Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ / ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ / ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 

Την τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα εορτάζουμε τις άγιες Μυροφόρες γυναίκες, και μνημονεύουμε τον Ιωσήφ από την Αριμαθαία, ο οποίος ήταν μαθητής κρυφός, όπως επίσης και τον νυκτερινό μαθητή Νικόδημο.

Οι γυναίκες αυτές είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως, ενώ ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής του Κυρίου, τα οποία –ταφή και ανάσταση– είναι τα πιο κύρια και συνεκτικά στοιχεία της πίστεώς μας. (*)

Ο Νικόδημος στη συνέχεια έγινε αποσυνάγωγος, γιατί δεν θέλησε να συμφωνεί με τους Ιουδαίους, ενώ τον Ιωσήφ, αφού ενταφίασε το σώμα του Κυρίου, οι Ιουδαίοι τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, απ’ όπου αρπάχθηκε με θεία δύναμη και διασώθηκε στην Αριμαθαία, την πατρίδα του. Και ο Χριστός, αφού αναστήθηκε, του εμφανίστηκε ενώ αυτός ακόμη έφερε τα δεσμά, πιστοποιώντας του έτσι ακόμη περισσότερο το μυστήριο της Αναστάσεως. Και ενώ πάθαινε πολλά από τους Ιουδαίους, δεν δεχόταν να αποσιωπήσει το μυστήριο, αλλά με παρρησία έλεγε σε όλους αυτά που είχαν γίνει.

Λέγεται μάλιστα ότι ο Νικόδημος αυτός πρώτος κατέγραψε με λεπτομέρειες σε σύγγραμμα τα σχετικά με το πάθος και την ανάσταση, γιατί καθώς ήταν μέλος της συναγωγής ήξερε με ακρίβεια και τις αποφάσεις και τους λόγους των Ιουδαίων, ήξερε με λίγα λόγια τα πάντα.

Γι’ αυτό τον λόγο, όπως είπαμε, μαζί με τις Μυροφόρες που είδαν την Ανάσταση, τάχθηκαν καί αυτοί ως αψευδείς μάρτυρες της ταφής του Κυρίου, μετά την Κυριακή του Θωμά –η οποία προηγήθηκε, επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης λέει ότι τα σχετικά με τον Θωμά συνέβησαν μετά από οκτώ μέρες.

Αυτές λοιπόν οι γυναίκες πρώτες είδαν την Ανάσταση και έφεραν στους Μαθητές το χαρμόσυνο μήνυμα. Διότι έπρεπε, το γυναικείο γένος που πρώτο αμάρτησε και κληρονόμησε την κατάρα, αυτό πρώτο να δει και την Ανάσταση, και αυτό που άκουσε: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου» πρώτο να ακούσει τη χαρά.

Μυροφόρες ονομάστηκαν για τον εξής λόγο. Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, επειδή βιάζονταν μην τους προφτάσει η νύχτα του Σαββάτου, άλειψαν το σώμα του Κυρίου όχι όπως έπρεπε, αλλά μόνο με αλόη και σμύρνα, και αφού το τύλιξαν με το σεντόνι, το έβαλαν μέσα στον τάφο. Γι’ αυτό αυτές, επειδή ως μαθήτριες είχαν διάπυρη αγάπη στον Χριστό, την Παρασκευή αγόρασαν πολύτιμα μύρα, και μετά το Σάββατο πήγαν νύχτα, από τη μια για τον φόβο των Ιουδαίων, καί από την άλλη για να κλάψουν από τα χαράματα καί να αλείψουν με μύρα το σώμα, αναπληρώνοντας τότε την έλλειψη που οφειλόταν στη βιασύνη.

Όταν έφτασαν εκεί, είδαν διάφορες οπτασίες: τους αστράπτοντες δύο αγγέλους στο εσωτερικό του μνημείου καί εκείνον που καθόταν πάνω στον λίθο. Ύστερα είδαν και τον ίδιο τον Χριστό και Τον προσκύνησαν, καί η Μαγδαληνή Τον είδε και νομίζοντάς Τον κηπουρό Τον ρωτούσε.

Οι Μυροφόρες ήταν πολλές αλλά οι Ευαγγελιστές αναφέρουν μόνο τις πιο γνωστές. Και αυτές ήταν:

Πρώτη απ’ όλες η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια. Αυτή μετά την Ανάληψη του Χριστού πήγε στη Ρώμη, όπως λέγεται, και ανέφερε στον Καίσαρα Τιβέριο την υπόθεση του Χριστού, πετυχαίνοντας την καταδίκη σε θάνατο του Πιλάτου και των αρχιερέων. Μετά πήγε στην Έφεσο, όπου και πέθανε και κηδεύτηκε από τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Αργότερα ο βασιλιάς Λέων ο ΣΤ’ ο Σοφός (886-912) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη το άγιο της λείψανο.

Δεύτερη ήταν η Σαλώμη, που ήταν θυγατέρα του Ιωσήφ του Μνήστορος, σύζυγος του Ζεβεδαίου καί μητέρα του ευαγγελιστή Ιωάννη καί του Ιακώβου. Γιατί ο Ιωσήφ απέκτησε τέσσερις γιούς, τον Ιάκωβο που λεγόταν μικρός, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα, και τρεις θυγατέρες, την Εσθήρ, τη Θάμαρ και τη Σαλώμη. Ώστε όταν ακούσεις στο Ευαγγέλιο για Μαρία τη μητέρα Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, να ξέρεις ότι είναι η Θεοτόκος, γιατί αυτή λογιζόταν ως μητέρα των παιδιών του Ιωσήφ. Και από εδώ συνεπάγεται ότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν ανιψιός του Χριστού, ως παιδί τής νομιζόμενης αδελφής του.

Τρίτη Μυροφόρος ήταν η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, ο οποίος ήταν επίτροπος και οικονόμος της οικίας του βασιλιά Ηρώδη. Τέταρτη και πέμπτη οι αδελφές του Λαζάρου, Μαρία και Μάρθα. Έκτη η Μαρία του Κλωπά, τον οποίο κάποιοι ονομάζουν και Κλεόπα. Έβδομη η Σωσσάνα.

Ήταν ακόμη καί άλλες πολλές που, όπως μας ιστορεί ο θείος Λουκάς, υπηρετούσαν τον Χριστό και τους μαθητές Του από τα υπάρχοντά τους.

Επειδή λοιπόν αυτές πρώτες κήρυξαν στους μαθητές την Ανάσταση καί πολύ συνετέλεσαν στην πιστοποίηση καί τη βεβαίωσή της, η Εκκλησία του Θεού παρέλαβε, μετά τον Θωμά, να εορτάζει καί αυτές, επειδή είδαν πρώτες αναστημένο τον Χριστό καί ανήγγειλαν σ’ όλους το σωτήριο κήρυγμα καί έζησαν την κατά Χριστόν ζωή άριστα καί όπως έπρεπε σε μαθήτριες του Χριστού.

Με τις πρεσβείες των αγίων Μυροφόρων, Θεέ μας, ελέησέ μας. Αμήν.

(*) Διότι αποδεικνύουν αντίστοιχα την ανθρωπότητα καί τη θεότητα του Κυρίου.

Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Πεντηκοσταρίου.

https://www.koinoniaorthodoxias.org/agiologio-eortologio/kyriaki-twn-myroforwn/

Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

Κυριακή των Μυροφόρων
Κυριακή των Μυροφόρων σήμερα, αδελφοί μου, μετά την Κυριακή του Θωμά ή Αντίπασχα, και δικαιολογημένα, διότι οι μυροφόρες γυναίκες είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως του Κυρίου μας, αφού αυτές πήγαν «λίαν πρωί της μιας των σαββάτων» στο μνημείο του Χριστού, το βρήκαν κενό, άκουσαν από τον άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, είδαν τον Αναστάντα Κύριο και πήραν εντολή να μεταφέρουν το αναστάσιμο μήνυμα και στους αποστόλους . Μαζί με τις μάρτυρες της Αναστάσεως, τις Μυροφόρες, εορτάζουμε και τους μάρτυρες τα Tαφής του Χριστού, τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, οι οποίοι ζήτησαν το Άγιο Σώμα του Χριστού από τον Πιλάτο, και το ενταφίασαν σε δικό τους μνημείο.
Γράφει ο Φίλων ο Ιουδαίος : «για ποιο λόγο όλες οι αρετές είναι γένους θηλυκού, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, η ανδρεία και οι υπόλοιπες ; Διότι για την απόκτηση των αρετών είναι προθυμότερες οι γυναίκες από τους άνδρες». Η σημερινή όμως εορτή αποδεικνύει ότι και οι άνδρες και μάλιστα οι ευσχήμονες βουλευτές Νικόδημος και Ιωσήφ, διέθεταν τόλμη και αγάπη σαν αυτή των γυναικών.
Πράγματι και οι Μυροφόρες και οι δύο Βουλευτές είχαν περισσή τόλμη και αγάπη. Οι γυναίκες ακολουθούσαν τον Χριστό στην επίγεια δράση του και τον διακονούσαν με δικά τους έξοδα, σημειώνει ο Ευαγγελιστής . Βυθισμένες στον πόνο και το δάκρυ συνόδευσαν τον Χριστό στον Γολγοθά και του παραστάθηκαν μόνο αυτές, ώστε να αναπαύει το πονεμένο βλέμμα του ο Εσταυρωμένος στην αγάπη τους . Και μετά την ταφή Του και  πάλι η αγάπη τους αγρυπνεί . «Λίαν πρωί» ξεκινούν για το μνημείο για να προσφέρουν τα μύρα της καρδιάς τους .
Η πραγματική αγάπη έχει συνακόλουθή της την τόλμη. Τολμούν να ακολουθούν τον Χριστό δημόσια, όντας γυναίκες, τολμούν να βρίσκονται μεταξύ των σταυρωτών, μόνες αυτές οδυρόμενες, τολμούν να τον ενταφιάσουν. Τολμούν να κυκλοφορήσουν νύχτα παρά τις συνήθειες των γυναικών, τολμούν να αντιμετωπίσουν τη ρωμαϊκή κουστωδία, που φύλαγε τον Τάφο, τολμούν και τον λίθο να αποκυλίσουν, αρκεί να δείξουν την αγάπη στον Μεγάλο Νεκρό.
Αλλά και οι βουλευτές Ιωσήφ και Νικόδημος δεν υστερούσαν στην αγάπη και την τόλμη. Διαθέτουν και οι άνδρες αποθέματα αληθινής αγάπης και στοργής, αλλά δεν έχουν τον τρόπο να τη δείξουν, όπως οι γυναίκες. Την κρύβουν προσεκτικά, αλλά την αποκαλύπτουν εξαιρετικά τολμώντας πράξεις αγάπης. Ο Νικόδημος επισκέφθηκε κρυφά τον Χριστό «νυκτός», άκουσε την υψηλή διδασκαλία του και πίστευσε. Έπειτα, μέσα στη συναγωγή, υποστήριξε έμμεσα τον Χριστό, συμβουλεύοντας να μην βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα εναντίον Του. «Αν δεν είναι από Θεού, θα καταρρεύσει σαν άνθρωπος».
Πάντως το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Χριστού τολμούν και οι δύο να παρουσιαστούν στον Πιλάτο και να ζητήσουν το σώμα του Χριστού αποδεικνύει και τη βαθιά αγάπη τους στον Χριστό και την ανεπανάληπτη τόλμη τους μέσα στο εχθρικό κλίμα που επικρατούσε κατά του Χριστού.
Εκείνοι οι μακάριοι άνδρες και γυναίκες αγάπησαν τον Χριστό, τόλμησαν να φανερώσουν την αγάπη τους και πλήρωσαν το τίμημά της με διάφορα μαρτύρια . Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας τους τιμά σήμερα .
Εμείς οι χριστιανοί αγαπούμε τον Χριστό ; «Εί τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ήτω ανάθεμα». Όποιος δεν αγαπά τον Κύριο Ιησού Χριστό να είναι αναθεματισμένος, χωρισμένος από το σώμα της Εκκλησίας, λέγει ο απόστολος Παύλος .
Η αγάπη τροφοδοτεί τη ζωή, συγκρατεί τον άνθρωπο στη ζωή. Αν για ένα μόνο λεπτό συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι δεν τον αγαπάει κανείς θα αυτοκτονήσει, λέγει κάποιος φιλόσοφος .
Και είναι αλήθεια όλοι αγαπούμε και όλοι θέλουμε να μας αγαπούν. Αγαπούμε τη μητέρα μας, τον πατέρα μας, τα αδέλφια μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, τους συζύγους  μας και όποιους άλλους επιλέξαμε από τον περίγυρό μας . Το ίδιο νιώθουμε ότι αγαπιόμαστε από τους άλλους . Και έχουμε τη δυνατότητα να εκφράζουμε τα συναισθήματα της αγάπης καθώς μας, τα αδέλφια μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, τους συζύγους μας και όποιους άλλους επιλέξαμε από τον περίγυρό μας . Και έχουμε τη δυνατότητα να εκφράζουμε τα συναισθήματα της αγάπης καθώς ως άνθρωποι και βλεπόμαστε και είμαστε κοντά-κοντά . Όμως αγαπούμε τον Χριστό ; Αν η αγάπη προς τους ανθρώπους τροφοδοτεί την επίγεια ζωή, η αγάπη για τον Θεό και από τον Θεό για μας συνιστά την Αιώνιο Ζωή, τροφοδοτεί τον Παράδεισο.
Αγαπούμε τον Χριστό ; Όποιος δεν αγαπά τον Χριστό είναι αποκομμένος, λέγει ο απόστολος . Τον αγαπούμε, αλλά ίσως αναρωτιόμαστε πώς να το δείξουμε.
Πολλοί τρόποι υπάρχουν να αποδείξουμε ότι αγαπούμε τον Χριστό. «Αν με αγαπάτε», λέγει ο ίδιος ο Κύριος, «θα τηρήσετε τους λόγους μου». Πρώτα-πρώτα νιώθουμε ευχαρίστηση και χαρά μελετώντας τα λόγια του Χριστού; Είναι γλυκά τα λόγια του σαν το μέλι στον λάρυγγά μας ; Αυτό είναι απόδειξη ότι τον αγαπούμε. Και ακόμη, η εφαρμογή των λόγων του είναι η τρανώτερη απόδειξη της αγάπης μας .
Θέλετε και άλλη απόδειξη ; Λαχταρούμε την ώρα της προσευχής και της συνομιλίας μαζί με τον Χριστό, όπως μας συμβαίνει με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, ποθούμε να ευρισκόμαστε στον Οίκο Του, στον Ναό Του, όπου μας περιμένει στοργικά ; Προσέχουμε τη ζωή μας, για να μην Τον σταυρώνουμε με τις αμαρτίες και τις αταξίες μας ; Αλλά και τους συνανθρώπους μας αν αγαπούμε, τον Χριστό αγαπούμε. Γιατί, λέγει, αν ισχυρίζεστε ότι αγαπάτε τον Θεό, αλλά μισείτε τον συνάνθρωπό σας, είστε ψεύτες . Η αγάπη στον πλησίον και στον ελάχιστο αδελφό στον Θεό μεταβαίνει .
Πολλά θα είχαμε να πούμε ακόμη για την αγάπη. Να ελέγξει ο καθένας τον εαυτό του, αν αγαπάει τον Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή του, και τότε θα βρει και την τόλμη να εφαρμόσει στη ζωή του τον νόμο Του. Γιατί η χριστιανική ζωή χρειάζεται τόλμη.
Να προσευχόμαστε ιδιαίτερα να γεμίσει ο Θεός την καρδιά μας, από την αγνή και αγία αγάπη του δια πρεσβειών των Μυροφόρων και των αγίων Ιωσήφ και Νικοδήμου και για να αξιωθούμε μετά την επίγειο ζωή μας να συναντήσουμε τον αγαπώμενο Κύριο και για να τον απολαύσουμε στον παράδεισο. Γιατί, αδελφοί μου, όποιος δεν αγάπησε τον Χριστό από αυτή τη ζωή, δεν θα τον δει ποτέ .
Του Βεροίας Παντελεήμονος.   

Τρίτη 3 Μαΐου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Moni Pantokratoros Ag Oros1 Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.
Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.
Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.
Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.
Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.
᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.
᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.
Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.
Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.
῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.
῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.
“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.
῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.
῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.
Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.
᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.
῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;
Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.
Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.

Τετάρτη 12 Μαΐου 2021

ΤΑΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙΣ ΓΥΝΑΙΞΙ

ΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ;


(ΑΓΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ)







Πρώτη δημοσίευσις 4/05/2014 





«...Πρῶτον λοιπόν ζήτημα ἔχομεν πόσες ἦταν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἐπῆγαν εἰς τόν Τάφον τοῦ Χριστοῦ μέ τά μύρα; Καί λέγομεν εἰς αὐτό ὅτι πολλές καί διάφοροι εἶναι αἱ Μυροφόρες πλήν οἱ κυριώτερες  Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἑπτά. Αὐτές δέ ἦταν οἱ ἑξῆς:


Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.

Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.

Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).

Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.

Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).  Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.

Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.
Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

Ἐδιαλύσαμεν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τό πρῶτον ζήτημα. Ἄς ἔλθωμεν τώρα καί είς τό δεύτερον»...





(Δαμασκηνοῦ Στουδίτου - Μητροπολίτου Ἄρτης)

(Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄, σελ. 38.
Ὅρα καί «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ» 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ






Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα Του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους Πάθους καί φρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μύρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδή ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι’ ἔλαβαν ἀπό τό Πιλάτο τό Δεσποτικό Σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό τοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο κι’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας -κατά τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο- ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού καθόταν ἀπέναντι τοῦ Τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα. Δέν παρευρισκόταν ὅμως μόνον αὐτές, ἀλλά καί πολλές ἄλλες γυναῖκες ὅπως ἀναφέρουν οι Εὐαγγελιστές Λουκας καί Ματθαῖος. (Λουκ. η΄, 3 - Ματθ. κζ΄, 55)

Ἐπειδή λοιπόν αὐτές οἱ γυναῖκες ἐκήρυξαν μετά σθένους τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστού καί συνέβαλον κατά πολύ εἰς τήν ἀψευδῆ διακήρυξη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Μυστηρίου τή Πίστεώς μας, ἐτάχθη παρά τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ὅπως μετά τήν Κυριακή του Θωμά, νά ἑορτάζουμε τῶν Ἁγίων αὐτῶν γυναικῶν τήν μνήμη, διότι ΠΡΩΤΕΣ αὐτές εἶδον τόν Χριστόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν καί πρός πάντας ἐκήρυξαν τό σωτήριο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τήν κατά Χριστόν πολιτείαν μετῆλθον ἀρίστως.





 



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος, ὅτε δέ καί τούς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα σοι.

Δόξα.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπό τοῦ ξύλου καθελών, τό ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρά εἰλήσας καί ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο, ἀλλά τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Καί νῦν.
Ταῖς Μυροφόροις Γυναιξί, παρά τό μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τά μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός δέ διαφθορᾶς ἐδείχθης ἀλλότριος, ἀλλά κραυγάσατε. Ἀνέστη ὁ Κύριος, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. 
Ἦχος ὁ αὐτός. Αὐτόμελον.
Τό Χαῖρε ταῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τόν θρῆνον τῆς Προμήτορος Εὔας κατέπαυσας τῇ Ἀναστάσει σου Χριστέ ὁ Θεός, τοῖς Ἀποστόλοις δέ τοῖς σοῖς, κηρύττειν ἐπέταξας. Ὁ Σωτήρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Μυροφόρων θεῖος χορός, Ἰωσήφ εὐσχήμων, καί Νικόδημος ὁ σεπτός, οἱ μύροις τό σῶμα ἀλείψαντες Κυρίου, καί τούτου τήν ἁγίαν, ἰδόντες ἔγερσιν.

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ 
Λόγος εις την Κυριακή των Μυροφόρων
Στα τριάμιση τελευταία χρόνια της επίγειας ζω­ής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, όταν Αυτός κήρυττε το Ευαγγέλιο της δικαιοσύνης και έκανε αμέ­τρητα θαύματα, μαζί Του βρίσκονταν συνεχώς οι άγι­οι απόστολοι και οι μυροφόρες γυναίκες. Οι από­στολοι τους οποίους ο ίδιος διάλεξε ήταν περισσό­τεροι από τις μυροφόρες. Και μόνο τους αποστόλους έστελνε ο Κύριος να κηρύττουν το Ευαγγέλιο. Μό­νο στους αποστόλους έδωσε την εξουσία να διώ­χνουν τα δαιμόνια και να θεραπεύουν τους ασθενείς. Οι μυροφόρες, αν και δεν τις αγαπούσε ο Κύριος λι­γότερο από τους αποστόλους, δεν έλαβαν απ' Αυτόν τέτοια χαρίσματα.
Πρέπει να σκεφτούμε ποιοι είναι οι λόγοι που ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός άλλη στάση κρατούσε απέναντι στους άνδρες και άλλη απέναντι στις γυ­ναίκες, τα δύο αυτά φύλα του ανθρωπίνου γένους. Δεν μπορούμε βέβαια να δώσουμε μία εξαντλητική απά­ντηση σ' αυτό το ερώτημα.
Μπορούμε όμως με βάση όχι τη δική μας λογική αλλά την αγία Γραφή να βρούμε κάποια στοιχεία που θα βοηθήσουν τη σκέ­ψη μας να πάρει σωστή κατεύθυνση.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε, αν μπορούσαν ή όχι οι γυναίκες με τις ασθενείς δυνά­μεις τους να σηκώσουν το βάρος του αποστολικού έργου, των διωγμών και των βασάνων που υπέφεραν οι απόστολοι του Χριστού. Υπάρχουν γι' αυτό το θέμα πολλές μαρτυρίες και στην Αγία Γραφή και στους βίους των αποστόλων. Ας ακούσουμε τι λέει ο Πρωτοκορυφαίος και μεγάλος απόστολος Παύλος για τα βάσανα που υπέφερε για τον Χριστό και τους διω­γμούς που υπέστη για το όνομά Του κατά τη διάρκεια του αποστολικού του έργου:
«Υπό Ιουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μί­αν έλαβον, τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν εν τω βυθώ πεποίηκα· οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις· εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β' Κορ. 11, 24-27).
Αυτά υπέφερε ο απόστολος Παύλος.
Ας θυμηθούμε τώρα το βίο του Πρωτοκλήτου αποστόλου Ανδρέα. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή του. Στην αρχή κήρυττε το Ευαγγέλιο στην Ιουδαία. Με­τά πήγε στην περιοχή της Μαύρης θάλασσας, επι­σκέφτηκε όλες τις σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις και κήρυττε εκεί τον Χριστό. Στη Σινώπη οι ειδωλολάτρες τον χτύπησαν με αγριότητα και τον άφησαν μισοπεθαμένο έξω από την πύλη της πόλε­ως. Εδώ του φανερώθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τον θεράπευσε και του είπε να μην φοβάται κανέ­ναν. Έτσι ο απόστολος Ανδρέας συνέχισε το δρόμο και αφού πέρασε την Αμπχαζία και τον Καύκασο έ­φτασε στην Κριμαία.
Ναι, και εδώ κήρυττε ο απόστολος Ανδρέας το Ευαγγέλιο. Όμως δεν σταμάτησε εδώ αλλά συνέχι­σε την πορεία του. Ακολουθώντας τον ποταμό Δνεί­περο έφτασε στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται η μεγάλη και η αγία πόλη του Κιέβου. Εκεί στους λό­φους του Κιέβου ύψωσε τον Τίμιο Σταυρό και είπε: «Πιστέψτε με, εδώ σ' αυτούς τους λόφους θα λάμψει η χάρη του Θεού. Μεγάλη πόλη θα είναι εδώ, θα κτί­σει ο Κύριος στον τόπο αυτό πολλές εκκλησίες και θα φωτίσει με το θείο Βάπτισμα όλη την Ρωσική γη».
Δεν τελείωσε όμως στο Κίεβο η περιοδεία του. Ο απόστολος του Χριστού προχώρησε στο βάθος της ρωσικής γης και έφτασε μέχρι την βόρεια πόλη Νόβγκορον. Φανταστείτε τώρα πόσο δύσκολος ήταν ο δρόμος του. Από δω γύρισε στην Ελλάδα, όπου τελείωσε τη ζωή του πάνω στο σταυρό. Δεν κάρφω­σαν με τα καρφιά τα χέρια και τα πόδια του αλλά τα έδεσαν με σχοινί για να υποφέρει πιο πολύ. Επάνω στο σταυρό ο απόστολος βρισκόταν τέσσερεις μέρες και τέσσερεις νύχτες, υποφέροντας πολλά βάσανα και δοξάζοντας τον Θεό.
Σκεφτείτε τώρα, αν θα μπορούσαν οι μυροφόρες γυναίκες να αντέξουν τέτοιους κόπους, πόνους και διωγμούς που υπέφεραν οι απόστολοι. Σας έχω πει ότι εκτός από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο όλοι οι άλλοι απόστολοι είχαν μαρτυρικό θάνατο και πολ­λοί απ' αυτούς τελείωσαν την ζωή τους πάνω στο σταυρό. Θα μπορούσαν οι γυναίκες να αντέξουν τέ­τοιους κόπους; Τέτοιους διωγμούς και καταδιώξεις που υφίσταντο οι απόστολοι; Μπορούν να συγκρι­θούν οι ασθενείς δυνάμεις μιας γυναίκας με την δύ­ναμη που είχε για παράδειγμα ο άγιος απόστολος Ανδρέας; Ασφαλώς όχι. Οι γυναίκες είναι πιο αδύναμες από τους άνδρες, γι' αυτό και ο Κύριος Ιη­σούς Χριστός αλλιώς φερόταν στους άνδρες και αλ­λιώς στις γυναίκες. Δεν θέλησε να επιφορτίσει τις μυροφόρες γυναίκες με το βάρος του αποστολικού έργου.
Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Υπάρχει όμως και μία άλλη, η οποία και αυτή έχει μεγάλη σημασία. Ακούστε τι είπε ο μεγάλος προφήτης Μωϋσής στο πέμπτο βιβλίο της Πεντατεύχου, στο Δευτερονόμιο: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Μη νομίζετε ότι εδώ πρόκειται για καρναβάλια. Και να μην νομίζετε ότι είναι ασήμα­ντος αυτός ο σύντομος λόγος του προφήτη, που ανα­φέρεται στο γυναικείο ένδυμα.
Ο λόγος αυτός έχει μεγάλη σπουδαιότητα και θα ήθελα να το καταλάβετε διότι αυτό θα μας βοηθή­σει για να κατανοήσουμε καλύτερα γιατί ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανέθεσε το αποστολικό έργο με τους κόπους και τους πόνους του στους άνδρες απο­στόλους και όχι στις μυροφόρες γυναίκες. Είναι πο­λύ σημαντική η διάκριση που έκανε ο Κύριος μετα­ξύ ανδρών και γυναικών σε σχέση με το ρόλο και την αποστολή που έχει κάθε φύλο.
Εκείνοι οι επιστήμονες, οι οποίοι ασχολούνται με τη βιολογία, ξέρουν καλά ότι κάθε φυτό και κάθε ζώο από τη φύση τους, ή καλύτερα να πούμε από τον Δημιουργό, είναι προορισμένα να ζουν σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, οι οποίες είναι διαφορετι­κές για το καθένα απ' αυτά. Αυτές οι συνθήκες προσδιορίζουν τη ζωή τους αλλά επίσης και τη δομή που έχει το σώμα τους.
Τώρα, ό,τι αφορά τον άνθρωπο. Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ανδρός και γυναικός. Και είναι δια­φορετική η δομή του σώματος τους. Πρώτ' απ' όλα η γυναίκα είναι πολύ πιο αδύνατη από τον άνδρα. Ο Θεός προόρισε τη γυναίκα για ένα συγκεκριμένο έργο. Τη γυναίκα, και όχι τον άνδρα. Το έργο αυτό διαφέρει πολύ από εκείνο, για το οποίο είναι προο­ρισμένος ο άνδρας.
Τι είναι το σημαντικότερο στη ζωή του άνθρω­που; Όλα τα έργα που κάνει ο άνθρωπος έχουν γι' αυτόν την ίδια σπουδαιότητα; Ασφαλώς όχι. Όταν έπλασε ο Θεός τους πρώτους ανθρώπους, τον Αδάμ και την Εύα, τους έδωσε την πρώτη εντολή, πολύ σύντομη και πολύ απλή: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» (Γεν. 1, 28). Αν αυτή ήταν η πρώτη εντολή τό­τε πρέπει να παραδεχθούμε ότι είναι εξαιρετικά σημαντική και πολύ βαθιά. Αν δεν υπήρχε αυτή η ε­ντολή, τότε το ανθρώπινο γένος θα ήταν ολιγάριθμο και αδύναμο μπροστά στη φύση. Ξέρουμε ότι μόνο εκείνα τα κράτη θεωρούνται ισχυρά, αυτά που έχουν μεγάλο πληθυσμό.
Η εντολή, λοιπόν, του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δηλώνει την σπουδαιότητα που έχει για το ανθρώπινο γένος το έργο αυτό. Αδιαμφισβήτητα τον πρώτο λόγο εδώ έχει η γυναίκα και όχι ο άνδρας. Για τη γυναίκα το έργο αυτό είναι το πιο σημαντικό στη ζωή της. Αυτό δεν το λέω εγώ αλλά η αγία Γραφή. Βέβαια δεν είναι σωστό να περιορίζουμε το ρόλο της γυναίκας στην τεκνογονία. Και πιστεύω ότι κανένας άνθρωπος προσεκτικός και πνευματικά καλλιεργημέ­νος δεν σκέφτεται έτσι.
Οι Γερμανοί λένε ότι όλος ο ρόλος και η απο­στολή της γυναίκας προσδιορίζονται από τέσσερεις λέξεις: παιδιά, ρούχα, κουζίνα, εκκλησία. Είναι ασέ­βεια να λέμε και να σκεφτόμαστε έτσι και να προσ­βάλλουμε ολόκληρο το γυναικείο φύλο. Για μας τους ορθοδόξους αυτό είναι απαράδεκτο. Θέλω να πω ότι αν η γυναίκα έχει κάποια προσόντα δεν πρέ­πει να τα αφήσει. Αν της έδωσε ο Θεός βαθιά διά­νοια μπορεί να ασχοληθεί με την επιστήμη ή τη λο­γοτεχνία. Επαναλαμβάνω, είναι μεγάλο λάθος και είναι ανεπίτρεπτο να περιορίζουμε το ρόλο της γυ­ναίκας στην τεκνογονία και την ανατροφή των παι­διών.
Αυτό όμως δεν αφορά όλες τις γυναίκες. Διότι είναι λίγες οι γυναίκες που έχουν κάποιες εξαιρετι­κές ικανότητες ή ταλέντα ή κλίση στην τέχνη, την επιστήμη ή την φιλοσοφία. Οι περισσότερες ως το σημαντικότερο έργο τους πρέπει να βλέπουν αυτό για το οποίο τις προόρισε ο Κύριος. Το να γεννάει η γυναίκα και να φροντίζει τα παιδιά της είναι έργο σπουδαιότατο. Και είναι απαράδεκτο να αφήνει η γυναίκα το παιδί της χωρίς φροντίδα. Καμμία άλλη γυναίκα δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί της όπως το φροντίζει η μητέρα του.
Εδώ πολύ μεγάλο ρόλο παίζει η συγγένεια εξ αίματος, την οποία δεν πρέπει να την παραβλέπου­με. Επίσης και το μητρικό γάλα, τις ιδιότητες του οποίου ίσως δεν τις γνωρίζουμε καλά, έχει μεγάλη σημασία για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού. Και ένα άλλο εξίσου σημαντικό πράγμα: Η αγάπη που προσφέρει η μητέρα στο παιδί της δεν μπορεί να του την προσφέρει καμμία άλλη γυναίκα. Αλλοίμονο στο παιδί που το μεγαλώνει μία ξένη γυ­ναίκα και όχι η μητέρα του ή που μεγαλώνει σε κά­ποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Αλίμονο στη γυναίκα που αρνείται το παιδί της.
Αλλοίμονο και σ' αυτή τη γυναίκα που παραβλέ­πει και δεν δίνει σημασία στις προτεραιότητες του φύλου της. Αλλοίμονο σ' εκείνες τις γυναίκες που περιφρονώντας την αξιοπρέπεια τους προτιμούν να φοράνε ανδρικά ρούχα. Έχω ακούσει για μία ανόη­τη γυναίκα που κυκλοφορούσε στους δρόμους ντυμέ­νη με ανδρικό κοστούμι. Όταν την έβλεπαν οι άν­θρωποι με απέχθεια και αγανάκτηση έστρεφαν το βλέμμα τους. Δεν καταλάβαινε η καημένη ότι προσ­βάλλει μ' αυτό την αξιοπρέπειά της.
Αυτό επιβεβαιώνει και η Αγία Γραφή με το λό­γο που ήδη έχουμε αναφέρει: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σού εστιν πας ποιών ταύτα» (Δευτ. 22, 5). Βεβαίως δε θεωρεί­ται βδέλυγμα κάθε άνθρωπος που είναι ντυμένος με ρούχα του άλλου φύλου. Δεν μπορεί να είναι οργή του Θεού πάνω στη γυναίκα η οποία για να θρέψει τα μικρά της παιδιά δουλεύει ως σοβατζής και είναι αναγκασμένη να φοράει ανδρικά ρούχα για να κάνει τη δουλειά της. Δεν πρόκειται εδώ για τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ μιλάμε για τις γυναίκες που περιφρο­νούν το δικό τους γυναικείο ένδυμα. Έχω δει στα πανεπιστήμια πολλές καθηγήτριες που φοράνε ανδρικά ρούχα. Αυτές είναι βδέλυγμα ενώπιον του Θε­ού, αυτές παραβαίνουν την εντολή που τις δόθηκε από τον Θεό.
Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος για τον οποίο ο Κύ­ριος δεν κάλεσε τις μυροφόρες γυναίκες να αναλά­βουν το έργο που προοριζόταν για τους άνδρες. Και γι' αυτό ζητά ο Κύριος από τις γυναίκες να εκτιμούν και να σέβονται το δικό τους γυναικείο φύλο, τις ιδι­ότητες της ψυχολογικής τους σύνθεσης που τις χά­ρισε ο Θεός. Αν έχετε από τον Θεό αυτές τις ιδιό­τητες, να τις φυλάγετε με μεγάλο σεβασμό και ευχα­ριστία προς τον Κύριο. Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"