Τρίτη 28 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ - ΑΓΙΟΣ ΙΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΜ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

 Γ.Π. Σωτηρίου

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος ανήκει στη χορεία των Νεομαρτύρων Αγίων. Μαρτύρησε υπέρ Χριστού του Θεού στη Μυτιλήνη την 17η Φεβρουαρίου του 1795, σε ηλικία 21 έτους. Μετά από τους βασανισμούς των Τούρκων και την μαρτυρική τελευτή του, ενταφιάσθηκε εντός μιας Εκκλησίας της Μυτιλήνης, καλουμένης Παναγίας Χρυσομαλλούσας.

Το σεπτό Λείψανο του Αγίου Θεοδώρου, επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιερεμίου (1798), μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου, μετεφέρθη εν αγνοία των τουρκικών αρχών, καί εναπετέθη ευλαβώς στην κρύπτη του Ιερού Βήματος του Μητροπολιτικού ναού, όπου παρέμεινε επί 34 έτη, δηλαδή μέχρι του έτους 1832…

Από του έτους τούτου γνωρίζουμε τον Άγιο Θεόδωρο ως Προστάτη και Πολιούχο της Μυτιλήνης και της Λέσβου γενικότερα. Η θανατηφόρος πανώλη, η οποία εμάστιζε την Μυτιλήνη κατά το έτος τούτο (1832), επί μητροπολίτου Μυτιλήνης Πορφυρίου, καί η οποία, κατά δεκάδας έρριπτε στους τάφους τούρκους καί χριστιανούς, ανεξαρτήτως τάξεως καί ηλικίας, ανάγκασε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την πόλη, για τον φόβο της μολύνσεως, καί να φύγουν στους πέριξ της πόλεως λόφους. Φόβος καί τρόμος καί σκιά θανάτου εκάλυπτε τα πάντα για αρκετό χρόνο. Και οι αρχές ακόμη αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη, για τον φόβο της μολύνσεως, καί να φύγουν στους πέριξ της πόλεως λόφους. Στην πόλη έμειναν οι ασθενείς καί όσοι τους περιποιόνταν, βέβαιοι ότι και σ’ αυτούς θα μετεδίδετο η φοβερά ασθένεια.

Συνεργεία ιατρών εστάλησαν από την Κωνσταντινούπολη καί πάντα τα μέτρα ελήφθησαν, χωρίς εν τούτοις να υποχωρήσει η πληγή της θανατηφόρου πανώλης. Αλλά τους Αγίους αυτού «εθαυμάστωσεν ο Κύριος». Ό,τι δεν μπόρεσαν να επιτύχουν τα πολυπληθή συνεργεία των ιατρών καί τα φάρμακα καί τα λαμβανόμενα προληπτικά μέτρα, κατόρθωσαν να επιτύχουν οι προς τον Κύριον πρεσβείες του Νεομάρτυρος Θεοδώρου.

Σε αυτές τις κρίσιμες ημέρες, καί δη την νύκτα της Παρασκευής της α’ εβδομάδος των νηστειών, ενεφανίσθη εν ονείρω ο Άγιος στον τότε πρωτοσύγκελο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης καί Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καί του παρήγγειλε να ειπεί στον Μητροπολίτη να συγκαλέσει τους χριστιανούς από τις εξοχές καί τα προάστια, στα οποία είχαν καταφύγει, να προσέλθουν όλοι στον Μητροπολιτικό ναό, να γίνει ολονύκτια εκεί δέηση προς τον Θεό, καί να εξαχθεί καί το Λείψανο του Αγίου από της κρύπτης. Ο πρωτοσύγκελος Καλλίνικος δεν έδωκε σημασία στο όνειρο. Αλλά μετά από μία εβδομάδα, καί πάλι την νύκτα της Παρασκευής, το ίδιο όνειρο, ζωηρότερο αυτή την φορά, συνταράσσει τον Καλλίνικο καί η μορφή του Αγίου αυστηρότερα τον επιπλήττει για την αμέλεια καί αδιαφορία, την οποίαν επέδειξε ως προς την εκτέλεση της παραγγελίας του.

Αμέσως αυτή την φορά ανακοίνωσε ο Πρωτοσύγκελος στον Μητροπολίτη την εντολή του Αγίου. Πάραυτα ο Μητροπολίτης επισκέπτεται τον τούρκο διοικητή της πόλεως καί ζητεί παρ’ αυτού άδεια όπως επιτρέψει την τέλεση της αγρυπνίας. Προθυμότατα εν απογνώσει ο διοικητής, χορηγεί την προς τούτο άδεια. Καί οι «Κράχτες» εσπευσμένως καλούν τους χριστιανούς στην ολονύκτιο δέηση. Διαμαρτύρονται οι ιατροί για την χορήγηση της αδείας, φοβούμενοι την εκ του συνωστισμού μετάδοση της ασθενείας. Πλην όμως, τα πλήθη των χριστιανών μετά θερμής πίστεως προσέρχονται καί προσεύχονται μέχρι πρωίας για την υγεία τους. Τις πρωινές ώρες, Μητροπολίτης καί Πρωτοσύγκελος κατέρχονται στην κρύπτη του Ιερού και εξάγουν το ιερό Λείψανο του Αγίου καί εν πομπή περιφέρουν τούτο πέριξ του Ναού. Οι προσευχές των χριστιανών καί οι πρεσβείες του Αγίου ενώνονται καί ως θυμίαμα ευώδες κατευθύνονται προς τον Κύριο των δυνάμεων.

Απ’ εκείνης της ώρας ουδείς θάνατος εσημειώθη. Η πόλη ονόμασε τον Άγιο Θεόδωρο, Πολιούχο. Τούρκοι καί Χριστιανοί εξεδήλωσαν παντοιοτρόπως την ευγνωμοσύνη τους προς τον Θεό καί τον προστάτη Άγιο.

Έκτοτε το σεπτό Λείψανο παραμένει στο κεντρικό κλίτος του Μητροπολιτικού Ναού καί αποτελεί τιμαλφή θησαυρό της Εκκλησίας της Μυτιλήνης, ο δε άγιος Θεόδωρος τιμάται ως Πολιούχος της Λέσβου.

Σε ανάμνηση του θαύματος τούτου από του 1936, προνοία του αειμνήστου μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου καθιερώθηκε και επικυρώθηκε δια βασιλικού διατάγματος της 8-5-1937, ειδική παλλεσβιακή πανήγυρης, (ανακομιδή του ιερού Λειψάνου και της κατ’ αυτήν διασώσεως της πόλεως από της πανώλους), εορταζομένη μετά πάσης λαμπρότητος δια πανδήμου λιτανεύσεως του ιερού Λειψάνου, την 4ην Κυριακή του Πάσχα, ήτοι Κυριακή του Παραλύτου.


Βιβλιογραφία: «Ο Άγιος Θεόδωρος ο Βυζάντιος, Πολιούχος Μυτιλήνης» του Γ. Π. Σωτηρίου.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 

Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία –ταφή και ανάσταση– είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*)

Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει.

Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα.

Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά –η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες.

Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά.

Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη.

Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε.

Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν:

Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο.

Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του.

Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα.

Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους.

Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.

Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.

(*) Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα καί τη θεότητα του Κυρίου.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/agiologio-eortologio/kyriaki-twn-myroforwn/

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Ομολογία Πίστεως

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
(Ιωάν. κ΄ 19-31)  (Πραξ. ιβ’ 1-11)

Ομολογία Πίστεως

“ο Κύριός μου και ο Θεός μου”
Χριστός Ανέστη.   
Κλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές (απουσίαζε ο Θωμάς).  Και αυτό γιατί τους διακατείχε μεγάλος φόβος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Κυρίως μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος. Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Αναστάσεως ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία για το τί έπρεπε να πράξουν.  Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: “Ειρήνη υμίν”. Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο.  Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί, θα συνεχιζόταν. Για να τους στηρίξει στην πίστη και να μην τους αφήσει περιθώρια αμφιβολιών, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του για να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.
Παρών και ο Θωμάς
“Μεθ’ ημέρας οκτώ” στον ίδιο χώρο του υπερώου ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιεί νέα εμφάνιση, παρόντος τώρα και του Θωμά.  Όταν είχε έλθει του διηγήθηκαν οι άλλοι μαθητές τα όσα συνέβησαν.  Εκείνος από υπερβολικό ζήλο για να συναντήσει τον Κύριο τους είπε: “Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων,  και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω”. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο μαθητής του Κυρίου δεν έσπευσε να ψηλαφίσει τις πληγές του Διδασκάλου του διότι η “απιστία” του, αν μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι, ήταν καλή σύμφωνα με τα όσα μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ο εσωτερικός κόσμος του Θωμά δεν διέλαθε της προσοχής του Παντογνώστη Κυρίου.  Φαινόταν καθαρά η καλή προαίρεσή του και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε απέναντι στον Διδάσκαλό του.  Έτσι ο Χριστός αφού του απηύθυνε τον ίδιο χαιρετισμό, είπε αμέσως στον Θωμά: “Φέρε τον δάκτυλό σου εδώ και βάλε το χέρι σου στην πλευράν μου και μήν μένεις άπιστος αλλά γίνε πιστός”.
Ο Κύριος του μίλησε τόσο απλά και ήρεμα που ο Θωμάς συγκλονίστηκε από τα βάθη της ψυχής του.  Δονήθηκαν τόσο όμορφα οι χορδές της καρδιάς του που στην πιο αυθεντική έκφραση μουσικής μελωδίας, απέδωσαν τη σωτήρια ομολογία: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”. 
Η ομολογία αυτή του Θωμά που είναι ομολογία πίστεως στην Θεότητα του Κυρίου μας, μπορεί να αποδίδεται και από τις χορδές της δικής μας καρδιάς και να εκφράζεται σαν πράξη καθημερινής ζωής.  Αυτό σημαίνει ότι η ομολογία του Θωμά μπορεί να αντανακλάται στην καθημερινή μας ζωή ως μια γεννήτρια πίστεως που να μας υποκινεί να επαναλαμβάνουμε κι εμείς με τον δικό μας τρόπο: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.
Αγαπητοί αδελφοί, η  ομολογία αυτή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο φραστικά αλλά θα πρέπει να λειτουργεί σαν  οδοδείκτης στην πορεία του κάθε ορθόδοξου Χριστιανού που ακολουθεί για να ενωθεί με το Θεό.  Η αναγνώριση της θεότητας του Αναστημένου Κυρίου πραγματοποιείται ιδιαίτερα μετά από την άξια συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο. το οποίο μας προσφέρει σε κάθε Θεία Λειτουργία ως ευκαιρία για να συνδεθεί το θνητό με το αθάνατο, το φθαρτό με το άφθαρτο. Γι αυτό και μετά τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας διακηρύσσουμε ότι “είδομεν το Φως το αληθινόν” που μπορεί να παραλληλισθεί με το “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
PrintFriendly and PDFhttp://churchofcyprus.org.cy