Κυριακή 14 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

 


 Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!




Αφιέρωμα στην 25η Μαρτίου

Ένας υπαλληλάκος ήταν ο Νικόλαος Σκουφάς που γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας, το 1779. Στα 1812, ήταν στη Μόσχα και προσπάθησε να σκαρώσει επαναστατική οργάνωση αλλά οι εκεί Έλληνες τον κυνήγησαν, θεωρώντας τον αλήτη τυχοδιώκτη. Μη έχοντας δικά του χρήματα, προσπάθησε να βρει τη φιλοσοφική λίθο των αλχημιστών του μεσαίωνα, να πλουτίσει ώστε να μπορεί να χρηματοδοτήσει μια επανάσταση κατά των Τούρκων. Στα 1814,βρέθηκε στην Οδησσό.

Ένας αποτυχημένος έμπορος ήταν ο Εμμανουήλ Ξάνθος που γεννήθηκε στην Πάτμο, το 1772. Στα 1813, ήταν μέλος της τεκτονικής στοάς, στη Λευκάδα. Πτώχευσε κι έπρεπε να πάει στην τράπεζα της Μόσχας να κανονίσει τα χρέη του. Στα 1814, βρέθηκε στην Οδησσό.

Ένας ονειροπαρμένος νεαρός ήταν ο Αθανάσιος Τσακάλωφ που γεννήθηκε στα Γιάννενα, το 1788. Αναζήτησε την τύχη του στο Παρίσι όπου, το 1809, έγινε ένας από τους ιδρυτές της μυστικής οργάνωσης «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Πέρασε από τη Βιέννη, όπου γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια που, κατά κάποιες μαρτυρίες, τον έστειλε να οργανώσει παράρτημα της Εταιρείας των Φιλομούσων στη Ρωσία. Στα 1814, βρέθηκε στην Οδησσό.

Ξάνθος, Σκουφάς και Τσακάλωφ συναντήθηκαν τυχαία στην Οδησσό. Τα δεκάξι χρόνια που χώριζαν τον πρώτο από τον τρίτο, δεν τους εμπόδισαν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι. Άρχισαν να ψαρεύουν ο ένας τον άλλον. Συνωμότες με πείρα κι οι τρεις, ένιωσαν εύκολα ποια φλόγα τους ένωνε. Άνοιξαν τα χαρτιά τους. Η προοπτική μιας ελεύθερης Ελλάδας τους συνεπήρε. Ήταν 14 Σεπτεμβρίου του 1814, όταν αποφάσισαν να ιδρύσουν μια νέα μυστική επαναστατική οργάνωση: Τη Φιλική Εταιρεία.

Όλες οι ευπρεπείς μυστικές οργανώσεις της εποχής, που δεν ήταν και λίγες στην Ευρώπη, είχαν πολυσέλιδα καταστατικά, με προοίμια, άρθρα για το ιδεολογικό υπόβαθρο, στοιχεία του μελλοντικού συντάγματος που θα καθιέρωναν όταν θα πετύχαιναν, και βαθυστόχαστες αναλύσεις, περί του τι σου είναι ο άνθρωπος. Το καταστατικό της Φιλικής Εταιρείας δεν χρειαζόταν καν να είναι γραμμένο. Περιοριζόταν στη φράση: «Με κάθε τρόπο, να ελευθερωθεί η πατρίδα».

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας έφτιαξαν συνθηματική γραφή, συμφώνησαν συνθηματικά σημεία αναγνώρισης των μελών, καθόρισαν το τελετουργικό της μύησης και τους τρεις όρκους της οργάνωσης και χώρισαν τα μέλη, που ΘΑ αποκτούσε, σε κατηγορίες: Αδελφοποιητοί ή βλάμηδες τα απλά αγράμματα μέλη. Συστημένοι οι εγγράμματοι. Ιερείς εκείνοι που θα είχαν δικαίωμα κατήχησης και μύησης νέων μελών. Ποιμένες οι πιο πάνω. Από το 1820, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθιέρωσε άλλα δυο σκαλοπάτια: Τους αφιερωμένους και τους αρχηγούς των αφιερωμένων. Πάνω απ' όλους, ήταν η Ανωτάτη Αρχή που την αποτελούσαν οι Μεγάλοι Ιερείς των Ελευσινίων.

Οι απαντήσεις που δίνονταν στα νέα μέλη, ήταν πολύ συγκεχυμένες. Τι καθεστώς θα ίσχυε, μετά την επανάσταση; Μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης. Ποιοι θα κυβερνούσαν; Οι ικανοί. Ποιοι ήταν οι μεγάλοι ιερείς; Απαγορευόταν να πουν, αλλά όλο και τους ξέφευγαν μισόλογα κι ονόματα, όπως κόμης Καποδίστριας ή τσάρος Αλέξανδρος Α’. Που, βέβαια, δεν είχαν ιδέα πως ήταν «αρχηγοί οργάνωσης».

Τα επόμενα τρία χρόνια πέρασαν πολύ δύσκολα. Η απόφαση των τριών, να την ιδρύσουν, είχε έρθει σε μια εποχή κατά την οποία η ευρωπαϊκή αντίδραση βρισκόταν σε έξαρση. Η δημιουργία την Ιερής Συμμαχίας έσβησε και τις τελευταίες ελπίδες των λαών ότι θα μπορούσαν ν’ αποτινάξουν την απολυταρχία. Η γαλλική επανάσταση ήταν παρελθόν. Ο Ναπολέων Βοναπάρτης το ίδιο. Και η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε την υποστήριξη των μεγάλων της Ευρώπης. Μπορούσε, με άνεση, να ασκεί τρομοκρατία στα κατεχόμενα εδάφη.

Στα 1816, τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας μόλις έφταναν τα είκοσι. Στα 1817, ανέβηκαν στα 42. Οι τρεις ιδρυτές αποφάσισαν να προχωρήσουν σε έρευνα, με το ερώτημα, αν ο λαός είχε ωριμάσει για μιαν επανάσταση. Τον Ιούλιο του 1818, πέθανε ο ενθουσιώδης Νικόλαος Σκουφάς αλλ’ ένα ευτυχές γεγονός απάλυνε την απώλεια: Ο μυημένος Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος προσπάθησε να ψαρέψει έναν παλαβό αρχιμανδρίτη, τον Γρηγόριο Δικαίο ή Παπαφλέσσα. Ο παπάς έκανε για λίγο τον χαζό, να δει πού το πήγαινε ο συνομιλητής του. Όταν κατάλαβε, τον άρπαξε από τον λαιμό και τον ανάγκασε να του πει ό,τι ήξερε. Βρήκε τους αρχηγούς και μπήκε στην Ανωτάτη Αρχή με το «έτσι θέλω».

Οι ηγέτες της οργάνωσης μαζεύτηκαν στην Κωνσταντινούπολη, κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Η σύσκεψη ήταν θυελλώδης. Ο Τσακάλωφ αντιμετώπιζε ακόμα και το ενδεχόμενο της διάλυσης. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1818, πάρθηκε η μεγάλη απόφαση: Θα προχωρούσαν. Ρίχτηκαν με ανανεωμένο ενθουσιασμό στη μεγάλη προσπάθεια. Οι μυήσεις μελών προχώρησαν με γρήγορους ρυθμούς. Στα 1819, στην Ανώτατη Αρχή μπήκε κι ο Γεώργιος Λεβέντης. Στα 1820, τα ενεργά μέλη της οργάνωσης ξεπερνούσαν τα 3.000. Η οργάνωση άπλωνε τα πλοκάμια της σ’ ολόκληρη τη βαλκανική χερσόνησο. Ηγεμόνες, διπλωμάτες, οπλαρχηγοί, ιερωμένοι αλλά και απλοί άνθρωποι είχαν δώσει τον ιερό της όρκο και περίμεναν το σύνθημα. Χρειαζόταν, όμως, ένας επιφανής αρχηγός. Σε σύσκεψη των ηγετών της οργάνωσης, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1818, είχε αποφασιστεί να προταθεί η αρχηγία του αγώνα στον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, Ιωάννη Καποδίστρια. Επρόκειτο για «άνδρα σημαντικόν και άξιον της εμπιστοσύνης του Ελληνικού Έθνους», όπως γράφει ο Εμμανουήλ Ξάνθος.

Εφοδιασμένος με μια συστατική επιστολή του Άνθιμου Γαζή, ο Εμμανουήλ Ξάνθος έφτασε στην Πετρούπολη, στις 15 Ιανουαρίου του 1820. Την επομένη,16 του μήνα, υπέβαλε αίτηση να δει τον υπουργό. Ο Ιωάννης Καποδίστριας τον δέχτηκε κι άκουσε με προσοχή την πρότασή του. Ο Ξάνθος ζήτησε, ακόμη, να μεσολαβήσει ο υπουργός στον τσάρο για μυστική βοήθεια σε χρήματα και όπλα. Ο Καποδίστριας υποσχέθηκε να το σκεφτεί. Ξανασυναντήθηκαν τον Φεβρουάριο. Ο Καποδίστριας εξήγησε πως ο τσάρος Αλέξανδρος Α’ ήταν αντίθετος με κάθε επαναστατική ενέργεια και γι’ αυτό έκρινε σκόπιμο να μη δεχτεί την τιμητική πρόταση: Καλύτερα θα βοηθούσε την επανάσταση ως υπουργός του τσάρου παρά ως πρώην υπουργός.

Οι φιλικοί στράφηκαν στον στρατηγό και υπασπιστή του τσάρου, Αλέξανδρο Υψηλάντη, που με προθυμία δέχτηκε την πρόταση. Στις 12 Απριλίου 1820, ο Υψηλάντης έγινε αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Στις 7 Οκτωβρίου, ενέκρινε το σχέδιο δράσης, που είχαν ετοιμάσει ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας και ο Γεώργιος Λεβέντης (το «σχέδιον γενικόν», όπως ονομάστηκε, που όριζε «ημέρα Χ» την 25η Μαρτίου του 1821). Ξεκινούσε η μεγάλη προσπάθεια.

 

Ξημέρωνε 2 Ιανουαρίου του 1821, στη Ζάκυνθο. Γωνιά γωνιά, ένα με το πηχτό σκοτάδι, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης κινιόταν αθέατος και με γατίσια βήματα στα σοκάκια του αγγλοκρατούμενου νησιού. Ελαφρύς, για τα 51 του χρόνια, ο μπόγος που κουβαλούσε. Έφτασε στο λιμάνι, πήδηξε σ’ ένα καΐκι κι έκρυψε το δέμα: άρματα, σέλα, περικεφαλαία, τρόφιμα. Γύρισε σπίτι του αθέατος, όπως είχε φύγει. Πρωί, ζήτησε την ευχή της μάνας του. Ξεκινούσε για μια μεγάλη δουλειά, της είπε. Μεσημέρι, κουβέντιασε με τους γιους του: Να περιμένουν γράμμα του, να τον συναντήσουν. Απόγευμα, προσκύνησε στον τάφο της γυναίκας του. Νύχτα, βγήκε και κρύφτηκε σε σπίτι φίλου του μιλημένου. Έμεινε εκεί όλη την άλλη μέρα, διαβάζοντας τα γράμματα των φιλικών και του Αλέξανδρου Υψηλάντη: Η μεγάλη ώρα πλησίαζε. Ο Παπαφλέσσας ήταν κιόλας στη Μάνη, από τα μέσα του Δεκεμβρίου.

Νύχτωσε, όταν ήρθε ο νεαρός που θα τον συντρόφευε. Βγήκαν στο δρόμο μετά τα μεσάνυχτα. Οι Άγγλοι παρακολουθούσαν τα σπίτια των φιλικών αλλά ο Κολοκοτρώνης γνώριζε τα κατατόπια. Ξημέρωνε 4 Ιανουαρίου, όταν το καΐκι βγήκε απ’ το λιμάνι. Δυο μέρες παράδερνε στην άγρια θάλασσα. Ένα πλεούμενο άγνωστο κι άσημο, που μετέφερε τον στρατηγό της επανάστασης στη Μάνη. Το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας, όπως το είχαν προτείνει ο Παπαφλέσσας κι ο Λεβέντης, ήταν πολύ απλό: Όσο κρατούσε το κίνημα του Αλή πασά στην Ήπειρο, ο Υψηλάντης θα σήκωνε τη σημαία της επανάστασης στη Μολδοβλαχία κι ο Κολοκοτρώνης θα ξεσήκωνε τον Μοριά.

Ήταν 6 Ιανουαρίου, όταν το καΐκι έπιασε στη Σκαρδαμούλη της Μάνης. Ο Κολοκοτρώνης κι άλλοι τέσσερις. Το νέο απλώθηκε σ’ όλη την περιοχή. Έφτασε και στ’ αφτιά των Τούρκων, σπέρνοντας τον πανικό: Μιλούσαν γι’ απόβαση πέντε και δέκα χιλιάδων αντρών. Ζήτησαν από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να τον συλλάβει. Και να ’θελε αυτός, δε θα μπορούσε. Ο γέρος του Μοριά προστατευόταν από τους Μούρτζινους, αντίπαλους των Μαυρομιχαλαίων. Απάντησε πως δεν υπάρχει λόγος: Ο Κολοκοτρώνης είναι ακίνδυνος. Ήρθε στη Μάνη, επειδή έμεινε χωρίς λεφτά στη Ζάκυνθο. Οι Τούρκο δεν πείστηκαν κι έστειλαν κατασκόπους, που γύρισαν καθησυχασμένοι: «Βρήκαμε ένα γέρο, που ’παιζε τες αμάδες».

Ο «γέρος» άρχισε μεθοδική ενημέρωση των οπλαρχηγών και των προκρίτων: Ο ξεσηκωμός πλησιάζει. «Ημέρα Χ» η γιορτή του Ευαγγελισμού, 25 Μαρτίου. Την ίδια ώρα, ο Παπαφλέσσας οργάνωνε σύσκεψη στη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο). Είχε χαρτιά πατριαρχικού έξαρχου και προφασίστηκε ότι θα συζητούσαν για τις κτηματικές διαφορές ανάμεσα στα εκεί μοναστήρια. Η διάσκεψη άρχισε στις 26 Ιανουαρίου του 1821 και κράτησε ως τις 29 του μήνα. Ο Παπαφλέσσας ανακοίνωσε, ποιος πραγματικά ήταν και για ποιο λόγο είχε έρθει. Η επανάσταση, είπε, είχε προγραμματιστεί για τις 25 Μαρτίου, γιορτή του Ευαγγελισμού. Στις αντιρρήσεις των προκρίτων, απάντησε ότι θα ξεκινούσε με 2.000 Μανιάτες, χωρίς αυτούς. Αναγκάστηκαν να υποκύψουν.

Την 1η Μαρτίου του 1821, ένας ταχυδρόμος έφθασε βιαστικός στην Κωνσταντινούπολη. Τα νέα που μετέφερε, ακούστηκαν σαν κεραυνός: Ο υπασπιστής του τσάρου Αλέξανδρου Α’ της Ρωσίας, στρατηγός Αλέξανδρος Υψηλάντης, εδώ και πέντε μέρες, ξεσήκωσε τους Έλληνες της Μολδοβλαχίας σε επανάσταση και βοηθούσε τους Βλάχους του Βλαδιμηρέσκου, που επαναστάτησαν από τις 17 Ιανουαρίου.

Για τον σουλτάνο Μαχμούτ Β’, το μήνυμα ήταν σαφές: Ο τσάρος παρασπόνδησε, την ώρα που η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε προβλήματα, και προσπαθούσε να του πάρει κι άλλα εδάφη. Το ίδιο, άλλωστε είχε κάνει και η μεγάλη Αικατερίνη, καμιά τριανταριά χρόνια πριν.

Με τον Αλή πασά επαναστατημένο και τους Σουλιώτες να έχουν γυρίσει στα μέρη τους και να ξαναχτυπούν τους Τούρκους στην Ήπειρο, τους Μολδαβούς ξεσηκωμένους στο Δούναβη και με προβλήματα στην Περσία, στη Συρία (με τους Δρούσους), στην Αραβία (με τους σεΐχηδες) και στην Αίγυπτο που έδειχνε χωριστικές τάσεις, ένα του έλειπε του Μαχμούτ: Ν’ ανοίξει μέτωπο και με τους Ρώσους. Θα περνούσε καιρός, ώσπου να μάθει πως ο τσάρος δεν είχε καμιά σχέση. Ως τότε, η ασπίδα της επανάστασης θα κρατούσε τους Τούρκους μακριά από την Πελοπόννησο. Το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας είχε πετύχει στο ακέραιο.

 

Στις 21 Φεβρουαρίου, οι Έλληνες είχαν την πρώτη τους «ανεπίσημη» σύγκρουση με τους Τούρκους, τους οποίους εξόντωσαν στο Γαλάτσι της Μολδαβίας. Στις 23 του μήνα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε απευθυνθεί «προς το έθνος της Μολδαβίας» διαβεβαιώνοντάς τους ότι οι Έλληνες θα σταθούν στο πλευρό τους. Στις 24, στο Ιάσιο της Μολδαβίας, δημοσιοποίησε την προκήρυξή του με τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ήταν η προκήρυξη της επανάστασης. Άρχιζε με την αναγγελία: «Η ώρα ήλθεν, ω Έλληνες». Και κατέληγε: «Εις τα όπλα, λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί». Την ίδια μέρα, έγραφε στον τσάρο, ζητώντας τη βοήθειά του.

Τα νέα έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη την 1η Μαρτίου, μέρα που ο Υψηλάντης άφηνε το Ιάσιο και με 2000 επαναστάτες βάδιζε δυτικά παραγγέλλοντας στους Έλληνες ναυτικούς στο Γαλάτσι ν’ αναπλεύσουν τον Δούναβη και να χτυπήσουν τα τουρκικά πλοία. Έφτασε στο Βουκουρέστι.

Αντιδρώντας, ο σουλτάνος Μαχμούτ ετοίμαζε θρησκευτικό πόλεμο φανατίζοντας τους Τούρκους. Προγραμμάτισε γενική σφαγή των χριστιανών. Όμως, ο ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός των Οθωμανών, Χατζή Χαλίλ εφέντης, αρνήθηκε να υπογράψει τον φετφά. Την ίδια ώρα, 49 Φαναριώτες που κατείχαν ανώτατες θέσεις, υπέγραψαν κοινή δήλωση ότι «το γένος αγνοεί την επαναστατικήν εταιρείαν». Στις 23 Μαρτίου, διαβάστηκε στις εκκλησίες αμνηστία του σουλτάνου προς τους επαναστάτες, με την προϋπόθεση ότι θα κατέθεταν τα όπλα, και αφορισμός του Αλέξανδρου Υψηλάντη από το ορθόδοξο πατριαρχείο. Ο αφορισμός υπογράφηκε με τη σκέψη ότι έτσι θα γλίτωναν οι Έλληνες της Πόλης. Όμως, από τις 24 Μαρτίου, οι Τούρκοι άρχισαν να δολοφονούν όποιον είχε ίδιο όνομα με κάποιον επαναστάτη.

Έτσι κι αλλιώς, η επανάσταση δεν μπορούσε πια ν’ ανακοπεί. Την ημέρα που οι επαναστάτες αφορίζονταν, στις 23 Μαρτίου, η Μεσσηνιακή Σύγκλητος ανάγγελλε την επίσημη έναρξη του Αγώνα, με την «προειδοποίησιν προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς». Ανάλογη προκήρυξη επιδιδόταν στους προξένους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, στις 26 του μήνα, από το Αχαϊκό Διευθυντήριο.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ κι ο Εμμανουήλ Ξάνθος έζησαν να δουν την Ελλάδα ελεύθερη αλλ’ όχι και τα μέρη, όπου γεννήθηκαν. Πέθαναν, το 1851 ο πρώτος και το 1852 ο δεύτερος. Μόνο η Άρτα, ιδιαίτερη πατρίδα του τρίτου της παρέας, ήταν ελεύθερη. Αλλά κι ο Σκουφάς είχε πεθάνει πολύ νωρίς για να το δει.

 

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ

Το τροποποιημένο «Σχέδιον γενικόν» της Φιλικής Εταιρείας, που είχαν συντάξει ο Γεώργιος Λεβέντης κι ο Γρηγόριος Δικαίος Παπαφλέσσας και που είχε εγκριθεί από τις 7 Οκτωβρίου του 1820, προέβλεπε ότι η ελληνική επανάσταση θα ξεσπούσε στις 25 Μαρτίου του 1821.Το σχέδιο προέβλεπε πολλαπλά χτυπήματα κατά των Τούρκων: Αρχικά, εξέγερση των Σέρβων και Μαυροβουνίων, έπειτα επανάσταση στη Μολδοβλαχία, κατάληψη της Ηπείρου με την ευκαιρία της εξέγερσης του Αλή πασά και πυρπόληση του τουρκικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη. Κι ενώ θα συνέβαιναν όλα αυτά, θα σηκωνόταν η επανάσταση της κύριας Ελλάδας με επίκεντρο την Πελοπόννησο όπου έπρεπε να φτάσουν έγκαιρα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας.

Ο Παπαφλέσσας ήταν στην Πελοπόννησο από τα μέσα Δεκεμβρίου αλλά ο Υψηλάντης μέσα Φεβρουαρίου βρισκόταν ακόμα στο Κισνόβιο της Βεσσαραβίας (Νότια Ρωσία). Στις 11 του μήνα, ειδοποιήθηκε πως ο φιλικός Δημήτριος Ύπατρος σκοτώθηκε στη Νάουσα και πως τα έγγραφα που κουβαλούσε μαζί του στάλθηκαν στην Πόλη. Στις 13, έδωσε διαταγή να χτυπηθούν οι Τούρκοι στο Γαλάτσι της Ρουμανίας, ώστε να ενισχυθεί ο Βλαδημηρέσκου που από τις 17 Ιανουαρίου είχε επαναστατήσει τη Μολδοβλαχία με τη βοήθεια των φιλικών.

Στις 14 ή 15 Φεβρουαρίου, μια νέα ειδοποίηση επέσπευσε τα πράγματα: Ο φιλικός Ασημάκης Θεοδώρου είχε προδώσει τα μυστικά στους Τούρκους. Ο Υψηλάντης συγκάλεσε αμέσως σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Κισνόβιο στις 16 Φεβρουαρίου του 1821. Στη σύσκεψη έγινε ανασκόπηση της κατάστασης. Ήταν αδύνατο να ειδοποιηθούν όλοι οι φιλικοί ανά την Ελλάδα και τα Βαλκάνια. Αποφασίστηκε να επισπευσθούν όλα. Η πυρπόληση του στόλου και η μετάβαση του Υψηλάντη στην Πελοπόννησο εγκαταλείφθηκαν. Η επανάσταση θα ξεκινούσε από τη Μολδαβία, στις 27 του μήνα, Κυριακή της Ορθοδοξίας. Κηρύχτηκε τρεις μέρες νωρίτερα, στις 24 Φεβρουαρίου 1821.

ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ:

Κάποια στιγμή, ο φιλικός Πάνος Ζαφειρόπουλος προσπάθησε να μυήσει στην οργάνωση τον κοτζαμπάση της Τριπολιτσάς, Σωτηράκη Κουγιά, που πήγε και τα πρόφτασε στον καϊμακάμη Μεχμέτ Σελήχ και, για να τον πείσει, του υπέδειξε το σπίτι, όπου γινόταν κάποια σύσκεψη. Ο καϊμακάμης μάζεψε τους φρουρούς του με τόση μυστικότητα, ώστε τον πήρε μυρουδιά όλη η Τρίπολη. Όταν οι Τούρκοι χίμηξαν μέσα στο σπίτι, ζήτησαν ταπεινά συγνώμη για την ενόχληση: Στο μεγάλο δωμάτιο βάπτιζαν το παιδί του οικοδεσπότη. Οι εισβολείς αποχώρησαν χωρίς κανένας τους να σκεφτεί, πώς ήταν δυνατόν να γίνεται βάπτιση, αφού το παιδί είχε πρόσφατα... βαπτιστεί στην εκκλησία!..

Στην Τρίπολη υπήρξε κι άλλος προδότης: ο δραγουμάνος του πασά, Σταυράκης Ιωβίκης, που κατέδωσε τους αδερφούς Σπηλιωτόπουλους ότι έστηναν μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα. Νέα μάζωξη φρουρών και νέος «αιφνιδιαστικός» έλεγχος. Βρήκαν τους μύλους να φτιάχνουν αλεύρι, ενώ η οικογένεια των Δεληγιάννηδων έπεισε τους Τούρκους πως ο δραγουμάνος ήταν πράκτορας του Αλή πασά. Κανένας από τους «ελεγκτές» δε σκέφτηκε να ρίξει μια ματιά στις αποθήκες της Δημητσάνας, όπου, ως τα τέλη του Μαρτίου, είχαν συγκεντρωθεί 60.000 οκάδες μπαρούτι (περίπου 77 τόνοι)!...

Ο Ασημάκης Θεοδώρου ήταν Φαναριώτης προδότης περιωπής. Μπήκε στη Φιλική Εταιρεία και, στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, πήγε στον σουλτάνο και τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Οι φιλικοί της Πόλης τον έβγαλαν πράκτορα του Αλή πασά κι έπεισαν τον Μαχμούτ να τον φυλακίσει. Τον επόμενο χρόνο κι ενώ πια η επανάσταση είχε φουντώσει, ο σουλτάνος έδωσε διαταγή να εκτελεστεί ο Θεοδώρου, επειδή δεν ήταν όσο έπρεπε πειστικός...

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ:

Το πλοίο με τα πολεμοφόδια που οι φιλικοί φόρτωσαν στη Σμύρνη, έφτασε στη Μάνη μέσα Μαρτίου. Με τέχνασμα, ο Παπαφλέσσας έπεισε τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη να το εκτελωνίσει. Χώρισε τα πολεμοφόδια κι ανάθεσε τη μεταφορά τους σε δυο ομάδες: Την πρώτη με αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο (αργότερα, θα τον ονόμαζαν Νικηταρά Τουρκοφάγο) και τη δεύτερη με τον Χρήστο Αναγνωσταρά. Ο διοικητής της Καλαμάτας, Σουλεϊμάν αγάς Αρναούτογλου, έμαθε πως κάποιοι ένοπλοι μετέφεραν κάποια φορτία. Τον καθησύχασαν πως ήταν χωρικοί που κουβαλούσαν λάδι. Τα όπλα τα είχαν, επειδή ακούστηκε πως κυκλοφορούσαν ληστές. Πείσθηκε και ζήτησε από τον Πετρόμπεη να στείλει τον γιο του, Ηλία, να ενισχύσει τη φρουρά της πόλης.

Στις 17 Μαρτίου του 1821, όλα ήταν έτοιμα. Οι αγωνιστές μαζεύτηκαν στο ναό των Ταξιαρχών, στην Αρεόπολη της Μάνης, όπου έγινε δοξολογία κι ευλογήθηκαν τα λάβαρα του Αγώνα. Στις 20, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης με 150 άνδρες μπήκε στην Καλαμάτα «να ενισχύσει τη φρουρά». Είπε στον Αρναούτογλου πως οι πληροφορίες μιλούσαν για πολλούς ληστές και καλά θα ήταν να έρθουν κι άλλοι για τη φρουρά. Ο Τούρκος δέχτηκε.

Στις 22 Μαρτίου, ο Κολοκοτρώνης με τους Μούρτζινους και 2.000 άντρες έπιασε τους λόφους προς τη Σπάρτη. Ο Παπαφλέσσας με τον Αναγνωσταρά και τον Σταματελόπουλο έπιασαν την άλλη πλευρά. Ο Αρναούτογλου κάτι κατάλαβε αλλά ήταν αργά να αντιδράσει. Στις 23 Μαρτίου, οι επαναστάτες μπήκαν στην πόλη. Οι Τούρκοι παραδόθηκαν. Το μεσημέρι, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και 24 ιερείς ευλογούσαν τις σημαίες κι όρκιζαν τους αγωνιστές. Την ίδια μέρα, έπεφτε η Βοστίτσα (Αίγιο). Στις 26, παραδίδονταν και οι Τούρκοι στα Καλάβρυτα.

Η επανάσταση είχε ξεκινήσει.

(Ελεύθερος Τύπος, 11 - 22.3.2013) (τελευταία επεξεργασία, 23.3.2013)

Σάββατο 13 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

                                              Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Κανάρης

Τη νύχτα που παράδερνες μ’ ένα δαυλί στο χέρικι εσπιθοβόλεις κεραυνούς κι έφεγγες σαν αστέρι,όταν φτωχός, αγνώριστος, μικρός, χωρίς πατρίδα,τη ματωμένη επλεύρωνες, Κανάρη, ναυαρχίδα,5αν, όταν αναπήδησες με την ορμή του στύλουμέσα στη μαύρη τη σπηλιά του Καραλή του σκύλου,κανένας μάντης σὄλεγε ότι θα νά ’λθει ώρανα ιδείς, Κανάρη, ελεύθερη τη δύστυχη τη χώρα,πὄρευ’ ετοιμοθάνατη, — ότ’ ήθελες φωτίσει10μ’ αυτό τ’ αστροπελέκι σου Ανατολή και Δύση,ότι θα γένεις ζωντανή του γένους σου σημαία,ότι θα πας μακρά μακρά να φέρεις βασιλέα,και χίλια δαφνοστέφανα ο κόσμος θα να βάλει,Κανάρη, στ’ απροσκύνητο καθάριο σου κεφάλι,15ότι, πριν πέσεις καταγής, θα σου δοθεί κι η χάρηνα ιδείς να λάμψει ανέλπιστο, παρήγορο δοξάριόπου εβασίλευε παλιό, κατάπυκνο σκοτάδι,ότι ένα γένος σύψυχο του λάκκου σου τον Άδηθα εδρόσιζε με κλάματα, οπού θα ν’ αναβράνε20μέσ’ απ’ τα φυλλοκάρδια του κι αθάνατα θα να ’ναι,ότι θα σκύψει ξέσκεπος εμπρός στα λείψανά σουνα σε φιλήσει εγκαρδιακά, Κανάρη, ο Βασιλιάς σου, —αν ένας μάντης τα ’λεγε ποιός ήθε’ τον πιστέψει;…Μόνος εσύ, πού γνώριζες ότ’ είχανε φυτέψει25βαθιά βαθιά στα σπλάχνα σου τα χέρια του Θεού σου,βοτάνι παντοδύναμο, τροφή του κεραυνού σου,την πίστη την ακλόνητη στου έθνους σου την τύχη…Αυτή, Κανάρη, σὄβαψε τον σιδερένιον πήχηκι έδωσε στο καράβι σου χίλια φτερά να τρέχει…30  Σήμερα ποιός την έχει;…

Αχ! δεν το πίστευα ποτέ!… Πέρυσι σ’ είδ’ ακόμασυγνεφιασμένον, κάτασπρον στο φτωχικό σου στρώμα,σαν κοιμισμένη θάλασσα σε ταπεινό ακρογιάλιόπ’ ονειρεύεται κρυφά καμιάν ανεμοζάλη35για να μουγκρίσει φοβερά… και σήμερα κουφάρι!…Έγειρα τότ’ εφίλησα τ’ ανδρεία σου, Κανάρη,τα λιοκαμένα δάχτυλα κι ένιωσα κάθε ρώγα,πὄβραζε μέσα κι έλαμπε με την παλιά σου φλόγα.Έτρεμα εμπρός σου, εδάκρυζα, μὄδωκες την ευχή σου,40μου τίμησες το μέτωπο μ’ ένα θερμό φιλί σουκαι μου ’πες, λιονταρόκαρδε, —«Μην κλαις, δε θα πεθάνω,πριν ξανανιώσω μια φορά και πριν να ξεθυμάνω».

Κι απέθανες! κι εσβήστηκες!… Τα ριζιμιά, οι βράχοιδε σκιάζονται γεράματα και στου βουνού τη ράχη45ολόρθο μένει, ακλόνητο, χιλιόχρονο πρινάρικαι μάχεται με τα στοιχειά… Κι εσύ, κι εσύ, Κανάρη,που ’λθες στη γη θεόχτιστος κι οπόταν εθεωρούσετο χιόνι στο κεφάλι σου κανείς π’ ασπροβολούσε,επίστευεν ότ’ έβλεπε τον Όλυμπο εμπροστά του50με την αθανασία του, με την παλικαριά του,εσύ σωριάζεσαι μεμιάς;… Μέσα στα χώματά σουθα καταπιάσει ηφαίστειο ή θα σβηστεί η φωτιά σου;…

Κατάρ’ ακατανόητη, άσπλαχνη, μαύρη μοίρανα ’ν’ οι νεκροί μας άφθαρτοι, να ’ν’ η ζωή μας στείρα.

Μαδουρή [1877] *


ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

                                         Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!




Ο Σαμουήλ

Ο μοναχός ούτος, του οποίου ετόλμησα να υμνήσω τον θάνατον, είναι το τελευταίον ολοκαύτωμα, το οποίον αυτοπροαιρέτως προσφέρεται επί του βωμού της πατρίδος την ημέραν, καθ’ ήν τελευτά το Σούλι… το Σούλι αφημαγμένον ήδη και αγωνιών.
Ότε διά της επιμονής, και πολλώ μάλλον της προδοσίας του Πήλιου Γκούση και του Κουτζονίκα, ο Μουχτάρ και ο Βελής, υιοί Αλή του Τεβεκενλή, επέτυχον πολλούς μεν να καταστρέψωσιν, άλλους δ’ εκ των Σουλιωτών ν’ απομακρύνωσι, μόνος απέμενεν ο ιερομόναχος Σαμουήλ, άκαμπτος εις την απόφασιν να ταφή μετά της γλυκυτάτης αυτού πατρίδος.
Ανήρ αδάμαστος, ακαταμάχητος, μέχρι μανίας εραστής των ελευθέρων βράχων του, εξ απαλών ονύχων αφιερωμένος εις τα θεία, θαυμασίως πως ήνωνεν εν εαυτώ τον διπλούν χαρακτήρα του πολεμιστού και του ιερέως.
Ήτο το τελευταίον νήμα, αφ’ ου εκρέματο το τρισάθλιον Σούλι κατά τας τελευταίας στιγμάς της ζωής του. Διό και ανεκηρύχθη τότε ομοθυμαδόν πολεμάρχος και εις αυτόν μόνον διεπιστεύθη η εσχάτη υπεράσπισις. Απαυδήσαντες πλέον οι λέοντες εκείνοι ήλπιζον ίσως ότι η πίστις του Σαμουήλ ήθελε βεβαίως τούς σώσει, αν η ανδρεία του δεν ήθελεν αρκέσει μόνη.
Εις την αιματηράν και φονικωτάτην έφοδον των Αλβανών εις το Κακοσούλι ανεδείχθη ο Σαμουήλ άγγελος θανάτου. Και ότε πάσα ελπίς σωτηρίας εξέλιπε, τότε έθεσε το σώμα του φραγμόν ανυπέρβλητον μεταξύ του σμήνους των Οθωμανών και των ολίγων επιβιωσάντων Σουλιωτών, δυνηθέντων ούτω να οπισθοχωρήσωσι και διαφύγωσι την μάχαιραν και τα μαρτύρια.
Αφού τα ολίγα εκείνα ερείπια ήσαν έξω κινδύνου, ο Σαμουήλμαχόμενος πάντοτε, μετά πέντε μόνων συνεταίρων επρόφθασε και εκλείσθη εις το Κούγκι, πύργον κτισμένον επί αποτόμου βράχου, αποθήκην πυρίτιδος και όπλων. Τον πύργον τούτον, εντός του οποίου υπήρχε και εκκλησία επ’ ονόματι της Αγίας Παρασκευής, η πατρίς παρέδωκεν εις τας ιεράς αυτού χείρας και ο μοναχός είχεν ομόσει τον όρκον του θανάτου ότι ουδεμία ουδέποτε ανθρωπίνη δύναμις ήθελε βιάσει αυτόν να τον εγκαταλείψη.
Περικυκλωμένος πανταχόθεν, υπέμεινεν ο Σαμουήλ όσα ανθρωπίνη καρτερία ηδύνατο να υπομείνη. Τα πολεμοφόδια εφθείροντο αφ’ ώρας εις ώραν. Κεκμηκότες, τραυματισμένοι, ουδέ σταγόνα ύδατος είχον πλέον ίνα δροσίσωσι τα κατάξηρα και φλογισμένα χείλη των. Η στιγμή της αγωνίας είχε φθάσει… Κλίνατε το γόνυ και τας κεφαλάς, σεις οι πιστοί, δεόμενοι υπέρ των ψυχών εκείνων! …
Τη δεκάτη εβδόμη Δεκεμβρίου του χιλιοστού οκτακοσιοστού τρίτου έτους, ημέρα προσευχής και νηστείας εις το νέον Ελληνικόν μαρτυρολόγιον, ο ιερομόναχος Σαμουήλ μετά της αγίας αυτού Πεντάδος ανίπτανται προς τον ουρανόν επί πτερύγων πυρός και στεφανούνται υπό του Υψίστου ως μάρτυρες θανόντες υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος, τελευταίος ημών αυτοκράτωρ, και Σαμουήλ ο ιερομόναχος, τελευταίος των Σουλιωτών πολέμαρχος. Ο πρώτος, αρχηγός και κεφαλή ηκρωτηριασμένης αυτοκρατορίας, γενναίως κατηνάλωσε τον βίον μαχόμενος υπέρ του στέμματός του. Ανατολή και Δύσις ήσαν μάρτυρες της μονομαχίας, εις ήν Μωάμεθ ο δεύτερος τον είχε προκαλέσει. Πεδίον της μάχης ήτο το Βυζάντιον. Το Βυζάντιον! … η άνω Ιερουσαλήμ, η γη της επαγγελίας, ο απόκρυφος παλμός της καρδίας μας. Ποία ελληνική ψυχή δεν ήθελεν εξαφθή εις την συμπλοκήν εκείνην;
Ο δεύτερος, αγέρωχος, άκαμπτος, πτωχός δημοκράτης, μόνος μετά του Θεού του και του υπέρ πατρίδος έρωτός του, μακράν του κόσμου, επί αποτόμου βράχου, μη μεριμνών περί μελλούσης δόξης, αυτόχειρ καταστρέφεται και ουδέ το πτώμα αφήνει εις χείρας των απίστων.
Ο θάνατος του αυτοκράτορος εξέπληξε την οικουμένην· η θυσία ενός καλογήρου έμεινε θαμμένη εις το σκότος του παρελθόντος. Ο πολυτελής μανδύας απέκρυψε διά της λάμψεώς του το ευτελές και πενιχρόν ράσον. Παράνομος βαθμολογία, ήτις δεν έπρεπε να εκτείνεται και πέραν του μνήματος!
Δόξα και τιμή τω Κωνσταντίνω! Αλλ’ αποδοθήτω και εις τον πτωχόν Σαμουήλ, τον δημοκράτην πολεμάρχον, η λατρεία, την οποίαν από τοσούτων χρόνων οφείλομεν προς αυτόν.


Ο Σαμουήλ

—Καλόγερε, τί καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι;Πέντε νομάτοι σὄμειναν κι εκείνοι λαβωμένοι,κι είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ’ έχουνε ζωσμένον.Έλα να δώσεις τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσεις,5κι αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θα σε κάμει.

Έτσι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης.

Κλεισμένος μες στην εκκλησιά βρίσκετ’ ο Σαμουήλης,κι αγέρας πέρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη.

Χωρίς ψαλμούς και θυμιατά, χωρίς φωτοχυσία,10γονατισμένοι σκυθρωποί, μπρος στην Ωραία Πύλη,πέντε Σουλιώτες στέκονται με το κεφάλι κάτου·βουβοί, δεν ανασαίνουνε και βλέπεις κάπου κάπουοπού ένα χέρι σκώνεται και κάνει το σταυρό του.Ακίνητα στο μάρμαρο σέρνονται τα σπαθιά τους,15σπαθιά που τόσο εδούλεψαν για το γλυκό τους Σούλι!

Δε φαίνετ’ ο καλόγερος· μόνος του στ’ άγιο Βήμαπροσεύχετο κι ετοίμαζε τη μυστική θυσία.Σφιχτά, σφιχτά στα χέρια του εβάστα το Ποτήρικαι μύρια λόγι’ απόκρυφα έλεγε του Θεού του.20Τα μάτια, κατακόκκινα απ’ τες πολλές αγρύπνιες,εκοίταζαν ακίνητα το Σώμα και το Αίμα. Τί θάλασσα που κύματα έχει κρυφές ελπίδες!…Σιγάτε βρόντοι τουφεκιών, πάψτε φωνές πολέμου,κι ο Σαμουήλ την ύστερη την Κοινωνιά θα πάρει.

25Κι εκεί που κοίταζ’ ο παπάς τη Σάρκα του Θεού του,εκύλησ’ απ’ τα μάτια του στου Ποτηριού τα σπλάχνασαν τη δροσούλα διάφανο κρυφά κρυφά ένα δάκρυ.

— Θεέ μου και πατέρα μου! θαμμένος εδώ μέσαεδίψασα. Χωρίς νερό η θεία Κοινωνιά σου30θα έμεν’ ατελείωτη. Δέξου, γλυκέ μου Πλάστη,αυτό το μαύρο δάκρυ μου, μη το καταφρονέσεις·αμόλυντο και καθαρό, βγαίν’ απ’ τα φυλλοκάρδια·δέξου το, Πλάστη, δέξου το, άλλο νερό δεν έχω.

Ήτανε ήλιος κι έλαμψε το ιερό το σκεύος.35Το αίμα εζεστάθηκε, άχνισε, ζωντανεύει.Αναγαλλιάζει ο Σαμουήλ που είδε τη Θεία Χάρηκαι τρέμοντας αγκάλιασε το Θεϊκό Ποτήρικαι τὄσφιξε στα χείλη του κι άκουσε που χτυπούσε,σα να ’τανε λαχταριστή καρδιά, ζωή γιομάτη.

40Ανοίγ’ η Πύλη του ιερού, σκύφτουν τα παλικάρια·τ’ ανδρειωμένα μέτωπα το μάρμαρο χτυπάνε,και καρτερούν ακίνητα του γέροντα τα λόγια.

Επρόβαλ’ ο καλόγερος. Το πρόσωπό του φέγγεισα χιονισμένη κορυφή στου φεγγαριού τη λάμψη.45Στα λαβωμένα χέρια του βαστούσ’ ένα βαρέλιπὄκλειε μέσα θάνατο, φωτιά κι απελπισία.Εκείνο μόνο τὄμεινε, εκείνο μόνο φθάνει.Εμπρός στην Πύλη του ιερού μονάχος του το σταίνεικαι τρεις φορές το βλόγησε και τρεις φορές το φχέται.50Σα να ’ταν Άγια Τράπεζα, σα να ’ταν Αρτοφόριεπίθωσε ο καλόγερος επάνω το ποτήρι,και σιωπηλός κι ατάραχος άναψε θειαφοκέρι.

Τα γόνατά του εχτύπησαν ορμητικά την πλάκα,εσήκωσε τα χέρια του, το πρόσωπό του ανάφτει,55κι οι πέντε τον εκοίταζαν βουβοί μέσα στα μάτια.

Η δέησις

Πατέρα μου, σ’ εδούλεψαπιστά σαράντα χρόνια,και τώρα στα γεράματαμου δίνεις καταφρόνια!60Το θέλημά σου ας γενεί!Λυπήσου μας, σπλαχνίσουκαι πάψε την οργή σου.

Σ’ εσένα, σαν ορφάνεψα,έδωκα την ψυχή μου,65το Σούλι μου τ’ αγκάλιασαστον κόσμο για παιδί μου…Τώρα το Σούλι το ’χασα…Ήλθ’ η στερνή μου μέρα,θά ’λθω σ’ εσέ, Πατέρα.

70Μέτρησε πόσοι εμείναμε!Οι άλλοι πεθαμένοιμες στα λαγκάδια σέρνονταινεκροί και λαβωμένοι!Άταφ’ αμοιρολόητα75σέπονται τα κουφάριαστου λόγγου τα χορτάρια.

Όρνια και λύκοι εχόρτασαντα μαύρα κρέατά μας.Συχώρεσε, συχώρεσε,80Πλάστη, τα κρίματά μας!Και τώρα που θα να ’λθομεκι εμείς στην αγκαλιά σου,δέξου μας σαν παιδιά σου.

Και κοίταξε τα χέρια μας85τώρα σ’ εσέ σκωμένα,πώς είν’ από το άπιστοτο αίμα λερωμένα,κι ευχαριστήσου, Πλάστη μου,και πες: «Ευλογημένοι,90Πιστοί μου ανδρειωμένοι».

Τώρα το Σούλι απέθανε·δεν έμειν’ ένα χέριπου να μπορεί στα δάχτυλανα σφίξει το μαχαίρι·95Πατέρα παντοδύναμε,γενού σ’ εμάς πατρίδα,άλλη δεν έχω ελπίδα.

Εκεί ψηλά στο θρόνο σουστην τόση βασιλεία,100δώσε σ’ εμάς τους δύστυχουςμικρή μια κατοικία,να μοιάζει με το Σούλι μας,και δώσε μου ένα βράχοκι εκεί το Κούγκι να ’χω.

105Χώμα στο Σούλι ελεύθερογια να ταφώ δεν μένει·ελέησόν με, Πλάστη μου,συχώρεσε να γένειτο Κούγκι μου η εκκλησιά,110το ιερό σου Βήμα,του Σαμουήλ το μνήμα.

Εδώ ποδάρι άπιστοποτέ δε θα τολμήσει,ποτέ… το είπα, τ’ όρκισα,115το Κούγκι να πατήσει.Μαζί μου παίρνω τα κλειδιά,Πλάστη μου, δεν τ’ αφήνω,ούτε σ’ εσέ τα δίνω.

Εκεί ψηλά στον ουρανό120να τα φορεί στη μέσηο Σαμουήλ ο δούλός σουθα σε παρακαλέσει.Πατέρα μου, μη πειραχθείς,κάμε μου αυτή τη χάρη125άλλος να μη τα πάρει.

Και τώρα, τώρα π’ άκουσεςτον πόνο, τον καημό μας,δέξου μας και θ’ αφήσομετο Σούλι το γλυκό μας.130Το Σούλι, αχ! πώς το ’χασα!Ψυχή μου, μη δακρύσεις…Είν’ ώρα να τ’ αφήσεις.

Κι απλώνοντας τα χέρια του στους πέντε του συντρόφους:

—Θεέ μου πολυέλεε!135Τώρα που θα ν’ αφήσωτον κόσμο και στον ίσκιο σουθά ’λθ’ ο φτωχός να ζήσω,μια χάρη θέλω, Πλάστη μου·τα πέντε τα παιδιά μου140να τα ’χω συντροφιά μου.

Τ’ ανάθρεψα στον κόρφο μου·γιά ιδέ τα τα καημένα,άλλονε δεν αγάπησανπαρά εσέ κι εμένα.145Παιδιά μου, μη δειλιάζετε,να ’χετε την ευχή μου…Θα ζήσετε μαζί μου.

Σταλαματιά, σταλαματιά τα δάκρυά τους πέφτουνκι η πλάκα που τα δέχεται ραγίζεται και τρίζει.150Παράπονο τους έπιασεν, όχι θανάτου φόβος,και κλαίοντας ο Σαμουήλ, εις το ’να του το χέριτο ιερό Ποτήρι του και στ’ άλλο τη λαβίδα,αρχίνησε την Κοινωνιά του Πλάστη να μεράζει.

Ο πρώτος εμετάλαβε, μεταλαβαίνει κι άλλος,155την έδωσε στον τρίτονε, κι ο τέταρτος την παίρνει,και φθάνει ώς τον ύστερο και του τηνε προσφέρει.Κι εκεί που έψαλλ’ ο παπάς με τη γλυκιά φωνή του:«Του δείπνου σου του μυστικούσήμερον, υιέ Θεού»…

160φωνές ακούονται, χτυπιές, αλαλαγμός, αντάρα.Πλακώσανε οι άπιστοι· καλόγερε, τί κάνεις;…Εσήκωσε τα μάτια του ο Σαμουήλ στον κρότοκαι στάζ’ απ’ τη λαβίδα του επάνω στο βαρέλιμια φλογερή σταλαματιά απ’ του Θεού το γαίμα…165Αστροπελέκια επέσανε, βροντάει ο κόσμος όλος,λάμπει στα γνέφ’ η εκκλησιά, λάμπει το μαύρο Κούγκι.Τί φοβερή κεροδοσά πὄλαβε στη θανή τουτο Σούλι το κακότυχο, και τί καπνό, λιβάνι!…

Ανέβαινε στον ουρανό και του παπά το ράσο170κι απλώθηκε, κι απλώθηκε σαν τρομερή μαυρίλα,σα σύγνεφο κατάμαυρο κι εθόλωσε τον ήλιο.Κι ενώ τ’ ανέβαζ’ ο καπνός, κι ενώ το συνεπαίρνει,το ράσο πάντ’ αρμένιζε κι εδιάβαινε σα Χάρος,κι εκείθεν όπου διάβηκε ο φλογερός του ίσκιος,175σα να ’ταν μυστική φωτιά ερόγκισε το λόγγο.Και με τες πρώτες αστραψές και με τα πρωτοβρόχιαχλωρό χορτάρι φύτρωσε, δάφνες, ελιές, μυρτούλες,ελπίδες, νίκες και σφαγές, χαρές κι ελευθερία.


ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2021

Η ΕΛΛΑΣ ΕΥΓΝΩΜΟΝΟΥΣΑ. 1821 - 2021 (200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠ' ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)

     Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!




Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά,

και σαν πρώτα ανδρειωμένη,

χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!



Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ», το κύμ’ ανδρειωμένολέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. «Μέριασε! Μες στα στήθη μου, που ’σαν νεκρά και κρύα, μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία. 5Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα, έχω ποτάμι αίματα, μ’ εθέριεψε η κατάρατου κόσμου που βαρέθηκε, του κόσμου που ’πε τώρα, βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου ώρα. Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο, 10και σὄγλειφα και σὄπλενα τα πόδια δουλωμένο, περήφανα μ’ εκοίταζες κι εφώναζες του κόσμουνα ιδεί την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου. Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα, μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα, 15και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ’θε’ κάμω, με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη· τα θέμελά σου τα ’φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι. Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι20θα σε πατήσει στο λαιμό… Εξύπνησα λιοντάρι!…» 

Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός σαβανωμένος. Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, του φεγγαριού, που ’ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. 25Ολόγυρά του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν, και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματ’ αρμενίζουν, καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνετη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε. 

Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα30χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αιθέραν’ αντιβοά τρομαχτικά, χωρίς καν να ξυπνήσει και σήμερ’ ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει. 

«Κύμα, τί θέλεις από με και τί με φοβερίζεις; Ποιός είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις, 35αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνειςκαι με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;… Όποιος κι αν είσαι, μάθε το: εύκολα δεν πεθαίνω». 

«Βράχε, με λεν Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος40χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος. Ήμουνα δάκρυ μια φορά, και τώρα, κοίταξέ με, έγινα θάλασσα πλατιά. Πέσε, προσκύνησέ με. Εδώ, μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις δεν έχω φύκη, σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη. 45Ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του Άδη μου τ’ αχνάρια… Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια… Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μουτο περιγέλασαν πολλοί, και τα παθήματά μουτα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη… 50Μέριασε, βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη· καταποτήρας είμ’ εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, γίγαντας στέκω εμπρός σου!» 

Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή τουεκαταπόντισε μεμιάς το κούφιο το κορμί του. 55Χάνεται μες στην άβυσσο, τρίβεται, σβηέται, λιώνεισα να ’ταν από χιόνι. Επάνωθέ του εβόγκηξε, για λίγο αγριωμένη, η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένειστον τόπο που ’ταν το στοιχειό κανείς παρά το κύμα60που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα. 


[1872*]  ΑΡΙΣΤΡΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα

Με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα.

Κωστής Παλαμάς