Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ


Τὸ νέο ἔτος
Fr. Alexander Schmemann


Εἶναι παλιὸ τὸ ἔθιµο: τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυχτα, σκεφτόµαστε τὶς ἐπιθυµίες µας γιὰ τὸ νέο ἔτος καὶ προσπαθοῦµε νὰ εἰσέλθουµε στὸ ἄγνωστο µέλλον µ ἕνα ὄνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τὴν ἐκπλήρωση κάποιας ἀγαπητῆς µας ἐπιθυµίας.
Σήµερα, γιὰ ἄλλη µιὰ φορὰ βρισκόµαστε µπροστὰ σ’ ἕνα νέο ἔτος. Τί ἐπιθυµοµε γιὰ τοὺς ἴδιους, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὸν καθένα; Ποιὸ εἶναι τὸ τέλος ὅλων µας τῶν ἐλπίδων; Ἡ ἀπάντηση εἶναι µονίµως ἡ ἴδια αἰώνια λέξη: εὐτυχία. Εὐτυχὲς τὸ Νέο Ἔτος! Εὐτυχία γιὰ τὸ Νέο Ἔτος! Ἡ ἰδιαίτερη εὐτυχία ποὺ ἐπιθυµοµε εἶναι φυσικὰ διαφορετικὴ καὶ προσωπικὴ γιὰ τὸν καθένα, ἀλλὰ ὅλοι µας µετέχουµε στὴν κοινὴ πίστη πὼς αὐτὸ τὸ ἔτος ἡ εὐτυχία θὰ µᾶς πλησιάσει, πὼς µποροµε νὰ ἐλπίσουµε σ’ αὐτὴ µὲ προσδοκία.
Πότε ὅµως εἶναι κάποιος ἀληθινὰ εὐτυχισµένος; Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐµπειρίας καὶ γνώσης σχετικὰ µὲ τὸν ἄνθρωπο, δὲν µποροµε πλέον νὰ ἐξισώσουµε τὴν εὐτυχία µὲ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικὸ γνώρισµα, π.χ. χρήµατα, ὑγεία, ἐπιτυχία κλπ. Γνωρίζουµε πὼς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως σ’ αὐτὴ τὴ µυστηριώδη καὶ πάντοτε φευγαλέα ἔννοια τῆς εὐτυχίας. Εἶναι σαφὲς πὼς ἡ φυσικὴ ἄνεση φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ ἄγχος. Ἡ ἐπιτυχία φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ φόβο. Εἶναι ἐκπληκτικὸ πὼς ὅσο περισσότερη ἐξωτερικὴ εὐτυχία διαθέτουµε, τόσο περισσότερο εὔθραυστη γίνεται καὶ πιὸ ἀτίθασος ὁ φόβος πὼς θὰ τὴ χάσουµε καὶ θὰ µείνουµε µὲ ἄδεια χέρια. Πιθανῶς αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ εὐχόµαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «µία νέα εὐτυχία» γιὰ τὸ Νέο Ἔτος. Ἡ «παλιὰ» εὐτυχία ποτὲ δὲν πραγµατοποιήθηκε, κάτι πάντοτε ἔλειπε. Τώρα ὅµως ἀτενίζουµε ξανµπροστµας µµία εὐχή, ἕνα ὄνειρο, µία ἐλπίδα…

Χριστὲ καὶ Παναγία! Τὸ εὐαγγέλιο πρὶν ἀπὸ πάρα πολὺ καιρὸ εἶχε καταγράψει τὴν ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πλούτισε, ἔκτισε καινούριες ἀποθῆκες γιὰ νὰ ἀποθηκεύσει τὰ ἀγαθά του, καὶ ἀποφάσισε πὼς πλέον εἶχε ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ποὺ ἐγγυῶντο τὴν εὐτυχία του! Εἶχε ἄνεση καὶ µέσα. Ἐκείνη ὅµως τὴ νύχτα ἄκουσε: «ἄφρων, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σου, ἃ δὲ ἠτοίµασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12, 20).
Ἡ σταδιακὴ συνειδητοποίηση ὅτι τίποτε δὲν µπορεῖ νὰ κρατηθεῖ, πὼς µπροστµας βρίσκεται ὁ ἀναπόφευκτος θάνατος καὶ ἡ φθορά, εἶναι τὸ δηλητήριο ποὺ δηλητηριάζει τὴ µικρὴ καὶ περιορισµένη εὐτυχία ποὺ διαθέτουµε. Αὐτὸς εἶναι σίγουρα καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴ συνήθεια ποὺ ἔχουµε νὰ κάνουµε τέτοιο σαµατὰ καὶ θόρυβο, φωνάζοντας καὶ γελώντας, καθὼς τὸ ρολόι κτυπάει δώδεκα τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους. Φοβούµαστε νµείνουµε µόνοι καὶ σιωπηλοί, καθὼς τὸ ρολόι κτυπάει σὰν τὴν ἀνελέητη φωνὴ τῆς µοίρας: πρῶτο κτύπηµα, δεύτερο, τρίτο καὶ συνεχίζει, τόσο ἀδυσώπητα, ὁµοιόµορφα, τόσο τροµακτικµέχρι τέλους. Τίποτε δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἀλλάξει, τίποτε νὰ τὸ σταµατήσει.
Ἔτσι ἔχουµε δύο πολὺ βαθεῖς καὶ ἀκατάλυτους ἄξονες τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης: φόβος καὶ εὐτυχία, ἐφιάλτης καὶ ὄνειρο. Ἡ καινούρια εὐτυχία ποὺ ὀνειρευόµαστε τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους θὰ µπορέσει τελικὰ νὰ ἠρεµήσει, νὰ σκορπίσει καὶ νὰ κατανικήσει τὸ φόβο; Ὀνειρευόµαστε µιὰ εὐτυχία στὴν ὁποία νὰ µὴν παραµονεύει ὁ φόβος βαθιὰ µέσα της, ἕνας φόβος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προσπαθοῦµε πάντοτε νὰ προφυλαχθοῦµε, πίνοντας, ἢ µὲ τὸ νὰ εἴµαστε συνεχῶς ἀπασχοληµένοι, περιβαλλόµενοι ἀπὸ θόρυβο. Ἡ σιγὴ ὅµως αὐτοῦ τοῦ φόβου εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ κάθε ἄλλο θόρυβο. «Ἄφρων»! Μάλιστα, τὸ ἀθάνατο ὄνειρο τῆς εὐτυχίας εἶναι ἐκ φύσεως ἀνόητο σ’ ἕναν κόσµο µολυσµένο ἀπὸ φόβο καὶ τὸ θάνατο.
Ἀκόµη καὶ στὶς ἀνώτερες στιγµὲς τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισµοῦ, οἱ ἄνθρωποι τὸ γνωρίζουν καλά. Μποροῦµε νὰ νιώσουµε τὴ θλίψη καὶ τὴ θλιβερὴ ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ µεγάλου ποιητῆ Ἀλέξανδρου Πούσκιν, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαποῦσε τὴ ζωή, ὅταν ἔγραφε: «Δὲν ὑπάρχει εὐτυχία στὸν κόσµο». Ὄντως, µία βαθιὰ θλίψη διαπερνᾶ κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαµηλά, στὸν πάτο τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισµοῦ, τὰ πλήθη ξετρελαίνονται µὲ τὸ θόρυβο καὶ τὶς φωνές, ὡς ἐὰν ὁ θόρυβος καὶ τὰ θορυβώδη πάρτυ θὰ µποροῦσαν νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία.
«Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰωαν. 1,4-5). Αὐτὸ ποὺ ὑπονοεῖ αὐτὴ ἡ φράση εἶναι πὼς τὸ φῶς δὲν µπορεῖ νὰ καταποθεῖ ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὸ ἄγχος, δὲν µπορεῖ νὰ σκορπισθεῖ ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἀπελπισία. Νὰ µποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι, σ’ αὐτή, σ’ αὐτὴ τὴ µάταιη δίψα γιὰ στιγµιαία εὐτυχία, νὰ ἔβρισκαν µέσα τους τὴ δύναµη νὰ σταµατήσουν, νὰ σκεφτοῦν, νὰ ἀτενίσουν τὰ βάθη τῆς ζωῆς! Νὰ µποροῦσαν νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια, τὴ φωνὴ ποὺ τοὺς καλεῖ αἰώνια µέσα σ’ αὐτὰ τὰ βάθη. Ἂς γνώριζαν µόνο τί εἶναι ἀληθινὴ εὐτυχία. «Τὴν χαρὰν ὑµῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑµῶν» (Ἰωαν. 16, 22). Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνειρευόµαστε ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυκτα; Τὴ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν µπορεῖ νὰ ἀφαιρέσει. Πόσο σπάνια ὅµως φτάνουµε σὲ τέτοια βάθη! Πόσο τὰ φοβόµαστε γιὰ κάποιο λόγο καὶ τὰ παραµερίζουµε: «Ὄχι σήµερα, ἀλλὰ αὔριο, ἢ µεθαύριο, θὰ στρέψω τὴν προσοχὴ στὰ οὐσιώδη καὶ αἰώνια, µόνο, ὄχι σήµερα. ὑπάρχει καιρός».
Ὁ καιρὸς ὅµως στὴν πραγµατικότητα εἶναι τόσο λίγος. Μόνο στιγµὲς περνοῦν πρὶν τὸ βέλος τοῦ χρόνου σφυρίξει πετώντας πρὸς τὸ µοιραῖο στόχο. Γιατί καθυστεροῦµε; Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐδῶ, ἀνάµεσά µας, δίπλα µας, στέκεται Κάποιος: «ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ἂν µόνο παραµερίζαµε τὸ φόβο µας καὶ Τὸν κοιτάζαµε, θὰ βλέπαµε ἕνα τέτοιο, µία τέτοια χαρά, καµία τέτοια περίσσεια ζωῆς, ποὺ σίγουρα θὰ καταλαβαίναµε τὸ νόηµα αὐτῆς τῆς φευγαλέας καὶ µυστηριώδους λέξης «εὐτυχία».

Ἀπό τό βιβλίο:Εορτολόγιο

ἔκδ. Ἀκρίτα

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι ΟΣ ἐπί τῆ ἑορτῆ τῶν Χριστουγέννων

            Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι ΟΣ
ἐπί τῆ ἑορτῆ τῶν Χριστουγέννων


                        Ι  Α  Κ  Ω  Β  Ο  Σ
                μέ τή Χάρη καί Φιλανθρωπία τοῦ Ἐναθρωπήσαντος
Μονογενοῦς  Υἱοῦ τοῦ Πατρός, Θεοῦ καί Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
    Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπόλεως
 Μυτιλήνης, Ἐρεσσοῦ καί Πλωμαρίου


Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον,
τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες
καί τούς εὐλογημένους χριστιανούς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἐπαρχίας


            Εὐλογημένοι μου χριστιανοί,

            Ἡ εἰρήνη καί ἡ χαρά τῆς εὐχάριστης εἴδησης τῶν ἁγίων Ἀγγέλων τή νύκτα τῆς Γέννησης τοῦ Θεανθρώπου ἄς εἶναι μόνιμες καταστάσεις τῶν ψυχῶν ὅλων σας.
            Ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ μυσταγωγική αὐτή σύναξή μας κατά τήν ὁποία τελεῖται τό ἁγιώτατο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας σέ ἀνάμνηση τῆς Γέννησης τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί σέ κοινωνία τῶν πιστῶν, μοῦ δίδει τήν ἀφορμή νά ἀπευθύνω στό λαό τοῦ Κυρίου μας λόγο πού ἁρμόζει στή μεγάλη τούτη γιορτή τῆς Γέννησης τοῦ Λυτρωτῆ μας.
            Ἡ ἀγαθότητα καί ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ μᾶς κράτησε σ’ αὐτή τή ζωή  καί ἑορτάζουμε γιά μιά ἀκόμη φορά τήν ἐν χρόνῳ διά Πνεύματος  Ἁγίου ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί ἀειπαρθένο Μαρία  τή  Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ μόνου Σωτῆρα καί Λυτρωτῆ τῶν ψυχῶν μας.
            Γιά μιά ἀκόμη φορά μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς μας ἄς ὁδηγηθοῦμε στή Βηθλεέμ, ὅπου μαζί μέ τούς Ἀγγέλους θά δοξάσουμε, μαζί μέ τούς ποιμένες θά προσκυνήσουμε καί μαζί μέ τούς Μάγους θά λατρεύσουμε Τόν ΄΄ δι’ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν ΄΄.
            Μᾶς δόθηκε ἀπό τή Θεία φιλανθρωπία πίστωση χρόνου μέχρι σήμερα, ὥστε μέ μετάνοια καί ἐξομολόγηση νά γιορτάσουμε αὐτή τήν πάνσεπτη ἑορτή καί νά ἀποθέσουμε στή ἱερή Φάτνη καί ἐνώπιον τοῦ μέσα σ’ αὐτήν Ἐσπαργανωμένου Θείου Βρέφους τίς ἁμαρτίες μας.
            Πράγματι, εὐλογημένοι χριστιανοί μου, τά μόνα δῶρα πού ἔχουμε ἐμεῖς νά προσφέρουμε στόν Νηπιάσαντα Κύριό μας εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας. Ἐκεῖνος, ὅμως, πού γεννήθηκε στή Βηθλεέμ, εἶναι           ΄΄ ὁ αἴρων τάς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου ΄΄ καί γιά τοῦτο ἐκριβῶς ΄΄ ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη ΄΄,  ΄΄ ἵνα σώσῃ τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν ΄΄.
            Ἄς προσέλθουμε, λοιπόν, μέ πίστη καί ἄς ἀποθέσουμε μπρός στήν ἱερή Φάτνη τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἄς δώσουμε καί ἐνώπιον τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Ἐμανουήλ τήν ὑπόσχεση πώς σώφρονες, καθώς πρέπει σέ χριστιανούς, θά ζήσουμε τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας.
            Χωρίς αὐτή τήν ἀφιέρωση τῆς ζωῆς μας μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας στόν Κύριο καμμία ἀξία δέν ἔχει ὁ φολκλορικός ἑορτασμός, τά εὐφρόσυνα  ἑορταστικά  οἰκογενειακά τραπέζια, οἱ τυχόν φιλανθρωπικές μας πράξεις καί αὐτή ἀκόμη ἡ συμμετοχή μας στή θεία λατρεία.
            Αὐτό πού πρέπει νά πιστέψουμε εἶναι ὅτι ὁ Θεός πού ἔγινε ἀνθρωπος ΄΄ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ ΄΄, δέν ἦρθε στή γῆ νά βρεῖ καί νά ἀνταμείψει καλές πράξεις. Ἦρθε, γιά νά ζητήσει καί νά σώσει τό ἀπολωλός! Δέν ἔλειψαν οἱ καλές πράξεις στόν κόσμο, ἀλλά ὑπάρχει φόβος ὅτι οἱ πράξεις αὐτές δέν εἶναι ἄξιοι καρποί τῆς μετανοίας, ἀλλιῶς δέν ἐξηγεῖται γιατί οἱ κοινωνίες τῶν ἀνθρώπων βυθίζονται μέρα μέ τή μέρα σέ δεινότερα κακά. Οἱ ἄνθρωποι, ἐνῶ διψοῦν τήν εἰρήνη καί τήν ἀσφάλεια, παλεύουν μέ τά ἀγριεμένα κύματα χειμωνιάτικης θάλασσας, πού σ’ αὐτά μποροῦμε νά δοῦμε τῆς ὅποιας μορφῆς κρίσεις ἤ ἔλευση φυσικῶν φαινομένων πού ὁδηγοῦν σέ ἀδιέξοδα, τραγικότητα καί ἀπελπισία.
            Ὅλα τά παραπάνω εἶναι φυσικό, διότι στό βάθος μένει ἡ πικρή ρίζα τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐκείνη πού δηλητηριάζει τόν ἀτομικό καί κοινωνικό βίο. Ἡ ἁμαρτία πλανᾶ καί βγάζει ἀπό τήν ὁδό τῆς σωτηρίας τόν ἄνθρωπο. Καί τελικά ἡ ἁμαρτία θέτει τήν ἔχονη σφραγίδα της σέ κάθε προσπάθεια καί πράξη.
            Αὐτό εἶναι τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας καί σήμερα καί πάντοτε καί αὐτός εἶναι ὁ παρηγορητικός λόγος της μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῆς Θείας  Γέννησης τοῦ Σωτῆρος: ΄΄  μετανοεῖν καί ἐπιστρέφεν ἐπί τόν Θεόν, ἄξια τῆς μετανοίας ἔργα πράσσειν ΄΄.
            Ἡ ἁμαρτία, ὡς φρόνημα  τῆς σάρκας, ὡς ἐπιθυμία κακή, ὡς μέριμνα καί φιλαργυρία, ὡς πλεονεξια καί κλοπή, ὡς φθόνος καί μῖσος, ὡς ἀπιστία καί ἀσέβεια, ὡς ἀμετανοησία καί βλασφημία, κακοποιεῖ καί βλάπτει τή ζωή μας. Αὐτά εἶναι τά ἔργα μας, αὐτά εἶναι καί τά δῶρα μας , ἄν πιστεύουμε ὅτι γιά τίς ἁμαρτίες μας ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος καί ἄν ἀποφασίσουμε σήμερα νά διακηρύξουμε τήν πίστη μας καί τήν ἀφοσίωσή μας στό Σωτῆρα μέ μιά γενναία πράξη μετάνοιας.
            Ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ λύτρωση καί ἡ σωτηρία, ἡ Θεία Μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Σωτῆρα ὡς κοινωνία πίστεως πρός τό Θεό καί τόν πλησίον, εἶναι καρποί καί ἀποτελέσματα μόνο τῆς μετανοίας.
            Εὐλογημένοι μου χριστιανοί, ὁ Σαρκωθείς  ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τεχθείας ἐκ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου Μαρίας Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, δεόμεθα νά ἐμπνεύσει σέ ὅλους πνεῦμα ἁγίας κατάνυξης καί δεχθεῖ τή μετάνοιά μας ὡς ὀσμή εὐωδίας ἐνώπιον τοῦ θρόνου τῆς Θείας αὐτοῦ μεγαλωσύνης. Ἀμήν.


                                                Εὐχέτης ὅλων Σας πρός Κύριον         





Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

«Έρχεσθε ότι έτοιμά εστι πάντα». / ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

Καθώς βηματίζουμε προς τα Χριστούγεννα η Εκκλησία, με τέλεια παιδευτικό τρόπο, μας οδηγεί σε μια σημαντική συνάντηση. Μας καθοδηγεί και μας προωθεί να συναντήσουμε ευλογημένες και αγιασμένες μορφές, που προετοίμασαν τον ταλαίπωρο κόσμο για την μεγάλη και συγκλονιστική, την σώζουσα και ελπιδοφόρα συνάντηση με τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή.
Έτσι με φιλάνθρωπο τρόπο προσεγγίζει την ταραγμένη ζωή μας και στο ανήσυχο σκοτάδι της αγωνίας μας, ρίχνει ιλαρό φως με την προβολή και την παρουσίαση των ιερών μορφών των Προπατόρων.
Ταυτόχρονα φέρνει στ’ αυτιά μας ένα αγωνιώδες κάλεσμα του Θεού για την πραγματοποίηση, μέσα στα όρια του ανίσχυρου και πεινασμένου  κυριολεκτικά στη ψυχή κόσμου, μας, ενός Μεγάλου Δείπνου. Μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία και το περιεχόμενο, το βάθος της Σάρκωσης του Θεού. Τότε ακριβώς μετέχουμε στο σωτήριο Δείπνο ζώντας, προσωπικά και βαθειά.