Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 Ομιλία εις το «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν»


(Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)

Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ έστι νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.

Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.

– Αλλά θα ειπείς, δεν έκαμα είδωλο ούτε έστησα βωμό, ούτε εθυσίασα πρόβατο, ούτε προσέφερα οίνον ως σπονδή, αλλά στην εκκλησία ήλθα, και ύψωσα τα χέρια μου στον μονογενή Υιό του Θεού, και μετέχω των μυστηρίων, και λαμβάνω μέρος στην προσευχή και σε όλα τα άλλα, τα οποία αρμόζουν στον χριστιανό. Πώς, λοιπόν, προσκυνώ τα είδωλα;

– Αυτό, μάλιστα, είναι και το πλέον θαυμαστό, ότι ενώ έχεις λάβει πείρα και εγεύθης τη φιλανθρωπία του Θεού, και είδες ότι ο Κύριος είναι αγαθός, εγκατέλειψες τον αγαθόν και απεδέχθης τον ωμόν τύραννο, και προσποιείσαι μεν ότι υπηρετείς αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα υπέταξες τον εαυτό σου στον σκληρό και φοβερό τύραννο της φιλαργυρίας. Και δεν μου ανέφερες ακόμη κάποιο ιδικό σου κατόρθωμα, αλλά τα δώρα του Δεσπότου. Ειπέ μου, σε παρακαλώ, από τι κρίνουμε τον στρατιώτη, όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως, και τρέφεται από αυτόν, και αποκαλείται άνθρωπος ιδικός του, ή όταν δεν έχει τα ίδια με εκείνον φρονήματα, και προσποιείται μεν ότι είναι με το μέρος του και τον υπηρετεί, προτιμά όμως τα έργα των εχθρών; Είναι ολοφάνερο ότι τον εκτιμούμε όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως. Γι’ αυτό και είναι άξιος σκληροτέρας τιμωρίας από ό,τι θα ήταν εάν αποχωρούσε από τη δουλεία του βασιλέως, και προσχωρούσε στους εχθρούς. Και συ λοιπόν υβρίζεις τον Θεό σαν ειδωλολάτρης, όχι με ένα στόμα, το ιδικό σου, αλλά με τα μύρια των αδικημένων.

– Αλλά δεν είναι, λέγει, ειδωλολάτρης.

– Όταν λοιπόν λέγουν οι Εθνικοί, «ο χριστιανός ο πλεονέκτης», τότε δεν υβρίζει μόνον αυτός με όσα πράττει, αλλά αναγκάζει και τους αδικημένους να το λέγουν, και μάλιστα πολλές φορές. Και αν δεν το λέγουν αυτό, πρέπει να καταλογισθεί στην ευλάβειά τους. Ή μήπως δεν βλέπουμε έτσι να γίνονται τα πράγματα; Τι άλλο κάνει ο ειδωλολάτρης; Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς; Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνείς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του. Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι οποίοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος. Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις. Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικώτερον από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα. Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή. Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.

Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής. Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι. Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό. Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου; Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβερωτέρα από την ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα οποία προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται. Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.

Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Λέγει ένας σοφός ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος, βασανιζόμενος από το πένθος για τον πρόωρο θάνατο του υιού του, μην έχοντας καμία παρηγορία, επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα για να τον παρηγορήσει στον πόνο του. Έκανε μια άψυχη εικόνα του αποθανόντος υιού του, και βλέποντάς την ενόμιζε ότι διά μέσου αυτής έχει κοντά του εκείνον. Κάποιοι δε άνθρωποι κόλακες, των οποίων θεός ήταν η κοιλία, λατρεύοντας την εικόνα για να τιμήσουν εκείνον, προήγαγαν τη συνήθεια σε ειδωλολατρία. Επομένως, από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή. Η πλεονεξία όμως δεν εισήχθη με τον ίδιον τρόπο, αλλά από ασθενή μεν ψυχή, πλην όμως χειροτέρα. Διότι δεν την εισήγαγε κάποιος που έχασε τον υιό του, ούτε ζητώντας παρηγορία ούτε παρασυρόμενος από κόλακες. Αλλά πώς; Εγώ θα σας ειπώ. Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας.

Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν». Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός; Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς.

Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις. Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής. Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος. Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκηςΔεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατοςΑυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεόν. Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού. Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».

Ακούσετε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος; Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπηΕμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε. Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του; Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας.

Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι. Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται. Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται. Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».

[Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τόμ. 21,

ομιλία ΙΗ’ στην προς Εφεσίους σελ. 138 (ε’ 5-14)]


https://www.imnp.gr/

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2022

: «Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί οἱ ψευδοπροφῆτες»

 

ΙΕΡΑ  ΣΥΝΟΔΟΣ  ΤΗΣ ΕΚΚΛΉΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Αριθμ. Πρωτ. 2967

Αριθμ.Διεκπ. 1163
Αθηνησι τη‚ 14ῃ Ἰουνίου 2022

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 3060



Πρός
τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Θέμα: «Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί οἱ ψευδοπροφῆτες»

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Μία ἑβδομάδα μετά τήν Ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία φανερώθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, τιμοῦμε τά γεννήματα αὐτῆς τῆς «καινῆς κτίσεως» τῆς Χάριτος, τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, πού εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀληθινά Πνευματοφόροι ἄνθρωποι.
Τό Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ πηγή τῆς Ἁγιότητος καί ὅλων τῶν χαρισμάτων. Χαρίζει τήν θεοποιό Χάρη ἀνάλογα μέ τήν πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου «καθώς βούλεται» . Κατά τούς θεοφόρους Πατέρες ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί ἡ προσευχή εἶναι αἰτίες χορηγήσεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν», γράφει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής, ὄχι οἱ ἀκροατές, ἀλλά οἱ ποιητές τοῦ νόμου θά γίνουν κατοικητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος . Κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, αὐτό στό ὁποῖο μποροῦμε νά μετάσχουμε δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ ἐνέργεια. Αὐτή ἡ ἐνέργεια ὀνομάζεται θεοποιός Χάρη, Φῶς καί Πνεῦμα Θεοῦ καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν θέωση . Οἱ ταπεινοί γίνονται ἀποδέκτες τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μόνον αὐτοί μποροῦν νά ἀποφανθοῦν μετά βεβαιότητος γιά τά παρόντα καί τά μέλλοντα, νά διακρίνουν ποῦ ὑπάρχει ἀλήθεια καί ποῦ τό ψεῦδος. Οἱ Ἅγιοι καί θεόπτες τῶν χαρισμάτων δέν κομπάζουν, ἀλλά ταπεινώνονται ἀκόμη περισσότερο μετά τήν θεία Ἐπίσκεψη. Ἀντίθετα, οἱ στερούμενοι τῆς Χάριτος εἶναι ψευδοπροφῆτες, πλανῶντες καί πλανώμενοι, λύκοι βαρεῖς μή φειδόμενοι τῶν λογικῶν προβάτων τῆς Ἐκκλησίας καί διακατέχονται ἀπό πνεῦμα ὑπερηφανείας καί κενοδοξίας. Τό φαινόμενο αὐτό τῶν ψευδοαγίων ὑπάρχει σέ κάθε ἐποχή.
Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός ἔδωσε πολλούς καί μεγάλους προφῆτες. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ σοφός Σολομώντας, ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ κατά καιρούς μεταβαίνοντας σέ ὅσιες ψυχές κατασκευάζει φίλους Θεοῦ καί προφῆτες . Ὅμως ταυτόχρονα παρουσιάσθηκαν καί πολλοί ψευδοπροφῆτες στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ . Ἤδη ἀπό τήν ἀρχή ὁ Κύριος προειδοποίησε τόν λαό Του γι’ αὐτούς καί ἔδωσε ὡς χαρακτηριστικό σημάδι ἀναγνωρίσεώς τους τήν παρέκκλιση ἀπό τήν ἀληθινή πίστη . Οἱ ψευδοπροφῆτες δέν μιλοῦσαν «ἀπό στόματος Κυρίου» , ἀλλά «ἀπό καρδίας αὐτῶν» . Δέν τούς ἀπέστελλε ὁ Θεός καί αὐτοί ἔσπευδαν νά προφητεύουν, δέν λαλοῦσε πρός αὐτούς ὁ Θεός καί αὐτοί προφήτευαν . Γιά νά ἀρέσουν καί νά γίνουν ἀποδεκτοί χρησιμοποιοῦσαν τήν κολακεία. Ἐνῶ ἔβλεπαν ὅτι ὁ λαός εἶχε ἀπωθήσει τόν λόγο τοῦ Κυρίου, τοῦ προφήτευαν ὅτι θά ἀπολαμβάνει πραγματική εἰρήνη . Ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἐξαπατοῦν τόν λαό μέ τίς ψευδεῖς προφητεῖες τους καί νά τόν ὁδηγοῦν στήν καταστροφή . Γι’ αὐτό στό τέλος καταντροπιάζονταν, γίνονταν καταγέλαστοι καί ἔπεφταν σέ τέλεια καταφρόνηση καί ἀνυποληψία ἀπό τόν λαό . Ἐμφανίζονταν «ὡς ἀλώπεκες ἐν ταῖς ἐρήμοις» . Δηλαδή ὅπως οἱ ἀλεποῦδες ἀγαποῦν νά κυκλοφοροῦν σέ ἔρημα μέρη, ἔτσι καί οἱ ψευδοπροφῆτες ἐμφανίζονταν κατ’ ἐξοχήν σέ ἐποχές κατά τίς ὁποῖες ὁ λαός λόγῳ τῆς ἀσέβειας καί τῆς ἁμαρτίας εἶχε ἐρημωθεῖ ἀπό τήν θεία Χάρη καί προστασία.
Στήν Καινή Διαθήκη ὁμοίως «πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον» . Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κηρύγματός Του, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ἐφιστᾶ τήν προσοχή τῶν πιστῶν ἀναφορικά μέ τούς ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται πρός αὐτούς μέ ἐνδύματα προβάτων, ἀλλά ἀπό μέσα εἶναι ἅρπαγες λύκοι . Τά ἁμαρτωλά ἔργα τους ἀποτελοῦν τρανές ἀποδείξεις ὅτι δέν εἶναι δοχεῖα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ . Μάλιστα ὁ Χριστός ἔχει προφητεύσει ὅτι ὅσο θά περνοῦν τά χρόνια καί θά πληθαίνει ἡ ἀνομία, θά αὐξάνονται οἱ ψευδοπροφῆτες καί πολλούς θά παρασύρουν στίς πλάνες τους . Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα εἶναι νά δημιουργοῦν στήν Ἐκκλησία διχοστασίες καί σκάνδαλα, νά ἐνεργοῦν ἀντίθετα πρός τήν διδαχή τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, νά μήν ὑπηρετοῦν τόν Κύριο, ἀλλά τά προσωπικά τους συμφέροντα καί νά χρησιμοποιοῦν τά κολακευτικά καί εὐγενικά λόγια γιά νά ἐξαπατήσουν τίς καρδιές τῶν ἀγαθῶν ἀνθρώπων . Μέ ἕνα λόγο οἱ ψευδοπροφῆτες καί ὅλοι γενικά οἱ πλανεμένοι ἄνθρωποι εἶναι τά ζιζάνια πού φύτευσε ὁ διάβολος στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου γιά νά μήν τελεσφορήσει τό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων .
Στήν σημερινή ἐποχή πλήθυναν οἱ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρασύρει ἕναν ἀριθμό πιστῶν καί κινδυνεύουν νά καταλήξουν σέ σχίσμα ἤ αἵρεση. Ἄλλοι ἀπό αὐτούς ἔχουν αὐτοδιορισθεῖ διδάσκαλοι καί μελλοντολόγοι καί ταράσσουν τούς πιστούς μέ διάφορες κινδυνολογίες. Ἄλλοι παρερμηνεύουν λόγια συγχρόνων ἤ καί παλαιοτέρων Ἁγίων καί τά παρουσιάζουν σύμφωνα μέ τόν δικό τους τρόπο σκέψης. Ἄλλοι ἀναφέρονται σέ ἀνώνυμους γέροντες ἤ γερόντισσες πού βρίσκονται ἐν ζωῇ, οἱ ὁποῖοι προφητεύουν ἐπικείμενες καταστροφές καί πολέμους καί ἀρκετές φορές μάλιστα θέτουν καί συγκεκριμένες ἡμερομηνίες, καί ὅταν δέν πραγματοποιηθοῦν, ἀντί νά σιωπήσουν ἀπό ντροπή, δέν χάνουν τήν διάθεσή τους, ἀλλά θέτουν ἐκ νέου ἄλλες ἡμερομηνίες. Ἄλλοι ἐπίσης ἐμφανίζουν ἱερά ἀντικείμενα πού δακρύζουν, αἱμορροοῦν καί παρουσιάζουν διάφορα ἄλλα ἔκτακτα καί θαυμαστά φαινόμενα. Ἀσφαλῶς ἡ Ἐκκλησία ἀναμφισβήτητα ἀποδέχεται καί τά ἅγια ἀντικείμενα καί τίς ἅγιες Εἰκόνες καί τήν ἐκδήλωση ποικίλων φαινομένων τῆς θείας Χάριτος διά μέσου αὐτῶν, ὅμως χρειάζεται ἐπίσης πολλή προσοχή καί διάκριση, ἰδίως στήν ἐποχή μας, στήν ὁποία, μέ τήν κυριαρχία τοῦ διαδικτύου, τέτοιες καταστάσεις προβάλλονται ταχύτατα καί γίνονται ἀμέσως γνωστές. Ὁ μεγάλος Ἅγιος καί προφήτης τῶν ἡμερῶν μας, ὁ γέροντας Πορφύριος, παρατηροῦσε ὅτι «αὐτά τά σημεῖα... δέν εἶναι ὅλα θεϊκά. Μερικά ἀπ’ αὐτά τά προκαλεῖ ὁ διάβολος μέσῳ τῶν ἀνθρώπων. Χρειάζεται προσοχή» . Γι’ αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, μήπως πίσω ἀπό αὐτές δέν βρίσκεται τό χέρι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ πονηρός καί ἄνθρωποι πού διακατέχονται ἀπό πνεῦμα πλάνης καί διάθεση αὐτοπροβολῆς, αὐτόκλητοι σωτῆρες, πού δέν ὑπηρετοῦν τό θεῖο θέλημα, ἀλλά τό ἴδιον συμφέρον.
Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψιν ἐφιστοῦμε τήν προσοχή τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας· νά μήν παρασύρονται ἀπό τούς διαφόρων εἰδῶν πλάνους καί ἀγύρτες καί ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι τούς ἀποσποῦν ἀπό τόν κύριο σκοπό τους, τήν πρόοδο στήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν πνευματική ζωή, καί στρέφουν τήν προσοχή τους σέ ἀρρωστημένες καταστάσεις καί σέ δραστηριότητες καί ἐνασχολήσεις πού δέν ὠφελοῦν σέ τίποτε, ἀλλά μᾶλλον προξενοῦν θόρυβο καί ταραχή καί σκανδαλισμό καί σχίσιμο τοῦ ἀρράφου χιτῶνος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ.
Ἄς μένουμε πιστοί στήν παράδοση πού ἔχουμε παραλάβει μέσα στήν Ἐκκλησία μας, ἄς ἀποφεύγουμε ὅσους αὐτοαπομονώνονται καί ἄς τιμοῦμε καί ὑπακοῦμε στούς Ποιμένες καί Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἀγρυπνοῦν ὑπέρ ἡμῶν, καί ἄς ἐπιδιώκουμε πρό πάντων «τά τῆς εἰρήνης καί τά τῆς οἰκοδομῆς τῆς εἰς ἀλλήλους» , γιά νά ἀναπαύεται μέσα μας ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, τῆς Εἰρήνης καί τῆς Ἑνότητος. Ἀμήν.

Μέ πατρικές εὐχές καί ἀγάπη

† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος
† Ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος
† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἐορδαίας Θεόκλητος
† Ὁ Κασσανδρείας Νικόδημος
† Ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος
† Ὁ Σιδηροκάστρου Μακάριος
† Ὁ Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωήλ
† Ὁ Ἀργολίδος Νεκτάριος
† Ὁ Θεσσαλιώτιδος καί Φαναριοφερσάλων Τιμόθεος
† Ὁ Μεγάρων καί Σαλαμῖνος Κωνσταντῖνος
† Ὁ Κεφαλληνίας Δημήτριος
† Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Χρυσόστομος
† Ὁ Καρπενησίου Γεώργιος
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς
† Ὁ Ὠρεῶν Φιλόθεος

Ἀκριβές Ἀντίγραφον
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς


† Ὁ Ὠρεῶν Φιλόθεος

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΣΒΟΥ



Αναφερόμενοι, την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή των Αγίων Πάντων, στους Αγίους της Εκκλησίας μας, σημειώσαμε ότι  οι πατέρες θεσπίστηκε η εορτή αυτή μια εβδομάδα μετά τη πεντηκοστή, για να φανερωθούν στον κόσμο οι καρποί του Αγίου Πνεύματος.
Για να φανερωθούν τα χαρίσματα και η δύναμη που μοίρασε ο Παράκλητος στους πιστούς, καθιστώντας τους έτσι αγίους
Οι άγιοι μας, αγαπητοί Χριστιανοί,  υπήρξαν συνειδητά μέλη Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι ήταν και είναι χριστοφόροι και θεοφόροι,  φορείς των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.
Πόσο λοιπόν αξίζουν οι Άγιοι; Ολόκληρη η κτίση μαζί με όλους τους ανθρώπους της, εάν αντιπαρατεθεί μπροστά τους, δεν θα βρεθεί κάτι που να αξίζει όσο οι Άγιοι. Αυτοί απέδειξαν με τη ζωή τους την ύπαρξη του Θεού και Τον δόξασαν με τη ζωή τους και την ομολογία τους. Αυτοί έδειξαν πόσο ψηλά μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος.
Οι Άγιοι δεν πέθαναν ποτέ. Ζουν ανάμεσά μας. Τους αισθανόμαστε ολοζώντανους να πρεσβεύουν για μας. Να δέονται για τον κόσμο μας, να μας μεταγγίζουν τη Χάρη του Θεού. Γι’ αυτούς ο Θεός δεν εγκαταλείπει όλους εμάς που παραβαίνουμε τόσο εύκολα το θέλημά του.
«Έτσι λοιπόν καμιά αμφισβήτηση δεν επιδέχεται η άποψη ότι για την Εκκλησία οι άγιοι είναι οι φορείς της αγάπης του Θεού στο κόσμο, οι «αυθεντικοί μάρτυρες της παρουσίας και της εμφανίσεως του Θεού στα σπλάχνα του λαού του» κατά τον π. Ιωάννη Μέγεντορφ. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής επισημαίνει ότι οι άγιοι μεγαλοφυώς πέρασαν τον παρόντα αιώνα των εμποδίων και αφού ολοκληρωτικά οδηγήθηκαν στο Θεό, αξιώθηκαν να συνενωθούν μαζί του και να φορέσουν, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου. Κατά τον επιτυχή επίσης χαρακτηρισμό του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού οι άγιοι είναι οι «προστάται του γένους παντός». Βοηθούν, συντρέχουν, υποφέρουν, σηκώνουν το σταυρό κάθε ανθρώπου, αγαπούν και γίνονται με την αγιότητά τους υπόδειγμα και μίμηση των πιστών. Σ' αυτό το γεγονός στηρίζεται η οικειότητα των πιστών και η τιμή που απονέμουν στους αγίους, ο πλούτος των εορτών και των πανηγύρεων, που τόσο έντονα χαρακτηρίζουν την καθημερινή ζωή της Εκκλησίας. Τα συναξάρια είναι το αποθησαύρισμα της ιστορικής μνήμης της Εκκλησίας. Αποτελούν διαφυλαγμένα σε κάθε λειτουργική πράξη, την καθημερινή παιδεία των ορθοδόξων, το διδασκαλείο της ευσέβειας και της αγιότητας». Ι.Μ. Μυτιλήνης)
Το νησί μας είχε από το Θεό την ευλογία μα και το καύχημα να αγιαστεί με περισσότερους από 37 αγίους. Λίγα μέρη έχουν τόσους πολλούς αγίους.  Άλλοι από αυτούς είναι Λέσβιοι, έζησαν και πέθαναν ή μαρτύρησαν στη Λέσβο. Άλλοι έζησαν σε διάφορα μέρη και ήρθαν στη Λέσβο και την αγίασαν με το μαρτυρικό τους αίμα. Ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και τάξεως. Επίσκοποι, ιερείς, επαγγελματίες, εργάτες, απλοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροντες, όλοι όμως με θερμή πίστη, με αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία, με αγιότητα ζωής που έλαμπαν και φώτιζαν και τους άλλους. Όλοι αυτοί έχουν κάποια ημέρα που εορτάζουν. Για όλους έχουν γραφεί ιερές ακολουθίες. Για πολλούς από αυτούς έχουν κτιστεί ναοί και εκκλησάκια σε διάφορα μέρη του νησιού μας. Πολλοί μάλιστα από αυτούς έχουν αφήσει πολύτιμη πνευματική κληρονομιά τα άγια λείψανά τους. Τους αξίζει κάθε δόξα και κάθε τιμή. Η Εκκλησία της Μυτιλήνης καθιέρωσε την εορτή των εν Λέσβω διαλαμψάντων αγίων την Κυριακή, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, δηλαδή σε δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα της Πεντηκοστής.
Μέσα στη  χορεία αυτών ιδιαίτερη είναι η θέση και η τιμή, των νεομαρτύρων.
Με τον όρο Νεομάρτυρες χαρακτηρίζεται εκείνη η τάξη των μαρτύρων που άθλησαν για τη χριστιανική πίστη κυρίως κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είναι οι ομολογητές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης (παιδιά, άνδρες, γυναίκες, μοναχοί, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες), οι οποίοι σφράγισαν με το αίμα τους την ομολογία τους για τον Ιησού Χριστό. Κυρίαρχο στοιχείο του μαρτυρίου των Νεομαρτύρων, σε πολλές περιπτώσεις, υπήρξε η «μαρτυρία του αίματος», επιβεβαίωση δηλαδή της ακλόνητης πίστης τους στον Ιησού Χριστό με κάθε είδους ταλαιπωρίες και βασανιστήρια τα οποία οδηγούσαν στο θάνατο.
Πόσοι είναι οι Νεομάρτυρες είναι δύσκολο να υπολογίσουμε. Πολλοί από αυτούς παραμένουν σε παντελή αφάνεια, γιατί δεν έχουν διασωθεί διηγήσεις για το μαρτύριό τους. Ο λόγιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος, κατά τον 17 ο αιώνα, αναφέρει ότι στις περιοχές των ορθοδόξων δεν υπάρχει πόλη και τόπος που να μην «προχέονται υπέρ της ευσεβείας τα αίματα» 
Η Λέσβος καθ' όλη τη διάρκεια τω πρώτων χριστιανικών χρόνων, του Βυζαντίου, αλλά και της επώδυνης δουλείας στον Τούρκο δυνάστη, αξιώθηκε να είναι αγιοτόκο νησί. Ανέδειξε πλειάδα αγίων και Νεομαρτύρων και σήμερα κατέχει ως «θησαυρόν τιμαλφή» τα ιερά λείψανα πολλών μαρτυρησάντων αγίων.
Όλους αυτούς γιορτάζουμε σήμερα. Τους Αγίους του νησιού μας. Τους δικούς μας Αγίους. Τους συγγενείς μας, θα μπορούσαμε να πούμε Αγίους. Σήμερα πάνδημα αποδίδουμε την οφειλόμενη τιμή, σ’ αυτούς που άγιασαν με το αίμα τους, με τον ιδρώτα τους, με τους κόπους τους, τα μυροβόλα χώματα του νησιού μας. Σήμερα τα λείψανα τόσων μαρτύρων, νεομαρτύρων, ομολογητών, οσίων και ασκητών βρίσκονται συγκεντρωμένα για να προστρέξουμε σ’ αυτά, να προσπέσουμε με ευλάβεια μπροστά τους και να λάβουμε χάρη απ’ τη χάρη τους.
Σήμερα σαλπίζει σάλπισμα θριάμβου και φέρει σε μας αγιοφόρο μήνυμα. Παρουσιάζει μπροστά μας «θεηγόρους οπλίτας της παρατάξεως Κυρίου. Αστέρας πολύφωτους του νοητού στερεώματος. Της μυστικής Σιών τους ακαθαίρετους πύργους. Τα μυρίπνοα άνθη του παραδείσου». Παρατάσσει ενώπιον μας τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την ολοζώντανη χορεία των αγίων μας.
Γι’ αυτό λοιπόν αδελφοί μου.
Σήμερα που η Εκκλησία μας, θέτει προ των οφθαλμών μας και πάλι χορεία και σωρεία Αγίων, ας σταθούμε με σεβασμό, με χαρά, με περηφάνια και καύχηση, για τους ανεκτίμητους αυτούς θησαυρούς, που με τίποτε άλλο δεν συγκρίνονται και με τίποτε δεν ανταλλάσσονται. Ας προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε τα ίχνη της θείας πορείας τους πάνω στη γη, να εντοπίσουμε τον τρόπο της ζωής τους, τους αγώνες τους, τις προσευχές τους, τις θείες εμπειρίες τους, και ας ζητήσουμε χάρη απ’ τη χάρη τους, βοήθεια, προστασία, μεσιτεία. Ο Θεός τους δόξασε και τους χάρισε πλούσια τη χάρη Του ώστε και στη ζωή τους, και μετά την κοίμηση τους, να χαρίζουν παντοδαπές και πλούσιες δωρεές, είτε με τα Άγια τους λείψανα, είτε με τις ιερές εικόνες τους, είτε και με την απλή και μόνο αναφορά στο όνομα τους.
Ας μην επιτρέψουμε λοιπόν την αλλοτρίωση στη ψυχή μας.
Ας μην δηλητηριάσουμε τα αισθητήρια της πίστεως μας με ανόητες και βλαβερές      διδασκαλίες.
Είναι κρίμα να έχουμε μπροστάρηδες τους Αγίους μας και μεις να ακολουθούμε ανθρωποειδή, αμφιβόλου ποιότητος και λογικής. 

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

 
έ τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων, κατακλείεται ὁ κινητός κύκλος τῶν ἑορτῶν, πού ἄρχισε ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου. Στό κατανυκτικό Τριῴδιο καί στό χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο μᾶς παρουσίασε ἡ Ἐκκλησία ὅλο τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας μέ κέντρο τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα. Εἴδαμε τήν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων καί τήν ἀνόρθωσι τοῦ γένους μας διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χαιρετίσαμε τήν ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στόν κόσμο καί πανηγυρίσαμε τήν γέννησι τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τόν ἐγκαινισμό καί τήν ἔκχυσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἐπί πᾶσαν σάρκα». Σέ στενό σύνδεσμο μέ τήν ἑορτή αὐτή εὑρίσκεται ἡ παροῦσα ἑορτή, ἡ σφραγίς καί τό τέλος τῆς μεγάλης ἑορταστικῆς περιόδου. Ἔρχεται δηλαδή σάν ἀπόδειξις τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο. Γιατί μᾶς παρουσιάζει τούς καρπούς τῆς σπορᾶς ἐκείνης, τόν θερισμό τῶν λευκῶν χωρῶν πού ἐστάλησαν νά θερίσουν οἱ ἀπόστολοι. Καί ὅπως παρατηρεῖ πολύ ὡραῖα ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάριο τῆς ἡμέρας: οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν τήν ἑορτή αὐτή μετά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά νά δείξουν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος διά τῶν ἀποστόλων ἐπέτυχε νά ἁγιάσῃ καί νά σοφίσῃ τό ἀνθρώπινο φύραμα καί νά ἀποκαταστήσῃ τούς ἀνθρώπους στήν θέσι τῶν ἀγγέλων διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέ τήν προσφορά τοῦ μαρτυρικοῦ των αἵματος, εἴτε μέ τήν ἐνάρετο πολιτεία καί διαγωγή των. Καί ἔργο ὑπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει τό Πνεῦμα, ὁ Θεός, καί ἀνεβαίνει ὁ χοῦς, ὁ ἄνθρωπος. Ἀνεβάζει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τήν θεωθεῖσα σάρκα καί ἕλκει μαζί της καί ἐκείνους πού θέλουν νά πράξουν ἔργα συνδιαλλαγῆς μέ τόν Θεό. Οἱ πρίν ἀποξενωμένοι ἀπό τόν Θεό, ἑνώνονται μέ τόν Θεό καί γίνονται φίλοι Του. Τά ἔθνη προσφέρουν τήν ἀπαρχή των, τούς ἁγίους Πάντας.
Ἀλλά καί ἕνας δεύτερος λόγος προεκάλεσε τήν σύστασι τῆς συλλογικῆς αὐτῆς ἑορτῆς. Πολλοί ἅγιοι εἶναι γνωστοί καί τιμῶνται μέ ἑορτές καί πανηγύρεις ἀπό τήν ἐκκλησία. Καί σέ πολλούς ὅμως ἄλλους ἐσκήνωσε τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί τούς καθηγίασε. Ἔμειναν ὅμως ἄγνωστοι καί ἀφανεῖς. Αὐτούς λοιπόν τούς ἀγνώστους της ἁγίους τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία, ὅσους «κατά Χριστόν ἐπολιτεύσαντο ἐν Ἰνδοῖς καί Αἰγυπτίοις καί Ἄραψι καί Μεσοποταμίᾳ τε καί Φρυγίᾳ καί τοῖς ἄνωθεν τοῦ Εὐξείνου. ἔτι δέ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἑσπερίᾳ ἄχρι καί αὐτῶν τῶν Βρεττανικῶν νήσων, ἁπλῶς εἰπεῖν ἐν Ἀνατολῇ καί Δύσει».
Καί ἕνας τρίτος λόγος προβάλλεται ἀπό τόν συναξαριστή. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅσοι χωριστά τιμῶνται θά ἦταν ἐπιβεβλημένο νά συναθροισθοῦν σέ μία κοινή ἑορτή, γιά νά δειχθῇ μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὅτι ὅλοι μαζί γιά ἕνα Χριστό ἀγωνίσθηκαν, σέ ἕνα κοινό στάδιο, τό στάδιο τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς, ἔτρεξαν, ἑνός Θεοῦ δοῦλοι ἦσαν καί ἀπό αὐτόν ἀξίως ἔλαβαν τούς στεφάνους τῆς νίκης. Γιά νά εἶναι ἔτσι ἡ κοινή ἑορτή κοινή παρόρμησις στούς πιστούς, πού πιστεύουν στόν ἴδιο Χριστό καί εἶναι δοῦλοι τοῦ ἰδίου Θεοῦ καί ἀγωνίζονται ὅπως καί ὅλοι ἐκεῖνοι στόν στίβο τοῦ ἀθλήματος τῆς κατά Χριστόν πολιτείας. Παρόρμησις, ἀλλά καί βεβαία ἐλπίς, ὅτι τήν δόξα ἐκείνων θά κατακτήσουν καί οἱ σημερινοί ἀγωνισταί καί στόν χορό ἐκείνων θά συναριθμηθοῦν καί ἐκεῖνοι, πού βαστάζουν σήμερα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα» (Ματθ. 20, 12). Ὅτι ἡ ἑορτή αὐτή θά εἶναι αὔριο καί δική μας ἑορτή, ὅταν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὐδοκήσῃ νά μᾶς καλέσῃ στόν μακάριο κόσμο τῆς θριαμβευούσης στόν οὐρανό Ἐκκλησίας. Γιατί μέ τήν ἐλπίδα αὐτή ζοῦν τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. ὅτι καί αὐτά πού ἀκούουν σήμερα τό «Τῇ σήμερον ἡμέρᾳ, Κυριακῇ μετά τήν Πεντηκοστήν, τήν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐν Ἀσίᾳ, Λιβύῃ καί Εὐρώπῃ, Βορρᾷ τε καί Νότῳ, ἁγίων πάντων ἑορτήν ἑορτάζομεν» κάποτε θά συνεορτάζουν καί θά συνεορτάζωνται μαζί μέ αὐτούς.
«Τοῦ Κυρίου μου πάντας ὑμνῶ τούς φίλους,
εἴ τις δέ μέλλων εἰς τούς πάντας εἰσίτω
».
Ἡ ἑορτή ὅμως ἀρχικῶς δέν εἶχε τόσο εὐρύ περιεχόμενο. Ἦταν ἑορτή μόνο πάντων τῶν μαρτύρων. Ἤδη κατά τόν Δ’ αἰῶνα ἔχομε λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στήν ἑορτή αὐτή. Καί τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’ αἰῶνα προβλέπει σύναξι καί παννυχίδα στήν Μεγάλη Ἐκκλησία καί στόν ναό τῶν ἁγίων Μαρτύρων, πού ἔκειτο πλησίον τοῦ ναοῦ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἡ ἑορτή τιτλοφορεῖται «τῶν ἁγίων Πάντων», ἀλλά τό συναξάριο τῆς ἡμέρας προσδιορίζει ὅτι ἐπιτελεῖται ἡ μνήμη «τῶν αὐτῶν ἁγίων καί καλλινίκων μαρτύρων τῶν ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἄν ἡ πληροφορία τοῦ Ξανθοπούλου εἶναι ἀκριβής, ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων ἐθεσπίσθη ἐπί Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, ὅταν αὐτός ἔκτισε ναό καί ἤθελε νά τόν τιμήσῃ ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς συζύγου του Θεοφανοῦς, πού εὐηρέστησε «κατ᾽ ἄκρον τῷ Θεῷ». Τοῦ ὑπεδείχθῃ ὅμως, ὅτι δέν θά ἦτο φρόνιμο νά ἀνατεθῇ ναός σέ γυναῖκα ἔστω καί ἁγία, πού ἀπέθανε ὅμως πρό ὀλίγου καί δέν τῆς ἔδωσε ἀκόμη ὁ χρόνος «τό τίμιον καί σεβάσμιον». Ὁ βασιλεύς ἐπείσθη καί ἀνέθεσε τόν ναό στήν τιμή τῶν «ἁπανταχοῦ τῆς γῆς πάντων ἁγίων... εἰπών. Εἰ καί Θεοφανώ ἁγία μετά τούτων πάντων συναριθμείσθω».
Ὅπως ὅμως καί ἄν προῆλθε ἡ ἀρχή τῆς νέας ἑορτῆς μέ τό γενικό περιεχόμενο, ὄχι δηλαδή μόνο τῶν μαρτύρων ἀλλά καί ὅλων τῶν ἁγίων, ἡ ἐπέκτασίς της ἦταν πολύ ἐπιτυχής. Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνοι πού ἔχυσαν τό αἷμά των γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἔδωσαν ἔτσι τήν σφραγῖδα στήν πίστι καί στήν μαρτυρία των. Μάρτυρες εἶναι καί ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν τόν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἐβάστασαν μέ καρτερία τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο αὐτόν. Αὐτοί πού ἐμαρτύρησαν διά Χριστόν τό καθημερινό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Οἱ ὁμολογηταί, πού ὡμολόγησαν τήν καλή ὁμολογία «ἐνώπιον ἐθνῶν τε καί βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Οἱ ἱεράρχαι, πού ἐποίμαναν θεοφιλῶς τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καί ἐστήριξαν τήν ὀρθή πίστι. Οἱ ὅσιοι καί οἱ ἀσκηταί, πού ἐσταύρωσαν τήν σάρκα «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. 5, 24). Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, πού ἔζησαν στήν γῆ τῶν πειρασμῶν καί τῶν δοκιμασιῶν, ἀλλά πού «ἐπολιτεύοντο» σάν νά βρισκόταν στόν οὐρανό. Καί μαζί μέ αὐτούς οἱ προφῆται, οἱ δίκαιοι καί οἱ προπάτορες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἔζησαν κατά νόμον καί «ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως» περιμένοντες τήν ἐπαγγελία (Ἑβρ. 11, 39). Καί ἐξαιρέτως ἡ ἁγίων ἁγία, ἡ ὑπεραγία παρθένος καί μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος Μαρία.
Καί ἐνῷ ἡ παλαιά ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς μένει πιστή στό ἀρχικό θέμα, τούς μάρτυρας, ὅπως τό ἀπολυτίκιο «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου...» καί τό κοντάκιο «Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως τῷ φυτουργῷ τῆς κτίσεως, ἡ οἰκουμένη προσφέρει σοι, Κύριε, τούς θεοφόρους μάρτυρας...», ἡ νεωτέρα ὑμνογραφία ἐπεκτείνει τήν ἀνύμνησί της σ᾽ ὅλους τούς χορούς τῶν ἁγίων.

Ἄς δοῦμε τρία ἀπό τά ἐκλεκτότερα τροπάρια τῆς ἑορτῆς, τά στιχηρά τῶν αἴνων τοῦ δ’ ἤχου, πρός τό «Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσι» καί τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου:

«Τούς ἁγίους ὁ Κύριος
τούς ἐν γῇ ἐθαυμάστωσε.
τά αὐτοῦ γάρ στίγματα καί παθήματα
ἐν τῇ σαρκί ἀνεδέξαντο,
ἐν τούτοις κοσμούμενοι
καί ταῖς θείαις καλλοναῖς
προφανῶς ἀναθέμενοι.
Οὕς ὑμνήσωμεν,
ὡς ἀμάραντα ἄνθη,
ὡς ἀστέρας
ἀπλανεῖς τῆς Ἐκκλησίας,
ὡς ἐθελόθυτα θύματα
».

«Σύν προφήταις ἀπόστολοι,
σύν ὁσίοις διδάσκαλοι,
σύν ἱερομάρτυσι πάντες δίκαιοι
καί γυναικῶν αἱ ἀθλήσασαι
καί πόθῳ ἀσκήσασαι,
τῶν ἁγίων ἡ πληθύς
καί δικαίων τά τάγματα
εὐφημείσθωσαν
ἱεραῖς μελῳδίαις,
ὡς τῆς ἄνω
βασιλείας κληρονόμοι,
ὡς Παραδείσου οἰκήτορες
».

«Οἱ τήν γῆν οὐρανώσαντες
ἀρετῶν ἐν φαιδρότητι,
οἱ Χριστοῦ τόν θάνατον μιμησάμενοι,
ἀθανασίας τήν πρόξενον
ὁδόν οἱ βαδίσαντες,
οἱ τά πάθη τῶν βροτῶν
χειρουργίᾳ τῆς χάριτος
ἐκκαθάραντες,
οἱ ἐν ὅλῳ
τῷ κόσμῳ ὁμοψύχως
ἐναθλήσαντες γενναίως,
ἀνευφημείσθωσαν μάρτυρες
».

«Δεῦτε πιστοί,
σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες,
εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν
καί τῶν ἁγίων πάντων τήν ἔνδοξον
καί σεβάσμιον μνήμην ἐνδόξως τιμήσωμεν,
λέγοντες.
Χαίρετε, ἀπόστολοι ἔνδοξοι,
προφῆται καί μάρτυρες
καί ἱεράρχαι.
Χαίρετε, ὁσίων ὁ δῆμος
καί τῶν δικαίων.
Χαίρετε, τιμίων γυναικῶν ὁ χορός
καί Χριστόν ὑπέρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε,
νίκας τῷ βασιλεῖ κατά βαρβάρων δωρήσασθαι
καί ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος
».


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ ΒΥΡΩΝΑ ΚΑΙ  ΥΜΗΤΤΟΥ
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/easter/pantes/pater_2.htm

Σάββατο 4 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΣΥΝΟΔΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς , Ζ΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. διὸ γρη­γορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.
Ε κεῖνες τίς μέρες, ὁ Παῦλος ἀποφάσισε νά παρακάμψει τήν Ἔφεσο, γιά νά μήν χρονοτριβήσει στήν ἐπαρχία τῆς Ἀσίας· βιαζόταν νά εἶναι στά Ἱεροσόλυμα, ἄν τοῦ ἦταν δυνατό, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀπό τή Μίλητο ὁ Παῦλος ἔστειλε στήν Ἔφεσο καί κάλεσε τούς πρεσβυτέ- ρους τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν ἦρθαν καί τόν συνάντησαν το- ύς εἶπε: «Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ξέρετε πώς συμπεριφέρθηκα ἀπέναντί σας ὅλον τόν καιρό, ἀπό τήν πρώτη μέρα πού πάτησα τό πόδι μου στήν ἐπαρχία τῆς Ἀσίας. Προσέχετε, λοιπόν, τόν ἑαυτό σας καί ὅλο τό ποίμνιο, στό ὁποῖο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους γιά νά ποιμαίνετε τήν ἐκκλησία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, πού τήν ἔκανε δική του μέ τό αἷμα του. Ἐγώ τό ξέρω ὅτι μετά τήν ἀναχώρησή μου θά εἰσβάλουν σ΄ ἐσᾶς λύκοι ἄγριοι, πού δέ θά λυπηθοῦν τό ποίμνιο. Ἀκόμα καί ἀπό ἀνάμεσά σας θά βγοῦν πρόσωπα πού θά διδάσκουν πλάνες γιά νά παρασύ- ρουν τούς πιστούς μέ τό μέρος τους. Γι΄ αὐτό να ἀγρυπνεῖτε, καί νά θυμάστε ὅτι τρία χρόνια συνέχεια δέν ἔπαψα νύχτα καί μέρα νά νουθετῶ μέ δάκρυα τόν καθένα σας. Τώρα, ἀδελφοί, σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό καί στό κήρυγμα πού σᾶς ἀποκάλυψε ἡ χάρη του. Αὐτός μπορεῖ νά σᾶς κάνει ὥριμους στήν πίστη καί νά σᾶς δώσει τήν ἐπουράνια ζωή μαζί μέ ὅλους ὅσοι εἶναι δικοί του. Ἀσήμι ἤ χρυσάφι ἤ ἱματισμό ἀπό κανέναν δέ ζήτησα. Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ξέρετε ὅτι γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές μου καί τῶν συνοδῶν μου δούλεψαν αὐτά ἐδῶ τά χέρια. Μέ κάθε τρόπο σᾶς ἔδωσα τό παράδειγμα, ὅτι πρέπει νά ἐργάζεστε ἔτσι σκληρά, γιά νά μπορεῖτε νά βοηθᾶτε αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη. Νά θυμάστε τά λόγια του Κυρίου μας Ἰησοῦ, πού εἶπε: καλύτερο εἶναι νά δίνεις παρά νά παίρ- νεις». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά τά λόγια, γονάτισε αὐτός κι ὅλοι εκείνοι και προσευχήθηκε.

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς, Ζ΄ ἀπῦ Πάσχα, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Ἰωάν. ιζ΄ 1-13)

Τ ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· πάτερ, ἐλή­λυ­θεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ­ἐξου­­­σίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ ­δώ­­­σῃ αὐ­τοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ ­αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. ἐγώ σε ­ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

Ε κεῖνο τόν καιρό, σήκωσε ὁ Ἰησοῦς τά μάτια του στόν οὐρανό καί εἶπε: «Πατέρα, ἔφτασε ἡ ὥρα· φανέρωσε τή δόξα τοῦ Υἱοῦ σου, ὥστε κι ὁ Υἱός σου νά φανερώσει τή δι- κή σου δόξα. Ἐσύ τοῦ ἔδωσες ἐξουσία πάνω σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους· ἔτσι κι αὐτός θά δώσει τήν αἰώνια ζωή σέ ὅλους αὐτούς πού τοῦ ἐμπιστεύτηκες. Καί νά ποιά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: Ν΄ ἀναγνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἐσένα ὡς τόν μόνο ἀληθινό Θεό, καθώς κι ἐκεῖνον πού ἔστειλες, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐγώ φανέρωσα τή δόξα σου πάνω στή γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τό ἔργο πού μοῦ ἀνέθεσες νά κάνω. Τώρα λοι- πόν ἐσύ, Πατέρα, δόξασε μέ κοντά σ΄ ἐσένα μέ τή δόξα πού εἶχα κοντά σου προτοῦ νά γίνει ὁ κόσμος. Ἐγώ σέ ἔκανα γνωστό στούς ἀνθρώπους πού τούς πῆρες μέσα ἀπό τόν κόσ- μο καί μοῦ τούς ἐμπιστεύτηκες. Ἀνήκουν σ΄ ἐσένα, κι ἐσύ το- ύς ἔδωσες σ΄ ἐμένα, κι ἔχουν δεχτεῖ τό λόγο σου. Αὐτοί τώρα ξέρουν πώς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπό σένα· για- τί τίς διδαχές πού μοῦ ἔδωσες, ἐγώ τίς ἔδωσα σ΄ αὐτούς, κι αὐτοί τίς δέχτηκαν καί ἀναγνώρισαν πώς πραγματικά ἀπό σένα προέρχομαι, καί πίστεψαν πώς ἐσύ μέ ἔστειλες στόν κόσμο. Ἐγώ γι΄ αὐτούς παρακαλῶ. Δέν παρακαλῶ γιά τόν κόσμο ἀλλά γι΄ αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες, γιατί ἀνήκουν σ΄ ἐσένα. Κι ὅλα ὅσα εἶναι δικά μου εἶναι καί δικά σου, καί τά δικά σου εἶναι καί δικά μου, καί δι΄ αὐτῶν θά φανερωθεῖ ἡ δόξα μου. Τώρα δέν εἶμαι πιά μέσα στόν κόσμο· ἐνῶ αὐτοί μένουν μέσα στόν κόσμο, κι ἐγώ ἔρχομαι σ΄ ἐσένα. Ἅγιε Πα- τέρα, διατήρησέ τους στήν πίστη μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματός σου πού μοῦ χάρισες, γιά νά μείνουν ἑνωμένοι ὅπως ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς διατηροῦσα στήν πίστη μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματός σου. Αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες τούς φύλαξα, καί κανένας ἀπ΄ αὐτούς δέ χάθηκε, πα- ρά μόνο ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀπώλειας, γιά νά ἐκπληρωθοῦν τά λόγια τῆς Γραφῆς. Τώρα ὅμως ἐγώ ἔρχομαι σ΄ ἐσένα, καί τά λέω αὐτά ὅσο εἶμαι ἀκόμα στόν κόσμο, ὥστε νά ἔχουν τή δική μου τή χαρά μέσα τους σ΄ ὅλη τήν πληρότητά της».