Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Θ΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Θ΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2023

Κυριακή Θ΄ Λουκά – ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ∆ΗΜΗΤΡΙΑ∆ΟΣ


Κυριακή Θ΄ Λουκά – 

Ο κατά Θεόν πλούτος

Σε εποχή βαθιάς οικονοµικής κρίσης, αγαπητοί µου αδερφοί,  σαν και αυτή στην οποία ζούµε, το σηµερινό Ευαγγελικό ανάγνωσµα αποδεικνύεται ιδιαίτερα διδακτικό για όλους µας, καθότι ο Κύριος δίδαξε την παραβολή του άφρονος πλουσίου. Η αφορµή, όµως, για τη διδαχή αυτή υπήρξε η διχογνωµία δύο αδελφών πάνω σε κληρονοµικά ζητήµατα, διαφορά η οποία διασώζεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά λίγους στίχους πριν την κατάθεση της παραβολής του άφρονος πλουσίου.

Ένας αδελφός πλησίασε το Χριστό και του είπε, «Κύριε σε παρακαλώ, πείσε τον αδελφό µου να µοιράσει σωστά την περιουσία µας γιατί µε αδικεί». Και ο Κύριος του είπε, «ποιος νοµίζεις ότι είµαι; Νοµίζεις ότι ήρθα στον κόσµο αυτό για να κάνω το διαιτητή και το δικαστή ανάµεσά σας; Ένα πράγµα θα σας πω. Να αποφεύγετε την πλεονεξία, καθ’ ότι η συσσώρευση πλούτου και υλικών αγαθών αποτελεί τροχοπέδη για την κατάκτηση της αιώνιας ζωής». Και για του λόγου το αληθές, για να επικυρώσει αυτήν την αλήθεια ο Χριστός, παρέθεσε την παραβολή του άφρονος πλουσίου, που ακούσαµε στο Ευαγγελικό ανάγνωσµα.

Κάποια χρονιά, τα κτήµατα ενός πλουσίου γαιοκτήµονα, καρποφόρησαν πλουσιοπάροχα και πληθωρικά, περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο άνθρωπος, όµως, αυτός, αντί να χαίρεται γι’ αυτήν την ευλογία, άρχισε να αγχώνεται, να στεναχωριέται, να χάνει τον ύπνο του και να αναρωτιέται, «πού θα χωρέσω όλα αυτά που απέκτησα, πού θα αποθηκεύσω όλους αυτούς τους καρπούς για να µην τους κλέψουν οι κλέπτες και να µην τους χάσω από τη µια µέρα στην άλλη;». Και σκέφτηκε, «θα γκρεµίσω τις αποθήκες µου, θα κτίσω µεγαλύτερες και θα χωρέσω όλους τους καρπούς και τα γεννήµατά µου στις καινούργιες. Και µετά θα πω στην ψυχή µου, ψυχή, τώρα µπορείς να αναπαυτείς. Φάγε, πιες, ευφραίνου, έχεις πολλά αγαθά για όλη σου τη ζωή». Και τότε εµφανίζεται ο Θεός µπροστά του και του λέει. «Ανόητε, αυτήν την νύχτα θα φύγεις από τη ζωή, θα πεθάνεις. Αυτά, λοιπόν, που απέκτησες σε ποιόν θα πάνε; Τί θα απογίνουν»; Και συνεχίζει ο Χριστός, «αυτά παθαίνει εκείνος ο οποίος θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για τον Θεό». Αυτή ήταν η Ευαγγελική περικοπή που ακούσαµε σήµερα και µας δίνει πολλές αφορµές για να πούµε πράγµατα σωτήρια για την ψυχή µας. Από τις αφορµές αυτές θα σταθούµε σε τρία µόνο σηµεία. 

Το πρώτο είναι η διένεξη µεταξύ των αδερφών για κληρονοµικά ζητήµατα. Βλέπετε, δεν είναι µόνο σηµερινή αυτή η κατάσταση. Κρατά από την εποχή του Χριστού. Άρα, είναι διαχρονικό κακό η διένεξη, µεταξύ αδερφών, για τα χρήµατα, για τα κτήµατα, για τα σπίτια, για τα οικόπεδα. Και είναι τόσο µεγάλος αυτός ο πειρασµός, ώστε να γίνεται αφορµή διάσπασης της οικογενειακής συνοχής, αφορµή να ορθώνονται τοίχοι ανάµεσα στους ανθρώπους και µάλιστα, στους αδερφούς, αφορµή να οξύνονται τα πάθη, να προκαλούνται άσβεστα µίση, ακόµη δε, να οδηγούνται οι άνθρωποι σε εγκλήµατα! Αδερφός να αφαιρεί τη ζωή αδερφού πάνω στο πάθος για το ποιος θα έχει τα περισσότερα από την κληρονοµιά που άφησαν οι γονείς. Αυτό συνιστά κατάντηµα για τον άνθρωπο. ∆εν υπάρχει µεγαλύτερη κατάρα για µία οικογένεια να χωρίζεται, να διασπάται, να χύνεται αίµα αδελφικό και να κυριαρχεί το µίσος µεταξύ των αδερφών για όλα αυτά τα οποία, όπως φάνηκε στην σηµερινή Ευαγγελική διήγηση, αφήνουµε πίσω µας και δεν παίρνουµε τίποτα µαζί µας στην αιώνια ζωή. Είναι ντροπή, αλλά και βλασφηµία κατά του ονόµατος του Θεού, αδέρφια να στερούνται του µεγάλου δωρήµατος της αδερφικής αγάπης, το οποίο είναι αγαθό ανεκτίµητης αξίας και να το ανταλλάσσουν µε τα ξυλοκέρατα της ύλης και των εφήµερων οικονοµικών συµφερόντων.

Το δεύτερο σηµείο είναι η ανοησία του πλουσίου. Ο Χριστός χαρακτηρίζει τον άνθρωπο αυτόν µε σκληρό τρόπο, τον ονοµάζει «άφρονα». Άφρων είναι αυτός που δεν έχει φρόνηση, που δεν έχει σώας τας φρένας, ο ανόητος δηλ., αυτός που έχει τρελαθεί. Έτσι χαρακτηρίζει τον πλούσιο ο Χριστός. Γιατί, ο πλούσιος δεν έκανε τίποτα άλλο από το να σκέφτεται πώς θα περάσει καλά σ’ αυτή τη ζωή, πώς θ’ αποκτήσει περισσότερα αγαθά, πώς θα καρποφορήσει τους καρπούς της γης του, πώς θα αποκτήσει περισσότερα χρήµατα. Τον χαρακτήρισε ανόητο, γιατί ο άνθρωπος αυτός δε σκέφτηκε πως θα έρθει η ώρα και η στιγµή που θα φύγει απ’ αυτή τη ζωή. ∆εν είχε ποτέ δηλ. στην καρδιά του, στο νου του αυτό που ονοµάζουµε «µνήµη θανάτου», ότι δεν είµαστε αθάνατοι, αλλά περαστικοί και κάποια στιγµή θα αφήσουµε αυτόν τον κόσµο για την αιωνιότητα κι όλα αυτά που αποκτήσαµε θα τα αφήσουµε πίσω και δε θα πάρουµε τίποτα µαζί µας. Τον χαρακτήρισε «ανόητο» γιατί, αντί να χαίρεται αυτά που ο Θεός πλουσιοπάροχα του χάρισε, αυτά τα αποκτήµατα έγιναν για εκείνον αφορµή άγχους και στεναχώριας. Ήταν άφρων αυτός ο άνθρωπος και ανόητος για τον Θεό, γιατί δεν έκανε τίποτα για την άλλη ζωή η οποία είναι αιώνια και ατελεύτητη, αλλά έκανε τα πάντα γι’ αυτήν την ζωή, η οποία είναι περιορισµένη και µε συγκεκριµένη χρονική κατάληξη.

Υπάρχει και το τρίτο σηµείο στο οποίο αξίζει να σταθούµε: «Αυτά παθαίνει», λέει ο Χριστός, «αυτός που πλουτίζει για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για το Θεό». Ποιος είναι ο κατά Θεόν πλούτος, για τον οποίο οµιλεί ο Κύριος; Ποιος είναι ο πλούσιος κατά Θεόν; Λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ότι «πλούσιος δεν είναι όποιος κατέχει, αλλά όποιος µεταδίδει. Και αυτή η µετάδοση, η προσφορά, αποκαλύπτει τον µακάριο άνθρωπο, όχι η κατοχή των υλικών αγαθών»[1]. Ο πλούσιος κατά Θεόν, είναι αυτός ο οποίος αυτά που έχει δεν τα κρατάει για τον εαυτό του, αλλά τα µοιράζεται, τα προσφέρει µε αγάπη στους ανθρώπους. ∆εν αδιαφορεί για τα προβλήµατα και την αδυναµία των συνανθρώπων του, αλλά στρέφει το βλέµµα της αγάπης του γύρω και βλέπει, ποιος έχει ανάγκη, ποιος δεν έχει τα στοιχειώδη σ’ αυτή τη ζωή, ποιος είναι δυστυχισµένος, ποιος είναι άρρωστος; Ποιος δεν µπορεί να ζήσει τα παιδιά του; ποιος είναι άνεργος, έχει χάσει τη δουλειά του και το έδαφος κάτω από τα πόδια του; Αυτός είναι ο πλούσιος άνθρωπος εκείνος που, είτε από το υστέρηµα, είτε από το περίσσευµά του, ξέρει να κάνει πλουσίους και όλους τους άλλους µαζί µε τον εαυτό του και έτσι χαίρεται και αναπαύεται ο ίδιος και ευαρεστεί το Θεό µε την έξοδο της αγάπης από τον εαυτό του, για να κερδίσουν µε την αγάπη του όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Πλούσιος κατά Θεόν είναι εκείνος ο οποίος εργάζεται µε τον τρόπο αυτόν µέσα στην κοινωνία, εξασφαλίζοντας την ενότητα και την κοινωνική ισορροπία και δικαιοσύνη. Αλλά πλούσιος κατά Θεόν, κυρίως και πρωτίστως, είναι εκείνος ο οποίος µέσα στην ψυχή του εργάζεται τον κόσµο των αρετών. Αυτός ο οποίος ζει κατά Χριστόν. Αυτός ο οποίος κάνει πνευµατική ζωή. Αυτός ο οποίος προσέρχεται τακτικά στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας µας. Αυτός που εκκλησιάζεται, εξοµολογείται, κοινωνεί του Σώµατος και του Αίµατος του Χριστού. Αυτός είναι πλούσιος κατά Θεόν, γιατί ενώ µπορεί να µην έχει υλικά αγαθά, µπορεί οι τσέπες του να µην είναι γεµάτες από χρήµατα, εντούτοις η καρδιά του είναι γεµάτη από την παρουσία του Θεού. Και όταν η καρδιά µας είναι γεµάτη από την παρουσία του Θεού, τότε είµαστε οι πιο πλούσιοι άνθρωποι στον κόσµο αυτόν. 

Να, λοιπόν, αγαπητοί µου, ποιο είναι το µήνυµα της σηµερινής Ευαγγελικής περικοπής. Να γίνουµε πλούσιοι! Αλλά όχι µε τον τρόπο που εµείς νοµίζουµε. Να γίνουµε πλούσιοι πλουτίζοντας τους άλλους ανθρώπους, παρηγορώντας τους συνανθρώπους µας, σε µια εποχή εσχάτης ανάγκης, εσχάτης ένδειας, οξυµένων κοινωνικών προβληµάτων και κοινωνικών ανισοτήτων. Εδώ θα φανεί ποιος είναι πραγµατικός Χριστιανός. Εδώ θα φανεί ποιος είναι πραγµατικά αδελφός προς αδελφόν, ποιος είναι ο αληθινά πλούσιος. Εκείνος που έχει γεµίσει τη ζωή του από τη Χάρη του Θεού και γίνεται αφορµή χαράς  και ευτυχίας και για τους άλλους ανθρώπους. Αµήν!

 

Αρχιµ. Ε.Ο.

 



[1] «Παιδαγωγός», 3,6,35,5

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

 


ΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Εφεσίους (β΄ 4-10)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ' ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται.
Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμε.


Ἀπόδοση στη νεοελληνική:

Ἀδελφοί, ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος εἰς εὐσπλαγχνίαν ἕνεκα τῆς πολλῆς ἀγάπης μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἀγάπησε, ἂν καὶ ἤμαστε νεκροὶ ἕνεκα τῶν παραπτωμάτων, μᾶς ἐζωοποίησε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, – διὰ χάριτος εἶσθε σωσμένοι –, καὶ μᾶς ἀνέστησε μαζὶ καὶ μᾶς ἐκάθησε μαζὶ εἰς τὰ ἐπουράνια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας τὸν ὑπερβολικὸν πλοῦτον τῆς χάριστός του εἰς καλωσύνην ποὺ ἔδειξε σ’ ἐμᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. Διότι διὰ τῆς χάριτος εἶσθε σωσμένοι διὰ τῆς πίστεως καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ δῶρον, ὄχι ἀπὸ ἔργα, διὰ νὰ μὴ μπορῇ κανεὶς νὰ καυχηθῇ.
Διότι εἴμεθα δικό του ἔργον, δημιουργηθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δι’ ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποία ὁ Θεὸς προετοίμασε, διὰ νὰ ἀποτελέσουν τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μας.


Η παραβολή του άφρονος πλουσίου

16 Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολὴν ταύτην· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 17 καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; 18 καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, 19 καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 20 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 21 οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

16 Τους είπε μάλιστα (ο Κύριος) την εξής παραβολή: «Κάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά. 17 Τότε εκείνος σκεφτόταν και έλεγε: “Τι να κάνω; Δεν έχω μέρος να συγκεντρώσω τα γεννήματά μου! 18 Αλλά να τι θα κάνω!”, είπε. “θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες για να συγκεντρώσω εκεί όλη τη σοδειά μου και τ’ αγαθά μου.19 Μετά θα πω στον εαυτό μου: τώρα έχεις πολλά αγαθά, που αρκούν για χρόνια πολλά⋅  ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, διασκέδαζε”.  20 Τότε του είπε ο Θεός: “Ανόητε. Αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά, λοιπόν, που ετοίμασες σε ποιον θα ανήκουν;” 21 Αυτά, λοιπόν, παθαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς και δεν πλουτίζει τον εαυτό του με ό,τι θέλει ο Θεός».

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019

Ο ΑΦΡΟΝΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΦΡΟΝΕΣ

Ήτανε ένα πλούσιος πού έτρωγε και έπινε και ποτέ δεν χόρταινε. Ένας πλούσιος που καθημερινά ντυνότανε λαμπρά και πανάκριβα χωρίς να νοιάζεται για κανέναν και για τίποτε πέρα από τον εαυτό του. Ένας πλούσιος που δεν καταδεχότανε ούτε καν να κοιτάξει το φτωχό και κατατρεγμένο Λάζαρο που αργοπέθαινε καθημερινά εκεί δίπλα του, έξω από το σπίτι του. Μα τη πάτησε αυτός ο άνθρωπος. Ήρθε η ώρα για να αφήσει πίσω του και πλούτη και παλάτια. Πως την πάτησε; Απ’ τα παλάτια σε τόπο οδύνης.

Τα είδαμε όλα αυτά σε προηγούμενη Κυριακή.

Άραγε ο μοναδικός;

Μα φυσικά όχι. Η ανθρώπινη ανοησία δεν τελειώνει ποτέ.

Σήμερα άλλος άμυαλος, άλλος ανόητος πλούσιος.

«Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα• Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;»

Και βρήκε επιτέλους λύση ο άνθρωπος στο πρόβλημα του.

«Τούτο ποιήσω• καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, Και ερώ τη ψυχή μου• ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά• αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».

Βασανίστηκε, έστυψε το μυαλό του, νύχτες ολόκληρες έμεινε άγρυπνος. Και τώρα, μετά από τόσους υπολογισμούς, αναστεναγμός ανακούφισης. «Αυτό θα κάνω, θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω πολύ πιο μεγάλες. Θα συγκεντρώσω εκεί μέσα όλα τα αγαθά μου, και θα ζω ξένοιαστα και χαρούμενα. Θα έχω να τρώω και να πίνω. Δε θα με νοιάζει πλέον, ούτε και θα στεναχωριέμαι για τίποτα».

Άραγε βλέπουμε καμιά διαφορά και σε τούτον και στον άλλο πλούσιο;

Απολύτως καμιά.

Και ο ένας και ο άλλος λογάριαζαν χωρίς το «ξενοδόχο».

Έκαναν λάθος λογαριασμούς. Λογάριαζαν τα πλούτη τους, τα έβρισκαν αρκετά, πολύ αρκετά, και έμειναν με τη σιγουριά μιας μακάριας ζωής. Μιας ζωής χωρίς πόνο και δάκρυα, χωρίς απολύτως καμιά ενόχληση. Αλλά και χωρίς να νοιάζονται για κανέναν και για τίποτε. Για κανέναν μα κανέναν Λάζαρο.

Αλήθεια πόσο μεγάλη η ομοιότητα και στους δυο αρχοντάδες; Πόσο μεγάλη η ανοησία και των δυο;

Πόσο όμως έπεσε έξω στους υπολογισμούς του και τούτος; Πόσο άμυαλα και ασυλλόγιστα λογάριαζε.

Έρχεται η φωνή της αλήθειας. Της μόνης αλήθειας.

«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου• α δ’• ητοίμασας τίνι έσται;»

Την ίδια στιγμή που πίστεψε πως βρήκε την λύση, όλα γκρεμίζονται! Η φωνή του Θεού, η αδυσώπητη φωνή της αλήθειας, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα. «Άφρονα, άμυαλε, ανόητε τούτη τη νύκτα, απόψε, θα πεθάνεις. Αυτά που ετοίμασες τι θα τα κάνεις;»

Αδελφοί μου!

Ο άφρονας πλούσιος της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, οι ανόητοι πλούσιοι και τούτης και της άλλης που ήδη μιλήσαμε, που τρώνε και πίνουν και ντύνονται και κανέναν δεν λογαριάζουν, είναι τύποι που δεν μας έλειψαν ποτέ. Είναι τύποι πολύ συνηθισμένοι και στα χρόνια μας! Είναι εκείνοι που περιορίζουν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους, στο τι θα φάνε και στο τι θα πιούνε, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον και θα τον έχουνε στη δούλεψή τους κοψοχρονιά, στο πως θα κερδίσουν περισσότερα και θα πληρώσουν τα λιγότερα. Είναι τύποι που ούτε καν σκέπτονται πως τα χρόνια μας είναι λίγα, χωρίς να ενδιαφέρονται για τίποτε περισσότερο απ’ την καλοπέρασή τους.

Αδελφοί μου!

Για μια ακόμη φορά τα λόγια του Κυρίου μας σε πλήρη σύμπλευση με τη τωρινή πραγματικότητα. Και σήμερα η Ευαγγελική περικοπή υπογραμμίζει μια ακόμη παράμετρο της κατάστασης που βιώνουμε.

Άραγε είμαστε αμέτοχοι της κρίσης που ζούμε;

Τονίζουμε συνεχώς πως η κρίση είναι πρωτίστως πνευματική, είναι ηθική, είναι κρίση θεσμών, είναι κρίση πολιτισμού με φυσικό επακόλουθο βέβαια το οικονομικό κατρακύλισμα.

Αλήθεια σκεφτήκαμε άραγε ποτέ πως δε διαφέρουμε και πολύ απ’ τον ανόητο της περικοπής; Τις αποθήκες μας τις γκρεμίζαμε μέχρι πριν λίγο καθημερινά και φτιάχνουμε καινούριες. Κι μη μου πείτε πού είναι τα κτίσματά μας και οι καινούριες μας αποθήκες.

Έχουμε ξεχάσει άραγε το μεγάλο σφάλμα μας, το ασυγχώρητο σφάλμα μας, όταν ανίδεοι πέφταμε στα χέρια των τραπεζικών σειρήνων και χωρίς κανένα αντίκρισμα, παραλαμβάναμε καθημερινά κάρτες και δάνεια, για γιορτές και πανηγύρια, για διακοπές και ρούχα για καινούριες τηλεοράσεις και πλυντήρια, δάνεια επί των δανείων άσκεφτα για οτιδήποτε και αλόγιαστα για άσκοπα φαγοπότια.

Και τώρα; Τώρα σηκώνουμε τα χέρια μας. Δεν μπορούμε να πληρώσουμε. Δε μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα. Δε μπορούμε να ζήσουμε τούτη τη συμβιβασμένη ζωή, στερημένοι ίσως και πεινασμένοι.

Φταίμε γιατί πιστέψαμε στα τραγούδια των σειρήνων. Φταίμε γιατί δε βουλώσαμε τα αφτιά μας στα ψέματά τους. Φταίμε γιατί απλώσαμε τα πόδια μας πιότερο απ΄ το πάπλωμα μας. Φταίμε γιατί έτσι τους επιτρέψαμε να γίνουν οι οικονομικοί δικτάτορές μας.

Φταίμε αδελφοί μου γιατί αν και Χριστιανοί, αν και ακούμε συνεχώς για τους άφρονες πλουσίους, αφήνουμε τα λόγια τούτα να μπαίνουν απ’ τη μια και να βγαίνουν απ’ την άλλη.

Φταίμε γιατί ζούμε σαν να μην έχουμε Θεό, σαν άθεοι που λέμε «φάγωμεν και πίωμεν αύριον γαρ αποθνήσκομεν», σαν να είμαστε κυρίαρχοι της ζωής, σαν να μην υπάρχει τίποτε παραπέρα.

Αδελφοί μου να τελειώσουμε με ένα διάλογο με ένα γέροντα που με έχει εντυπωσιάσει και τον αναφέρω προσωπικά πολλές φορές.

«Ένας ασκητής συνομιλούσε με έναν νέο, ο οποίος αποκάλυπτε τα όνειρά του : – Σκέπτομαι να σπουδάσω Αρχιτέκτων.

Και ύστερα ; Του λέει ο Ασκητής.

– Ύστερα θα πάρω υποτροφία στο εξωτερικό.

Και ύστερα ;

– Θα ανοίξω ένα Αρχιτεκτονικό Γραφείο, θα παντρευτώ, θα δημιουργήσω οικογένεια θα είμαι πλούσιος!

Και ύστερα ; Ξαναρωτά ο Γέροντας.

– Θα γεράσω και όταν έλθει η ώρα θα πεθάνω!

Και ύστερα ; Επιμένει ο ερημίτης.

Ο νέος έσκυψε το κεφάλι!

Αλήθεια και ύστερα ;….

Το ίδιο ερώτημα του ερημίτη απευθύνεται προς όλους μας. Ας αφήσουμε ελεύθερη την φωνή της ψυχής μας να δώσει την απάντηση»!

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

Η ΚΡΙΣΗ, ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΦΡΟΝΑΣ...



Με ένα ποίημα θα ξεκινήσουμε σήμερα αδελφοί μου, προσπαθώντας να μπούμε στο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής. Ένα πασίγνωστο ποίημα του διάσημου ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη. Έχει τον τίτλο ΑΡΝΗΣΗ και μας λέει σε μια του στροφή: :
«Με τί καρδιά και τί πνοή, / τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας». / «λάθος» / «κι αλλάξαμε ζωή».
Τι μας λέει λοιπόν εδώ;
Μας λέει πως ξεκινήσαμε τι ζωή μας με όλη μας τι καρδιά, με όλο μας το είναι. Με πόθους, με πάθος, με όρεξη. Με όλες τις κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για προκοπή και επιτυχία. Ξεκινήσαμε για να πάμε μπροστά και να πετύχουμε!
Λοιπόν;
Λάθος. Λάθος οι προβλέψεις μας, λάθος οι κινήσεις μας, λάθος και τα αποτελέσματα.
Πήραμε τι ζωή μας λάθος και αλλάξαμε ζωή. Καταλήξαμε σε αποτελέσματα αντίθετα από τα αναμενόμενα. Ζητούσαμε τη δυνατόν καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή και δρέψαμε αποκαΐδια.
Και έρχεται η σημερινή εξ’  ίσου διάσημη μα και επικαιρότατη Ευαγγελική περικοπή, η του «Άφρονος πλουσίου να τα καταδείξει όλα αυτά και διά του αψευδεστάτου στόματος του Ιησού.
Ήτανε, μας λέει,  ένα πλούσιος πού έτρωγε και. Ένας πλούσιος που δε νοιαζόταν για κανέναν και για τίποτε πέρα από τον εαυτό του. Μα τη πάτησε αυτός ο άνθρωπος. Ήρθε η ώρα για να αφήσει πίσω και πλούτη και παλάτια. Πως την πάτησε; Απ’ τα παλάτια βρέθηκε σε τόπο που ούτε καν σκέφτηκε πως υπάρχει..
«Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα· Και διελογίζετο εν εαυτώ λέγων τι ποιήσω, ότι ουκ έχω πού συνάξω τους καρπούς μου;»
Πρόκειται για κάποιον, που περνάει ώρες έντονης αγωνίας.
Θα λέγαμε, με τα σημερινά δεδομένα, αν δε γνωρίζαμε την όλη υπόθεση, πως είναι κάποιος άστεγος, κάποιος άνεργος, κάποιος πολύτεκνος, κάποιος υπερήλικας, άρρωστος, εγκαταλελειμμένος….
Όμως τίποτε απ’ αυτά δεν συμβαίνει. Αντίθετα μάλιστα: Είναι πλούσιος τσιφλικάς.
«Πόθεν έσχε» τα πλούτη και τα τσιφλίκια του;
Με αδικίες, κλοπές, ληστείες, τοκογλυφίες. Ο Κύριος γνωρίζει…
Και βρήκε επιτέλους λύση ο άνθρωπος στο πρόβλημα του.
«Τούτο ποιήσω· καθελώ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω, και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, Και ερώ τη ψυχή μου· ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά· αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου».
Βασανίστηκε, έστυψε το μυαλό του, νύχτες ολόκληρες έμεινε άγρυπνος. Και τώρα, μετά από τόσους υπολογισμούς, αναστεναγμός ανακούφισης. «Αυτό θα κάνω, θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω πολύ πιο μεγάλες. Θα συγκεντρώσω εκεί μέσα όλα τα αγαθά μου, και θα ζω ξένοιαστα και χαρούμενα. Θα έχω να τρώω και να πίνω. Δε θα με νοιάζει πλέον, ούτε και θα στεναχωριέμαι για τίποτα».
Το λάθος, για το οποί μιλήσαμε προηγουμένως.
Έδωσε καρδιά ο άνθρωπος αυτός, έδωσε, πνοή, πόθους, πάθος, στους λογαριασμούς του.. Μα έκανε λάθος λογαριασμούς. Λογάριαζε τα πλούτη του, τα έβρισκε αρκετά, πολύ αρκετά, και έμενε με τη σιγουριά μιας μακάριας ζωής. Μιας ζωής χωρίς πόνο και δάκρυα, χωρίς απολύτως καμιά ενόχληση. Αλλά και χωρίς να νοιάζονται για κανέναν και για τίποτε.
Αλλά έρχεται κάποιος αστάθμητος παράγοντας.
Η φωνή της αλήθειας. Της μόνης αλήθειας.
Έρχεται για να καταδείξει το λάθος και να τον προσγειώσει στη θλιβερή πραγματικότητα.
«Άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου· α δ’· ητοίμασας τίνι έσται;»
 Την ίδια στιγμή που πίστεψε πως βρήκε την λύση, όλα γκρεμίζονται! Η φωνή του Θεού, η αδυσώπητη φωνή της αλήθειας, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα. «Άφρονα, άμυαλε, ανόητε τούτη τη νύκτα, απόψε, θα πεθάνεις. Αυτά που ετοίμασες τι θα τα κάνεις;»
Αδελφοί μου!
Ο  άφρονας πλούσιος  της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, οι ανόητοι πλούσιοι όλων των εποχών,, που τρώνε και πίνουν και ντύνονται και κανέναν δεν λογαριάζουν, είναι τύποι που δεν μας έλειψαν ποτέ. Είναι τύποι πολύ συνηθισμένοι και στα χρόνια μας! Μπορεί να είμαστε κι εμείς, στα μέτρα των δυνατοτήτων μας, εμείς που περιορίζουμε τα όνειρα και τις προσδοκίες μας, στο τι θα φάμεε και στο τι θα πιούμε, στο πως θα εξαπατήσουμε τον άλλον και θα τον έχουνε στη δούλεψή μας κοψοχρονιά, στο πως θα κερδίσουμε περισσότερα… Είμαστε εμείς που ούτε καν σκεπτόμαστε πως τα χρόνια μας είναι λίγα, και δεν ενδιαφερόμαστε για τίποτε περισσότερο απ’ την καλοπέρασή μας.
Λάθος. Για τούτο και τελικά αλλάξαμε ζωή.
Αδελφοί μου!
«Οι μορφές του κακού έχουν ένα κοινό παρανομαστή: την ιδιοτέλεια. Το «κοιτάζω τη δουλίτσα μου, το συμφέρον μου, τα λεφτουδάκια μου». Και η ιδιοτέλεια τρέφεται από το φόβο του θανάτου. Και ο φόβος του θανάτου μεγεθύνεται από την απουσία της ζωτικής σχέσης με τον Θεό. Έξω από τη σχέση αυτή ο άνθρωπος γαντζώνεται από την καθημερινή αμεσότητα, την κατοχή υλικών πραγμάτων, την επιβεβαίωση μέσα από την άσκηση όποιας μορφής βίας και εξουσίας, βάρβαρης ή εκλεπτυσμένης, δεν έχει σημασία. Η άντληση της ζωής από τον εαυτό μας δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσει σε υπαρξιακό άγχος και πανικό, αφού αυτή η ζωή είναι τόσο περιορισμένη και εύθραυστη. Κι όσο μεγαλώνει αυτός ο πανικός, τόσο αυξάνει η άμυνα απέναντι σε ό,τι και όποιον μας πλησιάζει. Το αποτέλεσμα είναι ρήξη, βραχυκύκλωμα, σκότωση, μια πραγματική κρίση λειτουργίας της προσωπικής ύπαρξης». (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Να σημειώσουμε όμως και τούτο.
«Βεβαίως το κακό παίρνει / και / κοινωνικές μορφές που εισβάλλουν στη ζωή μας. Σήμερα μάλιστα το κακό μεταλλάσσεται συνεχώς, υποδύεται τα πιο αγαθά προσωπεία. Μπορεί να είναι η ίδια η κυβέρνηση, ο διεθνής οργανισμός, ένας ευαίσθητος σωτήρας. Βλέπετε, τα πιο κραυγαλέα ψέματα εκτοξεύονται από τους ίδιους τους ψηφισμένους ταγούς, και οι χειρότεροι φασισμοί χτίζονται πάνω στην επίφαση της κοινωνικής μέριμνας. Αυτό το κακό έρχεται να επηρεάσει τη ζωή μας. Πόσο μπορεί να την επηρεάσει; Ο ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός σε εποχές δεινές και μαύρες φώναζε: «όλα να σας τα πάρουν, τον Χριστό και την ψυχή σας δεν μπορούν να τα πειράξουν». Βεβαίως, ο Χριστός δεν δίνει συνταγές ανθόσπαρτου βίου. Δίνει σταυρό και ανάσταση. Είναι ο ίδιος το μέγα πάθος και ο μέγας πόθος, μέσα στον οποίο θεραπεύεται το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος.» (Χρυσοστόμου Κουτλουμουσιανού, ιερομ).
Νάτο λοιπόν το λάθος μας το μεγάλο. Κινηθήκαμε και συνεχίζουμε να κινούμαστε σε λαθεμένους δρόμους. Το είδωλο του επαγγελματικά επιτυχημένου, του κοινωνικά αναγνωρισμένου, του καριερίστα, του πλούσιου, του τεχνοκράτη, το είδωλο ενός Θεού-εαυτού. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, ήταν (και είναι;) μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου.
Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε.
Φτάσαμε να μιλάμε καθημερινά για κρίση και να μην μπορούμε πλέον να μιλήσουμε με καμιά βεβαιότητα για το αύριο.
Πιστέψαμε στα τραγούδια των σειρήνων, δε βουλώσαμε τα αφτιά μας στα ψέματά τους και απλώσαμε τα πόδια μας πιότερο απ΄ το πάπλωμα μας. Και έρχονται οι οικονομικοί δικτατορίσκοι να μας λένε με τον πιο μακάβριο τρόπο, πως είμαστε πλέον τελειωμένοι…
Λάθος λοιπόν. Και το τονίσαμε και παραπάνω. Η προτεραιότητά μας, ή αν θέλετε, το όνειρό μας, μια θεσούλα στις βασιλείες του κόσμου τούτου. Θυμηθείτε όμως τί είπε ο σατανάς στον Χριστό στην έρημο: «Θα σου δώσω τις βασιλείες του κόσμου τούτου, αν πέσεις και με προσκυνήσεις». Και ο Ιησούς απάντησε: «τον Κύριό σου θα προσκυνήσεις και θα λατρέψεις». Δεν συνεχίζεται ο ίδιος πειρασμός στην ιστορία; Άραγε μιμηθήκαμε τον Χριστό; Το λάθος, όταν συνειδητοποιείται, μας χτυπά την καμπάνα για εγρήγορση. Θα καθόμαστε γονατιστοί και θα προσκυνάμε τους ηγεμονίσκους που αλωνίζουν στη χώρα μας και ζητάνε την κεφαλή μας επί πίνακι; Όσο κι αν οι Κυβερνήσεις ξεδιάντροπα ξεπουλάνε τις χώρες τους,  εμείς ας μη ξεπουλήσουμε τη ψυχή μας, τη τιμή μας, το τόπο μας, την υπόληψή μας!.

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ / ΑΦΡΟΝΟΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥ

Η κρίση, το λάθος και ο «άφρονας»


Σχετική εικόναΜε ένα ποίημα θα ξεκινήσουμε σήμερα αδελφοί μου, προσπαθώντας να μπούμε στο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής. Ένα πασίγνωστο ποίημα του διάσημου ποιητή μας Γιώργου Σεφέρη. Έχει τον τίτλο ΑΡΝΗΣΗ και μας λέει σε μια του στροφή: :
«Με τί καρδιά και τί πνοή, / τί πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας». / «λάθος» / «κι αλλάξαμε ζωή».
Τι μας λέει λοιπόν εδώ;
Μας λέει πως ξεκινήσαμε τι ζωή μας με όλη μας τι καρδιά, με όλο μας το είναι. Με πόθους, με πάθος, με όρεξη. Με όλες τις κατάλληλες και ευνοϊκές συνθήκες για προκοπή και επιτυχία. Ξεκινήσαμε για να πάμε μπροστά και να πετύχουμε!
Λοιπόν;
Λάθος. Λάθος οι προβλέψεις μας, λάθος οι κινήσεις μας, λάθος και τα αποτελέσματα.
Πήραμε τι ζωή μας λάθος και αλλάξαμε ζωή. Καταλήξαμε σε αποτελέσματα αντίθετα από τα αναμενόμενα. Ζητούσαμε τη δυνατόν καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή και δρέψαμε αποκαΐδια.
Και έρχεται η σημερινή εξ’  ίσου διάσημη μα και επικαιρότατη Ευαγγελική περικοπή, η του «Άφρονος πλουσίου να τα καταδείξει όλα αυτά και διά του αψευδεστάτου στόματος του Ιησού.