Παρασκευή 24 Ιουνίου 2022

: «Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί οἱ ψευδοπροφῆτες»

 

ΙΕΡΑ  ΣΥΝΟΔΟΣ  ΤΗΣ ΕΚΚΛΉΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ


Αριθμ. Πρωτ. 2967

Αριθμ.Διεκπ. 1163
Αθηνησι τη‚ 14ῃ Ἰουνίου 2022

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 3060



Πρός
τό Χριστεπώνυμο Πλήρωμα
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Θέμα: «Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί οἱ ψευδοπροφῆτες»

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Μία ἑβδομάδα μετά τήν Ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία φανερώθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, τιμοῦμε τά γεννήματα αὐτῆς τῆς «καινῆς κτίσεως» τῆς Χάριτος, τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, πού εἶναι ὅλοι οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀληθινά Πνευματοφόροι ἄνθρωποι.
Τό Πανάγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ πηγή τῆς Ἁγιότητος καί ὅλων τῶν χαρισμάτων. Χαρίζει τήν θεοποιό Χάρη ἀνάλογα μέ τήν πνευματική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου «καθώς βούλεται» . Κατά τούς θεοφόρους Πατέρες ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν καί ἡ προσευχή εἶναι αἰτίες χορηγήσεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν», γράφει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής, ὄχι οἱ ἀκροατές, ἀλλά οἱ ποιητές τοῦ νόμου θά γίνουν κατοικητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος . Κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων, αὐτό στό ὁποῖο μποροῦμε νά μετάσχουμε δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ ἐνέργεια. Αὐτή ἡ ἐνέργεια ὀνομάζεται θεοποιός Χάρη, Φῶς καί Πνεῦμα Θεοῦ καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν θέωση . Οἱ ταπεινοί γίνονται ἀποδέκτες τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μόνον αὐτοί μποροῦν νά ἀποφανθοῦν μετά βεβαιότητος γιά τά παρόντα καί τά μέλλοντα, νά διακρίνουν ποῦ ὑπάρχει ἀλήθεια καί ποῦ τό ψεῦδος. Οἱ Ἅγιοι καί θεόπτες τῶν χαρισμάτων δέν κομπάζουν, ἀλλά ταπεινώνονται ἀκόμη περισσότερο μετά τήν θεία Ἐπίσκεψη. Ἀντίθετα, οἱ στερούμενοι τῆς Χάριτος εἶναι ψευδοπροφῆτες, πλανῶντες καί πλανώμενοι, λύκοι βαρεῖς μή φειδόμενοι τῶν λογικῶν προβάτων τῆς Ἐκκλησίας καί διακατέχονται ἀπό πνεῦμα ὑπερηφανείας καί κενοδοξίας. Τό φαινόμενο αὐτό τῶν ψευδοαγίων ὑπάρχει σέ κάθε ἐποχή.
Στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός ἔδωσε πολλούς καί μεγάλους προφῆτες. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ σοφός Σολομώντας, ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ κατά καιρούς μεταβαίνοντας σέ ὅσιες ψυχές κατασκευάζει φίλους Θεοῦ καί προφῆτες . Ὅμως ταυτόχρονα παρουσιάσθηκαν καί πολλοί ψευδοπροφῆτες στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ . Ἤδη ἀπό τήν ἀρχή ὁ Κύριος προειδοποίησε τόν λαό Του γι’ αὐτούς καί ἔδωσε ὡς χαρακτηριστικό σημάδι ἀναγνωρίσεώς τους τήν παρέκκλιση ἀπό τήν ἀληθινή πίστη . Οἱ ψευδοπροφῆτες δέν μιλοῦσαν «ἀπό στόματος Κυρίου» , ἀλλά «ἀπό καρδίας αὐτῶν» . Δέν τούς ἀπέστελλε ὁ Θεός καί αὐτοί ἔσπευδαν νά προφητεύουν, δέν λαλοῦσε πρός αὐτούς ὁ Θεός καί αὐτοί προφήτευαν . Γιά νά ἀρέσουν καί νά γίνουν ἀποδεκτοί χρησιμοποιοῦσαν τήν κολακεία. Ἐνῶ ἔβλεπαν ὅτι ὁ λαός εἶχε ἀπωθήσει τόν λόγο τοῦ Κυρίου, τοῦ προφήτευαν ὅτι θά ἀπολαμβάνει πραγματική εἰρήνη . Ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἐξαπατοῦν τόν λαό μέ τίς ψευδεῖς προφητεῖες τους καί νά τόν ὁδηγοῦν στήν καταστροφή . Γι’ αὐτό στό τέλος καταντροπιάζονταν, γίνονταν καταγέλαστοι καί ἔπεφταν σέ τέλεια καταφρόνηση καί ἀνυποληψία ἀπό τόν λαό . Ἐμφανίζονταν «ὡς ἀλώπεκες ἐν ταῖς ἐρήμοις» . Δηλαδή ὅπως οἱ ἀλεποῦδες ἀγαποῦν νά κυκλοφοροῦν σέ ἔρημα μέρη, ἔτσι καί οἱ ψευδοπροφῆτες ἐμφανίζονταν κατ’ ἐξοχήν σέ ἐποχές κατά τίς ὁποῖες ὁ λαός λόγῳ τῆς ἀσέβειας καί τῆς ἁμαρτίας εἶχε ἐρημωθεῖ ἀπό τήν θεία Χάρη καί προστασία.
Στήν Καινή Διαθήκη ὁμοίως «πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον» . Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ἤδη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κηρύγματός Του, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ἐφιστᾶ τήν προσοχή τῶν πιστῶν ἀναφορικά μέ τούς ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται πρός αὐτούς μέ ἐνδύματα προβάτων, ἀλλά ἀπό μέσα εἶναι ἅρπαγες λύκοι . Τά ἁμαρτωλά ἔργα τους ἀποτελοῦν τρανές ἀποδείξεις ὅτι δέν εἶναι δοχεῖα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ . Μάλιστα ὁ Χριστός ἔχει προφητεύσει ὅτι ὅσο θά περνοῦν τά χρόνια καί θά πληθαίνει ἡ ἀνομία, θά αὐξάνονται οἱ ψευδοπροφῆτες καί πολλούς θά παρασύρουν στίς πλάνες τους . Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα εἶναι νά δημιουργοῦν στήν Ἐκκλησία διχοστασίες καί σκάνδαλα, νά ἐνεργοῦν ἀντίθετα πρός τήν διδαχή τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας, νά μήν ὑπηρετοῦν τόν Κύριο, ἀλλά τά προσωπικά τους συμφέροντα καί νά χρησιμοποιοῦν τά κολακευτικά καί εὐγενικά λόγια γιά νά ἐξαπατήσουν τίς καρδιές τῶν ἀγαθῶν ἀνθρώπων . Μέ ἕνα λόγο οἱ ψευδοπροφῆτες καί ὅλοι γενικά οἱ πλανεμένοι ἄνθρωποι εἶναι τά ζιζάνια πού φύτευσε ὁ διάβολος στόν ἀγρό τοῦ Κυρίου γιά νά μήν τελεσφορήσει τό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων .
Στήν σημερινή ἐποχή πλήθυναν οἱ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν παρασύρει ἕναν ἀριθμό πιστῶν καί κινδυνεύουν νά καταλήξουν σέ σχίσμα ἤ αἵρεση. Ἄλλοι ἀπό αὐτούς ἔχουν αὐτοδιορισθεῖ διδάσκαλοι καί μελλοντολόγοι καί ταράσσουν τούς πιστούς μέ διάφορες κινδυνολογίες. Ἄλλοι παρερμηνεύουν λόγια συγχρόνων ἤ καί παλαιοτέρων Ἁγίων καί τά παρουσιάζουν σύμφωνα μέ τόν δικό τους τρόπο σκέψης. Ἄλλοι ἀναφέρονται σέ ἀνώνυμους γέροντες ἤ γερόντισσες πού βρίσκονται ἐν ζωῇ, οἱ ὁποῖοι προφητεύουν ἐπικείμενες καταστροφές καί πολέμους καί ἀρκετές φορές μάλιστα θέτουν καί συγκεκριμένες ἡμερομηνίες, καί ὅταν δέν πραγματοποιηθοῦν, ἀντί νά σιωπήσουν ἀπό ντροπή, δέν χάνουν τήν διάθεσή τους, ἀλλά θέτουν ἐκ νέου ἄλλες ἡμερομηνίες. Ἄλλοι ἐπίσης ἐμφανίζουν ἱερά ἀντικείμενα πού δακρύζουν, αἱμορροοῦν καί παρουσιάζουν διάφορα ἄλλα ἔκτακτα καί θαυμαστά φαινόμενα. Ἀσφαλῶς ἡ Ἐκκλησία ἀναμφισβήτητα ἀποδέχεται καί τά ἅγια ἀντικείμενα καί τίς ἅγιες Εἰκόνες καί τήν ἐκδήλωση ποικίλων φαινομένων τῆς θείας Χάριτος διά μέσου αὐτῶν, ὅμως χρειάζεται ἐπίσης πολλή προσοχή καί διάκριση, ἰδίως στήν ἐποχή μας, στήν ὁποία, μέ τήν κυριαρχία τοῦ διαδικτύου, τέτοιες καταστάσεις προβάλλονται ταχύτατα καί γίνονται ἀμέσως γνωστές. Ὁ μεγάλος Ἅγιος καί προφήτης τῶν ἡμερῶν μας, ὁ γέροντας Πορφύριος, παρατηροῦσε ὅτι «αὐτά τά σημεῖα... δέν εἶναι ὅλα θεϊκά. Μερικά ἀπ’ αὐτά τά προκαλεῖ ὁ διάβολος μέσῳ τῶν ἀνθρώπων. Χρειάζεται προσοχή» . Γι’ αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί σέ ἀνάλογες περιπτώσεις, μήπως πίσω ἀπό αὐτές δέν βρίσκεται τό χέρι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ πονηρός καί ἄνθρωποι πού διακατέχονται ἀπό πνεῦμα πλάνης καί διάθεση αὐτοπροβολῆς, αὐτόκλητοι σωτῆρες, πού δέν ὑπηρετοῦν τό θεῖο θέλημα, ἀλλά τό ἴδιον συμφέρον.
Ἔχοντας αὐτά ὑπ’ ὄψιν ἐφιστοῦμε τήν προσοχή τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας μας· νά μήν παρασύρονται ἀπό τούς διαφόρων εἰδῶν πλάνους καί ἀγύρτες καί ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι τούς ἀποσποῦν ἀπό τόν κύριο σκοπό τους, τήν πρόοδο στήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν πνευματική ζωή, καί στρέφουν τήν προσοχή τους σέ ἀρρωστημένες καταστάσεις καί σέ δραστηριότητες καί ἐνασχολήσεις πού δέν ὠφελοῦν σέ τίποτε, ἀλλά μᾶλλον προξενοῦν θόρυβο καί ταραχή καί σκανδαλισμό καί σχίσιμο τοῦ ἀρράφου χιτῶνος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ.
Ἄς μένουμε πιστοί στήν παράδοση πού ἔχουμε παραλάβει μέσα στήν Ἐκκλησία μας, ἄς ἀποφεύγουμε ὅσους αὐτοαπομονώνονται καί ἄς τιμοῦμε καί ὑπακοῦμε στούς Ποιμένες καί Ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἀγρυπνοῦν ὑπέρ ἡμῶν, καί ἄς ἐπιδιώκουμε πρό πάντων «τά τῆς εἰρήνης καί τά τῆς οἰκοδομῆς τῆς εἰς ἀλλήλους» , γιά νά ἀναπαύεται μέσα μας ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, τῆς Εἰρήνης καί τῆς Ἑνότητος. Ἀμήν.

Μέ πατρικές εὐχές καί ἀγάπη

† Ὁ Ἀθηνῶν Ι Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Σ, Πρόεδρος
† Ὁ Σάμου καί Ἰκαρίας Εὐσέβιος
† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἐορδαίας Θεόκλητος
† Ὁ Κασσανδρείας Νικόδημος
† Ὁ Σερρῶν καί Νιγρίτης Θεολόγος
† Ὁ Σιδηροκάστρου Μακάριος
† Ὁ Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωήλ
† Ὁ Ἀργολίδος Νεκτάριος
† Ὁ Θεσσαλιώτιδος καί Φαναριοφερσάλων Τιμόθεος
† Ὁ Μεγάρων καί Σαλαμῖνος Κωνσταντῖνος
† Ὁ Κεφαλληνίας Δημήτριος
† Ὁ Τρίκκης καί Σταγῶν Χρυσόστομος
† Ὁ Καρπενησίου Γεώργιος
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς
† Ὁ Ὠρεῶν Φιλόθεος

Ἀκριβές Ἀντίγραφον
Ὁ Ἀρχιγραμματεύς


† Ὁ Ὠρεῶν Φιλόθεος

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΛΣΒΟΥ



Αναφερόμενοι, την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή των Αγίων Πάντων, στους Αγίους της Εκκλησίας μας, σημειώσαμε ότι  οι πατέρες θεσπίστηκε η εορτή αυτή μια εβδομάδα μετά τη πεντηκοστή, για να φανερωθούν στον κόσμο οι καρποί του Αγίου Πνεύματος.
Για να φανερωθούν τα χαρίσματα και η δύναμη που μοίρασε ο Παράκλητος στους πιστούς, καθιστώντας τους έτσι αγίους
Οι άγιοι μας, αγαπητοί Χριστιανοί,  υπήρξαν συνειδητά μέλη Χριστού. Αυτό σημαίνει ότι ήταν και είναι χριστοφόροι και θεοφόροι,  φορείς των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.
Πόσο λοιπόν αξίζουν οι Άγιοι; Ολόκληρη η κτίση μαζί με όλους τους ανθρώπους της, εάν αντιπαρατεθεί μπροστά τους, δεν θα βρεθεί κάτι που να αξίζει όσο οι Άγιοι. Αυτοί απέδειξαν με τη ζωή τους την ύπαρξη του Θεού και Τον δόξασαν με τη ζωή τους και την ομολογία τους. Αυτοί έδειξαν πόσο ψηλά μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος.
Οι Άγιοι δεν πέθαναν ποτέ. Ζουν ανάμεσά μας. Τους αισθανόμαστε ολοζώντανους να πρεσβεύουν για μας. Να δέονται για τον κόσμο μας, να μας μεταγγίζουν τη Χάρη του Θεού. Γι’ αυτούς ο Θεός δεν εγκαταλείπει όλους εμάς που παραβαίνουμε τόσο εύκολα το θέλημά του.
«Έτσι λοιπόν καμιά αμφισβήτηση δεν επιδέχεται η άποψη ότι για την Εκκλησία οι άγιοι είναι οι φορείς της αγάπης του Θεού στο κόσμο, οι «αυθεντικοί μάρτυρες της παρουσίας και της εμφανίσεως του Θεού στα σπλάχνα του λαού του» κατά τον π. Ιωάννη Μέγεντορφ. Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής επισημαίνει ότι οι άγιοι μεγαλοφυώς πέρασαν τον παρόντα αιώνα των εμποδίων και αφού ολοκληρωτικά οδηγήθηκαν στο Θεό, αξιώθηκαν να συνενωθούν μαζί του και να φορέσουν, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου. Κατά τον επιτυχή επίσης χαρακτηρισμό του αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού οι άγιοι είναι οι «προστάται του γένους παντός». Βοηθούν, συντρέχουν, υποφέρουν, σηκώνουν το σταυρό κάθε ανθρώπου, αγαπούν και γίνονται με την αγιότητά τους υπόδειγμα και μίμηση των πιστών. Σ' αυτό το γεγονός στηρίζεται η οικειότητα των πιστών και η τιμή που απονέμουν στους αγίους, ο πλούτος των εορτών και των πανηγύρεων, που τόσο έντονα χαρακτηρίζουν την καθημερινή ζωή της Εκκλησίας. Τα συναξάρια είναι το αποθησαύρισμα της ιστορικής μνήμης της Εκκλησίας. Αποτελούν διαφυλαγμένα σε κάθε λειτουργική πράξη, την καθημερινή παιδεία των ορθοδόξων, το διδασκαλείο της ευσέβειας και της αγιότητας». Ι.Μ. Μυτιλήνης)
Το νησί μας είχε από το Θεό την ευλογία μα και το καύχημα να αγιαστεί με περισσότερους από 37 αγίους. Λίγα μέρη έχουν τόσους πολλούς αγίους.  Άλλοι από αυτούς είναι Λέσβιοι, έζησαν και πέθαναν ή μαρτύρησαν στη Λέσβο. Άλλοι έζησαν σε διάφορα μέρη και ήρθαν στη Λέσβο και την αγίασαν με το μαρτυρικό τους αίμα. Ήταν άνθρωποι κάθε ηλικίας και τάξεως. Επίσκοποι, ιερείς, επαγγελματίες, εργάτες, απλοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροντες, όλοι όμως με θερμή πίστη, με αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία, με αγιότητα ζωής που έλαμπαν και φώτιζαν και τους άλλους. Όλοι αυτοί έχουν κάποια ημέρα που εορτάζουν. Για όλους έχουν γραφεί ιερές ακολουθίες. Για πολλούς από αυτούς έχουν κτιστεί ναοί και εκκλησάκια σε διάφορα μέρη του νησιού μας. Πολλοί μάλιστα από αυτούς έχουν αφήσει πολύτιμη πνευματική κληρονομιά τα άγια λείψανά τους. Τους αξίζει κάθε δόξα και κάθε τιμή. Η Εκκλησία της Μυτιλήνης καθιέρωσε την εορτή των εν Λέσβω διαλαμψάντων αγίων την Κυριακή, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων, δηλαδή σε δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα της Πεντηκοστής.
Μέσα στη  χορεία αυτών ιδιαίτερη είναι η θέση και η τιμή, των νεομαρτύρων.
Με τον όρο Νεομάρτυρες χαρακτηρίζεται εκείνη η τάξη των μαρτύρων που άθλησαν για τη χριστιανική πίστη κυρίως κατά τη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Είναι οι ομολογητές της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης (παιδιά, άνδρες, γυναίκες, μοναχοί, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες), οι οποίοι σφράγισαν με το αίμα τους την ομολογία τους για τον Ιησού Χριστό. Κυρίαρχο στοιχείο του μαρτυρίου των Νεομαρτύρων, σε πολλές περιπτώσεις, υπήρξε η «μαρτυρία του αίματος», επιβεβαίωση δηλαδή της ακλόνητης πίστης τους στον Ιησού Χριστό με κάθε είδους ταλαιπωρίες και βασανιστήρια τα οποία οδηγούσαν στο θάνατο.
Πόσοι είναι οι Νεομάρτυρες είναι δύσκολο να υπολογίσουμε. Πολλοί από αυτούς παραμένουν σε παντελή αφάνεια, γιατί δεν έχουν διασωθεί διηγήσεις για το μαρτύριό τους. Ο λόγιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος, κατά τον 17 ο αιώνα, αναφέρει ότι στις περιοχές των ορθοδόξων δεν υπάρχει πόλη και τόπος που να μην «προχέονται υπέρ της ευσεβείας τα αίματα» 
Η Λέσβος καθ' όλη τη διάρκεια τω πρώτων χριστιανικών χρόνων, του Βυζαντίου, αλλά και της επώδυνης δουλείας στον Τούρκο δυνάστη, αξιώθηκε να είναι αγιοτόκο νησί. Ανέδειξε πλειάδα αγίων και Νεομαρτύρων και σήμερα κατέχει ως «θησαυρόν τιμαλφή» τα ιερά λείψανα πολλών μαρτυρησάντων αγίων.
Όλους αυτούς γιορτάζουμε σήμερα. Τους Αγίους του νησιού μας. Τους δικούς μας Αγίους. Τους συγγενείς μας, θα μπορούσαμε να πούμε Αγίους. Σήμερα πάνδημα αποδίδουμε την οφειλόμενη τιμή, σ’ αυτούς που άγιασαν με το αίμα τους, με τον ιδρώτα τους, με τους κόπους τους, τα μυροβόλα χώματα του νησιού μας. Σήμερα τα λείψανα τόσων μαρτύρων, νεομαρτύρων, ομολογητών, οσίων και ασκητών βρίσκονται συγκεντρωμένα για να προστρέξουμε σ’ αυτά, να προσπέσουμε με ευλάβεια μπροστά τους και να λάβουμε χάρη απ’ τη χάρη τους.
Σήμερα σαλπίζει σάλπισμα θριάμβου και φέρει σε μας αγιοφόρο μήνυμα. Παρουσιάζει μπροστά μας «θεηγόρους οπλίτας της παρατάξεως Κυρίου. Αστέρας πολύφωτους του νοητού στερεώματος. Της μυστικής Σιών τους ακαθαίρετους πύργους. Τα μυρίπνοα άνθη του παραδείσου». Παρατάσσει ενώπιον μας τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, την ολοζώντανη χορεία των αγίων μας.
Γι’ αυτό λοιπόν αδελφοί μου.
Σήμερα που η Εκκλησία μας, θέτει προ των οφθαλμών μας και πάλι χορεία και σωρεία Αγίων, ας σταθούμε με σεβασμό, με χαρά, με περηφάνια και καύχηση, για τους ανεκτίμητους αυτούς θησαυρούς, που με τίποτε άλλο δεν συγκρίνονται και με τίποτε δεν ανταλλάσσονται. Ας προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε τα ίχνη της θείας πορείας τους πάνω στη γη, να εντοπίσουμε τον τρόπο της ζωής τους, τους αγώνες τους, τις προσευχές τους, τις θείες εμπειρίες τους, και ας ζητήσουμε χάρη απ’ τη χάρη τους, βοήθεια, προστασία, μεσιτεία. Ο Θεός τους δόξασε και τους χάρισε πλούσια τη χάρη Του ώστε και στη ζωή τους, και μετά την κοίμηση τους, να χαρίζουν παντοδαπές και πλούσιες δωρεές, είτε με τα Άγια τους λείψανα, είτε με τις ιερές εικόνες τους, είτε και με την απλή και μόνο αναφορά στο όνομα τους.
Ας μην επιτρέψουμε λοιπόν την αλλοτρίωση στη ψυχή μας.
Ας μην δηλητηριάσουμε τα αισθητήρια της πίστεως μας με ανόητες και βλαβερές      διδασκαλίες.
Είναι κρίμα να έχουμε μπροστάρηδες τους Αγίους μας και μεις να ακολουθούμε ανθρωποειδή, αμφιβόλου ποιότητος και λογικής. 

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

 
έ τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων, κατακλείεται ὁ κινητός κύκλος τῶν ἑορτῶν, πού ἄρχισε ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου. Στό κατανυκτικό Τριῴδιο καί στό χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο μᾶς παρουσίασε ἡ Ἐκκλησία ὅλο τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας μέ κέντρο τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα. Εἴδαμε τήν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων καί τήν ἀνόρθωσι τοῦ γένους μας διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χαιρετίσαμε τήν ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στόν κόσμο καί πανηγυρίσαμε τήν γέννησι τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τόν ἐγκαινισμό καί τήν ἔκχυσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἐπί πᾶσαν σάρκα». Σέ στενό σύνδεσμο μέ τήν ἑορτή αὐτή εὑρίσκεται ἡ παροῦσα ἑορτή, ἡ σφραγίς καί τό τέλος τῆς μεγάλης ἑορταστικῆς περιόδου. Ἔρχεται δηλαδή σάν ἀπόδειξις τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο. Γιατί μᾶς παρουσιάζει τούς καρπούς τῆς σπορᾶς ἐκείνης, τόν θερισμό τῶν λευκῶν χωρῶν πού ἐστάλησαν νά θερίσουν οἱ ἀπόστολοι. Καί ὅπως παρατηρεῖ πολύ ὡραῖα ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάριο τῆς ἡμέρας: οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν τήν ἑορτή αὐτή μετά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά νά δείξουν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος διά τῶν ἀποστόλων ἐπέτυχε νά ἁγιάσῃ καί νά σοφίσῃ τό ἀνθρώπινο φύραμα καί νά ἀποκαταστήσῃ τούς ἀνθρώπους στήν θέσι τῶν ἀγγέλων διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέ τήν προσφορά τοῦ μαρτυρικοῦ των αἵματος, εἴτε μέ τήν ἐνάρετο πολιτεία καί διαγωγή των. Καί ἔργο ὑπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει τό Πνεῦμα, ὁ Θεός, καί ἀνεβαίνει ὁ χοῦς, ὁ ἄνθρωπος. Ἀνεβάζει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τήν θεωθεῖσα σάρκα καί ἕλκει μαζί της καί ἐκείνους πού θέλουν νά πράξουν ἔργα συνδιαλλαγῆς μέ τόν Θεό. Οἱ πρίν ἀποξενωμένοι ἀπό τόν Θεό, ἑνώνονται μέ τόν Θεό καί γίνονται φίλοι Του. Τά ἔθνη προσφέρουν τήν ἀπαρχή των, τούς ἁγίους Πάντας.
Ἀλλά καί ἕνας δεύτερος λόγος προεκάλεσε τήν σύστασι τῆς συλλογικῆς αὐτῆς ἑορτῆς. Πολλοί ἅγιοι εἶναι γνωστοί καί τιμῶνται μέ ἑορτές καί πανηγύρεις ἀπό τήν ἐκκλησία. Καί σέ πολλούς ὅμως ἄλλους ἐσκήνωσε τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί τούς καθηγίασε. Ἔμειναν ὅμως ἄγνωστοι καί ἀφανεῖς. Αὐτούς λοιπόν τούς ἀγνώστους της ἁγίους τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία, ὅσους «κατά Χριστόν ἐπολιτεύσαντο ἐν Ἰνδοῖς καί Αἰγυπτίοις καί Ἄραψι καί Μεσοποταμίᾳ τε καί Φρυγίᾳ καί τοῖς ἄνωθεν τοῦ Εὐξείνου. ἔτι δέ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἑσπερίᾳ ἄχρι καί αὐτῶν τῶν Βρεττανικῶν νήσων, ἁπλῶς εἰπεῖν ἐν Ἀνατολῇ καί Δύσει».
Καί ἕνας τρίτος λόγος προβάλλεται ἀπό τόν συναξαριστή. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅσοι χωριστά τιμῶνται θά ἦταν ἐπιβεβλημένο νά συναθροισθοῦν σέ μία κοινή ἑορτή, γιά νά δειχθῇ μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὅτι ὅλοι μαζί γιά ἕνα Χριστό ἀγωνίσθηκαν, σέ ἕνα κοινό στάδιο, τό στάδιο τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς, ἔτρεξαν, ἑνός Θεοῦ δοῦλοι ἦσαν καί ἀπό αὐτόν ἀξίως ἔλαβαν τούς στεφάνους τῆς νίκης. Γιά νά εἶναι ἔτσι ἡ κοινή ἑορτή κοινή παρόρμησις στούς πιστούς, πού πιστεύουν στόν ἴδιο Χριστό καί εἶναι δοῦλοι τοῦ ἰδίου Θεοῦ καί ἀγωνίζονται ὅπως καί ὅλοι ἐκεῖνοι στόν στίβο τοῦ ἀθλήματος τῆς κατά Χριστόν πολιτείας. Παρόρμησις, ἀλλά καί βεβαία ἐλπίς, ὅτι τήν δόξα ἐκείνων θά κατακτήσουν καί οἱ σημερινοί ἀγωνισταί καί στόν χορό ἐκείνων θά συναριθμηθοῦν καί ἐκεῖνοι, πού βαστάζουν σήμερα «τό βάρος τῆς ἡμέρας καί τόν καύσωνα» (Ματθ. 20, 12). Ὅτι ἡ ἑορτή αὐτή θά εἶναι αὔριο καί δική μας ἑορτή, ὅταν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ εὐδοκήσῃ νά μᾶς καλέσῃ στόν μακάριο κόσμο τῆς θριαμβευούσης στόν οὐρανό Ἐκκλησίας. Γιατί μέ τήν ἐλπίδα αὐτή ζοῦν τά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας. ὅτι καί αὐτά πού ἀκούουν σήμερα τό «Τῇ σήμερον ἡμέρᾳ, Κυριακῇ μετά τήν Πεντηκοστήν, τήν τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐν Ἀσίᾳ, Λιβύῃ καί Εὐρώπῃ, Βορρᾷ τε καί Νότῳ, ἁγίων πάντων ἑορτήν ἑορτάζομεν» κάποτε θά συνεορτάζουν καί θά συνεορτάζωνται μαζί μέ αὐτούς.
«Τοῦ Κυρίου μου πάντας ὑμνῶ τούς φίλους,
εἴ τις δέ μέλλων εἰς τούς πάντας εἰσίτω
».
Ἡ ἑορτή ὅμως ἀρχικῶς δέν εἶχε τόσο εὐρύ περιεχόμενο. Ἦταν ἑορτή μόνο πάντων τῶν μαρτύρων. Ἤδη κατά τόν Δ’ αἰῶνα ἔχομε λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στήν ἑορτή αὐτή. Καί τό Τυπικό τῆς Ἁγίας Σοφίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’ αἰῶνα προβλέπει σύναξι καί παννυχίδα στήν Μεγάλη Ἐκκλησία καί στόν ναό τῶν ἁγίων Μαρτύρων, πού ἔκειτο πλησίον τοῦ ναοῦ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ἡ ἑορτή τιτλοφορεῖται «τῶν ἁγίων Πάντων», ἀλλά τό συναξάριο τῆς ἡμέρας προσδιορίζει ὅτι ἐπιτελεῖται ἡ μνήμη «τῶν αὐτῶν ἁγίων καί καλλινίκων μαρτύρων τῶν ἐν πάσῃ τῇ οἰκουμένῃ κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ἄν ἡ πληροφορία τοῦ Ξανθοπούλου εἶναι ἀκριβής, ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων ἐθεσπίσθη ἐπί Λέοντος τοῦ Σοφοῦ, ὅταν αὐτός ἔκτισε ναό καί ἤθελε νά τόν τιμήσῃ ἐπ᾽ ὀνόματι τῆς συζύγου του Θεοφανοῦς, πού εὐηρέστησε «κατ᾽ ἄκρον τῷ Θεῷ». Τοῦ ὑπεδείχθῃ ὅμως, ὅτι δέν θά ἦτο φρόνιμο νά ἀνατεθῇ ναός σέ γυναῖκα ἔστω καί ἁγία, πού ἀπέθανε ὅμως πρό ὀλίγου καί δέν τῆς ἔδωσε ἀκόμη ὁ χρόνος «τό τίμιον καί σεβάσμιον». Ὁ βασιλεύς ἐπείσθη καί ἀνέθεσε τόν ναό στήν τιμή τῶν «ἁπανταχοῦ τῆς γῆς πάντων ἁγίων... εἰπών. Εἰ καί Θεοφανώ ἁγία μετά τούτων πάντων συναριθμείσθω».
Ὅπως ὅμως καί ἄν προῆλθε ἡ ἀρχή τῆς νέας ἑορτῆς μέ τό γενικό περιεχόμενο, ὄχι δηλαδή μόνο τῶν μαρτύρων ἀλλά καί ὅλων τῶν ἁγίων, ἡ ἐπέκτασίς της ἦταν πολύ ἐπιτυχής. Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνοι πού ἔχυσαν τό αἷμά των γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἔδωσαν ἔτσι τήν σφραγῖδα στήν πίστι καί στήν μαρτυρία των. Μάρτυρες εἶναι καί ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν τόν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἐβάστασαν μέ καρτερία τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο αὐτόν. Αὐτοί πού ἐμαρτύρησαν διά Χριστόν τό καθημερινό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Οἱ ὁμολογηταί, πού ὡμολόγησαν τήν καλή ὁμολογία «ἐνώπιον ἐθνῶν τε καί βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Οἱ ἱεράρχαι, πού ἐποίμαναν θεοφιλῶς τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καί ἐστήριξαν τήν ὀρθή πίστι. Οἱ ὅσιοι καί οἱ ἀσκηταί, πού ἐσταύρωσαν τήν σάρκα «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. 5, 24). Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, πού ἔζησαν στήν γῆ τῶν πειρασμῶν καί τῶν δοκιμασιῶν, ἀλλά πού «ἐπολιτεύοντο» σάν νά βρισκόταν στόν οὐρανό. Καί μαζί μέ αὐτούς οἱ προφῆται, οἱ δίκαιοι καί οἱ προπάτορες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἔζησαν κατά νόμον καί «ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως» περιμένοντες τήν ἐπαγγελία (Ἑβρ. 11, 39). Καί ἐξαιρέτως ἡ ἁγίων ἁγία, ἡ ὑπεραγία παρθένος καί μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος Μαρία.
Καί ἐνῷ ἡ παλαιά ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς μένει πιστή στό ἀρχικό θέμα, τούς μάρτυρας, ὅπως τό ἀπολυτίκιο «Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου...» καί τό κοντάκιο «Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως τῷ φυτουργῷ τῆς κτίσεως, ἡ οἰκουμένη προσφέρει σοι, Κύριε, τούς θεοφόρους μάρτυρας...», ἡ νεωτέρα ὑμνογραφία ἐπεκτείνει τήν ἀνύμνησί της σ᾽ ὅλους τούς χορούς τῶν ἁγίων.

Ἄς δοῦμε τρία ἀπό τά ἐκλεκτότερα τροπάρια τῆς ἑορτῆς, τά στιχηρά τῶν αἴνων τοῦ δ’ ἤχου, πρός τό «Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσι» καί τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου:

«Τούς ἁγίους ὁ Κύριος
τούς ἐν γῇ ἐθαυμάστωσε.
τά αὐτοῦ γάρ στίγματα καί παθήματα
ἐν τῇ σαρκί ἀνεδέξαντο,
ἐν τούτοις κοσμούμενοι
καί ταῖς θείαις καλλοναῖς
προφανῶς ἀναθέμενοι.
Οὕς ὑμνήσωμεν,
ὡς ἀμάραντα ἄνθη,
ὡς ἀστέρας
ἀπλανεῖς τῆς Ἐκκλησίας,
ὡς ἐθελόθυτα θύματα
».

«Σύν προφήταις ἀπόστολοι,
σύν ὁσίοις διδάσκαλοι,
σύν ἱερομάρτυσι πάντες δίκαιοι
καί γυναικῶν αἱ ἀθλήσασαι
καί πόθῳ ἀσκήσασαι,
τῶν ἁγίων ἡ πληθύς
καί δικαίων τά τάγματα
εὐφημείσθωσαν
ἱεραῖς μελῳδίαις,
ὡς τῆς ἄνω
βασιλείας κληρονόμοι,
ὡς Παραδείσου οἰκήτορες
».

«Οἱ τήν γῆν οὐρανώσαντες
ἀρετῶν ἐν φαιδρότητι,
οἱ Χριστοῦ τόν θάνατον μιμησάμενοι,
ἀθανασίας τήν πρόξενον
ὁδόν οἱ βαδίσαντες,
οἱ τά πάθη τῶν βροτῶν
χειρουργίᾳ τῆς χάριτος
ἐκκαθάραντες,
οἱ ἐν ὅλῳ
τῷ κόσμῳ ὁμοψύχως
ἐναθλήσαντες γενναίως,
ἀνευφημείσθωσαν μάρτυρες
».

«Δεῦτε πιστοί,
σήμερον χορείαν ἐπικροτήσαντες,
εὐσεβῶς πανηγυρίσωμεν
καί τῶν ἁγίων πάντων τήν ἔνδοξον
καί σεβάσμιον μνήμην ἐνδόξως τιμήσωμεν,
λέγοντες.
Χαίρετε, ἀπόστολοι ἔνδοξοι,
προφῆται καί μάρτυρες
καί ἱεράρχαι.
Χαίρετε, ὁσίων ὁ δῆμος
καί τῶν δικαίων.
Χαίρετε, τιμίων γυναικῶν ὁ χορός
καί Χριστόν ὑπέρ τοῦ κόσμου πρεσβεύσατε,
νίκας τῷ βασιλεῖ κατά βαρβάρων δωρήσασθαι
καί ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τό μέγα ἔλεος
».


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ ΒΥΡΩΝΑ ΚΑΙ  ΥΜΗΤΤΟΥ
http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/easter/pantes/pater_2.htm

Σάββατο 4 Ιουνίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΣΥΝΟΔΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα Κυριακῆς , Ζ΄ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Πράξ. κ΄ 16-18, 28-36)
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἔκρινεν ὁ Παῦλος παραπλεῦσαι τὴν ῎Εφεσον, ὅπως μὴ γένηται αὐτῷ χρονοτριβῆσαι ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ· ἔσπευδε γάρ, εἰ δυνατὸν ἦν αὐτῷ, τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς γενέσθαι εἰς ῾Ιεροσόλυμα. Ἀπὸ δὲ τῆς Μιλήτου πέμψας εἰς ῎Εφεσον μετεκαλέσατο τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας. ὡς δὲ παρεγένοντο πρὸς αὐτόν, εἶπεν αὐτοῖς· προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν. διὸ γρη­γορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον. καὶ τὰ νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν. ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται. πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μνημονεύειν τε τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ, ὅτι αὐτὸς εἶπε· μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν. καὶ ταῦτα εἰπών, θεὶς τὰ γόνατα αὐτοῦ σὺν πᾶσιν αὐτοῖς προσηύξατο.
Ε κεῖνες τίς μέρες, ὁ Παῦλος ἀποφάσισε νά παρακάμψει τήν Ἔφεσο, γιά νά μήν χρονοτριβήσει στήν ἐπαρχία τῆς Ἀσίας· βιαζόταν νά εἶναι στά Ἱεροσόλυμα, ἄν τοῦ ἦταν δυνατό, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀπό τή Μίλητο ὁ Παῦλος ἔστειλε στήν Ἔφεσο καί κάλεσε τούς πρεσβυτέ- ρους τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν ἦρθαν καί τόν συνάντησαν το- ύς εἶπε: «Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ξέρετε πώς συμπεριφέρθηκα ἀπέναντί σας ὅλον τόν καιρό, ἀπό τήν πρώτη μέρα πού πάτησα τό πόδι μου στήν ἐπαρχία τῆς Ἀσίας. Προσέχετε, λοιπόν, τόν ἑαυτό σας καί ὅλο τό ποίμνιο, στό ὁποῖο τό Πνεῦμα τό Ἅγιο σᾶς ἔθεσε ἐπισκόπους γιά νά ποιμαίνετε τήν ἐκκλησία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, πού τήν ἔκανε δική του μέ τό αἷμα του. Ἐγώ τό ξέρω ὅτι μετά τήν ἀναχώρησή μου θά εἰσβάλουν σ΄ ἐσᾶς λύκοι ἄγριοι, πού δέ θά λυπηθοῦν τό ποίμνιο. Ἀκόμα καί ἀπό ἀνάμεσά σας θά βγοῦν πρόσωπα πού θά διδάσκουν πλάνες γιά νά παρασύ- ρουν τούς πιστούς μέ τό μέρος τους. Γι΄ αὐτό να ἀγρυπνεῖτε, καί νά θυμάστε ὅτι τρία χρόνια συνέχεια δέν ἔπαψα νύχτα καί μέρα νά νουθετῶ μέ δάκρυα τόν καθένα σας. Τώρα, ἀδελφοί, σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό καί στό κήρυγμα πού σᾶς ἀποκάλυψε ἡ χάρη του. Αὐτός μπορεῖ νά σᾶς κάνει ὥριμους στήν πίστη καί νά σᾶς δώσει τήν ἐπουράνια ζωή μαζί μέ ὅλους ὅσοι εἶναι δικοί του. Ἀσήμι ἤ χρυσάφι ἤ ἱματισμό ἀπό κανέναν δέ ζήτησα. Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι ξέρετε ὅτι γιά τίς ἀνάγκες τίς δικές μου καί τῶν συνοδῶν μου δούλεψαν αὐτά ἐδῶ τά χέρια. Μέ κάθε τρόπο σᾶς ἔδωσα τό παράδειγμα, ὅτι πρέπει νά ἐργάζεστε ἔτσι σκληρά, γιά νά μπορεῖτε νά βοηθᾶτε αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη. Νά θυμάστε τά λόγια του Κυρίου μας Ἰησοῦ, πού εἶπε: καλύτερο εἶναι νά δίνεις παρά νά παίρ- νεις». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά τά λόγια, γονάτισε αὐτός κι ὅλοι εκείνοι και προσευχήθηκε.

Εὐαγγέλιον Κυριακῆς, Ζ΄ ἀπῦ Πάσχα, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμ. Συνόδου (Ἰωάν. ιζ΄ 1-13)

Τ ῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐπάρας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανόν, εἶπε· πάτερ, ἐλή­λυ­θεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε, καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ­ἐξου­­­σίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ ­δώ­­­σῃ αὐ­τοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ ­αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. ἐγώ σε ­ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν· ὅτι τὰ ρήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

Ε κεῖνο τόν καιρό, σήκωσε ὁ Ἰησοῦς τά μάτια του στόν οὐρανό καί εἶπε: «Πατέρα, ἔφτασε ἡ ὥρα· φανέρωσε τή δόξα τοῦ Υἱοῦ σου, ὥστε κι ὁ Υἱός σου νά φανερώσει τή δι- κή σου δόξα. Ἐσύ τοῦ ἔδωσες ἐξουσία πάνω σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους· ἔτσι κι αὐτός θά δώσει τήν αἰώνια ζωή σέ ὅλους αὐτούς πού τοῦ ἐμπιστεύτηκες. Καί νά ποιά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: Ν΄ ἀναγνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἐσένα ὡς τόν μόνο ἀληθινό Θεό, καθώς κι ἐκεῖνον πού ἔστειλες, τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἐγώ φανέρωσα τή δόξα σου πάνω στή γῆ, ἀφοῦ ὁλοκλήρωσα τό ἔργο πού μοῦ ἀνέθεσες νά κάνω. Τώρα λοι- πόν ἐσύ, Πατέρα, δόξασε μέ κοντά σ΄ ἐσένα μέ τή δόξα πού εἶχα κοντά σου προτοῦ νά γίνει ὁ κόσμος. Ἐγώ σέ ἔκανα γνωστό στούς ἀνθρώπους πού τούς πῆρες μέσα ἀπό τόν κόσ- μο καί μοῦ τούς ἐμπιστεύτηκες. Ἀνήκουν σ΄ ἐσένα, κι ἐσύ το- ύς ἔδωσες σ΄ ἐμένα, κι ἔχουν δεχτεῖ τό λόγο σου. Αὐτοί τώρα ξέρουν πώς ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπό σένα· για- τί τίς διδαχές πού μοῦ ἔδωσες, ἐγώ τίς ἔδωσα σ΄ αὐτούς, κι αὐτοί τίς δέχτηκαν καί ἀναγνώρισαν πώς πραγματικά ἀπό σένα προέρχομαι, καί πίστεψαν πώς ἐσύ μέ ἔστειλες στόν κόσμο. Ἐγώ γι΄ αὐτούς παρακαλῶ. Δέν παρακαλῶ γιά τόν κόσμο ἀλλά γι΄ αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες, γιατί ἀνήκουν σ΄ ἐσένα. Κι ὅλα ὅσα εἶναι δικά μου εἶναι καί δικά σου, καί τά δικά σου εἶναι καί δικά μου, καί δι΄ αὐτῶν θά φανερωθεῖ ἡ δόξα μου. Τώρα δέν εἶμαι πιά μέσα στόν κόσμο· ἐνῶ αὐτοί μένουν μέσα στόν κόσμο, κι ἐγώ ἔρχομαι σ΄ ἐσένα. Ἅγιε Πα- τέρα, διατήρησέ τους στήν πίστη μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματός σου πού μοῦ χάρισες, γιά νά μείνουν ἑνωμένοι ὅπως ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς διατηροῦσα στήν πίστη μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματός σου. Αὐτούς πού μοῦ ἔδωσες τούς φύλαξα, καί κανένας ἀπ΄ αὐτούς δέ χάθηκε, πα- ρά μόνο ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀπώλειας, γιά νά ἐκπληρωθοῦν τά λόγια τῆς Γραφῆς. Τώρα ὅμως ἐγώ ἔρχομαι σ΄ ἐσένα, καί τά λέω αὐτά ὅσο εἶμαι ἀκόμα στόν κόσμο, ὥστε νά ἔχουν τή δική μου τή χαρά μέσα τους σ΄ ὅλη τήν πληρότητά της». 


Σάββατο 28 Μαΐου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

Κυριακή του Τυφλού.

Ευαγγελική περικοπή – Κατά Ιωάννην. Κεφ. θ΄1-38
 
Προχωρώντας στην περίοδο της Πεντηκοστής, φτάνουμε στην Κυριακή του Τυφλού. Η Εκκλησία μας την Κυριακή αυτή μας θυμίζει το θαύμα της θεραπείας ενός ανθρώπου που είχε γεννηθεί τυφλός. Ένα Σάββατο, ενώ έμπαινε στην πόλη ο Ιησούς με τους μαθητές του, συνάντησαν έναν άνθρωπο, που είχε γεννηθεί τυφλός και περνούσε τον χρόνο του ζητιανεύοντας.
Ο Κύριος, βλέποντάς τον, και μετά που μία μικρή συζήτηση που είχε με τους μαθητές του, έφτυσε στο έδαφος και με το υγρό χώμα έφτιαξε λάσπη. Πήρε τη λάσπη στα χέρια του και μ΄ αυτήν άλειψε τα βλέφαρα του τυφλού. Κι ενώ ασφαλώς ο τυφλός άνδρας απορούσε μ΄ αυτήν την κίνηση, ο Κύριος τον έστειλε να ξεπλύνει τη λάσπη στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ.
Πράγματι, χωρίς να διστάσει καθόλου, ο τυφλός υπάκουσε σ΄ αυτήν την εντολή και μόλις ξεπλύθηκε και καθάρισε τη λάσπη από τα βλέφαρά του και μπόρεσε και τα άνοιξε, διαπίστωσε ότι έβλεπε το φως και ό,τι τον περιέβαλε, για πρώτη φορά στη ζωή του. Καταλαβαίνετε τον ενθουσιασμό του. Οι γείτονες που τον έβλεπαν να έχει βρει το φως του, απορούσαν και θαύμαζαν συγχρόνως. Κάποιοι αναρωτιούνταν αν ήταν πραγματικά ο ίδιος, που πριν από λίγη ώρα δεν έβλεπε τίποτε. Δυσκολεύονταν να το πιστέψουν και τον ρωτούσαν συνέχεια κι αυτός τους διηγούνταν ξανά και ξανά τι είχε συμβεί και με ποιον τρόπο θεραπεύτηκε.
Τότε τον πήγαν και στους Φαρισαίους, οι οποίοι διαπίστωσαν από τα λόγια του πρώην τυφλού ότι αυτός που τον είχε κάνει καλά ήταν ο Ιησούς. Τότε άρχισε να υπάρχει διχογνωμία μεταξύ τους: ο Ιησούς ήταν αμαρτωλός επειδή δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου και θεράπευε εκείνη την ημέρα ή ήταν απεσταλμένος από τον Θεό, αφού μπορούσε να κάνει θαύματα;  Ρώτησαν και τη γνώμη του πρώην τυφλού. Αυτός, δείχνοντας την πίστη του και την ευγνωμοσύνη του, δήλωσε στους Φαρισαίους ότι θεωρεί προφήτη αυτόν που τον θεράπευσε.
Τότε οι Φαρισαίοι, μη πιστεύοντας στο θαύμα, φώναξαν τους γονείς του πρώην τυφλού, για να βεβαιωθούν ότι πράγματι γεννήθηκε χωρίς να βλέπει. Ήρθαν οι άνθρωποι αυτοί φοβισμένοι και βεβαίωσαν ότι πράγματι, ο γιος τους ήταν τυφλός μόλις την προηγούμενη μέρα. Ωστόσο, ο γιος τους ήταν πια ενήλικος και μπορούσε να δώσει μόνος του την απάντηση που ζητούσαν.  Έτσι οι Φαρισαίοι ξαναφώναξαν τον άνθρωπο και άρχισαν να τον πιέζουν. Του έλεγαν να ομολογήσει ότι δεν είναι δυνατόν να τον θεραπεύσει ένας άνθρωπος αμαρτωλός, που δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου.
Αλλά ο πρώην τυφλός με τη λογική του απάντηση τους αποστόμωσε, χλευάζοντάς τους συγχρόνως: Ξέρουμε ότι ο Θεός δεν εισακούει τους αμαρτωλούς, αλλά εκείνους που Τον σέβονται και κάνουν το θέλημά του. Από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, δεν ακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός. Δε θα μπορούσε να κάνει τίποτε τέτοιο, αν αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν από τον Θεό. Οι Φαρισαίοι, ακούγοντας αυτά, τον πέταξαν έξω.
Ο Ιησούς τα έμαθε όλα αυτά και όταν βρήκε μπροστά του πάλι τον πρώην τυφλό τον ρώτησε: Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;  Και αφού έγινε η αναγνώριση του Κυρίου από τον πρώην τυφλό, αυτός έπεσε και Τον προσκύνησε λέγοντας: Πιστεύω, Κύριε.
 
 
 
Αποστολικό Ανάγνωσμα: Πράξ. ιστ΄16-34
 
 
ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ ΣΙΛΑΣ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥΣ
 
Κυρ. Τυφλοῦ (Πρξ 16, 16-34)

    Μία μεγάλη περιπέτεια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα ἐξιστορεῖ στὸ ἀπο­στο­λικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ τυφλοῦ ὁ θεόπνευστος ἱστορικὸς Λου­κᾶς, ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ συγγραφεὺς τῶν Πράξεων, περιπέτεια ποὺ ὅ­μως τελικὰ μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Θεοῦ εἶχε εὐχάριστο ἀποτέλεσμα. Ἂς τὴν παρακολουθήσουμε.
    Ὁ Παῦλος ὁ Σίλας ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Τιμόθεος βρίσκονταν στοὺς Φιλίπ­πους, κοντὰ στὴ σημερινὴ Καβάλα. Ἦταν ὥρα ποὺ οἱ δύο πρῶτοι πήγαι­ναν στὸν καθορισμένο τόπο τῆς προσευχῆς, στὸν ὁποῖο προσεύχονταν αὐ­τοὶ καὶ οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τῆς πόλεως. Μὲ ταχύτερο βάδισμα τοὺς προ­φταί­νει καὶ τοὺς ἀκολουθεῖ μία νεαρὴ δούλη, ποὺ εἶχε μέσα τῆς τὸ δαι­μό­νιο τοῦ πύθωνος, δηλαδὴ δαιμόνιο μαντικό, δαιμόνιο μέντιουμ, ποὺ ἔλεγε πράγ­ματα κρυμμένα (ἐξ οὗ καὶ «Πύθιος Ἀπόλλων» καὶ «Πυθία»· ἀπὸ τὸ πυν­θάνομαι = πληροφορῶ). Ἡ νεαρὴ αὐτὴ ἔκανε χρυσὲς δουλειὲς στ’ ἀφεν­τικά της μὲ τὶς μαντεῖες της.
    Αὐτὴ λοιπὸν τοὺς πῆρε ἀπὸ πίσω καὶ φώναζε δυνατά· Αὐτοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καὶ κηρύττουν τὸ δρόμο τῆς σω­τηρίας. Πράγματι μὲ τὰ λόγια της αὐτὰ ἡ παιδίσκη ἔλεγε μία ἀλήθεια. Ἀλλ’ ὁ Παῦλος δὲν ἤθελε ὁ ψεύτης καὶ κακόβουλος διάβολος νὰ γίνεται πι­στευτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη κι ὅταν λέει τὴν ἀλήθεια. Δὲν ἤθελε συστάσεις ἀπὸ τὸ διάβολο. Κι ἐπειδὴ τὸ δαιμόνιο ποὺ ἦταν μέσα στὴ νε­α­ρὴ ἔλεγε γιὰ τὸν Παῦλο καὶ τὸ Σίλα αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὄχι ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπὸ (ἂν εἶναι δυνατὸν ὁ διάβολος νὰ ἔχει ἀγαθὸ σκοπό), τὰ ἔλεγε κάθε φορὰ ποὺ οἱ ἀπόστολοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ, ὁ Παῦλος κουράστηκε καὶ ἐνο­χλή­θη­κε νὰ τ’ ἀκούει, καὶ στραφεὶς πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ παρήγγειλε στὸ ὄνο­μα τοῦ Χριστοῦ νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτήν. Καὶ βγῆκε πράγματι τὴν ἴδια στιγμή.
    Ὅταν πῆραν χαμπάρι τ’ ἀφεντικὰ τῆς νεαρῆς ὅτι χάσανε τὰ συμφέ­ρον­τά τους, γιατί ἡ νεαρὴ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ μαντεύει καὶ νὰ βγάζει λεφτά, ἔπιασαν τὸν Παῦλο καὶ τὸ Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν βιαίως στοὺς ἄρχοντες ἢ στρα­τηγούς, ποὺ εἶχαν τὴν εὐθύνη τῆς δημοσίας τάξεως στὴν ἀγορά, μὲ τὴν καταγγελία ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι Ἰουδαῖοι καὶ διαταράσσουν τὴν πόλη διδάσκοντας θρησκευτικὰ ἔθιμα, ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται σ’ ἐμᾶς τοὺς Ρωμαίους νὰ τὰ παραδεχόμαστε. Ἀπὸ τὶς φωνές τους μαζεύτηκε ὁ κό­σμος ἐναντίον τῶν δύο ἀποστόλων. Τότε οἱ στρατηγοὶ ἔσχισαν τὰ φο­ρέ­μα­τα τῶν ἀποστόλων καὶ διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν μὲ τὰ ρόπαλα (= γκλόπς). Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσαν πολλὰ χτυπήματα, τοὺς ἔρριξαν στὴ φυ­λα­κή, δίνοντας ἐντολὴ στὸ δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φυλάξει σὲ ἀσφαλὲς μέ­ρος, γιὰ νὰ μὴ δραπετεύσουν. Καὶ ἐκεῖνος τοὺς ἔβαλε στὴν πιὸ ἐσωτερικὴ φυ­λακή. Τὰ πόδια τους τὰ ἀκινητοποίησε σ’ ἕνα εἰδικὸ ξύλο, ποὺ προ­κα­λοῦσε πολὺ πόνο.
    Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, παρ᾿ ὅλο τὸν πόνο καὶ τὴν περιπέτεια, εἶχαν τὸ κουράγιο καὶ ἔψαλλαν τὸ Θεό, σὰ νὰ μὴ συνέβαινε τί­πο­τε. Οἱ φυλακισμένοι τοὺς ἄκουγαν καὶ ἀποροῦσαν ποῦ ἔβρισκαν τὴ δύ­να­μη αὐτή. Ξαφνικὰ γίνεται ἕνας μεγάλος τοπικὸς σεισμός. Τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς σείστηκαν. Ἄνοιξαν τὴν ἴδια στιγμὴ ὅλες οἱ πόρτες τῆς φυ­λα­κῆς κι ἔπεσαν ἀπὸ τὰ χέρια ὅλων τῶν φυλακισμένων οἱ ἁλυσίδες. Ξυπνάει ἐκείνη τὴν ὥρα καὶ ὁ δεσμοφύλακας καὶ βλέποντας ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες ἔβγαλε τὸ μαχαῖρι, γιὰ ν’ αὐτοκτονήσει, νομίζοντας ὅτι οἱ φυλακισμένοι ἔχουν δραπετεύσει. Ἀλλ’ ὁ Παῦλος τὸν πρόλαβε καὶ φώναξε δυνατά· Εἴ­μα­στε ὅλοι ἐδῶ· μὴν κάνεις κακὸ στὸν ἑαυτό σου.
    Ὁ δεσμοφύλακας κατάλαβε ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ποὺ μποροῦσαν νὰ φύγουν καὶ δὲν ἔφυγαν οὔτε αὐτοὶ οὔτε οἱ ἄλλοι φυ­λα­κισμένοι, καὶ μποροῦσαν νὰ τὸν ἀφήσουν ν’ αὐτοκτονήσει καὶ δὲν τὸν ἄ­φη­σαν, καὶ καταλήφθηκε ἀπὸ ρῖγος συγκινήσεως. Ζήτησε φῶς, πήδηξε μέσα στὴ φυλακὴ κι ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα μὲ εὐγνω­μο­σύ­νη. Τοὺς βγάζει ἔξω καὶ τοὺς ρωτᾶ πῶς θὰ σώσει τὴν ψυχή του. Καὶ ἐκεῖ­νοι τοῦ ἀπάντησαν· Θὰ σωθεῖς καὶ σὺ καὶ ἡ οἰκογένειά σου πιστεύοντας στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
    Καὶ οἱ δύο ἀπόστολοι εἶπαν τότε σ’ αὐτὸν καὶ στὴν οἰκογένειά του τὰ λό­για τοῦ Θεοῦ. Ὁ δεσμοφύλακας ἠρέμησε καὶ ἐκείνη τὴ νυχτερινὴ ὥρα τοὺς πῆγε σὲ νερὸ καὶ τοὺς ἔλουσε ἀπὸ τὰ αἵματα, ἐνῷ ὁ ἴδιος καὶ οἱ οἰ­κεῖοι του βαπτίστηκαν ὅλοι τὴν ἴδια ὥρα. Στὴ συνέχεια τοὺς ἀνέβασε στὸ σπί­τι του καὶ τοὺς παρέθεσε τραπέζι, καὶ χάρηκε πάρα πολὺ καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του, ἐπειδὴ εἶχαν πιστέψει ὅλοι τους στὸ Θεό.
    Τί νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς; Τὸ ὅτι οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Σίλας δὲν ἀνέχτηκαν τοὺς ἐπαίνους τοῦ διαβόλου; Τὸ ὅτι ἀδιαμαρτύρητα καὶ ἀν­α­πολόγητα δάρθηκαν σκληρὰ καὶ πετάχτηκαν στὴ φυλακή, ἐνῷ μποροῦσαν νὰ γλιτώσουν ἀπὸ τὶς κακοποιήσεις, ἂν ἔκαναν χρήση τοῦ προνομίου τοῦ Ρω­μαίου πολίτου, καθὼς καὶ οἱ δύο τους ἦταν Ρωμαῖοι πολῖτες; Τὸ ὅτι βρῆ­καν τὴ δύναμη καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Θεό, ἐπειδὴ ἔπαθαν αὐτὰ ποῦ ἔπαθαν γιὰ τ’ ὄνομά του; Τὸ ὅτι παρενέβη ὁ Θεὸς μὲ τὸ σεισμὸ καὶ τοὺς ἀπε­λευ­θέ­ρωσε; Τὸ ὅτι μποροῦσαν ν’ ἀποδράσουν καὶ δὲν ἀπέδρασαν; Τὸ ὅτι πρό­λα­βαν τὴν αὐτοκτονία τοῦ δεσμοφύλακα; Τὸ ὅτι ἅρπαξαν τὴν εὐκαιρία καὶ τὸν ἔκαναν Χριστιανὸ σὲ μία ὥρα ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ ξε­κού­ρα­ση καὶ ὕπνο;
    Πῶς νὰ μὴν εἶναι ὁ Θεὸς κοντὰ σὲ τέτοιους ἄντρες τῆς πίστεως;
 
Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης
 
 
 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ


Στό  χρυσωρυχεῖο οὔτε τήν πιό ἀσήμαντη φλέβα δέν θά δεχόταν νά περιφρονήση κανένας κι ἄς προξενῆ πολύν κόπο ἡ ἔρευνά της. Ἔτσι καί στίς θεῖες Γραφές δέν εἶναι χωρίς βλάβη νά προσπεράσης ἕνα γιῶτα ἤ μιά κεραία. Ὅλα πρέπει νά ἐξετάζωνται.
Τό ἅγιο Πνεῦμα τά ἔχει πεῖ ὅλα καί τίποτα δέν εἶναι ἀνάξιο σ̉ αὐτές. Πρόσεξε λοιπόν τί λέει ὁ Εὐαγγελιστής κι ἐδῶ: Αὐτό πάλι ἦταν τό δεύτερο σημεῖο πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, πηγαίνοντας ἀπό τήν Ἰουδαία στήν Γαλιλαία.
Καί δέν πρόσθεσε βέβαια ἔτσι ἁπλᾶ τή λέξη «δεύτερο», ἀλλά τονίζει ἀκόμα περισσότερο τό θαῦμα τῶν Σαμαρειτῶν.
 Δείχνει ὅτι, μόλο πού ἔγινε καί δεύτερο σημεῖο, δέν εἶχαν φτάσει ἀκόμα στό ὕψος ἐκείνων πού τίποτα δέν εἶδαν (τῶν Σαμαρειτῶν) αὐτοί πού ἔχουν δεῖ πολλά καί θαυμάσει.
Ὕστερ̉ ἀπ̉ αὐτά ἦταν ἑορτή τῶν Ἰουδαίων.
Ποιά ἑορτή; Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, νομίζω, καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Συστηματικά τίς γιορτές βρίσκεται στήν πόλη. Ἀπ̉ τή μιά γιά νά φανῆ πώς ἑορτάζει μαζί τους, ἀπ̉ τήν ἄλλη γιά νά τραβήξη κοντά του τόν ἁπλό λαό. Γιατί αὐτές τίς μέρες γινόταν περισσότερη συρροή τῶν πιό ἁπλῶν. Ὑπάρχει στά Ἱεροσόλυμα ἡ προβατική κολυμβήθρα, Βηθεσδά μέ τό Ἑβραϊκό ὄνομά της, μέ πέντε στοές.

Σ̉ αὐτές ἦσαν πεσμένοι ἄρρωστοι πλῆθος - κουτσοί, τυφλοί, ξηροί, πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ. Τί σημαίνει αὐτός ὁ τρόπος τῆς θεραπείας;

 Τίνος μυστηρίου κάνει ὑπαινιγμό; Αὐτά δέν ἔχουν γραφῆ ἁπλᾶ καί τυχαῖα ἀλλά εἰκονίζει καί ὑποτυπώνει ὅσα ἀνάγονται στό μέλλον. Μ̉ αὐτόν τόν τρόπο, τόν ὑπερβολικά παράξενο, ὅταν συνέβαινε ὁλότελα ἀπροσδόκητα, δέ θά κατάστρεφε μέσα στίς ψυχές τῶν πολλῶν τή δύναμη τῆς πίστης. Ποιό εἶναι λοιπόν αὐτό πού εἰκονίζει;

Σκόπευε νά δώση τό βάπτισμα πού ἔχει πολλή δύναμη καί μεγάλη χάρη . Τό βάπτισμα πού ἀποπλύνει ὅλες τίς ἁμαρτίες καί ζωοποιεῖ τούς νεκρούς. Ὅπως λοιπόν σέ εἰκόνα, προδιαγράφονται αὐτά στήν κολυμβήθρα καί σέ πολλά ἄλλα. Καί πρῶτα ἔδωσε τό νερό πού βγάζει τά στίγματα τῶν σωμάτων καί πού δέν εἶναι μιάσματα ἀλλά φαίνονται, ὅπως τά μολύσματα ἀπό κηδεῖες, ἀπό λέπρα καί ἄλλα τέτοια.
Καί πολλές ἄλλες θεραπεῖες στήν Παλαιά Διαθήκη θά μποροῦσε κανείς νά δῆ πού πραγματοποιήθησαν μέ νερό, γι̉ αὐτό τό λόγο. Ἀλλά ἄς μποῦμε στό θέμα μας. Πρῶτα λοιπόν ὅπως εἶπα πρωτύτερα, μολυσμούς σωματικούς κι ἔπειτα διάφορες ἄλλες ἀσθένειες κάνει νά θεραπεύωνται μέ νερό.
Γιατί θέλοντας ὁ Θεός νά μᾶς ὁδηγήση κοντύτερα στή δωρεά τοῦ βαπτίσματος δέν θεραπεύει τούς μολυσμούς μονάχα ἀλλά καί ἀσθένειες. Γιατί οἱ πλησιέστερες πρός τήν ἀλήθεια εἰκόνες καί σχετικά μέ τό βάπτισμα καί τό πάθος καί τά ἄλλα ἦσαν καθαρώτερες ἀπό τίς παλαιότερες. Γιατί ὅπως οἱ κοντινοί τοῦ βασιλιᾶ δορυφόροι εἶναι λαμπρότεροι ἀπό τούς πιό μακρινούς, ἔτσι γίνεται καί σχετικά μέ τούς τύπους.

Κι ὁ ἄγγελος καταβαίνοντας ἀνατάραζε τό νερό καί τοῦ ἔδινε θεραπευτική δύναμη, γιά νά μάθουν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πολύ περισσότερο ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων μπορεῖ νά θεραπεύση ὅλα τά νοσήματα τῆς ψυχῆς. Ἀλλά ὅπως ἐδῶ ἡ θεραπευτική δύναμη δέν ἦταν φυσική ἰδιότητα τοῦ νεροῦ, γιατί τότε θά ἐκδηλωνόταν ἀδιάλειπτα, ἀλλά παρουσιαζόταν μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἀγγέλου, ἔτσι καί πάνω σ̉ ἐμᾶς δέν ἐνεργεῖ ἁπλᾶ τό νερό ἀλλά ὅταν δεχτῆ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τότε διαλύει ὅλες τίς ἁμαρτίες.
 Γύρω ἀπ̉ αὐτή τήν κολυμβήθρα κοίτονταν ἕνα μεγάλο πλῆθος ἄρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί πού περίμεναν τήν ταραχή τοῦ νεροῦ καί τότε ἡ ἀσθένεια γινόταν ἐμπόδιο σ̉ ἐκεῖνον πού ἤθελε νά θεραπευτῆ. Μά τώρα εἶναι κύριος ὁ καθένας νά προσέλθη. Γιατί δέν ἀναταράζει κάποιος ἄγγελος ἀλλά εἶναι τῶν πάντων ὁ Κύριος αὐτός πού τά ἐκτελεῖ ὅλα καί δέν εἶναι δυνατό νά πῆ ὁ ἀσθενής«μόλις πάω νά κατεβῶ, ἄλλος κατεβαίνει πρίν ἀπό μένα».
 Ἀλλά, κι ἄν ἔρθη ὅλη ἡ οἰκουμένη, ἡ χάρη δέν ξοδεύεται, οὔτε ἡ ἐνέργεια δαπανᾶται ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη μένει ὅπως πρῶτα. Κι ὅπως οἱ ἡλιακές ἀκτῖνες καθημερινά δίνουν τό φῶς τους καί δέν δαπανῶνται οὔτε λιγοστεύει ἡ λάμψη τους ἀπό τήν ἄφθονη παροχή των, ἔτσι καί πολύ περισσότερο ἡ ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος, δέν ἐλαττώνεται μ̉ ὅλο τό πλῆθος πού τήν ἀπολαμβάνει.

Αὐτό συνέβαινε, μέ τό σκοπό ἐκεῖνοι πού ἔμαθαν ὅτι εἶναι δυνατό μέ τό νερό νά θεραπευτοῦν πολλά σωματικά νοσήματα καί ἀσκήθηκαν στή γνώση αὐτή πολύν καιρό, νά πιστέψουν εὔκολα ὅτι μπορεῖ νά θεραπεύση καί νοσήματα τῆς ψυχῆς. Καί γιατί τέλος πάντων ὁ Ἰησοῦς ἄφησε ὅλους τούς ἄλλους καί ἦρθε σ̉ αὐτόν, πού εἶχε τριάντα ὀχτώ χρόνια καί γιατί τόν ρώτησε ἄν θέλη νά γίνη ὑγιής.
Ὄχι γιά νά μάθη, αὐτό ἦταν περιττό, ἀλλά γιά νά δείξη τήν ὑπομονή τοῦ παραλυτικοῦ καί γιά να καταλάβωμε ὅτι γι̉ αὐτό ἄφησε τούς ἄλλους καί πῆγε σ̉ αὐτόν. Κι ὁ ἀσθενής τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε:«Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα». Γι̉ αὐτό ρώτησε, ἄν θέλη νά γίνη γερός.
Γιά νά πληροφορηθοῦμε αὐτά τά πράγματα. Δέν τοῦ εἶπε θέλεις νά σέ κάμω καλά; - Γιατί δέν φανταζόταν ἀκόμα τίποτα σπουδαῖο γι̉ αὐτόν - ἀλλά θέλεις νά γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ὁ καρτερικός παράλυτος. Ἔχοντας τριάντα ὀχτώ ἔτη τήν ἀσθένεια καί κάθε χρόνο ἐλπίζοντας ὅτι θά γλύτωνε ἀπ̉ αὐτή, ἔμενε μόνιμα ἐκεῖ καί δέν ἀπομακρυνόταν. Χωρίς τήν καρτερία του ἄν ὄχι τά περασμένα, δέν θά ἦσαν ἱκανά τά μέλλοντα νά τόν ἀπομακρύνουν ἀπό κεῖ;

Σκέψου σέ παρακαλῶ πῶς ἦταν φυσικό καί οἱ ἄλλοι ἄρρωστοι νά εἶναι ἥσυχοι. Γιατί μήτε ἡ ὥρα δέν ἦταν φανερή πού ταραζόταν τό νερό. Καί στό κάτω-κάτω οἱ κουτσοί καί οἱ κουλλοί μποροῦσαν νά παρατηρήσουν. Οἱ τυφλοί ὅμως πού δέν ἔβλεπαν; Ἴσως τό καταλάβαιναν ἀπό τό θόρυβο.
 Ἄς νιώσωμε λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ντροπή καί ἄς στενάξωμε γιά τήν πολλή ἀδιαφορία μας. Τριάντα ὀχτώ χρόνια ἔμεινε στό ἴδιο μέρος ἐκεῖνος καί, μ̉ ὅλο πού δέν πετύχαινε ὅ,τι ἤθελε, δέν ἀπομακρυνόταν. Καί δέν πετύχαινε ὄχι ἀπό ἀδιαφορία δική του ἀλλά γιατί τόν ἐμπόδιζαν καί τόν παραμέριζαν οἱ ἄλλοι.
 Καί ὅμως δέν ἀπογοητευόταν. Ἐμεῖς ὅμως δέκα ἡμέρες, ἄν μείνωμε κάπου καί παρακαλέσωμε γιά κάτι χωρίς νά πετύχουμε στό τέλος βαρυόμαστε νά δείξωμε τόν ἴδιο ζῆλο. Καί στούς ἀνθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα ὑποφέροντες τίς ταλαιπωρίες τῆς ἐκστρατείας καί ἐκτελώντας ἐργασίες δουλοπρεπεῖς, χωρίς νά ἐκπληρώνεται πολλές φορές ἡ ἐλπίδα μας.
Στόν Κύριο ὅμως τό δικό μας, ὅπου θά πάρωμε ὁπωσδήποτε μεγαλύτερη ἀπό τούς κόπους μας ἀμοιβή - ἡ ἐλπίδα, γράφει, δέν ἀπογοητεύει - δέν θέλομε νά μείνωμε κοντά του μέ τό ζῆλο πού πρέπει.

Πόση τιμωρία ἁρμόζει σ̉ αὐτή τή στάση; Ἀκόμη κι ἄν δέν ἦταν δυνατό νά πάρουμε τίποτα, αὐτή τήν ἀδιάκοπη συνομιλία μαζί του δέν ἔπρεπε νά τήν θεωροῦμε ἄξια ἄπειρων ἀγαθῶν; Ἀλλά εἶναι κουραστική ἡ ἀδιάκοπη προσευχή; Ἀλλά καί ποιά ἀρετή δέν εἶναι κοπιαστική;
Κι αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπορία: ὅτι μαζί μέ τήν κακία κληρώθηκε ἡ εὐχαρίστηση, ἐνῶ μέ τήν ἀρετή ὁ πόνος. Πολλοί ἀναζητοῦν τήν αἰτία. Μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός ἀπ̉ τήν ἀρχή ζωή ἐλεύθερη ἀπό φροντίδες καί κόπους. Ἡ ἀργία ὡδήγησε στή διαστροφή καί χάσαμε τόν παράδεισο.
 Γι̉ αὐτό ἔκαμε ἐπίπονη τή ζωή μας, σάν νά δικαιολογοῦνταν στό γένος τῶν ἀνθρώπων λέγοντας. Σᾶς ἔβαλα μέσα στήν τρυφή, ἀλλά ἡ ἀπιστία σᾶς ἔκαμε χειρότερους. Γι̉ αὐτό διέταξα νά δοκιμάζετε τόν πόνο καί τόν ἱδρῶτα. Ἐπειδή ὅμως οὔτε αὐτός ὁ πόνος δέν συγκράτησε τόν ἄνθρωπο, μᾶς ἔδωσε νόμο μέ πολλές ἐντολές βάζοντάς μας, ὅπως στό δύσκολο ἄλογο, δεσμά καί χαλινάρια.
Τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἀλογοδαμαστές. Γι̉ αὐτό εἶναι ἐπίπονη ἡ ζωή μας. Ἡ ζωή ἡ χωρίς κόπο συνήθως διαφθείρει. Ἡ φύση μας δέν δέχεται τήν ἀργία, εὔκολα κλίνει στήν κακία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κόπους ὁ φρόνιμος καί ἐνάρετος γενικά, ἀλλά ἐπιτυγχάνουν τό κάθε τι ἀκόμα καί κοιμισμένοι. Τήν ἄνεση πού θά προέκυπτε ποῦ θά τή χρησιμοποιούσαμε; Ὄχι στήν ἀνοησία καί τήν ὑπερηφάνεια;

Ἀλλά γιατί ἔχει συζευχθῆ μέ τήν κακία πολλή εὐχαρίστηση καί μέ τήν ἀρετή πολύς κόπος καί ἱδρῶτας; Καί τί χάρη θά εἶχε καί τί μισθό θά ἔπαιρνε, ἄν τό πρᾶγμα δέν ἦταν κοπιαστικό; Ἔχω νά σᾶς δείξω πολλούς πού ἀποστρέφονται ἐκ φύσεως τό γάμο καί τόν ἀποφεύγουν μέ σιχαμάρα.
Αὐτούς θά τούς ποῦμε φρόνιμους καί θά τούς στεφανώσωμε καί θά τούς ἀνακηρύξωμε πανηγυρικά; Καθόλου. Γιατί ἡ σωφροσύνη εἶναι ἐγκράτεια καί ὑπερίσχυση πάνω στίς ἡδονές ὕστερα ἀπό μάχη. Καί τά πολεμικά τρόπαια εἶναι λαμπρότερα, ὅταν οἱ ἀγῶνες εἶναι σκληροί, ὄχι ὅταν οἱ ἀντίπαλοι δέν ἀντιστέκονται.
 Εἶναι πολλοί νωθροί ἀπό τή φύση. Αὐτούς δέ θά τούς ποῦμε ἐνάρετους. Γιαυτό ὁ Χριστός ἀναφέροντας τρεῖς τρόπους εὐνουχισμοῦ τούς δύο τούς ἀφήνει ἀβράβευτους καί τόν ἕναν μόνο βραβεύει μέ τή βασιλεία. Σᾶς λέω καί γιατί χρειάζεται ἡ κακία.
Ποιός ἄλλος εἶναι ὁ δημιουργός τῆς κακίας ἀπό τή θεληματική ἀδιαφορία; Κι οἱ ἀγαθοί ἔπρεπε νά εἶναι μόνοι. Ποιό εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀγαθοῦ, ἡ νηφαλιότητα καί ἡ ἀγρυπνία ἤ ὁ ὕπνος καί τό ροχαλητό; Καί γιατί φαινόταν γιά ἀγαθό τό νά ἐπιτυγχάνης χωρίς κόπο;
Φέρνεις ἐνστάσεις πού θά ἔφεραν ζωντανά καί λαίμαργοι καί ἄνθρωποι πού νομίζουν Θεό τήν κοιλιά τους. Ἀποκρίσου μου ὅτι αὐτοί εἶναι λόγοι ἀδιαφορίας. Ἄν ὑπάρχη βασιλέας καί στρατηγός, κι ἐνῶ ὁ βασιλιάς κοιμᾶται καί μεθᾶ, ὁ στρατηγός μέ ταλαιπωρίες τήν ἕκτη ὥρα στήνει τά τρόπαια, σέ ποιόν θά ἀπέδιδες τήν νίκη; Καί ποιός χάρηκε τή χαρά τῆς νίκης;

Βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή κλίνει σ̉ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖον κοπίασε; Γι̉ αὐτό καί τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς τή συνώδεψε μέ κόπους, ἐπειδή ἤθελε νά ἐξοικειώση τήν ψυχή μ̉ αὐτή.
Γι̉ αὐτό τήν ἀρετή κι ἄν ἀκόμα δέν τήν πραγματοποιήσωμε τή θαυμάζομε, ἐνῶ τήν κακία μ̉ ὅλη τή γλυκύτητα τήν καταδικάζομε. Κι ἄν ἐρωτήσης, γιατί δέ θαυμάζομε πιό πολύ τούς ἐκ φύσεως ἀγαθούς ἀπό ἐκείνους πού εἶναι ἀγαθοί μέ τήν θέλησή τους;
Ἐπειδή εἶναι δίκαιο νά προτιμᾶται αὐτός πού κοπιάζει. Καί γιά πιό λόγο τώρα κοπιάζομε; Ἐπειδή τήν ἔλλειψη τοῦ κόπου δέν τήν ἐκρατήσαμε ὅπως ἔπρεπε. Κι ἄν τό καλοεξετάση κανένας, ἡ ἀργία πάντα μᾶς ἔβλαψε καί δημιούγησε πολύν κόπον.
 Κι ἄν θέλης, ἄς κλείσουμε κάποιον σ̉ ἕνα σπίτι κι ἄς ἱκανοποιοῦμε μόνο τή λαιμαργία του, χωρίς νά τόν ἀφήνουμε οὔτε νά βαδίζη οὔτε στήν ἐργασία νά τόν βγάζουμε. Ἀλλά ἄς χαίρεται τό φαγητό καί τόν ὕπνον καί ἄς γλεντᾶ ἀδιάκοπα. Ὑπάρχει ἀθλιώτερη ζωή ἀπ̉ αὐτήν;
Εἶναι ἄλλο ὅμως νά ἐργάζεσαι καί ἄλλο νά κοπιάζης. Ἦταν στό χέρι μας τότε νά ἐργαζώμαστε χωρίς κόπους. Μά εἶναι δυνατό; Βέβαια εἶναι, κι αὐτό θέλησε ὁ Θεός, ἀλλά δέν τό ἐβαστάξαμε ἐμεῖς. Γι̉ αὐτό μᾶς ἔβαλε νά καλλιεργοῦμε τόν Παράδεισο, ὁρίζοντάς μας τήν ἐργασία χωρίς νά ἀναμείξη τόν κόπο.
 Γιατί βέβαια ἄν ὁ ἄνθρωπος κοπίαζε ἀπό τήν ἀρχή δέν θά πρόσθετε ἔπειτα τόν κόπο σάν τιμωρία. Γιατί εἶναι δυνατόν νά ἐργάζεται κανείς καί νά μήν κοπιάζει, ὅπως οἱ ἄγγελοι.

Γιά νά πεισθῆτε ὅτι ἐργάζονται, ἀκοῦστε τί λέγει: Μποροῦν μέ τή δύναμή τους νά ἐκτελέσουν τό λόγο του. Τώρα ἡ ἔλλειψη τῆς δυνάμεως προξενεῖ πολλή κούραση. Τότε ὅμως αὐτό δέ γινόταν. Αὐτός πού μπῆκε στήν περίοδο τῆς ἀναπαύσεώς του, ἀναπαύθηκε λέει, ἀπό τά ἔργα του, ὅπως ἀπό τά δικά του ὁ Θεός. Ἐδῶ δέν ἐννοεῖ ἀργία ἀλλά ἔλλειψη κόπου. Γιατί ὁ Θεός καί τώρα ἀκόμη ἐργάζεται καθώς λέγει ὁ Χριστός.
 Ὁ πατέρας μου ὡς τώρα ἐργάζεται κι ἐργάζομαι κι ἐγώ. Γι̉ αὐτό συμβουλεύω ἀφοῦ ἐγκαταλείψεται κάθε ἀδιαφορία νά ζηλέψετε τήν ἀρετή. Γιατί ἡ εὐχαρίστηση τῆς κακίας εἶναι σύντομη ἐνῶ ἡ λύπη παντοτινή. Τῆς ἀρετῆς ἀντίθετα, ἀγέραστη εἶναι ἡ χαρά καί πρόσκαιρος ὁ κόπος.
Ἡ ἀρετή ξεκουράζει τόν ἐργάτη της καί πρίν ἀπό τή βράβευσή του, συντηρῶντας τον μέ τίς ἐλπίδες, ἐνῶ ἡ κακία τιμωρεῖ τόν δικό της ἐργάτη, πιέζοντας τή συνείδηση καί τρομοκρατῶντας την καί προδιαθέτοντας σέ ὑποψία ἐναντίον ὅλων. Κι αὐτά βέβαια ἀπό πόσους κόπους καί ἱδρῶτες εἶναι χειρότερα.

Κι ἄν στή θέση τους ὑπῆρχε μόνο εὐχαρίστηση, τί χειρότερο ὑπάρχει ἀπό τήν εὐχαρίστηση αὐτή; Τήν ἴδια ὥρα φανερώνεται καί μαραμένη χάνεται καί φεύγει πρίν τήν πιάση κανένας, κι ἄν πῆς τήν ἀπόλαυση τῶν σωμάτων ἤ τοῦ γλεντιοῦ ἤ τῶν χρημάτων. Δέν παύουν νά γερνοῦν καθημερινά. Κι ὅταν ἡ ἡδονή συνεπάγεται κόλαση καί τιμωρία, ποιός θά ἦταν πιό ἀξιολύπητος ἀπό αὐτούς πού τήν ἐπιδιώκουν;

Ἄς τά ξέρωμε αὐτά κι ἄς ὑποφέρωμε τά πάντα γιά χάρη τῆς ἀρετῆς. Γιατί ἔτσι θά χαροῦμε καί τήν ἀληθινή ἀπόλαυση μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζί μ̉ ἐκεῖνον καί στόν Πατέρα καί στό ἅγιο Πνεῦμα ἄς εἶναι ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

(Πηγή: Ι. Μ. Καισαριανής, Βύρωνα και Υμηττού)
alopsis.gr 

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Moni Pantokratoros Ag Oros1 Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.
Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.
Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.
Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.
Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.
᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.
᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.
Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.
Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.
῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.
῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.
“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.
῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.
῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.
Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.
᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.
῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;
Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.
Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.