
Πέμπτη 29 Μαΐου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΣΥΝΟΔΟΥ

Παρασκευή 23 Μαΐου 2025
"Με το φρόνημα της τυφλότητας" - Κυριακή του Τυφλού
"Με το φρόνημα της τυφλότητας" -
Βασίλειος Αργυριάδης
«Φῶς εἰμι τοῦ κόσμου», ακούσαμε σήμερα τον Χριστό να λέει στους μαθητές Του. Κι η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι αφιερωμένη σ’ αυτό ακριβώς, στο φως του κόσμου που είναι ο Χριστός και που χαρίζει ο Χριστός. Γι’ αυτό και Τον βλέπουμε σήμερα να δίνει σε έναν εκ γενετής τυφλό τόσο το σωματικό όσο και το ψυχικό φως. Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για μια συνολική, ψυχοσωματική παρέμβαση του Κυρίου, η περικοπή μάς μιλά κατ’ ουσίαν για τη δημιουργία και την ανακαίνιση του ανθρώπου από τον αναστημένο Χριστό.
«Φῶς εἰμι τοῦ κόσμου». Όπως στη διήγηση της Γενέσεως, μία από τις πρώτες εντολές του Θεού είναι να λάμψει το φως (Γεν. 1,3), έτσι και στη σημερινή περικοπή, μία από τις πρώτες κουβέντες του Κυρίου είναι για το φως. Κι όπως στη διήγηση της Γενέσεως ο Θεός παίρνει χώμα και δημιουργεί τον άνθρωπο (Γεν. 2,7), έτσι και στη σημερινή περικοπή, ο Ιησούς παίρνει χώμα από τη γη και θεραπεύει τον εκ γενετής τυφλό. Κι έτσι, ο ευαγγελιστής Ιωάννης, μ’ αυτό τον λεπτό συμβολισμό, θέλει να μας επισημάνει πως ο αναστημένος Χριστός είναι η συνέχεια και η ολοκλήρωση της δημιουργίας, είναι το τέλος και η θέωσή της. Δεν είναι απλά μια πηγή φωτός σαν τον ήλιο, αλλά ένα φως πάνω απ’ αυτόν, ένα φως άκτιστο που διεμβολίζει την κτιστότητα και γίνεται ζωή της, καταυγάζει τον άνθρωπο εσωτερικά και εξωτερικά και κρίνει τον κόσμο. Στο γεγονός του σημερινού θαύματος κρίνονται οι πάντες, μας λέει η περικοπή. Γι’ αυτό και βλέπουμε ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης δημιουργεί μια τόσο εκτεταμένη διήγηση, προκειμένου να δείξει σε αλλεπάλληλες σκηνές πως απέναντι στο φως του κόσμου είναι όλοι υποχρεωμένοι αναπόδραστα να πάρουν θέση.
Οι πρώτοι που τοποθετούνται απέναντι στον θεραπευμένο άνθρωπο είναι οι «οἱ γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον», εκείνοι που καθημερινά τον έβλεπαν να ζητιανεύει κοντά τους («καθήμενος καὶ προσαιτῶν»). Αυτοί απορούν. Κάνουν ερωτήσεις — «είναι τάχα ο τυφλός που ξέραμε ή δεν είναι αυτός»; Ο ίδιος τους διαβεβαιώνει, αλλά μοιάζουν να μην πείθονται ολότελα. Η στάση τους είναι η στάση των φιλοπερίεργων ανθρώπων. Στέκονται, αναρωτιούνται, θαυμάζουν κάπως, συζητούν και ξανασυζητούν… Θυμίζουν τους ανθρώπους μπροστά στις κρεμασμένες εφημερίδες των περιπτέρων: διαβάζουν τίτλους, απορούν για το περιεχόμενο των αθέατων άρθρων, μονολογούν, πιάνουν κουβέντα μεταξύ τους, αλλά στο τέλος όλοι θα συνεχίσουν τον δρόμο τους. Κατ᾽ ουσίαν, αδιαφορούν. Ό,τι έγινε τούς ακούμπησε σ’ ένα επίπεδο επιφανειακό. Μέσα τους έμειναν ανέγγιχτοι. Μετά τις ερωτήσεις τους, τα ίχνη τους σβήνουν στην περικοπή.
Οι δεύτεροι που τοποθετούνται απέναντι στο γεγονός είναι οι Φαρισαίοι. Αυτοί δεν αδιαφορούν, αλλά οργίζονται. Στην αρχή προσπαθούν να αρνηθούν το θαύμα, μα όταν διαπιστώνουν πως δεν μπορούν —οι γονείς του θεραπευμένου δεν αφήνουν περιθώρια— στρέφονται ενάντια στον Χριστό: «οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ». Δεν αρνούνται το θαύμα, αρνούνται το φως του κόσμου. Οι διατάξεις του Νόμου έχουν μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτούς. Είναι οι εγγυητές του Νόμου, άρα κάθε υπέρβασή του είναι αμφισβήτηση της εξουσίας τους. Αν το φως του κόσμου είναι υπέρτερο από τον δικό τους Νόμο, τότε οι ίδιοι μένουν μετέωροι. Η άρνηση του Χριστού είναι γι’ αυτούς μονόδρομος. Θέλουν να διατηρήσουν τη θέση τους, την ισχύ και το κύρος τους.
Οι τρίτοι που τοποθετούνται απέναντι στο περιστατικό είναι οι γονείς του εκ γενετής τυφλού. Στη στάση αυτών δεν υπάρχει αδιαφορία ή άρνηση, υπάρχει φόβος — «ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους». Γνωρίζουν το θαύμα, το παιδί τους θεραπεύτηκε. Όμως δεν έχουν το κουράγιο να γίνουν μάρτυρες του φωτός. Αυτό που ήταν οι ίδιοι πριν δεν μπορούν να το αφήσουν για να συνταχθούν πλάι σε κάτι νέο.
Αυτές τις αντιδράσεις του κόσμου απέναντι στο φως, ο ευαγγελιστής μάς τις αφηγείται σαν αλλεπάλληλα κύματα. Και μέσα στα κύματα παλεύει ο θεραπευμένος πρώην τυφλός: στέκει μάρτυρας του θαύματος απέναντι στους αδιάφορους˙ υπερασπίζεται το φως απέναντι στους αρνητές˙ δεν υιοθετεί τη φοβική στάση των δικών του, αλλά αντιμετωπίζει με θάρρος το ενδεχόμενο αποπομπής του από τη Συναγωγή («ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται»). Παρόλα αυτά, δεν φαίνεται να έχει εξαρχής επίγνωση του Χριστού. Κάτι χτίζεται μέσα του προοδευτικά. Η πορεία του μοιάζει πως είναι μια πορεία σταδιακής προκοπής: αρχικά, ονομάζει τον Κύριο «ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς»˙ στη συνέχεια, διατείνεται «ὅτι Προφήτης ἐστίν»˙ στο τέλος, όταν τον ξανασυναντά ο Χριστός, αξιώνεται να Τον πιστέψει ως «Υἰὸν Θεοῦ».
Οι σύγχρονοι χριστιανοί, όλοι εμείς, αναρωτιόμαστε συνήθως σε ποια κατηγορία από τις παραπάνω ανήκουμε, ποια είναι η κατάστασή μας. Είμαστε αδιάφοροι; Μήπως αρνητές ή φοβικοί; Ή μήπως η ζωή μας είναι μια μαρτυρία για το φως του κόσμου; Το πιο πιθανό είναι πως είμαστε κάτι απ᾽ όλα αυτά. Κάποτε λιγότερο, κάποτε περισσότερο. Κάποιοι έτσι, άλλοι αλλιώς — οι ζωές των ανθρώπων δεν είναι μονοσήμαντες, η πνευματική κατάσταση καθενός περνά διακυμάνσεις και εναλλαγές. Όμως, όσο κι αν έχει σημασία για όλους μας μια τέτοια διερώτηση, ίσως αξίζει περισσότερο, το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα να γίνει αφορμή για να σκεφτούμε δύο πράγματα: πως το φως στον άνθρωπο το δίνει ο ίδιος ο αναστημένος Χριστός και πως απέναντί Του δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να στεκόμαστε με το φρόνημα της τυφλότητας. Απέναντι στο φως που είναι Εκείνος, εμείς είμαστε ένα τίποτα, κάτι πιο λίγο κι από το τίποτα, σαν τον τυφλό της περικοπής που του έλειπε ακόμα και το όργανο του οφθαλμού. Έχουμε αξιωθεί, έστω με το μυαλό μας, να γνωρίσουμε πως Εκείνος είναι το φως΄ κι έχουμε κληθεί να γίνουμε απεσταλμένοι Του, όπως κι ο τυφλός της σημερινής περικοπής («ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται, ἀπεσταλμένος»). Μα η ζωή μας είναι ακόμα εν πορεία. Άλλοτε πέφτουμε σε αδιαφορία, άλλοτε αρνούμαστε να σταθούμε μπροστά Του χωρίς το «κύρος» και τη «θέση» μας, χωρίς τις ψευτοάμυνες της «ισχύος» μας. Άλλοτε φοβόμαστε τι αλλαγή μπορεί να φέρει στη ζωή μας η ολόκαρδη αποδοχή Του. Αν κάτι πρέπει λοιπόν να μας βάλει να σκεφτούμε η σημερινή περικοπή είναι η αναγκαιότητα του φρονήματος της τυφλότητας: να στεκόμαστε μπροστά Του γυμνοί κι ανυπεράσπιστοι, με επίγνωση πως Εκείνος είναι τα πάντα, το φως μέσα κι έξω μας. Να στεκόμαστε σαν τυφλοί, «παρ’ ἐλπίδα ἐπ’ ἐλπίδι» πιστεύοντες (Ρωμ. 4,18), μ’ αυτό που έρχεται αθέατο, ανοιχτοί στο απρόσμενο, χωρητικοί στην έκπληξη, εδραίοι στην υπομονή.
Είναι όμορφα όλα αυτά τα λόγια, θα πει κανείς, μας πώς γίνονται πράξη; Πώς παραιτείται κανείς από τον εαυτό του, για να αφεθεί στο φως του Χριστού, που είναι η νέα δημιουργία του κόσμου; Η απάντηση στο ερώτημα είναι όλο αυτό που παλεύει να είναι η ζωή του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία. Αν παλεύουμε να βάλουμε τη ζωή μας σε μια τάξη, από τα πιο απλά και εύκολα (ας πούμε, την τροφή, μέσω της νηστείας), μέχρι τα πιο σύνθετα και δύσκολα (την τήρηση του νου μας από κάθε εφάμαρτο λογισμό), είναι γιατί η εμπειρία της Εκκλησίας διδάσκει πως έτσι μαθαίνουμε τον εαυτό μας να στέκει μπροστά Του γυμνός και παραδομένος. Αν παλεύουμε να κάνουμε κέντρο μας τις ανάγκες των διπλανών μας και να γινόμαστε βαστάζοι των δικών τους φορτωμάτων, είναι για να κρατάμε τη ζωή μας βυθισμένη στην εκούσια τυφλότητα μπροστά Του. Αν πασχίζουμε να περιστρέφουμε την καθημερινότητά μας γύρω από σταθερά σημεία προσευχής (πρωί και βράδυ), είναι για να κάνουμε τον εαυτό μας να νιώσει το δικό μας σκοτάδι και να ποθήσει το δικό Του φως.
Με το φρόνημα της τυφλότητας κάνουμε δοχή στο φως. Γι’ αυτό κι ένας άγιος της Εκκλησίας μας προσευχόταν «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Είχε φρόνημα τυφλότητας. Αλλά ήξερε πως τα δοχεία της τυφλότητας είναι που αξιώνονται το φως.
Παρασκευή 16 Μαΐου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
Αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν καὶ οἴδαμεν
Πέμπτη 8 Μαΐου 2025
ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΟΥΚ ΕΧΩ...
Πέμπτη 1 Μαΐου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Παρασκευή 25 Απριλίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Δευτέρα 21 Απριλίου 2025
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΠΑΣΧΑ 2025
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
Ἀριθμ.Πρωτ. 276 Μυτιλήνη 15- 4 -2025
Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ
ἐπί τῶ Ἁγίῳ Πάσχα
Ι Α Κ Ω Β Ο Σ
Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως
Μυτιλήνης, Ἐρεσσοῦ καί Πλωμαρίου
Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον
τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες καί
τόν εὐλογημένον λαόν τῆς Ἐπαρχίας μας
Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Ἡ χαρά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας κατακλύζει καί πάλι τόν ἐσωτερικό μας κόσμο. Ἡ διαβεβαίωση τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ὁ ἐπί τοῦ ΄΄ Σταυροῦ κρεμάμενος ΄΄ ( Ἀντίφωνον Μ. Πέμπτης ), Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος ΄΄ κατῆλθε ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καί συνέτριψε μοχλούς αἰωνίους ΄΄ ( Ἀναστάσιμη Ὠδή ΣΤ’ ) νικῶντας τό κράτος τοῦ θανάτου, τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας , μᾶς χαρίζει ἀνείπωτη εὐφροσύνη καί εὐγνωμοσύνη. Ἡ χαρμόσυνη πληροφορία τοῦ ἀγγέλου στίς Μυροφόρες γυναῖκες ὅτι ΄΄ Οὐκ ἔστιν ὧδε , ἠγέρθη γάρ, καθώς εἶπε. Δεῦτε ἴδετε τόν τόπον ὅπου ἔθηκαν αὐτόν ΄΄ ( Ματθ. 28, 6 ) πλημμυρίζει τίς ὑπάρξεις μας ἀπό ἐλπίδα βέβαιη καί ἰσχυρή , βασιζόμενη στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως . Τά λόγια τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ μας ὅτι θά ΄΄ εἶναι μαζί μας μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ΄΄ ( Ματθ. 28, 20 ) διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος , λειτουργοῦν γιά τή ζωή μας ὡς ΄΄ ἄγκυρα ἐλπίδος ΄΄ ( Ἀναστάσιμη Ὠδή Θ’ ), γιατί ὑπόσχονται ἀληθινή παρηγοριά καί θεμέλιο ἀσάλευτο, ὅπως εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μας.
Ὁ ἀγωνιζόμενος πιστός ὁδοιπορεῖ σ’ αὐτόν τόν κόσμο ἔχοντας τήν ἐλπίδα του ὄχι στά κτιστά πράγματα ἀλλά στό γεγογός τῆς συνδέσεώς του μέ τό Χριστό, ὁ Ὁποῖος , ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας ὅλες αὐτές τίς εὐφρόσυνες ἡμέρες τοῦ ἱεροῦ Πεντηκοσταρίου ΄΄ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας ΄΄ ( Τροπάριο Ἀναστάσιμο ).
Γιατί ἡ τελική ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Θεός . Δέν εἶναι οὔτε οἱ ἰδέες καί οἱ θεωρίες, πού γρήγορα ἀνατρέπονται καί γεννιοῦνται ἄλλες , οὔτε τά χρήματα καί οἱ περιουσίες οὔτε τά ὑψηλά ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογίας καί τῆς ἐπιστήμης , τά ὁποῖα ὅσο σπουδαῖα καί ἄν εἶναι , δέν μποροῦν νά ἀπαντήσουν στά ὑπαρξιακά προβλήματα τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου , οὔτε οἱ θέσεις καί τά ἀξιώματα καί φυσικά δέν εἶναι ὁ ἐγωπαθής ἑαυτός του.
Ἔχεις τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ, τά ἔχεις ὅλα καί εἶσαι ὁ πλουσιότερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Δέν ἔχεις ἐνεργοῦσα στή ζωή σου τή Χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, εἶσαι ὁ πτωχότερος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου ἔστω καί ἄν εἶσαι Κροῖσος.
Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες θεραπεύουν τήν καρδιά ἀπό τίς ἐμπαθεῖς καταστάσεις. Γιατί αὐτές εἶναι ΄΄ θεῖες ἐνέργειες ΄΄ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί χαρίζουν ἀληθινή ἐλπίδα. Εἶναι ἐμπειρίες πίστεως, ἐμπειρίες πού δέν περιορίζονται στά στενά ὅρια τῆς λογικῆς καί τῶν αἰσθήσεων . Μπορεῖ νά ἐνεργοῦνται στό χῶρο καί μέσα στό χρόνο, ἀλλά πηγάζουν ἀπό τόν ΄΄ πλούσιο καί εὐτυχῆ τάφο τοῦ Κυρίου μας ! Διότι ἀφοῦ δέχθηκε μέσα του ( ὁ τάφος ) τόν Δημιουργό τοῦ παντός, σάν νά κοιμᾶται, ἀποδείχθηκε μέ τήν Ἀνάστασή Του θεῖο θησαυροφυλάκιο γεμάτο ἀπό θησαυρούς αἰωνίου ζωῆς ΄΄ ( Κανόνας Μ. Παρασκευῆς, Ὠδή Ζ’ ).
Γι’ αὐτό , ὁ ΄΄ Ἀναστάς ἐκ τῶν νεκρῶν ΄΄ Χριστός εἶναι ἡ ἐλπίς τῶν χριστιανῶν ( Α’ Τιμ. 1, 1 ) καί ἐκεῖνος πού ἀκουμπᾶ πάνω Του ξεκουράζεται ἐσωτερικά ἀπό τούς ποικιλόμορφους πόνους καί τίς διάφορες θλίψεις τῆς παρούσης ζωῆς. Δέν χάνει ποτέ τήν ἐλπίδα του, γιατί ἔχει μάθει νά ἀκούει μυστικά μέσα του τή φωνή Του, πού λέγει: ΄΄ Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμί, μή φοβεῖσθε ΄΄ ( Ματθ. 14, 27 ).
Μπορεῖ νά σηκώνει ἕναν ἤ καί περισσότερους σταυρούς , μπορεῖ πολλές φορές τά προβλήματα καί οἱ ἀντιξοότητες νά μήν τελειώνουν, μπορεῖ ἡ ζωή του νά εἶναι τόσο δύσκολη καί ἀκανθώδης, ἀλλά δέν χάνει τό θάρρος του. Δέν καταποντίζεται , ἔστω καί ἄν ταλαιπωρεῖται λίγο ἤ πολύ ἀπό τόν ψυχικό πόνο , γιατί ἔμαθε νά ρίχνει τήν ἄγκυρα τῆς ἐλπίδος ἔξω ἀπό τόν παρόντα κόσμο, στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ , γνωρίζοντας ὅτι χωρίς τή θέληση καί τήν παραχώρηση Του τίποτε δέν γίνεται. Τίποτε δέν μετακινεῖται καί τίποτε δέν ἀλλάζει.
Ὁ πόλεμος τῶν λογισμῶν, ὁ ποικίλος φόβος , οἱ ἀνασφάλειες, οἱ ἀδικίες , οἱ ἀρρώστιες, ἡ πτωχεία , ἡ λύπη γιά τό ποικιλόμορφο κακό πού λαμβάνει χώρα δίπλα καί μακριά μας, ὁ θάνατος προσφιλῶν προσώπων καί ἡ σκέψη τοῦ δικοῦ του θανάτου δέν εἶναι σέ θέση νά τόν ὁδηγήσουν σέ ἀπελπισία, πού εἶναι στόχος τοῦ διαβόλου, καί νά τόν νικήσουν, γιατί ἔχει σύμμαχο στή ζωή του Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ΄΄ ἐπίκρανε καί ἐνέκρωσε τόν ἅδην ΄΄ ( Κατηχητικός Λόγος ἁγ. Ἰω. τοῦ Χρυσοστόμου ).
Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἔχει ἀποσυνδέσει τόν ἑαυτό του ἀπό τή Ζωή πέραν τοῦ τάφου , γι’ αὐτό καί ἔχασε τήν σώζουσα ἐλπίδα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔχει περιορισθεῖ στήν αἰσθητή πραγματικότητα , μέ ἀποτέλεσμα νά χάσει τήν Ἀληθινή καί Αἰώνια πραγματικότητα, πού εἶναι ὁ Χριστός. Ἔχει ἀναγάγει σέ κριτήριο πάντων τή λογική μέ ἀποτέλεσμα νά πτωχεύσει πνευματικά, γιατί εἴτε συνειδητά εἴτε ἀσυνείδητα ἀπορρίπτει τό ὑπέρλογο μυστήριο τῆς πίστεως, τό ὁποῖο ἀνακαινίζει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη , δίδοντας τή δυνατότητα τῆς πραγματικῆς ἐλπίδος. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος , ὁ ἁγιορείτης ἔλεγε: ΄΄ Ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία στίς μέρες μας ἔγκειται στό ὅτι οἱ ἄνθρωποι βυθίστηκαν στήν ἀπόγνωση καί δέν πιστεύουν πιά στήν ἀνάσταση ΄΄.
Ἡ γνήσια καί αὐθεντική ἐλπίδα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πίστεως στόν Ἀναστάντα Χριστό. Μέ μία βασική, ὡστόσο, προϋπόθεση: Νά κοπιάζουμε πνευματικά, πορευόμενοι μέ μετάνοια, ἀγάπη, ταπείνωση, ἐξομολόγηση καί Θεία Κοινωνία, μιμούμενοι τόν Κύριο μας ὅσο γίνεται ἀνθρωπίνως καί κάτω ἀπό τίς συνθῆκες πού ζεῖ ὁ καθένας μας , σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, πού λέγει :΄΄ Κάθε ἄνθρωπος πού ἔχει καί κρατᾶ στέρεη τήν ἐλπίδα στό Χριστό, καθαρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό κάθε ἁμαρτία, ὅπως καί ἐκεῖνος εἶναι καθαρός καί ἅγιος. Μόνον οἱ ἁγνοί καί καθαροί θά ἀξιωθοῦν νά δοῦν τόν καθαρό καί ἅγιο ΄΄ ( Α’ Ἰω. 3, 3 ).
Ἄς βαδίζουμε, λοιπόν, μέ αὐτόν τόν τρόπο , γιά νά εἶναι ἡ πορεία μας ἐλπιδοφόρα, νικηφόρα καί ἀναστάσιμη , ἔχοντας προοπτική αἰωνιότητος.
Μετά πολλῶν Πασχαλίων εὐχῶν


