Παρασκευή 19 Απριλίου 2019

Πορεία πρὸς τὴν Ἀνάσταση




7ἑβδομάδα πρὶν τὸ Πάσχα ὀνομάστηκε Μεγάλη ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας χριστιανικοὺς αἰῶνες κι αὐτὸ γιατί, ὅπως μας ἐξηγεῖ ὁ Ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος, μεγάλα καὶ κοσμοσωτήρια γεγονότα συνέβησαν στὴ διάρκειά της. Κέντρο αὐτῶν τῶν γεγονότων εἶναι βεβαίως τὰ Ἅγια καὶ ἄχραντα Πάθη, ἡ θεόσωμη Ταφῆ καὶ ἡ ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.
Nymfios



Γιὰ τὴ διευκόλυνση τῶν πιστῶν οἱ ἀκολουθίες τῆς Μ. Ἑβδομάδος τελοῦνται ἀντίστροφα τοῦ κανονικοῦ, δηλ. οἱ Ὄρθροι τελοῦνται τὸ ἀπόγευμα καὶ οἱ Ἑσπερινοὶ τὸ πρωί. Παλαιότερα οἱ ὄρθροι τελοῦνταν λίγο μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ὅμως ἡ ὥρα αὐτὴ δὲν ἦταν κατάλληλη γιὰ τὴν προσέλευση τῶν πιστῶν. Ἔτσι λοιπὸν σήμερα οἱ ἱερὲς Ἀκολουθίες τελοῦνται ὡς ἑξῆς:


Κυριακὴ Βαΐων ἀπόγευμα: Ὄρθρος Μ. Δευτέρας
Μ. Δευτέρα πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Δευτέρας
Μ. Δευτέρα απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Τρίτης
Μ. Τρίτη πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Τρίτης
Μ. Τρίτη απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Τετάρτης
Μ. Τετάρτη πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Τετάρτης
Μ. Τετάρτη απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Πέμπτης
Μ. Πέμπτη πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Πέμπτης
Μ. Πέμπτη απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Παρασκευῆς
Μ. Παρασκευὴ πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Παρασκευῆς
Μ. Παρασκευὴ απόγευμα: Ὄρθρος Μ. Σαββάτου
Μ. Σάββατο πρωί: Ἑσπερινὸς Μ. Σαββάτου
Μ. Σάββατο βράδυ: Ὄρθρος Κυριακῆς τοῦ Πάσχα
Κυριακή του Πάσχα πρωὶ ἢ ἀπόγευμα: Ἑσπερινός της Ἀγάπης


Ἡ ὑμνολογία καὶ τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα τῆς Μ. Ἑβδομάδας εἶναι ἰδιαιτέρως κατανυκτικὰ καὶ μᾶς βοηθοῦν νὰ κατανοήσουμε καὶ νὰ ζήσουμε κυριολεκτικὰ τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Λέει χαρακτηριστικὰ ἕνας ὕμνος: «Συμπορευθῶμεν αὐτῶ καὶ συσταυρωθῶμεν… ἶνα καὶ συζήσωμεν αὐτῶ…»
Κυριακὴ τῶν Βαΐων: Τὴν τελευταία Κυριακὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἑορτάζουμε τὴ θριαμβευτικὴ εἴσοδο τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα κατὰ τὴν ὁποία ὁ λαὸς ἔκπληκτος ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς ἀνάστασης τοῦ Λαζάρου ποὺ εἶχα προηγηθεῖ ὑποδέχτηκε τὸν Χριστὸ κρατώντας κλαδιὰ φοινίκων καὶ βάγια. Σὲ ἀνάμνηση ἐκείνης τῆς ὑποδοχῆς κρατᾶμε κι ἐμεῖς αὐτὴ τὴ μέρα κλαδιὰ δάφνης ὑποδεχόμενοι τὸν Κύριο ὄχι σὰν ἕνα θριαμβευτή, κοσμικὸ βασιλιά, ὅπως τὸν φαντάζονταν οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ σὰν αἰώνιο, πνευματικὸ βασιλιά. Ἡ εἴσοδος, ὅμως, τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα ἦταν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας Του πρὸς τὸ Πάθος. Ἤδη οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἶχαν ἀποφασίσει τὴ θανάτωσή Του καὶ ὁ Ἰούδας τὴν προδοσία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ἔναρξη τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας.
«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσω τῆς νυκτός` καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὐρήσει γρηγορούντα` ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὐρήσει ραθυμούντα. Βλέπε οὔν, ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθης, ἶνα μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῆς καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθής` ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός` διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἠμᾶς.»
Μεγάλη Δευτέρα: Εἶναι ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τοῦ Ἁγ. Ἰωσὴφ τοῦ παγκάλου, γιοῦ τοῦ πατριάρχη Ἰακώβ. Τὰ ἀδέλφια τοῦ Ἰωσὴφ τὸν φθονοῦσαν, γι’ αὐτὸ τὸν ἔριξαν μέσα σ’ ἕνα λάκκο καὶ κατόπιν τὸν πούλησαν σὲ Αἰγυπτίους ἐμπόρους. Ὑπέφερε πολλά, ὅμως στὸ τέλος δοξάστηκε κι ἔγινε ἄρχοντας τῆς Αἰγύπτου. Ὁ Ἰωσὴφ θεωρεῖται τύπος τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὰ παθήματα, τὴν ἀρετή του, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἀνεξικακία του. Καὶ ὁ Κύριος φθονήθηκε ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους καὶ ἀφοῦ ὑπέφερε πολλὰ γιὰ τὴ σωτηρία μας δοξάστηκε μὲ τὴν Ἀνάστασή Του.
Ἐπίσης τὴ Μ. Δευτέρα τελεῖται ἀνάμνηση τῆς ξηρανθείσας συκῆς. Σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση τὸ θαῦμα αὐτὸ ἔγινε τὴν ἑπομένη τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα. Ὁ Χριστὸς βλέποντας στὸ δρόμο μία συκιά, πῆγε κοντά της, μὰ δὲ βρῆκε παρὰ μόνο φύλλα` καὶ τῆς λέει: «Ποτὲ πιὰ μὴν ξαναβγάλεις καρπό!» Κι ἀμέσως ξεράθηκε ἡ συκιά. Ἐκείνη ἡ ἄκαρπη συκιὰ συμβόλιζε τὴ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων ποὺ δὲν εἶχε νὰ παρουσιάσει πνευματικοὺς καρποὺς καὶ γι’ αὐτὸ καταδικάστηκε ἀπὸ τὸν Κύριο. Συμβόλιζε ἀκόμα καὶ κάθε ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει πνευματικὴ καρποφορία. Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ὄρθρου τῆς Μ. Δευτέρας ἀφηγεῖται ὄχι μόνο τὸ ἐπεισόδιο τῆς συκῆς ἀλλὰ καὶ τὶς παραβολὲς τῶν δυὸ γιῶν (Ματθ. 21, 28-32) καὶ τῶν κακῶν γεωργῶν (Ματθ. 21, 33-46) μέσο τῶν ὁποίων ὁ Κύριος προεῖπε τὴν ἀπόρριψη Τοῦ ἰσραηλιτικὸ λαό. Οἱ παραβολὲς αὐτὲς ἐλέχθησαν τὴν ἡμέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων καὶ γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νὰ διαβάζονται τὴν Μ. Δευτέρα.
Μεγάλη Τρίτη: Εἶναι ἀφιερωμένη στὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων (Ματθ. 25, 1 – 13). Ὅμως οἱ ὕμνοι τῆς ἡμέρας ἀναφέρονται καὶ στὴν παραβολὴ τῶν ταλάντων (Ματθ. 25, 14 – 30) καθὼς καὶ στὴ μέλλουσα κρίση (Ματθ. 25, 31 – 46). Οἱ τρεῖς αὐτὲς παραβολὲς ἀποτελοῦν μέρος μιᾶς μεγάλης διδασκαλίας ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς κατ’ ἰδὶαν στοὺς μαθητὲς Τοῦ στὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του. Σ’ αὐτὴ τὴν ὁμιλία περιλαμβάνονται σπουδαῖες καὶ βαρυσήμαντες προβλέψεις γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος τόνισε ἀκόμα πὼς πρέπει νὰ ἤμαστε πάντα ἕτοιμοι νὰ Τὸν ὑποδεχτοῦμε γιατί θὰ ἔρθει σὲ ἄγνωστο χρόνο. Ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν δέκα παρθένων εἶναι ἐμπνευσμένο τὸ τροπάριο «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσω τῆς νυκτός…» καὶ ὁ ἀκόλουθος ὕμνος:
«Τὸν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, φωτοδότα, καὶ σῶσον με».
Μεγάλη Τετάρτη: Τὸ συναξάρι τῆς Μ. Τετάρτης ἀναφέρει ὡς θέμα τὴν ἄλειψη τοῦ Κυρίου μὲ μύρο ἀπὸ μία γυναῖκα πόρνη, γεγονὸς ποὺ συνέβη λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του. Ἡ ὑμνογραφικὴ παράδοση συγκρίνει τὴν μετάνοια τῆς πόρνης μὲ τὸ φοβερὸ ὀλίσθημα τοῦ Ἰούδα καὶ παραλληλίζει τὶς δυὸ ψυχικὲς καταστάσεις. Ἡ πόρνη ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μετανοεῖ, ἐνῷ ὁ Ἰούδας αἰχμαλωτίζεται ἀπὸ τὴ φιλαργυρία καὶ ἀποχωρίζεται ἀπ’ τὸ Θεό. Ἰδιαίτερα συγκινητικὸ εἶναι τὸ γνωστὸ «τροπάριο τῆς Κασσιανῆς» (γραμμένο ἀπὸ τὴ μοναχὴ Κασσιανή) ποὺ ἐκφράζει τὴ θερμὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας:
Κύριε, ἡ ἐν πολλαὶς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοὶ πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοὶ ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τὲ καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τᾶς πηγᾶς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ` κάμφθητι μοὶ πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τὴ ἀφάτω σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοὶς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχης ὦν  ἐν τῷ παραδείσῳ Εὕα τὸ δειλινὸν κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τὶς ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μὴ μὲ τὴν σὴν δούλην παρίδης, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Τὴ Μ. Τετάρτη ἡ ὑμνολογία φέρνει στὴ μνήμη μας καὶ τὴ σύγκλιση τοῦ Συνεδρίου, δήλ. τοῦ ἀνώτατου δικαστηρίου τῶν Ἰουδαίων, τὸ ὁποῖο καὶ ἀποφάσισε τὴ σύλληψη καὶ τὴν καταδίκη τοῦ Κυρίου. Οἱ ὕμνοι τῆς Μ. Τετάρτης ἀναφέρονται ἐπίσης στὴν ἀπόφαση τοῦ Ἰούδα νὰ παραδώσει τὸν Κύριο καὶ στὴ συμφωνία του μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς.
Μεγάλη Πέμπτη: Τὰ γεγονότα τῆς Μ. Πέμπτης εἶναι κατὰ σειρὰ τὰ ἑξῆς: 1. Ὁ Ἱερὸς Νιπτῆρας, δηλ. τὸ πλύσιμο τῶν ποδιῶν τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. 2. Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος, δηλ. ἡ παράδοση τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἀπὸ τὸ Χριστό. 3. Ἡ «ὑπερφυὴς προσευχή», δήλ. ἡ ἀγωνιώδης προσευχὴ τοῦ Κυρίου στὴ Γεσθημανὴ πρὶν τὴ σύλληψή Του. 4. Ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα, δηλ. ἡ παράδοση τοῦ Κυρίου στοὺς Ἰουδαίους μὲ φίλημα.
Μεγάλη Παρασκευή: ἐπιτελοῦμε ἀνάμνηση τῆς Σταύρωσης τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀκολουθία τῶν Ἁγίων καὶ Ἀχράντων Παθῶν τοῦ Κυρίου, ὅπως ὀνομάζεται, μᾶς φέρνει στὴ μνήμη ὅσα ὑπέμεινε γιὰ χάρη μας ὁ Κύριος: «τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τάς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρὰν χλαῖναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην` καὶ πρὸ πάντων τὸν σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον».
Γίνεται ἐπίσης μνεία τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ ποὺ ἔλαβε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ μὲ τὴ μετάνοιά του «πρῶτος παραδείσου πύλας ἀνοίξας εἰσῆλθεν».
Τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό τῆς ἀκολουθίας εἶναι ἡ ἀνάγνωση δώδεκα Εὐαγγελίων. Ἀπὸ αὐτά, τὸ πρῶτο (τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Διαθήκης) περιλαμβάνει τὶς ὑποθῆκες τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητὲς καὶ τὴν Ἀρχιερατικὴ προσευχή Του. Τὰ ὑπόλοιπα Εὐαγγέλια ἐξιστοροῦν τὴ σύλληψη, τὴ δίκη, τὰ πάθη, τὸ σταυρικὸ θάνατο, τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου καθὼς καὶ τὴν ἀσφάλιση τοῦ τάφου μὲ τὴ βοήθεια τῆς κουστωδίας. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ πέμπτου Εὐαγγελίου γίνεται ἡ λιτάνευση τοῦ Ἐσταυρωμένου, ἡ τοποθέτησή Του στὸ μέσο τοῦ Ναοῦ καθὼς ὁ χορὸς ψάλλει ἀργὰ καὶ κατανυκτικὰ τὸ ἑξῆς τροπάριο: «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσας. Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται ὁ τῶν ἀγγέλων Βασιλεύς. Ψεύδη πορφύραν περιβάλλεται ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο ὁ ἐν Ἰορδάνῃ ἐλευθερώσας τὸν Ἀδάμ. Ἤλοις προσηλώθη ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας. Λόγχη ἐκεντήθη ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου. Προσκυνοῦμεν σου τὰ πάθη, Χριστέ. Δεῖξον ἠμὶν καὶ τὴν ἔνδοξόν σου ἀνάστασιν».
Μέγα Σάββατο : Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζουμε «τὴν θεόσωμον ταφὴν καὶ τὴν εἰς ᾅδου κάθοδον» τοῦ Κυρίου. Ὁ Χριστὸς ἀναπαύεται μέσα στὸν τάφο, ὅπως «ἀναπαύθηκε» ὅταν πρωτοδημιούργησε τὸν κόσμο τὴν ἕβδομη μέρα. Ὅμως ἀναπαύεται ὡς θεάνθρωπος. Τὸ πανάχραντο σῶμα Του θάπτεται στὸν τάφο, ἀλλὰ πνευματικὰ ὁ ἴδιος μεταβαίνει στὸν Ἅδη καὶ συνεχίζει τὸ σωτηριῶδες ἔργο Του. Καλεῖ κοντὰ Του ὅλους τους δικαίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα μέχρι τοὺς ἔσχατους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ μὴν λείψει κανεὶς ἀπὸ τὸ παγκόσμιο προσκλητήριο τῆς σωτηρίας, ποὺ εἶναι τελικὰ μιὰ ἀναδημιουργία τοῦ κόσμου καὶ ὁλοκλήρωσης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ κάθοδος αὐτὴ ἦταν τὸ τελειωτικὸ χτύπημα κατὰ τοῦ θανάτου. Γι’ αὐτὸ ψέλνουμε χαρακτηριστικά: «Ὄτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν ἄδην ἐνέκρωσας τὴ ἀστραπὴ τῆς θεότητος».
Στὸν ὄρθρο τοῦ Μ. Σαββάτου ψάλλονται τὰ Ἐγκώμια, δήλ. σύντομα τροπάρια ποὺ ἐξιστοροῦν τὰ πάθη τοῦ Κυρίου, ἐξυμνοῦν τὴν ταφή του καὶ διασαλπίζουν τὴ νίκη Τοῦ κατὰ τοῦ θανάτου. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ Ὄρθρου γίνεται καὶ περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου γύρω ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς ἐνορίας.
Ὁ Ἑσπερινός του Μ. Σαββάτου ποὺ τελεῖται τὸ πρωὶ μαζὶ μὲ τὴ θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι ἐξ’ ὁλοκλήρου ἀναστάσιμος. Εἶναι ὁ Ἑσπερινός του Πάσχα. Ψάλλονται ὕμνοι ἀναστάσιμοι, διαβάζεται ἡ προφητεία τοῦ Ἰωνᾶ τοῦ ὁποίου τὸ πάθημα προτύπωνε τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀντηχεῖ σὰν νικητήρια ἰαχὴ ὁ ψαλμικὸς ἦχος: «Ἀνάστα ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν, ὅτι σὺ κατακληρονομήσεις ἐν πάσι τοῖς ἔθνεσι».

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

Τὸ Πάσχα ἦταν ἀρχαιότατη ἰουδαϊκὴ γιορτὴ ποὺ τελοῦνταν τὴ νύχτα τῆς 14ης πρὸς τὴ 15η τοῦ μηνὸς Νισᾶν. Οἱ Ἰουδαῖοι γιόρταζαν τὴν ἀπελευθέρωσή τους ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν Αἰγυπτίων κατόπιν τῆς σφαγῆς τῶν πρωτότοκων τῶν Αἰγυπτίων, ἀπ’ τὴν ὁποία διέφυγαν τὰ δικά τους πρωτότοκα χάρη στὸ αἷμα τοῦ ἀμνοῦ μὲ τὸ ὁποῖο ἄλειψαν τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν τους. Ἡ λέξη πάσχα  ὑπενθυμίζει τὴ θαυμαστὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλῖτες καὶ γενικότερα τὴ διάβασή τους ἀπὸ τὴ δουλεία στὴν ἐλευθερία. Ὅμως τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἦταν συμβολικὰ καὶ προφητικά. Τὸ ἰουδαϊκὸ Πάσχα ἦταν τύπος τοῦ χριστιανικοῦ. Ὁ πασχάλιος ἀμνὸς τῶν Ἰουδαίων ἦταν σύμβολο καὶ τύπος τοῦ ἀληθινοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε γιὰ μᾶς καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ ἐξαγόρασε τὴν ἐλευθερία μας ἀπὸ τὴν δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Κατὰ δὲ θεία οἰκονομία ἡ θυσία τοῦ Κυρίου συνέπεσε μὲ τὸ ἰουδαϊκὸ πάσχα, ποὺ ἐκεῖνο τὸ ἔτος ἔτυχε νὰ εἶναι Σάββατο. Ὁ Κύριος σταυρώθηκε καὶ πέθανε τὴν Παρασκευή, τὸ βράδυ ὅπου οἱ Ἰουδαῖοι ἔτρωγαν τὸν πασχάλιο ἀμνὸ καὶ ἀναστήθηκε μετὰ τὸ Σάββατο, δηλ. τὴν πρώτη μέρα τῆς ἑβδομάδας ἡ ὁποία γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὀνομάστηκε Κυριακή. Ἡ πασχαλινὴ ἀκολουθία εἶναι ἰδιαιτέρως λαμπρή. Ξεκινᾶ στὶς 12, μεσάνυχτα τοῦ Μ. Σαββάτου μὲ τὸν Ὄρθρο καὶ συνεχίζει μὲ τὴν θ. Λειτουργία. Τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα τελεῖται ὁ Ἑσπερινός της Ἀγάπης. Κατὰ τὴ διάρκειά του διαβάζεται ἡ εὐαγγελικὴ περικοπῆ ποὺ ἐξιστορεῖ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στοὺς δώδεκα μαθητὲς τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασής Του. Τὸ Εὐαγγέλιο αὐτὸ διαβάζεται σὲ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες γλῶσσες γιὰ νὰ κηρυχθεῖ σ’ ὅλα τὰ ἔθνη ὅτι «Χριστὸς ἐγερθεῖς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῶ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».

http://www.imkifissias.gr/ 

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΣΤΗ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Αν, αγαπητοί Χριστιανοί, ο «Άσωτος», όπως τον γνωρίζουμε μέσα από την ομώνυμη παραβολή, είναι για μας, κατά τις πρώτες ημέρες του Τριωδίου, η θεωρητική πλευρά της πορείας του ανθρώπου από την αμαρτία στη μετάνοια, από την αποδημία σε χώρους αγνώστους και την αποποίηση των Θεϊκών δωρεών, στην επιστροφή και την επανένταξη, σήμερα, Ε΄. Κυριακή των Νηστειών και στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, βλέπουμε όλη αυτή τη διαδικασία, τον κοπιώδη και ανηφορικό δρόμο του γυρισμού, να παίρνει σάρκα και οστά, να γίνεται πράξη, στο πρόσωπο στο οποίο η Εκκλησία μας αφιέρωσε την σημερινή Κυριακή. Την οσία Μαρία την Αιγυπτία.
«Η Μετάνοια στην πράξη».Ένας άλλος τίτλος λοιπόν που μπορούμε να αποδώσουμε στη σημερινή Κυριακή. Η μεταστροφή από μια ζωή βουτηγμένη κυριολεκτικά στο βόρβορο της αμαρτίας, από μια ψυχή που έζησε την πτώση στον έσχατο βαθμό, στη ζωή της αγιότητος, της ανοδικής στον ουρανό πορείας, της με το Θεό κοινωνίας, της ανείπωτης χαράς και αγαλλίασης στην αιώνια χαρά της Βασιλείας του Κυρίου μας.
Πλησιάζοντας λοιπόν στο τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας, μας δίνει ένα γερό ταρακούνημα, «προς διέγερσιν των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοιαν».Θέλοντας να μας βοηθήσει να κορυφώσουμε τους αγώνες μας , φέρνει μπροστά μας ένα ζωντανό παράδειγμα μετανοίας και σωτηρίας. Όχι πια με παραβολές μα με πρόσωπα ζωντανά. Με μια θαυμαστή γυναικεία μορφή που ξεπέρασε τον ίδιο της τον εαυτό και μπόρεσε να προχωρήσει από το «παρά φύσιν» στο «υπέρ φύσιν».Η οσία Μαρία η Αιγυπτία από τον πλέον βρωμερό βούρκο της αμαρτίας, με μια ψυχή καταλεκιασμένη και καταπληγωμένη από τα πυρωμένα βέλη του πονηρού, αξιώθηκε με την ειλικρινή της μετάνοια και την υπεράνθρωπη άσκηση της, όχι μόνο να φτάσει τους μεγαλύτερους ασκητάς μα και να τους ξεπεράσει. Έγινε ανώτερη απ’ τους μάρτυρες, τους ομολογητές, κι αυτούς ακόμη τους θαυματουργούς αγίους. Έφθασε τα μέτρα της τελειότητος, όπως σημειώνει ο ι. υμνογράφος στο κοντάκιο της Αγίας.
Αγαπητοί Χριστιανοί.
Η ΑΜΑΡΤΙΑ
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη σχέση μας με το Θεό, είναι η αποστασία μας. Είναι η «αποδημία μας εις χώραν μακράν».Αυτό το βλέπουμε μεν θεωρητικά στο πρόσωπο του «Ασώτου»,μα το κατανοούμαι, γίνεται χειροπιαστό, στην κακώς αυτονομημένη αρχικά και αλλοτριωμένη ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Και αυτή, όπως φυσικά και κάθε αμαρτωλός, απεδήμησε. Έφυγε μακράν του Θεού. «Όταν αμαρτάνουμε, μας λέγει ο ι. Χρυσόστομος, φεύγουμε από το Θεό, δραπετεύουμε, φεύγουμε σε ξένη χώρα…».
Απομακρυνόμενοι κάνουμε και το πρώτο βήμα της αποστασίας μας. Το δεύτερο βήμα είναι ο διασκορπισμός. Ο διασκορπισμός της «πατρικής ουσίας» στην παραβολή του «Ασώτου», το ξεπούλημα σώματος και ψυχής στην οσία Μαρία την Αιγυπτία. Τελικά «Στη χώρα της αμαρτίας η ζωή του ανθρώπου είναι ένας διασκορπισμός των θείων χαρισμάτων. Όλες οι Θείες δωρεές με τις οποίες προικίσθηκε από το Θεό ο άνθρωπος για να εργασθεί τη σωτηρία του, δαπανώνται ασώτως: Δηλαδή, δαπανώνται σε μια ζωή μακράν της σωτηρίας, μακράν του Σωτήρος Χριστού». (Ιερομ.Γρηγορίου. Η ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Σελ.23).
Τα αποτελέσματα αυτής της ζωής φαίνονται καθαρά στο βίο της οσίας Μαρίας. Το πόσο μπορεί η αμαρτία να κυλήσει τον άνθρωπο και να τον οδηγήσει στην έσχατη πτώση, να τον στείλει με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή και την απώλεια, και μαζί μ’ αυτόν να γκρεμιστούν και άλλοι, χαράσσεται με έντονα και μελανά χρώματα σήμερα.
Το να απομακρυνθεί κανείς απ’ την μοναδική πηγή ζωής, το να αποκοπεί απ’ τις ρίζες του σημαίνει αποξήρανση. Σημαίνει σκοτάδι, σημαίνει χάος. Και είναι επόμενο αφού όπως σημειώνει ο Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «Τέτοιοι είναι εκείνοι που ζουν μέσα σε αμαρτίες. Όπως δηλαδή είναι οι νεκροί μέσα στο σκοτάδι, έτσι είναι κι αυτοί. Κι αν περιφέρουν αναρίθμητες λαμπάδες, κι αν κοιτάζουν προς τον ήλιο, κι αν γίνονται χαρούμενοι από τα φορέματα και την άλλη περιποίηση, δεν είναι καθόλου σε καλύτερη θέση από εκείνους που πέθαναν και βρίσκονται μέσα στο σκοτάδι, αλλά και σε πολύ χειρότερη, όσο το μεν ένα είναι φυσικό πράγμα, ενώ το άλλο αποτελεί αντικείμενο της ελεύθερης εκλογής τους».
Είναι η φωνή του ανθρώπου που αμαρτάνει και που μένει πεισματικά προσκολλημένος στην αμαρτία. Του ανθρώπου που διώχνει απ’ τη ζωή που το Θεό για να μπορεί ανενόχλητα και ανενδοίαστα να εκδαπανάται μέσα στα πάθη του και να σπαταλά ασώτως «την εαυτού ουσίαν».
«Όλοι βαδίζουν τον πλατύ δρόμο της αμαρτίας, όλοι χάσκουν μπροστά στα υλικά αγαθά αυτού του κόσμου, τρέχουν διαρκώς πίσω από τις σωματικές απολαύσεις, ενώ τις ψυχές τις αφήνουν να λιώνουν από την πνευματική πείνα. Και μολονότι κάθε μέρα δέχονται άπειρα τραύματα από το κακό, ποτέ δεν καταλαβαίνουν τα κακά μέσα στα οποία βρίσκονται».Εδώ λοιπόν χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Σήμερα που ζούμε την μεγάλη τραγωδία της αμαρτίας και παράλληλα έχουμε χάσει την έννοια της. Έχουμε αμβλύνει σε αφάνταστο βαθμό το αισθητήριο αυτό ώστε να αμαρτάνουμε χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, χωρίς να μας ενδιαφέρει. Όλοι μας λέμε ναι στην αμαρτία και όχι στην μετάνοια και την αναγνώριση της πτώσεως μας. Πέφτουμε και δεν κάνουμε καμιά προσπάθεια για να σηκωθούμε.
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Όσο όμως χαμηλά κι αν έχουμε πέσει, όσο πολλές κι αν είναι οι πληγές μας, ότι κι αν έχει συμβεί, πάντα υπάρχει η ελπίδα. Πάντα ο δρόμος για την επιστροφή και τη σωτηρία είναι ανοιχτός. Δεν υπάρχει αμαρτία (εκτός από την αμετανοησία),που να μην την παραβλέπει ο Θεός, δεν υπάρχει πτώση χωρίς ανόρθωση. Ο ι. Χρυσόστομος μας λέει ότι δεν είναι τόσο φοβερό το να πέσει κανείς. Αυτό σ’ όλους μπορεί να συμβεί. Φοβερό είναι το να μην προσπαθήσεις να σηκωθείς. Να παραμένεις πεσμένος.
Αυτό μας τονίζεται σήμερα μέσω της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. ¨Επεσε…Έπεσε στα έσχατα σημεία που μπορεί να φτάσει μια ψυχή. Όμως δεν νέκρωσε ολωσδιόλου τη συνείδηση της. Μπόρεσε τελικά να αντιληφθεί τη θέση της, να συναισθανθεί το μέγεθος και το βάρος της αποστασίας της, να λυπηθεί για την κατάντια της να πει κι αυτή το σωτήριο «αναστάσα πορεύσομαι προς τον πατέρα μου».
«Η θλίψη της τότε μετατρέπεται σε αυτοκριτική, σε αυτομεμψία, σε αδυσώπητη καταδίκη της αμαρτωλής ψυχής, σε πύρινους ποταμούς δακρύων,, σε πλήρη απόρριψη και περιφρόνηση του πρότερου βίου, σε άρνηση των παλαιών απολαύσεων και επιθυμιών, σε σταθερή απόφαση για πορεία προς την σωστή κατεύθυνση, χωρίς περιστροφές και παρεκκλίσεις, «ίνα Χριστόν κερδίσει». (Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).
Αυτό ακριβώς είναι η μετάνοια: η οριακή γραμμή ανάμεσα στον παλαιό αμαρτωλό βίο και την νέα πορεία προς την Ζωή, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και Θεό μας. Η μετάλλαξη της ψυχής, η πνευματική μεταμόρφωση, η προοπτική της σωτηρίας, η αισιόδοξη ενατένιση προς τον ουρανό, και την αιωνιότητα. Η απόφαση για μια στροφή 180 μοιρών…».(Αρχιμαν. Νεκτάριος Ντόβας Μ. Τεσσαρακοστή. Σελ.153).
Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Έτσι λοιπόν η κατάντια της οσίας Μαρίας, το κατρακύλισμα της, δεν της έκλεισε το δρόμο που οδηγεί σε συνάντηση με το Θεό. Δεν την απέκλεισε από τη Θεοκοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι όπου κι αν βρίσκεται κανείς, σ’ όποια κατάσταση κι αν έχει περιέλθει και για οποιονδήποτε λόγο, άμα καταληφθεί από πόθο θεϊκό, από ζέουσα πίστη, όπως αυτή της οσίας Μαρίας, έχει τη δυνατότητα, μπορεί να διαβεί το δρόμο που οδηγεί στον Αναστημένο Χριστό.
«Τη στιγμή που ο άνθρωπος μεταθέτει τον έρωτα του από τα κτίσματα στον κτίστη αρχίζει αυτή η πορεία. Κανείς δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από την κατάσταση του. Δεν πρέπει να σκέπτεται πως γι΄ αυτόν δεν υπάρχει αυτή η ελπίδα. «Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα. Συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε».Εξ άλλου τα μάτια του Θεού δεν είναι τα ίδια με τα μάτια του ανθρώπου. Ό, τι φαίνεται κοντά στο Θεό για μας τους ανθρώπους, μπορεί να είναι πολύ μακριά απ’ το Θεό στα μάτια του Θεού, και ασφαλώς ο Θεός δεν νοιώθει κοντά του τον καθωσπρέπει άνθρωπο με την εξωτερική ευσέβεια και την βεβαιότητα του δικαιωμένου…ενώ εμείς βλέπουμε κοντά στο Θεό τους «προφάσει μακρά», προσευχομένους γραμματείς και φαρισαίους που «έξωθεν μεν φαίνονται ωραίοι, έσωθεν δε γέμουσιν οστέων νεκρών και πάσης ακαθαρσίας».(π. Φιλόθεος Φάρος. ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ. Σελ.56).
Ο Χριστός βλέπει κοντά του, ζητά να πάνε μετανοιωμένοι κοντά του, οι τελώνες, οι πόρνες, οι αμαρτωλοί. Ο ίδιος τονίζει ότι δεν έχουν ανάγκη από γιατρό οι υγιείς αλλά οι άρρωστοι. Γι’ αυτό κάλεσε κοντά του και την μεγάλη αμαρτωλή, την οσία Μαρία την Αιγυπτία. Της έδειξε νέες προοπτικές, νέους σκοπούς, νέα οράματα. Της άναψε τον πόθο για σωτηρία. Συναντήθηκε μαζί της. Της χάρισε την αγιότητα..
Αγαπητοί Χριστιανοί.
«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»,είναι τα λόγια που απευθύνει σήμερα ο Κύριος προς τους μαθητάς του, καθώς προχωρεί προς το εκούσιο πάθος, «ως πρόβατον επί σφαγή».Καθώς προχωρεί για να ολοκληρώσει το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, με τη μεγάλη θυσία του Σταυρού στο Γολγοθά και να το επισφραγίσει με την Ανάσταση, την αφθαρσία, την αθανασία. Ας τ’ ακούσουμε κι εμείς. Ας ανεβούμε, ας πορευθούμε, κι εμείς μαζί του. Ας ακολουθήσουμε τα βήματα του, ας διαβούμε το δρόμο που αυτός μας χάραξε.
Αυτόν τον δρόμο περπάτησαν οι άγιοι, αυτόν περπάτησε η οσία Μαρία που σήμερα εορτάζουμε, σ’ αυτόν πρέπει κι εμείς να προχωρήσουμε αν ποθούμε συνάντηση μαζί Του. Ας προσπαθήσουμε έστω και στο τέλος αυτής της αγωνιστικής περιόδου να συλλάβουμε το βαθύτερο της νόημα. Αν έστω και στο τέλος κατανοήσουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει για μας η συνάντηση με τον Αναστημένο Χριστό, τότε θα βιώσουμε και το Πάθος και την Ανάσταση όσο ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή μας.

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2019

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



ΣΗΜΕΡΑ, αγαπητοί μου, είναι μεγάλη εορτή και πανήγυρης. είναι ή τρίτη (Γ') Κυριακή των νηστειών και εορτή της Σταυροπροσκυνήσεως. Παντού οι ορθόδοξοι τρέχουν στις εκκλησίες, ασπάζονται τον τίμιο σταυρό, παίρνουν από το χέρι του ιερέως τ' αγιασμένα άνθη, και ψάλλουν «Τον σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την άγίαν σου άνάστασιν δοξάζομε». Άλλα φτάνουν αυτά; Αυτά είναι τύπος —τύπος αναγκαίος βεβαίως—, άλλα ή ουσία είναι άλλου. Ποια είναι ή ουσία, ποιο είναι το περιεχόμενο της σημερινής εορτής;

Σήμερα ό αληθινός Χριστιανός αισθάνεται κάτι ιερό, αισθάνεται το ρίγος του εσταυρωμένου Λυτρωτού. Προσέξατε τα λόγια πού ακούστηκαν στο σημερινό ευαγγέλιο; είναι μία διακήρυξης παγκόσμιος. Ό Χριστός απευθύνεται προς τους ανθρώπους όλων των αιώνων και ορίζει τους όρους υπό τους οποίους μπορεί κανείς να γίνη Χριστιανός και να ενταχθεί στην στρατιά του. Ή ένταξης αύτη δεν γίνεται αναγκαστικής• εθελοντές ζητεί ό Χριστός, όχι ανελεύθερα πλάσματα πού εκτελούν καταναγκαστικά έργα. Τον ακούμε να λέει «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν...»(Μάρκ. 8,34)• όποιος θέλει. Δεν βιάζει κανένα• σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και καλεί ελευθέρως να υποταχθούμε στο άγιο θέλημα του.

Στα λόγια του, πού ακούσαμε, κάνει λόγο για σταυρό• «και άράτω τον σταυρόν αυτού...»(ε. ά.). Δύο είδη σταυρών προβάλλουν σήμερα ενώπιον μας. Ό ένας είναι ό σταυρός πού προσκυνούμε, ό σταυρός πού σήκωσε ό ίδιος ό Χριστός. Ό άλλος είναι ό σταυρός πού πρέπει να σήκωση ό καθένας από μας, αν θέλει να λέγεται παιδί του Εσταυρωμένου. Για τους δύο αυτούς σταυρούς θέλω να πω λίγες λέξεις και παρακαλώ να προσέξετε. Αρχίζω με το σταυρό του Χριστού Ό σταυρός στην παλαιά εποχή, προ Χριστού, στους λαούς της 'Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ή πιο αυστηρά τιμωρία• ήταν το όργανο με το όποιο εκτελούντο οι βαρυποινίτες, όσοι διέπρατταν μεγάλα εγκλήματα, ειδεχθή αποτρόπαια και φρικαλέα. Μετά Χριστόν τα πράγματα άλλαξαν. Λίγα χρόνια μετά τη σταύρωση του Κυρίου όσοι κατεδικάζοντο εις θάνατον εκτελούντο πλέον με άλλους τρόπους• άλλοι με αγχόνη, άλλοι με ξίφος, άλλοι με όπλο, άλλοι με ηλεκτρική καρέκλα. Σήμερα ό σταυρός ως τρόπος εκτελέσεως έχει καταργηθεί.

Σκληρά ποινή ό σταυρός. Αυτός πού καρφωνόταν εκεί σφάδαζε σαν ψάρι έξω άπ' το νερό• είχε σπασμούς, πόνους φρικτούς• το αίμα έτρεχε σταλαγματιά-σταλαγματιά από τις πληγές των χεριών και των ποδιών. Δίψα φοβερή βασάνιζε το σώμα• γι' αυτό ακουγόταν το «διψώ» (Ίωάν. 19,28). Έμεναν δε οι κατάδικοι στο σταυρό όχι λίγες ώρες, αλλά και ήμερες και εβδομάδα ακόμα. Σκληροτράχηλοι άντρες οι ληστές και οι κακούργοι, με σώματα ρωμαλέα, άντεχαν στο μαρτύριο του σταυρού. Κι όταν πλέον ξεψυχούσαν, δεν τους έθαβαν κοράκια και όρνεα έρχονταν κ' έτρωγαν τις σάρκες τους εκεί πάνω στο σταυρό.

Σ' αυτό τον ατιμωτικό θάνατο καταδικάστηκε ό Χριστός μας. Ευαίσθητη ύπαρξης, πονεμένος από τα φραγγελώματα, τα ραπίσματα και τις εξουθενώσεις, δεν άντεξε πολύ• λίγες ώρες έζησε στο σταυρό και παρέδωσε το πνεύμα στον ουράνιο Πατέρα.

Βλέποντας τον Κύριο μας πάνω στο σταυρό διερωτάται κάθε άνθρωπος• Τι κακό έκανε; Σ' αυτό απαντούν οι απόστολοι, απαντά ή Γραφή, απαντά ή Ιστορία, απαντούν οι αιώνες• ό Χριστός, μέσα στα εκατομμύρια και δισεκατομμύρια των ανθρώπων, είναι ό μόνος επί του φλοιού της γης πού δεν έκανε κανένα κακό, καμιά απολύτως αμαρτία• δεν «ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (Ήσ. 53.91 Α' Πέτρ. 2,22). Υπήρξε ό αναμάρτητος με την απόλυτο έννοια. Πέρασε την επίγειο ζωή του σκορπίζοντας τα μύρα της αγάπης του σε όλο τον κόσμο «διήλθε ευεργετών» (Πράξ. 10,38).

Άλλα τότε γιατί σταυρώθηκε; Σάς παρακαλώ στο σημείο αυτό να προσέξετε ιδιαιτέρως, είναι το σημαντικότερο. Γιατί σταυρώθηκε ό Χριστός; Οι Γραφές λένε, ότι σταυρώθηκε ως αντιπρόσωπος ολοκλήρου της αμαρτωλής ανθρωπότητας. Όπως εμείς σε πολλές περιπτώσεις ορίζουμε αντιπροσώπους - πληρεξουσίους, πού ενεργούν για λογαριασμό μας σε διάφορες αστικές υποθέσεις, κατά παρόμοιο τρόπο ή αγάπη του Θεού ώρισε το Χριστό ως αντιπρόσωπο μας. Ακόμη απλούστερα• εκείνο πού έπρεπε να πάθουμε εμείς ως αμαρτωλοί, το έπαθε εκείνος. Εγώ έπρεπε να σταυρωθώ, εσείς έπρεπε να σταυρωθείτε, ό καθένας από μας έπρεπε να σταυρωθεί επάνω στο ξύλο του σταυρού για τις αμαρτίες πού έχουμε διαπράξει. Άλλ' αντί ημών και υπέρ ημών σταυρώθηκε και έχυσε το τίμιο του αίμα ό Χριστός.

Εάν προσέξετε στον Ακάθιστο ύμνο, στο στοιχείο «Χ», υπάρχει μια ωραία εικόνα της λυτρωτικής δυνάμεως του Κυρίου μας. Λέει εκεί ό ποιητής, ότι καθένας από μας έχει ένα «χειρόγραφο», ένα τεφτέρι, στο οποίο είναι σημειωμένα τα αμαρτήματα του από την ώρα πού γεννήθηκε ως την τελευταία του πνοή. Αυτό λοιπόν το «χαρτί», όπου είναι γραμμένα τα αμαρτήματα μας, ό Χριστός το έσχιζε με τη σταυρική του θυσία (Άκάθ. ύμν. Χ).

Στα παλιά τα χρόνια ένας βασιλιάς πήγε τη νύχτα στους στρατώνες για επιθεωρήσει. Σ ένα θάλαμο κάποιος στρατιώτης είχε αποκοιμηθεί έχοντας δίπλα του ένα χαρτί. Σ' αυτό είχε γράψει τα χρέη του, πού ήταν πολλά - ένα σημαντικό ποσό, και κάτω από το άθροισμα του χρέους είχε σημειώσει• «Αλίμονο μου, ποιος θα εξόφληση το χρέος μου;». Ό βασιλιάς είδε το χαρτί, το διάβασε, άκουσε τον αναστεναγμό του. Κ' εκεί πού ό φτωχός ρωτούσε «Ποιος θα εξόφληση το χρέος μου;», ό βασιλιάς έγραψε από κάτω με το χέρι του• «Εγώ εξοφλώ το χρέος σου». Το πρωί ό στρατιώτης ξύπνησε, πήρε στα χέρια το χαρτί και βλέπει από κάτω• «Εγώ εξοφλώ το χρέος σου». —Ποιος είν' αυτός πού ανέλαβε να εξόφληση το χρέος μου; Του απαντούν οι άλλοι —Ό Ίδιος ό βασιλιάς!... Μπορείτε να φαντασθείτε τη χαρά του; Εάν λοιπόν ό στρατιώτης εκείνος αισθανόταν ευγνωμοσύνη προς το βασιλιά, διότι τον απήλλαξε από τα χρέη, πόσο μάλλον, αγαπητοί μου, πρέπει να αισθάνεται ευγνωμοσύνη ό καθένας από μας προς τον Βασιλέα Χριστό, πού ήλθε από τον ουρανό — δεν είναι ψέμα, είναι αλήθεια— κ' εξόφλησε το χρέος των αμαρτιών μας; Υπέγραψε δε την εξόφληση όχι με μελάνι, αλλά με το αίμα του το τίμιο• όπως λέει ό ευαγγελιστής Ιωάννης, «το αίμα Ιησού Χριστού του υιού (του Θεού) καθαρίζει ημάς από πάσης αμαρτίας» (Α' Ίωάν. 1,7).

Αύτη είναι ή ουσία του σταυρού, το μυστήριο των μυστηρίων. Χωρίς τη θυσία του Χριστού, όχι ένα χρόνο, αλλά και χίλια χρόνια να νηστεύεις, να κάνης κομποσχοίνια, ασκήσεις, ελεημοσύνες, ό,τιδήποτε, δεν μπορείς να εξόφλησης ούτε μια αμαρτία. Πέστε ό καθένας την πιο μικρή του αμαρτία, και θα σας πω, ότι ούτε κι αυτήν θα μπορούσαμε να την εξοφλήσουμε. Εάν ήτο εις θέσιν ό άνθρωπος να το επιτυχή αυτό μόνος του, δεν θα ερχόταν ό Χριστός να σταυρωθεί επί του ξύλου του σταυρού. Οι αμαρτίες συγχωρούνται «εν τω αίματι του Αρνίου» του «εσφαγμένου» (Απ. 7,14' 13,8).

Ιδού λοιπόν το μυστήριο του σταυρού. Εάν με ρωτήσετε, ποια είναι ή πιο μεγάλη απόδειξης ότι ό Θεός αγαπά, θα σας απαντήσω• υπάρχουν πολλές, αμέτρητες αποδείξεις. Άλλα εάν θέλετε να μάθετε, ποια είναι ή πιο τρανή, θα σας δείξω το σταυρό• εκεί επάνω με το αίμα του Χριστού είναι γραμμένο• «Οϋτως ήγαπησεν ό Θεός τον κόσμον, ώστε υ ιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, Ινα πάς ό πιστεύων εις αυτόν μη άπόληται, άλλ' έχη ζωήν αιώνιο» (Ίωάν. 3,16)• κι όπως είπε ό Ησαΐας, «ούτος τάς αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών ωδίνατε, και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πάνω και εν πληγή υπό Θεού και εν κακώσει» (Ήσ. 53,4).

Αγαπητοί μου! Απέναντι στο σταυρό του Χριστού αίσθανόμεθα κ' εμείς ότι έχουμε μια Ιερά υποχρέωση. Δεν είπαμε, ότι το ευαγγέλιο σήμερα ομιλεί για δύο είδη σταυρών; Έκτος λοιπόν από το σταυρό του Χριστού, με το βάρος των αμαρτιών όλης της ανθρωπότητας, υπάρχει και ό σταυρός του Χριστιανού.
Άλλα για αυτόν θα συνεχίσουμε μια άλλη φορά. Προς το παρόν σταματούμε εδώ τονίζοντας• έχουμε χρέος κ' εμείς, ό καθένας μας, να σήκωση το δικό του σταυρό. Έτσι είπε ό Χριστός• «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, άπαρνησάσθω εαυτόν και άράτω τον σταυρόν αυτού» αμήν.

Επίσκοπος Αυγουστίνος
Α ΜΕΡΟΣ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΆΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 21-3-82. ΒΡΑΔΥ ΜΑ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ. ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 3-4-2005

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΞΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


Κυριακή Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά 

Anthony Metropolitan of Sourozh







Σε έναν από τους ψαλμούς, διαβάζουμε τα παρακάτω: Εκείνοι που έσπειραν με δάκρυα στα μάτια, θα θερίσουν με χαρά..
Εάν στη διάρκεια των εβδομάδων που προετοιμαζόμαστε για την Μεγάλη Εβδομάδα είδαμε κάθε τι άσχημο και ανάξιο που υπάρχει μέσα μας να καθρεφτίζεται στις παραβολές του Ευαγγελίου, εάν σταθήκαμε ενώπιον της κρίσης της συνείδησής μας και του Θεού, τότε πραγματικά έχουμε σπείρει με δάκρυα τον δρόμο για την σωτηρία μας. Και όμως υπάρχει ακόμα χρόνος επειδή ακόμα και όταν εισερχόμαστε στην περίοδο του θερισμού, ο Θεός μας δίνει παράταση· καθώς προχωρούμε προοδευτικά προς την Βασιλεία του Θεού, προς την Ημέρα της Ανάστασης, μπορούμε ακόμα, κάθε στιγμή, με πρόσωπο προς την νίκη του Θεού, να στραφούμε σε Εκείνον με ευγνωμοσύνη και με συντετριμμένη καρδιά, και να πούμε: «Κύριε, ίσως είμαι ο εργάτης της ενδεκάτης ώρας, αλλά δέξου με όπως υποσχέθηκες
Την προηγούμενη εβδομάδα γιορτάσαμε της γιορτή του Θριάμβου της Ορθοδοξίας, την ημέρα που η εκκλησία διακήρυξε ότι είναι σωστό να αγιογραφούμε την εικόνα του Χριστού. Δεν ήταν μία δήλωση σε σχέση με την τέχνη, ήταν μία βαθιά θεολογική διακήρυξη της Ενσάρκωσης. Η Παλαιά Διαθήκη μας είπε ότι δεν μπορεί ο Θεός να αντιπροσωπευθεί από καμία εικόνα, επειδή είναι ένα απύθμενο μυστήριο· δεν είχε καν όνομα εκτός από το μυστηριώδες όνομα που μόνο ο Αρχιερέας γνωρίζει. Αλλά στην Καινή Διαθήκη μάθαμε και γνωρίζουμε από την εμπειρία μας ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, ότι η πληρότητα της Θεότητας έχει υποταχθεί και είναι ακόμα υποταγμένη για πάντα στην ανθρώπινη σάρκα· και γι’ αυτό ο Θεός έχει ανθρώπινο όνομα: Ιησούς και έχει ανθρώπινο πρόσωπο που μπορούν να αναπαραστήσουν οι εικόνες. Επομένως η εικόνα είναι μία διακήρυξη της βεβαιότητάς μας ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος· και έγινε άνθρωπος για να επιτύχει μία έσχατη, ένδοξη, τραγική ενότητα με μας, να γίνει ένας από εμάς ώστε να μπορούμε να γίνουμε ένα από τα παιδιά Του. Και έτσι θα μπορούσαμε ήδη την περασμένη εβδομάδα να χαρούμε· και να γιατί μία εβδομάδα πριν, όταν προετοιμαζόμασταν να συναντήσουμε αυτό το θαύμα, αυτό το θαύμα της Ενσάρκωσης, διακριτικά, με έναν τρόπο που δεν μπορούν σχεδόν τα αυτιά μας να συλλάβουν, η Εκκλησία έψαλλε τον κανόνα του Πάσχα: Χριστός ανέστη εκ νεκρών! - επειδή δεν πρόκειται για μία υπόσχεση για το μέλλον, είναι μία βεβαιότητα του παρόντος, που μας ανοίγετε σαν μια πόρτα να εισέλθουμε μέσω του Χριστού, της Θύρας όπως καλεί τον εαυτό Του, στην αιωνιότητα
Και σήμερα θυμόμαστε το
όνομα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ενός από τους μεγάλους Αγίους της Ορθοδοξίας, ο οποίος διακήρυξε, μέσα από την εμπειρία των ασκητών και όλων των πιστών, ότι η χάρη του Θεού δεν είναι ένα κτιστό Δώρο – είναι ο ίδιος ο Θεός που μας ενώνει με τον εαυτό Του ώστε να μας διαπνέει η παρουσία Του, ώστε σταδιακά, εάν μοναχά τον δεχτούμε, αν Του ανοιχτούμε, να γίνουμε διάφανοι η τουλάχιστον σχεδόν διάφανοι στο φως Του, ώστε να γίνουμε αρχικά και ολοένα πιο πολύ μέτοχοι της Θεϊκής Του φύσης.
Αυτό δεν αποτελεί απλά μία υπόσχεση· είναι μία βεβαιότητα που έχουμε επειδή αυτό συνέβη σε χιλιάδες ανθρώπους άνδρες και γυναίκες που προσκυνούμε ως Αγίους του Θεού: έγιναν μέτοχοι της Θεϊκής φύσεως, είναι για μας μία αποκάλυψη και μία βεβαιότητα για ο,τι καλούμαστε να είμαστε και να γίνουμε. 
Και σήμερα ένα ακόμα βήμα μας οδηγεί στην χαρά, στην δόξα του Πάσχα. Σε μία εβδομάδα θα υμνήσουμε τον Σταυρό- τον Σταυρό που ήταν τρόμος για τους εγκληματίες, και έχει γίνει τώρα σημείο νίκης και σωτηρίας, διότι για μας η αγάπη του Σταυρού δεν έχει μέτρο, δεν έχει όρια, είναι τόσο βαθιά όσο ο Θεός, αγκαλιάζει τα πάντα όπως ο Θεός, και είναι πράγματι τόσο τραγικά νικηφόρα όπως ο Θεός είναι το ίδιο τραγικός και νικηφόρος, που προκαλεί δέος, που ακτινοβολεί το ήρεμο, ευφρόσυνο φως που ψάλλουμε στον Εσπερινό.

Ας ετοιμαστούμε να συναντήσουμε τούτο το γεγονός, το όραμα του Θεού, να το προσέξουμε, και να δούμε σε αυτό το σημείο της Θεϊκής αγάπης, μία νέα δυνατή βεβαιότητα της σωτηρίας μας· και όταν ο χορός ψάλλει τούτη τη φορά πιο δυνατά τον κανόνα της Ανάστασης, ας κατανοήσουμε ότι βήμα – βήμα ο Θεός μας οδηγεί σε μία νίκη που Εκείνος έχει κερδίσει, και που θέλει να μοιραστεί μαζί μας.
Και τότε θα προχωρήσουμε· θα ακούσουμε τον Άγιο που μας διδάσκει πως να δεχτούμε την χάρη που προσφέρει ο Θεός, πως να γίνουμε αντάξιοί Του· και με ένα ακόμα βήμα – θα δούμε την νίκη του Θεού στο πρόσωπο της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας και θα φθάσουμε στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδας. Αλλά ας θυμηθούμε ότι βρισκόμαστε τώρα σε μία νέα περίοδο, μία εποχή που μας αποκαλύπτεται, που καλούμαστε να την ενδυθούμε, να ανταποκριθούμε σ’ αυτήν με ευγνωμοσύνη, μία ευγνωμοσύνη που θα μας μεταμορφώσει σε νέους ανθρώπους- και να ανταποκριθούμε επίσης με χαρά! Και μία χαρά γεμάτη από δάκρυα σε απάντηση της αγάπης του Θεού, μία χαρά που είναι μία αξιόπιστη απάντηση στην Θεϊκή αγάπη
Αμήν!

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Κυριακή της Ορθοδοξίας

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣΚυριακή της Ορθοδοξίας
(ομιλία του π.Δημ.Μπαθρέλλου)

http://www.imml.gr
  

 Η Εκκλησία μας εορτάζει σήμερα την Κυριακή της Ορθοδοξίας με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Το γεγονός αυτό μάς κάνει όχι μόνο να χαιρόμαστε και να δοξάζουμε το Θεό, αλλά ενδεχομένως και να απορούμε. Για ποιο λόγο άραγε τοποθετείται μια τόσο μεγάλη και χαρμόσυνη εορτή κατά την πένθιμη και κατανυκτική περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, και μάλιστα τιμητικά κατά την πρώτη Κυριακή της; Δεν θα ήταν άραγε καλύτερα να εορταζόταν την ημέρα αυτή κάποιος μεγάλος ασκητής της Εκκλησίας μας, για να μας διδάσκει με τη βιοτή του ‘την τρίβον’ της ασκήσεως ‘την όντως ευθείαν’, και συγχρόνως να μας εμπνέει, αλλά και να μας ταπεινώνει, με τα ασκητικά του κατορθώματα; Η απάντηση στο ερώτημα είναι προφανώς αρνητική. Οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι, αποφάσισαν διαφορετικά. Και τούτο διότι γνώριζαν ότι τα ανθρώπινα έργα της ασκήσεως και της αγάπης μάς ενώνουν με το Θεό εφόσον παραμένουν θεμελιωμένα στο αρραγές θεμέλιο της πίστεως και αμόλυντα από το μικρόβιο των αιρέσεων. Η πίστη αποτελεί το θεμέλιο της άσκησης και της αρετής. Και η αληθινή πίστη δεν μπορεί να είναι παρά ορθόδοξη πίστη.
Τη σημασία της ορθής πίστης ως θεμέλιου λίθου της χριστιανικής και εκκλησιαστικής ύπαρξης και ζωής την τονίζει στο Ευαγγέλιο ο ίδιος ο Χριστός. Όταν ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές του ‘τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι’, ο Πέτρος του απάντησε ‘συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος’. Ο Χριστός τον επαίνεσε για την απάντησή του αυτή με τα λόγια ‘μακάριος ει Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής’. Η Εκκλησία οικοδομείται πάνω στην πέτρα της πίστεως. Μια χριστιανική κοινότητα που δεν πιστεύει ορθά στο Θεό έχει νοθεύσει την ταυτότητα και την αποστολή της. Διδάσκει στους ανθρώπους μια πίστη που δεν παραπέμπει στον τριαδικό Θεό όπως αυτός είναι αλλά όπως εκείνη τον φαντάζεται. Και κάτι τέτοιο τραυματίζει καίρια τη σχέση των ανθρώπων με το Θεό. 
 Είναι γνωστή μια ιστορία από το Γεροντικό, που μας διηγείται ότι κάποιοι μοναχοί για να δοκιμάσουν ένα ξακουστό Γέροντα άρχισαν να τον κατηγορούν για διάφορα πάθη και αμαρτήματα. Εκείνος δεχόταν αγόγγυστα και ταπεινά όλες τις κατηγορίες χωρίς να διαμαρτύρεται. Όταν όμως τον αποκάλεσαν αιρετικό, διαμαρτυρήθηκε έντονα ομολογώντας την oρθοδοξία του. Όταν στη συνέχεια οι μοναχοί τον ρώτησαν γιατί δεν αντέδρασε για όσα αμαρτήματα εσφαλμένα του απέδιδαν, διαμαρτυρήθηκε όμως όταν τον αποκάλεσαν αιρετικό, εκείνος απάντησε ότι εάν δεχόταν ότι είναι αιρετικός θα χωριζόταν από το Θεό.
Υπάρχει μία ακόμη χαρακτηριστική ιστορία που φανερώνει τη μεγάλη σημασία της ορθής πίστης, και την οποία μας έχει παραδώσει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αυτός ο μεγάλος υπερασπιστής της ορθοδοξίας των εικόνων. Κάποιος, λέει, ασκητής αντιμετώπιζε για μεγάλη χρονική περίοδο πολύ έντονους σαρκικούς πειρασμούς. Είχε στην καλύβη του μια εικόνα του Χριστού και της Θεοτόκου, μπροστά στην οποία προσευχόταν καθημερινά. Παρόλα αυτά ο πόλεμος του διαβόλου συνεχιζόταν τόσο έντονα ώστε να έχει καταστεί σχεδόν ανυπόφορος. Κάποια λοιπόν από τις ημέρες εκείνες, εμφανίστηκε στον ασκητή ο δαίμονας που τον πολεμούσε, και του πρότεινε να σταματήσει να τον πολεμά, αρκεί ο ασκητής να απομάκρυνε από το κελί του την εικόνα. Ο μοναχός προβληματίστηκε και, μαθημένος καθώς ήταν να επιζητεί πάντοτε τη συμβουλή και την ευλογία των Γερόντων, απευθύνθηκε σε κάποιον άγιο και έμπειρο συνασκητή του. Εκείνος τότε τον συμβούλευσε ότι θα ήταν πολύ καλύτερο γι’ αυτόν να διαπράξει κάθε είδος σαρκικής αμαρτίας, παρά να απομακρύνει την εικόνα από το κελί του. Αυτό έδωσε κουράγιο και δύναμη στο μοναχό να συνεχίσει τον αγώνα του περιφρονώντας τον πόλεμο και τα τεχνάσματα του διαβόλου και παραμένοντας φυσικά σταθερός στην πίστη της Εκκλησίας.

   Η προάσπιση της ορθόδοξης πίστης είναι κάτι στο οποίο η Εκκλησία αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου της και του δυναμισμού της. Ήδη τον 4ο αιώνα, με το τέλος των διωγμών, εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη αίρεση, η αίρεση του Αρείου και των οπαδών του, οι οποίοι αρνούνταν τη θεότητα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Εάν όμως ο Χριστός δεν ήταν Θεός, όπως ισχυριζόταν ο Άρειος, αλλά απλώς και μόνο ένα δημιούργημα του Θεού, τότε με την ενσάρκωσή του δεν θα ενωνόταν η ανθρώπινη φύση με τη θεία. Η απόσταση ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο θα παρέμενε αγεφύρωτη. Εξάλλου, οι χριστιανοί που από τις πρώτες στιγμές της ύπαρξης της Εκκλησίας λάτρευαν το Χριστό, έφεραν το όνομά του, και καλούνταν να μαρτυρήσουν για την πίστη τους σ’ Εκείνον, δεν θα διέφεραν στην πραγματικότητα από τους ειδωλολάτρες. Επιπλέον, η αγιοπνευματική χαρισματική εμπειρία της Εκκλησίας θα έχανε το νόημά της, καθώς δεν θα αποτελούσε μετοχή στη ζωή και τη χάρη του Θεού.

   Τον ίδιο αιώνα η Εκκλησία καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του Απολλιναρίου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινο νου, διότι δήθεν ο ανθρώπινος νους και η ανθρώπινη σκέψη οδηγούν αναπόφευκτα στην αμαρτία, και άρα δεν έχουν θέση στην ύπαρξη και τη ζωή του Θεανθρώπου. Η δεύτερη οικουμενική σύνοδος καταδικάζοντας την παραπάνω θεωρία τόνισε τη σημασία της λογικότητας του ανθρώπου ως δώρου του Θεού, ενός δώρου το οποίο ο ίδιος ο Υιός του Θεού και Θεός με την ενανθρώπησή του προσέλαβε, θεράπευσε, και αγίασε. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για να μας απαλλάξει από τις αμαρτίες μας, όχι από το μυαλό μας. Οι χριστιανοί καλούνται να αποκτήσουν ‘νουν Χριστού’, ‘αιχμαλωτίζοντες παν νόημα εις υπακοήν Του’. Τα προϊόντα του ανθρώπινου στοχασμού δεν είναι αμαρτωλά όταν προέρχονται από ένα νου εξαγιασμένο.

   Η επόμενη μεγάλη δογματική πρόκληση για την Εκκλησία ήρθε μετά από μισό περίπου αιώνα. Γύρω στα 430 μ.Χ. ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος ισχυρίστηκε ότι στο Χριστό έχουμε όχι ένα αλλά δύο πρόσωπα, το Θεό Λόγο και τον άνθρωπο Ιησού, δύο πρόσωπα που ήταν ενωμένα μεταξύ τους με μια ‘σχετική’ ένωση, με ένα είδος δηλαδή λίγο-πολύ εξωτερικής και χαλαρής συνάφειας, που θεμελιωνόταν στην κοινή τιμή και αξία των δύο αυτών προσώπων. Ένας όμως τέτοιος διχασμός του Χριστού θα σήμαινε ότι ο Θεός δεν ενώθηκε πραγματικά με τον άνθρωπο και ότι κατά συνέπεια ούτε ο άνθρωπος θα μπορούσε εν Χριστώ να ενωθεί με το Θεό. Η Τρίτη Οικουμενική Σύνοδος, καταδικάζοντας την αίρεση του Νεστορίου, επανεπικύρωσε τη θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου, σύμφωνα με την οποία ‘ο Θεός ενηνθρώπισεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν’, ο Θεός ενώθηκε πλήρως με τον άνθρωπο, έγινε άνθρωπος, ώστε και ο άνθρωπος να μπορεί να γίνει κατά χάριν θεός.

   Είκοσι χρόνια αργότερα, το 451μ.Χ., συνήλθε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Χαλκηδόνα, με αφορμή τη διδασκαλία του Ευτυχή, ενός διάσημου μοναχού εκείνης της εποχής. Ο Ευτυχής ισχυριζόταν ότι το σώμα του Χριστού δεν ήταν ομοούσιο με το δικό μας, ο Χριστός δηλαδή δεν ήταν πραγματικός άνθρωπος, επειδή η ανθρώπινη φύση του είχε αλλοιωθεί ως αποτέλεσμα της ενώσεώς της με τη θεία φύση. Εάν όμως όντως είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αυτό θα σήμαινε ότι η ένωση του ανθρώπου με το Θεό δεν συνεπάγεται την τελείωση αλλά την καταστροφή του ανθρώπου. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον Ευτυχή και τη διδασκαλία του και διακήρυξε ότι ο ένας Χριστός δεν είναι μόνο τέλειος Θεός αλλά και τέλειος άνθρωπος. Κάθε άνθρωπος που ενώνεται με το Θεό δεν χάνει τα στοιχεία που συνιστούν την ιδιαιτερότητα και την ομορφιά της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ζωής, αλλά αντιθέτως τα αγιάζει και τα μεταμορφώνει μέσα από την ανακαινιστική ενέργεια του Θεού. Το μόνο που έχει να χάσει ο άνθρωπος που ενώνεται με το Θεό είναι τα πάθη και οι αμαρτίες του.

   Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος στα μέσα του 6ου αιώνα καταδίκασε, μεταξύ άλλων, τη διδασκαλία του Ωριγένη, σύμφωνα με την οποία όλοι οι άνθρωποι, αλλά ακόμη και οι δαίμονες, τελικά θα σωθούν. Η διδασκαλία αυτή, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε στην Εκκλησία μας μόλις πριν από δύο Κυριακές, πλήττει καίρια τη ζωή και τη σωτηρία των ανθρώπων. Σχετικοποιεί τη διαφορά του καλού από το κακό, εφόσον και τα δύο οδηγούν τελικά στο ίδιο αποτέλεσμα. Επιπλέον χρησιμεύει ως εύκολη και φτηνή δικαιολογία για την επιτέλεση του κακού, εφόσον, ούτως ή άλλως, η σωτηρία του ανθρώπου είναι εξασφαλισμένη. Δικαιολογημένα λοιπόν ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, τη μνήμη του οποίου θα γιορτάσουμε μετά από τρεις Κυριακές, προειδοποιεί τους αναγνώστες του με τα παρακάτω λόγια: ‘πρόσχωμεν πάντες, επί πλείον δε οι πεπτωκότες, μη νοσήσαι εν καρδία την Ωριγένους του αθέου νόσον˙ την γαρ του Θεού φιλανθρωπίαν προβαλλομένη η μιαρά, ευπαράδεκτος τοις φιληδόνοις γίνεται’. ‘Ας προσέξουμε όλοι, ιδίως όσοι έχουμε διαπράξει μεγάλα αμαρτήματα, να μην νοσήσει η καρδιά μας με τη νόσο του άθεου Ωριγένη˙ διότι η μιαρή αυτή αρρώστια, υπερτονίζοντας τη φιλανθρωπία του Θεού, γίνεται εύκολα παραδεκτή από τους φιλήδονους’.

   Η έκτη οικουμενική σύνοδος συνήλθε για να καταδικάσει μία ακόμη αίρεση, εκείνη του μονοθελητισμού. Η αίρεση αυτή ισχυριζόταν ότι ο Χριστός δεν είχε ανθρώπινη θέληση, διότι αυτή είχε κατακυριευτεί από τη θεία θέληση. Η Σύνοδος, βασισμένη στη θεολογία ενός απλού μοναχού αλλά συνάμα και μέγιστου ονόματι και πράγματι θεολόγου, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, επανέλαβε ότι ο Χριστός είχε όχι μόνο θεία αλλά και ανθρώπινη θέληση, η οποία όμως δεν αντιμαχόταν τη θεία θέληση, αλλά υποτασσόταν ελεύθερα σ’ αυτήν. Ο Χριστός, ως τέλειος άνθρωπος, ήθελε ελεύθερα αυτό που ήθελε ο Θεός. Αυτό σημαίνει για μας ότι ο Θεός δεν καταστρέφει αλλά τελειοποιεί και εξαγιάζει την ελευθερία των ανθρώπων μέσα από μια υγιή διαδικασία ελεύθερης κατά Θεόν υπακοής.

   Τέλος, η έβδομη οικουμενική σύνοδος υπερασπίστηκε την προσκύνηση των εικόνων. Εφόσον ο Χριστός είναι τέλειος άνθρωπος, είναι περιγραπτός και εικονιστός κατά το ανθρώπινον, η δε τιμή που αποδίδουμε στην εικόνα, ‘επί το πρωτότυπον διαβαίνει’ σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Μεγάλου Βασιλείου.

   Ήδη από τις προηγηθείσες αναφορές γίνεται σαφής μια βασική διάσταση της Ορθόδοξης Πίστης. Η Ορθοδοξία δεν είναι ιδεολογία, δεν είναι απλώς και μόνο μια θεωρητική γνώση της αλήθειας για το Θεό. Η Εκκλησία δεν υπήρξε ποτέ ένα είδος ‘φιλοφοφικής σχολής’, και η μαθητεία στις αλήθειες της δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα μιας ξερής, έστω και ορθής, θρησκευτικής γνώσης. Η λέξη ορθοδοξία σημαίνει ορθή δόξα. Η λέξη όμως δόξα σημαίνει τόσο το δόγμα, δηλαδή την πίστη, όσο και τη λατρεία, τη δοξολογία δηλαδή του Θεού. Ορθόδοξος είναι αυτός που πιστεύει, δηλαδή λατρεύει, ορθά το Θεό, ή αντίστροφα, αυτός που λατρεύει, δηλαδή πιστεύει, ορθά το Θεό. Ήδη τον τρίτο αιώνα ο Άγιος Ειρηναίος τόνιζε ότι ‘ημών σύμφωνος η γνώμη τη ευχαριστία και η ευχαριστία βεβαιοί την γνώμην’˙ η γνώμη, δηλαδή η πίστη, και η ευχαριστία συνδέονται άρρηκτα. Δύο περίπου αιώνες αργότερα, ένας διακεκριμένος μοναχός θα γράψει ότι ‘ει θεολόγος ει, προσεύξει αληθώς, ει δε προσεύχει αληθώς, θεολόγος εί’. Εάν είσαι θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά, και εάν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος’.

   Τη στενή σύνδεση της πίστης με τη λατρεία την κατανοούμε εάν φέρουμε για μια στιγμή στο μυαλό μας το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Η τέλεση του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας θα αποτελούσε χονδροειδή ειδωλολατρική πράξη χωρίς την πίστη στη θεότητα του Χριστού που διακήρυξε η πρώτη οικουμενική σύνοδος. Κάτι παρόμοιο θα συνέβαινε εάν γινόταν δεκτή η διδασκαλία του Νεστορίου, που απέκοπτε την ανθρωπότητα του Χριστού από τη θεότητά του. Στην περίπτωση αυτή θα κοινωνούσαμε το σώμα και το αίμα ενός ανθρώπου ενωμένου απλώς και μόνο κατά χάριν, θέλησιν, και ευδοκίαν με το Θεό, και όχι το σώμα και του αίμα του ίδιου του σαρκωμένου Θεού. Τέλος, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας θα έχανε το νόημά του εάν ίσχυε αυτό που ισχυρίζονταν ορισμένοι εικονομάχοι, ότι δηλαδή ο καθαγιασμένος άρτος και οίνος αποτελούν απλώς και μόνο εικόνα του Χριστού – στην πραγματικότητα εδώ δεν έχουμε απλώς και μόνο εικόνα του Χριστού αλλά τον ίδιο το Χριστό, το ίδιο το σώμα του και το ίδιο αίμα του. Αυτή η βαθιά σύνδεση της πίστης με τη λατρεία αναδεικνύεται και από τη σημερινή εορτή. Διότι δεν είναι φυσικά τυχαίο που η Κυριακή της Ορθοδοξίας συνδέεται με την αναστήλωση των εικόνων, ενός δηλαδή σημαντικού λειτουργικού αντικειμένου.
Η σημερινή όμως εορτή της Ορθοδοξίας συνδέεται και με μερικά ακόμη στοιχεία στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια εν πάση δυνατή συντομία. Πρώτον, η σημερινή εορτή συνδέεται με την πίστη στο Θεό όχι μόνο ως υπόθεση του νου αλλά και ως βίωμα της καρδιάς. Το πρώτο είναι πολύ λίγο χωρίς το δεύτερο. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Χριστός κατέκρινε τους Ιουδαίους συμπυκνώνεται στα προφητικά λόγια του Ησαϊα, τα οποία ο Χριστός επαναλαμβάνει: ‘ο λαός ούτος τοις χείλεσιν αυτών με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού’. Ο Χριστός ζητά να έχει την πρώτη θέση όχι μόνο στο μυαλό μας ή το λόγο μας, αλλά και στην καρδιά μας. Ο Θεός απευθύνει σε όλους μας την έκκληση που διαβάζουμε στις Παροιμίες: ‘υιέ, δος μοι σην καρδίαν’.
 Δεύτερον, η σημερινή εορτή μας θυμίζει ότι η πίστη συνδέεται με τα έργα. Όπως μας γράφει ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ‘η πίστις άνευ των έργων νεκρά εστι’. Ο Χριστός, άλλωστε, στο Ευαγγέλιο μας τονίζει ότι ‘ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε εισελεύσεται εις την βασιλεία του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς’. Σήμερα τιμήσαμε και τιμούμε τους μεγάλους ομολογητές της πίστης: τους αυτοκράτορες που την υπερασπίστηκαν και που συχνά αντήλλαξαν τη βασιλική πορφύρα με το ταπεινό ένδυμα του μοναχικού σχήματος. Τους ποιμένες της Εκκλησίας, αρχιερείς και ιερείς, που ορθοτόμησαν το λόγο της αληθείας και υπέστησαν τις συνέπειες. Τους μοναχούς και τους λαϊκούς που αγωνίστηκαν για το μεγάλο δώρο της ορθοδοξίας θυσιάζοντας πολλές φορές ακόμη και τη ζωή τους. Τα υποδείγματα των ομολογητών και των αγίων μάς θυμίζουν ότι το να χρησιμοποιείται το καύχημα της ορθοδοξίας ως άλλοθι για την έλλειψη ορθοπραξίας αποτελεί τεράστιο λάθος.

   Τρίτον, η σημερινή εορτή συνδέεται με την ενότητα της Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας θεμελιώνεται στην ενότητα της πίστεως, την οποία σε κάθε θεία λειτουργία ζητάμε από το Θεό. Όποιος τραυματίζει την ενότητα της Εκκλησίας, δεν είναι πια σε θέση να ομολογεί την πίστη της Εκκλησίας. Η λέξη ομολογία συνδέεται με το ρήμα ομολογώ, που σημαίνει ‘ομού’ λέγω, το να λέγω δηλαδή το ίδιο πράγμα μαζί με τους άλλους, μαζί, δηλαδή, με την Εκκλησία. Όποιος εγκαταλείπει την Εκκλησία, εγκαταλείπει και τη δυνατότητα να ‘ομολογεί’ την πίστη της. Όποιος τραυματίζει την ενότητα της Εκκλησίας διαπράττει σχεδόν εξίσου σοβαρό αμάρτημα με εκείνον που τραυματίζει την αυθεντικότητα της πίστεως στην οποία αυτή η ενότης θεμελιώνεται.
Τα παραπάνω συνδέονται με ένα τέταρτο στοιχείο, με το ότι δηλαδή η ορθοδοξία, ήτοι η αλήθεια, δεν είναι μία ιδέα αλλά ένα πρόσωπο. ‘Εγώ ειμι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή’, διακήρυξε ο Χριστός. Όπως ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο, όταν ο Φίλιππος κάλεσε το Ναθαναήλ, δεν επικαλέστηκε μια θεωρία, αλλά τον προσκάλεσε να δει ένα πρόσωπο: ‘έρχου’, του είπε, ‘και είδε’. Η αλήθεια ταυτίζεται με το Χριστό, και οι χριστιανοί καλούν τους ανθρώπους στο Χριστό, όχι απλώς και μόνο σε μία, έστω και ορθή, θρησκευτική θεωρία. Για να το θέσουμε ακριβέστερα, οι χριστιανοί καλούν τους ανθρώπους στον όλο Χριστό και ο όλος Χριστός, σώμα και κεφαλή, συμπεριλαμβάνει, όπως έγραψε ο Άγιος Αυγουστίνος και επανέλαβε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, την Εκκλησία, ‘το πλήρωμα’, κατά τον Απόστολο Παύλο, ‘του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου’.

Η κλήση όμως του Φίλιππου προς το Ναθαναήλ μας θυμίζει το πέμπτο και τελευταίο στοιχείο με το οποία συνδέεται η σημερινή εορτή, και αυτό δεν είναι άλλο από την ιεραποστολή. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η σημερινή ημέρα έχει οριστεί από την Εκκλησία της Ελλάδος ως η αφετηρία της εβδομάδος που είναι αφιερωμένη στην εξωτερική ιεραποστολή. Ο Χριστός, που είναι η αλήθεια, είναι και ο πρώτος και μεγάλος ιεραπόστολος. Στους ύμνους που ψάλλαμε σήμερα το πρωί και στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που διαβάσαμε εκφράσαμε την ευγνωμοσύνη μας στο Χριστό για το μεγάλο δώρο της ορθόδοξης πίστης που κληρονομήσαμε. Το δώρο όμως αυτό δημιουργεί ευθύνες. Όπως διαβάζουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, οι Ιουδαίοι, λίγο μετά την Πεντηκοστή, συνέλαβαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη με αφορμή το θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Απόστολο Πέτρο. Όταν μετά από λίγο τους άφησαν ελεύθερους, τους απείλησαν να μην μιλούν καθόλου για τον Ιησού. Η απάντηση των Αποστόλων σ’ αυτή την απειλή ήταν η εξής: ‘εμείς δεν μπορούμε να μη μιλάμε γι’ αυτά που είδαμε και ακούσαμε’. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύει σήμερα και για μας. Η Εκκλησία δεν ήταν ποτέ μια εσωστρεφής και αυτοαπασχολούμενη κοινότητα. Την συνείχε πάντοτε το χρέος να μεταδώσει το ευαγγέλιο του Χριστού στους εγγύς και τους μακράν, με το λόγο της και τη ζωή της. Το χρέος της ιεραποστολής αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της Ορθόδοξης πίστης. ‘Ουδέν ψυχρότερον χριστιανού ετέρους μη σώζοντος’ γράφει ο Χρυσόστομος. Πολύ δικαιολογημένα λοιπόν ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος συνέγραψε πριν από δεκαετίες ένα σχετικό κείμενο με τον ενδεχομένως προκλητικό αλλά στην πραγματικότητα πολύ εύστοχο τίτλο ‘αδιαφορία για την ιεραποστολή σημαίνει άρνηση της Ορθοδοξίας’.

Σεβασμιώτατε,

   Το μεγάλο έργο της διαφύλαξης και της μαρτυρίας της Ορθόδοξης πίστης η Εκκλησία μας το έχει αναθέσει στους κληρικούς και μάλιστα στον επίσκοπο. Ο επίσκοπος κατά τη χειροτονία του ομολογεί την ορθόδοξη πίστη, χειροτονείται δε ακριβώς προ της αναγνώσεως των βιβλικών αναγνωσμάτων της λειτουργίας για να τονιστεί με τον τρόπο αυτό η ευθύνη του να ορθοτομεί το λόγο της αληθείας κατά το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Το κήρυγμα όμως αυτό είχε, έχει, και θα έχει πάντοτε ανταγωνιστές και αντιπάλους. Ποιοι είναι άραγε σήμερα οι κίνδυνοι που απειλούν την ορθόδοξη πίστη;

   Στις μέρες μας ζούμε την τραγωδία της διηρημένης χριστιανοσύνης. Οι προκλήσεις της πολυπολιτισμικότητας, της εκκοσμίκευσης, και της αθεϊας σημαδεύουν την καθημερινότητά μας. Η ειδωλοποίηση της δύναμης και του πλούτου απειλούν να μας παραλύσουν. Νέα Ευαγγέλια, από το χώρο της φιλοσοφίας, της ψυχολογίας, των κοινωνικών επιστημών, της πολιτικής θεωρίας, και της τέχνης προσπαθούν να εκτοπίσουν την πίστη από τις ψυχές των ανθρώπων και να τοποθετήσουν την Εκκλησία στο περιθώριο. Τα ψεύδη, επαναλαμβανόμενα από χιλιάδες στόματα, εμφανίζονται, σχεδόν αυτονόητα, ως αλήθειες. Την ίδια στιγμή, η αλήθεια πολλές φορές σιωπά, ελλείψει μαρτύρων ικανών και πρόθυμων να την υπερασπιστούν και να την ομολογήσουν. Η ευθύνη της μαρτυρίας της πίστεως είναι σήμερα τόσο επίκαιρη όσο ποτέ. 
Η μαρτυρία όμως αυτή θα πρέπει να δίνεται στην εποχή μας μετά λόγου γνώσεως. Η εποχή των αυτονοήτων και της συνθηματολογίας, η εποχή των εύκολων λύσεων κατά την οποία αρκούσε απλώς και μόνο η επίκληση της αυθεντίας και της παράδοσης, έχει παρέλθει. Η μαρτυρία της πίστεως σήμερα δεν έχει συνήθως ανάγκη από θορύβους και συγκρούσεις, υψηλούς τόνους, αμυντισμό, και φανατισμούς. Πολλές φορές η μαρτυρία της πίστεως είναι πολύ αποτελεσματικότερη όταν εκφράζεται με την ήρεμη και ειρηνική αυτοπεποίθηση όσων πραγματικά πιστεύουν ότι ο λόγος του Ευαγγελίου είναι ο μόνος λόγος που αξίζει να ακούγεται.
 Η μαρτυρία αυτού του λόγου δεν είναι πάντοτε υπόθεση απλή. Προϋποθέτει, ιδίως εκ μέρους των ποιμένων της Εκκλησίας, επίπονη και μακρά μαθητεία στις πηγές της πίστης, αλλά και γνώση των αντίζηλων ‘ευαγγέλιων’ που την παρερμηνεύουν ή την αρνούνται, ούτως ώστε να είναι δυνατή η αντίκρουσή τους. Προϋποθέτει τέλος την αναθέρμανση της πνευματικής και εκκκλησιαστικής μας ζωής, αλλά και της αγάπης μας προς τον Θεό και τον άνθρωπο. Με τον τρόπο αυτό η Ορθοδοξία δεν θα αποτελεί απλώς και μόνο καύχημα και μουσειακό θησαυρό του παρελθόντος, αλλά και πηγή ζωής για τους εγγύς και τους μακράν, για το σήμερα και το αύριο.