Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Στην Κοίμησή σου Παναγία μας

koimhshhttps://el-gr.facebook.com/

Στην Κοίμησή σου Παναγία μας«Κλίμαξ προς Ουρανόν ο τάφος γίνεται»
Απ' όλες τις γιορτές της Παναγίας μας, θαρρώ πως είναι μεγαλύτερη «η ένδοξος» Κοίμηση της. Όλες, βέβαια, οι γιορτές της Παναγίας είναι μεγάλες.
Όμως, όλους τους αγίους μας, τους γιορτάζουμε τη μέρα, που έφυγαν από τον κόσμο τούτο. Αυτή θεωρεί η Εκκλησία μας, σαν «γενέθλιο ημέρα» τους, στην αληθινή «εν Χριστώ» ζωή.
Η μέρα αυτή, για κάθε πιστό, δεν είναι μέρα λύπης και πένθους, είναι μέρα χαράς, μέρα γιορτής. Και όλοι οι Ορθόδοξοι χριστιανοί τη γιορτάζουν. Γιορτάζουν όμως περισσότερο, όσοι έχουν το όνομα του αγίου που κοιμήθηκε, που πήγε, δηλαδή, κοντά στο Χριστό.
Χαρά μεγάλη στον ουρανό και στη γη. Γιορτάζουν οι άγγελοι ψηλά και οι άνθρωποι Χριστιανοί όλης της γης. Αυτή τη μεγάλη χαρά διαπιστώνει ο υμνωδός, όταν ψάλλει μαζί μας στην Κοίμηση. «Τη ενδόξω κοιμήσει σου ουρανοί επαγάλλονται, και αγγέλων γέγηθε τα στρατεύματα, πάσα η γη δε ευφραίνεται». Και σε άλλο τροπάριο συμπληρώνει: «και δια τούτο χαίρουσι μητέρες και θυγατέρες και νύμφαι Χρίστου». 
Ο θάνατος «εν Χριστώ» δεν είναι θλίψη και πόνος και λύπη και τιμωρία είναι δόξα θεϊκή, αληθινή, που στολίζει όχι μονάχα τον μεταστάντα, αλλά και όλους τους πανηγυριστές. «Αγάλλονται γηγενείς επί τη θεία σου δόξη κοσμούμενοι». Δόξα της Θεοτόκου η Κοίμηση της. Όλη η Εκκλησία γιορτάζει της Παναγίας την Κοίμηση.
Ο κόσμος ο απλός, ο λαός ο πιστός το καταλαβαίνει αυτό και το ζει. Κλαίει κανένας το Δεκαπενταύγουστο; Υπάρχει κανείς, πού πενθεί γιατί έχασε η γη και οι άνθρωποι την Παναγία αισθητά από κοντά τους;
Όλοι εκκλησιάζονται, όλοι πανηγυρίζουν, ψάλλουν χαρούμενοι, κοινωνούν με συναίσθηση, γιορτάζουν το Πάσχα του θέρους. Μετά την Εκκλησία τραπέζια, χαρές, χοροί, τραγούδια, μεγάλο πανηγύρι σε όλη την Ελλάδα, σ' όλη την Ορθοδοξία.
Γιατί όλα αυτά; Γιατί ο πιστός αισθάνεται, ζει μια πραγματικότητα υπερφυσική και υπέρλογη. Την ώρα που βλέπει ότι «η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται», καταλαβαίνει βαθιά του ότι «κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται» της Παναγίας.
Ο τάφος δεν κατεβάζει στα βάθη της γης, γίνεται άϋλη σκάλα και νοερή, που ανεβάζει τη Θεοτόκο, που κοιμήθηκε, ψηλά στον ουρανό, στο Θεό και τη θέωση την ανεβάζει στο μονογενή της κοντά, το Χριστό, που και σαν άνθρωπος, μετά την Ανάληψη, υπάρχει και ζει στον Ουρανό.
Σε τούτη την ουράνια ανάβαση ο πιστός συμμετέχει. Ανεβαίνει και κείνος τη σκάλα την άϋλη. Βρίσκεται με την πίστη, την επιθυμία και τη θέλησή του, σε ανάβαση πνευματική. Και γίνεται τότε η δική του χαρά μεγαλύτερη. Σαν πνευματικός αετός κολυμπά στους αιθέρες, θαυμάζει τις κορφές της αρετής. Σε «ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς» απολαμβάνει «χαράν ανεκλάλητον». Ποιά «χαρά» ετούτης της άχαρης γης και ζωής, θα μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με εκείνη τη χαρά την ουράνια;
Ο κόσμος γιορτάζει και σωματικά, κοσμικά. Με χαρές και χορούς και τραγούδια, φαγητά και ποτά. Όμως δεν είναι ποτέ δυνατόν ο άνθρωπος να γιορτάζει μονάχα σωματικά. Ο όλος άνθρωπος γιορτάζει. Σώμα και ψυχή, ύλη και πνεύμα, σάρκα και αθάναταη ύπαρξη. Με την πίστη ο Χριστιανός βλέπει το μνήμα με άλλη ματιά, βλέπει το θάνατο διαφορετικά. Βλέπει σαν άλλος Ιακώβ την ουράνια σκάλα, όχι στον ύπνο του, στο ξύπνιο του τη βλέπει τη σκάλα. Πατάει σταθερά στον τάφο τον ανοικτό, τον άδειο, τον ζωοποιό, αφού εκεί μέσα γεννάται η ζωή, η αληθινά μεγάλη ζωή του πνεύματος. Και τούτην τη σκάλα, που ενώνει τον Άδη με τον Ουρανό, πρώτος την ανέβηκε ο Χριστός, με την Ανάσταση και την Ανάληψη του. Την ανέβηκε μετά η Παναγία μητέρα του με την ένδοξη κοίμηση της. Την ανέβηκαν αργότερα όλοι οι άγιοι, οι μάρτυρες, οι ομολογητές και φίλοι του Χριστού μας.
Γιορτάζει ο μέσα μας άνθρωπος με τούτο το θέαμα της ουράνιας σκάλας. Θάνατος, όπως τον γεύτηκαν οι γενεές, δεν υπάρχει, μνήμα για να θυμόμαστε μονάχα τους νεκρούς ανύπαρκτο, ο τάφος με την ταφόπλακα, που σκεπάζει για πάντα την ύπαρξη, εξαφανίζεται. Μέσα στον τάφο μπήκε η Ζωή, δηλαδή ο Χριστός «η Ζωή εν τάφω». Έπειτα μπήκε στον τάφο η μητέρα της Ζωής - του Χριστού, Παναγία μας. Τον άδειασαν για πάντα τον τάφο. Εξαφάνισαν την έννοια θάνατος, τώρα μονάχα η Ζωή βασιλεύει, και η πρόσκαιρη, μα προπαντός η αιώνια. Είναι να μην πανηγυρίζεις με όλη σου την ύπαρξη;
Και κάτι ακόμα σημαντικό. Ούτε ο Χριστός μετά την Ανάληψη του εγκατέλειψε τη γη και τους ανθρώπους για πάντα «μεθ' υμών είμι πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας, του αιώνος», ούτε η Παναγία βρίσκεται μόνο ψηλά και μακριά μας. Γιατί κι εκείνη «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπε» είναι πάντα κοντά μας και πλάι μας και ακούει τον πόνο μας και βλέπει τον αγώνα και τις αγωνίες μας και βοηθά και πρεσβεύει για όλους μας. Μα ούτε και οι άγιοι μας εγκαταλείπουν. Βρίσκονται πάντα «μεταξύ ουρανού και γης», σαν «νέφος μαρτύρων» αληθινό. Ακόμα, ούτε καί μεις, όταν ο Θεός μας καλέσει κοντά του, θα αφήσομε για πάντα τη γη. Καί ενώ θα περιμένομε ψηλά τους ζωντανούς σωματικά αδελφούς μας, θα βλέπουμε, θα αγαπούμε, θα προσευχόμαστε για όλους που αγαπούμε.
Υπάρχει πιό μεγάλο, πιό αληθινό, πιό σωτήριο μήνυμα από την Κοίμηση; Αληθινά κάθε τάφος, που ανοίγεται στη γη, γίνεται σκάλα, που οδηγεί στον ουρανό τον κάθε πιστό Χριστιανό.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΙ ΜΑΣ ΚΑΝΟΝΕΣ

ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ

α. Γιατί παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο;




α. Γιατί παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο;

Οἱ παρακλήσεις πρός τή Θεοτόκο ἀναφέρουν τίς ἐπικλήσεις τῶν πιστῶν μέ δεήσεις καί ἱκεσίες πρός τήν Παναγία γιά νά λάβουν τή βοήθειά Της στούς καιρούς τῶν πειρασμῶν, τῶν πόνων, τῶν θλίψεων καί κάθε εἴδους προστασία ἀπό τό θεῖο πρόσωπό Της. Καί τονίζεται χαρακτηριστικά: “Δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν”.

Πρῶτον, παρακαλοῦμε τήν Παναγία μέ αἴσθημα πίστεως καί πόνου γιά νά μᾶς βοηθήσει στή ζωή μας ἀπό τούς πειρασμούς, λέγοντάς της: “Πολλοῖς συνεχόμενοις πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν”. Εἶναι πολλοί οἱ πειρασμοί πού παρασύρουν τόν πιστό στό κακό, στήν ἡδονή, στήν κακία, στήν ἐχθρότητα, στήν περιφρόνηση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τόν ὁδηγοῦν στήν πράξη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ πειρασμός εἶναι ὁ προπομπός τῆς ἁμαρτίας γιά νά κλονισθεῖ ἡ πίστη μας καί νά ἀδιαφορήσουμε γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ζητᾶμε ἀπό τό Θεό: “καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν” καί ἀπό τήν Παναγία: “Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς, πρὸς Σὲ καταφεύγω, σωτηρίαν ἐπιζητῶν. Ὦ Μῆτερ τοῦ Λόγου καὶ Παρθένε, τῶν δυσχερῶν καὶ δεινῶν με διάσωσον”.

Δεύτερον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τά πάθη μας: “Παθῶν με ταράττουσι προσβολαί, πολλῆς ἀθυμίας ἐμπιπλῶσαί μου τὴν ψυχήν”. Ὅπως τό πάθος τῆς ὑπερηφανείας, τοῦ θυμοῦ, τῆς ζήλειας, τοῦ φθόνου, τῆς κατακρίσεως, τῆς πολυλογίας, τῆς γαστριμαργίας κ.ἄ. βασανίζουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί τήν καθιστοῦν ἀκάθαρτη. Ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ πρέπει νά εἶναι καθημερινός γιά νά παραμένει ἥσυχος καί γαλήνιος στήν ψυχή του, χωρίς νά τόν καταδικάζει γιά τίποτα ἡ συνείδησή του. Γι’ αὐτό ζητᾶμε νά μᾶς θεραπεύσει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς μας λέγοντας: “Ἴασαι ἁγνή, τῶν παθῶν μου τὴν ἀσθένειαν”.

Τρίτον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τούς κινδύνους τῆς καθημερινῆς ζωῆς μας διά τῆς θείας προστασίας Της, λέγοντάς Της: “Διάσωσον, ἀπὸ κινδύνους τοὺς δούλους Σου Θεοτόκε”. Πολλοί οἱ κίνδυνοι τοῦ ἀνθρώπου πού φέρουν εὔκολα τή συμφορά στή ζωή του. Ἀτυχήματα, ἐπαγγελματικές δυσκολίες, οἰκογενειακές ἀκαταστασίες κ.ἄ. Γι’ αὐτό παρακαλοῦμε τήν Παναγία νά μᾶς λυτρώσει ἀπό τούς κινδύνους μέ τήν προστασία Της καί νά γίνει “πύργος ἀσφαλείας”, “τεῖχος ἀπροσμάχητον”.

Τέταρτον, ζητᾶμε ἀπό τήν Παναγία μέ τίς δεήσεις μας νά μᾶς ἐνισχύσει καί νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τίς θλίψεις καί τίς ἀσθένειές μας. “Σοῦ δέομαι τῆς ἀγαθῆς ἐκ φθορᾶς νοσημάτων ἀνάστησον” καί “ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν”. Μέσα στόν πόνο περισσότερο σκεπτώμεθα τό Θεό καί ἀναζητᾶμε τή θεία βοήθειά Του. Νιώθουμε τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας καί τήν Παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πού δέν ἐπόνεσε πολύ δέν μπορεῖ νά νιώσει τόν πόνο τοῦ ἄλλου. Χρειάζεται ὁ πόνος τῆς ἀσθένειας ἤ τῶν δυσκολιῶν τῆς ζωῆς μας γιά νά αἰσθανθοῦμε τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου καί νά νιώσουμε ποιοί μᾶς ἀγαποῦν πραγματικά. Ὁ πόνος φέρει τή μετάνοια στόν ἄνθρωπο καί εἶναι ἕνας τρόπος σωτηρίας τῆς ψυχῆς του. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπόνεσε πάρα πολύ πάνω στό σταυρό καί ἔδειξε τό δρόμο τοῦ πόνου πού λυτρώνει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ πόνος νικᾶ τά πάθη τοῦ ἀνθρώπου καί φέρει ἀρετές μέσα στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ. Ὁ ἐγωϊστής ταπεινώνεται μέσα στόν πόνο τῆς ἀσθενείας του καί ζητᾶ ή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας. Μέσα στή δυστυχία τῶν θλίψεών του κατανοεῖ τήν εὐτέλεια τῆς ζωῆς του καί ἀναζητᾶ τήν εὐτυχία κοντά στό Θεό. Ὁ πόνος θεραπεύει ἀδυναμίες καί πάθη πού φθείρουν τήν ψυχή. Ὁ πόνος φέρει τούς ἀνθρώπους πιό κοντά καί ὁ ἕνας παρηγορεῖ τόν ἄλλον καί προσφέρει τή βοήθειά του μέ ἀγάπη καί θυσία. Πολλές φορές ὁ πόνος τῆς καρδιᾶς εἶναι μεγαλύτερος ἀπό τόν πόνο τοῦ σώματος, πού φέρει σέ μεγάλη ἀμηχανία πράξεων μέσα στή θλίψη τῆς ψυχῆς καί μπορεῖ νά εἶναι ἀποτέλεσμα μοναξιᾶς, συκοφαντίας, κακίας, μίσους καί ζήλειας. Γι’ αὐτό ἔχουμε ἀνάγκη νά λέγουμε τόν πόνο μας στόν ἄλλο, γιά νά ξαλαφρώνουμε ψυχικά καί νά ἀναπαυόμαστε κοντά στήν ἀγάπη τοῦ ἄλλου. Καί ἡ Παναγία ἐπόνεσε πολύ ψυχικά γιά τήν ἄδικη κακομεταχείριση καί σταύρωση τοῦ Υἱοῦ Της. Καί γίνεται ἡ προστάτις τῶν θλιβομένων καί ἀδικουμένων, ὅταν τήν παρακαλοῦμε: “Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς”.

Καί πέμπτον, παρακαλοῦμε τήν Παναγία διά τῆς μεσιτείας στόν Πανάγαθο νά μᾶς ἐξαλείψει τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας: “Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων”, δηλ. τά ἁμαρτήματά μας. Παρακαλοῦμε νά μᾶς σώσει διά τῆς θείας βοηθείας Της καί νά μᾶς ὁδηγήσει σέ μετάνοια. Μᾶς προτρέπει ὁ παρακλητικός κανόνας στήν ἀληθινή μετάνοια, στήν ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία. Νά ζήσουμε μιά ζωή μετανοίας, γιά νά μήν μολύνεται ἡ ψυχή μας ἀπό πλῆθος ἁμαρτιῶν. Γι’ αὐτό ἡ ἁμαρτία θεωρεῖται ἔγκλημα γιά τήν ψυχή μας, διότι αὐτή ἀποστατεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὁδηγεῖται στό σκοτάδι τοῦ θελήματος τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Μακρυά ἀπό τό Θεό “ἀπολλύμεθα ὑπὸ πλήθους πταισμάτων”. Ἐκεῖνος πού τιμᾶ ἀληθινά τήν Παναγία δέεται γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του καί ζεῖ διαρκῶς ἐν μετανοίᾳ παρακλητικῇ.

Ἡ Παναγία εἶχε πλήρη ἀφιέρωση στό Θεό μέ ζῆλο ὑπερανθρώπινο πού ξεπερνοῦσε τῶν ἀγγέλων τήν ἁγιότητα. Ἆραγε ὁ δικός μας ζῆλος ὁμοιάζει κατά ἕνα μέρος στή διάθεση τῆς Παναγίας; Πόσο ἐπιζητοῦμε τήν ὁμοίωση μέ τήν Παναγία; Πόσο ἑλκυόμεθα ἀπό τήν ταπεινή ζωή Της; Πόσο ἐπιζητοῦμε οἱ ἀρετές Της νά γίνουν δικές μας; Πόσο ἡ δική μας προσευχή ὁμοιάζει μέ τῆς Παναγίας;

β. Πότε εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;

Εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας πρός τήν Παναγία:
Ὅταν ἡ πίστη μας εἶναι ἀληθινή καί δέν παρασύρεται ἀπό ἀμφιβολίες καί δυσπιστίες στή θεία βοήθεια. Ὅταν δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἀλλά μέ θέρμη ἐσωτερική καί μέ βεβαιότητα προστρέχουμε στή στοργική Μητέρα τοῦ Θεοῦ γιά τή λύτρωση τῶν δεινῶν μας. Ἐκεῖνος πού στηρίζεται ὁλοκληρωτικά στό Θεό δέν ἀμφιβάλλει γιά τή θεία βοήθειά Του. “Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι” (Μάρκ. θ΄ 23).
Ὅταν προστρέχουμε μέ ταπείνωση στήν Παναγία, γεγονός πού κρύβει τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας, δείχνουμε τήν ἀγάπη μας πρός τό θεῖο πρόσωπό Της. Ὅπως ὁ Θεός εὐλόγησε ὑπέρ τό δέον τήν Παναγία, καθ’ ὅτι “ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ”. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος δέν ὑπερηνεύεται πού κατέστη Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀντιθέτως ταπεινώνεται συνεχῶς μέσα στήν προσευχή της καί στή ζωή διαβιώντας ταπεινά καί ἀπέριττα χωρίς τή δόξα τοῦ κόσμου. Τό φρόνημα τῆς ταπεινώσεώς Της παραμένει παράδειγμα πρός μίμηση γιά νά ἀποφεύγουμε κάθε ἐγωϊστική διάθεση τῆς ψυχῆς μας. Μόνο μιά ταπεινή προσευχή πού δείχνει τήν καθαρή ζωή μας χωρίς ἐγωϊσμό γίνεται δεκτή ἀπό τό Θεό: “ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν” (Ψαλμ. ρα΄ 18).
Ὅταν δείχνουμε ἀπεριόριστη ἀγάπη στό Θεό, πού φαίνεται ἀπό τήν καθαρή προσευχή μας καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. “Ὁ ἔχων τὰς ἐντολὰς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνος ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με” (Ἰωάν. ιδ΄ 21). Εἶναι σημαντικό νά ἀγαποῦμε τό Θεό μέ ὅλη μας τήν καρδιά, γιά νά εὐεργετηθοῦμε πλουσιοπάροχα μέ τίς θεῖες δωρεές Του. Ἡ καρδιά μας μᾶς φανερώνει πόσο ἀγαποῦμε τό Θεό, ἀπό τό πόσο χρόνο σκεπτόμαστε Αὐτόν. Ὅσο περισσότερο ἀγαποῦμε τό Θεό, τόσο περισσότερο ζοῦμε ἀληθινά ἐν Χριστῷ καί τιμοῦμε τήν Παναγία καί ὅλους τούς ἁγίους. Γι’ αὐτό μιά προσευχή ἀγαπητική πρός τό Θεό θά εἶναι περισσότερο εὐπρόσδεκτη, διότι θά δείχνει τήν καρδιά μας, πόσο τόν ἀγαποῦμε καί τόν τιμοῦμε μέ τή ζωή μας.
Καί τό σπουδαιότερο, ὅταν ἔχουμε ὑπομονή στίς παρακλήσεις μας. Μέσα στήν ὑπομονή μας δοκιμάζεται ἡ πίστη μας, πόσο ἀνθεκτική εἶναι στούς ἀνέμους τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς ὀλιγοπιστίας. “Τό δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν” (Ἰακ. α΄ 2). Ἡ ὑπομονή γίνεται γέφυρα ἑνώσεως μετά τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά εἰσακουσθεῖ ἡ προσευχή μας. Χαρακτηρίζει ἀνθρώπους μέ ὑπομονή, ἐκείνους πού ἔχουν διαπεράσει ἀπό πολλές θλίψεις στή ζωή τους καί εἶναι ἀνθεκτικοί στούς ἐρχόμενους πειρασμούς, διότι ἡ πίστη μας εἶναι στήριγμα στά δεινά τῆς ζωῆς μας.
Ὅταν ὑπάρχει θερμή προσευχή πού νά συγκλονίζει τήν καρδιά μας ἀπό τήν ἀγάπη πρός τό Θεό. Μιά προσευχή πού ἔχει δείγματα ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης καί ἀφοσιώσεως στό Θεό γίνεται δεκτή καί εὐάρεστη. Ἡ προσευχή μᾶς βοηθεῖ νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τά πάθη μας καί κάθε κακή ἐπιθυμία μας. Ἡ καθαρή προσευχή δείχνει πόσο ἀγαποῦμε τό Θεό καί πόσο εἰσακούει ὁ Θεός τήν καρδιακή προσευχή μας. Ἀναφέρεται ὅτι κάποτε ἀσκήτευε στήν ἔρημο τοῦ Σινᾶ ἕνας ἅγιος γέροντας. Μιά μέρα τόν συναντᾶ ἕνας μοναχός καί τοῦ λέγει:
– Πάτερ μου, ταλαιπωρούμαστε πολύ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνομβρίας.
– Γιατί, ρώτησε ὁ γέροντας, δέν προσεύχεσθε καί δέν παρακαλεῖτε τό Θεό νά βρέξει;
– Καί προσευχόμαστε, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, καί λιτανεῖες κάνουμε. Ἀλλά δέν βρέχει.
– Ἀσφαλῶς, λέει πάλι ὁ ἀσκητής, δέν θά προσεύχεσθε ἐντατικά καί ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς σας. Θέλεις, λοιπόν, νά τό διαπιστώσεις καί σύ; Ἄς προσευχηθοῦμε μαζί.
– Τότε ὁ γέροντας ἀσκητής ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανό καί προσευχήθηκε. Καί ἀμέσως ἄρχισε νά βρέχει.
Μόνο μιά θερμή προσευχή πού βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά μας εἰσακούεται ἀπό τό Θεό.
Ἀνάγκη εἶναι νά συνεργεῖ μέ τήν προσευχή καί ἡ νηστεία, διότι λέγει ὁ Κύριος: “τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ” (Ματθ. ιζ΄ 21). Ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία συμπορεύονται γιά νά ταπεινώσουν τό σῶμα καί τήν ψυχή. Εἶναι ἕνας ἀγώνας πνευματικός πού διέρχεται ἀπό τήν καθολική ψυχοσωματική ἄσκηση. Ἡ νηστεία χρειάζεται γιά τήν πάλη ἐναντίον τῶν δαιμόνων καί τῶν σαρκικῶν παθῶν. Ἡ νηστεία δυναμώνει τήν ψυχή στίς ἀρετές καί ἐνισχύει κατά πολύ τήν προσευχή, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀνυψώνεται πιό εὔκολα ὁ νοῦς μας στό Θεό.
Νά ὑπάρχει εἰλικρινής μετάνοια, πού νά φανερώνει τήν ἐσωτερική συντριβή τῆς καρδιᾶς μας καί τή μεταστροφή μας πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. “Ροήν μου τῶν δακρύων μὴ ἀποποιήσῃς”. Ἡ μετάνοια ἐκδηλώνεται στήν ταπεινή ψυχή πού διψᾶ γιά τή συγχώρεση τῶν ἁμαρτημάτων της καί δέεται γιά τή σωτηρία της. Καί συγχρόνως παρακαλεῖ γιά τή βοήθεια στά προβλήματά της. Ἡ ἐσωτερική μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στό νά προκαλέσει τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρός βοήθειά Του. Ἡ μετάνοια δέν ἀνορθώνει μόνο τήν πεσμένη ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία ἀλλά καί τήν πεσμένη ζωή του ἀπό τά δεινά καί τίς θλίψεις του.

γ. Πότε δέν εἰσακούεται ἡ παράκλησή μας;

α. Ὅταν κάνουμε ἁμαρτωλή ζωή καί δέν μετανοοῦμε γιά τίς ἁμαρτίες μας.
β. Ὅταν ὑπάρχει μέσα μας ὑπερηφάνεια καί ἔπαρση.
γ. Ὅταν ὑπάρχει ὀλιγοπιστία.
δ. Ὅταν ξεχνοῦμε τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας.
ε. Ὅταν δεν εἶναι γιά τό συμφέρον τῆς ψυχῆς μας.
δ. Πῶς εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία;
Πρέπει νά εὐχαριστοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο μέ ὕμνους καί δεήσεις δοξολογικές, γιά νά τιμοῦμε ἄξια τή θεία βοήθειά Της. Τό “Ἄξιόν ἐστι ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν Σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν…”, πρέπει νά τό λέγουμε τακτικά. Ἀκόμη καί ἄλλους ὕμνους πού δείχνουν τή δόξα τῆς Παναγίας στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί στή γῆ, πού παρουσιάζει ὁ παρακλητικός κανόνας.
Τήν Παναγία εὐχαριστοῦμε γιά ὅλες τίς δωρεές Της πού προσφέρει σέ μᾶς διά τῆς θείας εὐλογίας Της: “ἀπολαύοντες Πάναγνε, τῶν Σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον, ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώκοντές σε Θεομήτορα” (Μικρός Παρακλητικός Κανών).
Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία, ὅταν ἀναγνωρίζουμε τή θέση Της μέσα στήν ἐκκλησία. Εἶναι ἡ Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ πού ἐγέννησε ἀσπόρως τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ Θεομήτωρ. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: “Θεοτόκον κυρίως καὶ ἀληθῶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον κηρύττομεν· ὡς γὰρ Θεὸς ἀληθὴς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, ἀληθὴς Θεοτόκος ἡ τὸν ἀληθινόν Θεὸν ἐξ αὐτῆς σεσαρκωμένον γεννήσασα”[1].
Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία διότι ἐγέννησε τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Μᾶς πρόσφερε ἕνα καί μοναδικό δῶρο, τή σάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐδώρισε τό τίμιον καί ἁγνό σῶμα Της γιά τή σωτηρία μας. Ἡ προσφορά Της αὐτή εἶναι τό δῶρο πρός τό ἀνθρώπινο γένος.
Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία μέ ὕμνους καί λόγους, μέ τούς ὁποίους τονίζουμε τό θεῖο ἔργο Της ἐπί τῆς γῆς. Ὕμνους δοξαστικούς πού ἔχει καθιερώσει ἡ ἐκκλησία γιά νά δοξάσει τό ὑπερύμνητο θεῖο πρόσωπό Της. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γράφει: “Ἀληθινά δὲν ὑπάρχει γλώσσα ἀνθρώπου, μήτε ὑπερκόσμιος, ἀγγελικός νοῦς ποὺ νὰ μπορεῖ ἐπάξια νὰ ὑμνήσει Ἐκείνη, μὲ τὴν ὁποία μᾶς δόθηκε ἡ δυνατότητα νὰ θεωροῦμε καθαρὰ τὴ δόξα τοῦ Κυρίου”[2]
Εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία, ὅταν προσευχόμαστε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Γιά ἐκείνους πού εἶναι μακρυά ἀπό τό Θεό. Μᾶς ζητᾶ νά προσευχόμαστε γιά τή μεταστροφή τῶν ἀνθρώπων στόν Υἱό Της. Νά πλησιάζουμε τόν Κύριο μέ ἀγάπη, γιά νά λάβουμε πλούσιους καρπούς. Νά προσευχόμαστε πάντοτε, καί σέ καλές στιγμές τῆς ζωῆς μας, ὅπου ὑπάρχει ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία. Νά τόν δοξολογοῦμε καί νά τόν ὑμνοῦμε μέ τήν καθαρή ζωή μας. Νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του. Αὐτός νά εἶναι ὁ ὁδηγός καί ὁ φάρος τῆς ζωῆς μας. Νά εἴμαστε ὑπάκουοι στό ἅγιο θέλημά Του. Νά προοδεύουμε στήν πνευματική ζωή καί νά ἔχουμε πνευματική ἕνωση μέ τό Θεό.
Ὅπως ἐμεῖς παρακαλοῦμε τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο γιά τή δική μας βοήθεια, τό ἴδιο παρακαλεῖ καί Αὐτή ἐμᾶς νά ἀκοῦμε τόν Υἱό Της, νά ἀκοῦμε καί νά τηροῦμε τίς θεῖες ἐντολές Του γιά τή δική μας σωτηρία.
Ἡ Παναγία μᾶς δείχνει τό δρόμο πρός τόν οὐρανό, ἀρκεῖ νά τόν διαβοῦμε μέ τίς ἀρετές Της, ὥστε νά γίνουμε ἄξιοι τῆς ἀγάπης Της.

(Από το βιβλίο του π.Δαμιανού Ζαφείρη "Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ")
πηγή:εδώ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΟ ΣΕ: ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Παρακλητικός Κανών στην Αγ Παρασκευή την Οσιοπαρθενομάρτυρα


Παρακλητικός Κανών στην Αγία Παρασκευή την Οσιοπαρθενομάρτυρα

Zoom in (real dimensions: 505 x 653)Εικόνα

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί 
καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός 
ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Ψαλμός ρμβ΄ (142).
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀλήθειά σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σου. Καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, 
ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου. Ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος, καί 
ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. 
Διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου. Μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἀπ’ ἔμου, καί 
ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα. Γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἡ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα 
τήν ψυχήν μου. Ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός σέ κατέφυγον, δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μου. Τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ 
ἐν γῆ εὐθεία, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ. Ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου, καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. 
Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος σου εἰμι.

Καί εὐθύς τό, Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου., ἐξ ἑκατέρων τῶν Χορῶν, ὡς ἕξης:
Ἦχος δ΄.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.

Ευαρεστήσασα Θεώ, Αθληφόρε, και πειρασθείσα ως χρυσός εν καμίνω, Παρασκευή πανένδοξε, βασάνων πειρασμοίς, θαύματα πηγάζεις νύν, και νοσήματα παύεις, 
και τον υπεράγαθον του Θεού Θεόν Λόγον, υπέρ ημών αεί εκδυσωπείς, όπως αυτού των δωρεών επιτύχωμεν.

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τάς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι, εἰ μή γάρ σύ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; 
Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἔκ σού, σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ψαλμός Ν΄ (50).
Ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου, καί ἀπό τῆς 
ἁμαρτίας μου καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιον μούεεστι διά παντός. Σοί μόνω ἥμαρτον, καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, 
ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν 
ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί 
ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου, καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. 
Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου, καί τό Πνεῦμα σου τό ἅγιον μή 
ἀντανέλης ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. 
Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν 
αἴνεσίν σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην, 
ὁ Θεός, οὐκ ἐξουδενώοει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί 
ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ωδή α΄. Ήχος πλ. δ΄. Υγράν διοδεύσας.
Υμνών σου την μνήμην παρακαλώ, ένδοξε Παρθένε, τών πταισμάτων μου τάς σειράς, διάρρηξον τάχος ταίς πρός Κτίστην, τον Πανοικτίρμονα πρεσβείαις σου.
Μεγίστη η δύναμις, ήν σεμνή, έλαβες αξίως, εκ Θεού τού θαυματουργείν· ταύτην ούν χρωμένη ήδη παύσον, τά πολυχρόνια πάθη μου δέομαι.
Νομίμως αθλήσασα επί γης, Παρασκευή Μάρτυς, καί το στέφος εν ουρανώ, σής απολαβούσα καρτερίας, υπέρ ημών τον Σωτήρα ικέτευε.

Θεοτοκίον.
Όμματι, Πανάσπιλε, επ’ εμοί, ιλέω σου βλέψον, καί ιάτρευσον τά δεινά, τού σώματος πάθη καί τάς νόσους, αποσκοράκισον θείαις πρεσβείαις σου.
xristianos.gr
Ωδή γ΄. Σύ εί το στερέωμα...
Ισχύϊ του Πνεύματος, του Παναγίου ημάς ελέησον, Παρασκευή, και νόσων παντοίων, σαίς λιταίς ελευθέρωσον.
Σώσον ταίς πρεσβείαις σου, Παρασκευή πανακήρατε, πάντας ημάς, τους σε ανυμνούντας και ευφήμως γεραίροντας.
Γενού μοι, Πολύαθλε, τώ τεθλιμμένω προστάτις σύντονος, και εκ παθών, και κινδύνων ρύσαι, ταίς ευχαίς σου και θλίψεων.

Θεοτόκιον
Εξελού, Πανάχραντε, νόσων δεινών με και θλίψεων, των αφειδώς, καταπιεζόντων, τον σόν δούλον εκάστοτε.

Ωδή δ΄. Εισακήκοα, Κύριε.
Ρώμην δίδου μοι, Πάνσεμνε, κατά τε δαμόνων καί ολεθρίων παθών, και τον σάλον των πταισμάτων μου, ιεραίς λιταίς σου καταπράϋνον.
Αγαπήσασα Κύριον, καί στεφάνους δόξης κομίσασα, υπέρ πάντων καθικέτευε, των πιστώς τιμώντων σε, Πανεύφημε.
Ικεσίας μου πρόσδεξαι, ώ Παρασκευή· παρθένε πολύαθλε, καί παθών μου την σκοτόμαιναν, σού θερμαίς πρεσβείαις αποδίωξον.

Θεοτοκίον.
Ρύσαι, Κόρη Πανάμωμε, η Θεόν ασπόρως κυήσασα, τον σόν δούλον κινδυνεύοντα, καταποντισθήναί με τοίς πταίσμασιν.

Ωδή ε΄. Φώτισον ημάς.
Ωσπερ Σύ, Σεμνή, εις Νυμφώνα τον Ουράνιον, αυγάζη ταίς ενθέοις μαρμαρυγαίς, ούτω σούς δούλους, δόξης θείας καταξίωσον.
Σου εν τω ναώ, προσελθόντας τους οικέτας σου, ώ Παρασκευή ελευθέρωσον, εκ νοσημάτων, ταίς ευχαίς σου και κακώσεων.
Έρωτι Θεού, την ψυχήν μου πλήξον δέομαι, Παρασκευή, θείαις πρεσβείαις σου, και των παθών μου, την αχλύν νύν εξαφάνισον.

Θεοτοκίον.
Πάναγνε ημείς, κεκτημένοι σε βοήθειαν, σκέπην και βεβαίαν αντιληψιν, παντός κινδύνου, διά σου αεί ρυσθείημεν.

Ωδή στ΄. Ιλάσθητί μου.
Αιμάτων σου τοις κρουνοίς, Παρασκευή ως κατέσβεσας, της απιστίας το πυρ, ούτω νύν κατάσβεσον, την φλόγα των νόσων μου, ταίς σαίς ικεσίαις, και κινδύνων με εξάρπασον.
Ρεόντων το χαμερπές, Παρασκευή πανακήρατε, το άστατον καί φθαρτόν, παριδείν αξίωσον, σον δούλον πρεσβείαις σου, καί αξιωθήναι, θείας δόξης καί λαμπρότητος.
Απάσας τάς κεφαλάς, των ανομούντων συντρίβεσθαι, υπό τους πόδας ημών, Θεόν καθικέτευε, Μάρτυς, τών τιμώντων σου, πόθω την σήν Κάραν, ήν απέτεμεν ο άνομος.

Θεοτοκίον.
Συ ούσα το καθαρόν, καί αγιώτατον τέμενος, Μαρία τού Παντουργού, παράσχου μοι δάκρυα, ψυχήν καθαρίζοντα, καί επάκουσόν μου, της δεήσεως σού δέομαι.
Επίβλεψον μετ’ ευμενείας, Παρασκευή αθληφόρε, επί τά εμά δεινά πάθη τού σώματος, καί ίασιν δώρησαί μοι ευχαίς σου.

Καί Θεοτοκίον.
Eπίβλεψον, εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

Zoom in (real dimensions: 397 x 557)

Ο Ιερεύς μνημονεύει· είτα το Κοντάκιον Ήχος β΄.
Προστάτρια πιστών, Παρασκευή αθληφόρε, πέλουσα, τοίς τη σεπτή εικόνι σου θερμώς προσπελάζουσιν, ικέτευε Χριστόν τον Νυμφίον σου, δωρηθήναι λύσιν των δεινών, 
νόσων και θλίψεων, και αμαρτιών πασών την συγχώρησιν.

Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος δ
Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι, και εισήκουσε της δεήσεώς μου.
Στίχος. Και έστησεν επί πέτραν τους πόδας μου, και κατεύθυνε τά διαβήματά μου.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατά Μάρκον (Ἐ΄ 24 - 34).
Τῷ καιρῶ ἐκείνω ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ὄχλος πολύς, καί συνέθλιβον αὐτόν. Καί γυνή τίς, οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἔτη δώδεκα, καί πολλά παθοῦσα ὑπό πολλῶν ἰατρῶν, καί 
δαπανήσασα τά παρ’ ἑαυτῆς πάντα, καί μηδέν ὠφεληθεῖσα ἀλλά μᾶλλον εἰς τό χεῖρον ἐλθοῦσα, ἀκούσασα περί τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλω ὄπισθεν, ἤψατο τοῦ ἱματίου 
αὐτοῦ, ἔλεγε γάρ. Ὅτι, καν τῶν ἱματίων αὐτοῦ ἄψωμαι, σωθήσομαι. Καί εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγή τοῦ αἵματος αὐτῆς, καί ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπό τῆς μάστιγος. 
Καί εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνούς ἐν ἐαυτῶ τήν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεῖς ἐν τῷ ὄχλω, ἔλεγε. Τίς μου ἤψατο τῶν ἱματίων; Καί ἔλεγον αὐτῶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ. 
Βλέπεις τόν ὄχλον συνθλίβοντα σέ, καί λέγεις. Τίς μου ἤψατο; καί περιεβλέπετο ἰδεῖν τήν τοῦτο ποιήσασαν. Ἡ δέ γυνή, φοβηθεῖσα καί τρέμουσα, εἰδυία ὅ γέγονεν ἐπ’ αὐτή, 
ἦλθε, καί προσέπεσεν αὐτῶ, καί εἶπεν αὐτῶ πάσαν τήν ἀλήθειαν. Ὁ δέ εἶπεν αὐτή. Θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ, ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καί ἴσθι ὑγιής ἀπό τῆς μάστιγός σου. 

Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τῆς Ἀθληφόρου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.

Ήχος πλ. β΄. Μεταβολή των θλιβομένων.
Μεταβολή παντός κινδύνου, απαλλαγή νόσου παντοίας υπάρχουσα, Παρασκευή παρθένε, ρύσαι πάντας των δεινών, της των εναντίων κακουχίας, καί της των 
δαιμόνων εταιρείας, ταίς θείαις σου πρός Θεόν δεήσεσι.

Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου. Ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον 
ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια. Πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας. Δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Προστασίαις 
τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων. Ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. Τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων. 
Τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου 
καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργῶν. Τῶν ἁγίων ἐνδόξων 
μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόιρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν 
ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Της αγίας Παρασκευής της 
Οσιοπαρθενομάρτυρος, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.

Ωδή ζ΄. Παίδες Εβραίων.
Κάραν πάνσεπτον πάντες, της Παρθενομάρτυρος δεύτε Παρασκευής, πιστοί εν ετησίοις, τιμήσωμεν τοις ύμνοις, ως πηγήν ανεξάντλητον, των ιαμάτων αεί, καί θείων δωρημάτων.
Εορτήν παναισίαν, οι πιστοί ορθοδόξως επιτελέσωμεν, φαιδρώς Παρασκευής νύν, την Κάραν προσκυνούντες, καί βοώντες εκ πίστεως· πρόφθασον ρύσαι ημάς, λιταίς σου 
πάσης νόσου.
Υπέρ πάσαν ουσίαν, και υπέρ χρυσίον η Κάρα σου διαλάμπουσα, παρέχει σωτηρίαν, τοίς πίστει, Αθληφόρε, προς αυτήν καταφεύγουσι, και ιατρεύει ψυχών, θανατηφόρους νόσους.

Θεοτοκίον.
Η Θεόν σαρκοφόρον, Παναγία Παρθένε αποκυήσασα, εκ πάντων αδόκητων, κινδύνων τον λαόν σου, και εκ νόσων περισώζε, και αμαρτίας δεσμόν, τάχει λιταίς σου λύσον.

Ωδή η΄. Τον Βασιλέα.
Στόματι πάντες, και καρδία υμνούμεν, την πανένδοξον Μάρτυρα Κυρίου, ότι αρωστίας ετύχομεν την λύσιν.
Εν Ουρανίοις, Παρασκευή αθληφόρε, τοις σκηνώμασι χορεύουσα τών πίστει, σε υμνολογούντων μνημόνευε, παμμάκαρ.
Ρωσθείσα, Μάρτυς, τη ισχύϊ Κυρίου, των τυράννων κατήσχυνας τά θράση· θραύσον καί νύν πάντων, δεσμούς τυραννουμένων.

Θεοτοκίον.
Άχραντε μόνη, ευλογημένη Μαρία, τά δυσίατα ιάτρευσον πάθη, του οικτρού σου δούλου, ίνα σε μακαρίζω.

Ωδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον...
Φλέξον παρανόμων, Παρασκευή Μάρτυς, περί τω θείω τεχνάσματα άθεα· πιστούς δέ πάντας, θείω αυγάσματι λάμπρυνον.
Έμπλεως ενθέου, λάμψεως γενέσθαι, τον σόν οικέτην νυνί καταξίωσον, ταίς προς τον όλων Δεσπότην, λιταίς σου, Πάνσεμνε.
Ίνα σε δοξάζω, Παρασκευή πόθω, τάς ανιάτους μου νόσους θεράπευσον, καί ταίς ευχαίς σου τελείαν, ρώσιν παράσχου μοι.

Θεοτοκίον.
Μόνη Θεοτόκε, ως Αγνή και Μήτηρ, της ακαθάρτου ιλύος με κάθαρον, των ακαθάρτων μωλώπων, καί σώσον, Δέσποινα.

Ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον, καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν.
Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ, καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τήν ὄντως Θεοτόκον, σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις Ὀρθοδόξων ἡ καλλονή, χαίροις διωχθέντων, καταφύγιον ἰσχυρόν, χαίροις τῶν ἐν θλίψει, καί τῶν ἐν ἐξορία, Προκόπιε Θεοφρον, τό παραμύθιον.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια.
Αίτησαι ειρήνην παρά Θεού, ψυχών σωτηρίαν, και κινδύνων απαλλαγήν, θεία αθληφόρε, Παρασκευή, ευχαίς σου, τοις πίστει ευφημούσί σε καί γεραίρουσι.
Πορφυράν εξ αίματος την στολήν, σύ περικειμένη, καί το στέμμα εν κορυφή, έχουσα ώ Μάρτυς, καί την της παρθενίας, κατέχουσα λαμπάδα ημών μνημόνευε.

Καί το Θεοτοκίον.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἁγίοι πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.

Τό Τρισάγιον, τά συνήθη τροπάρια, ἐκτενής καί ἀπόλυσις, μεθ’ ἤν τό ἑξῆς:
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός 
ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Καί το τροπάριον. Ήχος α΄.
Τήν σπουδήν σου τη κλήσει κατάλληλον, εργασαμένη φερώνυμε, την ομώνυμόν σου πίστιν εις κατοικίαν κεκλήρωσαι, Παρασκευή αθληφόρε· όθεν προχέεις ιάματα, 
καί πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών.

Ο Ιερεύς ως έθος μνημονεύει.
Εις την απόλυσιν, ψάλλομεν το παρόν Προσόμοιον.
Ήχος β΄. Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν...

Θύμα τω Δεσπότη καί Θεώ, ήχθης, καλλιπάρθενε, θείον καί παναμώμητον· πάσας όθεν ηύφρανας, τάς ουράνιους αρχάς, καί μακάρων, αοίδιμε, ψυχάς· διό πάντες, 
πίστει σου δεόμεθα, καί πόθω ζέοντι, ρύσαι ταίς λιταίς σου εκ νόσων, καί παντοδαπών εναντίων, ημάς τούς τιμώντάς σε Πανεύφημε.

Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.

Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.

Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.