ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Λουκ. ιη’ 10-14
Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2022
Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ - ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ
Η ΧΑΝΑΝΑΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ

Τρεις ανατροπές στις αντιλήψεις
των ανθρώπων για το Θεό διαπιστώνουμε στην θαυματουργική θεραπεία από το Χριστό
της κόρης μιας Χαναναίας. Η πρώτη ανατροπή έχει να κάνει με την ίδια
την επίσκεψη του Χριστού στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Η
Χαναναία ήταν ειδωλολάτρης και κατοικούσε σε έναν τόπο όπου οι κάτοικοι, εκτός
από την λατρεία των ειδώλων, επιδίδονταν στην μαγεία. Χωρίς να το γνωρίζουν,
είχαν παραδώσει τους εαυτούς τους στο πνεύμα του πονηρού. Ο Χριστός όμως,
επισκεπτόμενος την περιοχή, δείχνει ότι ήρθε στον κόσμο για να φέρει το μήνυμα
της Βασιλείας των Ουρανών κηρύσσοντας μετάνοια ανάμεσα στους
αμαρτωλούς.
Η δεύτερη ανατρεπτική στάση έχει
να κάνει με την αντίδραση του Χριστού στη στάση της Χαναναίας. Εκείνη είχε αγωνία για την
κόρη της, η οποία βασανιζόταν από δαιμόνιο, κάτι που φαίνεται να υπονοεί ότι η
μητέρα της δεν ελεύθερη από τις επιδράσεις του διαβόλου και της ειδωλολατρίας
και γι’ αυτό την πείραζε ο διάβολος. Μέσα στην αγωνία για το παιδί της
στρέφεται προς το Χριστό και ζητά το έλεός Του. Τον αποκαλεί «Υιό
Δαβίδ». Μπορεί να γνώριζε τι σήμαινε η φράση αυτή. Ότι ο Ιησούς ανήκε στη γενιά
από την οποία θα σώζονταν ο λαός του Ισραήλ. Μπορεί και να ρώτησε και να της
είπαν ότι έτσι τον προσφωνούσαν. Όμως η θέα του προσώπου του Κυρίου κάνει την
ψυχή της να γεμίσει με πίστη και την οδηγεί στο να απευθύνει το αίτημά της προς
Αυτόν χωρίς να υπολογίσει τίποτε, ούτε την ειδωλολατρική της ταυτότητα ούτε την
απόρριψη που πιθανότατα θα υφίστατο από όσους συνόδευαν το Χριστό. Κραυγάζει.
Και οι μαθητές του Χριστού αντιδρούν αμέσως, προτρέποντάς τον να την διώξει,
για να απαλλαγούν από την επιμονή και την ένταση της φωνής της. «Απόλυσον
αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Ματθ. 15, 23). Ο Χριστός
όμως, δεν κάνει αυτό που αναμένουν οι άνθρωποι, αλλά ανοίγει διάλογο μαζί της.
Η τρίτη ανατρεπτική στάση έχει
να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός απευθύνεται στη Χαναναία. Αντί να την ρωτήσει για τη
δοκιμασία της ή να την νουθετήσει ή να δείξει ευσπλαχνία, της απαντά με τέτοιο
τρόπο που φαίνεται ότι την απορρίπτει. Της δείχνει ότι δεν θέλει να έχει σχέση
με τους ειδωλολάτρες, αλλά μόνο με τους Ισραηλίτες. Φαίνεται να ικανοποιεί έτσι
τους φανατικούς Ισραηλίτες που πιθανόν να ήταν στη συνοδεία του. Όμως εκείνη
επιμένει. Και στην δεύτερη παράκληση, στην οποία το προσωνύμιο πλέον γίνεται
«Κύριε», δεν μένει δηλαδή στο γενικό χαρακτηρισμό που περιέγραφε τι
προσδοκούσαν οι Ισραηλίτες από το Χριστό, αλλά του δείχνει τι είναι για την
ίδια ο Χριστός, «ο Κύριος και Θεός», και πάλι ο Χριστός αρνείται να την
βοηθήσει και της μιλά περιφρονητικά, αποκαλώντας την «κυνάριον». Και βλέποντας
την επιμονή, την εξυπνάδα και την ταπείνωσή της να αποδέχεται ακόμη και τον
χαρακτηρισμό, αρκεί να χορτάσει κοντά Του την ευσπλαχνία και την αγάπη, ο
Χριστός θαυμάζει την πίστη της και κάνει το θαύμα. Σκληρότητα, δοκιμασία της
πίστης και αποδοχή του αιτήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστός αντιδρά,
μη κάνοντας αυτό που θα περιμέναμε.
Δεν μπαίνει ο Θεός στα ανθρώπινα
καλούπια. Δεν
κάνει όπως περιμένουν οι άνθρωποι. Δεν λειτουργεί με τα δικά μας κριτήρια. Δεν
είναι ένας Θεός που αρκείται σ’ αυτούς που Τον ακολουθούν. Τολμά και βγαίνει
από τα όρια του περιούσιου λαού. Τολμά και βγαίνει από τα συνηθισμένα,
προκειμένου να κηρύξει μετάνοια και να δώσει ελπίδα και νόημα σε όλο τον
κόσμο. Παράλληλα, δεν κάνει ό,τι ευχαριστεί τους δικούς Του. Δεν
απολύει κανέναν που Τον αναζητά μόνο και μόνο γιατί δεν είναι όπως θέλουν όσοι
νομίζουν ότι Τον γνωρίζουν και προσαρμόζουν το Ευαγγέλιο Του στον δικό τους
τρόπο σκέψης. Αλλά και δεν βιάζεται πάντα να κάνει αυτό που οι άνθρωποι
επιθυμούν. Να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, αλλά τους αφήνει να ανοίξουν
αληθινά την καρδιά τους. Να επιμείνουν και να φανερώσουν πόσο πιστεύουν. Έχει
τη δύναμη να εκπληρώσει τα πάντα. Αλλά θέλει και την συνέργεια του ανθρώπου.
Ζητά την πίστη. Την δοκιμάζει. Ζητά την εξυπνάδα και το χάρισμα του ανθρώπου.
Ζητά την μετάνοια και την ταπείνωσή του. Όχι γιατί ο Ίδιος ως Θεός έχει ανάγκη
αυτά. Αλλά γιατί έτσι ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται αληθινά, να μετανοεί
για τον τρόπο της ζωής του και να συνειδητοποιεί την επίδραση του κακού και πώς
μπορεί μέσα από την πίστη να την αποτινάξει.
Η στάση του Χριστού είναι για
εμάς τους χριστιανούς ένα μήνυμα υπέρβασης των πάγιων αντιλήψεων που έχουμε για
Εκείνον και την πίστη. Είναι μία πρόκληση εξόδου μας από τα συνηθισμένα. Από
την αίσθηση της αυτάρκειάς μας και την επανάπαυση ότι είμαστε υπεύθυνοι μόνο
για την δική μας σωτηρία. Είναι μία πρόκληση να μην απορρίπτουμε, να μην
απολύουμε κανέναν γιατί δεν φέρεται όπως εμείς πιστεύουμε ότι θα πρέπει να
φέρεται. Είναι μία πρόκληση να μη βιαζόμαστε να κρίνουμε την σκέψη και τα έργα
του Θεού, αλλά να επιμένουμε με την προσευχή, την αξιοποίηση των χαρισμάτων μας
και την ταπεινότητα στο να βρισκόμαστε κοντά Του και να Τον αναγνωρίζουμε ως
τον Κύριό μας.
Ζούμε σε έναν κόσμο που όλα τα
θέλει σύμφωνα με τα δικά του μέτρα, «εδώ και τώρα». Που δεν δίνει ευκαιρία
σε όσους μπορεί να φαίνεται ότι είναι μακριά από το Θεό, όμως η ψυχή τους στη
θέα του Προσώπου Του, όπως κι αν Αυτό εμφανίζεται, είτε δια της δοκιμασίας και
της λύπης, είτε δια της αισθήσεως του κακού και της απογοητεύσεως από την
κυριαρχία του επάνω μας, μετανοεί και αλλάζει, κρίνοντάς μας με την δύναμη της
πίστης που επιδεικνύουν. Που παραμένει στην δική του αυτάρκεια, στην αίσθηση
ότι είναι αρκετή η δική μας πρόοδος και δεν υπάρχει λόγος να βγαίνουμε από τα
δικά μας μέτρα και όρια. Ζώντας λοιπόν σ’ έναν τέτοιο κόσμο, το παράδειγμα της
Χαναναίας και η ανατρεπτική στάση του Χριστού μας καλούν να ξαναδούμε την
χριστιανική μας αυτοσυνειδησία και αποστολή και να ελέγξουμε τον εαυτό μας για
το πόσο και πώς πιστεύουμε. Και ο Κύριός μας θα μας δώσει τη δύναμη σε κάθε
σταυρό και δοκιμασία της ζωής μας να Τον αναζητήσουμε και να γίνει και σε μας
το θέλημά Του.
Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ)
Ο αμαρτωλός αυτός ήταν ο Ζακχαίος.
Ποιος ήταν ο Ζακχαίος; Το όνομά του μεταφραζόμενο στα ελληνικά σημαίνει
καθαρός, αθώος και ήταν Ιουδαίος. Τώρα το πόσο καθαρός και αθώος ήτανε θα το
δούμε στη συνέχεια. Στην Ιεριχώ όπου κατοικούσε υπήρχε γραφείο κεντρικού
τελωνείου. Ο Ζακχαίος ήταν ο προϊστάμενος του γραφείου τούτου. Η λέξη
αρχιτελώνης που ακούσαμε στο Ευαγγέλιο είναι τίτλος αξιώματος. Ήταν λοιπόν
πρόσωπο υψηλής κοινωνικής τάξης. Σίγουρα ως εισπράκτορας φόρων και μάλιστα
αρχιεισπράκτορας είχε αποκτήσει αρκετό πλούτο. Υπάρχουν όμως βάσιμες υπόνοιες
ότι ο πλούτος που είχε συσσωρεύσει ήταν καρπός κλοπών κι αδικιών. Οι τελώνες
και ο Ζακχαίος φυσικά, πιθανότατα εκμεταλλεύονταν τη θέση τους και διακανόνιζαν
κατά πως ήθελαν τους φόρους, βάζοντας τους φορολογουμένους να πληρώνουν
δυσβάστακτα ποσά.
Αυτός λοιπόν, ο αρχιτελώνης, ο άδικος
και ο κλέφτης του ιδρώτα πολλών συνανθρώπων του, ο Ζακχαίος, όπως μας
πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, είχε μια βαθιά επιθυμία: ήθελε να δει το
Χριστό. Το πρόσωπο του Ιησού, τον ενδιέφερε.
Ίσως να είχε ακούσει την επιείκεια και τη συγκατάβαση που έδειχνε ο
Χριστός στους τελώνες, στις πόρνες,
στους αμαρτωλούς…, ίσως κάτι να τον έτρωγε μέσα του…. Άλλωστε και μεταξύ των
μαθητών Του βρισκόταν κι ένας τελώνης, ο Ματθαίος. Θέλησε λοιπόν να πλησιάσει
τον Ιησού. Ενδιαφερόταν να δει ποιος ήταν αυτός, του οποίου η φήμη ήταν τόσο
αγαθή.
Οπωσδήποτε, αδελφοί μου, η επιθυμία του
Ζακχαίου δεν ήταν επιπόλαιη, αλλά ούτε και μια απλή περιέργεια. Ήταν έκφραση
ενδόμυχης πίστης και πόθος σωτηρίας. Ήτανε η θεϊκή κλήση, η σαγήνη στον
αμαρτωλό τελώνη, για σωτηρία. Γι' αυτό και υπερνίκησε τις όποιες δυσκολίες, τα
διάφορα εμπόδια που ασφαλώς θα κρατούσαν πολλούς από μας μακριά από το Χριστό.
Δυσκολία του προκαλούσε το μικρό του ανάστημα στο να δει το Χριστό. Την
παρακάμπτει ανεβαίνοντας πάνω σε μια συκομουριά. Δυσκολία ακόμη, γιατί σίγουρα
οι εξωτερικοί τύποι και τρόποι της συμπεριφοράς, δεν επέτρεπαν σ’ έναν
αρχιτελώνη να σκαρφαλώσει πάνω σ' ένα δένδρο. Μα η πίστη ξεπερνά κάθε εμπόδιο.
Ο Ζακχαίος καθόλου δεν πτοήθηκε από τις όποιες δυσκολίες. Αψήφησε τα πάντα,
αψήφησε τα σχόλια, σκαρφαλώνει στο δένδρο και αναμένει τη μεγάλη συνάντηση.
Ο Χριστός, αδελφοί μου, όταν βλέπει
ειλικρινή διάθεση, ανταποκρίνεται με πολλή προθυμία κι αγάπη. Βλέπει με τα
μάτια της θεότητάς του το Ζακχαίο προτού ακόμα τον δει εκείνος. Διαβάζει την
καρδιά του. Σηκώνει λοιπόν τα μάτια Του, μόλις φτάνει στο σημείο της μεγάλης
συνάντησης και κοιτάζει προς στο δένδρο. Οι ματιές τους συναντιούνται και η
καρδιά του αρχιτελώνη σαγηνεύεται Ο Χριστός, ο Θεάνθρωπος, για άλλη μια φορά
φανερώνει το λόγο της ενανθρωπήσεως Του: «Ηλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι
και σώσαι το απολωλός».
Ο Χριστός λοιπόν βράβευσε το Ζακχαίο
για την αγνή διάθεση και τη θερμή του πίστη. Ο άρπαγας, ο άδικος, ο αμαρτωλός,
παίρνει περισσότερα απ' όσα ήλπιζε. Επιθυμούσε μόνο να δει το Χριστό κι
αξιώθηκε να κληθεί από Αυτόν με τ' όνομά του και επιπλέον να φιλοξενήσει το
Θεάνθρωπο στο σπίτι του.
Το αποτέλεσμα της μεγάλης αυτής
συνάντησης, ήταν η σωτηρία της ψυχής του Ζακχαίου καθώς κι όλου του οίκου του,
όλης της οικογένειας του. Το Ευαγγέλιο μας διαβεβαιώνει ότι ο Ζακχαίος στάθηκε
μπροστά στο Χριστό κι ανάλαβε μια βαριά και δύσκολη υποχρέωση· ίσως τη
δυσκολότερη απόφαση της ζωής του: να επανορθώσει τις αδικίες που διέπραξε.
Υπόσχεται ότι τα μισά από τα υπάρχοντα του θα τα δώσει στους φτωχούς και τα
άλλα μισά να τα δώσει στους ανθρώπους που συκοφάντησε κι αδίκησε· και μάλιστα
στο τετραπλάσιο. Τελικά ο Ζακχαίος δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του,
απογυμνώθηκε τελείως από τα πλούτη του. Μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι
δεν σκέφτεται με κάποια ιδιοτέλεια ώστε να κρατήσει και κάτι για τον εαυτό του
για να μπορεί να ζήσει. Εκτέλεσε στο έπακρο το θέλημα του Θεού επιστρέφοντας τα
κλεμμένα σ' αυτούς που τους ανήκαν και μάλιστα χωρίς να τον υποχρεώνει κανένας.
Τέλος βλέπουμε ότι ο Χριστός ονομάζει
το Ζακχαίο «υιόν Αβραάμ». Τον ονομάζει έτσι διότι παρά το μισητό επάγγελμά του,
εντούτοις ήταν απόγονος του Αβραάμ και είχε δικαίωμα πάνω στις ευλογίες της
σωτηρίας που περιλαμβάνονταν στην υπόσχεση που είχε δώσει ο Θεός στον Αβραάμ.
Άλλος λόγος είναι διότι πίστεψε στο Χριστό και δικαιώθηκε από την πίστη του
όπως ο Αβραάμ. Καταληκτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ζακχαίος αποδείχθηκε άνθρωπος
με σπάνιο μεγαλείο ψυχής· ένας ήρωας. Τα όσα έκανε για να φτάσει στο Χριστό,
ελάχιστοι θα τολμούσαν να κάνουν, ελάχιστοι θα τολμούσαμε να κάνουμε… Λέμε
ελάχιστοι διότι οι περισσότεροι άνθρωποι σ' όλες τις εποχές τι κάνουν;
Απλούστατα! Δεν κάνουμε τίποτα. Ή μάλλον
είμαστε με το Χριστό μέχρις εκεί που δεν κινδυνεύει τίποτα από τα δικά μας.
Μιλάμε για το Χριστό μα χωρίς να χαρίζουμε σ’ Αυτόν ούτε μια τρίχα δικιά μας.
Αν κάπου κινδυνέψει η ασφάλεια μας, αν βρεθούμε
μπροστά στο δίλλημα Χριστός ή εμείς είναι πολύ αμφίβολο πόσοι θα
σκύψουμε για χάρη του Χριστού. Πόσοι θ’ αψηφήσουμε τα σχόλια, και πολύ περισσότερο τις απειλές για να
είμαστε με το Χριστό. Είδαμε τι έγινε με τις ταυτότητες… Πόσοι προτίμησαν την
επαπειλούμενη ασφάλεια τους και είπανε: Ε! Δε μας χρειάζεται και το θρήσκευμα,
ας το σβήσουν από τις ταυτότητες.
Αδελφοί μου, λέμε πως επιθυμούμε να σώσουμε τη ψυχή μας και να
κερδίσουμε μια θέση στη Βασιλεία των Ουρανών. Όμως άδικοι, άρπαγες, αμαρτωλοί,
αρνητές της χάρης του Χριστού, άνθρωποι που δεν ψάχνουν όπως ο Ζακχαίος το Χριστό δεν πρόκειται να μπουν σ' αυτήν. Κι εμείς, οι νέοι μας πιο πολύ
ακόμα, όχι μόνο δεν τον ψάχνουμε αλλά και φοβόμαστε να ομολογήσουμε τη πίστη
μας μπροστά στους απίστους φοβούμενοι μήπως μας κοροϊδέψουν για τη πίστη μας.
Φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας επειδή πηγαίνουμε εκκλησία, επειδή
ανάβουμε κεριά, επειδή νηστεύουμε και εξομολογούμαστε. Ίσως να μας κοροϊδέψουν
οι άπιστοι. Τι με τούτο; Το Χριστό δεν τον κορόιδεψαν μόνο, αλλά και τον
ανέβασαν πάνω στο σταυρό. Τους αγίους δεν τους κορόιδεψαν μόνο αλλά και τους
μαστίγωναν, τους βασάνιζαν. Κι αυτοί δέχονταν όλες αυτές τις
αντιξοότητες, όλα αυτά τα πυρά, όλες αυτές τις διώξεις με υπομονή και αγάπη
προς το Χριστό. Και όπως ο Ζακχαίος δεν φοβήθηκε τις ειρωνείες των υπολοίπων
Ιουδαίων έτσι και μείς δεν πρέπει φοβόμαστε τις ειρωνείες των συνανθρώπων μας.
Αδελφοί μου! Μακάρι να αποδεχτούμε
το παράδειγμα μετανοίας του αρχιτελώνη Ζακχαίου και να ακολουθούμε το Χριστό
σ’ όλη τη ζωή μας. Κι αυτό για να κερδίσουμε όλοι τη σωτηρία των ψυχών
μας εδώ στη γη και μια θέση, έστω και στην πιο απόμερη γωνιά στη βασιλεία των
ουρανών. Αμήν!
Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022
Κυριακή ΙΔ’ Λουκά (ΟΤΥΦΛΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ)
Κυριακή ΙΔ’ Λουκά: Περί του τυφλού (Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)
(Λουκ. ιη΄35-43)
Κεφάλαιον ιη΄
«Ὅταν πλησίαζε στὴν Ἱεριχώ, κάποιος τυφλὸς καθόταν στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε. Κι ὅταν ἄκουσε κόσμο νὰ περνᾶ, ρωτοῦσε τί σήμαινε αὐτό. Τοῦ εἶπαν ὅτι περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Τότε φώναξε δυνατά· Ἰησοῦ, Γιέ τοῦ Δαυΐδ σπλαχνίσου με. Στάθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Τὸν ἔφεραν καὶ τὸν ρώτησε. Τί θέλεις νὰ τοῦ κάμω; Κι αὐτὸς εἶπε· Κύριε, νὰ ξαναδῶ. Κι ὁ Κύριος τοῦ εἶπε· ξαναδές· ἡ πίστη σου σ’ ἔσωσε. Βρῆκε ἀμέσως τὸ φῶς του καὶ τὸν ἀκολούθησε δοξάζοντας τὸ Θεό. Κι ὅλος ὁ κόσμος δοξολογοῦσε τὸ Θεό». Εἶναι ἕνα πάρεργο στὸ δρόμο του, τὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ ποὺ κάνει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ μὴν εἶναι καὶ τὸ πέρασμά του ἀκόμα διδασκαλία ἀνώφελη σ’ ἐμᾶς καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴμαστε παντοῦ καὶ πάντα καὶ μὲ κάθε ἐκδήλωσή μας ὠφέλιμοι καὶ ποτὲ ἄχρηστοι. Ὁ τυφλὸς λοιπὸν ἐπειδὴ πίστεψε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστὸς ποὺ περίμεναν καὶ μεγαλωμένος στὶς Ἰουδαϊκές παραδόσεις ἦταν φυσικὸ νὰ μὴν ἀγνοῆ ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦταν ἀπὸ γενιὰ τοῦ Δαυΐδ, φωνάζει δυνατά· Γιὲ τοῦ Δαυΐδ, σπλαχνίσου με. Καὶ μὲ τὴν παράκληση «ἐλέησέ με» φανερώνει ὅτι εἶχε γι’ αὐτὸν κάποια θεϊκώτερη ἀντίληψη καὶ δὲν τὸν θεωροῦσε ἁπλὸ ἄνθρωπο. Θαύμασε ὅμως καὶ τὴν ἐπιμονὴ τῆς ὁμολογίας του. Μολονότι τὸν ἐπιτιμοῦσαν πολλοί, δὲ σιωποῦσε ἀλλὰ φώναζε περισσότερο. Ἦταν ὁ θερμὸς πόθος μέσα του ποῦ τὸν κινοῦσε. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν προσκαλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδὴ ἄξιζε στ’ ἀλήθεια νὰ τὸν πλησιάση καὶ τὸν ρωτᾶ· τί θέλεις νὰ σου κάμω; Ὄχι πῶς δὲν ἤξερε ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσουν οἱ παρόντες ὅτι ἄλλα τοῦ ζητοῦν κι ἄλλα δίνει, κι ὅτι ἐκεῖνος ζητᾶ χρήματα κι αὐτός, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε τὴν ἐπίδειξη, θεραπεύει τὴν τύφλωσή του. Μπορεῖ ὁ φθόνος νὰ δημιουργῆ τέτοιες ἀνόητες συκοφαντίες. Γι’ αὐτὸ μετὰ τὴν ἐρώτησή του, ὅταν εἶδε πῶς ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποκτήση τὸ φῶς του, αὐτὸ τοῦ δίνει. Προσέξετε καὶ τὴν ἀπουσία κομπασμοῦ. Ἡ πίστη σου, λέει, σ’ ἔσωσε. Ἐπίστεψες ὅτι εἶμαι ἐκεῖνος ὁ γιὸς τοῦ Δαυΐδ τῶν παραδόσεων, ὁ Χριστός, κι ἔδειξες τόσο μεγάλη θέρμη, ὥστε καὶ παρόλες τὶς ἐπιτημήσεις νὰ μὴ σωπαίνης. Κι ἀπ’ αὐτὸ διδασκόμαστε, ὅτι ὅταν ζητοῦμε μὲ πίστι, δὲ μᾶς δίνει ἄλλα ἀπ’ ὅτι ζητοῦμε ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ἴδια. Ὥστε ὅταν ἄλλα γυρεύωμε κι ἄλλα παίρνωμε, εἶναι φανερὸ ὅτι δὲ ζητοῦμε οὔτε ὅπως πρέπει οὔτε μὲ πίστη. Μᾶς λέει· «Γυρεύετε καὶ δὲν παίρνετε, γιατὶ ζητᾶτε ἄσχημα» -Προσέξετε καὶ τὴν ἐξουσία: Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ φῶς γιὰ τὸν ἀνάπηρο μεταβλήθηκε ἡ φωνή, ξεκινῶντας ἀπὸ τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Σημειῶστε καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὴ θεραπεία. Ἀκολουθοῦσε τὸν Ἰησοῦ, δοξάζοντας τὸ Θεὸ καὶ γινόταν καὶ στοὺς ἄλλους ἀφορμὴ δοξολογίας.
(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ.112-113)
https://alopsis.gr/
Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2022
Κυριακή ΙΒ’ Λουκά (ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ)
Πρωτότυπο Κείμενο
Τω καιρώ εκείνω, εισερχομένου του Ιησού εις τινα κώμην απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν, και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες˙ Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Και ιδών είπεν αυτοίς˙ Πορευθέντες επιδείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι. Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν. Είς δε εξ αυτών, ιδών οτι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ˙ και αυτός ην Σαμαρείτης. Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν˙ Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα που; ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος; Και είπεν αυτώ˙ Αναστάς πορεύου˙ η πίστις σου σέσωκε σε.
Νεοελληνική Απόδοση
Εκείνο τον καιρό, καθώς έμπαινε ο Ιησούς σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί˙ στάθηκαν λοιπόν από μακριά και του φώναζαν δυνατά: «Ιησού, αφέντη, ελέησε μας!». Βλέποντάς τους εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να σας εξετάσουν οι ιερείς». Και καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από τη λέπρα. Ένας απ’ αυτούς, όταν είδε οτι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και τον ευχαριστούσε. Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης. Τότε ο Ιησούς είπε: «Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά που είναι; Κανένας τους δεν βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει τον Θεό παρά μόνο τούτος εδω ο αλλοεθνής;» Και σ’ αυτόν είπε: «Σήκω και πήγαινε στο καλό˙ η πίστη σου σε έσωσε».
Σχολιασμός
Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη από το 17ο κεφάλαιο του κατά Λουκά ιερού ευαγγελίου και αναφέρεται στην θεραπεία των δέκα λεπρών. Το θαύμα αυτό πραγματοποιείται από τον Χριστό κατά την διάρκεια της πορείας του προς τα Ιεροσόλυμα όπου είχε περάσει από την Σαμάρεια και τη Γαλιλαία. Εκεί σ΄ αυτήν την περιοχή μπαίνοντας σ΄ ένα χωριό ο Χριστός, τον συνάντησαν δέκα λεπροί, οι οποίοι στάθηκαν μακριά και του φώναζαν : «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς». Ο Χριστός βλεποντάς τους σ΄ αυτήν την κατάσταση που βρισκόντουσαν τους στέλνει να τους εξετάσουν ιερείς. Καθώς όμως πορευόνταν πρός τους ιερείς καθαρίστηκαν από την ασθενεία τους. Βλέποντας οτι είχαν θεραπευτεί, ένας από αυτούς γύρισε πίσω, έπεσε στα πόδια του Χριστού, ευχαριστώντας τον και δοξάζοντας τον Θεό γι’ αυτή την ευεργεσία που του έκανε. Ο Χριστός βλεποντάς τον, τον ρώτησε: Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι ενιά που είναι; Δεν επέστρεψαν να δόξασουν τον Θεό παρά μόνο αυτός ο αλλοεθνής; Ο άνθρωπος αυτός δεν ανήκε στους Ιουδαίους αλλά στους Εθνικούς και συγκεκριμένα ήταν Σαμαρείτης. Και σ’ αυτόν ο Χριστός είπε: «Σήκω και πήγαινε, η πίστη σου σε έσωσε».
Η ασθένεια της λέπρας ή νόσος του Hansen όπως είναι γνωστή σήμερα είναι μια πάρα πολύ παλιά ασθένεια για την οποία βρίσκουμε αναφορές στους Πέρσες, στους Βαβυλωνίους κ.α., ήταν μη ιάσιμη ασθένεια που οδηγούσε στο θάνατο. Κατά το παρελθόν η ασθένεια αυτή είχε λάβει φοβερές διαστάσεις. Όποιος λάμβανε την ασθένεια της λέπρας απομακρυνόταν απο την οικογενεία του, τους φίλους του, τους γνωστούς του και περιοριζόταν σε χώρο έξω απο την πόλη που κατοικούσε απομακρισμένος και αποκωμένος απο τους άλλους ανθρώπους. Ήταν δηλαδή κοινωνικά στιγματισμένος. Το μέτρο αυτό είχε θεσπιστεί με νομικές διατάξεις και αποτελούσε μέτρο πρόληψης για να μην μεταδίδεται η ασθένεια. Το μέτρο αυτό το συναντάμε στην Παλαία Διαθήκη «Πάσας τας ημέρας όσας αν η επ’ αυτού η αφή, ακάθαρτος ών ακάθαρτός έσται˙ κεχωρισμένος καθήσεται, έξω της παρεμβολής έσται αυτού η διατριβή» (Λευ.13,46). Δηλαδή, όσο καιρό διαρκεί η αρρώστια του, θα θεωρείται ακάθαρτος και θα ζει μακρία απο τους άλλους. Η κατοικία του θα είναι έξω απο το χώρο διαμονής των υπολοίπων. Υπήρχαν βέβαια και οι προκαταλήψεις που θεωρούσαν τους λεπρούς, αμαρτωλούς. Η λέπρα δηλαδή εκλαμβανόταν ως θεία τιμωρία ένεκα των αμαρτιών των ανθρώπων.
Τα άτομα που παρουσίαζαν την ασθένεια της λέπρας παραμορφώνονταν, το δέρμα τους είχε αλλοιώσεις, εμφάνιζαν πολλές φορές και έξογκώματα, και οι πληγές τους μύριζαν άσχημα. Έτσι κανένας δεν διακινδύνευε τη ζωή του και να έρθει σε επαφή μαζί τους με κίνδυνο να μολυνθεί κι’ αυτός. Στις μέρες μας με την ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης, η ασθένεια αυτή δεν θεωρείται πλέον θανατηφόρα, αλλά με τη χορήγηση του κατάλληλου φαρμάκου η ασθένεια αυτή θεραπέυεται πλήρως. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που ταλαιπωρούνται απο αυτή την ασθένεια στην Ασία, την Αφρική, και τη Λατινική Αμερική. Στην Κύπρο είναι γνωστό το Λεπροκομείο που υπάρχει κοντά στην Αλική της Λάρνακας με την ονομασία Άγιος Χαράλαμπος.
Οι λεπροί του σημερινού Ευαγγελίου γνώρισαν την απομώνωση απο τους υπόλοιπους συναθρώπους τους. Αυτό τους έκανε να σταθούν μακρία απο τον Χριστό, χωρίς να τον πλησιάσουν, και να του φωνάξουν «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Ο Χριστός βέβαια, δεν είχε πρόβλημα να ‘ρθει σε επαφή μαζί τους, αλλά αυτοί φοβούμενοι μήπως φύγει όπως έκαναν οι άλλοι άνθρωποι, στάθηκαν μακριά του. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας παραθέτει ακόμη ένα περιστατικό, κατά το οποίο ο Χριστός είχε θεραπεύσει ακόμη ενα λεπρό ακουμπώντας τον (Λουκ. 5, 12-16). Του φωνάζουν με πίστη και σιγουριά, οτι είναι ο μόνος που έχει την εξουσία να τους θεραπεύσει, όπως είχε κάνει προηγουμένως και με άλλους ασθενείς.
Ο Χριστός ακούγοντας αυτή τους τη φωνή, που έβγαινε απο τα βάθή της ψυχής τους, τους χαρίζει αυτό που του ζητούσαν. Δεν το κάνει όμως αμέσως, με ενα του λόγο ή μια χειρονομία όπως έκανε με άλλα του θαύματα. Τους στέλλει να πάνε να παρουσιαστούν ενώπιον των ιερέων οι οποίοι ήταν οι υπέυθυνοι για να παρατηρήσουν και δώσουν το πιστοποιήτικο της θεραπείας τους, για να μπορέσουν στη συνέχεια να επανέλθουν στη φυσιολογική τους ζωή. Οι λεπροί αυτοί χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε αντίρρηση, έχοντας εμπιστοσύνη σ’ αυτό που τους είχε πει ο Χριστός, ξεκινούν να πάνε στους ιερείς. Στο δρόμο καθώς πήγαιναν για να σηναντήσουν τους ιερείς, γίνεται το θαύμα και βλέπουν οτι έχουν καθαριστεί απο τη λέπρα. Αντί βλέποντας το θάυμα, να επιστρέψουν πίσω να ευχαριστήσουν τον Χριστό, συνεχίζουν την πορεία τους να πάνε στους ιερείς του Νόμου για να πιστοποιήσουν τη θεραπεία τους και να επιστρέψουν ξανά πίσω στις πόλεις και στους δικούς τους. Μόνο ένας από τους δέκα γυρίζει πίσω και έρχεται πρός τον Χριστό, για να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Βλέποντας ο Χριστός μόνο ένα να έρχεται του λέει: «Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα οι άλλοι εννέα που είναι. Κανένας τους δεν βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει τον Θεό παρά μόνο τούτος εδω ο αλλοεθνής;».
Η πράξη αυτή του Σαμαρείτη αποτελεί αναγνώριση και ευχαριστία πρός αυτόν που τον έκανε καλά. Παράλληλα όμως η πράξη του αυτή, του χαρίζει και μια άλλη θεραπεία, αυτή της ψυχής. Αυτή έρχεται με τα λόγια που του λέει ο Χριστός «Σήκω και πήγενε στο καλό˙ η πίστη σου σε έσωσε». Με αυτή την υπόδειξη του Χριστού ο άνθρωπος αυτός φεύγει απο εκεί έχοντας κερδίσει την ψυχοσωματική του σωτηρία, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εννέα λεπρούς που κέρδισαν μόνο τη θεραπεία του σωματός τους.
Διδασκόμενοι και εμείς σήμερα απο την πράξη αυτή της ευχαριστίας που επέδειξε ο Σαμαρείτης αυτός πρός τον Χριστό ας ευχαριστήσουμε και εμείς τον Θεό. Ας θυσιάζουμε μια ώρα την Κυριακή να πρόσερχόμαστε στην Εκκλησία να ευχαριστούμε τον Θεό για τις τόσες ευεργεσίες που μας προσφέρει καθημερινά. Ας ακούγεται ενα Δόξα Σοι ο Θεός απο το στόμα μας, όταν απολαμβάνουμε καθημερινά τόσα πράγματα στη ζωή μας. Ας δείξουμε και εμείς έμπρακτα την ευχαριστία μας προς τον Κύριο, έτσι ώστε να ανοίξουμε τον δρόμο για να δεχθούμε νέες ευεργεσίες στη ζωή μας.
Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022
Λόγος στον πάνσεπτο του Χριστού Πρόδρομο και Βαπτιστή Iωάννη
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2022


