Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2021

 Ο Έλληνας απόστολος Φίλιππος


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος

Πρόκειται για έναν από τους δώδεκα Αποστόλους με άφθαστο ζήλο για τα ιερά γράμματα στους καταλόγους της Καινής Διαθήκης (Ματθ ι΄294, Μάρκ γ΄16-19, Λουκ στ΄14-16), που κατέχει σε όλους την τέταρτη θέση, μετά τους αδερφούς Πέτρο κι Ανδρέα, καθώς και τους αδερφούς επίσης Ιάκωβο κι Ιωάννη.

Όπως κι οι δύο πρώτοι στη σειρά της παραπάνω αναγραφής, έτσι κι ο Φίλιππος καταγόταν από την Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας (Ιωάν α, 45), η οποία είχε κατοίκους, Ελληνόφωνους κι Έλληνες της διασποράς. Ο Ανδρέας κι ο Φίλιππος ήταν οι μόνοι από τους δώδεκα που Ιουδαίοι εξ Εθνικών, Ελλήνων στην καταγωγή, οι οποίοι είχαν ελληνικά ονόματα και μάλιστα ο Φίλιππος απ’ το Ελληνικό ιστορικό μεγαλείο.

Άλλωστε, σ’ αυτούς απευθύνθηκαν οι Έλληνες, όταν θέλησαν να γνωρίσουν τον Χριστό, όπως αναφέρεται και παρακάτω, γεγονός το οποίο φανερώνει την οικειότητά τους προς τους συντοπίτες τους, που χρησιμοποίησαν ως μεσολαβητές προς τον Ιουδαϊκό λαό που εκτιμούσαν.

Καθώς φαίνεται, από μικρός ο Φίλιππος είχε σφοδρή κι άφθαστη έφεση για τα ιερά γράμματα. Από τα Βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, που τα μελετούσε ακατάπαυστα, γνώριζε για τον ερχομό του Μεσσία, τον Οποίο κατάφερε έτσι να αναγνωρίσει χωρίς δυσκολία, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.

Έτσι, όταν Εκείνος μετά την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό από τον Τίμιο Ιωάννη του Πρόδρομο, τον βρήκε στην παραλία της Γαλιλαίας και τον κάλεσε. Ο Φίλιππος, αμέσως, χωρίς χρονοτριβή καθόλου, Τον ακολούθησε ολοπρόθυμα.

Μάλιστα βιάστηκε να βρει και τον φίλο του Ναθαναήλ και να του πεί: «Αυτόν που προανάγγειλαν ο Μωυσής στον Νόμο, και οι προφήτης, Τον συναντήσαμε. Είναι ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ». Ο Ναθαναήλ τον άκουσε με δυσπιστία, λέγοντας: «Μα μπορεί από τη Ναζαρέτ να βγει κάτι καλό», ρώτησε τον φίλο του κι ο Φίλιππος τότε του είπε: «Έλα και δες μόνος σου!».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο τον οδήγησε κοντά στον Κύριο (Ιωάν α΄ 44-51). Από τότε ο Φίλιππος, ακολουθούσε τον Κύριο παντού, όπως κι οι άλλοι μαθητές, άκουγε τις διδαχές Του κι έβλεπε τα θαύματά Του. Αλλά κι ο ίδιος πήρε από τον Χριστό την εξουσία να διώχνει τα δαιμόνια και να θεραπεύει αποτελεσματικά κι ολοκληρωμένα, κάθε ασθένεια (Ματθ ι΄ 10).

Επίσης, μετά από εκτίμηση της ευγλωττίας του, καθώς και του βάθους της πνευματικότητάς του, σε συνδυασμό με τον σπάνιο πλούτο των επιχειρημάτων του, στάλθηκε να κηρύξει στους ανθρώπους τη μετάνοια (Μάρκ στ΄ 12) και τη και τη βασιλεία του Θεού στους ουρανούς (Λουκ θ΄ 2).

Κάποτε μερικοί Έλληνες, προσήλυτοι του Ιουδαϊσμού, θέλησαν να δουν τον Χριστό. Πήγαν λοιπόν, στον Φίλιππο και τον χρησιμοποίησαν ως μεσολαβητή, γιατί αφενός βρισκόταν στο πολύ κοντινό περιβάλλον Του κι αφετέρου κι αυτοί έβλεπαν τον Φίλιππο, ως ομοεθνή και γνώριμο. Τον παρακάλεσαν για να τύχουν της πρόσβασης.

Ο Φίλιππος αυτό το αίτημα το είπε στον Ανδρέα, σαν πιο έμπειρο. Έπειτα οι δυο τους παρουσίασαν την ομάδα των Ελλήνων στον Κύριο, ο Οποίος βλέποντας να τον προσεγγίζουν είπε το περίφημο ρητό; «Ήρθε πια η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου (Ιωάν ιβ΄ 20-23).

Στον Μυστικό Δείπνο, όταν ο Χριστός μίλησε στους μαθητές Του για τον Επουράνιο Πατέρα Του, ο Φίλιππος αυθόρμητος, συνεσταλμένος κι απονήρευτος, όπως πάντα, Του είπε: ‘Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα, κι αυτό μας φτάνει». Κι Εκείνος αποκρίθηκε αγανακτισμένος: «Τόσον καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δεν μ’ έχεις γνωρίσει. Αυτός που έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα…» (Ιωάν ιδ΄ 8-9).

Μετά την Πεντηκοστή, όταν κατά την παράδοση, οι Άγιοι Απόστολοι έβαλαν κλήρους, για να δουν που ήταν θέλημα Θεού, να κηρύξει ο καθένας το Ευαγγέλιο στον Φίλιππο κληρώθηκαν τα μέρη της Ασίας. Έτσι με βαθείς πιστούς κι ακούραστους συνεργάτες τον απόστολο Βαρθολομαίο και την αδερφή του Μαριάμνη, που τον ακολουθούσαν στις μετακινήσεις του και τον βοηθούσαν στο πολύπλοκο και πολυμερές έργο του.

Συνεπής στις υποχρεώσεις του, κήρυξε στις πόλεις της Λυδίας και της Μυσίας. Ύστερα πήγε στην Παρθία και στη χώρα των Κανδάκων ή Καρδούχων. Παρά τα εμπόδια από ανθρώπους και δαίμονες, πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν στον Χριστό.

Κάποτε, επιβιβάστηκε μαζί με τους συνοδούς του, σ’ ένα πλοίο, προκειμένου να μεταβεί στην Αζώτιδα και κατά την διάρκεια της νύκτας, παρά κάθε ελπίδα, δυστυχώς επήλθε μεγάλη τρικυμία. Το πλοίο, σαν τσόφλι καρύδας, παράδερνε, ανάμεσα στον πελώριο κυματισμό, μέσα στο άγριο και πυκνό σκοτάδι και κινδύνευε ανά πάσα στιγμή, να καταποντισθεί.

Εκείνη τη δύσκολη ώρα, ο ουρανός άνοιξε και φάνηκε στο μέσο ένας φωτεινός Σταυρός, που με το τηλαυγές φως του οδήγησε ασφαλώς τον κυβερνήτη στο λιμάνι. Εκεί, στην Αζώτιδα, ο Φίλιππος φιλοξενήθηκε από μια γνωστή, καλή οικογένεια, την οποία κατήχησε στον Χριστό και στη συνέχεια βάπτισε.

Στα μέλη αυτής της οικογένειας, ανήκε και μια κόρη, η Χαριτίνη, που κινδύνευε να χάσει ολότελα την όρασή της, από μια σοβαρή πάθηση των ματιών της κι ο πατέρας της παρακάλεσε με την καρδιά του, τον Απόστολο να τη θεραπεύσει, οπότε ο Φίλιππος είπε στην κόρη: «Θέλω, Χαριτίνη, να θεραπεύσεις την αρρώστια σου, μόνη, γιατί όλοι όσοι δέχονται το άγιο και ζωοποιό βάπτισμα, έχουν τη δύναμη να κάνουν θαυμαστά έργα. Το επόμενο πρωί, λοιπόν, βάλε στο δεξί σου μάτι το αντίστοιχο χέρι σου, ζήτησε την άμεση βοήθεια του Χριστού και θα γίνεις καλά.

Η κόρη υπάκουσε στον Φίλιππο κι έκανε σύμφωνα με τις συμβουλές του. Κι ο Κύρος απ’ την άλλη μεριά, φάνηκε συνεπής κι ανταποκρίθηκε στον θεϊκό λόγο Του: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν».

Η Χαριτίνη υπάκουσε στην προτροπή του Φιλίππου, ενώ ο Κύριος φάνηκε απολύτως ότι ανταποκρίνεται στη Θεία υπόσχεσή Του: «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν». Κι έτσι αμέσως έγινε, όπως δηλαδή είχε προβλέψει ο Απόστολος, μετά από Θεία φώτιση, που τον καταξίωσε.

Κατόπιν από την θαυματουργική θεραπεία, η Χαριτίνη αφιερώθηκε με πλήρη αφοσίωση, ολοκληρωτικά, «ψυχή τε και σώματι» στην διακονία του έργου του Κυρίου κι από τότε πλαισίωνε την ακολουθία του αποστόλου Φιλίππου.

Από την πόλη, Αζώτιδα, μετέβη όλη η αποστολική συνοδεία του Φιλίππου, προκειμένου να διαδώσει το Ευαγγέλιο του Χριστού στην ιερά πόλη της Φρυγίας, όπου οι κάτοικοι δεν θέλησαν να δεχτούν το κήρυγμα, το οποίο περιλάμβανε το μήνυμα τα σωτηρίας του ανθρώπου. Αποφάσισαν μάλιστα να σκοτώσουν τον Φίλιππο, που ήταν επικεφαλής.

Τον συνέλαβαν λοιπόν,, και τον έσυραν χειροπόδαρα στον έπαρχο, Αρίσταρχο, ο οποίος με πολύ θυμό, του είπε: «Ξέρω, ότι περηφανεύεσαι για τις μαγείες σου, που τις παρουσιάζεις σαν θαύματα του Θεού σου. Αν δεν διορθωθείς, θα σε θανατώσω με λιθοβολισμό».

Βίαιος κι ασυγκράτητος ο Αρίσταρχος, τον άρπαξε από τα μαλλιά του, τον σέρνει καταγής και παντοιοτρόπως τον βασανίζει αλύπητα. Ο Απόστολος φώναξε δυνατά, έτσι που ν’ ακουστεί απ’ όλους, ώστε αφενός να σωφρονίσει τον έπαρχο κι αφετέρου να δείξει στους άλλους την ολκή της παντοδυναμίας του Χριστού:

«Κύριε, Σου ζητώ μια χάρη, όχι από οργή, αλλά από επιθυμία σωφρονισμού των απίστων. Κάνε, Σε παρακαλώ, να παραλύσει το χέρι που τόλμησε ν’ αγγίξει το κεφάλι μου, το ευλογημένο από Σένα!». Αμέσως, όχι μόνον το χέρι του Αρίσταρχου ξεράθηκε, αλλά επιπλέον τυφλώθηκε εντελώς από το ένα μάτι του, κουφάθηκε κι από τα δύο αυτιά του και τη λαλιά του έχασε.

Όλοι τότε οι παρευρισκόμενοι, έπεσαν μπροστά στα πόδια του Φιλίππου και τον παρακάλεσαν με δάκρυα στα μάτια τους να συγχωρήσει και να θεραπεύσει τον έπαρχο. Εκείνος τους είπε: «Τις ασθένειές τους μόνον Αυτός (αληθινός Θεός) μπορεί να θεραπεύσει, αφού δώσει άφεση αμαρτιών. Πιστέψετε λοιπόν, κι εσείς κι ο Αρίσταρχος σ’ αυτόν, και αμέσως ο έπαρχος θα συγχωρηθεί και συγχρόνως θα θεραπευτεί.

Εκείνη την ώρα περνούσε απ’ το σημείο που διαδραματίζονταν τα σχετικά με τον Φίλιππο και τον Αρίσταρχο, μια νεκρική πομπή. Τότε οι παρευρισκόμενοι με μια φωνή, απευθυνόμενοι στον Φίλιππο, απάντησαν: «Αν αναστήσεις τον νεκρό, κι ο Αρίσταρχος κι όλοι εμείς, θα προσκυνήσουμε τον Θεό σου».

Ο Άγιος τότε σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό,, προσευχήθηκε για λίγο νοερά στον Κύριο για λίγο και στη συνέχεια φώναξε στον νεκρό: «Θεόφιλε, ο Θεός σε προστάζει να σηκωθείς και να πεις ό,τι θέλεις, χωρίς κανένα εμπόδιο!». Αφού έγινε έτσι, ο νεκρός έπεσε στα πόδια του Αποστόλου, λέγοντας: «Σ’ ευχαριστώ Άγιε, γιατί με έσωσες από φοβερή συμφορά. Θα χανόμουν αιώνια, αν δεν με γλύτωνες. Τώρα έχω χαρά κι ελπίδα και πιστεύω στο φως της ζωής, τον Χριστό».

Όλοι σάστισαν από το παράδοξο γεγονός και πίστεψαν, χωρίς δισταγμό στον Κύριο. Ο Αρίσταρχος γιατρεύτηκε και μαζί με τους πολίτες κατηχήθηκαν στον Χριστό απ’ τον Φίλιππο και βαπτίστηκαν. Ο Απόστολος αφού χειροτόνησε ιερείς, νουθετεί τους νεοφώτιστους, προστάζει την ανέγερση Ιερών Ναών για τη λατρεία του Θεού και στη συνέχεια αναχωρεί για άλλες πόλεις της Φρυγίας.

Επιστρέφοντας, αργότερα στην Ιεράπολη, οι ειδωλολάτρες κάτοικοι τον έπιασαν, τον βασάνισαν και τον σταύρωσαν. Δίπλα του κρέμασαν τον συνεργάτη του Βαρθολομαίο. Αλλά ξαφνικά έγινε μεγάλος σεισμός κι όλα τα σπίτια της περιοχής γκρεμίστηκαν και πολλοί καταπλακώθηκαν από τα ερείπια.

Οι κάτοικοι κατάλαβαν το λάθος τους και προσέτρεξαν στους Αποστόλους, με δάκρυα να τους συγχωρήσουν. Ο Κύριος τους ευσπλαχνίστηκε και σταμάτησε τον σεισμό, ενώ τους τίμησε κιόλας δείχνοντας μια θαυμάσια οπτασία, κατά την οποία, μια φωτεινή σκάλα συνέδεε τη γη με τον ουρανό.

Οι άπιστοι πίστεψαν στον Χριστό και κατέβασαν από την κρεμάλα τον απόστολο Βαρθολομαίο. Όμως όταν πήγαν να ξεκαρφώσουν τον Φίλιππο από τον σταυρό, εκείνος αρνήθηκε, γιατί ήξερε ότι σύντομα θα έφευγε για τον ουρανό.

Πραγματικά! μετά από μία μικρή νοερή προσευχή, κέρδισε την ανείπωτη χαρά της αιωνιότητας και την χλιδή του Παραδείσου. Το τίμιο λείψανό του το έθαψαν στις 14 Νοεμβρίου του 87 ο Βαρθολομαίος κι η Μαριάμνη. Αφού χειροτόνησαν επίσκοπο Ιεραπόλεως τον Στάχυ, συνέχισαν την περιοδεία τους, αναχωρούντες για άλλους τόπους.

http://maxitisartas.gr/

Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΟ ΘΕΟ; / Ζ ΛΟΥΚΑ

Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού χριστού περιγράφει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αυτό της θεραπείας της αιμορροούσης και της θυγατέρας του Ιάειρου. Η μία ήταν μια απλή γυναίκα μέσα στο πλήθος, ο δεύτερος ήταν επιφανής, άρχοντας της συναγωγής. Προσεγγίζουν το Χριστό, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο: η αιμορροούσα δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να τη θεραπεύσει, απλά Τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του, και το θαύμα γίνεται.

 Ο αρχισυνάγωγος ζητά από τον Διδάσκαλο να έλθει στο σπίτι του και να θεραπεύσει τη μονάκριβη κόρη του και ο Χριστός έρχεται και ανασταίνει το κορίτσι, που στο μεταξύ είχε πεθάνει. Και οι δύο όμως, και η αιμορροούσα και ο Ιάειρος, έχουν δύο κοινά στοιχεία: διαθέτουν πίστη και τόλμη. Πιστεύουν ότι ο Χριστός μπορεί να παράσχει την ίαση και τολμούν, ο μεν να το ζητήσει και η δε να αγγίξει τον Κύριο.

Δεν ήταν μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο το να μιλήσει με το Χριστό. Οι Γραμματείς και οι φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό να Τον πλησιάζει και να ακούει τη διδασκαλία Του. Ο Ιάειρος όχι μόνο τολμά να βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος που ακούει τους λόγους του Κυρίου, αλλά και συζητεί μαζί Του και Του ζητά να έλθει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι ο μόνος που μπορεί να σώσει το παιδί του είναι ο Χριστός.
 Η πίστη του λοιπόν υπερνικά τον οποιοδήποτε φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που απλά αγγίζει τα ρούχα του Κυρίου Ιησού, προσδοκώντας να λάβει την ίαση.
Την αναγκαιότητα της πίστης προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, την επισημαίνει και την τονίζει ο ίδιος ο Χριστός. Στην αιμορροούσα λέει: “θυγάτηρ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε”και στον Ιάειρο, που τον ειδοποίησαν ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Διδάσκαλο, του απαντά: “μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”.
Τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που πιστεύει ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε εκείνους που δεν το πιστεύουν τη βλέπουμε στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν με τον Χριστό, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί το κορίτσι δεν πέθανε. Η απελπισία τους είχε εξανεμίσει κάθε ελπίδα και πίστη προς τον Θεό, και θεωρούσαν πως όλα πια είχαν χαθεί.
“Μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”. Τα λόγια του Χριστού είναι καταλυτικά, όχι μόνο για τον πατέρα του άρρωστου κοριτσιού, αλλά και για τον καθένα μας. Μέσα στο πέλαγος της βιοπάλης και της καθημερινότητας, συχνά αισθανόμαστε ανίσχυροι, αδύναμοι, νικημένοι.
Νιώθουμε ότι δεν έχουμε από πού να κρατηθούμε, πού να στηριχτούμε και να πάρουμε δύναμη για να αντεπεξέλθουμε στις δυσκολίες της ζωής. Συχνά μια ασθένεια, μια ανυπέρβλητη δυσκολία, μάς βυθίζει στην απόγνωση και την απελπισία. Κι όμως, ο Χριστός μάς προσκαλεί να πιστέψουμε, και η βοήθειά Του θα έλθει.
Τί σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτεί υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε και να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, πως πέρα από τη δική μας προσπάθεια έχει μεγάλη σημασία και η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία Του και η ευλογία Του.
Μέσα στις δυσκολίες, τις αστοχίες και τις αποτυχίες, δύο επιλογές μάς μένουν: ή να βυθιστούμε στην απόγνωση και να καταστραφούμε πνευματικά, ή να αποδεχτούμε τη δική μας ανεπάρκεια και να στραφούμε με πίστη στον Θεό. Αν καταφέρουμε επομένως να κάνουμε τούτη την υπέρβαση του εγωισμού μας και αποδεχτούμε την παντοδυναμία αλλά και την αγάπη του Θεού προς εμάς, τότε μπορούμε με ταπείνωση πλέον να απευθυνθούμε προς Αυτόν και με πίστη να Του ζητήσουμε να έλθει σε βοήθειά μας.
Ο Θεός δεν είναι χαιρέκακος, ούτε θέλει να μας βλέπει να ταλαιπωρούμαστε. Επειδή όμως μας έπλασε ελεύθερους, περιμένει από μόνοι μας, ελεύθερα να Τον βάλουμε στη ζωή μας. Και στο μεταξύ, διακριτικά μας σκεπάζει και μας προσφέρει τις ευκαιρίες να πιστέψουμε σε Αυτόν.
Και επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μόλις προστρέξουμε με πίστη σπεύδει και πραγματοποιεί το θαύμα στην προσωπική μας ζωή, όχι πάντα σύμφωνα με τη δική μας επιθυμία, αλλά με γνώμονα το πνευματικό μας καλό και συμφέρον.
Είναι όντως δύσκολο να στηρίξουμε την ελπίδα μας στο Θεό. Χρειάζεται ταπείνωση, χρειάζεται τόλμη, χρειάζεται πίστη. “Μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον”, μας προσκαλεί σήμερα ο Χριστός, προκειμένου να κάνει το θαύμα στη ζωή μας. Αρκεί να Τον εμπιστευτούμε, να του δώσουμε χώρο να σταθεί μέσα στην καρδιά μας. Αυτή είναι και η προσευχή μας, σε κάθε Λειτουργία και σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας: “ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”.
  π.Χερουβείμ Βαλέντζας
xerouveim.bloqspot.com

Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2021

Η εποχή μας μέσα από τη παραβολή του πλουσίου κι του Λαζάρου.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε ΄ΛΟΥΚΑ
 
Πρέπει κανείς να είναι τυφλός κι αν όχι τότε φανατισμένος για να μη βλέπει ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα, που μαστίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Το κείμενο του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος ακούγεται σε μια ατμόσφαιρα αποπνυκτική, που θέλει να δίνει αυθαίρετες λύσεις, που κυριαρχείται από τον φανατισμό της μονοδιάστατης οικονομικής θα λέγαμε ζωής. Πάντως η Εκκλησία βλέπει την ύπαρξη του κοινωνικού προβλήματος, αλλά δεν έχει τη «στενοκεφαλιά» να το βλέπει και να το λογαριάζει μόνο μνημονιακά, μόνο με αριθμούς. Δεν το απομονώνει από την πνευματική του πλευρά. Έχει την τόλμη και την παρρησία να διακηρύττει ότι στην υλική αυτή κρίση προηγείται  πνευματική. Έχει την τόλμη να κηρύττει, ότι η αλλαγή, η μεταμόρφωση και η πραγματική οργάνωση γίνεται δια των αγίων.

Πλούσιος και Λάζαρος

Το δεύτερο σημείο της σημερινής περικοπής.
Ο Κύριος παρουσίασε εκφραστικά την αβυσσαλέα διαφορά μεταξύ του πλουσίου και του Λαζάρου, του ανώνυμου θα λέγαμε κεφαλαιοκράτη, που είχε μεταβάλλει τον εαυτό του σε πράγμα, προς χάριν του πλούτου, που ήταν γι’ αυτόν πρόσωπο και του επώνυμου πτωχού, που, παρά την φτώχια του, ήταν πρόσωπο. Ονομαζόταν Λάζαρος. Χαώδης η διαφορά μεταξύ των δυο ανθρώπων. Ο πλούσιος είχε καθημερινά φαγοπότια, ενώ ο φτωχός ζούσε με τα ψυχία της τραπέζης. Ο πλούσιος ήταν εύρωστος σωματικά, ενώ ο φτωχός «ηλκωμένος». Ο πλούσιος έμενε σε αρχοντικό και εκεί διασκέδαζε με τους φίλους του, ενώ ο φτωχός ζητιάνευε στην πόρτα του σπιτιού του πρώτου, συντροφιά με τα σκυλιά. Ο πλούσιος φορούσε καθημερινά «πορφύραν και βύσσον» ενώ ο φτωχός ζητιάνευε ήταν ρακένδυτος και γυμνός. Ο Κύριος ζωγράφισε κατά τον καλύτερο τρόπο την μεγάλη ανισότητα μεταξύ του πλούτου και της φτώχιας.
          Το κείμενο αυτό του ιερού ευαγγελίου φανερώνει το δράμα όλων των εποχών και φυσικά και της δικής μας εποχής. Βλέπουμε την τέλεια εφαρμογή της παραβολής στον χώρο της πατρίδος μας και σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Άλλοι -  ο λαός -  πεινούν και άλλοι – οι ταγοί -  μεθούν. Πολλά συστήματα αφιερώνονται με πάθος στην λύση αυτού του τεράστιου προβλήματος. Δεν παραγνωρίζουμε την προσφορά τους, αλλά δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε και τις μεγάλες αδυναμίες τους. Διότι όλα τα ανθρώπινα συστήματα δεν μπορούν να ξεφύγουν τον πειρασμό της υπαγωγής του προσώπου στην απρόσωπη αρχή και στους απρόσωπους νόμους. Επιδιώκουν την καλυτέρευση των κοινωνικών θεσμών με την βεβαιότητα ότι το πρόσωπο θα δει καλύτερες μέρες. Αλλά το πρόσωπο, όταν υποτάσσεται βίαια σε απρόσωπες αρχές κυριολεκτικά αλλοτριώνεται.

Παράδεισος και Κόλαση

Η παραβολή μας δείχνει και την μετά θάνατον αντίστροφη ανισότητα, που η Εκκλησία προσπαθεί να θεραπεύσει από αυτήν την ζωή. Είναι το τρίτο σημείο σήμερα. Ο πτωχός Λάζαρος βρίσκεται στους κόλπους του Αβραάμ, που είναι ο τόπος των σεσωσμένων. Ο πλούσιος «υπάρχων εν βασάνοις» βλέπει τον Αβραάμ και ζητά βοήθεια. Πρέπει και στο σημείο αυτό να διατυπώσουμε μερικές απλές σκέψεις, σχετικά με την Κόλαση και τον Παράδεισο, αφού έχουν σχέση με τα κοινωνικά προβλήματα, επειδή αυτός που δεν έχει αγάπη δεν μπορεί να συναντήσει την Αγάπη.
          Ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι δυο διαφορετικοί τρόποι ζωής. Ο άνθρωπος πλάσθηκε από τον Θεό για να ενωθεί αιώνια μαζί Του και να απολαμβάνει την αγάπη Του. Με την αμαρτία έγινε η διάσπαση του ανθρώπου και με την ενανθρώπιση του Χριστού έχουμε πρόσληψη όλης της ανθρωπίνης φύσεως, οπότε υπάρχει η δυνατότητα της θεώσεως. Έτσι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα έχουμε αποκατάσταση της ανθρωπίνης φύσεως, όχι όμως και της ανθρωπίνης θελήσεως. Αυτό σημαίνει ότι η φύση του ανθρώπου θα αποκτήσει το «αει είναι» ή το «αει φευ είναι» είναι θέμα της ανθρωπίνης θελήσεως, που συνδέεται με την στάση μας απέναντι στον πάσχοντα αδελφό. Κατά τον θεοφόρο Μάξιμο «ουκ ίσως μεθέξουσι του Θεού... αλλ’ αναλόγως εαυτοίς». Όσοι έκαναν καλή χρήση των φυσικών δυνάμεων αυτοί θα βλέπουν την δόξα του Θεού ως Φως, ενώ όσοι έκαναν κατάχρηση των φυσικών δυνάμεων, θα βλέπουν τον Θεό ως πυρ, φωτιά.
          Επομένως κόλαση δεν είναι η απουσία του Θεού, αλλά η παρουσία του Θεού ως φωτιά. Και η θέα του Θεού ως φωτιά, είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής πνευματικής τυφλώσεως του ανθρώπου. Είναι ακριβώς ό,τι γίνεται με την θεία Κοινωνία. Οι αξίως μετέχοντες της Αγίας Τραπέζης λαμβάνουν το Φως, ενώ οι αναξίως μετέχοντες της Αγίας Τραπέζης λαμβάνουν φωτιά και καταδίκη. Αυτό θα έχει αιώνιες συνέπειες.


Μάρτυρες πρότυπα ζωής

Στα πρόσωπα των σήμερα εορταζόμενων αδελφών Μαρτύρων Ζηνοβίου και Ζηνοβίας, συναντά κανείς την απόλυτη αγάπη και αφιέρωση των ανθρώπων του Θεού στον Ιησού Χριστό, η οποία, διαχρονικά, φθάνει μέχρι και αυτού του μαρτυρίου, αφού καμία κοσμική ενασχόληση, καμία ανθρώπινη εξάρτηση, καμία δύναμη και εξουσία δεν είναι σε θέση να αλλοιώσουν την πίστη και να κάμψουν το φρόνημα των αληθινών ομολογητών της αληθείας. Συναντά και τη λύση στα προβλήματα που προαναφέραμε. Συναντά τη λύση στα μεγάλα και άλυτα κοινωνικά μας προβλήματα.
………………………………………………………………………………………………………………………….
Τι γίνεται όμως; Στην εποχή μας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, η αναφορά στους Μάρτυρες δεν αφορά τη θυσία της ζωής για την αγάπη του Χριστού.
Κι ενώ η πίστη είναι__προσωπικό δικαίωμα, το οποίο ελεύθερα και ακώλυτα μπορεί να χαρακτηρίζει την ζωή του κάθε ανθρώπου. την ίδια στιγμή, όμως, αυτό το δικαίωμα στην πίστη δοκιμάζεται από μια σειρά συνειδησιακών διώξεων, που στοχεύουν στην απαξίωση και στον ευτελισμό της στα μάτια του σύγχρονου και αυτάρκη ανθρώπου.
Σήμερα η πίστη στον Χριστό θεωρείται ξεπερασμένη, ενώ η συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας ξένη προς το πνεύμα της προόδου και του εκσυγχρονισμού που διέπει την ανθρώπινη κοινωνία. Καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια να τεθεί στο περιθώριο η θρησκευτική έκφραση και να συσχετιστεί με πρόσωπα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, τα οποία δήθεν δεν μπορούν να ακολουθήσουν το πνεύμα της εποχής. Μιας εποχής που, στη θέση του Θεού, τοποθετεί άλλους «θεούς», όπως το χρήμα, την δύναμη της εξουσίας, τα εντυπωσιακά επιτεύγματα της επιστήμης, δημιουργώντας ένα πλαίσιο ζωής ανθρωποκεντρικό, απ’ όπου απουσιάζει κάθε λόγος και σκέψη περί Θεού. Μιας εποχής αποτυχημένης που περίτρανα έχει αποδείξει ότι τίποτε τελικά δεν μπόρεσε να προφέρει στον άνθρωπο παρά μόνο μπελάδες. Μιας εποχής της οποίας τα προϊόντα είναι το άγχος, η ανασφάλεια, ο περιορισμός της ελευθερίας, η μαύρη καθημερινότητα, το ζοφερό μέλλον. 
Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, λοιπόν, αγγίζει τα όρια του μαρτυρίου η προσήλωση των ανθρώπων του Θεού στη ζωή της Εκκλησίας, η περιφρόνηση της κοσμικής καταφοράς, η οποία διέρχεται κάθε μέσο για να κυριαρχήσει στις ανθρώπινες συνειδήσεις. Είναι μαρτύριο σήμερα, να ζει κανείς επί τη βάσει Χριστιανικών αρχών, να βιώνει την αγάπη του Χριστού και την αληθινή κοινωνική δικαιοσύνη, να εργάζεται εθελοντικά για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου, ενώ γύρω του, το πνεύμα του κόσμου καλλιεργεί την αδιαφορία και τον «ωχαδελφισμό». Είναι μαρτύριο, σήμερα, να μάχεται κανείς τον κόσμο της αμαρτίας και να επιλέγει για τον εαυτό του τον δρόμο της μετανοίας, αρνούμενος τον πειρασμό της σύγχρονης ασυδοσίας, η οποία κάνει, τελικά, τον άνθρωπο σκλάβο των επιλογών και των ποικίλων εξαρτήσεών του. Είναι μαρτύριο να βγαίνεις και να εντοπίζεις τις αποτυχημένες ανθρώπινες συνταγές και να τονίζεις ότι χωρίς και μακράν του Θεού το χάος το οποίο σήμερα ζούμε.
          Αυτός είναι και ο τρόπος ζωής στον οποίο μάς καλεί σήμερα η Εκκλησία μας, αδελφοί μου. Είναι ο τρόπος της αντίστασης στις καταστροφικές επιλογές του κόσμου, τις οποίες πληθωρικά πληρώνουμε σήμερα. Και όπως κάθε αντίσταση, έτσι κι αυτή οδηγεί στον δρόμο της αληθινής ελευθερίας και της ποθητής κοινωνίας με τον Θεό.
 ΑΜΗΝ!
          Το κείμενο αυτό διαμορφώθηκε βάσει δυο άλλων κειμένων.
Το πρώτο είναι του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπακτου και Αγίου Βλασίου κ.κ. ΙΕΡΟΘΕΟΥ  από το βιβλίο του «Οσμή Γνώσεως»
και το δεύτερο από κήρυγμα της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος στη σημερινή Κυριακή Ε Λουκά  30-10-2011 μνήμη των Αγίων μαρτύρων Ζηνοβίου και Ζηνοβίας.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄. ΛΟΥΚΑ

 ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ  ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ΄ ΛΟΙΥΚΑ  24/10/21021

https://www.saint.gr/readings.aspx




ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Θ´ 6 - 11



6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις ἐπ’ εὐλογίαις καὶ θερίσει. 7 ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. 8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, 9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 10 Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· 11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι’ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ

ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Θ´ 6 - 11


6 Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ σπείρει μὲ τσιγγουνιάν, μὲ τσιγγουνιὰν καὶ θὰ θερίσῃ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ σπείρει ἄφθονα, ἄφθονα καὶ θὰ θερίση. 7 Ὁ καθένας ἂς δίδῃ σύμφωνα μὲ τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῆς καρδίας του, ὄχι μὲ λύπην ἢ ἀπὸ ἀνάγκην, διότι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ποὺ δίδει μὲ προθυμίαν καὶ χαρούμενον πρόσωπον. 8 Εἶναι δὲ δυνατὸς ὁ Θεὸς νὰ σᾶς δώσῃ ὑπεράφθονον κάθε χάριν· καὶ τὴν χάριν τουτέστι τῆς προθυμίας εἰς τὸ νὰ εἰσφέρετε γενναίως, καὶ τὴν χάριν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ὥστε νὰ ἔχετε πάντοτε εἰς ὅλα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας κάθε ἐπάρκειαν καὶ νὰ πράττετε μὲ τὸ παραπάνω κάθε ἔργον ἀγαθόν. 9 Καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ καὶ μὲ σᾶς σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ λέγει ἡ Γραφή: Ἐμοίρασεν ἄφθονα, ἔδωκεν εἰς τοὺς πτωχούς· ἡ ἐκ τῶν ἀγαθοεργιῶν ἀρετή του μένει διὰ παντός. 10 Ὁ Θεὸς δέ, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ ἄφθονον σπόρον εἰς ἐκεῖνον ποὺ σπέρνει, καὶ ἄρτον διὰ νὰ τρώγωμεν, εἴθε νὰ χορηγήσῃ καὶ νὰ πληθύνῃ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά σας καὶ νὰ αὐξήσῃ τοὺς καρποὺς τῆς ἀγαθοεργίας σας, 11 ὥστε νὰ γίνεσθε πλούσιοι εἰς κάθε τι, εἰς κάθε εἶδος γενναιοδωρίας, ἡ ὁποία διὰ μέσου ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων, ποὺ μεταφέρομεν τὰς συνεισφοράς σας, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἀναπέμπωνται εὐχαριστίαι εἰς τὸν Θεόν.·


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 27 - 39


27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνὴρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 27 - 39


27 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐβγῆκεν εἰς τὴν ξηράν, τὸν συνήντησε κάποιος ἄνθρωπος καταγόμενος ἀπὸ τὴν πόλιν, ὁ ὁποῖος εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἐφοροῦσεν ἐπάνω του ροῦχα καὶ δὲν ἔμενεν εἰς σπίτι, ἀλλὰ μέσα εἰς τὰ μνήματα. 28 Ὅταν ὅμως εἶδε τὸν Ἰησοῦν, ἀπὸ τὸν φόβον τοῦ ἐφώναξε δυνατὰ καὶ ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας του καὶ μὲ φωνὴν μεγάλην εἶπε· Ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ καὶ τὶ ζητᾷς ἀπὸ ἐμέ, Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσῃς, καὶ μὴ μοῦ ἐπιβάλῃς τὴν τιμωρίαν νὰ ἐγκλεισθῶ ἀπὸ τώρα εἰς τὰ σκότη τοῦ Ἅδου. 29 Εἶπε δὲ τὸν λόγον αὐτὸν ὁ δαιμονιζόμενος, διότι ὁ Ἰησοῦς παρήγγειλε καὶ διέταξε τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα νὰ βγῇ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸν εἶχε κυριεύσει. Καὶ λόγῳ τῆς ἀγρίας ἑξάψεως, ποὺ τοῦ ἐδημιουργεῖ, τὸν ἔδεναν μὲ ἁλύσεις καὶ μὲ σιδηρᾶ δεσμὰ εἰς τὰ πόδια, ἐπειδὴ τὸν ἐφύλαττον νὰ μὴ κακοποιήσῃ ἢ βλάψῃ τινά. Ἀλλ’ αὐτὸς ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ ἐσύρετο βιαίως ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τοὺς ἐρήμους τόπους. 30 Τὸν ἠρώτησε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπε· Τί εἶναι τὸ ὄνομά σου; Αὐτὸς δὲ εἶπε· Λεγεών, δηλαδὴ σύνταγμα στρατιωτῶν. Καὶ ἦτο αὐτὸ τὸ ὄνομά του, διότι οὐχὶ ἕν, ἀλλὰ πολλὰ δαιμόνια εἶχον εἰσέλθει εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν. 31 Καὶ διὰ στόματος τοῦ δαιμονιζομένου παρεκάλουν αὐτὸν νὰ μὴ διατάξῃ νὰ ὑπάγουν εἰς τὰ τρίσβαθα τοῦ Ἅδου. 32 Ἦτο δὲ ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν εἰς τὸ βουνόν. Καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὰ νὰ ἔμβουν εἰς ἐκείνους τοὺς χοίρους. Καὶ ἐπειδὴ αὐτοί, ποὺ ἔτρεφον τοὺς χοίρους, ἔπραττον τοῦτο παρὰ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀπηγόρευεν ὡς ἀκάθαρτον τὸ χοιρινὸν κρέας, ὁ Κύριος τιμωρῶν τὴν παρανομίαν ταύτην ἐπέτρεψε τοῦτο εἰς αὐτά. 33 Ἀφοῦ δὲ ἐβγῆκαν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ἐμβῆκαν εἰς τοὺς χοίρους. Καὶ ἔτρεξεν ἀσυγκράτητα καὶ μὲ μανίαν τὸ κοπάδι ἀπὸ τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ κρημνοῦ πρὸς τὰ κάτω εἰς τὴν λίμνην καὶ ἐπνίγη. 34 Ὅταν δὲ ἐκεῖνοι, ποὺ ἔβοσκαν τοὺς χοίρους, εἶδαν αὐτὸ ποὺ ἔγινεν, ἔφυγαν. Καὶ ἀνήγγειλαν τὸ συμβὰν τῆς καταστροφῆς τῶν χοίρων εἰς τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ εἰς ἐκείνους, ποὺ ἔμεναν ἔξω εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 Ἐβγῆκαν δὲ ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ τὰ περίχωρα οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ ἴδουν ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε. Καὶ ἦλθον εἰς τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ηὗραν τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶχαν βγῇ τὰ δαιμόνια, νὰ κάθεται κοντὰ εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἐνδεδυμένος καὶ σωφρονισμένος. Καὶ ἐφοβήθησαν. 36 Τοὺς διηγήθησαν δὲ καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ εἶχαν ἴδει τὸ περιστατικόν, πῶς ἔγινε καλὰ ὁ δαιμονισμένος. 37 Καὶ τὸν παρεκάλεσαν ὅλον τὸ πλῆθος τῆς περιφερείας τῶν Γαδαρηνῶν νὰ φύγῃ ἀπὸ αὐτούς, διότι ἐκυριεύθησαν ἀπὸ μεγάλον φόβον, ὅταν εἶδαν τὴν δικαίαν τιμωρίαν, ποὺ ἐπεβλήθη εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νόμου ἔτρεφον χοίρους. Αὐτὸς δέ, ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸ πλοῖον, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ μέρος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εἶχεν ἔλθει. 38 Παρεκάλει δὲ αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον εἶχαν βγῇ τὰ δαιμόνια, νὰ μένῃ μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὸν ἀφῆκεν ἐλεύθερον καὶ τοῦ παρήγγειλε νὰ φύγῃ λέγων· 39 Γύρισε ὀπίσω εἰς τὸ σπίτι σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἔκαμεν εἰς σὲ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σὲ ἀπήλλαξεν ἀπὸ τὰ δαιμόνια. Καὶ ἔφυγεν ἐκεῖνος καὶ διεκήρυττεν εἰς ὅλην τὴν πόλιν ὅσα τοῦ ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς.

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Ζ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

 


πέρμαχοι σο τος λγων πλοις, Λγε,
χθρος τροπονται τν σεβαστν εκνων.

Τα
ς τν γων Πατρων πρεσβεαις, Θες, λησον μς.


Την Kυριακή μετά την ενδεκάτη Οκτωβρίου, μνήμη επιτελούμε των Aγίων Πατέρων της αγίας και Oικουμενικής Eβδόμης Συνόδου.

Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 13 Οκτωβρίου 787 μ.Χ., με πρωτοβουλία της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η όποια ασκούσε χρέη αντιβασιλέως. Υπό την προεδρία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Ταρασίου (βλέπε 25 Φεβρουαρίου) συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι, και σε αυτούς προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες, οι όποιοι αποκήρυξαν την αίρεση των εικονομάχων.

Πλάι στους αντιπροσώπους του Πάπα Ρώμης και των Πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, οι μοναχοί οι όποιοι υπέφεραν δεινούς διωγμούς επί βασιλείας των εικονομάχων αυτοκρατόρων Λέοντος Γ’ Ίσαύρου (717 – 741 μ.Χ.) και Κωνσταντίνου Ε’ Κοπρωνύμου (741 – 775 μ.Χ.) αποτελούσαν έντονη παρουσία· ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι.

Μετά από επιμελή προετοιμασία, οι Πατέρες της Συνόδου αναθεμάτισαν τους αιρετικούς, οι όποιοι για περισσότερα από πενήντα έτη απαγόρευαν στους ορθόδοξους χριστιανούς να τιμούν τις σεπτές εικόνες του Χρίστου και των αγίων Του διότι αυτό αποτελούσε δήθεν ειδωλολατρία. Έθεσαν έτσι τέρμα στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας, η οποία όμως ξέσπασε εκ νέου λίγα χρόνια αργότερα επί Λέοντος Ε’ Αρμενίου (813 – 820 μ.Χ.) και δεν σταμάτησε οριστικά παρά το 843 μ.Χ., χάρις στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα και στον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο (βλέπε 14 Ιουνίου). οι άγιοι Πατέρες αναθεμάτισαν τους αιρετικούς πατριάρχες Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα, αποκήρυξαν τη δήθεν οικουμενική σύνοδο που συνεκλήθη στο ανάκτορο της Ιερείας με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Ε’ το 754 μ.Χ., και κήρυξαν αιωνία τη μνήμη των άγιων υπερμάχων της Ορθοδοξίας: του πατριάρχου αγίου Γερμανού (715 – 730 μ.Χ.) [βλέπε 12 Μαΐου], του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), του Γεωργίου Κύπρου, και όλων όσοι είχαν υποστεί βασάνους και εξορίες ως υπέρμαχοι των αγίων εικόνων. Στον Όρο της πίστεως που ανέγνωσαν στην έβδομη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου, οι Πατέρες διεκήρυξαν:

«Ορίζομεν συν ακριβεία πάση και εμμελεία, παραπλησίως τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς· της τε του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εικόνος, και της αχράντου δεσποίνης ημών της αγίας Θεοτόκου, τιμίων τε αγγέλων, και πάντων άγιων και οσίων ανδρών. Όσω γάρ συνεχώς δι’ εικονικής ανατυπώσεως ορώνται, τοσούτον και οι ταύτας θεώμενοι διανίστανται προς την των πρωτοτύπων μνήμην τε και επιπόθησιν, και ταύταις ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησαν απονέμειν, ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, η πρέπει μόνη τη θεία φύσει - αλλ’ ον τρόπον τω τύπω του τιμίου και ζωοποιού σταυρού και τοις αγίοις εύαγγελίοις και τοις λοιποίς ιεροίς αναθήμασι, και θυμιαμάτων και φώτων προσαγωγήν προς την τούτων τιμήν ποιεισθαι, καθώς και τοις αρχαίοις εύσεβώς είθισται. η “γαρ της εικόνος τιμή έπι το πρωτότυπον διαβαίνει”, και ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν. Ούτω γαρ κρατύνεται η των άγιων Πατέρων ημών διδασκαλία, είτουν παράδοσις της Καθολικής Εκκλησίας, της από περάτων εις πέρατα δεξαμένης το ευαγγέλιον».

Οι άγιοι Πατέρες ως εκ τούτου απεδείχθησαν υπέρμαχοι όχι μόνον των αγίων εικόνων αλλά, στην ουσία, αυτού του ιδίου του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού: «Πάλαι μεν ο Θεός ο ασώματος τε και ασχημάτιστος ουδαμώς εικονίζετο, νυν δε σαρκί οφθέντος Θεού και τοις ανθρώποις συναναστραφέντος εικονίζω Θεού το ορώμενον. Ού προσκυνώ τη ύλη, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν, τον ύλην δι’ εμέ γενόμενον και εν ύλη κατοικήσαι καταδεξάμενον και δι’ ύλης την σωτηρίαν μου εργασάμενον, και σέβων ου παύσομαι την ύλην, δι’ ης η σωτηρία μου είργασται». Προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ο Λόγος του Θεού την θέωσε χωρίς εκείνη να χάσει τα ιδιώματά της. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ εν τη δόξα Του είναι ακατάληπτη στις αισθήσεις μας, η ανθρώπινη φύση του Σωτήρος δύναται ωστόσο να αποτυπωθεί. η εικόνα του Χριστού - την πιστότητα της οποίας φυλάσσει η παράδοση της Εκκλησίας - καθίσταται κατά συνέπεια αληθής παρουσία του θεανθρώπινου προτύπου της, αγωγός χάριτος και αγιασμού σε όσους με πίστη της απονέμουν τιμητική προσκύνηση.

Η δεύτερη Σύνοδος της Νικαίας είναι η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξος Εκκλησία. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκληθούν στο μέλλον άλλες οικουμενικές Σύνοδοι, άλλα ότι ως έβδομη η Σύνοδος της Νικαίας συμπληρώνει τον αριθμό που μέσα στην Αγία Γραφή αντιπροσωπεύει την τελειότητα και ολοκλήρωση (π.χ., Γεν. 2, 1-3). Σφραγίζει το πέρας της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων, που επέτρεψαν στην Εκκλησία να διευκρινίσει με σαφείς και ακριβείς ορισμούς τα όρια της ορθοδόξου πίστεως. Εφεξής, κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες που αναθεμάτισε η Εκκλησία στις οικουμενικές συνόδους, από την πρώτη (325 μ.Χ.) έως την έβδομη (787 μ.Χ.) εν Νικαία Σύνοδο.


πολυτκιον

χος πλ. δ’.

περδεδοξασμνος ε Χριστ Θες μν, φωστρας π γς τος Πατρας μν θεμελισας, κα δι' ατν πρς τν ληθινν πστιν πντας μς δηγσας, πολυεσπλαγχνε δξα σοι.


http://www.saint.gr/

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ (ΣΠΟΡΕΩΣ)


 

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Σούλου

«ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού»

Η παραβολή του σπορέα, που ακούσαμε στην ευαγγελική περικοπή, είναι η πρώτη από μια κατηγορία παραβολών, που λέγονται παραβολές της βασιλείας, γιατί κεντρικό τους θέμα είναι η βασιλεία του Θεού. Με την σημερινή παραβολή, η Eκκλησία προβάλλει το έργο του σπορέα – Χριστού και ταυτόχρονα θυμίζει στον πιστό λαό της, την ανάγκη της καρποφορίας, που είναι το αποτέλεσμα του κηρυγματικού, του αγιαστικού και του ποιμαντικού της έργου, που δια της Θείας Χάριτος, επιτελούν οι Ποιμένες της και οι ενάρετοι και αφοσιωμένοι συνεργάτες αυτών, που από κοινού σπέρνουν, σαν καλοί γεωργοί τον λόγο του Θεού.
Ο λόγος του Θεού κοινωνείται, μεταλαμπαδεύεται, διδάσκεται ή παραβολικά σπέρνεται, από τους «γεωργούς» του Θεού με το Θείο Κήρυγμα, είτε γραπτώς, είτε προφορικώς. Ο λόγος του Θεού, δια του κηρύγματος,  απευθύνεται στον πιστό λαό του Θεού, στα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, αναπτύσσοντας το θεματολόγιό του, από την Αγία Γραφή και από τα Πατερικά κείμενα με σκοπό να
κατηχήσει, να καθοδηγήσει και να διδάξει, τον ακροατή ή τον αναγνώστη.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, αναφερόμενος στο κήρυγμα ισχυρίζεται ότι  η διάθεση για ακρόαση του θείου λόγου είναι απόδειξη της υγείας της ψυχής και το παρομοιάζει με την όρεξη για τροφή του υγιούς σώματος. Ο πνευματικά υγιής άνθρωπος πεινάει και διψάει για λόγο Θεού. Έχει μια ακόρεστη διάθεση, για να ακούει τον λόγο του Θεού. Αντίθετα εκείνος που δυσανασχετεί, όταν φθάνει η ώρα του θείου κηρύγματος, δηλώνει ότι είναι πνευματικά ασθενής και έχει την ανάγκη της μεταμέλειας και θεραπείας, δια να μην εξελιχθεί η ασθένειά του, σε πνευματικό θάνατο.
Το θείο κήρυγμα εις την πνευματικότητα του Εκκλησιαστικού βίου, ήταν και παραμένει ένα από τα αποτελεσματικότερα μέσα της ποιμαντικής κατήχησης και καθοδήγησης του λαού του Θεού  και είναι άρρηκτα  συνδεδεμένο με την μυσταγωγικότητα των Ιερών ακολουθιών και ιδιαίτερα με το Ιερό Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, που επιφέρουν τη νήψη της ψυχής και της διάνοιας των  πνευματικά ολοκληρωμένων πιστών.
Το κήρυγμα αναφέρεται στα ποικίλα καθημερινά προβλήματα, που αντιμετωπίζει η κοινωνική ζωή των πιστών, σε όλους τους χώρους της ζωής και της δράσεώς τους, όπως η προσωπική, η οικογενειακή, η επαγγελματική, η κοινωνική κ.ά.  Όμως, ο κήρυκας του Θείου Λόγου επιβάλλεται να σταθμίσει τον λόγο του, ώστε να μη παρασύρεται σε ηθικισμούς και στείρους διδακτισμούς. Διότι, δεν πρέπει να του διαφεύγει, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου, είναι από την φύση του θεολογικός, γιατί είναι έκφραση της εμπειρίας που αποκτούν τα μέλη της Εκκλησίας στη σχέση και στην κοινωνία τους με τον Θεό.
Σκοπός, λοιπόν, του κηρύγματος δεν είναι να επιλύσει τα επίγεια προβλήματα του κόσμου, αλλά να καθοδηγεί τους ανθρώπους της Εκκλησίας στην έξοδό τους, από τη φθορά και τη θνητότητα, που κραταιώνουν τα πάθη της καθημερινότητας. Έτσι, κινείται μέσα στην καθημερινότητα του κόσμου, αλλά δεν εγκλωβίζεται σ’ αυτήν, οδηγώντας το λαό του Θεού, στη Βασιλεία του Θεού.
Είναι γεγονός ότι υπάρχει στον κόσμο πολύς πόνος, σωματικός  και ψυχικός. Ο λαός του Θεού πονάει, εξόχως τούτη την δύσκολη χρονική περίοδο, που βιώνει πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Ο κήρυκας του Θείου Λόγου, επιβάλλεται να εκφέρει λόγο ελπίδας και παρηγοριάς. Να εκφράζει λόγο ενθαρρυντικό και  να ανακαινίζει τις ψυχικές πνευματικές δυνάμεις του λαού. Η απελπισία που υπάρχει στον κόσμο γίνεται καταστροφική, όταν δεν μπορεί να βρει κανείς νόημα στις θλίψεις και τις ταλαιπωρίες της ζωής.
 Γι’ αυτό είναι σημαντική η διδασκαλία της Εκκλησίας για τη δημιουργία του ανθρώπου, τη ζωή του στον Παράδεισο, την πτώση του, την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα», την ανακαίνισή του από τον Χριστό, την ύπαρξη της Εκκλησίας, ως Σώματος Χριστού, τον τρόπο της ζωής που εμπνέει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο δίνει αισιοδοξία και προοπτική στη ζωή και ανακουφίζει τον πόνο.
 Η παρηγοριά της Εκκλησίας είναι η θεολογία της, είναι ο λόγος που μιλά για το ότι ο «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» και ότι, «έτι αμαρτωλών όντων ημών, υπέρ ημών απέθανε», αφήνοντάς μας τον εαυτό του υπόδειγμα για να «επακολουθήσουμε τοις ίχνεσιν αυτού», ώστε να γίνουμε, «όμοιοι αυτώ», γιατί θα τον δούμε «καθώς εστί».
Ο δεινός ρήτορας της Εκκλησίας μας, ο ιερός Χρυσόστομος, λέγει ότι το κήρυγμα πρέπει να προσφέρει και να μεταποιεί με λεκτικά σχήματα στις καρδιές των ανθρώπων απτή τη σχέση και τη συνάφειά  τους με το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό που συνιστά την Εκκλησία, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, είναι η σχέση και η συνάφεια με το πρόσωπο του Χριστού. Γι' αυτό ονομάζεται «εκκλησία» και όχι συνάθροιση ομοπίστων, όσοι συμμετέχουν στη σύναξη που γίνεται, αποκλειστικά, για την «κλάση του άρτου», δηλαδή, την Θεία Ευχαριστία.
Η Θεία Ευχαριστία είναι το μοναδικό γεγονός της πραγματικής προσωπικής αλληλοπεριχώρησης του ανθρώπου και του Θεού. Είναι η αληθινή μέθεξη του Χριστού στην προσωπική εκστατική επαναφορά του πλάσματός του. Όμως, έχουμε ξεχάσει την ουσιαστική λειτουργία μας, ως μέλη του Σώματος του Χριστού. Έχουμε αποσυνδεθεί από την ευχαριστιακή μας αναφορά και έχουμε επικεντρωθεί σε αλλότρια ενδιαφέροντα, με αποτέλεσμα  ο Λόγος της Εκκλησίας να  μεταποιείται σε «ξύλινο λόγο» της πολιτικής και της κοινωνιολογικής οριζόντιας και επίπεδης θεώρησης, ώστε «Τούτω τας εκκλησίας ανέτρεψεν, ότι και υμείς ου ζητείτε λόγον ακούσαι κατανυκτικόν», διακηρύσσει ο ιερός Χρυσόστομος.
Συνεπώς θα λέγαμε ότι ο λόγος του κηρύγματος, ως λόγος του Θεού σημαίνει,  ότι «εμεγάλυνας τον λόγον σου υπέρ παν το όνομα σου». Δηλαδή, ο Θεός έχει μεγαλύνει τον Λόγο Του ακόμα και πάνω από το ίδιο Του το όνομα. Γενικότερα, ο Λόγος του Θεού είναι για όλους μας αλήθεια, είναι τροφή για την ζωή μας και πηγή ευφροσύνης. Ο λόγος του Θεού οδηγεί και καθοδηγεί, προφυλάσσει και διαφυλάσσει, ενισχύει και ενδυναμώνει, παρηγορεί και διδάσκει.
Το κήρυγμα, είναι η ουσιαστικότερη διακονία και πράξη των Μαθητών και Αποστόλων, καθώς επίσης και των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Το κήρυγμα το αποκαλεί ο Χριστός, έργο του Πατρός και το ονομάζει Θείο σπόρο, «έστι δε αύτη παραβολή· ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού», (Λουκ.8,11) συμπληρώνοντας ότι γι’ αυτόν τον σκοπό ήλθε, για να σπείρει τον λόγο. «Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού» (Λουκ.8,5). Αλλά και ο Απ. Παύλος λέγει ότι τα έργο του κηρύγματος είναι ανώτερο από όλα τα άλλα έργα και διακηρύσσει ότι «μου επιβάλλεται ως ανάγκη» και «ουαί δε μοι έστιν, εάν μη ευαγγελίζωμαι», «αλλοίμονο, αν δεν ευαγγελίζομαι», λέγει χαρακτηριστικά στην επιστολή του Α΄ Κορ. 9,16.
Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας έχουσα επίγνωση του κινδύνου διολίσθησης στην νοησιαρχία, δεν εκφέρεται φιλοσοφικά. Όμως κομίζει μια οντολογική οπτική, με συγκεκριμένη πρόταση νοήματος της ύπαρξης και των υπαρκτών. Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας παραπέμπει στην αιτιώδη αρχή του υπαρκτού, ως προσωπική εμπειρία, που παραπέμπει στην εμπειρία της παρουσίας του συγκεκριμένου ιστορικού προσώπου του Ιησού του από Ναζαρέτ και πραγματώνει την ενανθρώπησή Του, χωρίς τροπή ή αλλοίωση του Είναι Του, που έχει ως αιτιώδη αρχή του  την αγάπη, η οποία δεν είναι ιδίωμα κάποιας συμπεριφοράς, αλλά οντολογικός τρόπος υπάρξεως. Ο τρόπος αυτός είναι ηθελημένος και όχι αναγκαστικός και εκφράζεται μέσα από τα «ομοούσια» πρόσωπα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, που ανάγουν την ύπαρξή τους, όχι ως ατομικότητα, αλλά ως σχέση αλληλοπεριχωριτική και  δηλώνουν το «αιτιατό αίτιο» του υπάρχειν της κοινωνίας μεταξύ των.
Η διδαχή του λόγου του Θεού αληθεύει μόνον όταν κοινωνείται, μέσω των σημαινόντων αυτών «ομοούσιων» προσώπων και η αλήθεια της γνώσης συνάγεται από την αλήθεια της οντολογικής ύπαρξης Αυτών, που καλείται ο κήρυκας του Ευαγγελίου, να σπείρει στην «καλή γη».

Συνεπώς  το κήρυγμα είναι αυτό που προετοιμάζει τον κόσμο, δια να συναντηθεί και να συμβιώσει με τον Τρισυπόστατο Θεό. Το κήρυγμα είναι αυτό που βοηθά τον άνθρωπο, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή του στη Θ. Ευχαριστία, να επιθυμήσει και να βιώσει την αγιότητα και την καθαρότητα της καρδιάς, για να μπορεί να ζει με την αδιάλειπτη μνήμη του Τριαδικού Θεού. Ας αντιληφθούμε, λοιπόν, ότι το κήρυγμα είναι έργο της Εκκλησίας και των Ποιμένων της και ας αποφεύγουν μερικοί, να επικρίνουν το έργο των «γεωργών του Θεού» και να γίνουν και αυτοί «η καλή γη, οίτινες εν καρδία καλή και αγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορούσιν εν υπομονή». ΑΜΗΝ!

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου

 –«Ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ το οφειλόμενον »

Απόστολος: Α΄ Κορ. Θ΄ 2 – 12
Ευαγγέλιο: Ματθ. ΙΗ΄ 23 – 35
Η βασιλεία των ουρανών, μας λέει η σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που θέλησε να του δώσουν απολογισμό οι δούλοι του. Μόλις, λοιπόν, άρχισε να κάνει το λογαριασμό, του φέρανε κάποιο, που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριός του διέταξε να πωλήσουν τον ίδιο, την γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό από την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του κυρίου του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: « δείξε μου μακροθυμία και θα σου δώσω όλα τα χρέη μου πίσω». Τον λυπήθηκε ο κύριός του και τον άφησε να φύγει· του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας, όμως, έξω αυτός ο δούλος, βρήκε ένα από τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια. Τον έπιασε από το λαιμό και τον έσφιγγε να τον πνίξει, λέγοντάς του: « ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς». Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: « δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα ξεπληρώσω». 

Εκείνος όμως δεν δεχόταν, τον αρπάζει οργίλος από τον λαιμό, τον τραντάζει, τον πιέζει άσπλαχνα και απαιτεί σκληρά, βίαια, ανυπόμονα εκείνη την στιγμή, το οφειλόμενο ποσό. Και επειδή αδυνατεί να το ξοφλήσει, τον στέλνει στην φυλακή ώσπου να ξεπληρώσει το ποσό, που του χρωστούσε. Θλιβερή και αποτρόπαια η πράξη αυτή του συνδούλου του, μετά μάλιστα και από την εξαιρετική ευεργεσία, που μόλις του είχε γίνει από το βασιλιά της σημερινής παραβολής.
Η έκταση, δυστυχώς, την οποία καταλαμβάνει η αχαριστία, είναι πολύ μεγάλη σ’ όλες τις εποχές και σήμερα ακόμα. Και συμβαίνει αυτό, γιατί στην πλειονότητά μας οι άνθρωποι είμαστε εγωιστές. Είμαστε απελπιστικά εγωπαθείς, φίλαυτοι, ατομιστές. Το εγώ κυριαρχεί στη ζωή μας και μας στενεύει τόσον πολύ τον ορίζοντα της ψυχής, ώστε δεν μπορούμε να δούμε έξω από τα του εαυτού μας τίποτε, μετά από κάθε ευεργεσία που απολαμβάνουμε. Παρακαλούμε και ικετεύουμε θερμότατα τον Θεό ή τους ανθρώπους, όταν έχουμε την ανάγκη τους. Και ως τότε είμαστε ευγενέστατοι, ταπεινοί στην ικεσία μας και δείχνουμε πλήρη εξάρτηση από αυτούς. Μόλις όμως επιτύχουμε το ζητούμενο, γινόμαστε αγνώριστοι. Γινόμαστε αγενέστατοι, ψυχροί και αδιάφοροι προς τον ευεργέτη μας
Πράγματι, τι φοβερό κακό είναι η αχαριστία, η μαύρη αγνωμοσύνη προς τον κάθε ευεργέτη, αλλά κυρίως προς τον μεγάλη ευεργέτη, τον Σωτήρα και Θεό μας. Και τι μεγάλη, λαμπρή, υπέροχη και αγία αρετή η ευγνωμοσύνη. Η πρώτη αποδεικνύει τον άνθρωπο κατώτερο και από τα κτήνη, παρ’ όλο που πολλά και από τα ζώα και από αυτά τα άγρια θηρία, είναι στιγμές που ευγνωμονούν τους ευεργέτες τους. Η ευγνωμοσύνη υψώνει ως τους αγγέλους, τους ανθρώπους. Η αχαριστία, καθιστά τον αχάριστο άνθρωπο , ανάξιο των δωρεών του Θεού. Η ευγνωμοσύνη του εξασφαλίζει και μεγαλύτερες δωρεές και ευεργεσίες. Συνηθισμένο κακό η αχαριστία, κακία θεομίσητος και ελεεινή. Σπάνια η αρετή της ευγνωμοσύνης. Και η ατυχία είναι ότι εύκολα οι άνθρωποι ζητούμε και εύκολα λησμονούμε.
Αλήθεια, έχουμε ποτέ αναλογισθεί κι εμείς πόσο βαρειά είναι και η δική μας πνευματική οφειλή προς τον Θεό και άρα ποια τιμωρία μας περιμένει; Έχουμε ποτέ επιμετρήσει τις αμαρτίες μας ή μήπως θεληματικά τις αγνοούμε και εθελοτυφλούμε, προσθέτοντας ενοχή στις ενοχές μας; Μια ζωή ολόκληρη αμαρτάνουμε ενώπιον του Θεού και χρεωνόμαστε. Με τα ανεξέλεγκτα βλέμματά μας, τους απρεπείς λογισμούς, τα τόσο εύκολα και συχνά ολισθήματα της γλώσσας και τις ποικίλες έκνομες πράξεις. Κι ενώ ο Θεός μας χαρίζει χρόνια ζωής και ειρηνικούς καιρούς, εμείς τα κατασπαταλούμε άσκοπα και αμαρτωλά. Κι ενώ μας προσφέρει τάλαντα, ποικίλα χαρίσματα και ικανότητες, εμείς τα οικειοποιούμαστε, επιδιώκοντας προσωπικά ωφελήματα και εγωιστική δόξα. Μας εμπιστεύεται ενίοτε χρήματα, μόρφωση και κοινωνική θέση κι εμείς τα καταχρόμαστε με ιδιοτέλεια. Γι’ αυτό κι εμείς, θα πρέπει να συγχωρούμε και να μην κρατάμε κακία, για συνανθρώπους μας, που τυχόν να φάνηκαν αγνώμονες και αχάριστοι απέναντί μας. Από την στιγμή που καταλαβαίνουν το λάθος τους και προσπέφτουν στα πόδια μας και ζητούν ειλικρινά συγνώμη θα πρέπει να δίνουμε αυτή την συγνώμη. Δεν έχουμε το δικαίωμα να πεισμώνουμε, να δυστροπούμε για να τους ταπεινώνουμε.
Είναι λυπηρό να ακούμε για παιδιά που φέρονται με αχαριστία και αγνωμοσύνη προς αυτούς τους γονείς τους, που μόχθησαν και κοπίασαν σκληρά για να τα μεγαλώσουν και να τα αναδείξουν. Πόσοι άλλοι δεν κάμνουν το ίδιο προς τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο ευεργέτες και άλλοτε προστάτες τους και πόσοι πολλοί είναι οι αχάριστοι έναντι των κυρίως ευεργετών τους. Η μεγαλύτερη όμως αχαριστία είναι αυτή προς τον πανάγαθο Θεό μας και ευεργέτη μας, στον Οποίο μερικοί γυρίζουν τις πλάτες και Τον λησμονούν. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν λένε οι αχάριστοι αυτοί προς τον Πλουσιόδωρο Πατέρα και Κύριο, που κυριολεκτικά τους γεμίζει με τα πνευματικά και υλικά αγαθά Του κάθε ώρα και στιγμή. Και η αλήθεια είναι ότι, μόνο κοντά στον Θεό μπορούμε να βρούμε την γαλήνη και την ηρεμία.
Είναι γεγονός ότι όταν μας περιζώνουν ανάγκες και μας συνθλίβουν δυσάρεστα γεγονότα, τότε καταφεύγουμε ικετευτικά προς τον Θεό και εκλιπαρούμε την προστασία Του και Τον παρακαλούμε να μας απαλλάξει από τα θλιβερά του βίου περιστατικά. Τότε, ενθυμούμαστε την συχνή και θερμή προσευχή. Τότε προστρέχουμε στις εκκλησίες. Τότε θυμούμαστε τις παρακλήσεις, τα τάματα, τις υποσχέσεις, τις γονυκλισίες, τις νηστείες και τις πράξεις ευλαβείας. Όταν, όμως, ο κίνδυνος παρέλθει, όταν η ανάγκη πάψει να μας κρατά σε αγωνία κι όταν ο πριν κατασκότεινος ουρανός αρχίζει να φωτίζεται, τότε λησμονούμε τον ευεργέτη μας. Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν υπερβολικά. Δυστυχώς, όμως, η ιστορία είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας για την αλήθεια και ακρίβειά τους.
Αδελφοί μου! Μετά από όλα αυτά, ας μείνει μακριά μας η αχαριστία, το άθλιο νόσημα αυτό της ψυχής. Αντίθετα, ας ανθεί και καρποφορεί μέσα μας πάντοτε η θερμή, η εγκάρδια, η συνεχής και έμπρακτη ευγνωμοσύνη προς όσους μας ευεργετούν και πιο πολύ προς τον Πανευεργέτη μας Θεό. Γιατί αυτός μας χαρίζει τα πρόσκαιρα και τα αιώνια, την ζωή, την υγεία, την λύτρωση και την αιώνια σωτηρία. «Αυτώ η δόξα και η ευλογία και η τιμή εις τους αιώνας ». Αμήν.
Ηγούμενος Χρυσορρογιατίσσης Διονύσιος