία Γραφή, την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και την διάταξη του Μυστηρίου του Γάμου.

Στο βιβλίο της Γενέσεως γράφεται: "Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ' εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς. Και ευλόγησεν αυτούς λέγων αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτήν και άρχετε των ιχθύων της θαλάσσης και των πετεινών του ουρανού και πάντων των κτηνών και πάσης της γης και πάντων των ερπετών των ερπόντων επί της γης" (Γεν., 1, 2728).

Αυτό σημαίνει ότι "η δυαδικότητα των δύο φύσεων και η συμπληρωματικότητά τους δεν αποτελούν κοινωνικές επινοήσεις, αλλά παρέχονται από τον Θεό" "η ιερότητα της ένωσης άνδρα και γυναίκας παραπέμπει στην σχέση του Χριστού και της Εκκλησίας" "ο χριστιανικός Γάμος δεν είναι απλή συμφωνία συμβίωσης, αλλά ιερό Μυστήριο, διά του οποίου ο άνδρας και η γυναίκα λαμβάνουν την Χάρη του Θεού για να προχωρήσουν προς την θέωσή τους" "ο πατέρας και η μητέρα είναι συστατικά στοιχεία της παιδικής και της ενήλικης ζωής".

Όλη η θεολογία του Γάμου φαίνεται καθαρά στην ακολουθία του Μυστηρίου του Γάμου, στα τελούμενα και τις ευχές. Σ' αυτό το Μυστήριο η ένωση ανδρός και γυναικός ιερολογείται εν Χριστώ Ιησού, με τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Τα αποτελέσματα του εν Χριστώ Γάμου είναι η δημιουργία καλής συζυγίας και οικογενείας, η γέννηση παιδιών, ως καρπού της αγάπης των δύο συζύγων, άνδρα και γυναίκας, και η σύνδεσή τους με την εκκλησιαστική ζωή. Η μη ύπαρξη παιδιών χωρίς την ευθύνη των συζύγων, δεν διασπά την εν Χριστώ συζυγία.

Η χριστιανική παραδοσιακή οικογένεια αποτελείται από πατέρα, μητέρα και παιδιά, και σε αυτήν την οικογένεια τα παιδιά αναπτύσσονται, γνωρίζοντας την μητρότητα και την πατρότητα που θα είναι απαραίτητα στοιχεία στην μετέπειτα εξέλιξή τους.

Εξ άλλου, όπως φαίνεται στο "Ευχολόγιο" της Εκκλησίας, υπάρχει σαφέστατη σύνδεση μεταξύ των Μυστηρίων του Βαπτίσματος, του Χρίσματος, του Γάμου, της Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση αυτής της σύνδεσης δημιουργεί εκκλησιολογικά προβλήματα.

Επομένως, βαπτιζόμαστε και χριόμαστε για να κοινωνήσουμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Γίνεται ο Γάμος ώστε οι σύζυγοι και η οικογένεια να συμμετέχουν στο Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και να κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Κάθε διάσπαση της σχέσεως αυτής των Μυστηρίων συνιστά την εκκοσμίκευση.

Η Εκκλησία βασίζεται σε αυτήν την Παράδοση, που δόθηκε από τον Θεό στους Αγίους, και δεν μπορεί να αποδεχθή κάθε άλλη μορφή Γάμου, πολλώ δε μάλλον τον λεγόμενο "ομοφυλοφιλικό γάμο".

4. Σε ένα ευνομούμενο Κράτος η Πολιτεία με τα συντεταγμένα όργανά της έχει την αρμοδιότητα να καταρτίζη νομοσχέδια και να ψηφίζη νόμους, ώστε στην κοινωνία να υπάρχη ενότητα, ειρήνη και αγάπη.

Η Εκκλησία, όμως, είναι θεσμός αρχαιότατος, έχει διαχρονικές παραδόσεις αιώνων, συμμετέχει σε όλες τις κατά καιρούς δοκιμασίες του λαού, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ελευθερία του, όπως φαίνεται από την ιστορία, την παλαιότερη και την πρόσφατη, και πρέπει όλοι να στέκονται με σεβασμό, τον οποίο κατά καιρούς διακηρύσσουν. 'Αλλωστε και όλοι οι άρχοντες, εκτός από μερικές εξαιρέσεις, είναι δυνάμει και ενεργεία μέλη της. Η Εκκλησία ούτε συμπολιτεύεται ούτε αντιπολιτεύεται, αλλά πολιτεύεται κατά Θεόν και ποιμαίνει όλους. Γι' αυτό και έχει ιδιαίτερο λόγο που πρέπει να γίνεται σεβαστός.

Στο θέμα του λεγομένου "πολιτικού γάμου των ομοφυλοφίλων", η Ιερά Σύνοδος όχι μόνον δεν μπορεί να σιωπήση, αλλά πρέπει να ομιλήση, από αγάπη και φιλανθρωπία σε όλους. Γι' αυτό η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος στην πρόσφατη απόφασή της με ομόφωνο και ενωτικό τρόπο, για λόγους τους οποίους αιτιολόγησε, δήλωσε ότι "είναι κάθετα αντίθετη προς το προωθούμενο νομοσχέδιο".

Και αυτή η σαφής απόφασή της στηρίζεται στο ότι "οι εμπνευστές του νομοσχεδίου και οι συνευδοκούντες σε αυτό προωθούν την κατάργηση της πατρότητας και της μητρότητας και την μετατροπή τους σε ουδέτερη γονεικότητα, την εξαφάνιση των ρόλων των δύο φύλων μέσα στην οικογένεια και θέτουν πάνω από τα συμφέροντα των μελλοντικών παιδιών τις σεξουαλικές επιλογές των ομοφυλοφίλων ενηλίκων".

Επί πλέον, η θέσπιση της "υιοθεσίας παιδιών" "καταδικάζει τα μελλοντικά παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς πατέρα ή μητέρα σε ένα περιβάλλον σύγχυσης των γονεικών ρόλων", αφήνοντας δε ανοικτό παράθυρο για την λεγόμενη "παρένθετη κύηση", που θα δώση κίνητρα "για την εκμετάλλευση ευάλωτων γυναικών" και αλλοίωση του ιερού θεσμού της οικογενείας.

Όλα αυτά η Εκκλησία, η οποία πρέπει να εκφράζη το θέλημα του Θεού και να καθοδηγή ορθόδοξα τα μέλη της, δεν μπορεί να τα αποδεχθή, διότι διαφορετικά θα προδώση την αποστολή της. Και το κάνει αυτό όχι μόνο από αγάπη στα μέλη της, αλλά από αγάπη και στην ίδια την Πολιτεία και τους θεσμούς της, ώστε να προσφέρουν στην κοινωνία και να συντελούν στην ενότητά της.

Αποδεχόμαστε, βέβαια, τα δικαιώματα των ανθρώπων τα οποία κινούνται σε επιτρεπτά όρια, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις τους, αλλά η νομιμοποίηση του απολύτου "δικαιωματισμού", που είναι θεοποίηση των δικαιωμάτων, προκαλεί την ίδια την κοινωνία.

 

5. Η Εκκλησία ενδιαφέρεται για την οικογένεια, η οποία αποτελεί το κύτταρο της Εκκλησίας, της κοινωνίας και του Έθνους. Σε αυτό πρέπει να συντείνη και η Πολιτεία, όπως διαλαμβάνεται στο ισχύον Σύνταγμα ότι "η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο Γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους" (αρ. 21).

Σύμφωνα δε με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι νόμος του Κράτους (590/1977), "η Εκκλησία της Ελλάδος συνεργάζεται μετά της Πολιτείας, προκειμένου περί θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος ως... της εξυψώσεως του θεσμού του γάμου και της οικογενείας" (αρ. 2).

Έτσι, προτρέπουμε την Πολιτεία να προβή στην αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος "που εξελίσσεται σε βόμβα έτοιμη να εκραγεί" και είναι το κατ' εξοχήν εθνικό θέμα της εποχής μας, του οποίου η επίλυση υπονομεύεται από το προς ψήφιση νομοσχέδιο, και την καλούμε να υποστηρίξη τις πολύτεκνες οικογένειες που προσφέρουν πολλά στην κοινωνία και το Έθνος.

Όλα τα ανωτέρω η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακοινώνει σε όλα τα μέλη της "με αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης και αγάπης", διότι όχι μόνο ο λεγόμενος "γάμος των ομοφυλοφίλων" είναι ανατροπή του Χριστιανικού Γάμου και του θεσμού της πατροπαράδοτης ελληνικής οικογένειας, αλλάζοντας το πρότυπό της, αλλά και διότι η ομοφυλοφιλία έχει καταδικαστή από την σύνολη εκκλησιαστική παράδοση, αρχής γενομένης από τον Απόστολο Παύλο (Ρωμ. α΄, 2432), και αντιμετωπίζεται με την μετάνοια, η οποία είναι αλλαγή τρόπου ζωής.

Εννοείται, βέβαια, ότι υφίσταται η βασική αρχή ότι, ενώ η Εκκλησία καταδικάζει την κάθε αμαρτία ως απομάκρυνση του ανθρώπου από το Φως και την αγάπη του Θεού, συγχρόνως αγαπά τον κάθε αμαρτωλό, διότι και αυτός έχει το "κατ' εικόνα Θεού" και μπορεί να φθάση στο "καθ' ομοίωσιν", εάν συνεργήση στην Χάρη του Θεού.

Αυτόν τον υπεύθυνο λόγο απευθύνει η Ιερά Σύνοδος σε σας, τους ευλογημένους Χριστιανούς, τα μέλη της, και σε όλους όσοι αναμένουν τον λόγο της, διότι η Εκκλησία "αληθεύει εν αγάπη" (Εφ. δ΄, 15) και "αγαπά εν αληθεία" (Β΄ Ιω. α΄, 1).