Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ:



Ένα
ερώτημα θα μπορούσαμε να θέσουμε σήμερα στην εορτή των Θεοφόρων Πατέρων της
Α  Οικουμενικής Συνόδου, ένα ερώτημα που
απαντά στην ερώτηση;   Πως στερεώθηκε η
αληθινή πίστη στο Χριστό. Η απάντηση είναι πως η αληθινή πίστη στερεώθηκε με το
αίμα των αναρίθμητων Μαρτύρων· με τη διδασκαλία των Θεοφόρων Πατέρων και με τις
αδιάλειπτες προσευχές των Ασκητών της Εκκλησίας μας.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ   ΕΔΩ

Παρασκευή 21 Μαΐου 2021

ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Για τρία θαύματα ακούσαμε σήμερα στο αποστολικό και στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα, που αφορούν την θεραπεία δύο αρρώστων και την ανάσταση ενός νεκρού.Ο Απόστολος Πέτρος με την δύναμη του Χριστού, θεραπεύει τον Αινέα και ανασταίνει την Ταβιθά, μία γυναίκα στολισμένη με το πνευματικό στολίδι της ελεημοσύνης και των έργων της αγάπης. Ο ίδιος ο Χριστός, όπως ακούσαμε στο Ευαγγέλιο θεράπευσε έναν Παράλυτο ο οποίος ήταν καθηλωμένος τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια στο κρεβάτι του πόνου βασανιζόμενος από την ανυπόφορη ασθένειά Του.
    Το ερώτημα που αναφύεται ακούγοντας γι΄ αυτά τα 3 θαύματα είναι εύλογο : Τι χρόνια να ήταν τότε, και τι άνθρωποι ήταν εκείνοι που ζούσαν την εποχή αυτή, ώστε να γίνονται τέτοια θαύματα;Ούτε οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί, ούτε και τα χρόνια ήταν καλύτερα από τα δικά μας. Τότε ήταν ανάγκη να γίνονται μεγάλα θαύματα (χωρίς αυτό να σημαίνει πως και σήμερα δεν γίνονται) διότι ο λόγος Του Χριστού επιβεβαιωνόταν από το θαύμα των Αποστόλων για να πείθονται οι άνθρωποι για την αλήθεια του κηρύγματος και να στερεώνονται στην πίστη. Διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο ότι μετά Την Ανάσταση οι Δώδεκα μαθητές κήρυξαν το Ευαγγέλιο παντού και ο Κύριος συνεργούσε (συνεργαζόταν θα λέγαμε) μαζί τους και βεβαίωνε τον λόγο τους με θαύματα που ακολουθούσαν ύστερα από το κήρυγμα. Βλέπουμε λοιπόν ότι τότε, ήταν ανάγκη πνευματική να γίνονται θαύματα  «σημεία» δηλ. ασυνήθιστα και μεγάλα.
   Σήμερα δεν υπάρχει αυτή η ανάγκη, όμως κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος μπορεί να διαπιστώσει ότι και σήμερα γίνονται θαύματα, μόνο που μερικά από αυτά τα βλέπεις με τα μάτια της ψυχής κυρίως και όχι του σώματος. Επιτρέπει ο Θεός να συμβαίνουν αυτά τα εξαίσια γεγονότα τα οποία προκαλούν τον θαυμασμό μας και μας βοηθούν να διαπιστώσουμε την πρόνοια του Θεού η οποία μας ακολουθεί και μας σκεπάζει. Στην ζωή του Χριστιανού δεν έχουν θέση ούτε η τύχη, ούτε η σύμπτωση, σχετικά με διάφορα γεγονότα που μας συμβαίνουν. Αλλά πίσω απ΄ όλα αυτά πρέπει να βλέπουμε την φροντίδα και την πρόνοια Του Θεού ο οποίος παρακολουθεί την ζωή μας και μας προστατεύει. Πολλές φορές είναι φανερή η παρέμβαση του Θεού, και άλλες φορές αφανής. Και στις δύο περιπτώσεις οι λόγοι είναι πνευματικοί.
   Το Μεγαλύτερο όμως θαύμα είναι η Εκκλησία. Το πώς ιδρύθηκε, το πώς διαδόθηκε, το πώς νίκησε τον κόσμο το πώς θριαμβεύει, το πώς σώζει τον άνθρωπο και αγιάζει όλη την κτίση, το πώς από την γη μας μεταφέρει στον ουρανό, είναι μερικά ερωτήματα τα οποία πρέπει να μας απασχολήσουν για να διαπιστώσουμε την Μεγάλη αλήθεια : ότι όσο πιο πολύ βαθαίνουμε την σκέψη μας στα έργα του Θεού, τόσο πιο πολύ ανακαλύπτουμε τα θαυμάσια του Θεού, και τόσο πιο πολύ στερεώνουμε την πίστη μας επαναλαμβάνοντας με τον προφήτη Δαυίδ εκείνο που έλεγαν όλοι οι αληθινά σοφοί και επιστήμονες : «Κύριε , ο Κύριος ημών ως θαυμαστόν Το όνομά Σου εν πάση τη γη». ΑΜΗΝ.     

http://www.in-agiounikolaoutouneou.gr

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

ΤΑΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙΣ ΓΥΝΑΙΞΙ

ΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ;


(ΑΓΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ)







Πρώτη δημοσίευσις 4/05/2014 





«...Πρῶτον λοιπόν ζήτημα ἔχομεν πόσες ἦταν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἐπῆγαν εἰς τόν Τάφον τοῦ Χριστοῦ μέ τά μύρα; Καί λέγομεν εἰς αὐτό ὅτι πολλές καί διάφοροι εἶναι αἱ Μυροφόρες πλήν οἱ κυριώτερες  Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἑπτά. Αὐτές δέ ἦταν οἱ ἑξῆς:


Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.

Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.

Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).

Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.

Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).  Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.

Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.
Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

Ἐδιαλύσαμεν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τό πρῶτον ζήτημα. Ἄς ἔλθωμεν τώρα καί είς τό δεύτερον»...





(Δαμασκηνοῦ Στουδίτου - Μητροπολίτου Ἄρτης)

(Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄, σελ. 38.
Ὅρα καί «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ» 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ






Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα Του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους Πάθους καί φρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μύρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδή ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι’ ἔλαβαν ἀπό τό Πιλάτο τό Δεσποτικό Σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό τοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο κι’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας -κατά τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο- ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού καθόταν ἀπέναντι τοῦ Τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα. Δέν παρευρισκόταν ὅμως μόνον αὐτές, ἀλλά καί πολλές ἄλλες γυναῖκες ὅπως ἀναφέρουν οι Εὐαγγελιστές Λουκας καί Ματθαῖος. (Λουκ. η΄, 3 - Ματθ. κζ΄, 55)

Ἐπειδή λοιπόν αὐτές οἱ γυναῖκες ἐκήρυξαν μετά σθένους τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστού καί συνέβαλον κατά πολύ εἰς τήν ἀψευδῆ διακήρυξη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Μυστηρίου τή Πίστεώς μας, ἐτάχθη παρά τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ὅπως μετά τήν Κυριακή του Θωμά, νά ἑορτάζουμε τῶν Ἁγίων αὐτῶν γυναικῶν τήν μνήμη, διότι ΠΡΩΤΕΣ αὐτές εἶδον τόν Χριστόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν καί πρός πάντας ἐκήρυξαν τό σωτήριο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τήν κατά Χριστόν πολιτείαν μετῆλθον ἀρίστως.





 



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος, ὅτε δέ καί τούς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα σοι.

Δόξα.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπό τοῦ ξύλου καθελών, τό ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρά εἰλήσας καί ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο, ἀλλά τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Καί νῦν.
Ταῖς Μυροφόροις Γυναιξί, παρά τό μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τά μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός δέ διαφθορᾶς ἐδείχθης ἀλλότριος, ἀλλά κραυγάσατε. Ἀνέστη ὁ Κύριος, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. 
Ἦχος ὁ αὐτός. Αὐτόμελον.
Τό Χαῖρε ταῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τόν θρῆνον τῆς Προμήτορος Εὔας κατέπαυσας τῇ Ἀναστάσει σου Χριστέ ὁ Θεός, τοῖς Ἀποστόλοις δέ τοῖς σοῖς, κηρύττειν ἐπέταξας. Ὁ Σωτήρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Μυροφόρων θεῖος χορός, Ἰωσήφ εὐσχήμων, καί Νικόδημος ὁ σεπτός, οἱ μύροις τό σῶμα ἀλείψαντες Κυρίου, καί τούτου τήν ἁγίαν, ἰδόντες ἔγερσιν.

Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ Επί τω Αγίω Πάσχα

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ


Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

Επί τω Αγίω Πάσχα 

Ι Α Κ Ω Β Ο Σ

ελεώ και χάριτι Θεού

Επίσκοπος καί Μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως

Μυτιλήνης, Ερεσσού καί Πλωμαρίου

 

Προς

τον Ιερόν Κλήρον

τις Μοναστικές Αδελφότητες

καί τον ευλογημένον Λαόν της Επαρχίας μας,

Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά καί περιπόθητα,

 

 

Η Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού είναι η πεμπτουσία της χριστιανικής μας πίστεως. Είναι ό ασάλευτος βράχος επάνω στον οποίο στηρίζεται το οικοδόμημα της Εκκλησίας. Είναι η νίκη της Ζωής έναντι των δυνάμεων του σκότους καί τής απώλειας.

Γι' αυτό καί δεν υπάρχει θαμαστότερο καί συγκλονιστικότερο γεγονός από την Ανάσταση τού Χριστού τόσο ως ιστορικό γεγονός όσο καί ως βιωματικό κυρίως και εμπειρικό από τα μέλη τής 'Εκκλησίας, που έμαθαν να πορεύονται '' εν Χριστώ Αναστάντι '. ....Εκ γαρ θάνατοι1 προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν Χρίστος ο θεός ημάς διεβίβασεν... " ( Ωδή Α' ) ψάλλουμε χαρμοσύνως αυτές τίς άγιες καί πανευφρόσυνες ήμερες στην Εκκλησία μ6\ς καί στους Ιερούς Ναούς μας, διατρανώνοντας μέσα από βάθη τής ψυχής μας και τής καρδιάς μας ότι ό θάνατος νικήθηκε από τον Ζωοδότη Χρίστο. Ό διάβολος συνετρίβη με τη Σταυρική Του θυσία καί την Ένδοξη Ανάστασή Του. Οι δυνάμεις τού σκότους υποχώρησαν βλέποντας τον Χριστό " τω απροσίτω φωτί τής Αναστάσεως εξαστράπτοντα ''( Ωδή Α' ). Άλλωστε, γι' αυτό ήλθε ό Χρίστος στη γη . Όχι απλά για να μας προσφέρει μια νέα διδασκαλία, πού όντως το έκαμε, αλλά για να συντρίψει το κράτος τής φθοράς και της αμαρτία^,, η οποία γεννά τον θάνατο, διότι " ή αμαρτία απολεσθείσα αποκυεί θάνατον (Ιακ. 1,15). Να μας μεταβιβάσει με άλλα λόγια από τα κάτω στα άνω.

Η πτώση των πρωτοπλάστων αποτελεί εκείνο το ορόσημο που γέννησε την αμαρτία στον ορατό κόσμο, διότι πρωτίστως είχε συντελεστεί στον αόρατο αγγελικό χώρο με τον Εωσφόρο, που είναι η αιτία και ή γέννηση του κακού. Ή ανυπακοή του ανθρώπου στο θέλημα του Θεού έφερε το θάνατο με αποτέλεσμα να συμπαρασύρει καί όλη την κτίση σ' αυτό το αποτέλεσμα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ό Απόστολος Παύλος: " Οίδαμεν γαρ ότι η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι τού νυν "( Ρωμ. 8, 22 ).  του δε αυτή να πορεύεται εις το έξης μόνο βιολογικά και όχι εκκλησιαστικά, ευχαριστιακά καί αναφορικά σε Εκείνον άνοιξε την αυλαία της τραγωδίας του. Ή επιλογή του, δηλαδή το να μην συνδέεται αγαπητικά με τον Άγιο Τριαδικό Θεό, σίγουρα τον νεκρώνει πνευματικά, τον νεκρώνει ψυχικά, τον παραλύει εσωτερικά.

Προσλαμβάνοντας , εντούτοις, ό Χρίστος θνητή καί παθητή σάρκα , ο Μόνος Αναμάρτητος, "κατήλθε εν τοις κατωτάτοις της γης καί συνέτριψε μοχλούς αιωνίους '' ( Ώδη ΣΤ' ). Ή Ανάσταση τού Χριστού μας μηνύει ότι " τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα" ( Β' Κορ. 5, 17 ). Ή γη καί ο ουρανός συμφιλιώθηκαν. Ό Θεάνθρωπος Ιησούς Χρίστος μάς λύτρωσε από τον αιώνιο θάνατο και μάς χάρισε την αθανασία. Το Τίμιο Αίμα Του που έχυσε πάνω στο Σταυρό " υπέρ ημών " μάς " εξηγόρασε εκ της κατάρας τού νόμου " ( Κάθισμα Μ. Πέμπτης ). Μάς απεγκλώβισε από τη δυναστεία τού διαβόλου καί μάς έδωσε τη δυνατότητα να πορευθούμε το δρόμο τής αρετής καί τής αγιότητος.

Ενώ, λοιπόν, έχουμε το μέγεθος τέτοιας δωρεάς, τέτοιας προσφοράς, τέτοιας παρακαταθήκης και ευλογίας, η επίμονη του ανθρώπου να θέλει να χειραγωγείται από τα παρά φύση πάθη του καί τίς αδυναμίες του είναι παραλογισμός και τραγωδία. Ενώ ή φωνή τής Εκκλησίας μάς καλεί συνεχώς να " προσκυνούμε τον Σταυρό του Χριστού καί να " υμνούμε καί να δοξάζουμε την Αγίαν Ανάστασίν Του'' , μεταφερόμενοι από τα επίγεια στα ουράνια, εμείς επιλεγούμε να προσκυνούμε καί να δοξάζουμε ως θεούς τις ιδέες μας, τίς θεωρίες μας, τα ποικιλόμορφα πάθη μας, τις αδυναμίες μας, την ύλη καί τα ανθρώπινα πρόσωπα. Να εκπίπτουμε από πρόσωπα σέ άτομα. Να δουλεύουμε στον εγωϊσμό καί τη φιλαυτία μας, πού αποτελούν την αιτία τού '' κάθε θανάτου

Ζώντας όχι σταυρικά καί άρα αναστάσιμα αλλά ηδονικά, αμαρτωλά καί άρα γήινα, φράζουμε μόνοι μας το δρόμο για την ουράνια πορεία μας, θέλοντας να ξεχνάμε ότι ή αγάπη στον Αναστάντα Χριστό καί τον πλησίον μάς ανεβάζει στον ουρανό και μας ανοίγει τίς πύλες τού Παραδείσου . Γινόμαστε αυτόχειρες, όταν Λησμονούμε, '' ότι από το θάνατο έχουμε περάσει στη ζωή καί αυτό το ξέρουμε επειδή αγαπάμε τους αδελφούς μας. Αυτός πού δεν αγαπάει τον αδελφό του παραμένει στο θάνατο. Όποιος μισεί το αδελφό του είναι ανθρωποκτόνος, καί ξέρετε πώς κανένας φονιάς δεν έχει συμμετοχή στην αιώνια ζωή " (Α' Ίω. 3,14 - 15 ). Ό μεγάλος Ντοστογιέφσκι στους αδελφούς Καραμάνο δίνοντας τον ορισμό με το στόμα τού στάρετς Ζωσιμά : " Τί είναι ή κόλαση;' ", ρωτάει ό Ζωσιμάς καί απαντάει ό ίδιος ότι είναι " το μαρτύριο τού να μην αγαπάει κανείς ".

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Η Ανάσταση τού Χριστού είναι ή ελπίδα μας και ή παρηγοριά μας. Είναι η καταφυγή μας καί ή σωτηρία μας. Είναι ό τρόπος εκείνος πού μάς αναβιβάζει διά των Αγίων Μυστηρίων καί τής προσωπικής μας ασκήσεως από τα φθαρτά στα άφθαρτα καί αιώνια. Ιδιαιτέρως δε αυτές τίς δύσκολες ή μέρες, τίς οποίες διέρχεται ή ανθρωπότητα και ή πατρίδα μας λόγω τής συνεχιζόμενης πανδημίας, ας παρακαλέσουμε τον Αναστάντα Κύριό μας να δώσει σύντομα την υγεία στους αδελφούς μας, οι όποιοι υποφέρουν στο κρεββάτι τού πόνου, να στηρίζει καί να ενδυναμώνει τούς συγγενείς, τα φιλικά τους πρόσωπα, τούς ιατρούς καί τούς νοσηλευτές καί να αναπαύσει όσους απεδήμησαν εις Χριστόν εξαιτίας αυτής τής θανατηφόρου ασθενείας, ευδοκώντας σύντομα για την λήξη της.

 

Χριστός Ανέστη

Διάπυρος προς τον Αναστάντα Χριστόν

Ευχέτης όλων σας



Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Ε´ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ





ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ 



ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ



Η αμαρτωλή ζωή κι η θαυμαστή άσκηση της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της οποίας η Εκκλησία σήμερα επιτελεί την μνήμη, πάντα μας διδάσκει πολλά και μάλιστα στην εποχή μας, που οι άνθρωποι, κυνηγώντας χωρίς φραγμούς την ευτυχία, έχουν ριχθεί "απηλγηκότες" σε κάθε είδους υλική και σαρκική απόλαυση.


Εκείνο που μένει πάντα μέσα από την τέτοια ικανοποίηση των παθών είναι η πικρία και η μεταμέλεια - ένα άδειασμα κι ένα κενό μέσα στον άνθρωπο.


Χαρά σε κείνους που κι όταν φθάσουν στο κατώτατο σκαλοπάτι του κακού, δεν πέφτουν σε απόγνωση, μα με την βέβαιη ελπίδα της σωτηρίας παίρνουν τον δρόμο του γυρισμού.


Κάποιο σημείο πάντα δείχνει την κλήση του Θεού σε μετάνοια "ήψατο γαρ των οφθαλμών της καρδίας μου λόγος σωτηρίας", γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων για την Οσία Μαρία.


Και τότε "όπου επλεόνασεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις".

Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.



Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της.


Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι, ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.



Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της.


Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές.


Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».




Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό.


Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου.


Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και πήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την Ιερά Μονή του Βαπτιστού, στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.


Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.




Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.



Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταῖς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντάς μοι ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής, της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις με χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μεῖναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».




Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.



Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.



Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεῖν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».




Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς, που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.



Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.



Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.



Αυτόν τον κανόνα εφήρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.



Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».




Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.


Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.




Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.


Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.



Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.



Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το «Σύμβολο της Πίστεως» και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».




Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.


Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξόν μοι, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τῇ  ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξόν μοι δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὗ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἐπάξιος».


Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τάς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολάς ὅρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τῇ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.



Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὅδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.



Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοῖς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστῶτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της.


Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοῖς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της.


Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια άσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.




Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».

 
 

Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ’ ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.

Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπήσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε’ Κυριακή των Νηστειών.



Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾶ τῷ ἱερῷ, ὠράθης ἐν τῇ ἐρήμω, Μαρία Ὁσία Μῆτερ μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
 
 Έτερον Απολυτίκιον. Ήχος πλ. δ’.Εν σοι Μήτερ ακριβώς διεσώθη το κατ’ εικόνα· λαβούσα γαρ τον σταυρόν, ηκολούθησας τω Χριστώ, και πράττουσα εδίδασκες, υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ· επιμελείσθαι δε ψυχής, πράγματος αθανάτoυ· διο και μετά Αγγέλων συναγάλλεται, Οσία Μαρία το πνεύμά σου.

Κοντάκιον.
Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Η πορνείαις πρότερον, μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστού νύμφη σήμερον, τη μετανοία εδείχθης, Αγγέλων την πολιτείαν επιποθούσα, δαίμονας, Σταυρού τω όπλω καταπατούσα, δια τούτο βασιλείας, εφάνης νύμφη Μαρία πάνσεμνε.

Μεγαλυνάριον.Αίγυπτον φυγούσα την των παθών, δάκρυσιν εκπλύνεις, αμαρτίας τον μολυσμόν, και εν τη ερήμω, του Ιορδάνου Μήτερ, ως άγγελος Μαρία, όντως ηγώνισαι.

Πέμπτη 8 Απριλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος!

Γιατί η Εκκλησία τοποθετεί αυτόν τον Άγιο στο μέσον της νηστείας, ωσάν την πιο άγια εικόνα, ώστε να ατενίζουν όλοι σε Αυτόν;

Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Ποιος είναι αυτός; Είναι ο άνθρωπος που εβίωσε και έγραψε την Κλίμακα του Παραδείσου, που εβίωσε την ανάβασι του ανθρώπου από την κόλασι μέχρι τον Ουρανό, μέχρι τον Παράδεισο. Αυτός εβίωσε την κλίμακα από την γη μέχρι τον Ουρανό, την κλίμακα που εκτείνεται από τον πυθμένα της κολάσεως του ανθρώπου μέχρι την κορυφή του παραδείσου. Εβίωσε και έγραψε. Άνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Άνθρωπος που οδήγησε την ψυχή του εις τας οδούς του Χριστού, που την οδήγησε ολόκληρη από την κόλασι στον παράδεισο, από τον διάβολο στον Θεό, από την αμαρτία στην αναμαρτησία, και που θεόσοφα μας περιέγραψε όλη αυτή την πορεία, τι δηλαδή βιώνει ο άνθρωπος πολεμώντας με τον κάθε διάβολο που βρίσκεται πίσω από την αμαρτία.

Με την αμαρτία μας πολεμάει ο διάβολος, και μένα και σένα, αδελφέ μου και αδελφή μου. Σε πολεμάει με κάθε αμαρτία. Μην απατάσαι, μη νομίζης πως κάποια μικρή και ασθενής δύναμις σου επιτίθεται. Όχι! Αυτός σου επιτίθεται! Ακόμη κι’ αν είναι ένας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ότι αυτός ορμά κατεπάνω σου. Λογισμός υπερηφανείας, κακής επιθυμίας, φιλαργυρίας,... ένα αναρίθμητο πλήθος λογισμών έρχεται κατεπάνω σου από όλες τις πλευρές. Και συ, τι είσαι εσύ;

Ω, Κλίμακα του Παραδείσου! Πώς, πάτερ Ιωάννη, μπόρεσες να στήσης αυτή την κλίμακα του Παραδείσου ανάμεσα στην γη και στον Ουρανό; Δεν την έσχισαν οι δαίμονες, δεν την έκοψαν, δεν την έσπασαν; Όχι!... Η νηστεία του ήταν μια φλόγα, μια φωτιά, μια πυρκαγιά. Ποιος διάβολος θα την άντεχε; Όλοι έφυγαν πανικοβλημένοι, όλοι οι δαίμονες έφυγαν κυνηγημένοι από την ένδοξη και θεία του προσευχή, όλοι οι δαίμονες έφυγαν τρομοκρατημένοι από την νηστεία του, όλοι οι δαίμονες εξαφανίσθηκαν από την πύρινη, την φλογερή, προσευχή του.

Η Κλίμακα του Παραδείσου! Τι είναι αυτή; Είναι οι άγιες αρετές, οι άγιες ευαγγελικές αρετές: η ταπείνωσις, η πίστις, η νηστεία, η πραότης, η υπομονή, η αγαθότης, η καλωσύνη, η ευσπλαχνία, η φιλαλήθεια, η αγάπη στον Χριστό, η ομολογία του Χριστού, τα παθήματα χάριν του Χριστού. Αυτές και άλλες πολλές άγιες καινοδιαθηκικές αρετές. Κάθε εντολή του Χριστού, αδελφοί μου,· αυτό είναι αρετή. Την τηρείς; Την εφαρμόζεις; Π.χ. την εντολή του περί νηστείας την τηρείς, την εφαρμόζεις; Η νηστεία είναι αγία αρετή, είναι σκαλοπάτι της κλίμακος από την γη στον Ουρανό. Η νηστεία, η ευλογημένη νηστεία, όπως και όλη η κλίμακα από την γη στον Ουρανό.

Κάθε αρετή είναι ένας μικρός παράδεισος. Κάθε αρετή τρέφει την ψυχή σου, την κάνει μακαρία, κατεβάζει στην ψυχή σου θεία, ουράνια ανάπαυσι. Κάθε αρετή είναι ένα χρυσό και διαμαντένιο σκαλοπάτι στην κλίμακα της σωτηρίας σου, στην κλίμακα που ενώνει την γη με τον Ουρανό, που εκτείνεται από την δική σου κόλασι μέχρι τον δικό σου παράδεισο. Γι’ αυτό καμμία από αυτές δεν είναι ποτέ μόνη της. Η πίστις στόν Κύριό μας Ιησού Χριστό δεν είναι ποτέ μόνη της. Εκδηλώνεται με την προσευχή, με την νηστεία, με την ελεημοσύνη, με την ταπείνωσι, με τα παθήματα χάριν του πλησίον. Όχι μόνο εκδηλώνεται αλλά και ζει κάθε αρετή, επειδή υπάρχει η άλλη αρετή. Η πίστις ζει με την προσευχή, η προσευχή ζει με την νηστεία, η νηστεία τρέφεται με την προσευχή, η νηστεία τρέφεται με την αγάπη, η αγάπη τρέφεται με την ευσπλαχνία. Έτσι κάθε αρετή ζει διά της άλλης. Και όταν μία αρετή κατοικήσει στην ψυχή σου, όλες οι άλλες θα ακολουθήσουν, όλες σιγά-σιγά από αυτήν θα προέλθουν και θα αναπτυχθούν δι’ αυτής και μαζί με αυτήν.

Ναι, η κλίμακα του Παραδείσου εξαρτάται από σένα. Πες ότι νηστεύω με φόβο Θεού, με ευλάβεια, με πένθος, με δάκρυα. Μετά όμως τα παρατάω. Να, άρχισα να κτίζω την κλίμακα και εγώ ο ίδιος την γκρέμισα, την έσπασα. Εσύ πάλι, εσύ, νηστεύεις συχνά, εγκρατεύεσαι από κάθε σωματική τροφή. Αλλά να, τον καιρό της νηστείας αφήνεις να κατοικήσει στην ψυχή σου η αμαρτία, να σπείρωνται στην ψυχή σου διάφοροι ακάθαρτοι λογισμοί, επιθυμίες. Σε σένα ανήκει να τους διώχνεις αμέσως μακρυά σου με την προσευχή, το πένθος, την ανάγνωση ή με οποιαδήποτε άλλη άσκησι. Αλλά, αν εσύ, ενώ νηστεύεις σωματικώς, τρέφεις την ψυχή σου με κάποια αμαρτία ή με κάποιο κρυφό πάθος, να! εσύ, ενώ αρχίζεις να χτίζεις ένα-ένα τα σκαλοπάτια της νηστείας από την γη προς τον Ουρανό, εσύ ο ίδιος πάλι τα γκρεμίζεις, τα καταστρέφεις.

Η νηστεία απαιτεί ευσπλαχνία, ταπείνωσι, πραότητα. Όλα αυτά πάνε μαζί. Είναι σαν ένα συνεργείο οικοδόμων, των οποίων αρχηγός είναι η προσευχή. Αυτή είναι ο αρχιμάστορας, ο αρχιτέκτονας, ο αρχιμηχανικός της πνευματικής μας ζωής, των πνευματικών μας εφέσεων, της κλίμακος που θα στήσουμε μεταξύ γης και Ουρανού. Η προσευχή κατέχει την πρώτη θέσι. Όταν η προσευχή εγκατασταθεί στην καρδιά σου και αυτή φλέγεται από αδιάλειπτη δίψα για τον Κύριο, όταν Αυτόν συνέχεια βλέπει, Αυτόν συνέχεια αισθάνεται, τότε με την προσευχή εισάγεις στην ψυχή σου όλες τις άλλες αρετές. Τότε ο μηχανικός (η προσευχή) έχει άριστους τεχνίτες, κτίζει γρήγορα-γρήγορα θαυμάσιες κλίμακες από την γη μέχρι τον Ουρανό, τις κλίμακες των σταδιακών σου αναβάσεων προς τον Θεό, προς την τελειότητά Του. Όταν έχεις δύναμι, δυνατή προσευχή, τότε καμμία νηστεία δεν θα σου είναι δύσκολη, τότε καμμία αγάπη δεν θα σου είναι αδύνατη. Αγία ευαγγελική αγάπη!

Η προσευχή αγιάζει τα πάντα μέσα σου, την κάθε άσκησί σου, τον κάθε λογισμό σου, την κάθε αίσθηση σου, την κάθε διάθεσί σου. Προσευχή! Δύναμις θεϊκή, την οποία μας έδωσε ο Κύριος για να αγιάζουμε ο,τιδήποτε εναγές μέσα μας, στην ψυχή μας. Η προσευχή σε ενώνει με τον Πανεύσπλαχνο Κύριο, και Αυτός εκχέει μέσα στην καρδιά σου την συμπάθεια για κάθε άνθρωπο, για τον αμαρτωλό, για τον αδελφό πού είναι αδύναμος όπως και συ, που πέφτει όπως και συ, αλλά και πού μπορεί να σηκωθεί όπως και συ· που του χρειάζεται όμως η δική σου βοήθεια, η αδελφική σου βοήθεια, η προσευχητική σου βοήθεια, η εκκλησιαστική σου βοήθεια. Τότε, όταν δώσεις βοήθεια, χωρίς αμφιβολία θα κτίσεις την δική σου κλίμακα, την κλίμακα που οδηγεί από την κόλασί σου στον παράδεισό σου· τότε, με βεβαιότητα στην καρδιά θα ανεβαίνεις από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, από αρετή σε αρετή, και θα φθάσεις έτσι στην κορυφή της κλίμακος, στον Ουρανό, θα αποβιβασθείς στον Ουρανό, θα αποβιβασθείς στον ουράνιο Παράδεισο.

Όλα τα έχουμε, και συ και εγώ: εννέα Μακαρισμοί, εννέα άγιες ευαγγελικές αρετές. Αυτό είναι το ευαγγέλιο της νηστείας, το ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος. Αρετές, αδελφοί, μεγάλες αρετές. Τις δύσκολες ασκήσεις της νηστείας, της προσευχής, της ταπεινώσεως, ο Κύριος τις παρουσίασε ως Μακαρισμούς. Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών (Ματθ. ε΄ 3)...

Η ταπείνωσις! Αυτή είναι η αρχή της χριστιανικής ζωής, αυτή είναι η αρχή της πίστεώς μας, αυτή είναι η αρχή της αρετής μας, αυτή είναι η αρχή της αναβάσεώς μας προς τον Ουρανό, αυτή είναι το θεμέλιο της κλίμακός μας. Κύριε, εγώ είμαι ένα τίποτα, Εσύ είσαι το παν! Εγώ τίποτα, Εσύ το παν! Ο νους μου είναι τίποτα μπροστά στον δικό Σου Νου, το πνεύμα μου είναι τίποτα μπροστά στο Πνεύμα Σου, η καρδιά μου, η γνώσις μου... ώ! τίποτα, τίποτα, μπροστά στην γνώσι Σου Κύριε! Εγώ, εγώ, μηδέν, μηδέν... και πίσω από αυτό αναρίθμητα άλλα μηδενικά. Αυτό είμαι εγώ μπροστά Σου, Κύριε.

Η ταπείνωσις! Αυτή είναι η πρώτη αγία αρετή, η πρώτη χριστιανική αρετή. Όλα αρχίζουν από αυτήν...

Αλλά οι Χριστιανοί αυτού του κόσμου, που οικοδομούμε την κλίμακα της σωτηρίας μας, πάντοτε κινδυνεύουμε από τις ακάθαρτες δυνάμεις. Ποιες είναι αυτές; Οι αμαρτίες, οι αμαρτίες μας, τα πάθη μας. Και πίσω από αυτές ο διάβολος, ... Όπως οι άγιες αρετές οικοδομούν την ουράνια κλίμακα μεταξύ Ουρανού και γης, έτσι και οι αμαρτίες μας φτιάχνουν μία σκάλα για την κόλασι. Κάθε αμαρτία. Αν υπάρχουν αμαρτίες στην ψυχή σου, πρόσεχε! Αν κρατάς μίσος στην ψυχή σου μια, δυο, τρεις, πενήντα μέρες, πρόσεξε να δεις σε τι κόλασι έχει μεταβληθεί η ψυχή σου. Το ίδιο κι αν κρατάς θυμό, φιλαργυρία, αισχρή επιθυμία... Και συ, τι κάνεις; Πραγματικά, μόνος σου φτιάχνεις μια σκάλα για την κόλασι.

Αλλά ο Αγαθός Κύριος μας δίνει θαυμαστό παράδειγμα. Να, στο μέσον της νηστείας, προβάλλει τον μεγαλώνυμο, τον θαυμάσιο, τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος. Όλος λάμπει από τις άγιες ευαγγελικές αρετές. Τον βλέπουμε πώς ανεβαίνει γρήγορα και σοφά την κλίμακα του Παραδείσου, την οποία έστησε ανάμεσα στην γη και στον Ουρανό. Ως διδάσκαλος, ως άγιος οδηγός, μας δίνει την Κλίμακά του σε μας τούς Χριστιανούς ως πρότυπο για να ανεβούμε από την κόλασι στον Παράδεισο, από τον διάβολο στον Θεό, από την γη στον Ουρανό...

Εύχομαι ο ελεήμων και μέγας άγιος πατήρ ημών Ιωάννης της Κλίμακος... να μας χειραγωγεί στους αγώνες μας εναντίον όλων των αμαρτιών μας με στόχο τις άγιες αρετές· να οικοδομήσουμε και εμείς με την βοήθειά του την δική μας κλίμακα και ακολουθώντας τον να φθάσωμε στην Βασιλεία των Ουρανών, στον Παράδεισο, όπου υπάρχουν όλες οι ουράνιες αναπαύσεις, όλες οι αιώνιες χαρές, όπου μαζί του εκεί θα δοξάζουμε τον Βασιλέα όλων εκείνων των αγαθών, τον Αιώνιο Βασιλέα της Ουρανίου Βασιλείας, τον Κύριο Ιησού Χριστό, Ώ, η δόξα και η τιμή νυν και αεί και εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(+) π. Ιουστίνου Πόποβιτς, ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (1965)