Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ ΜΑΤΘΑΙΟΥ θεραπεία το 
παραλυτικο
γιος ωάννης Χρυσόστομος
(Ματθ θ, 1-8)

«Κα φο μπκε στ πλοο πέρασε δι μέσου τς λίμνης στ πέναντι μέρος κα λθε στ δική του πόλη. Κα ν φεραν σ’ ατν να παραλυτικ πάνω στ κρεβάτι. Κα  ησος, ταν εδε τν πίστη τους, επε στν παραλυτικό· χε θάρρος, παιδί μου, σο χουν συγχωρηθε ο μαρτίες σου»

Δική του πόλη νομάζει δ τν Καπερναούμ.  Βηθλεμ τν φερε στ ζωή,  Ναζαρτ τν μεγάλωσε,  Καπερναομ τν εχε μόνιμο κάτοικό της.  παραλυτικς δ εναι λλος π κενον πο ναφέρει  εαγγελιστς ωάννης. κενος ταν κατάκοιτος στν κολυμβήθρα, ατς ταν στν Καπερναούμ. κενος ταν ρρωστος τριάντα κτ χρόνια· γι’ ατν δ δ λέγεται τίποτα τέτοιο. κενος δν εχε κανένα ν τν προστατέψει, ατς μως εχε ατος πο τν φρόντιζαν, πο τν σήκωσαν κιόλας κα τν φεραν. Κα σ’ ατν λέει, «παιδί μου, συγχωρονται ο μαρτίες σου» σ’ κενον, «θέλεις ν βρες τν γεία σου»; Κι κενον τν θεράπευσε τ Σάββατο, ατν μως χι. Γιατί βέβαια θ τν κατηγοροσαν ν τ κανε· κα γι’ ατ ο ουδαοι σ’ ατν σιώπησαν, σ’ κενον μως πιτέθηκαν κα τν καταδίωκαν. Ατ τ επα χι χωρς λόγο λλ γι ν μ νομίσει κανένας πς πάρχει διαφωνία, πειδ σχημάτισε τν ποψία πς ταν  διος παραλυτικός.

μες ς προσέξουμε τ μετριοφροσύνη κα τν καλωσύνη το Κυρίου. Γιατί κα πρν π’ ατ πέφυγε τν κόσμο· κι ταν τν διωξαν ο Γαδαρηνοί, δν ντιστάθηκε. φυγε κα μόνο πο δν πγε μακρυά. Κα πέρασε φο ξαναμπκε στ πλοο, νμποροσε ν πάει περπατώντας. Δν θελε ν πραγματοποιε πάντα θαύματα, στε ν μν καταστρέψει τ ργο τς θείας οκονομίας.

 Ματθαος λοιπν γράφει τι τν φεραν κοντ στν Κύριο. Ο λλοι εαγγελιστές, τι φο νοιξαν κα τ σκεπ τν κατέβασαν. Κι βαλαν μπροστ στ Χριστ τν ρρωστο χωρς ν το πον τίποτα λλ φήνοντάς τα λα στ διάθεσή του. Στν ρχ το ργου του  Χριστς πήγαινε π τ να μέρος στ λλο, κα δ ζητοσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ σους τν πλησίαζαν. δ κα τν πλησίασαν κα φανέρωσαν τν πίστη τους. ταν εδε, γράφει, τν πίστη τους, δηλ. κείνων πο νοιξαν τσκεπή. Δν γυρεύει παντο τν πίστη π τος ρρώστους μονάχα, π.χ. ταν παραφέρονται  τ χουν χαμένα π τν ρρώστια. δ φαίνεται, πς  πίστη ταν κα το ρρώστου• δ θ δεχόταν ν τν κατέβαζαν π τ σκεπή, ν δν πίστευε.

φο ατο δειξαν τόση πίστη, δείχνει κι ατς τ δύναμή του, συγχωρώντας τς μαρτίες μ πλήρη ξουσία, κα μ λη του τ συμπεριφορ δείχνοντας τι εναι σότιμος μ’ κενον πο τν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τ δειξε ατ μ τδιδασκαλία του, ταν τος μιλοσε σν κενον πο χει ξουσία· μ τν λεπρό, ταν επε θέλω, καθαρίσου· μ τν κατόνταρχο, πο τν θαύμασε κα τν νέβασε ψηλότερα π’ λους· μ τ θάλασσα, ταν τν πόταξε μ τ λόγο μόνο· μ τος δαίμονες, ταν τν παραδέχονταν ς κριτή, κα τος διωξε μ πολλ ξουσία. δ πάλι μ λλο νώτερο τρόπο τος διους τος χθρος ναγκάζει ν παραδεχτον τν σοτιμία κα μ τ στόμα τους τ κάνει φανερό.  διος  Κύριος φανερώνει τι δν γαποσε τς τιμς -ταν πολλο θεατς πο κλειναν τν εσοδο, γι’ ατ κα τν κατέβασαν π ψηλ – δν βιάστηκε ν θεραπεύσει μέσως τ σμα πο εναι ρατ λλ παίρνει τν φορμ π’ ατος κα θεραπεύει τ όρατο πρτα, τ ψυχή, συγχωρώντας τς μαρτίες. Τοτο τν ρρωστο τν σωζε, στν διο μως δν προξενοσε μεγάλη δόξα. κενοι κινημένοι π πονηρία κα θέλοντας ν πιτεθον καναν τ θαμα ν λάμψει παρ τ θέλησή τους. Γιατί τσι πως ταν κενοςφευρετικός, χρησιμοποίησε τ φθόνο τους γι τν νάδειξη το θαύματος. πειδ λοιπν καναν θόρυβο μεταξύ τους κι λεγαν «Ατς βλασφημε· ποις μπορε ν συγχωρε μαρτίες παρ μόνο  Θεός;». ς δομε τί λέει  διος. «ραγε διέλυσε τν ποψία;». Κα βέβαια ν δν ταν σος μ τν Πατέρα πρεπε ν πε· Γιατί μο ποδίδετε δύναμη πο δν μο ταιριάζει; Πολ πέχω γ π τ δύναμη ατή. Τώρα μως δν επε κάτι τέτοιο. σα -σα βεβαίωσε κα πικύρωσε τ ντίθετο κα μ τ λόγο του κα μ τ θαμα. πειδ  περιαυτολογία φαινόταν τι στενοχωροσε τος κροατές, μ τ στόμα τν λλων βεβαιώνει ,τι τν φορ. Κα θαυμαστ εναι τι τ κάνει χι μόνο μ τ στόμα τν φίλων λλ κα τν χθρν. Ατ ποτελε τπλθος τς σοφίας του.

Μ τ στόμα τν φίλων του πιβεβαιώθηκεταν επε «θέλωκαθαρίσου» κα ταν επε «οτε νάμεσα στος βραίους δ βρκα τόση πίστη». Μ τ στόμα τν χθρων του τώρα. πειδ επαν κανένας δν μπορε ν συγχωρε μαρτίες παρ μόνο Θεός, συμπλήρωσε: «Γι ν μάθετε τι  Υἱὸς το νθρώπου χει ξουσία ν συγχωρε μαρτίες πάνω στ γ κοστε». Γυρίζει τότε κα λέει στν παράλυτο. Σήκω πάρε τ κρεβάτι σου κα πήγαινε στ σπίτι σου. Κι χι δ μονάχα λλ κι σ λλη περίπτωση, ταν κενοι το λεγαν τι δ σ λιθοβολομε γι μία καλή σου πράξη, λλ γι τ βλασφημία σου κι τι ν εσαι νθρωπος, κάνεις τν αυτό σου Θεό, οτε κε δν νέτρεψε τ γνώμη ατή, λλ τν πικύρωσε λέγοντας· «ν δν κάνω τ ργα το πατέρα μου, μ μ πιστεύετε· ν μως τ κτελ, κι ν δν πιστεύετε σ μένα, πιστέψτε στ ργα.

δ στόσο παρουσιάζει κι λλο σημάδι τς θεότητάς του -χι μικρ – κα τς σοτιμίας μ τν Πατέρα. κενοι λεγαν τι  συγχώρηση τν μαρτημάτων νήκει μόνο στ Θεό. Ατς μως χι μόνο τ μαρτήματα συγχωρε λλ κα πρν π’ ατκάνει κάτι λλο πο εναι ποκλειστικ προνόμιο το Θεο· ποκαλύπτει τ μυστικ πο εναι κρυμμένα στν καρδιά. Δν εχαν κφράσει ατ πο σκέφτηκαν. Μερικο γραμματες επαν μέσα τους· Ατς βλασφημε. Κα πειδ  Χριστς ξερε τς σκέψεις τους επε· «Γιατί κάνετε μ τ νο σας πονηρς σκέψεις;». τι μόνο στ Θε νήκει ν γνωρίζει τ μυστικά, κουσε τί λέει  προφήτης· «Σ μόνος π’ λους γνωρίζεις τς καρδιές»· κα πάλι· «σ  Θες πο ξετάζεις τν σωτερικό μας κόσμο». Κα  ερεμίας λέει· «Βαθύτερη π’ λα εναι  καρδι το νθρώπου· κα ποις θ τν κατανοήσει;»

Κα τοτο· « νθρωπος κοιτάζει τ πρόσωπο,  Θες βλέπει τν καρδιά». Κα π λλα πολλ χωρία τς Γραφς μπορομε ν διαπιστώσουμε τι νήκει στ Θε ν γνωρίζει τ ψυχή. ποδεικνύοντας λοιπν τι εναι Θες σος μ τν Πατέρα τοποκαλύπτει κα φανερώνει ατ πο συλλογίζονταν. Γιατί ατο πειδ φοβονταν τν κόσμο, δν τολμοσαν ν διατυπώσουν μπροστ σ’ λους τ γνώμη τους. Κι δ δείχνει πολλ πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στν καρδι σας πονηρς σκέψεις; Κα βέβαια, ν πρεπε κάποιος ν’ γανακτήσει, ατς ταν  ρρωστος, πειδ εχε ξεγελαστε. Μποροσε ν πε· «γι λλο ρθα ν μ θεραπεύσεις κι λλο σ διορθώνεις; π πο εναι φανερ τι συγχωρονται ο μαρτίες μου;». Τώρα στόσο ατς τίποτα τέτοιο δ λέει λλ παραδίδει τν αυτό του στ διάκριση κείνου πο τν θεραπεύει. ν κενοι, περβολικο κα φθονερο καθς εναι, πονομεύουν τ φιλάνθρωπη δράση τν λλων. Γι’ ατ τος πιπλήττει βέβαια λλ μλη τν πιείκεια. ν δν σς φαίνεται πιστευτ τ πρτο κα νομίζετε εναι μεγάλα λόγια ,τι επα, ρίστε προσθέτω σ’ ατ κα κάτι κόμα· θ’ ποκαλύψω τ μυστικά σας. Κι λλο πάλι πειτα π’ ατό. Τ τι θ σφίξω τς ρθρώσεις τοπαραλυτικο.

Κι ταν μίλησε στν παράλυτο δν φανέρωσε καθαρ τν ξουσία του μ τος λόγους του. Δν επε «συγχωρ τς μαρτίες σου», λλ «συγχωρονται ο μαρτίες σου». Κι ταν ατο τν νάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τν ξουσία του, λέγοντας· «Κα γι ν μάθετε τι  Υἱὸς το νθρώπου χει ξουσία ν συγχωρε μαρτίες πάνω στ γ». Βλέπετε πόσο θελε ν θεωρεται σος μ τν πατέρα; Οτε επε τι χει νάγκη π κάποιον λλο  Υἱὸς το νθρώπου  τι το δωσε ξουσία, λλ τι χει ξουσία, κα δν τ λέει ατ γι πίδειξη λλ «γι ν σς πείσω», λέγει, «τι δ βλασφημ κάνοντας τν αυτό μου σο μ τ Θεό». Παντο θέλει ν δίνει ποδείξεις σαφες, ναντίρρητες, πως ταν λέει· «Πήγαινε, δεξε τν αυτό σου στν ερέα». Κι ταν δείχνει τν πεθερ το Πέτρου ν πηρετε. Κι ταν πιτρέπει ν κατακρημνιστον ο χοροι. τσι λοιπν κι δ.

Τ σύσφιξη τν ρθρώσεων τν κάνει πόδειξη τς συγχωρήσεως τν μαρτημάτων. Κα τ σήκωμα το κρεβατιο πόδειξη τς σύσφιξης. στε ν μ νομισθε τι εναι φαντασία ατ πο εχε γίνει. Κα δν τ κανε ατ παρ φο τος ρώτησε· «Τί εναι πι εκολο ν πες συγχωρονται ο μαρτίες σου  ν πες σήκωσε τ κρεβάτι σου κα πήγαινε στ σπίτι σου». Ατ πο λέει εναι τ ξς. «Τί σς φαίνεται εκολότερο ν σφίξετε χαλαρωμένες ρθρώσεις  ν συγχωρήσετε μαρτίες; Φανερ τι ν σφίξετε τς ρθρώσεις». σο  ψυχ εναι νώτερη π τ σμα τόσο νώτερη εναι  συγχώρηση τν μαρτιν. πειδ μως τ να εναι όρατο κα τ λλο φανερό, γι’ ατ προσθέτω κα τ κατώτερο λλ φανερότερο. τσι τ μεγαλύτερο κι όρατο ν λάβει μ’ ατ τν πόδειξη. π ατ τν ρα φανέρωνε προκαταβολικ μ τ ργα του ατ πο  ωάννης εχε πετι ατς σηκώνει τς μαρτίες το κόσμου.

φο τν θεράπευσε, τν στέλνει στ σπίτι. Κα πάλι δ δείχνει μετριοφροσύνη κι τι δν ταν φαντασία ,τι εχε γίνει. Τος μάρτυρες τς ρρώστιας, τος κάνει κα τς γείας μάρτυρες. γ θ θελα, λέει, μ τ δική σου σθένεια, ν θεραπεύσω κι ατος πο νομίζουν πς εναι γιες ν τ πνεμα τους νοσεπειδ μως δ θέλουν πήγαινε στ σπίτι, γι ν διορθώσεις τος δικούς σου. Βλέπετε πς δείχνει τι εναι δημιουργς κα ψυχς κα σωμάτων; Το καθενς π’ ατ θεραπεύει τν παράλυση κα κάνει φανερ τ όρατο π τ ρατό. Σέρνονται μως κόμα στ γ. «ταν εδε  κόσμος θαύμασαν κα δόξασαν τ Θε πο δωσε τέτοια ξουσία στος νθρώπους». Τος μπόδιζε  σάρκα.

Ατς μως δν τος κατηγόρησε λλ προχωρε νεβάζοντάς τους μ τ ργα κα κάνοντας ψηλ τ φρόνημά τουςπ τέλους δν ταν μικρ ν θεωρεσαι πς εσαι μεγαλύτερος π’ λους τος νθρώπους κι τι ρχεσαι π τ Θεό. ν εχαν ποκτήσει γι’ ατ σ σημαντικ βαθμ βεβαιότητα, προχωρώντας θ καταλάβαιναν, τι ταν κα Υἱὸς το Θεο. Δν τ συνέλαβαν μως ατ καθαρ γι’ ατ κα δν μπορον ν τν πλησιάσουν. λεγαν πάλι· ατς  νθρωπος δν ρχεται π τΘεό. Πς εναι ατς π τ Θεό; Κα συνεχς λεγαν τ δια, σν προκαλύμματα τν παθν τους. Τ διο κάνουν πολλο κα τώρα, παρόλο πο νομίζουν τι περασπίζουν τ Θεό, κανοποιον δικά τους πάθη, ν πρέπει σ’ λα ν εμαστε μετριοπαθες.

Πρέπει λοιπν ν θεραπεύουμε τ πάθος μ μετριοπάθεια. Γιατί ατς πο γίνεται καλύτερος π φόβο νθρώπων, γρήγορα θ γυρίσει πάλι στν κακία. Γι’ ατ διέταξε ν φεθον τ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μι προθεσμία γι μετάνοια. Πολλοπ’ ατος λοιπν μετάνιωσαν κι γιναν σπουδαοι π κακο πο σαν πως  Παλος,  τελώνης,  ληστής. Ατο σαν ζιζάνια, γιναν μως σιτάρι μεστωμένο. Στος σπόρους φαίνεται τοτο δύσκολο· εναι μως εκολο κα κατορθωτ σχετικ μ τθέληση· δν χει ατ δεθε μ τος φυσικος νόμους λλ χει τιμηθε μ λευθερία.

ταν συναντήσεις λοιπν χθρό της λήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στν ρετ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο κατηγόρητο, γίνε προστάτης κα κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γι διόρθωση πως κάνουν ο ριστοι γιατροί. Οτε ατο δν θεραπεύουν μ να τρόπο μόνο· ταν δον τι δν ποχωρε  πληγ μ τ πρτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι πειτα τρίτο. Κάνουν γχειρήσεις, χρησιμοποιον πιδέσμους. Κα σ λοιπν πο εσαι γιατρς τν ψυχν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικ τρόπο κατ τος νόμους το Χριστο, γι ν λάβεις μισθ κα τς δικς σου κα τς φέλειας τν λλων. Πράξε τα λα γι τ δόξα το Θεο κι τσι θ δοξαστες κα σύ. «Θ δοξάσω», λέει, «ποιους μδοξάσουν. Κι ποιοι μ περιφρονον θ τος περιφρονήσω».

ς τ πράττουμε λοιπν λα γι τ δόξα τουγι ν πιτύχουμε ατ τ μακάριο τέλοςΑτ μακάρι λοι μας ν τ πιτύχουμε μ τ χάρη κα τ φιλανθρωπία το Κυρίου μας ησο Χριστο. Δική του  δόξα κα  δύναμη στος αἰῶνες.

μήν.

 http://alopsis.gr

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2018

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

ΤΗΝ 11Η ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ ΕΟΡΤΑΣΑΜΕ ΕΠΙ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ, ΣΤΟΝ ΟΜΩΝΥΜΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΗΓΕΣ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ.

ΑΦ' ΕΣΠΕΡΑΣ ΤΗΣ 10ΗΣ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΕΤΕΛΕΣΘΗ Ο Μ. ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΑΥΡΙΟ, ΚΥΡΙΩΝΥΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ, Ο ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ Η Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΙΚΡΑ ΔΕΞΙΩΣΙΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΩΝ.

ΣΗΜΕΙΩΤΕΟΝ ΟΤΙ ΕΦΕΤΟΣ ΗΤΟ Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΝΥΓΗΡΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΣ.

Φωτογραφία του Γεώργιος Αλεντάς.Φωτογραφία του Γεώργιος Αλεντάς.


Η ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΣΤΟΝ ΟΜΩΝΥΜΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΘΕΡΜΟΠΗΓΕΣ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ, ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΑΠΗΤΟ ΑΔΕΛΦΟ π. ΝΕΚΤΑΡΙΟ. (φωτο:Πελαγία Προκοπίου.).: 11/6/2018



Φωτογραφία του Γεώργιος Αλεντάς.
Φωτογραφία του Γεώργιος Αλεντάς.

Τρίτη 22 Μαΐου 2018


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΙ [ΠΑΝΤΕΣ
www.diakonima.gr


Ομολογία της θείας του φύσεως
Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.
Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.
Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου; Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.
Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.
Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.
Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.
Η πρώτη αγάπη μας
Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.
Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.
Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!
Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.
(Και κάτι ακόμη: Όσο περισσότερο αγαπάμε τον Θεό, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τους άλλους ανθρώπους. Τότε η αγάπη μας δεν αποκλείει, δεν διώχνει, δεν πληγώνει, δεν βλάπτει κανέναν, και το αγαπημένο πρόσωπο το αγαπάμε σωστά και ευεργετικά. Γι’ αυτό η προϋπόθεση της αληθινής αγάπης για έναν άνθρωπο είναι η αγάπη για τον Θεό και η προσφορά του εαυτού μας σε Αυτόν, που κάνει την αγάπη για τον άνθρωπο «θεία».)
Ομολογία της θείας του φύσεως
Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.
Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.
Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου; Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.
Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.
Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.
Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.
Η πρώτη αγάπη μας
Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.
Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.
Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!
Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.
(Και κάτι ακόμη: Όσο περισσότερο αγαπάμε τον Θεό, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τους άλλους ανθρώπους. Τότε η αγάπη μας δεν αποκλείει, δεν διώχνει, δεν πληγώνει, δεν βλάπτει κανέναν, και το αγαπημένο πρόσωπο το αγαπάμε σωστά και ευεργετικά. Γι’ αυτό η προϋπόθεση της αληθινής αγάπης για έναν άνθρωπο είναι η αγάπη για τον Θεό και η προσφορά του εαυτού μας σε Αυτόν, που κάνει την αγάπη για τον άνθρωπο «θεία».)

Ομολογία της θείας του φύσεως
Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.
Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.
Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου; Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.
Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.
Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.
Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.
Η πρώτη αγάπη μας
Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.
Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.
Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!
Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.
(Και κάτι ακόμη: Όσο περισσότερο αγαπάμε τον Θεό, τόσο περισσότερο αγαπάμε και τους άλλους ανθρώπους. Τότε η αγάπη μας δεν αποκλείει, δεν διώχνει, δεν πληγώνει, δεν βλάπτει κανέναν, και το αγαπημένο πρόσωπο το αγαπάμε σωστά και ευεργετικά. Γι’ αυτό η προϋπόθεση της αληθινής αγάπης για έναν άνθρωπο είναι η αγάπη για τον Θεό και η προσφορά του εαυτού μας σε Αυτόν, που κάνει την αγάπη για τον άνθρωπο «θεία».)