Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΟΣ

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Ο ποιητής λοιπόν του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος είναι ο Θεόδωρος Β´ Δούκας Λάσκαρις, βασιλιάς τῆς αυτοκρατορίας τῆς Νικαίας, ποὺ ιδρύθηκε μετα την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απο τους Φράγκους, σαν αντίσταση στην Φραγκοκρατία ποὺ επεβλήθηκε απὸ τὴν Δ´ Σταυροφορία κατὰ τὰ έτη 1204 – 1261.
Ὁ χρόνος άρα που γράφτηκε ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανόνας είναι ὁ ΙΓ´ μ.Χ. αιώνας καὶ συγκεκριμένα τὸ διάστημα των ετών 1204 – 1258 μ.Χ.που ἔζησε ὁ ποιητής του Θεόδωρος Β´ Λάσκαρις.

Ο Επιληπτικός Αυτοκράτορας
Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης ήταν γιος του Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη, και εγγονός του Θεοδώρου Α΄Λάσκαρη δημιουργού του κράτους της Νικαίας. Κληρονόμησε μια πολύ δυνατή αυτοκρατορία, και το ίδιο δυνατή την παρέδωσε στους διαδόχους του.
Ήταν πολύ μορφωμένος, και είχε πλούσια φιλοσοφική και θεολογική κατάρτιση. Δάσκαλοί του ήσαν οι Νικήφόρος Βλεμμύδης και Θεόδωρος Ακροπολίτης.
Όταν πάντρεψε την κόρη του με τον Νικηφόρο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ και της Θεοδώρας , του παραχωρήθηκαν το Δυρράχιο και τα Σέρβια.
Πάσχοντας από επιληψία βαριάς μορφής αδυνατούσε να ασκεί τακτικά τα καθήκοντά του και με το πέρασμα του χρόνου η επιδείνωση της υγείας του, του προκαλούσε έντονες εμμονές, στρέφοντας πολλούς υψηλόβαθμους αξιωματούχους εναντίον του.Ειδικότερα η συναισθηματική του αστάθεια εκφράζεται κυρίως «σαν κατάθλιψη η σαν διάχυση του συναισθήματος ¨..
Σε μια από το πλήθος των επιστολών του ,ιδιαίτερα αποκαλυπτικών του εσώτερου ψυχισμού του γράφει: «Ίδης τον παντάπασιν χαροπόν,κατηφή ,δεινόν ,συννοίας μεστόν και παντοίως τη λύπη τρωθέντα και τιτρωσκόμενον .Οίμοι τι εν εμοί γέγονεν!Ουδέν άλλο είποιμι ή ότι πάντως κάθαρσις ψυχικλή και ταπείνωσις σαρκική ίνα σώση ο πλάστης το συναμφότερον»(J.B.Papadopoulos)
Κάποτε στον δρόμο της Ιστορίας ,συναντήθηκε με το πρόσωπο της Θεοδώρας ,της Βασίλισσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σημερινής Αγίας και πολιούχου της Άρτας.
Η κόρη του Μαρία παντρεύτηκε τον Νικηφόρο ,τον πρωτότοκο γυιό του Μιχαήλ και της Θεοδώρας. Ο χαρακτήρας της Θεοδώρας , ,που είχε αποκτήσει «υπομονή αγίας και συνέίδηση ειρηνοποιού»(D.M.Nicol), αλλά και η Θεοτοκοφιλία της ήταν παραδειγματική και καταλυτική γι αυτόν.Και στις δύσκολες ώρες του συλλογικού βίου και του ατομικού πόνου έμαθε από την Θεοδώρα ,(που οι περιπέτειες της ζωής της έκαναν να κυλήσουν από τα μάτια της ¨θρόμβοι δακρύων» και να στραφεί προσευχητικά πολλές φορές προς το πρόσωπο της Θεοτόκου ) να στρέφει τα βλέμματα στην μορφή της Γιάτρισσας Παναγίας .Και να απευθύνει σε Αυτή κατανυκτικές επικλήσεις ,που εκφράζουν ένα έντονο ψυχικό άλγος.
Αποτέλεσμα αυτών των διαρκών προσευχητικών επικλήσεων του Θεοδώρου προς την Θεοτόκο είναι και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας που αυτός συνέθεσε.
Καθώς ή υγεία του χειροτέρευε o Θεόδωρος  παραιτήθηκε από τον θρόνο της Νικαίας καί αποσύρθηκε στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, δπου καί έγινε  μοναχός λίγο πρίν τόν θάνατο του. “Αφησε την τελευταία του πνοή τόν Αύγουστο τοΰ 1258 πρίν ή κατά τήν διάρκεια τού μεθεόρτου οκταημέρου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Ό Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σέ κάποια ύφεση της ασθενείας του πού διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός πού αποδόθηκε σέ θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Η Λειτουργική χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα.
Ό Κανόνας  γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σέ ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των  γύρω  Μονών. Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ό Κανόνας χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Μεγάλη Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου ή Μεγάλη Παράκλησις τελούνταν καθημερινά  προς ίασή  του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως του Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι  ή ακολουθία της Μεγάλης Παρακλήσεως ψάλλονταν   καθημερινά  μέχρι την ώρα του θανάτου του. Είναι επίσης εύλογο νά δεχθούμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και έγινε  συνήθεια έκτοτε νά ψάλλεται ή ακολουθία κάθε Αύγουστο  σε μνήμη του ποιητή της.
Λίγο πρίν από τον θάνατό του ζήτησε να εξομολογηθεί.Έπεσε στα πόδια του εξομολογητή και ¨δακρύων απλέτοις ρεύμασι την γήν εν ή κατέκειτο έπλυνεν ,ώστε και πηλόν γεγενήσθαι εκ τούτων …το «εγκατέλιπόν σε Χριστέ» συνεχώς επεφώνει»(Γ.Ακροπολίτης )
Η ίδια αυτή κραυγή ενός έντονου ψυχικού άλγους ξεπηδά και και μέσα από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα , που σήμερα αντηχεί στους ναούς στα δειλινά του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου ,συγκινώντας τους πιστούς με τους έξοχους στίχους του ,γεμάτους από βαθιά εσωτερική οδύνη και συντριβή.
«Των λυπηρών επαγωγαί χειμάζουσι την ταπεινήν μου ψυχήν και συμφορών νέφη την εμήνκαλύπτουσι καρδίαν»
. «Βλέψον ιλέω όμματί σου και επίσκεψαι την κάκωσιν ήν έχω»
Στίς 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει τήν Κωνσταντινούπολη  γιά λογαριασμό τοϋ Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τοΰ 1204- Ή αναίμακτη ανάκτηση τής Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως σαν θαυματουργή παρέμβαση τής Θεοτόκου.
Ό Αυτοκράτορας  για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του Δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ τής 25ης Ιουλίου καί 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γίνονταν  στην Κωνσταντινούπολη καί μεταξύ αυτών ήταν  και   ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανών τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως. ‘
Αλλά ή νέα Βασιλική Αυλή τοΰ Μιχαήλ,, βρέθηκε  μπροστά στο εξής δίλλημα.
ΟΙ δύο βασιλικές δυναστείες τοΰ Θεοδώρου Λασκάρεως καί Μιχαήλ Παλαιολόγου βρίσκονταν  σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ό Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιό του Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί ή Βασιλική Αυλή ακολουθίες πού θύμιζαν την δυναστεία του Θεοδώρου.
Η λύση βρέθηκε με την χρήση του παλιότερου  Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο του μοναχού Θεοστήρικτου.
Ό  Μεγάλος Παρακλητικός κανόνας παρέμεινε σε χρήση μόνο κατά την νηστεία τοϋ Δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος μέ την μνήμη του Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε νά εναλλάσσεται μέ τον Μικρό, ό όποιος διαδόθηκε  έξ ϊσου ευρέως και χρησιμοποιείται πλέον καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου («εις πάσαν περίστασιν»).
Δέν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκε  ή εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο. Είναι φυσικό να υποθέσουμε πώς αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και αφού ξεχάστηκαν οι διαφορές των δύο δυναστειών καθιερώθηκε ή εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά τό Δεκαπενταύγουστο σαν  εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
ΟΙ δύο Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, παρέμειναν άγνωστοι στους Ρώσους Όρθοδόξους πού παρέλαβαν τά ελληνικά λειτουργικά κείμενα μέχρι τόν ενδέκατο αιώνα μεταφρασμένα στην σλαβονική γλώσσα. Αυτό αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο Παρακλητικοί Κανόνες δεν περιελαμβάνονταν στα ελληνικά λειτουργικά βιβλία της εποχής εκείνης.
Β.Χαρακτηριστικά του Μ.Π.Κ.
Ὁ Μεγάλος Παρακλητικός Κανών, όπως γράφουν οι ερευνητές Νικόλαος Τωμαδάκης καὶ Ιωάννης Φουντούλης, έχει περισσότερο προσωπικὸ χαρακτήρα καὶ «αναφέρεται ειδικά στὰ παθήματα καὶ στις δυσμενείς περιστάσεις της ζωής του πολυπαθούς αὐτοῦ βασιλέως, ὁ ὁποίος έπασχε απὸ ανίατο ψυχικὸ νόσημα». Ἀναφέρει δὲ ὁ Τωμαδάκης ὅτι: «εαν ἡ περίπτωσις τοῦ Θεοδώρου Λασκάρεως προσαρμόζεται πρὸς την κατάθλιψη καὶ τὶς διακυμάνσεις της οργιζομένης καὶ αμαρτανούσης καὶ νοσούσης υπάρξεως των μυριάδων πιστών, αυτὴ ακριβώς είναι καὶ η αιτία της κατὰ τὰ τελευταία έτη της βυζαντινής αυτοκρατορίας εισαγωγής της ποιητικής αυτής συνδέσεως, δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, στὴν εκκλησιαστικὴ ακολουθία, προς λειτουργικὴ χρήση.
Η ποίηση του Μ.Π.Κανόνος ειναι έκφραση πόνου κα
ὶ κραυγὴ αγωνίας πρὸς την Παναγία, που αυτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ αποτελοῦν ένδειξη μεγάλου ποιητή, ὅπως π.χ. «ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος», ἢ «ἵνα τὶ μὲ ἀπώσω ἀπὸ τοῦ προσώπου σου τὸ φῶς τὸ ἄδυτον καὶ ἐκάλυψέ με τὸ ἀλλότριον σκότος τὸ δείλαιον», ἢ «ἀλλ΄ ἐπίστρεψόν με καὶ πρὸς τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν σου τὰς ὁδούς μου κατεύθυνον, δέομαι» καὶ ἄλλα πολλά.
Ε
ὰν συγκρίνωμε τώρα τὴν ποιητικὴ έκφραση του πόνου, της αγωνίας, της θλίψεως καὶ της κραυγαλέας οδύνης του Μ.Π.Κ. πρὸς την σύγχρονη εξομολογητικὴ ποίηση τῶν καιρών μας, θα διαπιστώσωμε τα εξής: ότι στην εξομολογητικὴ ποίηση του συγχρόνου κόσμου, ο ποιητής εκχέει προς τὸ κενό τον σπαραγμό της καρδίας του, το ἐσωτερικό του άλγος, χωρὶς να περιμένει από κανένα την διόρθωση της καταστάσεώς του, εφ΄ όσον δεν πιστεύει, ούτε ελπίζει σὲ κάτι. ‘Ετσι, ὁ ποιητής αυτὸς αφήνει ανοικτές τις πληγὲς της ψυχής του μὲ απόγνωση καὶ απογοήτευση, χωρὶς τὴν ελπίδα γιὰ τὴν θεραπεία τῆς ασθενείας του. Ενώ ἀντίθετα η ποίηση του Μ.Π.Κ., όπως καὶ όλων των ύμνων της Εκκλησίας μας, παρὰ την έκφραση του πόνου, της θλίψεως, της ασθενείας, των πειρασμών καὶ των βασάνων, δεν κυριεύεται απὸ απόγνωση καὶ απελπισία, αλλὰ μὲ πίστη καὶ ελπίδα εκλιπαρεί την ευσπλαχνία καὶ την πρεσβεία της Υπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ θείο έλεος τοῦ Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μὲ θάρρος καὶ αισιοδοξία για να συνεχίσει τον ἀγώνα, με την βοήθεια εκείνων, για την διόρθωση όλων των δεινών του.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΩΝ: ΡΑΦΑΗΛ - ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΕΙΡΗΝΗΣ


ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΝΕΟΦΑΝΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΣΑΝ ΣΤΟ ΝΑΟ ΜΑΣ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 6/8/2012 ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ.
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΕΙΧΑΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑΜΠΡΟΣΚΥΝΗΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΝΕΟΦΑΝΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΜΑΣ


Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΜΑΣ ΣΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ


Η Θεοτόκος στην Ορθόδοξη Εκκλησία


Του κυρού Αρζιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδο. Χριστοδούλου








Η Παναγία είναι, κατά την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία, σύμφωνα με όσα απεφάσισε περί αυτής η Γ΄ εν Εφέσω Οικουμενική Σύνοδος (431 μ.Χ.) : Υπεραγία, Θεοτόκος, Αειπάρθενος και Μεσίτρια. Είναι η Μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, βασίλισσα γης και ουρανού. Πολύ όμως πριν από την οικουμενική αυτή απόφαση, οι πιστοί είχαν διαμορφώσει την συνείδηση, ότι η Μαρία, το δοχείον του Πνεύματος, υπηρέτις της προαιωνίου βουλής του Θεού "δι' ημάς τούς ανθρώπους καί διά τήν ημετέραν σωτηρίαν", ακαταίσχυντος προστάτις των χριστιανών. Δια τούτο και τιμάται ήδη από τους πιστούς των πρώτων χριστιανικών αιώνων, ενίοτε με δόσιν υπερβολής, την οποία εγκαίρως (και πριν ακόμη από το 431 μ.Χ.) οι Πατέρες επεχείρησαν να περιορίσουν στα ορθά πλαίσια, όπως τούτο αποδεικνύεται και από τον Αγιον Επιφάνιον, Επίσκοπον Σαλαμίνος Κύπρου (εκοιμήθη το 403 μ.Χ.), ο οποίος συνιστούσε ότι εις μεν τον Κύριο πρέπει λατρεία, εις δε την Θεοτόκο τιμή και προσκύνησις .Ο Άγιος Πατήρ ψέγει μετά παρρησίας την παρατηρούμενη στις ημέρες του υπερβολή έναντι του τιμίου προσώπου της Παναγίας, και τούτο τον αναδεικνύει αληθή Ποιμένα της Εκκλησίας, πού αγρυπνεί, κατά τον Απόστολο Παύλο, υπέρ των ψυχών του ποιμνίου του. Μάλιστα στον "Αγκυρωτόν" λεγόμενον λόγο του αποκαλεί την Παρθένον, πολύ πριν από την Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου, Θεοτόκον.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας ούτε υπερτιμά το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, αναβιβάζουσα τούτο εις την θέσιν της θεότητος, ούτε την υποτιμά, θεωρώντας την ως κοινήν θνητήν γυναίκα, διότι είναι η Κεχαριτωμένη, όπως ακριβώς την προσεφώνησεν ο απεσταλμένος του Θεού Αρχάγγελος (Λουκ. α,28,30,35). Μάλιστα η Παρθένος μετά την επί της γης Κοίμηση της και την εις ουρανούς Μετάσταση της, ευρίσκεται σε κατάσταση δόξης και τιμής, όπως τούτο γίνεται φανερό και από το όραμα πού περιγράφεται στην Αποκάλυψη(κεφ. ιβ,1-6).

Η Ορθόδοξος Εκκλησία διδάσκει επίσης ότι οι Αγιοι εν ουρανώ και επί της γης (ζώντες δηλ. και κεκοιμημένοι) μεσιτεύουν προς τον Θεό, δηλ. Τον ικετεύουν, πρεσβεύουν προς Αυτόν για τους άλλους ανθρώπους, είτε αυτοί ζουν, είτε εκοιμήθησαν. Υπάρχουν όμως πολλοί, κυρίως προτεστάντες, πού αρνούνται τις μεσιτείες των Αγίων ως και αυτές της Θεοτόκου, διότι παρερμηνεύουν το χωρίον Α Τιμ. β,5 : "εις μεσίτης Θεού καί ανθρώπων, άνθρωπος Χριστός Ιησοις". Το χωρίον αυτό παρερμηνεύεται από αμαθείς ή κακοπίστους. Σύμφωνα με άλλα χωρία υπάρχει επίσης "εις Θεός" (Α Κορ. η,4-6), "εις Κύριος" (Α Κορ. η,6), "εις Πατήρ" (Ματθ. κγ,9), "εις Ποιμήν" (Ιω.ι,16), "εις διδάσκαλος" (Ματθ. κγ,8), "εις Αγαθός" (Ματθ., ιθ,17) και τα όμοια. Σύμφωνα δε πάλιν με άλλα χωρία υπάρχουν "πολλοί Θεοί" (Ψαλμ. πα,6,Ιω.ι,34), "πολλοί κύριοι" (Εφεσ. στ,5-9), "πολλοί πατέρες" (Λουκ. α,17), "πολλοί ποιμένες" (Εφεσ. δ,11), "πολλοί διδάσκαλοι" (Εφεσ., δ,11), "πολλοί αγαθοί" (Ματθ. ε,45) κ.λ.π. Πώς συμβιβάζονται τα πρώτα χωρία προς τα δεύτερα;

Ιδού πώς: Στα πρώτα, η έννοια είναι απόλυτος, στα δεύτερα σχετική. Εν απολύτω εννοία π.χ. υπάρχει "εις μόνον Κύριος καί διδάσκαλος, ο Ιησούς Χριστός". Αλλά εν σχετική εννοία υπάρχουν πολλοί κύριοι, καί διδάσκαλοι, ως ο Αβραάμ (Γεν. ιη,12, Α Πέτρ. γ,6) καί ο Παύλος (Α Τιμ. β,7). Ούτω καί εν απολύτω εννοία υπάρχει "εις μόνον μεσίτης, ο Ιησούς Χριστός" . Αλλά εν σχετική εννοία "πολλοί μεσίται", δηλ. οι Άγιοι. Πράγματι, οι Άγιοι και οι πιστοί μεσιτεύουν, παρακαλούν τον Θεό υπέρ των συνανθρώπων των. Κατ' εξοχήν δε πρεσβεύει υπέρ ημών η Μητέρα του Κυρίου ως "μητρικήν κεκτημένη παρρησίαν". Άλλωστε καί στά χωρία Αποκαλύψεως ε,8 καί η,3-4 γίνεται λόγος για τις προσευχές των Αγίων και των "γίνω πάντων" στο υπερουράνιο θυσιαστήριο.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν φείδονται λόγων και εγκωμίων προκειμένου να περιγράψουν την συμμετοχή της Θεοτόκου στο Μυστήριο της Οικονομίας του Θεού για τον άνθρωπο. Και είναι χαρακτηριστικοί οι λόγοι, με τους οποίους την χαρακτηρίζουν ως "υπό πασών των γενεών προεκλεχθεισαν", ως ευλογημένη μεταξύ όλων των γυναικών, πανάμωμο και πανακήρατο. Κατά τον Άγιο Πρόκλο, Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, η Παναγία είναι "το αμόλυντον της Παρθενίας κειμήλιον, ο λογικός του δευτέρου Αδάμ παράδεισος, το εργαστήριον της ενώσεως των φύσεων, η πανήγυρις του σωτηρίου συναλλάγματος , η παστάς, ην ο Λόγος ενυμφεύσατο την σάρκα, η έμψυχος της φύσεως βάτος, η όντως κούφη νεφέλη, η τόν επί των χερουβίμ μετά σώματος βαστάσασα, ο του εξ ουρανού υετού καθαρότατος πόκος, δούλη καί μήτηρ, Παρθένος καί ουρανός, η μόνη Θεού προς ανθρώπους γέφυρα, ο φρικτός της Οικονομίας ιστός, εξ ης αρρήτως υφάνθη της ενώσεως χιτών".

Κατά δε τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης η Παναγία είναι : "μήτηρ αγνεύουσα καί Παρθένος θηλάζουσα", "κάλλους διάδημα καί του γένους βασίλισσα", "ιερόθεον τέμενος Χριστου", "ράβδος Ααρών, ρίζα του Ιεσσαί, τό σκήπτρον Δαυίδ", "τό βασιλικόν ένδυμα", "των χαρίτων στέφανος", "το πάσης προφητείας εκφανέστατον πλήρωμα" κλπ.

Ο πρύτανις των θεολόγων Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τήν ονομάζει "τό κάλλος της ανθρωπίνης φύσεως" καί ο Θεοφάνης Νικαίας "τό διαυγέστατον της παρθενίας θεότευκτον κάτοπτρον, ην τηλαυγέστατα διαδείκνυται η εικών του Θεού του αοράτου, αυτό τό αμήχανον καί εράσμιον κάλλος του ούτως εραστού τε καί έρωτος".

Ο πατερικός λειμών των εγκωμίων της Θεοτόκου είναι ανεξάντλητος. Και πάντοτε δροσερός και γοητευτικός. Στην δ΄ ομιλίαν του προς την Αγίαν Μαρίαν ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει : "Χαίροις παρ' ημών Μαρία Θεοτόκε, το σεμνόν κειμήλιον απάσης της οικουμένης, η λαμπάς η άσβεστος, ο στέφανος της παρθενίας, τό σκήπτρον της ορθοδοξίας, ο ναός ο ακατάλυτος και χωρίον του αχωρήτου, η μήτηρ και παρθένος... Χαίροις η τον αχώρητον χωρήσασα εν μήτρα αγία παρθενικήν, δι' ης Τριάς αγιάζεται ... δι' ης ο ουρανός αγάλλεται, δι' ης άγγελοι και αρχάγγελοι ευφραίνονται, δι' ης δαίμονες φυγαδεύονται, δι' ης διάβολος πειράζων έπεσεν εξ ουρανού, δι' ης το εκπεσόν πλάσμα εις ουρανούς αναλαμβάνεται, δι' ης πάσα η κτίσις ειδωλομανία κατεχομένη εις επίγνωσιν αληθείας ελήλυθεν..." .

Τά εν τη Γραφή δε ονόματα της Παναγίας αναγράφει στον δ΄ λόγο του ο Ανδρέας Κρήτης, αναφέρων αυτήν ως : "νεάνιδα, προφήτιδα, παστάδα, οικον Θεοι, ναόν άγιον, δευτέραν σκηνήν, τράπεζαν αγίαν, θυσιαστήριον, ιλαστήριον, χρυσουν θυμιατήριον, άγια αγίων, Χερουβίμ δόξης, στάμνον χρυσήν, πλάκας της Διαθήκης, ιερατικήν ράβδον, σκήπτρον βασιλείας, διάδημα κάλλους, αλάβαστρον, λυχνίαν, ατμίδα, λαμπάδα, θρυαλλίδα, όχημα, θάμνον, πέτραν, γην, παράδεισον, χώραν, άρουραν, πηγήν, αμνάδα, σταγόνα ... ".

Δεν θα θελα να κατακλείσω την πατερική αυτή αναφορά στην Θεοτόκο, χωρίς νά παραθέσω την ποιητική μαρτυρία του νεοφανούς Πατρός της Εκκλησίας μας Αγίου Νεκταρίου, εκ των επιφανών ορθοδόξων θεομητορικών εγκωμιαστών του αιώνος μας, πού εκφράζει άριστα την δογματική περί της Θεοτόκου διδασκαλία της Εκκλησίας μας καθώς και τα αισθήματα των ορθοδόξων απέναντί της :


"Αγνή Παρθένε Δέσποινα, άχραντε Θεοτόκε
Παρθένε Μήτερ Άνασσα, πανένδροσέ τε πόκε
Υψηλοτέρα ουρανών, ακτίνων λαμπροτέρα
Χαρά παρθενικών χορών, αγγέλων υπερτέρα
Εκλαμπροτέρα ουρανών, φωτός καθαροτέρα
Των ουρανίων στρατιών πασών αγιοτέρα
Μαρία αειπάρθενε, κόσμου παντός Κυρία
Άχραντε Νύμφη Πάναγνε, Δέσποινα Παναγία
Μαρία Νύμφη Άνασσα, χαράς ημών αιτία
Κόρη σεμνή, Βασίλισσα, Μήτηρ Υπεραγία
Τιμιοτέρα Χερουβείμ, υπερενδοξοτέρα
Των Ασωμάτων Σεραφείμ, των θρόνων υπερτέρα
Χαίρε το άσμα Χερουβείμ, χαίρε ύμνος αγγέλων
Χαίρε ωδή των Σεραφείμ, χαρά των Αρχαγγέλων
Χαίρε ειρήνη και χαρά, λιμήν της σωτηρίας
Παστάς του Λόγου ιερά, άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε παράδεισε τρυφής, ζωής τε αιωνίας
Χαίρε το ξύλον της ζωής, πηγή αθανασίας.
Σέ ικετεύω Δέσποινα, Σέ νυν επικαλούμαι
Σέ δυσωπώ Παντάνασσα, σήν χάριν εξαιτούμαι
Κόρη σεμνή και άσπιλε, Δέσποινα Παναγία
Θερμώς επικαλούμαι Σε, Ναέ ηγιασμένε
Αντιλαβού μου, ρύσαι με, από του πολεμίου
Και κληρονόμον δείξον με ζωής της αιωνίου
".