Το πρώτο Ψυχοσάββατο του έτους είναι 57 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα, ενώ το δεύτερο Ψυχοσάββατο είναι 48 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα. Το Άγιο Πάσχα είναι κινητή εορτή συνεπώς και τα Ψυχοσάββατα είναι κινητά.
-Για το 2025, το πρώτο Ψυχοσάββατο είναι στις 22 Φεβρουαρίου και το δεύτερο Ψυχοσάββατο στις 7 Ιουνίου.
- Για το 2026, το πρώτο Ψυχοσάββατο είναι στις 14 Φεβρουαρίου και το δεύτερο Ψυχοσάββατο στις 30 Μαΐου.
- Για το 2027, το πρώτο Ψυχοσάββατο είναι στις 6 Μαρτίου και το δεύτερο Ψυχοσάββατο στις 19 Ιουνίου.
Τι συμβολίζουν τα κόλλυβα
Στα Ψυχοσάββατα, όπως και στα μνημόσυνα, οι πιστοί συνηθίζουν να προσφέρουν κόλλυβαστην Εκκλησία για τις ψυχές των δικών τους ανθρώπων που δεν είναι εν ζωή. Τα κόλλυβα συμβολίζουν την κοινή ανάσταση των ανθρώπων και το σιτάρι που είναι βασικό συστατικό τους, συμβολίζει το ανθρώπινο σώμα.
Προσευχή για τους κεκοιμημένους - Ευχή των Αποστολικών Διαταγών
400 χρόνια προ Χριστού έζησε ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης. Τούτος χαρακτηρίστηκε σαν αναρχικός φιλόσοφος και χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσο για τα διδάγματά του. Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, τη λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει. Τούτος λοιπόν μια μέρα, μέρα μεσημέρι πήρε ένα φανάρι αναμμένο και κυκλοφορούσε μέσα στο πλήθος φωνάζοντας «άνθρωπον ζητώ»• ψάχνω άνθρωπο, γυρεύω άνθρωπο.
400 χρόνια αργότερα στα χρόνια του Χριστού, όταν ο Θεάνθρωπος κυκλοφορούσε ανάμεσα μας η ίδια ακριβώς ιστορία. Και πάλι μέρα μεσημέρι και πάλι μέσα στο πλήθος.
Εκεί στην προβατική πύλη του τείχους της Ιερουσαλήμ όπου και η Βηθεσδά, η κολυμβήθρα του ελέους. Ο χώρος όλος πλημμυρισμένος από λογής – λογής αρρώστους. Όλοι αυτοί, τυφλοί, ανάπηροι, παράλυτοι, περίμεναν με αγωνία κι ελπίδα να κατέβει ο άγγελος, ο απεσταλμένος του Θεού, να ταράξει τα νερά της δεξαμενής. Και τότε όποιος προλάβαινε να πέσει μέσα στα νερά την ώρα εκείνη γινόταν αμέσως καλά, από οποιαδήποτε αρρώστια κι αν έπασχε. Απ’ όλους αυτούς τους βασανισμένους αρρώστους όμως ένας άνθρωπος ξεχώριζε. Τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια παράλυτος. Κι ήταν μόνος, κατάμονος. Δεν είχε κανένα να τον βοηθήσει. Αυτόν μόλις τον αντικρίζει ο Χριστός, τον πλησιάζει και του λέει «Θέλεις να γίνεις καλά»; Και η απάντηση : «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο να με βοηθήσει να πέσω πρώτος μέσα στα νερά όταν τα κινήσει ο άγγελος. Πάντοτε κάποιος άλλος προλαβαίνει να πέσει πρώτος».
Ετούτος ο παραλυτικὸς του σημερινού Ευαγγελίου, εκφράζει ένα βασικά παράπονο. Δεν έχει κάποιον δικό του άνθρωπο για να τον βάλει μέσα στα ταραγμένα νερά. Είναι μόνος και μέσα στην μοναξιά του, υπομένει για τριάντα οκτώ χρόνια την ασθένεια του, δυστυχισμένος και ξεχασμένος. Είναι μόνος ανάμεσα σε τόσο κόσμο. Άνθρωπο δεν έχει…
2000 χιλιάδες χρόνια μετά. Σήμερα… στην εποχή μας.
Η ίδια φωνή. Το ίδιο παράπονο. Η ίδια ικεσία.
«Άνθρωπον ουκ έχω…»
Η δραματική φωνή του ανθρώπου, σήμα κατατεθέν της εποχής μας. Φωνάζει βοή¬θεια, ο άνθρωπος και ο ήχος πέφτει στο κενό. Παρά την πρόοδο, παρά τις πολυσύχναστες πόλεις, παρά τις καταπληκτικές επιστημονικές προόδους, ο άνθρωπος μένει μόνος, μένει αβοήθητος. Ζει με τα τηλέφωνα στα χέρια του, βρίσκεται συνέχεια μέσα στο διαδίκτυο, ένα παγκόσμιο παράθυρο στο κόσμο, μια συνεχή και ασταμάτητη επικοινωνία και όμως είναι μόνος. Ο καθένας ζει μόνο για τον εαυτό του. Απομονωμένοι και διασπασμένοι από το σύνολο των ανθρώπων, ζούμε μέσα σε μια απέραντη εγωκεντρική μοναξιά. Συστεγαζόμαστε και συνεργαζόμαστε. Αγκαλιαζόμαστε και διασκεδάζουμε. Τρέχουμε μαζί στις γιορτές και στα πανηγύρια. Χορεύουμε και τραγουδάμε. Ζούμε και κινούμαστε πάντα στην πολυκοσμία. Τίποτε όμως το ουσιαστικό. Η ερημιά και η μοναξιά βασιλεύουν γύρω μας κι ας συνωστιζόμαστε στους δρόμους, στα μέσα συγκοινωνίας, ακόμα, ακόμα και μέσα στις εκκλησίες. Χιλιάδες και μυριάδες άνθρωποι δίπλα μας προσπερνούν βιαστικά χωρίς καμιά διάθεση επικοινωνίας, ούτε καν για ένα χαιρετισμό. Δίχως ένα βλέμμα, χωρίς ένα χαμόγελο. Όλα συμβατικά, επιφανειακά, χωρίς ειλικρίνεια, χωρίς αν¬θρωπιά.
Η μοναξιά λοιπόν και ο δικός μας καημός και σε μεγαλουπόλεις και σε χωριά. Έχει την αίσθηση κανείς, πως βυθίζεται ολομόναχος σε μια απύθμενη ανθρωποθάλασσα. Χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν γύρω μας, όμως δεν είναι παρά απρόσωπες μονάδες μιας ποσότητας. Είναι άνθρωποι χωρίς φυσιογνωμία, χωρίς χαμόγελο. Ζούμε, αλήθεια, τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο και όμως δεν έχουμε καμιά ψυχική επικοινωνία.
Ακόμη πρέπει να δούμε πως ζούμε στην εποχή που την χαρακτηρίζει ο άκρατος υλισμός, το χρήμα, η έλλειψη αγάπης για τον συνάνθρωπο, η εκμετάλλευση του αδυνάτου, η ύψιστη υποκρισία, σε μια εποχή όπου για κάθε μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα, εφευρίσκονται χονδροειδέστατα προσχήματα και παρουσιάζονται σαν μοναδικές εφικτές λύσεις. Η ανθρωπότητα έχει βυθιστεί σε έναν άνευ προηγουμένου μεσαίωνα που προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει διέξοδο.
Στον ίδιο τούτο κόσμο πόνος παντού και δυστυχία. Αρρώστιες, δυστυχήματα, απώλειες που τα αίτια τους μπορούν να αναχθούν είτε σε ανθρώπινες δραστηριότητες και εσκεμμένες παραλείψεις είτε σε φυσικούς παράγοντες. Μολυσμένες τροφές, μολυσμένο νερό, μολυσμένος αέρας, πόλεμοι, Τσερνόμπιλ, Φουκουσίμα, Κοσλοντούϊ, αεροπλάνα που πέφτουν, τρένα που εκτροχιάζονται, τροχαία δυστυχήματα, εργατικά ατυχήματα και πολλά άλλα «κατορθώματα» της ανθρώπινης τεχνολογίας, της απανθρωπιάς, της κακίας, της αδιαφορίας, της εγκληματικότητας.
Να προσθέσουμε και την ανασφαλή καθημερινότητά μας, σε κάθε τομέα και σε κάθε στιγμή με μια πολιτεία θεατή και ανίκανη για παρέμβαση. Όταν φοβόμαστε ακόμα και να χαιρετήσουμε το συνάνθρωπό μας ή να βγούμε έξω από το σπίτι μας, όταν αντικρίζουμε με αβεβαιότητα και φόβο το άμεσο μέλλον μας, όταν βάζουμε το χέρι στον τύπο των ήλων του ξεχαρβαλώματος του τόπου μας, της πατρίδας μας, του ξεπουλήματος των πάντων, ηθών, εθών, πίστεως γλώσσας, παιδείας, οικονομίας, όταν…όταν…όταν.
«…Σ' αυτή λοιπόν τη συγκεκριμένη ευαγγελική ιστο¬ρία, τι είναι αιώνιο και διαρκές; Στο κέντρο της βρί¬σκονται σαφώς τα λόγια του παραλύτου προς το Χριστό, "άνθρωπον ουκ έχω". Αυτή είναι στ' αλήθεια ή κραυγή του ανθρώπου πού φτάνει στο σημείο να γνωρίσει την τρομακτική δύναμη του ανθρώπινου εγωισμού και ναρκισσισμού. Ο καθένας για τον ε¬αυτό του. Ψάχνοντας για το νούμερο ένα. Όλοι αυ¬τοί, όλο αυτό το πλήθος των τυφλών, αρρώστων, παραλύτων, των "εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν", πού μ' άλλα λόγια περιμένουν για βοήθεια, φροντίδα, θεραπεία, παρηγοριά. Ό καθένας όμως περιμένει μόνος του. για τον εαυτό του. Και όταν τα νερά ταράσσονται, όλοι σπρώχνονται ξεχνώντας ό ένας τον άλλο... Από την άποψη του ευαγγελίου, αυτή ή "κολυμβήθρα" είναι φυσικά μια εικόνα του κόσμου, μια εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας, ένα σύμβολο της ίδιας της οργάνωσης της ανθρώπινης συνείδησης…
…Μας λένε πώς έτσι δουλεύει ο κόσμος, τι μπορείς να κάνεις; Αυτή όμως είναι πράγματι η έ¬σχατη, αντικειμενική και επιστημονική αλήθεια για το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή; …
…Δεν αισθανόμαστε πλέον, έστω και ασυνείδητα, ασφυξία σ' έναν κόσμο πνιγμένο στο παμφάγο εγώ. Έχουμε τόσο συνηθίσει στο αίμα. στο μίσος, στη βία, και τουλάχιστον στην αδιαφορία…». (π. Αλέξανδρος Σμέμαν).
Αγαπητοί Χριστιανοί!
Πριν λίγες μέρες γίναμε μάρτυρες του τραγικού γεγονότος του πατέρα που σφαγιάστηκε τη στιγμή που έτρεχε για να μεταφέρει στο μαιευτήριο την ετοιμόγεννη σύζυγό του.
Δείγμα κι αυτό της εποχής μας. Δείγμα της εγκατάλειψής μας.
Και εμείς συνεχίζουμε να φωνάζουμε, να κραυγάζουμε «άνθρωπόν ουκ έχω». Λόγια που εκφράζουν το μέγεθος της τραγωδίας και μάλιστα μιας τραγωδίας κοινωνικής. Η δικαιολογημένη κραυγή μοναξιάς της δικής μας εποχής. Γιατί, αν μοναξιά είναι η αίσθηση της απουσίας των άλλων ανθρώπων, δυστυχώς, πολλές φορές μοναξιά είναι και η αίσθηση της παρουσίας πολλών, αλλά αδιάφορων ανθρώπων.
Αλλά. Σε όποια φάση μοναξιάς κι αν βρισκόμαστε ας μην ξεχνούμε ότι υπάρχει ο Θεός, ο οποίος με την παρουσία και την αγάπη Του σπάζει αυτή τη μοναξιά. Η διατάραξη της ισορροπίας Θεού - ανθρώπου δημιουργεί αφάνταστο πόνο και έχει αφετηρία τη διαταραχή – διακοπή των σχέσεων του ανθρώπου με το Θεό και κατάληξη τη διακοπή των σχέσεων με το συνάνθρωπο. Ο άνθρωπος τότε γίνεται ιδιαίτερα εγωιστής. Γίνεται θηρίο και καταλήγει στην αδιαφορία για τη δυστυχία και την τραγωδία του συνανθρώπου του. Προσπερνά αδιάφορα το συνάνθρωπο και τα προβλήματά του, ενώ κάποτε τον αντιμετωπίζει με τρόπο ειρωνικό, ακόμα και κυνικό!
Αδελφοί μου!
«Έχουμε και ζούμε μέσα σε μια φύση που ανασταίνεται πάγκαλη μέσα σε θείο κι άτρεμο φως, φύση που πλημμυρίζει τον εσωτερικό πλέον κόσμο του ανθρώπου από φως, που του μεταμορφώνει τα υλικά οράματα σε πνευματικά, που του εξάπτει τον ενθουσιασμό να ξαναπαλέψει με τον εαυτό του και τις εναντιότητες του βίου, που τον εμπνέει να νικήσει τον κόσμο αυτό και να τον μεταπλάσει, να τον σφραγίσει με το δικό του όραμα. Έχοντας αυτές τις καταβολές και τις δυνατότητες, γιορτάζει το Πάσχα το Έθνος μας, σαν ένα γεγονός ακένωτης ελπίδας : την νίκη του θανάτου και τον θρίαμβο της πνευματικής αιωνιότητας του ανθρώπου.
Αναμφισβήτητα, και σήμερα, στην πολυδύναμη κρίσι, το Πάσχα είναι, πρέπει να είναι το μοναδικό νεοελληνικό όραμα και βίωμα, κανόνας ζωής και δράσης, αφού σημαίνει ελευθερία, και αρμονία, αφού αποδίδει την αρετή απαραχάραχτη, αφού εκφράζει ο,τι πιο μύχιο, λυτρωτικό, αρρενωπό, καίριο έχει το Έθνος μας. Πάνω στις δυνατές καρδιές στέκεται ο Χριστός, στέκεται και πατεί η Ελευθερία». (Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ).
Ακούγοντας τη διήγηση για τη σταύρωση και το θάνατο του Χριστού, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας, με εντυπωσιάζει συνεχώς μια λεπτομέρεια της ιστορίας: η μέχρι τέλους αφοσίωση μιας χούφτας ανθρώπων, κυρίως γυναικών, για τις οποίες το ευαγγέλιο δεν λέει σχεδόν τίποτε άλλο.Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως οι μαθητές του Χριστού, όλοι τους, έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Ο Ιούδας Τον πρόδωσε. Τα πλήθη ακολουθούσαν το Χριστό ενώ κήρυττε, και όλοι περίμεναν να πάρουν κάτι απ'; Αυτόν: προσδοκούσαν βοήθεια, θαύματα και θεραπείες, περίμεναν την απελευθέρωσή τους από τη μισητή Ρωμαϊκή κατοχή, περίμεναν απ'; Αυτόν να ασχοληθεί με τις επίγειες μέριμνές τους. [...]
Δεν είναι δε το οδυνηρότερο μέρος αυτών των τελευταίων ημερών η προδοσία των στενών φίλων και μαθητών, στους οποίους ο Χριστός είχε αληθινά και ολοκληρωτικά δοθεί; Στον κήπο της Γεσθημανή, ακόμη και οι τρεις στενότεροι μαθητές Του δεν άντεξαν, αλλά αποκοιμήθηκαν ενώ ο Χριστός βρισκόταν στην τελική αγωνία, με τον ιδρώτα Του «ωσεί θρόμβοι αίματος» και προετοιμαζόταν για ένα φοβερό θάνατο. Γνωρίζουμε πως ακόμη κι ο Πέτρος, που τόσο ηχηρά είχε υποσχεθεί να πεθάνει για το Χριστό, κλονίστηκε την τελευταία στιγμή και Τον αρνήθηκε, Τον απέρριψε και Τον πρόδωσε. Και «τότε», γράφει ο ευαγγελιστής, «οι μαθηταί πάντες αφέντες αυτόν έφυγον» (Ματθ. 26, 56).
Όχι όμως όλοι, όπως αποδείχθηκε. Ο Σταυρός έφερε την ώρα της απλής ανθρώπινης αφοσίωσης και αγάπης. Αυτοί που την ώρα της «επιτυχίας» φαίνονταν τόσο απόμακροι, που δεν τους βρίσκουμε σχεδόν ποτέ στις σελίδες των ευαγγελίων, στους οποίους ο Χριστός ποτέ δεν προανήγγειλε την ανάστασή Του, και για τους οποίους τα πάντα τέλειωσαν και χάθηκαν τη νύχτα του Σταυρού, αυτοί ήταν παρέμειναν στο Σταυρό με ακλόνητη ανθρώπινη αγάπη. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει, «εισήκεισαν δε παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή» (Ιωάν. 19, 25). Αργότερα, μετά το θάνατο του Ιησού,
Οψίας δε γενομένης ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, τούνομα Ιωσήφ, ος και αυτός εμαθήτευσε τω Ιησού, ούτος προσελθών τω Πιλάτω ηττήσατο το σώμα του Ιησού, τότε ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα, και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ ενετύλιξεν αυτό σινδόνι καθαρά, και έθηκεν αυτό εν τω καινώ αυτού μνημείω ο ελατόμησεν εν τη πέτρα, και προσκυλίσας λίθον μέγαν τη θύρα του μνημείου απήλθεν. (Ματθ. 27, 57- 60).
Μια μέρα αργότερα, μετά το Σάββατο, την αυγή της τρίτης ημέρας, οι ίδιες γυναίκες ήρθαν στον τάφο, όπου σύμφωνα με το έθιμο της εποχής θα άλειβαν το νεκρό με μύρα. Ακριβώς σ'; αυτές ο αναστημένος Χριστός εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Ήταν οι πρώτες που άκουσαν απ'; αυτόν το «Χαίρετε», το οποίο πλέον έγινε για πάντα η ουσία της Χριστιανικής δύναμης. Ο Χριστός δεν είχε αποκαλύψει σ'; αυτές τις γυναίκες τα μυστήρια του μέλλοντος όπως τα είχε αποκαλύψει στους δώδεκα αποστόλους. Δε γνώριζαν ούτε το νόημα του θανάτου Του, ούτε το μυστήριο της προσεγγίζουσας νίκης Του με την ανάσταση. Γι'; αυτές ο θάνατος του δασκάλου και φίλου τους ήταν ένας απλός θάνατος, ένα τέλος, ακόμη χειρότερα, ήταν ένας τρομακτικός και επαίσχυντος θάνατος, ένα τρομερό και παράλογο τέλος. Στάθηκαν στο Σταυρό μόνο επειδή αγαπούσαν το Χριστό, και λόγω αυτής της αγάπης υπέφεραν μαζί Του. Δεν άφησαν το φτωχό, βασανισμένο σώμα Του, αλλά έκαναν όλα όσα η αγάπη κάνει πάντοτε κατά τον τελικό χωρισμό. [...]
Αυτό είναι το νόημα της Κυριακής των Μυροφόρων. Μάς υπενθυμίζει πως η αγάπη και η αφοσίωση λίγων ατόμων έλαμψε φωτεινά στο μέσο του απελπιστικού σκοταδιού. Μάς καλεί να εξασφαλίσουμε πώς σ'; αυτόν τον κόσμο η αγάπη και η αφοσίωση δε θα εξαφανισθούν, ούτε θα πεθάνουν. Κρίνει την έλλειψη θάρρους, το φόβο μας, τον ατέλειωτο και δουλοπρεπή ορθολογισμό μας. Οι μυστηριώδεις Ιωσήφ και Νικόδημος, και αυτές οι γυναίκες που πάνε στον τάφο την αυγή, καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο στα ευαγγέλια. Ακριβώς εδώ όμως είναι που αποφασίζεται η αιώνια μοίρα του καθενός μας.
Νομίζω πως σήμερα έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη να ξαναβρούμε αυτή την αγάπη και τη βασική ανθρώπινη αφοσίωση. Επειδή έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου ακόμη κι αυτά δυσφημούνται από επιβλαβείς ιδέες σχετικά με το πρόσωπο και την ανθρώπινη ζωή, που επικρατούν τώρα σ'; αυτόν τον κόσμο. Για αιώνες ο κόσμος διέθετε ακόμη εκείνη την αδύνατη, αλλά τρεμάμενη και φεγγοβόλα φλόγα της αφοσίωσης, της αγάπης και της συμπόνιας που ήταν σιωπηλά παρούσα στα βάσανα του Ανθρώπου που είχε απορριφθεί από όλους. Πρέπει δε να πιαστούμε, σαν από τελευταία κλωστή, από το καθετί που στον κόσμο μας διαθέτει ακόμη αυτό το ζεστό φως της απλής, γήινης, ανθρώπινης αγάπης. Η αγάπη δεν εξετάζει θεωρίες και ιδεολογίες, αλλά μιλά στην καρδιά και στην ψυχή. Η ανθρώπινη ιστορία πέρασε με βοή, βασίλεια υψώθηκαν και έπεσαν, πολιτισμοί φτιάχθηκαν και αιματηροί πόλεμοι έγιναν, αλλά αυτό που έμεινε αμετάβλητο πάνω στη γη και σ'; αυτή την ταραγμένη και τραγική ιστορία είναι η φωτεινή εικόνα της γυναίκας. Μια εικόνα φροντίδας, αυτοπροσφοράς, αγάπης και συμπόνιας. Δίχως αυτή την παρουσία, χωρίς αυτό το φως, ο κόσμος μας, ανεξάρτητα από τις επιτυχίες και τα κατορθώματά του, θα ήταν ένας κόσμος τρόμου. Μπορεί να ειπωθεί χωρίς υπερβολή πως η ανθρωπιά του ανθρωπίνου γένους διασώζεται και συντηρείται από τη γυναίκα, συντηρείται όχι με λόγια και ιδέες, αλλά με τη σιωπηλή παρουσία της που φροντίζει και αγαπά, και αν συνεχίζεται ακόμη η μυστηριώδης γιορτή της ζωής, παρά το κακό που επικρατεί στον κόσμο, αν ακόμη αυτή η γιορτή εορτάζεται σε κάποιο πάμφτωχο δωμάτιο, σ'; ένα γυμνό τραπέζι, τόσο χαρούμενα όσο και σ'; ένα παλάτι, τότε η χαρά και το φως αυτής της γιορτής ανήκει σ'; αυτή, στη γυναίκα, στην αγάπη και την αφοσίωσή της που ποτέ δε σβήνει. «Και υστερήσαντος οίνου...» (Ιωάν. 2, 3), αλλά όσο είναι αυτή εδώ, - η μητέρα, η σύζυγος, η νύφη -; υπάρχει αρκετό κρασί, αρκετή αγάπη, αρκετό φως για τον καθένα...
Από το βιβλίο «Εορτολόγιο- Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος» Αλέξανδρος Σμέμαν Εκδ. Ακρίτας
«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού»
Σε δυό ομάδες προσώπων αφιερώνει η Εκκλησία μας τη σημερινή Κυριακή, Τρίτη μετά το Πάσχα. Η πρώτη ομάδα είναι δυό άνδρες• ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος που πρωτοστάτησαν στην ταφή του Κυρίου. Η δεύτερη, οι μυροφόρες γυναίκες, μαθήτριες αφοσιωμένες του Χριστού, που ήλθαν «λίαν πρωί» της μιας Σαββάτων επί το μνημείον» για να αλείψουν με μύρα το σώμα του λατρευτού Διδασκάλου και που, πρώτες αυτές, άκουσαν το ευαγγέλιο της Αναστάσεως και είδαν τον αναστημένο Κύριο.
Στα ιερά αυτά πρόσωπα των ανδρών και των γυναικών και στην ηρωική πράξη τους τιμούμε μια μεγάλη αρετή: την τόλμη και το θάρρος. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του ευαγγελιστού Μάρκου για τον Ιωσήφ, ο οποίος όμως ισχύει και για τα άλλα πρόσωπα: «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού».
Πρώτος λοιπόν ο Ιωσήφ. Καταγόταν από την Αριμαθαία, μια πόλη της Ιουδαίας. Ήταν διακεκριμένο πρόσωπο της ιουδαϊκής κοινωνίας. Μέλος του συνεδρίου, πλούσιος και άνθρωπος «αγαθός και δίκαιος», «προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού». Είχε χρηματίσει μαθητής του Ιησού «κεκρυμμένος δια τον φόβον των Ιουδαίων». Στην καταδικαστική απόφαση εναντίον του Κυρίου είχε μειονοψηφήσει.
Διακεκριμένη προσωπικότητα ήταν και ο Νικόδημος. Υπήρξε Φαρισαίος, άρχων των Ιουδαίων, διδάσκαλος του Ισραήλ, μέλος του μεγάλου συνεδρίου. Άνδρας πλούσιος που ασκούσε μεγάλη επιρροή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει μια νυκτερινή συνάντηση του Νικοδήμου με τον Κύριο κι ένα θαυμάσιο διάλογο που διεξήχθη ανάμεσά τους και αναφέρεται στην αναγέννηση του ανθρώπου με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μπροστά στο Ιουδαϊκό συνέδριο ο Νικόδημος υπερασπίστηκε τον Χριστό και γι’ αυτό τον ύβρισαν σαν Γαλιλαίο.
Η δεύτερη ομάδα είναι οι μυροφόρες γυναίκες. Ανάμεσά τους περιλαμβανόταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, η Σαλώμη, μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννου και σύζυγος του Ζεβεδαίου, η γυναίκα του Χουζά Ιωάννα, οι αδελφές του Λαζάρου Μαρία και Μάρθα και άλλες αφοσιωμένες μαθήτριες. Είχαν ακούσει τα κηρύγματα του Κυρίου κατά τη διάρκεια της τριετούς δημόσιας δράσεώς Του. Τον διακονούσαν «εκ των υπαρχόντων αυταίς» Και οι περισσότερες είχαν ανεβεί από τη Γαλιλαία, ακολουθώντας τον Χριστό και συμμεριζόμενες την περιπέτεια και το σταυρικό πάθος Του.
Αυτά είναι τα ιερά πρόσωπα που τιμούμε σήμερα. Και η πράξη τους; Στους δυό πρώτους άνδρες ανήκει το έργο του ενταφιασμού του σώματος του Κυρίου. Μέσα στην εγκατάλειψη του Ιησού από τους πολλούς και τη σύγχυση και το φόβο που κατέλαβε τους ολίγους, ο Ιωσήφ καθοδηγούμενος από τη συναίσθηση του χρέους προς τον μεγάλο νεκρό θα τολμήσει, αψηφώντας τα πάντα, να παρουσιαστεί στον Πιλάτο για να ζητήσει την άδεια να ενταφιάσει το σώμα του Κυρίου. Και όταν ο Πιλάτος το επιτρέπει, ο Ιωσήφ τρέχει για ν' αγοράσει καθαρό σινδόνι και αρώματα. Μαζί με τον Νικόδημο αποκαθηλώνουν το σώμα και στη συνέχεια προσφέρουν τις τελευταίες νεκρικές τιμές προς τον αθώο κατάδικο του Γολγοθά.
Το ίδιο έργο θα επιχειρήσουν να συμπληρώσουν την επόμενη οι μυροφόρες γυναίκες, καθοδηγούμενες κι αυτές από το χρέος της αγάπης και της τιμής προς τον νεκρό Διδάσκαλο. Υπερνικώντας τη δειλία, θα ξεκινήσουν την επομένη της ταφής «όρθρου βαθέος» για τον τάφο του Ιησού προκειμένου να συμπληρώσουν τις ελλείψεις της εσπευσμένης ταφής. Όμως αντί ν' αλείψουν με μύρα το νεκρό σώμα, αντί να κλάψουν για τον νεκρό, έγιναν οι πρώτοι θεατές του κενού τάφου και, πρώτες αυτές, άκουσαν από το στόμα του λευκοφορεμένου αγγέλου το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Από μυροφόρες αξιώθηκαν να γίνουν ευαγγελίστριες. Να αναγγείλουν το γεγονός της εκ νεκρών εγέρσεως του Χριστού στους μαθητές και στον κόσμο.
Τα ιερά αυτά πρόσωπα και πιο συγκεκριμένα η ηρωική πράξη τους μας κληροδοτεί ένα υψηλό υπόδειγμα θάρρους και τόλμης. Μας αποκαλύπτει τη σημασία της μεγάλης αυτής αρετής μέσα στη χριστιανική μας ζωή.
Χρειάζεται θάρρος, πρώτ' απ' όλα, για να πιστέψει κανείς. Ιδιαίτερα σήμερα, στην εποχή μας, που η απιστία απειλεί να γίνει της μόδας• που η άρνηση παίρνει και δίνει• που ο υλισμός και ο ευδαιμονισμός κυριαρχεί στη ζωή των περισσοτέρων ανθρώπων. Θάρρος και τόλμη χρειάζεται και για να ομολογήσουμε σήμερα το Χριστό. Να δώσουμε μέσα στη σύγχρονη κοινωνία τη χριστιανική μαρτυρία μας. Όταν τον σταυρώνουν, εμείς να έχουμε το θάρρος, όπως ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, να τον αποκαθηλώσουμε. Όταν οι πολλοί τον ξεχνούν, εμείς να τρέξουμε, όπως οι μυροφόρες, κοντά Του.
Αγαπητοί αδελφοί,
Σήμερα λοιπόν τιμούμε τους ανθρώπους πού αποδείχθηκαν πιστοί, εκείνους πού ενώ ήσαν αδύναμοι δεν το έβαλαν στα πόδια και εκείνους που μπροστά στην ήττα και την τραγωδία ανα¬δείχθηκαν πιστοί μαθητές. Ας τους θυμόμαστε, όχι μόνο όταν βλέπουμε πόσο δοξάστηκαν, όπως σήμερα στη Θεία Λειτουργία, αλλά και για να ρωτούμε τον εαυτό μας: Μοιάζουμε, σε κάποιο βαθμό, με οποιονδήποτε από αυτούς; Όταν ο Χριστός μοιάζει ηττημένος, έχω τη δύναμη να κάνω ένα βήμα μπροστά και να πω «είμαι κι εγώ μαθητής Του»,…
Κι ακόμα, ας το σκεφθούμε: Είναι εύκολο να είμαστε μαθητές του Χριστού όταν είμαστε, στην ασφάλεια των χώρων όπου δεν υπάρχει διωγμός, ούτε κίνδυ¬νος απόρριψης, ούτε το μαρτύριο, ούτε καν το ενδεχόμενο να πέσουμε θύματα γελοιοποίησης ή κοροϊδίας.
Ας σκεφθούμε τους εαυτούς μας όχι σε σχέση με τον Χριστό μόνο άλλα και σε σχέση με τους αδελφούς μας, επειδή ο Χριστός είπε ότι ό,τι κάνουμε στον ελάχιστο, τον πιο ασήμαντο από αυτούς, το έχουμε κάνει στον Ίδιον.
Ας αναρωτηθούμε πώς συμπεριφερόμαστε όταν κάποιος παραμερίζεται, λοιδορείται, απο¬διώχνεται ή καταδικάζεται από την κοινή γνώμη. Βρίσκου¬με τη στιγμή εκείνη το θάρρος να πούμε, «ήταν και παραμένει φίλος μου, είτε τον αποδέχεστε είτε όχι»; Δέον υπάρχει πιο αξιόπιστο μέτρο πιστότη¬τας από εκείνη την πιστότητα που εκδηλώνεται τη στιγμή της ήττας. Ας το σκεφθούμε αυτό, γιατί όλοι υφιστάμεθα την ήττα, και με τόσους πολλούς τρόπους! Όλοι αγωνιζόμαστε, με όση δύναμη έχουμε -λίγη ή πολλή- για να είμαστε αυτό που πρέπει, και παρόλα αυτά υπολειπόμαστε όλη την ώρα. Δεν θα 'πρεπε άραγε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον όχι μόνο με συμπάθεια, άλλα και με την πιστότητα του φίλου που είναι διατεθειμένος να σταθεί κοντά σ' εκείνον που πέφτει, που εκπίπτει της χάριτος, που αποτυγχάνει να φθάσει στο δικό του ιδανικό, που διαψεύδει τις ελπίδες και τις προσδοκίες που είχαμε εναποθέσει επάνω του; Στις ώρες αυτές, ας στεκόμαστε δίπλα του, ας είμαστε πιστοί καί ας αποδεικνύουμε ότι ή αγάπη μας δεν εξαρτάτο από την ελπίδα της νίκης άλλα ήταν ένα δώρο από τα βάθη της καρδιάς μας, δώρο «δωρεάν», δώρο χαρούμενο και υπέροχο.
Είναι κανείς από μας Ιωσήφ από Αριμαθαίας, είναι κανείς από μας Νικόδημος, και μπορούμε να πούμε ότι μοιάζουμε στις Μυροφόρες, τις οποίες ούτε οι ανάγκες, ούτε η ήττα, ούτε ο θάνα¬τος του Χριστού μπόρεσε να τις χωρίσει από Αυτόν; Κανείς μας δεν μοιάζει απόλυτα με όλους αυτούς. Ας διδαχτούμε όμως από αυτούς και ας προσπαθήσουμε να αυξηθούμε σε πιστότητα, μιμούμενοι εκείνους• εκείνους πού Τον διακόνη¬σαν , εκείνους πού στάθηκαν δίπλα Του την ώρα της ήττας...
Λίγες ώρες προ του επιγείου τέλους ο Κύριος
απευθύνεται στους μαθητές του. Μιλά, νουθετεί, εμψυχώνει, υπόσχεται και
προσεύχεται. Προσεύχεται και κουβεντιάζει με τον Πατέρα.
Αυτές ακριβώς τις στιγμές πόθος του είναι να
κατανοήσουν οι μαθητές του και μετέπειτα Απόστολοι, να καταλάβουν ότι ό,τι
είδαν και ό,τι θα δουν, ό,τι συνέβη και ό,τι θα συμβεί δεν είναι απλά και
τυχαία γεγονότα. Είναι η εκπλήρωση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο.
Βέβαια οι μαθητές δεν μπόρεσαν να καταλάβουν.
Την ίδια μέρα θ’ αρχίσουν να διασκορπίζονται. Άλλος προδίδει, άλλος απαρνείται,
όλοι επιστρέφουν εις τα ίδια.
Διαβάζουμε στην αγία
Γραφή ότι ο προφήτης Ηλίας, κάποια στιγμή, νόμισε ότι δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος
στον κόσμο, εκτός από τον εαυτό του, που να πιστεύει στο Θεό και ν’ αγωνίζεται
για το άγιο θέλημά του. Βλέποντας τη γενική κατάπτωση και αποστασία των
ανθρώπων του καιρού του απελπίστηκε, απογοητεύτηκε και γεμάτος παράπονο
κραύγασε στο Θεό· «Υπολέλειμμαι εγώ μονώτατος» (Γ΄ Βασ. 19,10). Κύριε
απέμεινα τελείως μόνος μου· κανένα άλλο δεν βλέπω να πιστεύει στο όνομά σου.
Βέβαια ο προφήτης Ηλίας έπεσε έξω στις εκτιμήσεις του. Ο Θεός του απεκάλυψε ότι
υπήρχαν 7.000 ακόμη πιστοί, που δεν «έκλιναν γόνυ τω Βάαλ»
…Ο Κύριος,
αγαπητοί Χριστιανοί, μας σημειώνει για τη σημερινή μέρα ο εν Αγίοις πατήρ ημών
Γρηγόριος ο Παλαμάς, κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας πριν από το πάθος,
δεικνύει στους μαθητές ότι η εκλογή των αξίων της πίστεως δεν θα γίνει μόνο
ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά και ανάμεσα στους Εθνικούς.
Έρχεται,
λοιπόν, ο Κύριος σε μια πόλη της Σαμάρειας που λέγεται Σιχάρ. …Εκεί ήταν η πηγή
του Ιακώβ, το πηγάδι που εκείνος είχε ανοίξει. Κουρασμένος ο Κύριος από την
οδοιπορία κάθισε μόνος του δίπλα από το πηγάδι, γιατί οι μαθητές του πήγαν να
αγοράσουν τροφές. Εκεί έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να πάρει νερό και ο
Κύριος διψώντας ως άνθρωπος, της ζήτησε νερό. Αυτή αντελήφθηκε από την εμφάνισή
του ότι ήταν Ιουδαίος και θαύμασε πως ένας Ιουδαίος ζητά νερό από την εθνική
Σαμαρείτιδα. Αν γνώριζες, της είπε, τη δωρεά του Θεού, ποιος είναι αυτός που
σου ζητά να πιει νερό, εσύ θα του ζητούσες και θα σου έδινε ζωντανό νερό. Ο
Κύριος επιβεβαίωσε ότι αν γνώριζε θα γινόταν μέτοχος πραγματικά ζωντανού νερού,
όπως έπραξε και απόλαυσε αργότερα όταν το έμαθε, ενώ το συνέδριο των Ιουδαίων
που έμαθαν σαφώς, σταύρωσαν τον Κύριο της δόξης.
Ένας
παράλυτος τριανταοκτώ χρόνια φωνάζει: Βοήθεια! Κανένας δεν τον ακούει. Η φωνή του πέφτει στο κενό. Ό καθένας κοιτάζει τη βολή του….
Και ο παράλυτος του σημερινού
Ευαγγελίου ζούσε διπλό δράμα. Όχι μόνο την
παράλυση του μα και την εγκατάλειψη του
κόσμου. Γνωστοί, φίλοι, συγγενείς, οι πάντες, τον είχαν εγκαταλείψει!Γι' αυτό, όταν τον ρώτησε ό Χριστός αν
ήθελε να γίνει καλά, του είπε με παράπονο, ναι, μα δεν έχω άνθρωπο για να με βοηθήσει. Φωνάζω: Βοήθεια, κανείς δε μ’ακούει.
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου,
Πάσχα, εκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί εκ γής πρός ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς
διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας»
.
Με της Ανάστασης το θαύμα, το παγκόσμιο και το
αιώνιο, γεμίζει και πάλι η πλάση ολόκληρη, αγαπητοί Χριστιανοί.
Με της Ανάστασης την ασύγκριτα μεγάλη, την ανείπωτη
χαρά, γεμίζουν οι καρδιέςμας και τα
στήθη μας φουσκώνουν και θεριεύουν και παίρνουν δύναμη περίσσια ώστε σ’ όλο τον
κόσμο ν’ ακουστεί και την κτίση συθέμελα να ταρακουνήσει η επινίκια ιαχή:
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ.
«Ας χαρούμε ψυχικά κι ας
ευφρανθούμε πνευματικά τούτη τη μέρα. Ας διακηρύξουμε στα πέρατα της οικουμένης
την Ανάσταση του Σωτήρος μας, ή για να πω καλύτερα τη δική μας σωτηρία.
Γιατί με την Ανάσταση
του Χριστού ο Άδης συνταράσσεται, ο διάβολος, πενθεί, η αμαρτία νεκρούται, τα
πονηρά πνεύματα εκδιώκονται, οι άνθρωποι οι οποίοι ζουν στη γη ανεβαίνουν ήδη
στον ουρανό, οι ευρισκόμενοι στον Άδη νεκροί απελευθερώνονται από τα δεσμά του
διαβόλου και καθώς ευρίσκονται κοντά στο Θεό λένε στο διάβολο. Πού βρίσκεται
Άδη το κέντρο σου; Αίτιος δε για την αγία αυτή εορτή και πανήγυρη είναι για μας
ο Χριστός, που είναι και ο πρόξενος όλων των άλλων ιδικών μας καλών».(Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ).
Χαρείτε λοιπόν αδελφοί
μου.
Σημαία
λευτεριάς κυματίζει στο κενό μνημείο. Ο Άδης «στένων βοά» και τρέμει σύγκορμος
γιατί αλύπητα ποδοπατήθηκε. Τώρα οι νεκροπόλεις σε κοιμητήρια μεταβλήθηκαν και
η χαρά βασιλεύει εκεί πέρα .Τώρα διαλύθηκε το σκοτάδι, το ψεύδος νικήθηκε, η
κατάρα νεκρώθηκε, ο διάβολος κατατροπώθηκε. Τώρα τα πάντα γέμισαν Φως.
«Νύν
πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε καί γή, καί τά καταχθόνια, εορταζέτω γούν
πάσα κτίσις, τήν Έγερσιν Χριστού, εν ή εστερέωται».
«Τώρα,
εξηγεί ο Άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, κατά την σημερινήν ημέραν της Αναστάσεως
του Κυρίου δεν είναι άλλα μέρη του κόσμου πεφωτισμένα, και άλλα εσκοτισμένα,
αλλά όλα ομού χωρίς καμίαν εξαίρεσιν είναι γεμάτα και πεπληρωμένα από το νοητόν
φως του αναστάντος Δεσπότου, και υπέρ τον ήλιον εξαστράπτοντος, ο ουρανός ,
λέγω, και τα εν τω ουρανώ πάντα, η γη και τα εν τη γη πάντα, και τα
σκοτεινόμορφα δε μέρη του άδου και αυτά σήμερον είναι φωτεινόμορφα. Δια τούτο
ας μη εορτάζει μόνη η γη και τα εν τη γη, ουδέ μόνος ο ουρανός και τα εν τω
ουρανώ, ουδέ μόνα τα καταχθόνια, αλλά όλη ομού η κτίσις, η ουράνιος, η επίγειος
και η καταχθόνιος ας εορτάζει την Ανάστασιν του Χριστού, με το φως του οποίου
εφωτίσθησαν, ελαμπρύνθησαν και τόσον ευεργετήθησαν…».
Γέμισε
φως ο ουρανός, γέμισε φως η γη, γέμισαν φως τα υποκάτω της γης. Γέμισε φως η
πλάση ολάκερη. Γέμισαν φως και οι καρδιές των ανθρώπων. Ο Χριστός το φως το
αληθινό σκόρπισε απλόχερα το δικό Του το καθάριο το αμόλευτο φως, κι έλαμψε η
οικουμένη.
«Φως εκ
φωτός έλαμψεν τω κόσμω…». Γι’ αυτό και ο Ι. Χρυσόστομος γεμάτος από ιερό
ενθουσιασμό και θεία ευφροσύνη αναφωνεί:
«Σήμερον εν γη
χαρά σήμερον εν ουρανώ χαρά…Νυν σκιρτώσιν Άγγελοι νυν χαίρουσι Αρχάγγελοι νυντα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ μεθ’ ημών εορτάζει την
παρούσαν εορτήν».