Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ "επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει¨"

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ "επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει¨":



Και οι προάγοντες
επετίμων αυτώ ίνα σιωπήσει. (Λουκ. ιη' 39)

Είναι όντως εκπληκτικό, αδελφοί μου,
αλλά είναι αληθινό. Μας το μαρτυρεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Πιστοί οπαδοί και
ακόλουθοι του Ιησού αγανακτούν και επιπλήττουν ένα δυστυχισμένο τυφλό, γιατί
τόλμησε να ζητήσει τη βοήθεια του Κυρίου.
Μας είναι γνωστή η ιστορία, αδελφοί μου
του τυφλού Βαρτίμαιου. Του και ζητιάνου τυφλού, που καθημερινά με μόνη
συντροφιά το σκοτάδι του, άνοιγε παρακλητικά και υπομονετικά το χέρι του στους
διαβάτες για να κατορθώσει να ζήσει κι αυτός.
Και να που οι περαστικοί τον
πληροφορούν πως ο Ιησούς θα περάσει σε λίγο από μπροστά του. Η ελπίδα φουντώνει
μέσα του. Ίσως να είναι η ευκαιρία της ζωής του. Επιστρατεύει όλες του τις
δυνάμεις και παρακλητικά φωνάζει: «Ιησού υιέ Δαυίδ ελέησον με».
 ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Ο ΙΕΡΕΑΣ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



Ο ΙΕΡΕΑΣ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΕΡΕΑΣ

Κάθε φορά που φαντάζομαι, τον πατέρα μου, τον βλέπω με τον ζυγό γύρω από το λαιμό του, ζευγμένον με το επιτραχήλιο. Τον βλέπω ζευγμένον, σαν ένα άλογο τού Ιησού Χριστού. Ποδεμένον με τίς πεταλωμένες μπότες του, να τρέχει από τη μια στην άλλη άκρη τής ενορίας, τριάντα ορεινά χιλιόμετρα, που έπρεπε να διατρέξει δύο φορές τη μέρα μερικές φορές. Γι’ αυτό ήταν πάντα αποκαμωμένος. Έτοιμος να σωριαστεί απ’ την κούραση. Όπως κάθε ζευγμένο πλάσμα. Κι όμως δε σταματούσε ποτέ.
Ο πατέρας μου λοιπόν αναχωρούσε, χωρίς καμιά καθυστέρηση, μαζί με τον χριστιανό που ερχόταν να τον ζητήσει. Έβγαινε από το πρεσβυτέριο, πριν ακόμη ο άνθρωπος χτυπήσει την πόρτα. Διότι πάντα ήταν κάτι το επείγον: κάπου ένα ανθρώπινο πλάσμα περίμενε τον Θεό. Και ο πατέρας μου βιαζόταν. Ο πατέρας μου βάδιζε δίπλα στον άνθρωπο μέχρι την πόρτα. Βγαίνοντας απ’ τον περίβολο, τον ιερό χώρο, ο άνθρωπος που είχε έλθει να ζητήσει τον πατέρα μου ανέβαινε στο άλογο. Και ο πατέρας μου βάδιζε πίσω απ’ το άλογο.
Ένας ιερεύς ποτέ δεν ανεβαίνει στο άλογο. Αυτή είναι η παράδο­ση στα ορεινά μέρη μας. Ο πατέρας μου, λοιπόν, μεταφέροντας τον σάκο, μέσα στον οποίο βρίσκονταν το Σώμα και το Αίμα τού Ιησού Χριστού, ο σταυρός και ο «ζυγός», οδοιπορούσε πίσω από τον άνθρωπο που πήγαινε καβάλα. Οδοιπορούσε ο φτωχός μου πατέρας, αν και ήταν τόσο εύθραυστος, τόσο αδύνατος, βάδιζε σαν ένα άλογο, πίσω από τον έφιππο άνθρωπο. Ακο­λουθώντας τίς οπλές τού αλόγου με τίς πεταλωμένες μπότες του, χωρίς να μένει πίσω καθόλου.
Μερικές φορές, πολύ σπάνια, έλεγε σέ μας τα παιδιά, χαμογελώντας:
-Είμαι το άλογο τού Ιησού Χριστού. Ο Θεός καβαλικεύει πάνω μου, σαν σέ άλογο...
Κι έλεγε την αλήθεια. Γιατί αυτό δεν ήταν ένα αστείο, όπως εμείς το παίρναμε, όταν ήμασταν μικροί. Ο πατέρας μου μετέφερε το Αίμα και το Σώμα τού Θεού, όπως ένα άλογο μεταφέρει τον καβαλάρη του. Παντού. Μέρα και νύχτα. Ο Θεός καβαλίκευε πάνω στους ώμους τού πατέρα μου, κάθε στιγμή και πήγαινε μέχρι τα βάθη των σκοτεινών δασών με τα έλατα και μέχρι τη σιωπηλή καρδιά των άγριων βουνών.
-Δεν σ’ αγαπούν οι γιοί και οι θυγατέρες σου εν Χριστώ, έλεγα στον πατέρα μου, βλέποντάς τον τσακισμένο απ’ την κούραση. Μόλις επέστρεψες στο πρεσβυτέριο κι ήλθαν ξανά να σέ φωνάξουν. Μόλις ξάπλωσες και έφτασαν. Σέ ξυπνούν. Σέ αναγκάζουν να βγαίνεις έξω οποιαδήποτε στιγμή, με οποιονδήποτε καιρό και σέ κάνουν να περπατάς ώρες και ώρες με τα πόδια πίσω τους, ενώ εκείνοι προχωρούν καβάλα. Σέ σέρνουν έξω χωρίς σταματημό, μέσα στη νύχτα, μέσα στη βροχή, μέσα στη λάσπη και το χιόνι. Οι πιστοί σου σ’ αγαπούν λιγότερο απ’ τα ζώα τους. Διότι ποτέ δε ζητούν απ’ τα κτήνη τους αυτό που ζητούν απ’ τον πατέρα τους, τον ιερέα τους. Γιατί δε σέ λυπήθηκαν ποτέ; Γιατί δε σέ ευσπλαχνίσθηκαν ποτέ;
-Η ευσπλαχνία ταιριάζει συνήθως στους ανθρώπους, τα ζώα, τα πράγ­ματα, μα όχι στον «ιερέα», απάντησε ο πατέρας μου. Θα ‘ταν κουτό, πα­ράλογο και ασεβές μαζί να τον λυπούνται οι άνθρωποι. Κάθε χριστιανός χτυπώντας την πόρτα τού ιερέως, χτυπά στην πραγματικότητα, την πόρτα τού Θεού. Διότι ο ιερεύς είναι «αφομοιωμένος τω υίώ τού Θεού» (Έβρ. ζ' 3). Δεν μπορεί να έλθει στη σκέψη ενός χριστιανού αυτή η ασεβής ιδέα πως ο Θεός κουράστηκε, πως ο Θεός νυστάζει, πεινάει ή τού πονούν τα πόδια. Απ’ τον Θεό μπορεί κανείς να ζητάει τα πάντα οποιαδήποτε ώρα και χωρίς να χτυπά την πόρτα.
-Όμως ο ιερεύς είναι κι αυτός άνθρωπος, είπα.
-Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι άνθρωπος, αλλά η θυσία ενός ανθρώπου, που προστίθεται στη θυσία τού Θεού. Κι αυτό είναι η ιεροσύνη!
Η απάντηση ήταν ωραία. Έξοχη. Κοκκίνισα απ’ την ευχαρίστηση. Αλλά πρόσθεσα:
-Ωστόσο, πρέπει να ‘χεις μερικές ώρες τουλάχιστον για ανάπαυση.
-Όχι, απάντησε ο πατέρας μου. Ο ιερεύς δεν είναι όπως είναι κανείς γεωργός, υπάλληλος ή τεχνίτης. Δε γίνεται κανείς ιερεύς για να έχει ώρες γραφείου με διαλείμματα και μέρες άδειας. Είναι κανείς ιερεύς μόνιμα. Χωρίς διακοπή. Χωρίς ρεπό. Χωρίς καμιά ανάπαυλα. Μέρα και νύχτα! Και όπως μπορεί κανείς να απευθύνεται στον Θεό οποτεδήποτε, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας και για οποιοδήποτε αίτημα, χωρίς φόβο να τον ενοχλήσει, έτσι μπορεί να ‘ρθει στο σπίτι τού ιερέως οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο. Βέβαια δεν φθάνομε στο σημείο να έχουμε ιερείς που να μην κοιμούνται, να μην τρώνε και να μην τους πονούν τα πόδια. Αλλά αυτό είναι μια ατέλεια που οφείλομε να τη δεχθούμε όπως είναι, διότι η Λατρεία δεν είναι παρά μια εικόνα, μια σκιά των ουρανίων πραγματικοτήτων, όπως αποκαλύφθηκε και στον Μωυσή, όταν επρόκειτο να κατασκευάσει τη Σκηνή. Κοίταξε, τού λέχθηκε, θα φτιάξεις τα πάντα σύμφωνα με το υπόδειγμα που σου φανερώθηκε πάνω στο βουνό (Έβρ. η’ 5)!
Η ιεροσύνη, μίμηση της ιεροσύνης τού Χριστού, αποκλείει τίς διακο­πές. Ισχύει μόνιμα και για την αιωνιότητα (Έβρ. στ 7). Ούτε και ο φυσικός θάνατος τού ιερέως δεν μπορεί να τη διακόψει. Και αφού η ιεροσύνη δεν μπορεί να διακοπεί με τον θάνατο, πώς θέλεις να τη διακόψει η πείνα, ο κόπος ή ο ύπνος;
-Είναι κανείς ιερεύς κι υστέρα απ’ τον θάνατο; ρώτησα την πρώτη φορά πού το άκουσα αυτό.
-Είναι κανείς ιερεύς για την αιωνιότητα, αφομοιωμένος τω Υιώ τού Θεού, μένει ιερεύς εις το διηνεκές. (Έβρ. ζ' 3) Επειδή, λοιπόν, ο ιερεύς είναι αφομοιωμένος με τον Θεό, δεν μπορεί να πεθάνει. Μένει ιερεύς και μέσα στο θάνατο και παρά τον θάνατο. Στην αιωνιότητα. Γι’ αυτό ακριβώς και ενταφιάζουν τον ιερέα ντυμένο με όλα τα ιερατικά του άμφια, πού φορεί όταν τελεί την θεία Λειτουργία. Ο ιερεύς ενταφιάζεται με τον Σταυρό, με το Επιτραχήλιο, το Φελόνι, το Στιχάρι, τα Επιμανίκια... Όλα και ολόκληρη τη στολή, όπως γίνεται για την πιο επίσημη ακολουθία. Διότι ο νεκρός ιερεύς θα πάει να λειτουργήσει στην αληθινή ουράνια Εκκλησία, με τον επίσκοπό του, τον Χριστό. Για κάθε ιερέα ο θάνατος είναι μια προαγωγή. Περνάει απ’ τη μικρή του επίγεια εκκλησία στον καθεδρικό ναό τού ουρανού, για να τελεί την παγκόσμια λειτουργία γύρω απ’ τον Χριστό. Ποτέ λοιπόν δεν πρέπει να θρηνείται ο θάνατος ενός ιερέως. Διότι δεν πεθαίνει ποτέ. Ο θάνατος είναι ο προβιβασμός του.
Και επειδή ο ιερεύς μένει ιερεύς παρά τον φυσικό θάνατο, όταν τον βάζουν στον τάφο, ντυμένο με τα άμφια που φοράει για την τέλεση τής Λει­τουργίας, καλύπτουν το πρόσωπο του με τα ιερά Καλύμματα ή τον Αέρα, το πανί εκείνο με το οποίο καλύπτουν κατά τη λειτουργία το Άγιο Ποτήριο, που περιέχει το Σώμα και το Αίμα τού Θεού. Ο Αήρ συμβολίζει τον λίθο, που έκλεινε τον τάφο τού Ιησού Χριστού. Η πέτρα αυτή πού έκλεισε τον τάφο τού Χριστού, σφραγίζει επίσης και τον τάφο κάθε ιερέως. Διότι κάθε ιερεύς είναι αφομοιωμένος με τον Υιό τού Θεού.
Ακούγοντάς τον, άφησα τα δάκρυα να κυλήσουν πάνω στο άγιο χέρι τού πατέρα μου, που έσκυψα και το φίλησα ευλαβικά. Έτσι, λοιπόν, κατά­λαβα γιατί ο Φραγκίσκος της Ασίζης διηγείται πως αν συναντούσε στο δρόμο έναν άγγελο ή έναν ιερέα, να βαδίζουν ο ένας πλάι στον άλλον, θα γονάτιζε πρώτα εμπρός στον ιερέα, φιλώντας του το χέρι και μόνον ύστερα θα γονά­τιζε εμπρός στον άγγελο, για να τον χαιρετίσει. Διότι οι άγγελοι είναι κατώ­τεροι απ’ τούς ιερείς σέ τούτο, στο ότι δεν μπορούν να μεταμορφώσουν το ψωμί και το κρασί σέ σάρκα και αίμα τού Θεού. Τα χέρια όμως τού ιερέως το μπορούν...
Παρά την ασύγκριτη ευτυχία να είναι υπηρέτης στον Ουρανό, ο πα­τέρας μου ζούσε την επίγεια ζωή του μέσα σέ αφάνταστη σκληρότητα και οδύνη. Κάθε χρόνο ο πατέρας μου γινόταν πιο αδύνατος. Πιο άσαρκος. Πιο άυλος. Στα τριάντα του χρόνια τα μαλλιά τού πατέρα μου είχαν ασπρίσει. Στα τριάντα χρόνια ο πατέρας μου είχε γεράσει. Τα δόντια του έπεφταν. Εξ αιτίας της αθλιότητας, εξ αιτίας τού υποσιτισμού, εξ αιτίας τού κόπου και τού μόχθου.
Αντίθετα όμως το βλέμμα του γινόταν κάθε χρόνο πιο όμορφο, πιο φωτεινό, πιο ακτινοβόλο και τόσο έντονο, ώστε το κεφάλι του έμοιαζε να φωτίζεται μ’ ένα φωτοστέφανο. Παρακολουθούσα ένα ασυνήθιστο γεγονός: όταν ο πατέρας μου παρατηρούσε κάτι τί, το φώτιζε με το βλέμμα του, σαν με κάποιους μυστικούς προβολείς. Βλέποντας αυτό ένοιωσα για πρώτη φορά το γεγονός ότι οι άγιοι, παρατηρώντας τον κόσμο, τον φωτίζουν και τον αγιάζουν.
-Τί κοιτάζεις, ρώτησε ο πατέρας μου, βλέποντάς με βυθισμένο στις σκέψεις.
-Είσαι φωτεινός σαν μια εικόνα, τού είπα, κοκκινίζοντας.
Ο πατέρας μου γέλασε. Δεν ήταν, ούτε υπερήφανος, ούτε ταπεινός. Για να ‘σαι υπερήφανος ή ταπεινός πρέπει πρώτα να ‘σαι ένα γήινο πλάσμα. Και εκείνος ήταν όλο και λιγότερο γήινος. Γέλασε γιατί η φωνή μου έφθα­σε στα αυτιά του κι αυτό τον είχε ευχαριστήσει. Ο πατέρας μου σπάνια γελούσε. Όταν κανείς είναι κουρασμένος δεν μπορεί να γελάσει. Μα τώρα είχε χαμογελάσει. Κι’ όταν ο πατέρας μου χαμογελούσε, έβλεπε κανείς πως είχε χάσει σχεδόν όλα του τα δόντια. Η καρδιά μου σφιγγόταν. Λυπόμουνα τόσο πολύ για την αθλιότητά του, που μόλις μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυά μου. Και έλεγα πως αν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αποφάσιζε μια μέρα να προσφέρει στον ιερέα του, που ήταν και άλογό του μαζί, τον π. Κωνσταντίνο Γκεωργκίου, που υπέφερε σ’ όλη του τη ζωή απ’ την πείνα, την δυνατότητα να έχει ξαφνικά ψωμί πάνω στο τραπέζι του, ο προλετάριος πατέρας, ο σεβαστός μου πατέρας θα συνέχιζε -παρά το θαύμα- να πεινάει, όπως και στο παρελθόν. Διότι κι αν είχε κάτι, δε θα μπορούσε να το φάει, γιατί δεν είχε πιά δόντια... Και ούτε σκέψη πως θα μπορούσε να βάλει ξένα. Ήμαστε τόσο φτωχοί που ούτε στο όνειρο μας δεν θα τολμούσαμε να πάμε στον οδοντογιατρό!
(Βιργκίλ Γκεωργκίου, «Από την 25η ώρα στην αιώνια ώρα», έκδ. Έλαφος σ. 93-95)

ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΙΓ ΛΌΥΚΑΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Ο επάρατος πλουτισμός


          Στην εποχή της βαθιάς οικονομικής κρίσης που ζούμε, αγαπητοί μου, κατά την οποία οι λαοί γινόμαστε θύματα της διεθνούς και εγχώριας πλουτοκρατίας, το Ευαγγελικό απόσπασμα της ΙΓ Κυριακής του Λουκά, καθίσταται άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο. Ο Χριστός ερωτάται από έναν ιουδαίο άρχοντα για τον τρόπο με τον οποίο θα κατακτήσει την αιώνια ζωή. Τού υποδεικνύει να τηρήσει πιστά τις εντολές του Θεού και, όταν λαμβάνει τη σχετική διαβεβαίωση καλεί τον συνομιλητή Του, να πουλήσει όλα τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους πτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο πλούσιος έπεσε σε μελαγχολία και έφυγε, γιατί δεν ήθελε να στερηθεί τα πλούτη του. Ο Χριστός τότε ομολόγησε ότι ο πλουτισμός είναι εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. Γιατί συμβαίνει αυτό;
          Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους χωρίς ηθικές αναστολές και αισθήματα. Κατασκευάζει ανθρώπους – μηχανές που λειτουργούν με μόνο και αποκλειστικό σκοπό την αύξηση του πλούτου έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Στο σκοπό αυτό τα διεθνή συστήματα του πλουτισμού δε διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπινα δικαιώματα, να στερήσουν κατοχυρωμένα εργασιακά και ασφαλιστικά προνόμια, να εκμαυλίσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δημιουργώντας στρατιές νεόπτωχων, ανέργων και δυστυχισμένων ανθρώπων, χωρίς παρόν και ελπίδα για το μέλλον. Δε διστάζουν να κερδοσκοπήσουν στην πλάτη ολόκληρων κρατών και να εξευτελίσουν την ιστορία λαών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα των κερδών τους. Οι κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις για την προάσπιση του δικαίου των λαών τούς αφήνουν παντελώς αδιάφορους.
            Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους αιχμαλώτους του χρήματος και τούς οδηγεί στην εκούσια δέσμευση μιας ιδιότυπης σκλαβιάς. Η ζωή τους εξαρτάται από την αυξομείωση των χρηματοοικονομικών δεικτών, χαλαρώνοντας τους ανθρώπινους δεσμούς, περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας την ανάγκη της κοινωνικότητας, που δίδει τη θέση της στον επικίνδυνο ατομισμό. Ένας σύγχρονος Ορθόδοξος Ιεράρχης, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο της ιδιότυπης αυτής αυτοδέσμευσης, επισημαίνει: «Εκείνος που ασχολείται συνέχεια με χρήματα, τόκους και δανεισμούς, με κέρδη και επιχειρήσεις, γίνεται χειρότερος και από τα άλογα ζώα, γιατί αποδεικνύεται δούλος κάτω από το χειρότερο αφεντικό. Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ευγενείς και ελεύθεροι, υποδουλωθήκαμε στον πλούτο. Πράγματι, πολλοί από εμάς τον πλουτισμό τον έχουμε κάνει σκοπό της ζωής μας. Είτε με θεμιτά, είτε με αθέμιτα μέσα, μαζεύουμε συνεχώς και προσπαθούμε να κρατηθούμε στη ζωή αυτή με τα χρήματα. Η ασφάλειά μας δεν είναι ο Θεός, αλλά ο πλούτος και τα υλικά πράγματα»[1]
          Το κυνήγι του πλουτισμού καταστρέφει τη φιλότιμη συνείδηση των λαών που είχαν μάθει να ζουν μέσα από την έντιμη και σκληρή εργασία, νιώθοντας πλούσιοι με τα λίγα, ευτυχισμένοι και αυτάρκεις με τα απλά. Πλέον η έντιμη εργασία θεωρείται ουτοπία και οι νέες γενιές γαλουχούνται με τα «οράματα» της απάτης, της ευκολίας, της «αρπαχτής», της μίζας, των υπόγειων διαδρομών του χρήματος. Αλλά αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα ξεκινά από ψηλά. Όταν τα ηγετικά πρόσωπα της κοινωνίας αποδεικνύονται επιρρεπή στο πάθος του πλουτισμού, αποκομίζοντας αδικαιολόγητα προσωπικά κέρδη και οφέλη, χάρη στα δημόσια αξιώματά τους, τότε στέλνουν τα χειρότερα μηνύματα στους λαούς. Λειτουργούν ως τραγικά παραδείγματα προς αποφυγήν και εδραιώνουν ένα σύστημα σήψης και διαφθοράς το οποίο είναι δύσκολο να αποκαθαρθεί, έστω κι αν αποκαλυφθεί.
Και ερχόμαστε στα δικά μας!
Στα όσα εξωφρενικά ζούμε τα δυο τελευταία χρόνια.
Στα όσα μας επέβαλαν με δικτατορικό τρόπο , που τελειωμό δεν έχουν!
Συνέχεια λέω και επιμένω ότι δεν είναι τυχαία. Δεν έγιναν όλα αυτά επειδή τώρα τελευταία είδαν οι φίλτατατοι μας Ευρωπαίοι και μαζί μ΄ αυτούς οι επίσης φίλτατοι μας, Αμερικάνοι, που πάντα και παντού τους βρίσκει όλος ο κόσμος μπροστά τους, η κρίση αυτή δεν είναι μια πραγματική κρίση, αλλά μια κρίση που σκόπιμα κάποιοι δημιούργησαν για να πετύχουν τους δικούς τους στόχους και σκοπούς.
Όλα είναι προμελετημένα και καλά προσχεδιασμένα με τρόπο και σχεδιασμό μαφιόζικο ώστε να γίνουν όλα αυτά και να μας φέρουν σ’  συτό το σημείο. Όλα γίνονται και αποβλέπον στα άνομα σχέδια φερέλπιδων οικονομικών δικτατόρων οι οποίοι σχεδιάζουν να υποδηλώσουν οικονομικά, διοικητικά, ψυχικά, και με κάθε άλλο τρόπο τους ανθρώπους όλης της γης. Βλέπετε τι γίνεται και τι μας ζητάνε συνεχώς. Αποβλέπουν σε μια παγκόσμια δικτατορία!
Σας αναφέρω τι γράφεται για όλα αυτά το 1977. Προσέξτε το το 1977, πριν 15 χρόνια!
«…Αυτοί που μεθοδεύουν υπογείως τα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέλοντας να επιτύχουν μεγαλύτερη τεχνητή κρίση, επέλεξαν την οδό της οικονομίας. Γι' αυτόν το λόγο πιέζουν τις κυβερνήσεις και τις αναγκάζουν να επιβάλλουν οικονομικό «σφίξιμο» στους λαούς, προκειμένου να κατεβάσουν τους δείκτες της οικονομίας στο όριο που θέτουν. Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα οι χώρες να σφίγγουν - σαν σε μέγγενη - οικονομικά τους πολίτες τους με δυσβάστακτους φόρους, διάφορες οικονομικές συνεισφορές, διπλασιασμό σχεδόν των αντικειμενικών κριτηρίων και μείωση των κοινωνικών παροχών, με αποτέλεσμα, ναι, μεν, να πέφτουν κατά κάποιον τρόπο οι οικονομικοί δείκτες των χωρών, άλλα να ανεβαίνουν κάποιοι άλλοι δείκτες κατακόρυφα. Πολλές επιχειρήσεις αναγκάζονται να κλείσουν. Φέτος ανακοινώθηκε ότι θα κλείσει το 65% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων με την επιβολή των επιπρόσθετων αντικειμενικών κριτηρίων. Κάποιες, για να επιβιώσουν, αναγκάζονται να φοροδιαφεύγουν η να χρηματίζουν κρατικούς υπαλλήλους, προκειμένου να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους. Και όταν αυτά γίνονται σε επίπεδο επιχειρήσεων, καταλαβαίνετε - με την ανεργία που βασιλεύει - τι γίνεται σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. …Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός ότι διάλεξαν τη σύγκλιση των οικονομιών, προκειμένου να ενωθεί η Ευρώπη, γιατί αυτή η σύγκλιση οδηγεί σε οικονομική εξαθλίωση, που ως φυσικό επακόλουθο έχει την απόκλιση από τις ηθικές αρχές. … Το πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αυστηρές προδιαγραφές: … Ο λαός, καταπιεζόμενος από τα δυσβάσταχτα οικονομικά μέτρα και την ηθική κατάπτωση, θα ζήτα εναγωνίως κάποιον να του δώσει τη δυνατότητα να ξανασάνει. Το εναγώνιο αυτό αίτημα του δεν πρόκειται να εισακουστεί, παρά μόνον όταν απελπιστεί εντελώς από όλους τους δικούς του πολιτικούς κι από κάθε εθνικό μέτρο. Φυσικά, τότε οι σκοτεινοί αυτοί κύκλοι θα προβάλλουν τον «άνθρωπο τους», άλλα και το τέλειο σύστημα του παγκοσμίου ελέγχου και την κατάργηση της προσωπικής ελευθερίας με τη δικαιολογία ότι θα είναι η λύση, για να ελαχιστοποιηθούν πλέον όλοι οι δείκτες εγκληματικότητας, διαφθοράς κ.λ.π., που με την σκληρή πολιτική λιτότητας ανέβηκαν σε υψηλά επίπεδα. (ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ . ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου  Άγιον Όρος 1997,  σελ. 108 – 109).
Αδελφοί μου!
          Ο Παπαδιαμάντης είχε χαρακτηρίσει την πλουτισμό και την πλουτοκρατία «μόνιμο άρχοντα του κόσμου και διαρκή αντίχριστο. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς»[2]. Να γιατί είναι σταθερό και μόνιμο εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. 
          Να γιατί υποθηκεύεται η ζωή μας, το μέλλον των παιδιών μας, το μέλλον της πατρίδας μας.
………………………………………………………………………………………
Το κείμενο με πλάγια γραφή είναι προσθήκες δικές μας στο κήρυγμα της Ι. Μ. Δημητριάδος.
          


[1] Ιωήλ, Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης & Αλμωπίας, «Θυσία Εσπερινή», σελ. 102
[2] «Χαλασοχώρηδες» 

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Η ΚΡΙΣΗ, ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΦΡΟΝΑΣ...



Με ένα ποίημα θα ξεκινήσουμε σήμερα αδελφοί μου, προσπαθώντας να μπούμε στο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής. Ένα πασίγνωστο ποίημα του διάσημου ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη. Έχει τον τίτλο ΑΡΝΗΣΗ και μας λέει σε μια του στροφή: :
«Με τί καρδιά και τί πνοή, / τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας». / «λάθος» / «κι αλλάξαμε ζωή».
Τι μας λέει λοιπόν εδώ;
Μας λέει πως ξεκινήσαμε τι ζωή μας με όλη μας τι καρδιά, με όλο μας το είναι. Με πόθους, με πάθος, με όρεξη. Με όλες τις κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για προκοπή και επιτυχία. Ξεκινήσαμε για να πάμε μπροστά και να πετύχουμε!
Λοιπόν;
Λάθος. Λάθος οι προβλέψεις μας, λάθος οι κινήσεις μας, λάθος και τα αποτελέσματα.
Πήραμε τι ζωή μας λάθος και αλλάξαμε ζωή. Καταλήξαμε σε αποτελέσματα αντίθετα από τα αναμενόμενα. Ζητούσαμε τη δυνατόν καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή και δρέψαμε αποκαΐδια.
Και έρχεται η σημερινή εξ’  ίσου διάσημη μα και επικαιρότατη Ευαγγελική περικοπή, η του «Άφρονος πλουσίου να τα καταδείξει όλα αυτά και διά του αψευδεστάτου στόματος του Ιησού.
Ήτανε, μας λέει,  ένα πλούσιος πού έτρωγε και. Ένας πλούσιος που δε νοιαζόταν για κανέναν και για τίποτε πέρα από τον εαυτό του. Μα τη πάτησε αυτός ο άνθρωπος. Ήρθε η ώρα για να αφήσει πίσω και πλούτη και παλάτια. Πως την πάτησε; Απ’ τα παλάτια βρέθηκε σε τόπο που ούτε καν σκέφτηκε πως υπάρχει..
«Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;»
Πρόκειται για κάποιον, που περνάει ώρες έντονης αγωνίας.
Θα λέγαμε, με τα σημερινά δεδομένα, αν δε γνωρίζαμε την όλη υπόθεση, πως είναι κάποιος άστεγος, κάποιος άνεργος, κάποιος πολύτεκνος, κάποιος υπερήλικας, άρρωστος, εγκαταλελειμμένος….
Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα μάλιστα: Είναι πλούσιος τσιφλικάς.
«Πόθεν έσχε» τα πλούτη και τα τσιφλίκια του;
Με αδικίες, κλοπές, ληστείες, τοκογλυφίες. Ο Κύριος γνωρίζει…
Και βρήκε επιτέλους λύση ο άνθρωπος στο πρόβλημα του.
«Τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Βασανίστηκε, έστυψε το μυαλό του, νύχτες ολόκληρες έμεινε άγρυπνος. Και τώρα, μετά από τόσους υπολογισμούς, αναστεναγμός ανακούφισης. «Αυτό θα κάνω, θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω πολύ πιο μεγάλες. Θα συγκεντρώσω εκεί μέσα όλα τα αγαθά μου, και θα ζω ξένοιαστα και χαρούμενα. Θα έχω να τρώω και να πίνω. Δε θα με νοιάζει πλέον, ούτε και θα στεναχωριέμαι για τίποτα».
Το λάθος, για το οποί μιλήσαμε προηγουμένως.
Έδωσε καρδιά ο άνθρωπος αυτός, έδωσε, πνοή, πόθους, πάθος, στους λογαριασμούς του.. Μα έκανε λάθος λογαριασμούς. Λογάριαζε τα πλούτη του, τα έβρισκε αρκετά, πολύ αρκετά, και έμενε με τη σιγουριά μιας μακάριας ζωής. Μιας ζωής χωρίς πόνο και δάκρυα, χωρίς απολύτως καμιά ενόχληση. Αλλά και χωρίς να νοιάζονται για κανέναν και για τίποτε.
Αλλά έρχεται κάποιος αστάθμητος παράγοντας.
Η φωνή της αλήθειας. Της μόνης αλήθειας.
Έρχεται για να καταδείξει το λάθος και να τον προσγειώσει στη θλιβερή πραγματικότητα.
«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δ’· ητοίμασας τίνι έσται;»
 Την ίδια στιγμή που πίστεψε πως βρήκε την λύση, όλα γκρεμίζονται! Η φωνή του Θεού, η αδυσώπητη φωνή της αλήθειας, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα. «Άφρονα, άμυαλε, ανόητε τούτη τη νύκτα, απόψε, θα πεθάνεις. Αυτά που ετοίμασες τι θα τα κάνεις;»
Αδελφοί μου!
Ο  άφρονας πλούσιος  της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, οι ανόητοι πλούσιοι όλων των εποχών,, που τρώνε και πίνουν και ντύνονται και κανέναν δεν λογαριάζουν, είναι τύποι που δεν μας έλειψαν ποτέ. Είναι τύποι πολύ συνηθισμένοι και στα χρόνια μας! Μπορεί να είμαστε κι εμείς, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, εμείς που περιορίζουμε τα όνειρα και τις προσδοκίες μας, στο τι θα φάμεε και στο τι θα πιούμε, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον και θα τον έχουνε στη δούλεψή μας κοψοχρονιά, στο πως θα κερδίσουμε περισσότερα… Είμαστε εμείς που ούτε καν σκεπτόμαστε πως τα χρόνια μας είναι λίγα, και δεν ενδιαφερόμαστε για τίποτε περισσότερο απ’ την καλοπέρασή μας.
Λάθος. Για τούτο και τελικά αλλάξαμε ζωή.
Αδελφοί μου!
«Οι μορφές του κακού έχουν ένα κοινό παρανομαστή: την ιδιοτέλεια. Το «κοιτάζω τη δουλίτσα μου, το συμφέρον μου, τα λεφτουδάκια μου». Και η ιδιοτέλεια τρέφεται από το φόβο του θανάτου. Και ο φόβος του θανάτου μεγεθύνεται από την απουσία της ζωτικής σχέσης με τον Θεό. Έξω από τη σχέση αυτή ο άνθρωπος γαντζώνεται από την καθημερινή αμεσότητα, την κατοχή υλικών πραγμάτων, την επιβεβαίωση μέσα από την άσκηση όποιας μορφής βίας και εξουσίας, βάρβαρης ή εκλεπτυσμένης, δεν έχει σημασία. Η άντληση της ζωής από τον εαυτό μας δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει σε υπαρξιακό άγχος και πανικό, αφού αυτή η ζωή είναι τόσο περιορισμένη και εύθραυστη. Κι όσο μεγαλώνει αυτός ο πανικός, τόσο αυξάνει η άμυνα απέναντι σε ό,τι και όποιον μας πλησιάζει. Το αποτέλεσμα είναι ρήξη, βραχυκύκλωμα, σκότωση, μια πραγματική κρίση λειτουργίας της προσωπικής ύπαρξης». (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Να σημειώσουμε όμως και τούτο.
«Βεβαίως το κακό παίρνει / και / κοινωνικές μορφές που εισβάλλουν στη ζωή μας. Σήμερα μάλιστα το κακό μεταλλάσσεται συνεχώς, υποδύεται τα πιο αγαθά προσωπεία. Μπορεί να είναι η ίδια η κυβέρνηση, ο διεθνής οργανισμός, ένας ευαίσθητος σωτήρας. Βλέπετε, τα πιο κραυγαλέα ψέματα εκτοξεύονται από τους ίδιους τους ψηφισμένους ταγούς, και οι χειρότεροι φασισμοί χτίζονται πάνω στην επίφαση της κοινωνικής μέριμνας. Αυτό το κακό έρχεται να επηρεάσει τη ζωή μας. Πόσο μπορεί να την επηρεάσει; Ο ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός σε εποχές δεινές και μαύρες φώναζε: «όλα να σας τα πάρουν, τον Χριστό και την ψυχή σας δεν μπορούν να τα πειράξουν». Βεβαίως, ο Χριστός δεν δίνει συνταγές ανθόσπαρτου βίου. Δίνει σταυρό και ανάσταση. Είναι ο ίδιος το μέγα πάθος και ο μέγας πόθος, μέσα στον οποίο θεραπεύεται το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος.» (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Νάτο λοιπόν το λάθος μας το μεγάλο. Κινηθήκαμε και συνεχίζουμε να κινούμαστε σε λαθεμένους δρόμους. Το είδωλο του επαγγελματικά επιτυχημένου, του κοινωνικά αναγνωρισμένου, του καριερίστα, του πλούσιου, του τεχνοκράτη, το είδωλο ενός Θεού-εαυτού. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, ήταν (και είναι;) μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου.
Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.
Φτάσαμε να μιλάμε καθημερινά για κρίση και να μην μπορούμε πλέον να μιλήσουμε με καμιά βεβαιότητα για το αύριο.
Πιστέψαμε στα τραγούδια των σειρήνων, δε βουλώσαμε τα αφτιά μας στα ψέματά τους και απλώσαμε τα πόδια μας πιότερο απ΄ το πάπλωμα μας. Και έρχονται οι οικονομικοί δικτατορίσκοι να μας λένε με τον πιο μακάβριο τρόπο, πως είμαστε πλέον τελειωμένοι…
Λάθος λοιπόν. Και το τονίσαμε και παραπάνω. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου. Θυμηθείτε όμως τί είπε ο σατανάς στον Χριστό στην έρημο: «Θα σου δώσω τις βασιλείες του κόσμου τούτου, αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Και ο Ιησούς απάντησε: «τον Κύριό σου θα προσκυνήσεις και θα λατρέψεις». Δεν συνεχίζεται ο ίδιος πειρασμός στην ιστορία; Άραγε μιμηθήκαμε τον Χριστό; Το λάθος, όταν συνειδητοποιείται, μας χτυπά την καμπάνα για εγρήγορση. Θα καθόμαστε γονατιστοί και θα προσκυνάμε τους ηγεμονίσκους που αλωνίζουν στη χώρα μας και ζητάνε την κεφαλή μας επί πίνακι; Όσο κι αν οι Κυβερνήσεις ξεδιάντροπα ξεπουλάνε τις χώρες τους,  εμείς ας μη ξεπουλήσουμε τη ψυχή μας, τη τιμή μας, το τόπο μας, την υπόληψή μας!.