Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ / ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΑΜΑΡΕΙΡΙΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΝ / ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΑΜΑΡΕΙΡΙΔΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει τον περίφημο διάλογο που είχε ο Χριστός με μια πόρνη γυναίκα, την Σαμαρείτιδα. Με μια γυναίκα που οι άλλοι Εβραίοι δεν θα καταδέχονταν όχι απλώς να συνομιλήσουν, αλλ’ ούτε κάν να την πλησιάσουν. Και τούτο, για δύο λόγους: πρώτον γιατί ήταν Σαμαρείτιδα και δεύτερον γιατί ήταν πολύ αμαρτωλή. Την γυναίκα αυτή την απέφευγαν και οι ίδιοι οι συμπατριώτες της, οι Σαμαρείτες. Την απέφευγαν, για την αμαρτωλή διαγωγή της. Τέσσερις άνδρες είχαν περάσει από την ζωή της, και με τον πέμπτο συζούσε παράνομα.
 Όλοι λοιπόν, την αγνοούν, την περιφρονούν, την αποστρέφονται. Όλοι, εκτός από τον Σωτήρα Χριστό, ο Οποίος βαδίζει μέσα στη ζέστη του καλοκαιριάτικου μεσημεριού, για να έλθει να την συναντήσει και να της χαρίσει την λύτρωση. Κουρασμένος από την οδοιπορία και διψασμένος, κάθισε στην πηγή του Ιακώβ να ξαποστάσει. Έστειλε τους μαθητές του στην πόλη να αγοράσουν τρόφιμα και περίμενε την ταλαίπωρη εκείνη γυναίκα, που είχε γίνει θύμα του διαβόλου. Ώ, πόση είναι η αγάπη του Χριστού και η δίψα του για την σωτηρία κάθε αμαρτωλής ψυχής!
 Για την γυναίκα αυτή ο Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος, γράφει: «Ως Θεός ο Χριστός γνώριζε ότι σ΄εκείνη τη δυστυχισμένη χώρα της Σαμάρειας υπήρχε ένα διαμάντι. Διαμάντι, που είχε πέσει μέσα στη λάσπη, και κανένας δεν το πρόσεχε. Διαμάντι ήταν αυτή η αμαρτωλή γυναίκα, η Σαμαρείτιδα. Παρ’ όλη την κατάπτωση και την διαφθορά της, μέσα της έκρυβε κάτι το πολύτιμο. Ερχόταν ώρα που σιχαινόταν τον εαυτό της. Έβλεπε πόσο χαμηλά είχε πέσει. Ποθούσε μια ανώτερη ζωή. Ποθούσε να γνωρίσει την αλήθεια.» (Κυριακοδρόμιον)
Ο διάλογος του Χριστού με την Σαμαρείτιδα
Αυτή την γυναίκα περίμενε ο Ιησούς στο φρέαρ του Ιακώβ. Και να, σε λίγο καταφθάνει, με την στάμνα στο χέρι. Ο Θεάνθρωπος της ζήτησε να του δώσει λίγο νερό. Εκείνη απόρησε πώς ένας Ιουδαίος τολμάει να μιλά σε μια Σαμαρείτιδα, γι’ αυτό και του λέει: «πώς σύ, που είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις νερό από εμένα που είμαι γυναίκα Σαμαρείτιδα;» Οι Ιουδαίοι, όπως είπαμε, δεν είχαν καμία επικοινωνία με τους Σαμαρείτες «ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις»
 (Ιωάν. δ’ 9).
 Βέβαια, αν ήμασταν εμείς οι «θεοφοβούμενοι», κι εγώ δεν ξέρω τι θα άκουγε η γυναίκα εκείνη! Και όμως, ο Χριστός δεν την περιφρονεί, δεν την αποστρέφεται, δεν την προσβάλλει και δεν την ταπεινώνει για την ζωή που κάνει. Αλλά σαν έμπειρος γιατρός προσπαθεί να την θεραπεύσει και σαν καλός ποιμένας να την οδηγήσει στην μάνδρα του Θεού.
 Ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας το σημείο αυτό, γράφει: «…Έτσι και η Σαμαρείτιδα. Την ψυχή της είχε βουτηγμένη στις πορνείες, και φιλονικεί για την πόση λίγου νερού. Και ο Ιησούς δεν την αποστόμωσε, δεν της είπε εγώ είμαι Θεός από Θεό, εγώ στερέωσα τον Ουρανό και θεμελίωσα την γή, και φιλονικείς για το νερό και την πόση του και μάλιστα σύ, γυναίκα μολυσμένη από τις αμαρτίες;». (Μητροπολίτου Τρίκκης & Σταγών Διονυσίου, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Α΄.Αθήναι 1968, σελ. 47).
Όχι, αδελφέ μου, ο Χριστός δεν της είπε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, παίρνοντας αφορμή από τα λόγια της, της αποκαλύπτει θεμελιώδεις ουράνιες αλήθειες. Ναι, σ’ αυτή την αμαρτωλή γυναίκα, που οι συγχωριανοί της την περιφρονούσαν, σ’ αυτή που ήταν βουτηγμένη στις σαρκικές αμαρτίες, τις οποίες ο Θεός τόσο πολύ βδελύσσεται και καταδικάζει, σ’ αυτή την πόρνη γυναίκα ο Ιησούς αποκαλύπτει την θεότητα του!
 Στην αμηχανία της Σαμαρείτιδας, λοιπόν να προσφέρει λίγο νερό σ΄έναν Ιουδαίο, (όπως εκείνη Τον έβλεπε), ο Χριστός απαντά: «Εάν ήξερες την δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέγει: ‘Δός μου να πιώ’, τότε εσύ θα τον παρακαλούσες κι εκείνος θα σου έδινε νερό ζωντανό» (Ιωάν. δ’ 10).
 Ο νούς της αδυνατεί να συλλάβει και να εννοήσει αυτές τις θείες αλήθειες, γι΄αυτό και Του λέει: «Κύριε, ούτε δοχείο έχεις, αλλά και το πηγάδι είναι βαθύ. Από πού, λοιπόν, έχεις το νερό το ζωντανό; Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωκε το πηγάδι, κι ήπιε από αυτό ο ίδιος και τα παιδιά του και τα ζώα του;» (Ιωάν. δ’ 11-12).
 Η γυναίκα και πάλι αδυνατεί να εννοήσει όλα αυτά. ΄Αλλωστε, θα ήταν ίσως η πρώτη φορά που της δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσει και να ακούσει τέτοια ουράνια και θεϊκά λόγια. Νομίζοντας, ακόμη, ότι το νερό που έχει αυτός που της μιλά είναι διαφορετικό από τα άλλα και έχει την ικανότητα να κόβη την δίψα μια για πάντα, και επιπλέον ότι έτσι θα απαλλασσόταν από τον κόπο της μεταφοράς, του λέει: «Κύριε, δός μου αυτό το νερό για να μη διψώ, ούτε να έρχομαι εδώ στο πηγάδι να παίρνω» (Ιωάν. δ’ 15).
 Ο Χριστός, ως καρδιογνώστης, βλέποντας ότι ήρθε η ώρα να δεχθεί η Σαμαρείτιδα το φάρμακο της μετανοίας και το σωτήριο και λυτρωτικό μήνυμα, της λέει με αγάπη και διάκριση: «Πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ». Η γυναίκα αποκρίθηκε: «Δεν έχω άνδρα». Ο Χριστός της λέει: «Καλά είπες ότι δεν έχεις άνδρα, γιατί πέντε άνδρες πήρες, και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι άνδρας σου. Αυτό, το είπες αλήθεια» (Ιωάν. δ’ 16-18).
 Βλέποντας η αμαρτωλή γυναίκα έναν άγνωστο γι’ αυτήν άνθρωπο να γνωρίζει τα μυστικά της ζωής και της καρδιάς της, του λέει: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης» (Ιωάν. δ’ 19). Και αμέσως – αλήθεια ποιος το περίμενε! – η πόρνη άρχισε να ρωτάει τον Χριστό σε ποιόν τόπο πρέπει να λατρεύεται ο Θεός, στα Ιεροσόλυμα, όπως υποστηρίζουν οι Ιουδαίοι ή στο όρος Γαριζείν, όπως δέχονται οι Σαμαρείτες;
 Στην συνέχεια, ο Ιησούς αποκαλύπτει σε μια άσωτη γυναίκα τι είναι ο Θεός και πώς θέλει να Τον λατρεύουν και να Τον προσκυνούν οι αληθινοί προσκυνητές. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε τις θείες και σωτήριες αυτές αλήθειες:
 «Πίστεψε με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «πλησιάζει ο καιρός πού ούτε σ΄αυτό το όρος ούτε στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Πατέρα. Εσείς, οι Σαμαρείτες, λατρεύετε εκείνο που δεν ξέρετε, εμείς όμως λατρεύουμε εκείνο που γνωρίζουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Πλησιάζει όμως ο καιρός, και μάλιστα ήλθε ήδη, που οι αληθινοί προσκυνητές θα λατρεύσουν τον Πατέρα πνευματικά και αληθινά, γιατί τέτοιοι θέλει ο Πατέρας να είναι εκείνοι που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα, και εκείνοι που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά» (Ιωάν. δ’ 21-24).
 Ακούγοντας αυτά η Σαμαρείτιδα, ξέχασε και το νερό, ξέχασε και τις δουλειές της, ξέχασε ακόμη και το «ου συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις», ξέχασε κάθε βιοτική και κοσμική μέριμνα, και ενδιαφέρεται τώρα να μάθει περισσότερα για τον Θεό. Γι’ αυτό και Του λέει: «Ξέρω ότι θα έλθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός, όταν έλθει εκείνος, θα μας τα διδάξει όλα» (Ιωάν. δ’ 25).
 Βλέποντας την θεία αλλοίωση της ψυχής της, και παίρνοντας αφορμή από τα λόγια της ο άγνωστος γι’ αυτήν Χριστός, ο κουρασμένος και διψασμένος στρατοκόπος που της ζήτησε λίγο νερό, της λέει: «Εγώ είμαι που μιλώ μαζί σου» (Ιωάν. δ’ 26), «ο Μεσσίας που περιμένετε να έλθει για να σας διδάξει και να σας αποκαλύψει τις ουράνιες και σωτήριες αλήθειες, ο Μεσσίας αυτός, είμαι εγώ, εγώ που σου μιλώ αυτή την στιγμή».
Απόστολος, πριν από τους Αποστόλους
Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τα λόγια αυτά του Κυρίου, λέγει: «Μεγάλα και παράδοξα θαύματα. Αυτό που σε πολλούς Αποστόλους έκρυψε, στην πόρνη αποκαλύπτει φανερά». Θα ήθελα όμως να τελειώσω με τα λόγια του ιδίου Πατρός, με τα λόγια εκείνα που αναφέρονται στην προσπάθεια της Σαμαρείτιδας να πείσει τους συμπατριώτες της να έλθουν και να δούν τον Χριστό:
 «Στο μεταξύ έρχονται οι μαθητές και Τον βρίσκουν να μιλά με την γυναίκα. Απόρησαν που μιλούσε με γυναίκα. Αυτός που τον προσκυνούν οι άγγελοι, μιλούσε με την πόρνη. Αυτός που συμβασιλεύει με τον Πατέρα στην ατελείωτη βασιλεία, μιλούσε μόνος σε μια γυναίκα μόνη. Εκείνη όμως άφησε την στάμνα της και μπήκε στην πόλη. Άφησε την στάμνα της, γιατί γέμισε με τα ζωντανά νερά, και αφού μπήκε, φώναξε στους πολίτες: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός»; «Ελάτε να δείτε κάποιον». Δεν είπε, ελάτε να δείτε τον Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους, για να μην νομίσουν οι άνθρωποι ότι παραφρόνησε. Για να μην πούν οι άνθρωποι: αυτή είναι τρελή. Πότε είδε κανείς τον Θεό να περπατά; Πότε είδε κανένας τον Θεό να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους; «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα».
 «Τους ξυπνά την επιθυμία να βγουν και να πιαστούν. Όπως πιάστηκε στο δίχτυ, θέλει να πιάσει. Είδε έναν Ιουδαίο και έφθασε η ίδια στην αντίληψη του Κυρίου, κι οδηγεί τους άλλους να φθάσουν από τον άνθρωπο στο Θεό. Πόρνη με συνείδηση Αποστόλου, που έγινε από τους Αποστόλους πιο δυνατή. Γιατί οι Απόστολοι περίμεναν να συμπληρωθεί ολόκληρη η Θεία οικονομία και τότε άρχισαν τα αποστολικά τους κηρύγματα. Η πόρνη όμως και πριν από το πάθος και την Ανάσταση, ευαγγελίζεται τον Χριστό. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκαμα. Διαλαλώ τα αμαρτήματα μου, για να οδηγήσω εσάς. Για να δείτε εσείς τον Θεό που έφθασε στον κόσμο, πομπεύω τα σφάλματα μου. Κι ας προσκυνείται ο Χριστός που δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς. Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκαμα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός»;
 «Πρόσεξε τη σοφία της γυναίκας, πρόσεξε την ευγνωμοσύνη της πόρνης. Ένα αμάρτημα της είπε ο Χριστός, την πορνεία μονάχα, κι εκείνη άφησε την στάμνα κι έτρεξε στην πόλη λέγοντας: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα».
 «Κηρύττει αυτόν που γνωρίζει τα πάντα, κηρύττει πιο μεγαλόφωνα από τους Αποστόλους. Δεν τον είδε να σηκώνεται από τους νεκρούς, δεν είδε τον τετραήμερο Λάζαρο να ξαναπροσκαλήται από τον τάφο, δεν είδε τον θάνατο να φυλακίζεται, δεν είδε την θάλασσα να χαλιναγωγείται με τον λόγο. Δεν είδε τον πλάστη του Αδάμ, στην περίπτωση του τυφλού, να αναπληρώνει με το πηλό το φυσικό ελάττωμα, όμως τον κεραμουργό του Παραδείσου διαλαλούσε με τον λόγο της. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα». Κι από την πόλη εκείνη των Σαμαρειτών πίστεψαν σ’ αυτόν πολλοί από τα λόγια της γυναίκας, που μαρτυρούσε ότι «μου είπε όλα όσα έκανα».
 Ας μιμηθούμε κι εμείς αυτή την Σαμαρείτιδα και χωρίς να νιώθουμε παράλογη εντροπή για τα αμαρτήματα μας, να φοβόμαστε τον Θεό. Τώρα όμως βλέπω να γίνεται το αντίθετο, δεν φοβόμαστε αυτόν που πρόκειται να μας κρίνει, αλλά τρομάζομε αυτούς που δεν μπορούν να μας βλάψουν σε τίποτα και φοβόμαστε μη μας προσβάλλουν. Γι’ αυτό τιμωρούμαστε γι’ αυτά που φοβόμαστε. Αυτός που ντρέπεται να φανερώσει τα αμαρτήματα του σε άνθρωπο, δεν ντρέπεται όμως να τα πράξει μπροστά στα μάτια του Θεού και δεν θέλει να ομολογήσει και να μετανοήσει, θα θεατρινιστεί εκείνη την ημέρα όχι μπροστά σ’ έναν και σε δύο αλλά στα μάτια όλης της οικουμένης.
 Ας συνομιλήσουμε λοιπόν με τον Χριστό, γιατί και τώρα ανάμεσα μας στέκεται και μας μιλά με το στόμα των Προφητών και των Αποστόλων. Ας Τον ακούσουμε και ας Τον πιστέψουμε» (Μητροπολίτου Τρίκκης & Σταγών Διονυσίου, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Ά, Αθήναι 1968, σελ. 55-57).
 Αδελφέ μου, όταν ακούς τον ψάλτη στην εκκλησία να λέει: «Τη αυτή ημέρα, Κυριακή Πέμπτη από του Πάσχα, την της Σαμαρείτιδας εορτήν εορτάζομεν. Ταίς της σης Μάρτυρος Φωτεινής πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν», να ξέρεις ότι πρόκειται γι’ αυτήν την πρώην πόρνη και αμαρτωλή γυναίκα.
 Ναι, είναι η Αγία πλέον, Μεγαλομάρτυς και Ισαπόστολος Φωτεινή




Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Η Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτιδα και Ισαπόστολος 

εορτάζει και  26 Φεβρουαρίου

 armenisths.blogspot.gr

«Σώσε μας, Κύριε, από την "πρόοδο" του αιώνος τούτου»
ΠΑΙΡΝΩ, αγαπητοί μου, αφορμή από τη σημερινή εορτή για να πω λίγα λόγια. Ή Εκκλησία μας έχει αγίους. Και οι άγιοι — εδώ είναι ή σοφία του Θεού— δεν είναι μόνο καλόγεροι, πού ζουν σε σπηλιές και κρατούν κομποσχοίνι και προσεύχονται όλη τη νύχτα σαν άγγελοι - τους τιμούμε πρεπόντως. 
Άγιοι δεν είναι μόνο κληρικοί, παπάδες και δεσποτάδες και πατριάρχες. Αν ανοίξουμε τα βιβλία της Εκκλησίας μας, θα δούμε αγίους άπ' όλα τα επαγγέλματα.
Έχω γράψει κ' εγώ ένα βιβλίο με τίτλο «'Απ' όλα τα επαγγέλματα»• φαίνεται εκεί, ότι όλα τα επαγγέλματα τα αγιάζει ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Οι άγιοι δεν είναι μόνο άντρες• είναι και γυναίκες είναι και παιδιά,
είναι και γέροντες ασπρομάλληδες, όπως είδαμε στις 23 του μηνός, στην εορτή του αγίου Πολυκάρπου, ό οποίος σε βαθύτατο γήρας μαρτύρησε για το Χριστό. Ή Εκκλησία μας, δηλαδή, έχει ισοτιμία και δεν κάνει διακρίσεις. Μπορεί ν' αγιάση και ό άντρας και ή γυναίκα και το παιδί και ό γέρος, κάθε ηλικία και τάξις• και ό άσπρος και ό μαύρος και ό κόκκινος και ό κίτρινος και ό θνητός παντός γένους. Ό αγιασμός είναι ένα λουλούδι πού φυτρώνει σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.
Σήμερα εορτάζει ή αγία Φωτεινή, πού έζησε και μαρτύρησε την εποχή του Νέρωνος, του ασπόνδου αυτού εχθρού του χριστιανισμού.
Προηγουμένως τι ήταν; Μια αμαρτωλή γυναίκα. Ήταν, όπως εκφράζομαι συνήθως, ένα κοράκι μαύρο πού έτρωγε σάρκες, και απότομος έγινε περιστέρι. Ήταν θαύμα του Κυρίου. είναι ποτέ δυνατόν ένα κοράκι να γίνη περιστέρι; Εάν στο φυσικό κόσμο αυτό δέ' συμβαίνει, στον ηθικό και θρησκευτικό όμως κόσμο συμβαίνει με την δύναμη του Χριστού. Ανοίξτε το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο στο 4ο κεφάλαιο, και εκεί θα δείτε τη φωτογραφία της. 
Πώς ονομάζεται εκεί; Λέγεται «Σαμαρείτης» (Ίωάν. 4,9). είναι ή Σαμαρείτης. Όπως είπαμε, ήταν αμαρτωλή. Τόσο αμαρτωλή, πού είχε διώξει πέντε άντρες τον ένα κατόπιν του άλλου• κι ό έκτος, με τον όποιο ζούσε, δεν ήταν σύζυγος της.
Παρ' όλ' αυτά είχε και κάτι μέσ' στην καρδιά, μια ντροπή. ('Αμαρτάνεις τέλος πάντων, άνθρωπε, αλλά να 'χεις λίγη ντροπή• ενώ τώρα και ή ντροπή χάθηκε). Πώς φαίνεται ότι είχε ντροπή; Διότι — κ' είναι καλό σημάδι — δεν έβγαινε έξω, δέ' γύριζε δεξιά - αριστερά. Κι όταν ακόμα ήταν ανάγκη να πάει στην πηγή για νερό, δεν πήγαινε πρωί ή απόγευμα• (όσοι είμαστε από χωριά ξέρουμε ότι τότε πηγαίνουν για νερό το καταμεσήμερο, και μάλιστα Ιούνιο μήνα πού καίει ό ήλιος τις πέτρες, δεν πηγαίνουν). Περίμενε λοιπόν, κι αφού έπαιρναν όλες οί γυναίκες νερό, τότε πλέον πήγαινε αυτή, το μεσημέρι, ολομόναχη να γέμιση τη στάμνα της.
Άλλα μια μέρα εκεί στην πηγή, στο φρέαρ της Συχάρ, συνάντησε ένα ξένο. Δεν τον ήξερε. Ό ξένος όμως την ήξερε, και μάλιστα πολύ καλά. Πώς, αφού την έβλεπε πρώτη φορά, γνώριζε τη ζωή της; Περίεργος ξένος. Ποιος ήταν; Ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός! Και βάδισε χιλιόμετρα χωρίς τα δικά μας συγκοινωνιακά μέσα, με τα πόδια, επί ώρες κάτω από τον καυστικό ήλιο. Πήγε για μία ψυχή, για μία αμαρτωλό ψυχή. Ω αγάπη του Χριστού μας! Ποτέ δεν αγαπήθηκε άνθρωπος όπως αγάπησε ό Χριστός τον αμαρτωλό πού μετανοεί.
Τον είδε, λοιπόν, στην πηγή. και ό Χριστός με ευγένεια της ζήτησε νερό. Και από το νερό άνοιξε μια συζήτηση, ένας διάλογος. Όσοι έχετε πάει στα γυμνάσια και λύκεια, διδαχθήκατε διάλογους φιλοσόφων. Θαυμάζουν όλοι τους διαλόγους του Πλάτωνος. Ομολογώ και εγώ ότι οι διάλογοι του Πλάτωνος έχουν ύψος βάθος πνεύματος και έκφραση σπουδαία. Άλλα τι είναι οί διάλογοι αυτοί, πού κάνει ό Σωκράτης με τους μαθητάς του, μπροστά στο διάλογο του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα; Είπαν κάποιοι, ότι και μόνο αυτός ό διάλογος αποδεικνύει ότι ό Χριστός είναι Θεός. Είπαν άλλοι ότι, κι αν στους άλλους πλάνητος υπάρχουν λογικά όντα, δεν είναι δυνατόν να έχουν άλλη θρησκεία εκτός από αυτήν πού κήρυξε ό Χριστός εκεί παρά το φρέαρ της Συχάρ.
Να εξηγήσουμε όλο το διάλογο; Δεν μπορούμε. Ένα μόνο σας λέγω. Όταν ή Σαμαρείτιδα αντελήφθη ότι ό ξένος αυτός διαφέρει από τους άλλους Ιουδαίους, του λέει• —Νομίζω ότι είσαι προφήτης γι' αυτό θέλω να μου λύσης ένα μεγάλο ζήτημα, πού μας έχει χωρίσει σε δυο θρησκευτικές μερίδες.

Από τη μια μεριά είναι οί Ιουδαίοι, πού λένε ότι το Θεό πρέπει να το λατρεύουμε μόνο στο ναό πού έχτισε ό Σολομών στα Ιεροσόλυμα. Από την άλλη είμαστε εμείς οί Σαμαρείτες, πού λέμε ότι το Θεό πρέπει να το λατρεύουμε μόνο στην κορυφή του όρους Γαριζείν όπου είναι ό ναός ό δικός μας. Ποιο είναι το σωστό; και ό Χριστός απήντησε με λόγια πού δεν υπάρχει ζυγαριά να τα ζύγιση. —Λάθος, λέει. Ό Θεός δεν περιορίζεται σε ένα σημείο της γης. είναι παρών σ' ολόκληρο το σύμπαν. Όπου να πας, παντού είναι. «Πνεύμα ό Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αλήθεια δει προσκυνείν» (έ.ά. 4,24). (Αυτή είναι ή πνευματική θρήσκε ία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού). Ή Σαμαρείτης, έξυπνη - τετραπέρατη, απήντησε• —Αυτά πού λες είναι δύσκολα για μένα να τα καταλάβω• αλλά ελπίζω ότι θα μας τα εξηγήσει όλα εκείνος πού περιμένουμε, ό Μεσσίας. Και τότε ό Χριστός της λέει• —Εγώ είμαι πού σου ομιλώ... Τόση ήταν ή χαρά της από την αποκάλυψη αυτή, ώστε άφησε τη στάμνα κ' έτρεξε στο χωριό. —Ελάτε, είπε στους συγχωριανούς της, ελάτε να δείτε έναν πού μου είπε όλα τα μυστικά μου' μήπως αυτός είναι ό Χριστός; Πήγαν όλοι και τον είδαν. Και ό Χριστός άνοιξε το στόμα του, τους δίδαξε, και μαγεύτηκαν. Και στη γυναίκα είπαν —Τώρα πιστεύουμε όχι γιατί μας το' πες εσύ, αλλά διότι εμείς οί ίδιοι με τ' αυτιά και με τα μάτια μας βεβαιωθήκαμε, ότι αυτός είναι ό σωτήρας του κόσμου, ό Χριστός.
Στα στοιχεία αυτά ή παράδοσης προσθέτει τα εξής. Ή Σαμαρείτιδα πίστεψε, βαπτίστηκε, και πήρε το όνομα Φωτεινή. Μαζί της βαπτίστηκαν οί πέντε αδελφές της και οί δύο υιοί της. Έγινε απόστολος. Και πήγε παντού. Πού κατέληξε; Σε μια πόλη πού μας συγκινεί. είναι ή Σμύρνη. 
Ω Σμύρνη αλησμόνητος! Εκεί κήρυξε φλογερά, και πίστεψαν πολλοί. Γι' αυτό έπειτα οί κάτοικοι της Σμύρνης, από ευγνωμοσύνη προς την αγία Φωτεινή, έκτισαν —μέσα• σε 40 μέρες!— τον περίλαμπρο ναό της Αγίας Φωτεινής.
Πολλούς είλκυσε στα δίχτυα του Χριστού ή αγία Φωτεινή. Μεταξύ των άλλων πού συνέλαβε ήταν και ένας μάγος τρομερός. Όλοι τον φοβούνταν. Αυτός με εγωισμό την πλησίασε και της λέει• —Εγώ έχω δύναμη πιο μεγάλη από αυτόν πού πιστεύεις. —τι θέλεις; —Θα σου δώσω, λέει, ένα φάρμακο, να δω αν μπορείς να το πιεις. Ή αγία Φωτεινή θυμήθηκε το λόγο του Χριστού «Καν θανάσιμων τι πίωσιν, ου μη αυτούς βλάψει» (Μάρκ. 16,18). Κάνει το σταυρό της και το πίνει. Ό μάγος περίμενε να πεθάνει τίποτα. —Ήταν αδύνατο το φάρμακο, λέει θα σου δώσω πιο ισχυρό. Δίνει δεύτερο τίποτα. Δίνει τρίτο• τίποτα. Τότε ό μάγος ομολόγησε• —Με νίκησες• αυτός πού πιστεύεις είναι πιο ισχυρός άπ' όλους τους μάγους και τους δαίμονες... Έτσι πίστεψε στο Χριστό, βαπτίστηκε και πήρε το ωραίο όνομα Θεόκλητος.
Μη φοβάστε, λοιπόν. Σαν την αγία Φωτεινή κάντε το σταυρό σας, πού είναι το ισχυρό όπλο, και ή μαγεία δέ' θα σας κάνη τίποτα. Ισχυρότερος άπ' όλους είναι ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, εν τω ονόματι του οποίου εκδιώκονται τα δαιμόνια.
Προβάλλει, αγαπητοί μου, ως παράδειγμα ή αγία Φωτεινή. Σήμερα βέβαια υπάρχουν και γυναίκες πού δέ' θέλουν να έχουν σχέση με την Εκκλησία. Αυτές όποιον πιστεύει τον θεωρούν καθυστερημένο. Λέγονται φεμινίστριες και αυτοτιτλοφορούνται προοδευτικές!
Άλλα τι είναι πρόοδος; Δεν είναι πρόοδος το να κόβεις μαλλιά, να ντύνεσαι αντρικά, να ξενυχτάς σε ντισκοτέκ, να χαρτοπαίζεις σε καζίνα ή να κάνης το σπίτι σου χαρτοπαικτική λέσχη, να χορεύεις έξαλλους χορούς. Δεν είναι πρόοδος οί εκτρώσεις, τα διαζύγια, ό καρνάβαλος. Αυτά είναι εκφυλισμός. Γι' αυτό έχει δίκιο ένας άγιος ασκητής σ' ένα μοναστηράκι της Σερβίας, πού τον τιμά όλη ή Ορθοδοξία, ό Ιουστίνος Πόποβιτς. Αυτός λέει, ότι οί Χριστιανοί του αιώνος μας πρέπει, κοντά στις άλλες δεήσεις, να κάνουν και την έξης• «Σώσε μας, Κύριε, από την "πρόοδο" του αιώνος τούτου»!
Είθε ό Θεός, δια των πρεσβειών του αγίου Θεοκλήτου και της αγίας Σαμαρείτιδος, να μας ελεήσει και να μας σώσει.

ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΊΝΟΣ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΆΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 25-02-1987.
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΜΗΣΗΣ 26-02-2005


Σάββατο 16 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΣ

π.Ἀλέξανδρος Σμέμαν
18[1]Τέσσερις ἑβδομάδες μετὰ τὸ Πάσχα τὸ εὐαγγέλιο πού διαβάζεται στὶς ἐκκλησίες εἶναι ἡ ἀφήγηση τοῦ εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη γιὰ τὴν ἐκπληκτικὴ συζήτηση τοῦ Χριστοῦ μὲ μιὰ Σαμαρείτισσα. Σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς σταματᾶ σ’ ἕνα πηγάδι κοντὰ στὴν πόλη Σιχάρ. ἐνῶ οἱ μαθητὲς Του πᾶνε στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα. Μιὰ γυναίκα ἔρχεται στὸ πηγάδι γιὰ νὰ πάρει νερό, καὶ ὁ Χριστὸς τῆς ζητεῖ νὰ πιεῖ. Ἀρχίζουν μιὰ συζήτηση, καὶ κάποια στιγμὴ ἡ γυναίκα ἐρωτᾶ τὸν Χριστό, οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτω προσεκύνησαν καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν  τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν (Ἰωάν. 4, 20).
Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀφορᾶ μιὰ πολύχρονη ἀντιδικία μεταξὺ Ἰουδαίων καὶ Σαμαρειτῶν, πού εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο Ἰουδαϊσμό. Γιὰ τοὺς Ἰουδαίους τὸ θρησκευτικὸ κέντρο ἦταν ἡ Ἱερουσαλήμ· γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες ἕνα βουνὸ στὴ Σαμάρεια. Εἶναι σαφὲς πώς ἦταν μιὰ διαμάχη γιὰ τὰ ἐξωτερικά, τελετουργικὰ χαρακτηριστικά τῆς θρησκείας.
Ἀπαντώντας της ὁ Χριστὸς τῆς λέει: «γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν. ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν». (Ἰωάν. 4, 21-24).
Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς οἱ στίχοι αὐτοὶ ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη εἶναι κρίσιμοι στὴν κατανόηση τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτὰ τὰ λόγια ἐκφράζουν καὶ αἰώνια διακηρύσσουν μιὰ γνήσια θρησκευτικὴ ἐπανάσταση, μιὰ ἐπανάσταση στὴν ἔννοια τῆς θρησκείας· σ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμὲς βλέπουμε τὴ γέννηση τοῦ Χριστιανισμοῦ.
“Ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Ἡ θρησκεία μέχρι τότε καὶ γιὰ αἰῶνες ἀποτελεῖτο ἀπὸ κανόνες, νόμους καὶ διατάξεις, καὶ ἔτσι ἡ τήρηση τῆς θρησκείας συνίστατο ἀποκλειστικὰ ἀπὸ μιὰ τυφλή, ἀναντίρρητη ὑποταγὴ σ’ αὐτοὺς τοὺς κανόνες. Ὄχι σ’ αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀλλά στὰ Ἱεροσόλυμα· ὄχι ἐδῶ, ἀλλά ἐκεῖ· ὄχι μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀλλά μ’ ἐκεῖνον.
Ἔτσι προσφέροντας στὸν Θεὸ χιλιάδες τέτοιες συνταγές, οἱ ἄνθρωποι προστατεύονταν ἀπό τούς μπελάδες, ἀπὸ τὸ φόβο καὶ ἀπὸ τὴν ἐπώδυνη ἀναζήτηση. Εἶχαν κατασκευάσει ἕνα κλουβὶ στὸ ὁποῖο τὸ καθετί ἦταν προσεκτικὰ καὶ σαφῶς καθορισμένο καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἀπαίτηση ἀπὸ τὴν ἀκριβῆ τήρησή του. Ὅλα αὐτὰ τώρα σβήνονται καὶ ἀνατρέπονται μὲ λίγες λέξεις. Ἡ προσκύνηση δὲν γίνεται σ’ αὐτὸ τὸ βουνό, οὔτε στὰ Ἱεροσόλυμα, ἄλλα “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Μ’ ἄλλα λόγια ὄχι μὲ φόβο καὶ στὰ τυφλά, ὄχι μὲ ἀγωνία καὶ στενοχώρια, ἀλλά μὲ γνώση καὶ ἐλευθερία, μὲ ἐλεύθερη ἐπιλογὴ καὶ ἀγάπη, ὅπως ἡ ἀγάπη τοῦ παιδιοῦ γιὰ τὸν πατέρα του.
Τώρα στὸ κέντρο τῆς θρησκείας, στὴν καρδιά της, δὲν βρίσκεται ὁ νόμος, ἡ ὑποταγή, ἡ συνταγή, ἀλλά ἡ ἀλήθεια: “γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν”, εἶπε ὁ Χριστός, “καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς” (Ἰωάν. 8, 32). Στὴν καρδιὰ της τώρα βρίσκεται ἡ διαδικασία τῆς ἀναζήτησης: “ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε” (Ματθ. 7, 7). Ὄχι καθησυχασμός, ἀλλά δίψα: “μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην” (Ματθ. 5, 6). Ὄχι δουλεία, ἀλλά ἐλευθερία: “οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος” (Ἰωάν. 15, 15). Ὄχι φιλονομία ἀλλά ἀγάπη: “ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν” (Μάτθ. 9, 13)· “ἐντολήν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους” (Ἰωάν. 13, 34).
Φυσικὰ στὴν Ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ξέχασαν τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ ἐπέστρεψαν στὴ θρησκεία τοῦ φόβου καὶ τῆς τυπολατρίας, στὴ διαμάχη γιὰ τὸ βουνὸ καὶ τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀπ’ ἔξω δὲ ὁ Χριστιανισμὸς πολὺ συχνὰ φαίνετει νὰ εἶναι μόνο νόμοι καὶ συνταγές. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ κριθεῖ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικά, οὔτε ἀπὸ τὶς ἧττες καὶ τὶς παραμορφώσεις, ἀλλά ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ θεία φώτιση. Πρέπει νὰ κριθεῖ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν πού δέχθηκαν σοβαρὰ καὶ χωρὶς καμιὰ ἐπιφύλαξη αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια, καὶ πού ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τους ἔχει γίνει μιὰ συνεχὴς πτήση ἀγάπης, ἐλευθερίας, χαρᾶς καὶ πνευματικῆς μεταμόρφωσης.
Παρ’ ὅλες τὶς ἱστορικὲς πτώσεις καὶ ἀποτυχίες του, ὁ Χριστιανισμὸς ποτὲ δὲν ἔσβησε αὐτὰ τὰ λόγια ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιο, καὶ γι’αὐτὸ κρίνεται μὲ βάση αὐτά. Ἡ ἀντιθρησκευτικὴ προπαγάνδα, μὲ πολὺ πιὸ τραγικὰ ἀποτελέσματα, μὲ τὸ τυφλὸ μίσος της πρὸς τὴ θρησκεία, ἀγνοεῖ αὐτὰ τὰ λόγια σὰν νὰ μὴν εἰπώθηκαν ποτέ, καὶ γιὰ νὰ ξεμπερδέψει μὲ τὴ θρησκεία μὲ τὴ μεγαλύτερη εὐκολία, τὴν ἐξισώνει μὲ τὰ ἐξωτερικὰ χαρακτηριστικά, τὶς προλήψεις καὶ τὸ φόβο.
Ὁ Χριστιανισμὸς ὅμως κατεξοχὴν εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ἡ διδασκαλία Του, τὸ εὐαγγέλιο. Τὸ εὐαγγέλιο ἀφηγεῖται πώς οἱ ἄνθρωποι προτίμησαν τὴ δική τους γνώμη, τὴ δική τους ἰδεολογία, τὸ δικό τους νόμο ἀπὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, καὶ πόσο ἀφόρητη ἦταν αὐτή ἡ πρόσκληση γιὰ ἀπελευθέρωση. Ἐδῶ, σ’ αὐτὴ τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων πού ἀπέρριψαν Αὐτὸν πού τοὺς κάλεσε νὰ ζήσουν “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ νόημα τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι τὸ ἴδιο τὸ εὐαγγέλιο μᾶς δίνει μιὰ ἐξήγηση γιὰ τὸ μίσος ἐνάντια στὸν Χριστό, τὸ ἴδιο μίσος πού σήμερα ἀναγκάζει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ψεύδονται, νὰ συκοφαντοῦν καὶ σιωπηλὰ νὰ Τὸν ἀγνοοῦν.
Ἀκόμη καὶ τώρα ἡ ἀπειλή πού θέτει ὁ Χριστιανισμὸς σὲ κάθε ἰδεολογία εἶναι αὐτὸ τὸ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Αὐτὰ τὰ λόγια εἶναι μιὰ αἰώνια χειρονομία περιφρόνησης κάθε εἰδώλου, θρησκευτικοῦ ἢ ἰδεολογικοῦ· ὅσο δὲ αὐτὲς οἱ λέξεις δὲν ἔχουν ἐντελῶς ξερριζωθεῖ ἀπὸ τὴ μνήμη, ὁ ἄνθρωπος ποτὲ δὲν θὰ δεχθεῖ ὁλοκληρωτικὰ μιὰ διδασκαλία πού τὸν σκλαβώνει στὴν ὕλη καὶ πού τὸν μετατρέπει σὲ ἕναν ὀδοντωτὸ τροχὸ μίας ἀπρόσωπης πορείας, σὲ ἕναν ὑπηρέτη μιᾶς ἀπρόσωπης συλλογικότητας. Ὅταν λοιπὸν οἱ ὀπαδοὶ τέτοιων ἰδεολογιῶν προσβάλλουν τὴ θρησκεία μὲ τὴ δικαιολογία πώς ξερριζώνουν τὴν πρόληψη, αὐτὸ γίνεται μόνο γιὰ ἐπίδειξη.
Ὄχι, ἡ θρησκεία ὡς πρόληψη, ὡς νόμος, ὡς δουλεία τοὺς εἶναι ἀκόμη χρήσιμη, ἐπειδὴ ἐπαληθεύει τὰ ἐπιχειρήματά τους. Αὐτὸ πού τοὺς φοβίζει περισσότερο ἀπὸ καθετί ἄλλο στὸν κόσμο, εἶναι μήπως κάποιος ἀνακαλύψει τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς πίστεως, αὐτὰ τὰ ἐκπληκτικὰ καὶ ἀπελευθερωτικὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”. Ἡ δύναμη βρίσκεται τώρα μὲ τὸ πλευρὸ τῆς στρατευμένης ἀθεΐας. Ἡ πίστη ἔχει φιμωθεῖ. Καὶ μόνο αὐτὸ ὅμως ἀποδεικνύει τὴ δύναμή της. Ἡ φωνὴ της εἶναι φιμωμένη ἀκριβῶς ἐπειδὴ μέσα στὰ βάθη της συντηρεῖ ἀκόμη τὴ διδασκαλία τοῦ “ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ”, πού σημαίνει πώς δίχως τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀλήθεια ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει, πώς τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἰσχυρότερα ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο πάνω στὴ γῆ.
Ἡ συζήτηση πού ἄρχισε δίπλα ἀπὸ τὸ πηγάδι ἐκεῖνο τὸ ζεστὸ μεσημέρι ἀκόμη συνεχίζεται, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι ποτὲ δὲν θὰ σταματήσουν νὰ ψάχνουν, νὰ ἀναζητοῦν, νὰ διψοῦν καὶ νὰ ἀνακαλύπτουν ξανὰ καὶ ξανὰ πώς αὐτὴ ἡ δίψα, αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση, αὐτή ἡ πνευματικὴ πείνα δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο μὲ τὸ Θεό, πού εἶναι Πνεῦμα καὶ Ἀλήθεια, Ἀγάπη καὶ Ἐλευθερία, αἰώνια Ζωὴ καὶ πληρότητα τῶν πάντων.
Ἀπό τό βιβλίο:ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ
ἐκδ. Ἀκρίτας

Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

ΠΗΓΗ:   Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ


Ανθρωπε! Αν εξακολουθείς να πιστεύεις πως η σω­ματική τροφή και το ποτό είναι ικανά να θρέψουν και να ξεδιψάσουν την ψυχή σου, θα βρεθείς στο επίπεδο όπου βρίσκονται τα οικόσιτα ζώα και τα άγρια κτήνη. Αν κατόρθωσες να ξεπεράσεις το επίπεδο αυτό κι ελπί­ζεις πως η ψυχή σου μπορεί να τραφεί και ν' αναζωο­γονηθεί από την ανθρώπινη σοφία και το εγκόσμιο κάλ­λος, τότε θα βρεθείς στο επίπεδο εκείνων που έχουν απο­κτήσει ημι-εμπειρία, ημι-ανάπτυξη. Η πρώτη σκέψη είναι ανόητη, η δεύτερη (η ελπίδα) είναι στείρα. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο ακούς τα βογγητά και τις κραυ­γές του διψασμένου κόσμου και νομίζεις πως είναι τρα­γούδια κι ευωχίες, μια προσπάθεια να ξεδιψάσει κανείς με τη δίψα των άλλων. Αν ξεπέρασες το επίπεδο αυτό κι ένιωσες μια ανέκφραστη δίψα, που καμιά πηγή στον κόσμο δε θα μπορούσε να τη σβήσει - που δε θα μπο­ρούσε ούτε κι ολόκληρος ωκεανός να τη σβήσει - τότε έχεις αποκτήσει πραγματική εμπειρία, είσαι άνθρωπος αληθινός. Μόνο όταν βρεθείς στο επίπεδο αυτό της ακό­ρεστης πνευματικής δίψας, της δίψας εκείνης που ένιω­σε κι ο Δαβίδ, θα κατανοήσεις με πληρότητα το σημε­ρινό ευαγγέλιο.

***
«Έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας την λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ια­κώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού» (Ιωάν. δ’, 5). Η πε­ριοχή ολόκληρη από την Ιουδαία μέχρι τη Γαλιλαία ονομάζεται Σαμάρεια. Το όνομά της το έλαβε από το βουνό Σαμάρεια. Ο δρόμος από την Ιερουσαλήμ προς τη Γαλιλαία εξακολουθεί να περνάει από τη Συχάρ (τη σημερινή Ασκάρ). Εκεί είναι ένα κομμάτι γης που το είχε αγοράσει ο Ιακώβ από τους γιους του Εμώρ κι έχτισε εκεί ένα θυσιαστήριο, που το ονόμασε «Θεός του Ισραήλ» (Γεν. λγ’, 19-20). Αργότερα ο Ιακώβ δώρησε τη γη αυτή στο γιο του Ιωσήφ.
«Ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ, ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη» (Ιωάν. δ’, 6). Η πηγή αυτή είχε το όνομα του Ιακώβ είτε επειδή ο προπάτοράς μας Ια­κώβ είχε κατοικήσει κοντά στο πηγάδι αυτό μαζί με τα κοπάδια του είτε επειδή το πηγάδι αυτό το έφτιαξε ο ίδιος. Κουρασμένος από τον απόκρημνο και ανηφορικό δρόμο από την Ιερουσαλήμ ως εκεί, ο Κύριος κάθησε δίπλα στο πηγάδι για να ξεκουραστεί. Η έκτη ώρα, όπως τη μετρούσαν στην Ανατολή, ήταν η μεσημβρία. Ο Κύριος έφτασε εκεί την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε κι η ζέστη ήταν μεγάλη. Ήταν κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας που έκανε για τη σωτηρία μας, όπως κεκοπιακώς ήταν κι αργότερα, όταν ανέβαινε στο σταυρό αιμό­φυρτος και πονεμένος. Γιατί δεν ταξίδεψε νύχτα, που είχε και δροσιά; Οι νύχτες για τον Κύριο ήταν αφιερω­μένες στην προσευχή. Κι αν υποθέσουμε στη συγκεκρι­μένη περίπτωση πως θα ταξίδευε νύχτα, το ευαγγέλιο θα ήταν φτωχότερο κατά ένα μοναδικό γεγονός κι από μια πολύ διδακτική και σωστική αποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, με τα πόδια, στους ανηφορικούς κι απότομους δρόμους και με μεγάλη ζέστη, κουρασμένος και διψασμένος, γιατί βιαζόταν να εκμεταλλευτεί κάθε στιγμή του επίγειου βίου Του, μέρα και νύχτα, για τη σωτηρία μας.

«Έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. Λέγει αυτή ο Ιησούς· δός μοι πιείν» (Ιωάν. δ’, 7). Ο ευαγγελιστής τονίζει πως η γυναίκα ήταν Σαμαρείτιδα, επειδή οι Ιουδαίοι χαρακτήριζαν τους Σαμαρείτες ως ειδωλολάτρες. Δός μοι πιείν, της είπε ο Κύριος. Ήταν κουρασμένος και διψασμένος, σημάδι πως το σώμα Του ήταν αληθινά ανθρώπινο σώμα κι όχι ομοίωμα, όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι αιρετικοί. Όπως το σώμα Του δάκρυζε για τους ανθρώπους, όπως υπόφερε από τους πό­νους Του στο σταυρό, έτσι είχε και την αίσθηση της πεί­νας και της δίψας. Αν το ήθελε, θα μπορούσε βέβαια να ξεπεράσει την ανάγκη αυτή, ν' απαλλαγεί απ' αυτήν. Θα μπορούσε με τη θεϊκή Του δύναμη να την αναστεί­λει για κάποιο διάστημα ή και να την καταργήσει εντελώς. Πώς όμως έτσι θά ‘δειχνε ότι ήταν αληθινός άνθρωπος; Πώς θα μπορούσε «κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι» (Εβρ. Β’, 17), πώς θα τους ονόμαζε αδελφούς Του; Πώς θα μπορούσε να μας διδάξει την υπομονή και την καρτερία στις θλίψεις, αν ο ίδιος δεν είχε υποφέρει και δεν είχε υπομείνει τις θλίψεις και τους πειρασμούς; Και τελευταίο, θα μπορούσε η τελική νίκη Του νά ‘χει τη λαμπρότητα που μας δυναμώνει και μας φωτίζει στις δυσκολίες της ζωής μας, αν ο ίδιος δεν τα είχε υπομείνει πρώτος όλα και μάλιστα στον ύψιστο βαθμό; Θα ρωτήσει κανείς: «Πώς γίνεται Εκείνος πο υ μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους άρτους και να περ­πατάει στο νερό, όπως σε στέρεο έδαφος, να μην μπο­ρεί μετά από ένα τόσο κοπιαστικό και μακρύ ταξίδι, μ' ένα Του λόγο (ή και με μια Του σκέψη) ν' ανοίξει ξαφ­νικά μια πηγή με νερό στο βράχο ή στην άμμο και να σβή­σει τη δίψα του;»

Σίγουρα αυτό ανήκει στη δύναμή Του. Το έκανε ο Μωυσής αυτό στην έρημο. Το έκαναν και πολλοί άγι­οι στό όνομά Του, από τότε που υπάρχει η Εκκλησία μας. Πώς λοιπόν δεν μπορούσε να το κάνει ο ίδιος; Μπο­ρούσε, μα δεν ήθελε. Ποτέ Του δεν έκανε ούτε ένα μο­ναδικό θαύμα μόνο για το δικό Του καλό, για να ταΐσει, να ποτίσει ή να ντύσει τον εαυτό Του. Όλα τα θαύμα­τα τα έκανε για τους άλλους. Δέν υπάρχει σκιά ιδιοτέ­λειας στη ζωή Του. Ακόμα κι όταν μικρό παιδί έφυγε για ν' αποφύγει το ξίφος του Ηρώδη, δεν το έκανε για τον εαυτό Του, αλλά για χάρη των ανθρώπων. Η ώρα Του δεν είχε φτάσει ακόμα. Όταν όμως ολοκλήρωσε το έργο Του ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν προσπάθη­σε ν' αποφύγει το θάνατο, δεν έφυγε. Αντίθετα, πήγε να τον συναντήσει. Όλα τα λόγια του Χριστού, κάθε συ­μπεριφορά Του και κάθε έργο που έκανε σ' όλη τη διάρ­κεια της επίγειας ζωής Του, τα πάντα καθοδηγούνταν από την απεριόριστη αγάπη Του για τους ανθρώπους, καθώς κι από την απεριόριστη σοφία Του.
Δός μοι πιείν. Ο Δημιουργός το ζητάει αυτό από το πλάσμα Του. Τα λόγια αυτά αντηχούν εδώ και δυό χι­λιάδες χρόνια. Τα λόγια αυτά δεν τα είπε μόνο στη Σαμαρείτιδα. Απευθύνονται σ' όλες τις γενιές των ανθρώ­πων, ως τη συντέλεια του κόσμου. Δός μοι πιείν, λέει σήμερα ο Χριστός στον καθένα μας. Ο Δημιουργός του νερού, Εκείνος που παρέχει τις θάλασσες και τους ωκεανούς, τα ποτάμια και τις πη­γές, δεν το λέει αυτό επειδή διψάει για νερό. Διψάει για την αγαθή μας θέληση, για την αγάπη μας. Όταν του δίνουμε κάτι, δεν είναι από το δικό μας, αλλ' από το δι­κό Του. Κάθε ποτήρι νερό που έχουμε στη γη δικό Του είναι, Εκείνος το δημιούργησε. Για κάθε ποτήρι ψυχρού ύδατος που δίνουμε στους αδελφούς Του τους ελα­χίστους, έχει πληρώσει με το τίμιο αίμα Του. Με την ανεξάντλητη κι αμίμητη ταπείνωσή Του όμως δε ζητά­ει από τη Σαμαρείτιδα ως Δημιουργός από το πλάσμα Του, αλλ' ώς άνθρωπος από άνθρωπο. Μας δείχνει έτσι την ταπείνωσή Του και φανερώνει την περιορισμένη και ενδεή ανθρώπινη φύση Του. Ο άνθρωπος έχει το δικαί­ωμα να ζητήσει κάτι από κάποιον άλλον, όπως έχει και το καθήκον να εξυπηρετήσει και να ελεήσει τον άλλον.
«Οι γαρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πό­λιν ίνα τροφάς αγοράσωσι» (Ιωάν. δ’, 8). Ο Κύριος δεν ήταν μόνο κουρασμένος και διψασμένος, αλλά πει­νούσε κιόλας, όπως κι οι μαθητές Του. Είναι κι αυτή μια ακόμα απόδειξη πως ήταν αληθινός άνθρωπος και πως δεν έκανε θαύματα στις περιπτώσεις που η θαυματουργία δε λειτουργούσε για το γενικότερο καλό, για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο ευαγγελιστής αναφέρει την απουσία των μαθητών, ώστε να εξηγήσει για ποιο λόγο ο Κύριος ζήτησε νερό από τη γυναίκα. Αν οι μα­θητές ήταν εκεί θα είχαν βγάλει εκείνοι νερό, οπότε η γυναίκα δε χρειαζόταν ν' αναφερθεί. Σε κάθε περίπτω­ση η θεία πρόνοια ήθελε να δημιουργήσει την ευκαιρία για τη δική μας διδαχή, ώστε όταν κι εμείς συναντάμε τον εχθρό μας στην ανάγκη του, να τον βοηθάμε. Κι όταν το έθνος μας βρίσκεται σε έχθρα με τους γειτονι­κούς λαούς, εμείς σαν άνθρωποι να μην τολμάμε να επε­κτείνουμε την έχθρα σε κάθε άνθρωπο του έθνους αυτού. Όταν μας δοθεί η ευκαιρία, είναι καθήκον μας να βοηθάμε κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη, χωρίς να προ­σέχουμε αν ανήκει στο δικό μας έθνος ή όχι.
«Λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· πώς συ Ιου­δαίος ων παρ’ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γαρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις» (Ιωάν. δ’, 9). Η γυναίκα είχε την άποψη που είχαν όλοι στην εποχή της, πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να μι­σεί μόνο ένα εχθρικό έθνος, αλλά και κάθε άνθρωπο που ανήκει στο έθνος αυτό. Στην παραβολή του Καλού Σα­μαρείτη ο Κύριος επισήμανε την έχθρα και το μίσος που ένιωθαν οι Ιουδαίοι για τους Σαμαρείτες. Και το γε­γονός αυτό εξηγεί γιατί κι οι Σαμαρείτες ένιωθαν το ίδιο μίσος για τους Ιουδαίους. Για να σπάσει το φράγ­μα του μίσους ανάμεσα στα έθνη, πρέπει πρώτα να σπά­σει κανείς το φράγμα που δημιουργεί το μίσος ανάμε­σα στους ανθρώπους. Αυτός είναι ο μοναδικός λογικός τρόπος για να θεραπεύσει κανείς το ανθρώπινο γένος από τη μεγάλη αρρώστια του αμοιβαίου μίσους.
«Απεκρίθη Iησούς και είπεν αυτή· ει ήδεις την δω­ρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, δός μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων» (Ιω­άν. δ’, 10). Η δωρεά του Θεού πρέπει να κατανοηθεί τό­σο με την υλική όσο και με την πνευματική έννοια. Από την υλική άποψη η δωρεά του Θεού πρέπει να κατανοή­σουμε πως αναφέρεται σ' όλα όσα ο Θεός με την αγα­θότητά Του δημιούργησε και έδωσε για χρήση και βοή­θεια στον άνθρωπο. Αν εσύ, γυναίκα, γνώριζες πως το νερό αυτό δεν ανήκει ούτε στους Σαμαρείτες ούτε στους Ιουδαίους, αλλ' είναι του Θεού· αν γνώριζες πως όταν ο Θεός δημιούργησε το νερό αυτό δεν έβαλε πινακίδες που να λένε πως «αυτό είναι για τους Σαμαρείτες» ή «για τους Ιουδαίους», αλλά «για τους ανθρώπους», τό­τε θα έβγαζες το νερό αυτό με δέος, αφού είναι δώρο Θεού, και θα το έδινες στο διψασμένο άνθρωπο να πιει με ακόμα μεγαλύτερο δέος, αφού το προσφέρεις στο πλάσμα του Θεού. Ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο· κι ο άνθρωπος είναι δώρο Θε­ού στον κόσμο.
Από πνευματική άποψη τώρα, η δωρεά του Θεού είναι ο ίδιος ο Κύριος. Παραδίνοντας ολόκληρο τον ορα­τό κόσμο στον άνθρωπο από την αγάπη Του, ο Θεός του δίνει τον ίδιο Του τον εαυτό. Αν εσύ, γυναίκα, γνώ­ριζες τι πολύτιμο δώρο έστειλε ο Θεός στους Ιουδαίους και στους Σαμαρείτες, καθώς και σ' όλους τους άλλους λαούς χωρίς εξαίρεση, η ψυχή σου θα έτρεμε. Θα έκλαι­γες από χαρά, θα έμενες άφωνη από θαυμασμό, δε θα τολμούσες να σκέφτεσαι καν για αμοιβαία έχθρα και για μίσος ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους Σαμα­ρείτες.
Να ξέρεις πως αν επρόκειτο να σου αποκαλυφτούν όλα τα μυστήρια Εκείνου που τώρα μιλάει μαζί σου, Αυτού που κρίνοντας από την εξωτερική Του εμφάνιση τον λογαριάζεις για κάποιον συνηθισμένο άνθρωπο, που από τα ρούχα που φοράει κι από τον τρόπο που μιλάει τον θεωρείς Ιουδαίο, συ αν ήτησας αυτόν και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. Με το ύδωρ ζων εννοεί ο Κύριος την φω­τιστική και ζείδωρη δύναμη του Αγίου Πνεύματος που υποσχέθηκε στους πιστούς. «Ο πιστεύων εις εμέ... πο­ταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβά­νειν οι πιστεύοντες εις αυτόν» (Ιωάν. ζ’, 38-39). Η γυ­ναίκα όμως δεν ήξερε και δεν καταλάβαινε τίποτα απ’ όλ’ αυτά και γι’ αυτό συνέχισε να ρωτάει:
«Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ, ος έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού;» (Ιωάν. δ’, 13, 14). Δούλους δεν έχεις, δοχείο δεν έχεις, το πηγάδι είναι βαθύ. Πώς λοι­πόν θ' αντλήσεις το δροσερό και ζωογόνο νερό; Η γυ­ναίκα έβλεπε τον Κύριο κάτω από το κάλυμμα της ανθρώπινης σάρκας, τον λογάριαζε κάποιον συνηθισμέ­νο θνητό, έναν αβοήθητο άνθρωπο. Ύδωρ ζων, και τό­τε και τώρα, ονομάζεται το νερό που βγαίνει από πηγή, σε αντίθεση με το νερό που αντλούμε από πηγάδια και στέρνες.
Υπάρχει όμως και πηγαδίσιο νερό που ονομάζεται δροσερό, ζων ύδωρ, όταν το πηγάδι αυτό τροφοδοτείται από πηγή. Η πηγή βρίσκεται στον πυθμένα του πηγαδιού, απ' όπου ρέει το νερό και το γεμίζει. Σε κάποια στιγμή όμως της έρχεται μια δεύτερη σκέψη και βιάζε­ται να την εξωτερικεύσει: μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ; Σα νά 'θελε να πει: Μήπως μπορείς εσύ να δημιουργήσεις μια άλλη πηγή νερού, δίπλα στην πρώτη; Ο πατέρας μας Ιακώβ δε δημιούργησε την πηγή, αλλ' απλά την έχτισε και την περιόρισε. Αν εσύ μπορείς να δημιουργήσεις μια άλλη πηγή, να φτιάξεις τρεχούμενο νερό, αυτό θα ήταν ύδωρ ζων, και τότε βέβαια θα ήσουν μείζων του πατέρα μας Ιακώβ. Είσαι ανώτερος από εκείνον; Το πηγάδι αυτό του Ιακώβ έχει τόσο άφθονο νερό, ώστε απ' αυτό ήπιε ο ίδιος, ήπιαν τα παιδιά του, τα ζωντανά του κι όλοι εμείς που ζούμε εδώ κοντά, καθώς κι οι ταξιδιώτες που περνούν απ' εδώ, κι οι επισκέπτες. Κι αυτό γίνεται αιώνες τώρα και το νε­ρό στο πηγάδι δε στερεύει. Μήπως εσύ μπορείς να κά­νεις κάτι καλλίτερο κι ανώτερο απ' αυτό;
Τα λόγια αυτά της Σαμαρείτιδας από τη μια φανε­ρώνουν την υπερηφάνεια της για τον πατέρα τους Ια­κώβ. Από την άλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο από αμφιβολία, κάτι σαν ειρωνεία στον Κύριο Ιησού. Δεν ήταν τόσο αγενής και δημόσια η ειρωνεία όσο εκείνη που έγινε κατά την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, όταν οι άνθρωποι που άκουσαν τον Κύριο να τους λέει πως κοιμάται το κορίτσι τον περιγελούσαν (κατεγέλων αυτού), ήταν όμως μια έμμεση και κρυφή ειρωνεία. Ο Κύριος όμως που σκοπό Του είχε να τραβήξει τους ανθρώπους από τη λάσπη της αμαρτίας, ήταν προετοι­μασμένος να δεχτεί εμπαιγμούς και ειρωνείες τόσο από ανθρώπους όσο κι από δαίμονες. Γι' αυτό και δε μέμ­φεται τη γυναίκα γι' αυτήν την αιχμηρή ειρωνεία, αλλά προχωρεί με στόχο τη σωτηρία της ψυχής της:
«Απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήση πάλιν· ος δ' άν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδα­τος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. δ’ 13, 14). Ο Κύριος δεν απαντά στη γυναίκα με τον τρόπο που θά 'θελε εκείνη. Δε θα της πει πόσο ανώτερος είναι από τον Ιακώβ. Εκείνος βλέπει την αιτία της παρανόησης ανά­μεσα στον ίδιο και στη γυναίκα, η γυναίκα όμως δεν τη βλέπει. Η παρανόηση προέρχεται από το γεγονός ότι Αυτός της μιλάει για το πνευματικό νερό, το ζωογόνο. Η γυναίκα όμως είναι μαθημένη να σκέφτεται με τη γήινη αντίληψη, εκείνη που νιώθουν κι οι αισθήσεις. Εκείνη κατανοεί το νερό που μπορεί να δει, που δημι­ούργησε ο Θεός για να ξεδιψάει πρόσκαιρα τη φυσική δί­ψα. Το ζων ύδωρ για το οποίο μιλάει ο Κύριος είναι η ζωοποιός θεία χάρη που αναζωογονεί και ξεδιψάει την ψυχή, που την οδηγεί στην αιώνια ζωή, ενώ ακόμα βρί­σκεται στην παρούσα. Όταν η ζωοποιός αυτή χάρη εισέρχεται στον άνθρωπο, ανοίγει μέσα του μια ανεξάντλη­τη πηγή ζωής, χαράς και δύναμης.
«Λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δός μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψήσω μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν» (Ιωάν. δ', 15). Η γυναίκα βρίσκεται ακόμα εγκλωβι­σμένη στη δική της αντίληψη, σκέφτεται ακόμα το επί­γειο νερό. Στην καλλίτερη περίπτωση θά 'παιρνε τον Κύριο για κάποιον μάγο, ικανό να κάνει ένα θαύμα με απάτη. Για να εξουδετερώσει λοιπόν την ανθρώπινη αυτή αντίληψη της γυναίκας ο Κύριος, γυρίζει ξαφνικά τη συζήτηση σε άλλο θέμα.
«Λέγει αυτή ο Ιησούς· ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. απεκρίθη η γυνή και είπεν· ουκ έχω άνδρα. Λέγει αυτή ο Ιησούς· καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω· πέντε γαρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθώς είρηκας» (Ιω­άν. δ’ 16-18). Της το είπε αυτό για να την μάθει να σκέφτεται πνευματικά, όχι σαρκικά. Ο Κύριος δεν το λογαριάζει συνετό να κάνει κάποιο θαύμα μπρο­στά της, μα να δείξει πως ο ίδιος είναι προφήτης. Ξέ­ρει πως αυτό θα έχει το ίδιο δυνατό αποτέλεσμα με τη θαυματουργία. Ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου. Ο Κύριος γνωρίζει πως δεν έχει άντρα, μα θέλει ν' ακούσει τη δική της απάντηση. Την ταρακουνά, φα­νερώνοντας την παντογνωσία Του.
Πέντε γαρ άνδρας έσχες. Αυτή ήταν μια δυνατή έκπληξη για τη γυναίκα. Τώρα όμως ακούει κι ένα ένοχο μυστικό της, που πολύ θά 'θελε να κρύψει, όπως: και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ. Αυτό λειτούργησε σαν κεραυνός που άστραψε στον γαλανό ουρανό.
Αλλά μην κατακρίνεις τη Σαμαρείτιδα, ανθρώπινη ψυχή. Μη την καταδικάζεις. Ρώτησε καλύτερα τον εαυ­τό σου: «Ποιός είναι ο σύζυγός μου;». Δεν είχες ήδη πέ­ντε άντρες ίσαμε τώρα; Κι ο σύντροφος που έχεις τώρα δεν είναι κάποιος άλλος κι όχι ο νόμιμος σύζυγός σου; Η ψυχή είναι εκκλησία. Κεφαλή της εκκλησίας είναι ο Χριστός. Με λίγα λόγια, σύζυγος (νυμφίος) της χρι­στιανικής ψυχής είναι ο ίδιος ο Κύριος. Αν όμως παραμένεις δεμένη σ' αυτόν τον κόσμο, αν είσαι «συζευγμέ­νη» μ' αυτόν κι αν οι πέντε αισθήσεις σου είναι ταιρια­σμένες μαζί του, τότε θα βρίσκεσαι στην ίδια αμαρτω­λή και δύστυχη κατάσταση όπου βρέθηκε κι η Σαμαρείτιδα. Αν είσαι δυσαρεστημένη κι απογοητευμένη από τις αισθήσεις σου, τότε τις έχεις πραγματικά απορ­ρίψει, έχεις πάρει διαζύγιο απ' αυτές. Τότε θα είναι σαν πέντε νεκροί σύζυγοι, οπότε εσύ αποφασίζεις να ζήσεις με τον έκτο σύντροφο, που βέβαια δεν είναι νόμιμος σύ­ζυγός σου, αλλά διάδοχος των άλλων πέντε, που όλοι μαζί ολοκληρώνουν την αισθητική σου αντίληψη. Αυτό είναι το ψέμμα κι η λάσπη που έχουν μαζέψει οι αισθή­σεις μέσα σου κι έχουν σχηματίσει ένα σωρό από σκου­πίδια.

Η συνομιλία του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα είναι συζήτηση του Θεού με την άπιστη ψυχή. Η συνομιλία αυτή περιέχει ένα μήνυμα για σένα. Είναι συνομιλία ανάμεσα στον Ουράνιο Νυμφίο και τη νύμφη Του, την ψυχή του ανθρώπου. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος επικέντρωσε τη συζήτησή Του στον άντρα της Σαμαρείτιδας. Θα μπορούσε να εκτυλιχτεί διαφορετικά η συ­ζήτηση μαζί της, να της φανέρωνε με άλλον τρόπο πως ήταν προφήτης. Θά μπορούσε να της αποκαλύψει κάποιο άλλο μυστικό δικό της ή των γονιών της ή των γειτό­νων της στο Συχάρ. Κι η γνώση αυτή να είχε καταπλή­ξει εξίσου τη γυναίκα. Σκόπιμα όμως έφερε τη συζήτη­ση στο σύζυγο της γυναίκας, επειδή αυτό έχει να προ­σφέρει κάτι και σε σένα. Σε σένα καθώς και σ' όλες τις ψυχές που δημιούργησε από την αρχή και θα συνεχίσει να δημιουργεί ως τη συντέλεια του κόσμου. Η ερώτη­ση για το σύζυγό σου, ψυχή, είναι η σπουδαιότερη κι η πιο αποφασιστική. Όποιος κι αν είναι ο σύντροφός σου, είσαι σύζυγος του προσώπου αυτού. Αν σύντροφός σου είναι ο κόσμος, θα καταστραφείς μαζί του. Αν σύντρο­φός σου είναι η αμαρτία, θα πεθάνεις μαζί της. Αν σύ­ντροφός σου είναι ο διάβολος, θα είσαι μαζί του αιώνια. Σε οποιαδήποτε από τις παραπάνω περιπτώσεις, θα πί­νεις νερό που θα σου προκαλεί όλο και περισσότερη δίψα. Μόνο αν ομολογήσεις τον Κύριο Ιησού Χριστό ως νόμιμο Σύζυγό σου και τον συζευχθείς με πίστη κι αγά­πη, θα πίνεις το ζων ύδωρ, το δροσερό και ζωογόνο νε­ρό που θα σε ξεδιψάσει για πάντα και θα σε οδηγήσει στη βασιλεία των ουρανών και την αιώνια ζωή.
«Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί. υμείς προσκυ­νείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν· ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν (Ιωάν. δ’, 19-22). Ο Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν' αγγίξει μια πνευματική χορδή της Σαμαρείτιδας. Και το κατορθώνει αυτό ανα­φέροντας το παρελθόν της. Η γυναίκα, που ως τότε ένιωθε μόνο τις αισθήσεις και την κοσμική αντίληψη να κυριαρχούν μέσα της, άρχισε ξαφνικά να αισθάνεται πως ξυπνάει η πνευματική αντίληψη, που ως τότε ήταν ναρ­κωμένη. Και το πρώτο που κάνει, είναι ν' αναγνωρίσει και να ομολογήσει το Χριστό ως προφήτη. Αυτό ήταν αρκετό σαν αρχή. Κι αμέσως μετά άρχισε ν' αναπτύσ­σεται ραγδαία το ενδιαφέρον της για τα πνευματικά πράγματα. Έτσι θέτει στον Κύριο ένα ερώτημα που ήταν πολύ επίκαιρο στις μέρες της. Ποιό ήταν αυτό; Οι ατέλειωτες φιλονικίες που είχαν αυτήν την εποχή Ιου­δαίοι και Σαμαρείτες για τον τόπο όπου έπρεπε να λα­τρεύεται ο Θεός. Ποιός ήταν πιο θεάρεστος τόπος; Η Ιε­ρουσαλήμ ή το βουνό της Σαμάρειας; Ποιός λατρεύει καλύτερα και προσεύχεται σωστότερα στο Θεό, αυτός που κάνει μετάνοιες και προσεύχεται εδώ ή ο άλλος που κάνει μετάνοιες και προσεύχεται εκεί; Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν. Η γυναίκα δε λέει «εμείς», αλλά «οι πατέρες ημών». Ήθελε μ' αυτόν τον τρόπο να δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο όρος αυτό και να δικαιώσει έτσι περισσότερο τους Σαμαρείτες της εποχής της. Ήταν σα νά 'θελε να πει: Δε διαλέξα­με εμείς το ορός τούτο για τόπο λατρείας του Θεού, αλλά οι πατέρες μας· κι εκείνοι ήταν ανώτεροι από μας και πιο κοντά στο Θεό.
Πάλι ο Κύριος δεν απαντά στη γυναίκα μ' ένα «ναι» ή ένα «όχι». Προχωρεί προσπαθώντας ν' αφυπνίσει και να στηρίξει την ψυχή της. Γύναι, πίστευσόν μοι... Πίστε­ψε Εμένα, γυναίκα, όχι εκείνους που σου λένε πως πρέ­πει να λατρεύεις το Θεό στο όρος αυτό ή στην Ιερουσα­λήμ. Θα έρθει καιρός που προσκυνήσετε τω πατρί ούτε στο όρος αυτό ούτε στην Ιερουσαλήμ. Ο Κύριος σκό­πιμα χρησιμοποιεί τον όρο «πατήρ» αντί γιά «θεούς» (οι Σαμαρείτες προσκυνούσαν και «Θεό» και «θεούς»). Μ' αυτόν τον τρόπο η γυναίκα θα κατανοήσει πως με την καινούργια αντίληψη για το Θεό θα μάθει και τη νέα λατρεία. Η λατρεία του Πατέρα δε θα εξαρτάται από συγκεκριμένο τόπο. Κι έτσι η αποκλειστικότητα που διεκδικούσαν οι Σαμαρείτες κι οι Ιουδαίοι καταργείται. Μ' αυτόν τον τρόπο ο Κύριος προφητεύει κάτι που θά γίνει σύντομα και που έχει σχέση με την έλευσή Του στον κόσμο.

Μ' όλο που ο Κύριος δίνει και στις δυο αυτές μορφές αποκλειστικότητας το ίδιο βάρος και προφητεύει το τέ­λος και των δύο, στα θέματα της γνώσης του Θεού δί­νει κάποια υπεροχή στους Ιουδαίους. υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν. Ο Κύριος γνωρίζει πως η γυναίκα τον βλέπει σαν Ιουδαίο, γι' αυτό και μιλάει σαν Ιουδαίος. Εσείς οι Σαμαρείτες, είπε, δε γνωρίζετε ποιον προσκυνάτε, γιατί προσκυνάτε πολλούς θεούς και είδωλα. Ομολογείτε τη θεότητα του Θεού του Αβραάμ και του Ιακώβ, ταυτόχρονα όμως προσφέρετε θυσία στα πολυάριθμα είδωλα των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων. Οι Ιουδαίοι γνωρίζουν τουλάχιστον πως υπάρχει ένας Θεός, μ' όλο που τον προ­σκυνούν και κείνοι, όπως και σεις, με πετρωμένες καρ­διές, με σκοτισμένο νου και νεκρές συνήθειες. Παρά ταύτα, η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. Δηλαδή, λέ­ει ο Κύριος, ο Μεσσίας θα γεννηθεί από Ιουδαίους. Από Εκείνον θα έρθει η σωτηρία του κόσμου. Αυτό υποσχέ­θηκε ο Θεός στους προπάτορές μας και το ίδιο προφή­τεψαν οι προφήτες. Έτσι φρόντισε η πρόνοια του Θεού κι έτσι έγιναν τα πράγματα.

«Αλλ' έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν» (Ιωάν. δ’, 23-24). Η λατρεία των Σαμαρειτών δεν είναι αλη­θινή, γιατί δεν ξέρουν ποιο θεό προσκυνούν. Η λατρεία στην Ιερουσαλήμ δεν είναι παρά σκιά της αληθινής λα­τρείας του Θεού, «σκιά των μελλούμενων αγαθών» (Εβρ. ι’, 1). Τόσο το ψεύτικο, το μη αληθινό, όπως και η σκιά, σύντομα θα εξαφανιστούν και στη θέση τους θα βασιλέψει η αληθινή λατρεία του Θεού.
Ο Ήλιος της καινούργιας μέρας ανέτειλε. Η αυγή της καινούργιας μέρας χαράζει καθαρά και διαλύει το σκοτάδι και τις σκιές. Περνάει πολύς καιρός κι εξα­κολουθεί να είναι χαραυγή. Όταν το φως της και­νούργιας μέρας λάμψει παντού, τότε οι άνθρωποι θα γνωρίσουν το Θεό ως Πατέρα και θα τον προσκυνή­σουν σαν γιοι Του, όχι σαν δούλοι Του. Δε θα τον λατρεύουν με λέξεις και θυσίες νεκρές, αλλ' εν πνεύ­ματι και αληθεία, με ψυχή και σώμα, με πίστη και έργα, με σοφία κι αγάπη. Ο άνθρωπος στην πληρό­τητά του θα λατρεύσει το Θεό στη δική Του πληρό­τητα. Ο άνθρωπος που συνίσταται από ψυχή και σώμα, θα τα καθαγιάσει και τα δύο στο Θεό, και θα τον προσκυνήσει με τα δύο. Οι προσκυνητές θα υποκλιθούν όχι σε κάποιο πλάσμα, μα στον ίδιο το Δη­μιουργό, όχι σε κακούς δαίμονες που εμφανίζονται σαν θεοί, αλλά στον Ένα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα του φωτός και της αλήθειας. Τέτοιοι είναι οι προσκυνη τές που αναζητούν τον Ουράνιο Πατέρα. Πνεύμα ο Θεός. Ο Θεός είναι Πνεύμα, δεν είναι ούτε σάρκα ούτε άγαλμα ούτε νεκρός λόγος ή ένας τόπος. Γι' αυτό και όσοι τον προσκυνούν, πρέπει να το κάνουν εν πνεύματι και αληθεία. Ο άνθρωπος επικοινωνεί με το θνητό κόσμο γύρω του, γι' αυτό και με τους θνητούς συμπεριφέρεται κι αυτός ως θνητός. Όταν όμως επικοινωνεί με τον αθάνατο Θεό, πρέπει να τον προσεγγίσει με ό,τι είναι αθάνατο. Όπως λέει ο από­στολος, «ου γαρ ζητώ τα υμών, αλλά υμάς» (Β' Κορ. ιβ’, 14).
Ο παλιός κόσμος υπηρετούσε το Θεό με νομικές φόρ­μες. Πρόσφερε θυσία στο Θεό τράγους και κριάρια, σε­βόταν το Σάββατο κι εκτελούσε τους απαραίτητους κα­θαρισμούς, είχε λησμονήσει όμως το έλεος και την αγά­πη. Διάβαζε τα λόγια, «θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 17), μα δεν τα καταλάβαινε και γι' αυτό δεν τα τηρούσε. Από τώρα και στο εξής όμως θα λατρεύει το Θεό εν πνεύματι και αληθεία. Γι’ αυτό το λόγο ήρθε ο Κύριος στη γη, για να δώσει το παράδειγμα τέτοιας λατρείας και προσκύνη­σης. Η δυσωδία των τράγων και των κριαριών που προ­σφέρονταν θυσία από ανθρώπους με πέτρινες καρδιές και σκοτισμένες ψυχές, ήταν προσβλητική για το Θεό. Παλιότερα ίσως να μην ήταν δυσωδία αλλά  ευωδία. Τότε όμως οι θυσίες προσφέρονταν από τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ και το Μωυσή. Η ευωδία αυτή δεν προερχόταν από το αίμα και τις σάρκες των ζώων, αλλ' από τις ευλαβικές ψυχές και τις φιλόθεες καρδιές των πιστών δούλων Του.
Αργότερα που οι ψυχές εκείνων που έκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οι καρδιές τους πέτρωσαν, καμιά θυ­σία δεν μπορούσε να προσφέρει ευωδία στο Θεό. Ο Θε­ός δε ζητά τη μυρουδιά που βγαίνει από τις σάρκες και το αίμα, αλλ' εκείνο που βγαίνει από τις καρδιές και τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι όλες οι μυρουδιές που έβγαι­ναν από τα θυσιαστήρια, για τον Κύριο ήταν δυσωδία. Κι αυτό ίσχυε για όλα τα θυσιαστήρια, είτε της Ιερου­σαλήμ είτε της Σαμάρειας. Πάνω σ' όλη την κόπρο του κόσμου, απ' όπου αναδυόταν η μυρουδιά κι ο θάνατος, ήρθε ο Κύριος να σπείρει τα άνθη του πνεύματος και της αλήθειας, που θα κατέστρεφαν το θάνατο και θ' αφάνιζαν τη δυσωδία. Έτσι ο νέος κόσμος παρουσιάζεται στο Θεό ως νύμφη, αγνή και καταστόλιστη.
«Λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λε­γόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. λέγει αυτή ο Ιησούς· εγώ ειμι ο λαλών σοι. Και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μεν τοι είπε, τί ζητείς ή τί λαλείς μετ' αυτής; αφήκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυ­νή και απήλθεν εις την πόλιν» (Ιωάν. δ’, 25-28). Τί πα­ράξενο σκηνικό! Τί περίεργη αλληλουχία σκηνών και γεγονότων! Ο Κύριος στέκεται στο κέντρο μόνος Του, ακίνητος, όπως η αιωνιότητα. Η γυναίκα προκλήθηκε από τα πνευματικά λόγια του Κυρίου Ιησού και ξαφνικά θυμήθηκε τον αναμενόμενο Μεσσία, που τον περί­μεναν κι οι Σαμαρείτες όπως ακριβώς οι Ιουδαίοι. Όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα, είπε η γυ­ναίκα. Για εκείνην, όπως και για όλους τους άλλους, η ιδέα του Μεσσία ήταν κάτι μακρινό, κάτι που βρισκό­ταν πιο μακριά κι από τη γραμμή του ορίζοντα. Κι ένιω­σε μεγάλη έκπληξη όταν ο Κύριος της αποκάλυψε πως Εκείνος ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας. Εγώ ειμί ο λαλών σοι. Η γυναίκα έμεινε άφωνη από θαυμασμό, δεν του απάντησε. Κι εκείνη την ώρα έφτασαν οι από­στολοι από την πόλη και θαύμασαν που είδαν τον Κύ­ριο να μιλάει με μια γυναίκα και μάλιστα άπιστη, Σαμαρείτιδα. Κι έμειναν άφωνοι κι εκείνοι.
Η γυναίκα δεν ήξερε τι άλλο να ρωτήσει ή να πει. Πα­ράτησε τη στάμνα της εκεί κι έτρεξε στην πόλη. Ήθε­λε το συντομότερο ν' αναγγείλει αυτό που ανακάλυψε. Αυτή ήταν μια πολύ εκφραστική σκηνή, πιο εύγλωττη απ' όλα τα λόγια του κόσμου. Η γυναίκα έτρεξε, έφτα­σε στην πόλη και μίλησε σε όλους για τον παράξενο άνθρωπο που γνώρισε στο πηγάδι. «Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός;». Δεν τολμάει να πει πως «Αυτός είναι ο Χρι­στός», μ' όλο που είχε αποκτήσει εμπειρία της σπάνιας πνευματικής σοφίας Του. Έτσι, σα να διστάζει γι' αυτό που θέλει να πει, ρωτάει: Μήτι ούτος εστίν ο Χριστός; Είναι σα να ήθελε να πει: Είμαι μια ξένη γυναίκα και δεν μπορώ να είμαι σίγουρη γι' αυτό· εσείς είστε άντρες κι οπωσδήποτε πιο προσεχτικοί και πιο λογικοί από μέ­να. Γι' αυτό «έρχου και ίδε». Έτσι η γυναίκα, τόσο με την επιτηδειότητά της όσο και με τη μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε να τραβήξει την προσοχή όλων των κατοί­κων της Συχάρ, που «εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν».
Μόλις έφυγε η γυναίκα ξεκίνησε μια συζήτηση ανά­μεσα στο Διδάσκαλο και τους μαθητές Του. «Ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε». Είχαν αγο­ράσει τρόφιμα στην πόλη και του έφεραν να φάει. Κι ο δάσκαλός τους σίγουρα πεινούσε. Αντί να φάει όμως, συ­νέχισε τη θεϊκή αποστολή Του, για την όποια ήρθε στον κόσμο. Δεν έδωσε προσοχή στη σωματική πείνα. Ήταν πολύ σπουδαία στιγμή και δεν ήθελε να περάσει ανεκμετάλλευτη. Δε θ' αντάλλαζε με τίποτα την ανάγκη της ψυχής για λίγο φαγητό. Έτσι απάντησε στους μαθητές Του:
«Εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους· μή τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν;» (Ιωάν. δ’, 32-33). Ο Κύριος τους μιλούσε για πνευματική τροφή κι οι μαθητές Του για σωματι­κή. Η ίδια περίπου σκηνή είχε γίνει και νωρίτερα, όταν ο Κύριος μιλούσε στη γυναίκα για πνευματικό νερό και κείνη έλεγε για το νερό του πηγαδιού. Τώρα Εκείνος μιλούσε για πνευματική τροφή κι οι μαθητές Του σκέ­φτονταν τη σωματική.
«Λέγει αυτοίς ο Ιησούς· εμόν βρώμά εστίν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον» (Ιωάν. δ’, 34). Το θέλημα του Πατέρα είναι και του Υιού θέλημα, αφού ο Πατέρας κι ο Υιός μοιράζονται την ίδια ύπαρξη. Πώς λοιπόν τώρα ο Κύριος τους έλεγε για το θέλημα του Πατέρα κι όχι για το δικό Του; Γιατί μιλούσε για το έργο του Πατέρα κι όχι για το δι­κό Του; Δεν είναι το ίδιο πράγμα το θέλημα του Πατέ­ρα και το δικό Του; Δεν έχουν το ίδιο θέλημα; Δεν έχουν το ίδιο έργο; Ναι, το ίδιο έχουν. Κατονομάζει όμως το θέλημα από το οποίο καθοδηγείται: του Πατέρα Του· το έργο που έχει να εκτελέσει: του Πατέρα Του. Κι αυτά για χάρη μας. Για να διδάξει σ' έμας τους ανυπάκουους και υπερήφανους την υπακοή και την ταπείνωση.

Προσέξτε όμως πόσο ευχάριστο είναι στον Κύριο το θέλημα του Πατέρα Του! Δεν το βλέπει σαν καθήκον, αλλά σαν τροφή! Εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με, του Πατέρα μου. Τι θεϊκό παρά­δειγμα, τι ευγενικός έλεγχος σε όλους εμάς, που όλη μέρα μιλάμε για το καθήκον μας, λες και πρόκειται για βάρος. Αν πράγματι κοιτάξουμε τον Κύριο και την τή­ρηση του θελήματός Του από τη μια μεριά και το βαρύ καθήκον Του προς τους ανθρώπους από την άλλη, πρέ­πει να παραδεχτούμε λογικά πως κανένας στον κόσμο δεν μπορεί να κάνει το θέλημα του Θεού, αν δεν το δέ­χεται τόσο ευχάριστα, όπως την καθημερινή τροφή Του. Αυτό είναι που λέει ο Κύριος: πως κάνει το θέλημα του Πατέρα Του, όχι το δικό Του, όπως λέει και σ' ένα άλλο σημείο: «καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με» (Ιωάν. στ’, 38). Αυτό δε σημαίνει πως ο Υιός είναι κα­τώτερος από τον Πατέρα. Δείχνει απλά τη μεγάλη αγά­πη που τρέφει ο Υιός προς τον Πατέρα Του.

Ο ίδιος ευαγγελιστής αναφέρει επίσης πως ο Πατέ­ρας ακούει πάντα τον Υιό. «Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις» (Ιωάν. ια’, 42). Η τέλεια υπακοή του Πα­τέρα ανταποκρίνεται έτσι στην τέλεια υπακοή του Υιού, και η τέλεια υπακοή του Αγίου Πνεύματος ανταποκρί­νεται στην τέλεια υπακοή του Πατέρα και του Υιού. Κι η τέλεια υπακοή κυριαρχεί σε ενότητα με την τέλεια αγάπη. Γι' αυτό και η αληθινή τροφή του Υιού είναι να κάνει το θέλημα του Πατέρα. Αληθινή τροφή του Πα­τέρα είναι να κάνει το θέλημα του Υιού. Κι αληθινή τρο­φή του Αγίου Πνεύματος είναι να κάνει το θέλημα του Πατέρα και του Υιού.
«Ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θε­ρισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλ­μούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισι προς θερισμόν ήδη» (Ιωάν. δ’, 35). Λίγο νωρίτερα ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές Του για πνευματική τροφή, τώ­ρα τους λέει για πνευματικό θερισμό. Ο πνευματικός θερισμός είναι κοντά, φαίνεται, όπως φαίνεται και ο επί­γειος θερισμός. Όταν τα στάχυα γίνονται κίτρινα ή λευκά, όλοι ξέρουν πως ο θερισμός πλησιάζει. Όταν πλή­θη ανθρώπων έρχονται κοντά στο Χριστό, είναι φανε­ρό πως ο πνευματικός καρπός έχει ωριμάσει.

Όταν οι Σαμαρείτες άκουσαν για το Χριστό από τη Σαμαρείτιδα, δεν είπαν πως η γυναίκα αυτή τρελλάθηκε, αλλά παράτησαν τη δουλειά τους κι έτρεξαν όλοι μαζί να τον δουν. Επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε, δείτε τα πλήθη των ανθρώπων που τρέχουν κοντά μας! Αυτός είναι ο αγρός του Θεού. Αυτή είναι η ώριμη σοδειά που περιμένει τους θεριστές. Έτσι είναι. «Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» (Λουκ. ι’, 2). Εσείς είστε οι θεριστές του αγρού του Θεού. Για­τί μου προσφέρετε υλική, πρόσκαιρη τροφή, όταν υπάρ­χει μπροστά μας τόσο πλούσιος κι υπέροχος θερισμός; Όταν ο νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δεν ξεχνάει να φάει από τη χαρά του; Κι όταν βρε­θεί μπροστά σε τέτοια θαυμάσια θέα, δεν τρέχει αμέ­σως να θερίσει τη σοδειά του και να την μαζέψει στις αποθήκες όσο γίνεται πιο γρήγορα, προτού την καταστρέψει η καταιγίδα; Γι' αυτό μη φροντίζετε υπερβολικά για την τροφή σας ή για τον εαυτό σας ή για Μένα. Τρέξτε γρήγορα στο θερισμό για να μη χάσετε το μισθό σας.
«Και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. εν γαρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. εγώ απέ­στειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτού εισεληλύθατε» (Ιωάν. δ’, 36-38).

Στον απέραντο αγρό του Θεού, πολλές φορές δεν προλαβαίνουν οι ίδιοι εργάτες και να σπείρουν και να θερίσουν, επειδή οι μέρες του ανθρώπου είναι μετρημέ­νες. Μερικοί άνθρωποι σπέρνουν και πεθαίνουν προτού προλάβουν να δουν τον καρπό του κόπου τους. Μετά γεννιούνται άλλοι, όταν ο καρπός που έσπειραν μεγά­λωσε, ωρίμασε κι έγινε κίτρινος για θερισμό. Κι έτσι αυτοί γίνονται θεριστές και μαζεύουν τον ώριμο καρπό που δεν έσπειραν.
Ο αγρός του Θεού στη γη έχει σπαρεί από την αρχή με ζωή. Σποριάδες ήταν οι προπάτορές μας, οι άνθρω­ποι του Θεού, προφήτες και δίκαιοι, κυρίως οι προφήτες. Εκείνοι έσπειραν, μα δεν είδαν τον καρπό ν' αυξάνει και να ωριμάζει. Έζησαν όλοι με πίστη και πέθαναν με πίστη, χωρίς να δουν τους καρπούς της επαγγελίας. Τους είδαν μόνο από μακριά, με την πνευματική τους όραση (βλ. Εβρ. ια’,13).

Ο Κύριος Ιησούς είπε κάποτε στους μαθητές Του: «Πολλοί προφήται και δίκαιοι επεθύμησαν ιδείν α βλέ­πετε, και ουκ είδον» (Ματθ. ιγ’, 17). Οι σποριάδες δε βλέπουν εκείνα που βλέπουν οι θεριστές: τον καρπό και το θερισμό. Κι οι δυό τους όμως θα λάβουν μισθό για τον κόπο τους, γιατί κι οι δυό τους είναι εργάτες στον αγρό του Θεού, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων.

Ο Κύριος επαινεί τους κόπους και τους αγώνες των προφητών και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης, ταυ­τόχρονα όμως ενθαρρύνει τους αποστόλους στον αγώνα του θερισμού τους. Είναι σα νά 'θελε να πει: Αυτοί έκα­ναν μεγαλύτερους αγώνες από σας, γιατί είναι πιο δύ­σκολο και πιο κουραστικό να σπέρνεις, χωρίς να βλέπεις τον καρπό στον αγρό σου, παρά να θερίζεις τον ώριμο καρπό. Εσείς μπήκατε στο δικό τους κόπο. Εκείνοι αγω­νίστηκαν και πέθαναν σαν μισθωτοί και δούλοι, χωρίς να δουν στο μεταξύ τον Κύριο του αγρού. Εσείς έχετε τον Κύριο ανάμεσά σας, εργάζεστε σαν γιοί, όχι σαν μισθω­τοί ή δούλοι. Στην ουσία ο ίδιος ο Κύριος εργάζεται, εσείς είστε οι συν-εργάτες Του. Γι' αυτό ευφρανθείτε και σπεύσετε με χαρά να θερίσετε τον ώριμο καρπό.
«Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα» (Ιωάν. δ’, 39). Δέστε πόσο ώριμος είναι ο καρπός! Δέστε πόσο πλούσιος είναι ο θερισμός! Η διψασμένη γη ρούφηξε γρήγορα το νερό. Πολλοί Σαμαρείτες πίστεψαν στο Χριστό ακόμα και προτού τον δουν, μόνο με τα λόγια που άκουσαν από τη γυναίκα. Η Σαμαρείτιδα δεν ήταν απόστολος, ούτε κι έκανε κάποιο θαύμα. Αντίθετα μά­λιστα, ήταν μια γυναίκα αμαρτωλή. Κι έτσι όμως τα λόγια της είχαν πλούσιο θερισμό ανάμεσα σ' αυτούς τους ειδωλολάτρες. Τί ντροπή, τί αμηχανία για τους Ιουδαί­ους, τον Εκλεκτό Λαό! Εκείνοι άκουσαν από το στό­μα Του όλα τα δυνατά λόγια, μα παράμειναν κουφοί και τυφλοί, αμετανόητοι και σκληρόκαρδοι! Η Σαμαρείτιδα δεν κράτησε για τον εαυτό της τα καλά λόγια που άκουσε από τον Κύριο. Έτρεξε αμέσως να τα μεταδώ­σει και στους άλλους, γι' αυτό και της αξίζει κάθε έπαι­νος. Είναι σαν τη γυναίκα που βρήκε τη χαμένη δραχμή κι αμέσως φώναξε τις γειτόνισσές της λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι, ότι εύρον την δραχμήν ην απώλεσα» (Λουκ. ιε’, 9).

«Ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ' αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον αυτού» (Ιωάν. δ’, 40-41). Οι Ναζαρηνοί ζητούσαν να τον γκρεμίσουν από το χείλος του όρους (βλ. Λουκ. δ’, 29), δια τον λόγον αυτού. Οι Γαδαρηνοί του ζήτησαν να τους αφήσει και να φύγει μακριά (Λουκ. η’, 37). Αυτοί εδώ οι Σαμαρείτες όμως του ζήτησαν να μείνει μαζί τους, ηρώτων αυτόν μείναι παρ αυτοίς. Ο Κύριος ανταποκρί­θηκε στο αίτημά τους κι έμεινε μαζί τους δυο μέρες. Κι ο θερισμός ήταν πραγματικά μεγάλος, πλούσιος, τόσο για εκείνους που τον πίστεψαν από τα λόγια που άκου­σαν από τη γυναίκα, όσο και για εκείνους που πίστεψαν άμεσα στα δικά Του λόγια.\
Στη συνέχεια έλεγαν στη γυναίκα: «ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός» (Ιωάν. δ’, 42). Δε μας είναι γνωστά όσα είπε ο Κύριος τις δυο αυτές μέρες στους πνευματικά πεινασμένους και διψασμένους ανθρώπους. Δε γράφτηκε τίποτα γι' αυτά. Δεν υπάρχει αμφιβολία όμως πως τα λόγια Του είναι ύδωρ ζων, που όταν το πίνει ο άνθρωπος δεν ξαναδιψάει ποτέ πια. Αυτό φαίνεται πρώτο από το μεγάλο πλήθος εκείνων που πίστεψαν στον Κύριο και δεύτερο από την ορθή ομολογία της πίστης τους: ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός.

Ανάμεσα στους πολλούς θεούς που πίστευαν οι Σα­μαρείτες, μέσα τους διατηρούσαν και κάποια πίστη στο Θεό του Ισραήλ. Και κρατούσαν την πίστη αυτή όχι επειδή γνώριζαν το Θεό αυτό, αλλ' από σεβασμό στον Ισραήλ (Ιακώβ), που κάποτε είχε ζήσει ανάμεσά τους. Γι' αυτό κι η Σαμαρείτιδα μίλησε για τον «πατέρα μας Ιακώβ» (Ιωάν, δ’, 13). Οι Σαμαρείτες σίγουρα θα είχαν ακούσει την προφητεία για το άστρο που θ' ανατείλει από τον Ιακώβ («ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ», Αριθ­μοί, κδ’, 17). Όταν ο βασιλιάς των Μωαβιτών Μπαλάκ ξεκίνησε πόλεμο εναντίον των Ισραηλιτών, κάλε­σε τον προφήτη Βαλαάμ ν' ανακοινώσει νίκη εναντίον του Ισραήλ, για να ενθαρρύνει το στρατό του. Ο Μπαλάκ υποσχέθηκε στο Βαλαάμ να του δώσει μεγάλα δώρα για τις υπηρεσίες του κι ο Βαλαάμ πήγε στο στρατόπε­δο του βασιλιά. Όταν όμως προσπάθησε να κάνει τα μαγικά του και να προφητεύσει αυτά που ήθελε ο Μπαλάκ, ξαφνικά τον επισκέφτηκε το Πνεύμα του Θεού κι άρχισε να προφητεύει όχι αυτά που ήθελε ο Μπαλάκ, αλλ' εκείνα που ήθελε ο Θεός. «Ως καλοί οι οίκοί σου Ιακώβ, αι σκηναί σου Ισραήλ». Όταν ο Μπαλάκ άκου­σε τα λόγια αυτά επιτίμησε τον Βαλαάμ, εκείνος όμως δεν πτοήθηκε και συνέχισε: «Φησί Βαλαάμ, υιός Βεώρ, φησίν ο άνθρωπος ο αληθινώς ορών, φησίν ακούων λό­για ισχυρού, όστις όρασιν Θεού είδεν εν ύπνω, αποκεκαλυμμένοι οι οφθαλμοί αυτού... ανατελεί άστρον εξ Ιακώβ, αναστήσεται άνθρωπος εξ Ισραήλ» (Αριθ. κδ’). Και να που εμφανίστηκε Εκείνος που προείδε ο Βαλαάμ από παλιά. Το άστρο έλαμψε από τη φυλή του Ιακώβ κι ήταν λαμπρότερο από τον ήλιο, πιο όμορφο από το καλλίτερο όνειρο. Κι οι Σαμαρείτες το είδαν και χάρηκαν. Το είδαν και πίστεψαν. Ήπιαν μέχρι κορεσμού το ύδωρ το ζων κι έζησαν στον αιώνα.
Ο Σωτήρας μας Χριστός δεν έδωσε το ζων ύδωρ μό­νο στους Σαμαρείτες και τους Ιουδαίους. Το έδωσε κι εξακολουθεί να το δίνει μέχρι σήμερα σε κάθε άνθρωπο που έχει επίγνωση της πνευματικής του δίψας στην έρη­μο αυτής της ζωής. Κάποτε ο Κύριος στάθηκε στην Ιε­ρουσαλήμ «και έκραξε λέγων· εάν τις διψά, ερχέσθω πρός με και πινέτω» (Ιωάν. ζ’, 37). Πρόσεξε πως το αναφέρει ο ευαγγελιστής: έκραξε. Ο Καλός Ποιμήν δεν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει το ποίμνιό Του, το καλεί στο νερό. Από την αγάπη Του για το ανθρώπινο γένος ο Χριστός στέκεται στη μέση της ερήμου αυτού του κόσμου και κράζει σ' όλους τους ταξιδιώτες που είναι εξα­ντλημένοι από τη δίψα. Ευλογημένοι είναι όσοι ακούνε τη φωνή Του και τον πλησιάζουν με πίστη. Ο Χριστός δε θα τους ρωτήσει ούτε ποια γλώσσα μιλάνε ούτε σε ποιο έθνος ανήκουν. Ούτε την ηλικία τους θέλει να μά­θει ούτε αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί. Θα δώσει σε όλους ύδωρ ζων για να τους ενισχύσει και να τους αναζωογο­νήσει, να τους ανανεώσει και να τους αναγεννήσει, να τους υιοθετήσει, να τους βγάλει από το πύρινο καμίνι αυτού του κόσμου και να τους οδηγήσει στη γη της επαγ­γελίας.
Πόσο υπέροχο είσαι, ύδωρ ζων! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ανανεωτική πηγή, πόσο πλούσιος και ζωοποιός είσαι! Πνεύμα Αγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στον Κύριο Ιησού όλους εκείνους που οι ψυχές τους διψούν για την αιώνια ζωή και κραυγάζουν: «Η ψυχή μου διψά για το Θεό, για το Ζώντα Θεό!»
Δόξα και ύμνος σε Σένα, Κύριε Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαί­ρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΟΜΙΛΙΕΣ Γ’: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ – Από την Κυριακή του Πάσχα ως την Πεντηκοστή» Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Μετάφραση – Επιμέλεια ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ – 2011)