Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

    Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!




Η σκλάβα

Άνοιξε τα φτερούγια σου,άχολο περιστέρι,και θα να πας γι’ αγάπη μουσε μακρινό σεφέρι.5Είναι μακρύς ο δρόμος σου,θα φύγεις μοναχό σου·άπλωσε το φτερό σουκαι σύρε στο καλό.

Και σα διαβείς τα σύγνεφα10και σαν τα διαπεράσεις,και μέσα εκεί που κάθονταιτ’ αστροπελέκια φθάσεις,θυμήσου, περιστέρι μου,μη σου καεί το ράμμα15οπού βαστάει το γράμμακαι πέσει και χαθεί.

Και σαν ιδείς τα κύματααπό ψηλά ν’ αφρίζουνκαι να χτυπούν, να βόγκουνε,20τη γη να φοβερίζουν,μη γελαστείς, πουλάκι μου,να πας εκεί σιμά τους·τα δόλια τα νερά τουςθα βρέξουν τη γραφή.

25Είναι τα κύματ’ άσπλαχνα,πάντα νερό διψούνεκι επάνω σου θα πέσουνε,σκληρά να καταπιούνετα δάκρυα που εστάξανε30εις το χαρτί μου επάνω.Αχ! κάλλιο να πεθάνωπαρά να μη τα ιδεί.

Κι ανίσως και στο δρόμο σουψηλά μες στον αιθέρα,35πιστό περιστεράκι μου,την άνοιξη μια μέρατα χιλιδόνια τ’ άχαρααν τύχει κι απαντήσεις,να μου τα χαιρετήσεις40μ’ ένα γλυκό φιλί.

Και να τους πεις πού βρίσκομαι,πως η καρδιά μου τρέμει,πως χάνονται τα νιότα μουσε τούρκικο χαρέμι.45Και πες το παραθύρι μουνα μη το λησμονήσουνκαι να ’λθουνε να στήσουνσιμά μου μια φωλιά.

Κι ανίσως κι αποστάσανε50και τα βρεις δειλιασμένακι από χειμών’ ανέλπιστοτα ιδείς κυνηγημένα,θυμήσου, περιστέρι μου,τη ράχη σου να στρώσεις55και τα φτερά ν’ απλώσειςσαν καραβιού πανιά.

Κι εκεί που θ’ αρμενίζετεκαι θα κρυφομιλείτεκαι μυστικά τον πόνο σας60καθένα θα διηγείται,θυμήσου, περιστέρι μου,να πεις στα χιλιδόνιαπως έφυγαν δυο χρόνιαοπού είμαι στη σκλαβιά.

65Κι εκεί που πρωτοφθάσουνεκι εκεί που πρωταράξουννα παν να πουν στ’ αδέρφια μουνα ’λθούνε να μ’ αρπάξουν,και κάθ’ αυγή στο λάλημα70κι εμέ να μελετάνε,και να τους ενθυμάνεπως είμαι στην Τουρκιά.

Τότε να τρέξεις γρήγορακαι συ, περιστεράκι,75να πας επάνω στ’ Άγραφα,στο κλέφτικο γιατάκι,και νά βρεις την αγάπη μουτο Λάμπρο, τη ζωή μου,και δώσε τη γραφή μου80κι ένα φιλί κρυφά.

Και πες του χαιρετίσματανα μη με λησμονήσει,πως είμαι νια κι είμ’ όμορφησαν το νερό στη βρύση,85και πως με κινδυνεύουσικαι πως με τυραγνούσικαι χίλιοι καρτερούνεμια μόνη μου ματιά.

Κι ανίσως και τα νιότα μου90ακόμα τα θυμάται,κι ανίσως και σαν όνειρομε βλέπει σαν κοιμάται,πες του, περιστεράκι μου,να ζώσει το σπαθί του,95κι η μαύρ’ η Αρετή τουτρομάζει τη σκλαβιά.

Τ’ αγιούλι του αν το κόψουνεκαι του το μυριστούνε,τα ρόδα μου αν αχνίσουνε100κι ανίσως μαραθούνε,να μη μὄχει παράπονονα μη τονε πικραίνει…Τα νιότα τα μαραίνεισκλαβιά και μοναξά.


ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς


Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

                                               Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένολέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. «Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα, μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία. 5Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα, έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρατου κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα, βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα. Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο, 10και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο, περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμουνα ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου. Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα, μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα, 15και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω, με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη· τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι. Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι20θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…» 

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος. Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. 25Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν, και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν, καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνετη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε. 

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα30χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέραν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει. 

«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις; Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις, 35αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνειςκαι με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;… Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω». 

«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος40χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος. Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με, έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με. Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη, σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη. 45Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια… Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια… Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μουτο περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μουτα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη… 50Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη· καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, γίγαντας στέκω εμπρός σου!» 

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή τουεκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του. 55Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνεισα να ’ταν από χιόνι. Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη, η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένειστον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα60που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα. 


[1872*]  ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς


Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

                                            Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου,τα φτερωτά σου τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπό σουνα μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,όσες μάς δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;…5Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει,πατέρα, ένα χαμόγελο;… Γιατί να μη σπαράζειμέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σουούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;…

Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι10το λυτρωτή τους χαιρετούν… Η θάλασσ’ αγριωμένηαπό μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμαφιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα,που σε κρατεί στα σπλάχνα του… Θυμάται την ημέρα,οπού κι αυτή στον κόρφο της σαν τρυφερή μητέρα,15πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε… Θυμάται στο λαιμό σουτο ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σουτ’ άτιμα τα ραπίσματα… το βόγκο… τη λαχτάρα…του κόσμου την ποδοβολή… Θυμάται την αντάρα…την πέτρα που σου εκρέμασαν… τη γύμνια του νεκρού σου…20το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου…Δεν ελησμόνησε τη γη που σὄγινε πατρίδα,ούτε το χέρι που εύσπλαχνο μ’ ολόχρυση χλαμύδατη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδαρμένη,όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν’ οι ξένοι25το αίμα σου έγλειφαν κρυφά στα νύχτα του φονιά σου… *Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου…Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο,τ’ ανάστησε η αγάπη μας κι εδώ μαρμαρωμένοθα στέκει ολόρθο, ακλόνητο κι αιώνιο θε να ζήσει,30να ’ναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ Ανατολή και Δύση…

Πενήντα χρόνοι επέρασαν σα να ’τανε μια μέρα!…Για σας οπού είσθε αθάνατοι φεύγουν γλυκιές, πατέραπετούν οι ώρες άμετρες στου τάφου το λιμάνι…Για μας… και μόνη μια στιγμή αρκεί να μας μαράνει…35Πενήντα χρόνοι επέρασαν κι ακόμ’ η ανατριχίλαβαθιά μάς βόσκει την καρδιά… Με τα χλωρά τα φύλλαανθοβολεί κι ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σουυψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σουμε των ανθών τη μυρωδιά και με το καρδιοχτύπι40του κόσμου που εζωντάνεψες… Γέροντα τί σου λείπει;…Πώς μας θωρείς ακίνητος;… Πού τρέχει ο λογισμός σου;…Ποιός είν’ ο πόθος σου ο κρυφός και ποιό το μυστικό σου;…

Είχαν ξυπνήσει ανέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοικι από το γερο-Δούναβη ώς τ’ άγριο Κακοσούλι45έβραζε γη και θάλασσα… Σεισμός, φωτιά, τρομάρα,σπαθί και ψυχομάχημα και δάκρυ και κατάρα…Εβρόντουν κι άστραφταν παντού τα κλέφτικα λημέρια…Γοργά του Χάρου εθέριζαν τ’ αχόρταγα τα χέρια,κι ήτον ο πόλεμος χαρά· τα φονικά, παιχνίδια…50Μεμιάς θολώνουν του Όλυμπου τα χιονισμένα φρύδιακαι μαύρα νέφη απλώνονται στου Κίσσαβου τη ράχη…Ανατριχιάζουν τα κλαριά και τα νερά κι οι βράχοιμένουν παράλυτα, νεκρά, σα να ’χε διαπεράσεικρυφό μαχαίρι αυτήν τη γη κι εσκότωσε την πλάση…

55Είχε προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένοσα σύγνεφο με το βοριά και μαυροφορεμένο,σκοτίδιασε τον ουρανό με τα πλατιά φτερά του,και με φωνή που εξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του,ερέκαξε κι εβρόντησε… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…60Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύματο φλογερό το μήνυμα κι από ένα τέτοιο κρίμαεφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σουεθέριεψε, εζωντάνεψε τ’ άτιμο το σχοινί σου65κι έγινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου…Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδείς τα θαύματά σου;…

Αναστυλώνεται ο Μοριάς… Η Ρούμελη μουγκρίζει…Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει…Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι…70Διαβαίνει μαύρ’ η άνοιξη… Τα ρόδα μας, οι κρίνοιλησμονημένοι τήκονται, και τα πουλιά σκιασμένααφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα…Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζειτου Γένους το ξημέρωμα… Πάσα ματιά του σφάζει…75Διωγμέν’ από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα,χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμανα μείνουν ακυνήγητα… Κι ο Χάρος δεκατίζει…Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει…Φλόγα παντού και σίδερο… δε θ’ απομείνει λώθρα…80Στην Κιάφα νεκρανάσταση… στου Πέτα καταβόθρα…Πέτρα δε μένει ασάλευτη… κλαρί χωρίς κρεμάλα…Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου ΛάλαΚι όταν το χέρι εχόρταινε κι έπεφτε στομωμένονα ξανασάνει το σπαθί στη θήκη αποσταμένο,85εφώναζε ο αντίλαλος… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!».

Φριμάζουν τα Καλάβρυτα… Καπνίζει το Ζητούνικι η Μάνη η ανυπόταχτη τεντώνει το ρουθούνισαν το καθάριο τ’ άλογο, να μυρισθεί τ’ αγέρι90που, ταχυδρόμος τ’ ουρανού, με τα φτερά του φέρειτου Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του…Ο γιος τ’ Ανδρούτσου στη Γραβιά στυλώνει το κορμί τουκι επάνω του, σα να ’τανε θεόχτιστο κοτρόνι,συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ Βριόνη95Φεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στη Σάμοκαι κάθε κύμα πὄρχεται να ξαπλωθεί στον άμμοξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει… «Πολεμάρχοι!…Εκδίκηση… άσπλαχνη… παντού… Κρεμούν τον Πατριάρχη!»…

Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι100του Μπότσαρή του την ψυχή για να σε προσκυνήσεισου στέλλει αιματοστάλαχτη… Στον τάφο του κλεισμένοτο Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,δεν παραδίδει τ’ άρματα, δε γέρνει το κεφάλι…Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη,105το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του,και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό τουκαι θάφτεται ολοζώντανο… Στο διάβα του τρομάζουντ’ αστέρια που το κοίταζαν, και ταπεινά μεριάζουν…Κλαρί δεν φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι110πὄμενε ακόμα πράσινο, τ’ αράπικο ποδάριτο μάρανε, το σκότωσε… Χορτάσαν οι κοράκοι…Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκηαδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι…Θερίζει τ’ άσπλαχνο σπαθί κι ο πάγος σαβανώνει…

115Πλαταίνει πάντα η ερημιά και το σχοινί σου σφίγγειτου λύκου μας του εφτάψυχου τ’ αχόρταγο λαρύγγι…Ο κόσμος ανταριάζεται… Και τα σκυλόδοντά τουξεριζωμένα πνίγονται με τα ρυασίματά τουστου Ναβαρίνου τα νερά… και φεύγει… Ανάθεμά τον!…120Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ’ αστραπόβροντά τωνκαι κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη…

Μ’ αυτά… μ’ αυτά τα κόκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτηεχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλιά μας,κι εκείθ’ εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας125π’ ανθοβολούν τριγύρω σου… Γιατί τα δάχτυλά σου,ακίνητα, δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;…Στ’ ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ’ από την Ελλάδαερίζωσε τόσο βαθιά του Χάρου η φαρμακάδα,π’ ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνει130τα σφραγισμένα χείλη σου ν’ ανοίξει, να γλυκάνει;… *Ούτε το φως το ακοίμητο, που στο πλευρό σου χύνειαυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;… *Ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια…Ούτε τα Βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια,135που θα ’ρχονται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα,και να ρωτούν πώς έγινε το ράσο σου πορφύρα;…

Τί θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σουπόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σουπόση θα εβλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;…140Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;…

Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θε να μείνει ακόμαποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα…Κοιμάται κι ονειρεύεται… Και τότε θα ξυπνήσει,όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει145το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!…Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»…

[1872*]  ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς


Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ύμνος των προγόνων

 

Εσείς, που πρωτοσπείρατε

της λευτεριάς το σπόρο,

λαχταρισμένο δώρο

στη σκλαβωμένη γη,

 

Εσείς, κι όταν ωρίμασαν

τα στάχυα καρποφόρα,

του θερισμού την ώρα,

μας γίνατε οδηγοί.

 

Σαν ίσκιοι μεγαλόκορμοι

κι απείραχτοι απ’ τα χρόνια

σέρνετε εμάς τ’ αγγόνια

στο δρόμο της τιμής.

 

Κι όπου πολέμου κράξιμο

κι όπου της μάχης κρότοι,

εσείς περνάτε πρώτοι

κι ακολουθούμ’ εμείς.

 

Στη μνήμη σας ανάβομε

χρυσά λιβανιστήρια,

για σας τα νικητήρια

τα χείλη μας υμνούν,

 

και πλέκοντας τα χέρια μας

της δόξας τα στεφάνια,

δική μας περηφάνεια,

στους τάφους σας κρεμνούν.

Γ.  ΔΡΟΣΙΝΗΣ


Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς


Τρίτη 2 Μαρτίου 2021

Κυριακή της Απόκρεω

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΙΣΗ

 Alexander Schmemann

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Πορεία προς το Πάσχα
Μετάφραση από το Αγγλικό: ΕΛΕΝΗ ΓΚΑΝΟΥΡΗ
«ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ»

       Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται Κυριακή της Απόκρεω γιατί στη διάρκεια της εβδομάδας που ακολουθεί αρχίζει μια περιορισμένη νηστεία - αποχή κρέατος» - όπως παραγγέλλουν τα λειτουργικά βιβλία. Αυτή η παραγγελία γίνεται κατανοητή μόνο μέσα στο φως όσων είπαμε παραπάνω για τα νόημα της προετοιμασίας. Η Εκκλησία αρχίζει να μας «προσαρμόζει» στη μεγάλη προσπάθεια που θα απαιτήσει άπα μας επτά μέρες αργότερα. Σταδιακά μας βάζει στο μεγάλο αγώνα, γιατί γνωρίζει την ευπάθεια μας και προβλέπει την πνευματική μας αδυναμία.
Την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω, η Εκκλησία μας καλεί σε μια παγκόσμια ανάμνηση όλων «των απ' αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, έπʹ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου». Αυτή πραγματικά είναι η μεγάλη μέρα της Εκκλησίας κατά την οποία προσευχόμαστε για τα κοιμηθέντα μέλη της. Για να καταλάβουμε το νόημα που υπάρχει στη σχέση της Μεγάλης Σαρακοστής και της προσευχής για τους κοιμηθέντες θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Ο Χριστός δεν άφησε στους μαθητές Του μια διδασκαλία ατομικής σωτηρίας, αλλά την «καινή εντολή» του «αγαπάτε αλλήλους» και πρόσθεσε: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (ωαν. 13,35). Η αγάπη επομένως είναι το θεμέλιο και η ουσία της ζωής της Εκκλησίας η Οποία, κατά τον γιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, είναι «ενότητα πίστεως και αγάπης». Αμαρτία είναι πάντοτε η απουσία της αγάπης, και επομένως είναι ο χωρισμός, η απομόνωση, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Η νέα ζωή που μας έδωσε ο Χριστός και που μεταβιβάζεται σε μας δια της Εκκλησίας είναι πάνω απ' όλα μια ζωή συνδιαλλαγής, «συναγωγής εις ενότητα όλων των διεσκορπισμένων», η αποκατάσταση της θραυσμένης από την αμαρτία αγάπης.
Αλλά πως είναι δυνατό νʹ αρχίσουμε ποτέ την επιστροφή μας στα Θεό και τη συμφιλίωση μας μʹ Αυτόν, αν από μέσα μας δεν ξαναγυρίσουμε στη μοναδική καινή εντολή της αγάπης; Η προσευχή για τους «κεκοιμημένους» είναι μια βασική έκφραση της Εκκλησίας σαν αγάπης. Ζητάμε από το Θεό να θυμηθεί αυτούς που και ‘μείς θυμόμαστε και τους θυμόμαστε ακριβώς γιατί τους αγαπάμε. Προσευχόμενοι γιʹ αυτούς τους συναντάμε «εν Χριστώ, ο οποίος αγάπη εστίν» και που - ακριβώς επειδή είναι Αγάπη - ξεπερνάει τα θάνατο που είναι η τελική νίκη του χωρισμού και της έλλειψης της αγάπης. Μέσα στο Χριστό δεν υπάρχουν ζωντανοί και πεθαμένοι γιατί όλοι είναι «ζώντες εν Αυτώ». Αυτός είναι η Ζωή και αυτή η Ζωή είναι το φως του ανθρώπου. Αγαπώντας το Χριστό αγαπάμε όλους εκείνους που βρίσκονται εν Αυτώ. Αγαπώντας αυτούς που είναι εν Αυτώ, αγαπάμε το Χριστό. Αυτός είναι ο Κανόνας της Εκκλησίας, που φανερώνεται με τις προσευχές που κάνει για τους κοιμηθέντες. Πραγματικά η «εν Χριστώ» αγάπη μας είναι εκείνη που τους διατηρεί πάντα ζωντανούς γιατί τους διατηρεί «εν Χριστώ» Πόσο αλήθεια, λανθασμένοι - απελπιστικά λανθασμένοι - είναι όσοι από τους δυτικούς χριστιανούς η έχουν περιορίσει τις προσευχές τους για τους κοιμηθέντες σε ένα νομικό δόγμα «περί αμοιβών» και «ικανοποιήσεως», η τις αρνούνται σαν άχρηστες. Η μεγάλη αγρυπνία «υπέρ των Κεκοιμημένων» το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω είναι ένας τύπος ακολουθίας για την ανάμνηση των «προαπελθόντων» που επαναλαμβάνεται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής.
Είναι η αγάπη και πάλι που αποτελεί το θέμα της Κυριακής της Απόκρεω. Ευαγγελικό ανάγνωσμα της μέρας είναι η παραβολή του Χριστού για την Τελευταία Κρίση (Ματθ, 25, 31‐46). Όταν ο Χριστός θα έρθει να μας κρίνει ποιο θα είναι το κριτήριο Του; Η παραβολή μας δίνει την απάντηση∙ η αγάπη - όχι ένα απλό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για μια αφηρημένη δικαιοσύνη και για κάποιους, ανώνυμους «φτωχούς», αλλά η συγκεκριμένη και προσωπική αγάπη για τον άνθρωπο, για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο με το οποίο ο Θεός με φέρνει σε επαφή στη ζωή μου. Αυτη η διάκριση είναι πολύ σημαντική γιατί σήμερα όλο και περισσότεροι χριστιανοί έχουν την τάση να ταυτίζουν τη χριστιανική αγάπη με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές φροντίδες. Με άλλα λόγια, έχουν την τάση να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το μοναδικό πρόσωπο και το μοναδικά προσωπικό προορισμό του στις ανώνυμες οντότητες όπως είναι οι «τάξεις» οι «φυλές» κ.λ.π. Όχι ότι αυτές οι φροντίδες είναι λανθασμένες. Είναι φανερό ότι οι χριστιανοί μέσα στην πορεία της ζωής τους, μέσα στις ευθύνες τους σαν πολίτες, σαν επαγγελματίες κ.λ.π., καλούνται να φροντίζουν, όσο οι δυνατότητες και η κατανόηση τους επιτρέπουν περισσότερο, για μια δίκαιη, σταθερή και γενικά πιο ανθρώπινη κοινωνία. Όλα αυτά, σίγουρα, προέρχονται από τη χριστιανική αγάπη. Αλλά η χριστιανική αγάπη, αυτή καθαυτή είναι κάτι διαφορετικά και αυτή η διαφορά θα γίνει κατανοητή και θα διαφυλαχθεί αν η Εκκλησία διατηρήσει τη μοναδική αποστολή της και δε γίνει μια συνηθισμένη «κοινωνική υπηρεσία» που ασφαλώς δεν είναι στη φύση της.
Η χριστιανική αγάπη είναι η «δυνατή αδυνατότητα» να βλέπω το Χριστό στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, και τον οποίο ο Θεός, μέσα στο αιώνιο και μυστηριώδες σχέδιό Του, έχει αποφασίσει να φέρει μέσα στη ζωή μου έστω και για λίγες στιγμές να τον φέρει κοντά μου, όχι σαν μια ευκαιρία για «καλή πράξη» η για εξάσκηση της φιλανθρωπίας μου, αλλά σαν αρχή μιας αδιάκοπης συντροφιάς μέσα στον ίδιο το Θεό.
Αληθινά τι άλλο είναι αγάπη παρά αύτη η μυστηριώδης δύναμη που ξεπερνάει τα τυχαίο και το εξωτερικό στον «άλλο» - ξεπερνάει δηλαδή την εξωτερική του εμφάνιση, την κοινωνική του θέση, την εθνική του καταγωγή, τη διανοητική του ικανότητα - και φτάνει στην ψυχή του, τη μοναδική και μοναδικά προσωπική «ρίζα» της ανθρώπινης ύπαρξης, το αληθινό κομμάτι του Θεού μέσα του; Αν ο Θεός αγαπάει κάθε άνθρωπο είναι ακριβώς γιατί Αυτός μόνο γνωρίζει τον ατίμητο και απόλυτα μοναδικό θησαυρό, την «ψυχή» η το «πρόσωπο», που έδωσε στον κάθε άνθρωπο. Η χριστιανική αγάπη λοιπόν είναι η συμμετοχή σʹ αυτή τη θεϊκή γνώση, είναι το δώρο αυτής της θεϊκής αγάπης. Δεν υπάρχει «απρόσωπη» αγάπη γιατί αγάπη είναι η υπέροχη ανακάλυψη του «προσώπου» στον «άνθρωπο», η ανακάλυψη του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου μέσα στο σύνολο γενικά. Είναι η ανακάλυψη σε κάθε άνθρωπο αυτού που τον κάνει «αξιαγάπητο» και που είναι δοσμένο από το Θεό.
Από αυτή την άποψη η χριστιανική αγάπη είναι μερικές φορές τα αντίθετο από την «κοινωνική δραστηριότητα» με την οποία συχνά σήμερα ταυτίζεται ο Χριστιανισμός. Για έναν άνθρωπο με κοινωνική δραστηριότητα το αντικείμενο της αγάπης δεν είναι το «πρόσωπο» αλλά ο «άνθρωπος, μια δηλαδή αφηρημένη μονάδα μιας, όχι λιγότερο, αφηρημένης Ανθρωπότητας». Αλλά για το Χριστιανισμό, ο άνθρωπος είναι «αξιαγάπητος» ακριβώς γιατί είναι πρόσωπο. Εκεί το πρόσωπο χάνεται μέσα στον άνθρωπο εδώ ως άνθρωπος θεωρείται μανό το πρόσωπο. Ο «κοινωνικός εργάτης» δεν ενδιαφέρεται για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και άνετα τα θυσιάζει για το «γενικό συμφέρον». Ο Χριστιανισμός μπορεί να φαίνεται ότι είναι - και σε μερικές περιπτώσεις πραγματικά είναι - μάλλον διστακτικός γιʹ αύτη την αόριστη Ανθρωπότητα, αλλά διαπράττει θανάσιμη αμαρτία εναντίον του εαυτού του κάθε φορά που αδιαφορεί και δεν αγαπάει το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η κοινωνική δραστηριότητα είναι πάντοτε «φουτουριστική» στην προσέγγιση της. Ενεργεί πάντα στο όνομα της δικαιοσύνης, του νόμου, της ευτυχίας που πρόκειται να έρθει, να κερδιθεί. Ο Χριστιανισμός ελάχιστα ενδιαφέρεται γιʹ αυτό το προβληματικό μέλλον αλλά βάζει όλη την έμφαση στο τώρα, που είναι ο μόνος αποφασιστικός χρόνος για αγάπη. Οι δυο αυτές στάσεις δεν αποκλείουν η μια την άλλη αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Οι χριστιανοί βεβαιότατα, έχουν ευθύνες απέναντι «στον κόσμο τούτο» και πρέπει να τις εκπληρώσουν. Ακριβώς αυτή είναι η περιοχή της «κοινωνικής δραστηριότητας που ανήκει εντελώς στον «κόσμο τούτο». Οπωσδήποτε όμως η χριστιανική αγάπη σκοπεύει πέρα από τον «κόσμο τούτο». Είναι αυτή η ίδια μια ακτίνα, μια εκδήλωση της Βασιλείας του Θεού υπερβαίνει και συντρίβει όλους τους περιορισμούς, όλες τις «συνθήκες» του κόσμου τούτου διότι το κίνητρο της, ο σκοπός της καθώς και η ολοκλήρωση της είναι στο Θεό. Και ξέρουμε ότι ακόμα, και σʹ αυτόν τον κόσμο που «εν τω πονηρώ κείται» η μόνη νίκη που διαρκεί και μεταμορφώνει είναι η νίκη της αγάπης. Η πραγματική αποστολή της Εκκλησίας είναι να υπενθυμίζει στον άνθρωπο την προσωπική του αγάπη και την κλήση του, που είναι να πλημμυρίσει τον αμαρτωλό κόσμο μʹ αυτή την αγάπη.
Η παραβολή για την Τελευταία Κρίση αναφέρεται στη χριστιανική αγάπη. Δεν είμαστε όλοι καλεσμένοι να δουλέψουμε για την Ανθρωπότητα», όμως ο καθένας μας έχει λάβει το δώρο και τη χάρη της αγάπης του Χριστού. Ξέρουμε ότι όλοι οι άνθρωποι τελικά έχουν ανάγκη απʹ αύτη την προσωπική αγάπη, έχουν ανάγκη να τους αναγνωρίζεται δηλαδή η μοναδικότητα της ψυχής τους στην οποία αντανακλάται όλη η ομορφιά της δημιουργίας μʹ ένα ξεχωριστό τρόπο.
Ξέρουμε ακόμα ότι οι άνθρωποι βρίσκονται «εν φυλακή», είναι «πεινώντες και διψώντες» ακριβώς γιατί τους λείπει αυτή η προσωπική αγάπη. Τέλος ξέρουμε ότι όσο στενά και περιορισμένα και αν είναι τα πλαίσια της προσωπικής μας ύπαρξης ο καθένας από μας δημιουργήθηκε υπεύθυνος για μια μικρή θέση στη Βασιλεία του Θεού, και έγινε υπεύθυνος εξαιτίας αυτού του δώρου της αγάπης του Χριστού. Έτσι είτε έχουμε είτε δεν έχουμε αποδεχτεί αυτή την ευθύνη, είτε αγαπήσαμε είτε αρνηθήκαμε την αγάπη, πρόκειται να κριθούμε Γιατί εφʹ όσον εποιήσατε ένί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40).