Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

ΤΑΙΣ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙΣ ΓΥΝΑΙΞΙ

ΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΕΣ ΗΤΑΝ ΑΙ ΜΥΡΟΦΟΡΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ;


(ΑΓΙΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ - ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΤΗΣ)







Πρώτη δημοσίευσις 4/05/2014 





«...Πρῶτον λοιπόν ζήτημα ἔχομεν πόσες ἦταν οἱ Μυροφόρες γυναῖκες οἱ ὁποῖες ἐπῆγαν εἰς τόν Τάφον τοῦ Χριστοῦ μέ τά μύρα; Καί λέγομεν εἰς αὐτό ὅτι πολλές καί διάφοροι εἶναι αἱ Μυροφόρες πλήν οἱ κυριώτερες  Μυροφόρες γυναῖκες ἦταν ἑπτά. Αὐτές δέ ἦταν οἱ ἑξῆς:


Πρώτη εἶναι Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀπό τήν ὁποία ὁ Χριστός ἔβγαλε ἑπτά δαιμόνια καί διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν ἀκολουθοῦσε καί ἀγαποῦσε τόν Χριστόν. Μαγδαληνή δέ ὀνομάζετο ἡ Μαρία διότι ἐκατάγετο ἀπό τά Μάγδαλα. Μετά δέ τήν Ἀνάληψιν τοῦ Χριστοῦ ἐπῆγεν εἰς τήν Ρώμην, πρός τόν Αὐτοκράτορα Τιβέριον, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό τόν ἕνα ὀφθαλμόν καί τόν ἐθεράπευσε. Διά τήν εὐεργεσίαν αὐτήν τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς ὁ Τιβέριος ἔφερε εἰς τήν Ρώμη τούς Ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων καί τόν Πόντιον Πιλᾶτον καί ἀφοῦ τούς ἐδίκασε, τούς κατεδίκασε εἰς θάνατον, ἐπειδή ἐσταύρωσαν ἕναν ἀθῶον, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Τέλος ἡ Μαρία ἀπέθανεν εἰς τήν Ἔφεσον ὅπου καί τήν ἔθαψεν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀργότερον ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Σοφός ἔφερε τό ἅγιον λείψανόν της εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν.

Δεύτερη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σαλώμη, περί τῆς ὁποίας λέγουσι κάποιοι ὅτι ἦτο ἡ νόμιμη γυναῖκα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος. Ἄλλοι δέ λέγουν ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἰωσήφ τοῦ Μνήστορος, τό ὁποῖον εἶναι ἀληθέστερον, διότι ὁ Ἰωσήφ ὁ Μνήστωρ εἶχε ἑπτά παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια, τόν Ἰάκωβον (ὁ ὁποῖος ὀνομάζετο μικρός) τόν Ἰωσῆν, τόν Σίμωνα καί τόν Ἰούδα, ὄχι τόν προδότην, ἀλλά τόν λεγόμενον Ἀδελφόθεον. Εἶχε δέ καί τρεῖς θυγατέρες, τήν Ἐσθήρ, τήν Θάμαρ καί τήν Σαλώμην τήν γυναῖκα τοῦ μικροῦ Ζεβεδαίου. Ὤστε ὅταν ἀκούεις αὐτό πού λέγεται στό Εὐαγγέλιο «Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ  μικροῦ καί Ἰωσῆ μήτηρ» (Μάρκ. ιε΄, 40) τήν Παναγία Θεοτόκον νόμιζε ὅτι λέγει, διότι ὡς μήτηρ τῶν τέκνων τοῦ Ἰωσήφ ἐφαίνετο ἡ Παναγία. Ἐκ τούτου δέ προκύπτει ὅτι ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί ὁ Χριστός ἦταν ἀνεψιός καί θεῖος. Ὁ μέν Χριστός θεῖος, ὁ δέ Ἰωάννης ἀνεψιός.

Τρίτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Ἰωάννα, ἡ ὁποῖα ἦταν γυναίκα τοῦ Χουζᾶ, ὁ δέ Χουζᾶς αὐτός ἦτο ἐπίτροπος καί οἰκονόμος εἰς τόν οἶκον τοῦ βασιλέως Ἠρώδου.

Τέταρτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί προτύτερα εἰς τόν οἶκον της ἤλειψε τό Χριστόν μέ τό Μύρον, ὅταν ἀνέστησε τόν ἀδελφόν της τόν Λάζαρον, καθώς τό ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγων: «Ἡ οὖν Μαρία λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς» ( Ἰω. ιβ΄, 3).

Πέμπτη Μυροφόρα εἶναι ἡ Μάρθα ἡ ἀδελφή τῆς Μαρίας καί τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποῖα καί πολλήν προθυμίαν ἔδειξε πρός τόν Χριστόν ἀπό τήν ἀρχήν, διότι αὐτή τόν ὑπηρέτει εἰς ὅλα τά σωματικά.

Ἕκτη Μυροφόρος εἶναι ἡ Μαρία ἡ γυναίκα τοῦ Κλωπᾶ. Κλωπᾶν δέ κάποιοι τόν Κλεόπαν ὀνομάζουσιν. Αὐτή τήν Μαρία ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἀδελφήν τῆς Θεοτόκου τήν ὀνομάζει, λέγων εἰς τήν Σταύρωσιν αὐτό: «Εἰστήκεσαν δέ παρά τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ» (Ἰω. ιθ΄, 25).  Πῶς δέ ἦταν ἀδελφή τῆς Παναγίας ἀκούσατε. Ὁ Ἰωακείμ ὁ πατήρ τῆς Παναγίας, εἶχεν ἀδελφό, ὅστις ἀπέθανε χωρίς νά ἀποκτήσει τέκνον, κατά δέ τόν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἐπῆρε τήν νύμφην του διά γυναῖκα καί ἔκαμε ἀπό ἐκείνην αὐτήν τήν Μαρίαν. Ἀπό δέ τήν  Ἄννα ἔκαμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον. Ὥστε λοιπόν ἀδελφή τῆς Παναγίας μας ἦταν ἀπό τόν πατέρα μόνον.

Ἑβδόμη Μυροφόρος εἶναι ἡ Σωσσάνα.
Ἦσαν δέ καί ἄλλες πολλές ὡς τό λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς  «αἵτινες ἦσαν διακονοῦσαι αὐτῶ» (Λουκ. η΄, 3 και Ματθ. κζ΄, 55) δηλαδή τόν Χριστόν, ἀλλά οἱ Εὐαγγελιστές δέν ἔγραψαν τά ὀνόματα ὅλων διότι δέν ὑπῆρχε λόγος.

Ἐδιαλύσαμεν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τό πρῶτον ζήτημα. Ἄς ἔλθωμεν τώρα καί είς τό δεύτερον»...





(Δαμασκηνοῦ Στουδίτου - Μητροπολίτου Ἄρτης)

(Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΤΟΜΟΣ ΙΔ΄, σελ. 38.
Ὅρα καί «Θησαυρός Δαμασκηνοῦ» 




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ






Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα Του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους Πάθους καί φρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μύρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου.
Ὅταν δηλαδή ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος ζήτησαν κι’ ἔλαβαν ἀπό τό Πιλάτο τό Δεσποτικό Σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό τοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο κι’ ἔβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας -κατά τόν Εὐαγγελιστή Μάρκο- ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού καθόταν ἀπέναντι τοῦ Τάφου. Ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα. Δέν παρευρισκόταν ὅμως μόνον αὐτές, ἀλλά καί πολλές ἄλλες γυναῖκες ὅπως ἀναφέρουν οι Εὐαγγελιστές Λουκας καί Ματθαῖος. (Λουκ. η΄, 3 - Ματθ. κζ΄, 55)

Ἐπειδή λοιπόν αὐτές οἱ γυναῖκες ἐκήρυξαν μετά σθένους τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστού καί συνέβαλον κατά πολύ εἰς τήν ἀψευδῆ διακήρυξη τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Μυστηρίου τή Πίστεώς μας, ἐτάχθη παρά τῶν Ἁγίων καί θεοφόρων Πατέρων, ὅπως μετά τήν Κυριακή του Θωμά, νά ἑορτάζουμε τῶν Ἁγίων αὐτῶν γυναικῶν τήν μνήμη, διότι ΠΡΩΤΕΣ αὐτές εἶδον τόν Χριστόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν καί πρός πάντας ἐκήρυξαν τό σωτήριο κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλά καί τήν κατά Χριστόν πολιτείαν μετῆλθον ἀρίστως.





 



Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.
Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος, ὅτε δέ καί τούς τεθνεώτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον. Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεός ἡμῶν δόξα σοι.

Δόξα.
Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ, ἀπό τοῦ ξύλου καθελών, τό ἄχραντόν σου σῶμα, σινδόνι καθαρά εἰλήσας καί ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ, κηδεύσας ἀπέθετο, ἀλλά τριήμερος ἀνέστης Κύριε, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Καί νῦν.
Ταῖς Μυροφόροις Γυναιξί, παρά τό μνῆμα ἐπιστάς, ὁ Ἄγγελος ἐβόα. Τά μύρα τοῖς θνητοῖς ὑπάρχει ἁρμόδια, Χριστός δέ διαφθορᾶς ἐδείχθης ἀλλότριος, ἀλλά κραυγάσατε. Ἀνέστη ὁ Κύριος, παρέχων τῷ κόσμῳ τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. 
Ἦχος ὁ αὐτός. Αὐτόμελον.
Τό Χαῖρε ταῖς Μυροφόροις φθεγξάμενος, τόν θρῆνον τῆς Προμήτορος Εὔας κατέπαυσας τῇ Ἀναστάσει σου Χριστέ ὁ Θεός, τοῖς Ἀποστόλοις δέ τοῖς σοῖς, κηρύττειν ἐπέταξας. Ὁ Σωτήρ ἐξανέστη τοῦ μνήματος.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Μυροφόρων θεῖος χορός, Ἰωσήφ εὐσχήμων, καί Νικόδημος ὁ σεπτός, οἱ μύροις τό σῶμα ἀλείψαντες Κυρίου, καί τούτου τήν ἁγίαν, ἰδόντες ἔγερσιν.

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Ομολογία Πίστεως

ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017 – ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
(Ιωάν. κ΄ 19-31)  (Πραξ. ιβ’ 1-11)

Ομολογία Πίστεως

“ο Κύριός μου και ο Θεός μου”
Χριστός Ανέστη.   
Κλεισμένοι στο υπερώο των Ιεροσολύμων ήταν οι δέκα μαθητές (απουσίαζε ο Θωμάς).  Και αυτό γιατί τους διακατείχε μεγάλος φόβος μετά από τα όσα έζησαν κατά τη διάρκεια του Πάθους του Διδασκάλου τους. Κυρίως μετά το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως ο κίνδυνος καταδίωξής τους ήταν ιδιαίτερα έντονος. Έτσι εξηγείται γιατί το βράδυ της Αναστάσεως ήταν τρομοκρατημένοι και βρίσκονταν σε αμηχανία για το τί έπρεπε να πράξουν.  Ξαφνικά όμως και χωρίς να ανοίξει η πόρτα του υπερώου εμφανίσθηκε ο Αναστάς Κύριος και είπε: “Ειρήνη υμίν”. Βέβαια δεν εμφανίσθηκε με το φθαρτό ανθρώπινο σώμα, αλλά με το νέο, το αφθαρτοποιημένο.  Η εμφάνιση αυτή συνδέεται πιο πολύ με την ανάγκη να τους ενημερώσει και να τους διαβεβαιώσει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου, στο οποίο είχαν κληθεί να γίνουν συνεργοί, θα συνεχιζόταν. Για να τους στηρίξει στην πίστη και να μην τους αφήσει περιθώρια αμφιβολιών, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά Του για να δουν τα σημάδια των πληγών Του που άφησε στο σώμα Του η Σταύρωση.
Παρών και ο Θωμάς
“Μεθ’ ημέρας οκτώ” στον ίδιο χώρο του υπερώου ο Αναστάς Κύριος πραγματοποιεί νέα εμφάνιση, παρόντος τώρα και του Θωμά.  Όταν είχε έλθει του διηγήθηκαν οι άλλοι μαθητές τα όσα συνέβησαν.  Εκείνος από υπερβολικό ζήλο για να συναντήσει τον Κύριο τους είπε: “Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν Αυτού τον τύπον των ήλων,  και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείραν μου εις την πλευράν Αυτού, ου μή πιστεύσω”. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο μαθητής του Κυρίου δεν έσπευσε να ψηλαφίσει τις πληγές του Διδασκάλου του διότι η “απιστία” του, αν μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι, ήταν καλή σύμφωνα με τα όσα μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Ο εσωτερικός κόσμος του Θωμά δεν διέλαθε της προσοχής του Παντογνώστη Κυρίου.  Φαινόταν καθαρά η καλή προαίρεσή του και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε απέναντι στον Διδάσκαλό του.  Έτσι ο Χριστός αφού του απηύθυνε τον ίδιο χαιρετισμό, είπε αμέσως στον Θωμά: “Φέρε τον δάκτυλό σου εδώ και βάλε το χέρι σου στην πλευράν μου και μήν μένεις άπιστος αλλά γίνε πιστός”.
Ο Κύριος του μίλησε τόσο απλά και ήρεμα που ο Θωμάς συγκλονίστηκε από τα βάθη της ψυχής του.  Δονήθηκαν τόσο όμορφα οι χορδές της καρδιάς του που στην πιο αυθεντική έκφραση μουσικής μελωδίας, απέδωσαν τη σωτήρια ομολογία: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”. 
Η ομολογία αυτή του Θωμά που είναι ομολογία πίστεως στην Θεότητα του Κυρίου μας, μπορεί να αποδίδεται και από τις χορδές της δικής μας καρδιάς και να εκφράζεται σαν πράξη καθημερινής ζωής.  Αυτό σημαίνει ότι η ομολογία του Θωμά μπορεί να αντανακλάται στην καθημερινή μας ζωή ως μια γεννήτρια πίστεως που να μας υποκινεί να επαναλαμβάνουμε κι εμείς με τον δικό μας τρόπο: “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.
Αγαπητοί αδελφοί, η  ομολογία αυτή δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο φραστικά αλλά θα πρέπει να λειτουργεί σαν  οδοδείκτης στην πορεία του κάθε ορθόδοξου Χριστιανού που ακολουθεί για να ενωθεί με το Θεό.  Η αναγνώριση της θεότητας του Αναστημένου Κυρίου πραγματοποιείται ιδιαίτερα μετά από την άξια συμμετοχή μας στο Ευχαριστιακό Δείπνο. το οποίο μας προσφέρει σε κάθε Θεία Λειτουργία ως ευκαιρία για να συνδεθεί το θνητό με το αθάνατο, το φθαρτό με το άφθαρτο. Γι αυτό και μετά τη μετάληψη της Θείας Κοινωνίας διακηρύσσουμε ότι “είδομεν το Φως το αληθινόν” που μπορεί να παραλληλισθεί με το “Ο Κύριός μου και ο Θεός μου”.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
PrintFriendly and PDFhttp://churchofcyprus.org.cy

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ επί τώ Αγίω Πάσχα



ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ          ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
                        ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
επί τώ Αγίω Πάσχα
  ΙA Κ Ω Β ΟΣ
έλέω καί χάρτη Θεού
                        Επίσκοπος καί Μητροπολίτης τής Αγιωτάτης Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Έρεσσού καί Πλωμαρίου


τόν Ιερόν Κλήρον,
τίς Μοναστικές Αδελφότητες
καί τόν εύλογημένον λαόν τής Επαρχίας μας
Ή Πανσθενουργός Χάρις τού Αγίου Τριαδικού Θεού μας Οδήγησε ξανά τά βήματά μας στη μεγάλη Δεσττοτική εορτή τής Αναστάσεως τού Κυρίου μας. Ή Εκκλησία ώς φιλόστρογος μητέρα μας, πού ένδιαφέρεταιγιά τήν πνευματική προκοπή καί πρόοδο των τέκνων της, δηλαδή γιά όλους εμάς, προβάλλει καί πάλι τό κοσμοσωτήριο γεγονός τής " έκ νεκρών έγέρσεως " τού Σωτήρος μας καί μάς καλει να συμμετάσχουμε στην εορτή τού Πάσχα, πού είναι ή ” κλητή" καί ή "άγια ημέρα ", ή "βασιλίς καί κυρία ", ή " εορτών εορτή " και ή " πανήγυρις των πανηγύρεων " ( Ωδή Η').
Τη νίκη τού Χριστού επάνω στό βασίλειο καί τό κράτος τού θανάτου εορτάζουμε μέ τό γεγονός τής Λαμπροφόρου Αναστάσεως Του. Ό διάβολος πού εκπροσωπεί τόν κόσμο τής φθοράς, κατατροπώθηκε μέ τη Σταυρική θυσία τού Κυρίου μας, τήν κάθοδο Του στόν άδη καί τήν ένδοξη Ανάσταση Του. Κανένας άνθρωπος όσο σπουδαίος καί ισχυρός καί άν ήταν, δεν θά μπορούσε νά δώσει ποτέ καί καμμία λύση στό πρόβλημα τού θανάτου, παρά μόνον ό Θεός ! Συντρίβοντας ό Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός μας τόν αρχέκακο όφι- τον πρωταίτιο, έμπνευστή, δημιουργό τού κακού καί τής αμαρτίας καί υποκινητή των παθών - έλυσε το πρόβλημα τού θανάτου, δίνοντας στόν άνθρωπο τή δυνατότητα πλέον νά ζεί από τώρα αιωνίως. Νά προγεύεται στή δίνη τού " παρόντος κόσμου τού άπατεεύνος " τά αγαθά τής Βασιλείας του Θεού. Νά χαίρεται ουσιαστικά, νά ζεΐ ελεύθερος αληθινά, νά πορεύεται, νά δημιουργεί καί νά κινείται όχι με γνώμονα
πλέον τη φιλαυτία του αλλά μέ τό βλέμμα του στραμμένο συνεχώς και την πλήρη εμπιστοσύνη του σ' ένα πρόσωπο : Στην υπόσταση τού Αναστάντος Σωτήρος Χριστού, συνειδητοποιώντας ότι ή " άνάσταση ώς έσχατολογικό γεγονός πού φανερώνεται στήν ιστορία, εισάγει μιά νέα προοπτική πού ύπερβάλλει την ιστορία καί πού οδηγεί τόν άνθρωπο στήν άληθινή ζωή καί τήν πραγματική ελευθερία
Όπως ορθά έχει λεχθεί " ό άνθρωπος ύφίσταται τήν άνάσταση, όπως ύφίσταται καί τή γέννησή του. Όπως δηλαδή δεν εκλέγει κανείς τή γέννησή του άλλά μόνο τόν τρόπο ζωής μετά τή γέννηση του, έτσι δεν εκλέγει καί τήν άνάσταση του αλλα μόνο τόν τρόπο τής αναστημένης ζωής του. Καί ή εκλογή τού τροπου αυτού αποτελεί συνάρτηση τής τοποθετήσεώς του απέναντι στό Χριστό από τήν παρούσα ζωή ’.
Γι' αυτό ή Εκκλησία μας, θέλοντας νά φανερώσει ότι τό ιστορικό γεγονός τής Ανάστασης τού Κυρίου μας μόνο τότε προσεγγίζεται, βιώνεται, οίκοποιεΐται καί συνδέεται μέ τή σωτηρία μας, όταν ή όλη πορεία μας έχει άναστάσιμο τρόπο ζωής καί ήθος, όπως ακριβώς περιγράφεται άπό τόν ιερό ύμνογράφο στούς στίχους πού άκολουθούν : " Ας πλησιάσουμε, κρατούντες στά χέρια μας λαμπάδες ( ώς σύμβολα των αρετών μας ), τόν Χριστόν, ό Όποιος εξέρχεται άπό τόν τάφο ( ωραίος καί λαμπρός) ώς Νυμφίος, καί μαζί μέ τά τάγματα τών ουρανίων Αγγέλων, πού αγαπούν τις εορτές, άς εορτάσουμε τό Πάσχα τού Θεού, τό οποίο έφερε τη σωτηρία μας )
(Ώδή Ε').

Σύμφωνα μέ τή βιβλική καί πατερική μιας παράδοση ό δρόμος γιά τή θέωση καί τή σωτηρία μιας εμποδίζεται άπό τά πάθη, τά οποία είναι άφύσικες καταστάσεις καί δημιουργηθηκαν μετά τήν πτώση τών πρωτοπλάστων καί τήν αποξένωση τους από τό Θείο θέλημα. Όταν τά πάθη γίνουν τρόπος ζωής καί δεύτερη φύση, τότε σίγουρα ό άνθρωπος δεν μπορεί νά δει μέ τά μάτια τής ψυχής του τόν Αναστάντα Ιησού Χριστό, άλλά χρειάζεται νά άνανήψει, νά μισήσει τήν παλαιό του εαυτό, νά έγκαταλείψει τόν κόσμο τών παθών καί τής αμαρτίας, νά άποτινάξει τά έργα τού σκότους καί τής ανομίας, γιά νά μπορέσει νά γίνει αληθινά συμμέτοχος στήν εορτή τής Αναστάσεως. Βαδίζοντας τόν δύσβατο άλλά όχι ακατόρθωτο δρόμο τής τηρήσεως τών Θείων εντολών, δηλαδή τής μετάνοιας πού είναιπάντοτε συνδεόεμένη μέ τήν ιερά εξομολόγηση καί τή Θεία Κοινωνία, τόν Πασχάλιο Αμνό , θα εγκολπώνεται μέρα μέ τή μέρα όλο καί περισσότερο τις αρετές, μέ κορυφαίες τήν αγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον, ποί) θά καταλήγουν στήν "ακρότητα τού ένθεου πάθους, πού είναι ή θέωση '' καί ό αγιασμός του, ώς δώρα Θεού .

Γιατί ό ενάρετος βίος του σέ τελευταία άνάλυοη όσο καί άν νομίζει και όσο και άν φαίνεται σάν προσωπικό του άθλημα , δεν είναι δικό του κατόρθωμα, άν καί προϋποθέτει την δική του συγκατάβαση , άλλά έργο Θεού. Κατά δέ τον άγ. Γρηγόριο τόν Παλαμά, κάθε αρετή "πηγάζει άϊδίως από το Θεό καί παρέχεται άπό Εκείνον κατά χάρη στίς ψυχές των ανθρώπων
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Αντικρίζοντας τή σημερινή κατάσταση δεν είναι καί τόσο δύσκολο νά διαπιστώσουμε ότι παράλληλα μέ τή συνεχιζόμενη οικονομική κρίση διερχόμαστε κυρίως ήμερες πνευματικής αποσύνθεσης. Ή άμετονοησία καί ή άνευθυνότητα βασιλεύουν. Ή παιδεία καί ή οικογένεια παραπαίουν. Ή διαφήμισή ιών σαρκικών αμαρτημάτων καί των παρά φύση καταστάσεων προκαλούν καί σκανδαλίζουν. Ή δέ προβολή ενός σύγχρονου Σοδομισμού - πού επιύητά τόσο πολύ νά επιβληθεί ώς κάτι τό φυσικό - επαληθεύει εκείνο τό οποίο αναφέρει ό Μ. Αντώνιος : " ότι θά βλέπουν αύτοί, πού είναι άφρονες, εκείνους πού σωφρονούν, καί θά τούς θεωρούν σάν παράφρονες, μη μπορώντας νά διακρίνουν ότι στην πραγματικότητα παράφρονες είναι οι ίδιοι Έναντι , λοιπόν , αύτών των θλιβερών δεδομένων , άς ευχηθούμε τό ανέσπερο Φως πού εξήλθε άπό τόν Ζωοδότη Τάφο τού Κυρίου μας νά φωτίζει τήν πορεία όλων μας , ώστε τό παραμορφωμένο απο την άμαρτια ήθος μας νά γίνεται ενάρετο, λαμπρό καί Αναστάσιμο.
Χρίστος Άνέστη !
Διάπυρος πρός τόν Άναστάντα Χριστόν  ευχέτης όλων σας
+ Ο Μυτιλήνης ΙΑΚΩΒΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ


ΠΑΣΧΑ 2017

Φωτογραφία του χρήστη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ.

Φωτογραφία του χρήστη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ.

Φωτογραφία του χρήστη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ.

Φωτογραφία του χρήστη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ.

Φωτογραφία του χρήστη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ.


Φωτογραφία του χρήστη ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ ΛΕΣΒΟΥ.


Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Γλωσσάριο 100 δύσκολων λέξεων της Μεγ. Εβδομάδας

Γλωσσάριο 100 δύσκολων λέξεων της Μεγ.  Εβδομάδας



αἰδεσθεῖσα
    μετοχή Αορίστου του ρ. αἰδοῦμαι = αισχύνομαι, ντρέπομαι (< αἰδώς)
    Ὢ! πῶς ἡ παράνομος συναγωγή, τὸν Βασιλέα τῆς Κτίσεως κατεδίκασε θανάτῳ, μὴ αἰδεσθεῖσα τὰς εὐεργεσίας, ἃς ἀναμιμνήσκων, προησφαλίζετο λέγων πρὸς αὐτούς· (Δοξαστικό Εσπερίων, Μ. Παρασκευή, Εσπερινός)
αἰωνίζω
    = είμαι ή γίνομαι αιώνιος (< αιών)
    Βασιλεύει, ἀλλ' οὐκ αἰωνίζει, ᾍδης τοῦ γένους τῶν βροτῶν· (Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
ἀκουτισθῶμεν
    Υποτακτική (Παθ.) Αορίστου του ρ. ἀκουτίζομαι = ακούω με προσοχή (< ακούω, ακοή)
    Ἀκουτισθῶμεν, πάντες οἱ πιστοί, συγκαλουμένης ὑψηλῷ κηρύγματι, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἄμφω
    (δυϊκός αριθμός) = και τα δύο
    Σήμερον τὴν τῶν χρημάτων ἀγχόνην, Ἰούδας ἑαυτῷ περιτίθησι, καὶ στερεῖται κατ' ἄμφω, ζωῆς προσκαίρου καὶ θείας. (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    τῆς σαρκὸς ἡ ψυχή σου, διῄῥηται σπαράττουσα ἄμφω γὰρ δεσμούς, τοῦ θανάτου καὶ ᾍδου (Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
ἀνάνηψον
    Προστακτική Αορίστου του ρ. ἀνανήφω = ανακτώ τη νηφαλιότητά μου• συνέρχομαι (πβ. νηφάλιος, νῆψις)
    ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς. (Τροπάριο Νυμφίου, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
ἀναρτηθῆναι
    Απαρέμφατο Παθητ. Αορίστου του ρ. ἀναρτῶ (βλ.λ.)
    καταδέχεται, ἀναρτηθῆναι ἐν ξύλῳ, τοῦ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον. (Κάθισμα, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
ἀναρτῶ
    = κρεμώ (προσηλώνω)
    Σήμερον σὲ θεωροῦσα, ἡ ἄμεμπτος Παρθένος ἐν Σταυρῷ, Λόγε ἀναρτώμενον (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἀναφής
    = αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον αγγίξει, ο μη απτός, άυλος· (< ἅπτω, ἁφή)
    Ὁ ἀναφὴς κρατεῖται, δεσμεῖται, ὁ λύων τὸν Ἀδὰμ τῆς κατάρας. (Και νύν Εσπερίων, Μ. Παρασκευή, Εσπερινός)
ἀνάψας
    Μετοχή Αορίστου του ρ. ἀνάπτω = αναρτώ, κρεμώ (μεταγενέστερο το «ανάβω»)
    ἀπογνώσει γὰρ σαυτόν, ἑβρόχισας ἀνάψας προδότα. (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
ἀνεδήσω
    Αόριστος του ρ. ἀναδέομαι = φορώ ως διάδημα, στεφάνι (πβ. διάδημα)
    Πρὸ τοῦ τιμίου σου Σταυροῦ, στρατιωτῶν ἐμπαιζόντων σε Κύριε, αἱ νοεραὶ στρατιαὶ κατεπλήττοντο· ἀνεδήσω γὰρ στέφανον ὕβρεως, ὁ τὴν γῆν ζωγραφήσας τοῖς ἄνθεσι, (Ιδιόμελο Ωρών, Μ. Παρασκευή, Μ. Ώρες)
ἀνέθορε
    Αόριστος β΄του ρ. ἀναθρώσκω = ανυψώνομαι, ανεβαίνω
    ὡς ἐκ θαλάμου, τοῦ θηρὸς ἀνέθορε, προσεφώνει δὲ τῇ κουστωδίᾳ.(Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
ἀνείδεος
    = αυτός που δεν έχει είδος, μορφή (< εἶδος)
    Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὡραΐσας τοῦ παντός. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    [ΣΗΜ. Ησ. 53,2: καὶ εἴδοµεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδέ κάλλος]
ἀνεκφοίτητος
    = αυτός που δεν εξήλθε (από κάπου) (< ἐκφοιτῶ = εξέρχομαι, βλ. κ. φοιτήσαντος)
    Κόλπων πατρικῶν, ἀνεκφοίτητος μείνας οἰκτίρμον, καὶ βροτὸς γενέσθαι εὐδόκησας, καὶ εἰς ᾍδην καταβέβηκας Χριστέ. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
ἀντωσάμενος
    Μετοχή Αορίστου του ρ. ἀντωθοῦμαι = σπρώχνω προς τα πίσω• (κατ’ επέκτ.) απωθώ
    οἰκειότητα Χριστοῦ, Ἰούδας ἀντωσάμενος χρυσοῦ. (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Κατά μία εκτίμηση ο υμνογράφος δεν έχει κατά νού το σπάνιο (ή και αδόκιμο) ρ. ἀντωθοῦμαι «σπρώχνω πίσω», αλλά το ἀπωθοῦμαι τροποποιημένο σε ἀντωθοῦμαι, για να το τονιστεί το (ευτελές) «αντίτιμο» αυτής της απωθήσεως.
ἀπαγορεύω
    = (εδώ) αποκλείω
    Ἀπαγορεύεις, Σίμων Πέτρε, ὅπερ πείσῃ τάχος ὡς εἴρηται· (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἀπαμφίασον
    Προστατική Αορίστου του ρ. ἀπαμφιέννυμι = αφαιρώ το ένδυμα, γδύνω (πβ. ἄμφιο, ἀμφίεση)
    τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Τρίτη, Όρθρος)
ἀπαναινόμενος
    Μετοχή του ρ. ἀπαναίνομαι = αρνούμαι, απορρίπτω (< αἲνομαι «δέχομαι», πβ. αἶνος)
    ἀπαναινόμενος Πέτρος δὲ νίπτεσθαι, αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, (Κάθισμα, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἄπιτε
    Προστακτική (γ’ πληθ.) του ρ. ἄπειμι = πηγαίνω, φεύγω
    Ἄπιτε τοῖς Μαθηταῖς, ὁ Λόγος ἔφη, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἀποῤῥυφθῆναι
    Απαρέμφατο (Παθ.) Αορίστου του ρ. ἀπορρύπτομαι = καθαρίζομαι, πλένομαι (< ῥύπος)
    Ῥύπον τις μὴ ἔχων ἀπορρυφθῆναι οὐ δεῖται πόδας· (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. (σε κάποιες εκδόσεις εσφαλμένως γράφεται ἀπορριφθῆναι)
ἀποσμήχω
    = καθαρίζω (συνήθ. με σφουγγάρι) (< σμήχω, πβ. σμήγμα)
    καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν, τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, (Δοξαστικό Αποστίχων, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
ἄπωθεν
    επίρρημα = μακριά
    Ῥαθυμίαν, ἄπωθεν ἡμῶν, βαλώμεθα, καὶ φαιδραῖς ταῖς λαμπάσι... (Κανόνας, Μ. Τρίτη, Όρθρος)
ἀπωθοῦμαι
    = διώχνω μακριά, απωθώ (βλ. παρακάτω ἀπωσάμενοι, ἀπώσατο, ἀπώσῃ, ἀπώσω)
ἀπωσάμενοι
    Μετοχή Αορίστου του ρ. ἀπωθοῦμαι (βλ.λ.)
    Ῥύπον πάντα ἐμπαθῆ, ἀπωσάμενοι, ἐπάξιον τῆς θείας Βασιλείας, γνώμην ἀναλάβετε ἔμφρονα, (Κανόνας, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
ἀπώσατο
    (Μέσος) Αόριστος (γ΄ενικό) του ρ. ἀπωθοῦμαι (βλ.λ.)
    μὴ συνδειπνήσας ἐκείνοις, σὲ τῆς τραπέζης ἀπώσατο; (Κάθισμα, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἀπώσῃ
    Υποτακτική Αορίστου (β’ ενικό) του ρ. ἀπωθοῦμαι (βλ.λ.)
    Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ Θεέ μου, ἀλλὰ δέξαι με, μετανοοῦσαν, καὶ σῶσον, ὡς μόνος φιλάνθρωπος. (Κάθισμα, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
ἀπώσω
    (Μέσος) Αόριστος (β΄ ενικό) του ρ. ἀπωθοῦμαι (βλ.λ.)
    ἀλλὰ δέξαι με μετανοοῦσαν, ἣν οὐκ ἀπώσω ἁμαρτάνουσαν Κύριε, διὰ τὸ μέγα σου ἔλεος. (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
ἀραβιανός
    = όμοιο με των Αράβων
    Ἀραβιανόν, σκολιώτατον γένος Ἑβραίων, ἔγνως τὴν ἀνέγερσιν τοῦ ναοῦ· διὰ τί κατέκρινας τὸν Χριστόν. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Η λέξη δεν μαρτυρείται παρά μόνο ως κύριο όνομα (Αραβιανός). Φαίνεται να είναι ένας σχηματισμός «επί τούτω», που αποδίδει στο γένος των Εβραίων αρνητικά χαρακτηριστικά συνδέοντάς το με τους Άραβες.
ἀσέληνος
    = αυτός που δεν φωτίζεται (από το φως της σελήνης)• ο σκοτεινός (< σέλας)
    ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. (Δοξαστικό Αποστίχων, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
ἄσχετος
    = που δεν συνέχεται, συγκρατείται από κάπου (< σχεῖν, του ρ. ἔχω)
    Σὲ τὸν ἐπὶ ὑδάτων, κρεμάσαντα πᾶσαν τὴν γῆν ἀσχέτως (Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    Ἡ τὸ ἄσχετον κρατοῦσα, καὶ ὑπερῷον ἐν αἰθέρι ὕδωρ (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
αὐτόφθονος
    = που έχει μέσα του τον φθόνο
    Τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωήν, σὺν τοῖς Γραμματεύσιν, ἀναιρεῖσθαι οἱ Ἱερεῖς, παρέσχον, πληγέντες, αὐτοφθόνῳ κακίᾳ τὸν φύσει Ζωοδότην, ὃν μεγαλύνομεν. (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Τύπος σχηματισμένος μάλλον αναλογικά προς το αὐτόχθων, με τη σημασία «κακία εγχώρια», δηλ. που γεννιέται από τον ίδιο τους τον φθόνο. Δημιουργείται έτσι αντιδιαστολή με το πληγέντες: δηλαδή «πληγώθηκαν από μόνοι τους».
δαιτυμών
    = αυτός που παρακάθεται σε γεύμα, ο ομοτράπεζος· (< αρχ. δαιτύς «γεύμα», πβ. πανδαισία)
    δαιτυμόνα[/u] φαιδρὸν ἀνάδειξον, τῆς Βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος. (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Τρίτη, Όρθρος)
    Οἱ δαιτυμόνες οἱ μακαριστοί, ἐν τῇ Σιὼν τῷ Λόγῳ προσκαρτερήσαντε (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
δεῖται
    τρίτο πρόσωπο του ρ. δέομαι = χρειάζομαι
    Ῥύπον τις μὴ ἔχων ἀπορρυφθῆναι, οὐ δεῖται πόδας· (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
δεξιοῦμαι
    = χαιρετώ (με το δεξί χέρι)• (εδώ) υποδέχομαι, λαμβάνω
    Ἐδεξιοῦτο τὸ λυτήριον, τῆς ἁμαρτίας σῶμα, ὁ ἀσυνείδητος, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
διαδονῶ
    = δονώ, σείω, τραντάζω πέρα ως πέρα
    τὰ θεμέλια τῆς γῆς, διεδονεῖτο φόβῳ τοῦ κράτους σου, (Αντίφωνο, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
διακενῆς
    επίρρημα = μάταια, άσκοπα (< διά κενῆς [ενν. πράξεως])
    Νόμον ἀγνοοῦντες οἱ ἀσεβεῖς, φωνὰς Προφητῶν τε, μελετῶντες διακενῆς, (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
διαπεφώνηκεν
    Παρακείμενος του ρ. διαφωνῶ = (εδώ) αφανίζομαι (βλ. Σχόλιο)
    τῷ φρικτῷ τῆς μορφῆς δέ, διαπεφώνηκεν. (Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Η πηγή της σημασίας «αφανίζομαι» είναι το χωρίο Ιεζ. 37,11: ξηρά γέγονε τὰ ἀστά ἡµῶν, ἀπόλωλεν ἡ ἐλπὶς ἡµῶν, διαπεφωνήκαµεν. (Απόδοση Ι.Κολιτσάρα: ότι τα οστά µας έγιναν κατάξηρα, εχάθη πλέον κάθε ελπίς δι' ηµάς• έχοµεν οριστικώς χαθή).
διήμαρτε
    αόριστος του ρ. διαμαρτάνω = αποτυγχάνω• δεν κατορθώνω να πάρω κάτι (< ἁμαρτία)
    διὸ τῶν ἐν βίῳ οὐ διήμαρτε, πεπραγμένων τῆς ἀπολυτρώσεως (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. «Δεν απέτυχε να λάβει την απολύτρωση των πεπραγμένων».
δρακί
    δοτική του δράξ, δρακός = παλάμη (πβ. άδραξα, δραχμή)
    ὁ τὰ σύμπαντα, ἐν τῇ δρακὶ περιέχων (Κάθισμα, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
δύσαντος
    Μετοχή Αορίστου (γενική) του ρ. δύω (βλ.λ. ἔδυς)
    Ἔφριξεν ἡ γῆ, καὶ ὁ ἥλιος Σῶτερ ἐκρύβη, σοῦ τοῦ ἀνεσπέρου φέγγους Χριστέ, δύσαντος ἐν τάφῳ σωματικῶς. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
δυσείμων
    = κακοντυμένος (δυσ- + -είμων [< εἷμα «ένδυμα»], πβ. λευχείμων)
    τὴν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον, (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Τρίτη, Όρθρος)
δυσώνυμος
    = αυτός που έχει κακό όνομα• μισητός (δυσ- + όνομα, πβ. ανώνυμος)
    Νόμου φιλίας, ὁ δυσώνυμος, Ἰσκαριώτης γνώμῃ ἐπιλαθόμενος (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἔδυς / ἔδυ
    Αόριστος β΄ του ρ. δύω = βυθίζομαι• (κατ’ επέκταση) χάνομαι
    οἴμοι τὸ φῶς τοῦ Κόσμου! τί ἔδυς ἐξ ὀφθαλμῶν μου, ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. (Ιδιόμελο Αποστίχων, Όρθρος, Μ. Παρασκευή)
    Υἱέ μου, ποῦ τὸ κάλλος ἔδυ τῆς μορφῆς σου; (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    Ἔδυς[/u] Φωτουργέ, καὶ συνέδυ σοι τὸ φῶς ἡλίου, τρόμῳ δὲ ἡ Κτίσις συνέχεται, πάντων σε κηρύττουσα Ποιητήν. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    Ὧ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, ποῦ ἔδυ σου τὸ κάλλος; (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
εἰλήσας
    Μετοχή Αορίστου του ρ. εἰλέω = τυλίγω
    σινδόνι καθαρᾷ εἱλήσας καὶ ἀρώμασιν, ἐν μνήματι καινῷ κηδεύσας ἀπέθετο. (Απολυτίκιο, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
εἰλήσω
    Υποτακτική Αορίστου του ρ. εἰλέω (βλ. εἰλήσας) = τυλίγω
    πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἱλήσω; (Δοξαστικό Αποστίχων, Μ. Παρασκευή, Εσπερινός)
εἶξε
    Αόριστος του ρ. εἴκω = υποχωρώ (βλ. κ. ὑπείκω)
    καὶ εἶξε τὸ τραφέν, ἐν ἀπείρῳ ὕλῃ, ἀκάματον πῦρ. (Κανόνας, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
ἔκδοτος
    = παραδομένος• προδομένος (< ἐκδίδωμι)
    Τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωήν, σὺν τοῖς Γραμματεύσιν, ἀναιρεῖσθαι οἱ Ἱερεῖς, παρέσχον (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἐκμάσσω
    = σφουγγίζω, σκουπίζω (πβ. μάκτρον)
    Ἡ Πόρνη ἐν κλαυθμῷ, ἀνεβόα οἰκτίρμον, ἐκμάσσουσα θερμῶς, τοὺς ἀχράντους σου πόδας, (Κάθισμα, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
    Δάκρυσι πλύνει, τοὺς πόδας ὑπεύθυνος, ἁμαρτίαις τοῦ πλάσαντος, καὶ ἐκμάσσει θριξί·( Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
    ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ (Οίκος, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἐνειλημένος
    Μετοχή Μέσου Παρακειμένου του ρ. ἐνειλέω (βλ. εἰλήσας) = περιτυλίγω (με οθόνια)
    Τὴν ἄβυσσον ὁ κλείσας, νεκρὸς ὁρᾶται, καὶ σμύρνῃ καὶ σινδόνι ἐνειλημένος, ἐν μνημείῳ κατατίθεται, (Κοντάκιο, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Η μετοχή γράφεται με ένα –μ- (όχι με δύο <ἐνειλημμένος>, όπως θα γραφόταν, αν προερχόταν από το ἐλλαμβάνομαι)
ἐξαπενίζοντο
    Παρατατικός του ρ. ἐξαπονίζομαι, επιτατικός τύπος του ρ. ἀπονίζομαι (κ. ἀπονίπτομαι) = νίπτομαι, πλένομαι
    τῷ δεσπόζοντι τῶν ὅλων, ἑαυτοὺς Χριστῷ, ἀναθέμενοι, ὡραίους πόδας ἐξαπενίζοντο, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἐξήμεσεν
    Αόριστος του ρ. ἐξεμῶ = ξερνώ (πβ. εμετός)
    καὶ οὓς κατέπιον ἰσχύσας, πάντας ἐξήμεσα (Ιδιόμελο Εσπερίων, Μ. Σάββατο, Εσπερινός)
ἐπελάβετο
    Αόριστος του ρ. ἐπιλαμβάνομαι = κρατώ, πιάνω
    Ἀποκενοῦσα, Γυνὴ μύρον ἔντιμον, δεσποτικῇ καὶ θείᾳ, φρικτῇ κορυφῇ, Χριστὲ τῶν ἰχνῶν σου ἐπελάβετο, τῶν ἀχράντων (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
ἐπίρρυτος
    = που ρέει (σαν υγρό)
    Ἀλλ' ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς, Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν ἐπιρρύτων παθῶν ἐλευθέρωσον, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος ἅγιος, καὶ φιλάνθρωπος. Ἀμήν. (Συναξάριο, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Ο προσδιορισμός των παθών ως ἐπιρρύτων αναφέρεται στο εφήμερό τους (χρήση που απαντά κυρίως στον Γρηγόριο Νύσσης) και εδώ γίνεται μάλλον σε αντιδιαστολή με το αναφερόμενο νοητό μύρο (ὁ τῷ, νοητῷ μύρῳ χρισθείς).
ἔπτηξαν
    Αόριστος του ρ. πτήσσω = ζαρώνω από φόβο• φοβάμαι (πβ. κ. πτωχός)
    Οἱ Παῖδες ἐν Βαβυλῶνι, καμίνου φλόγα οὐκ ἔπτηξαν (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ἑσμός
    = πλήθος, αγέλη, ομάδα
    Τῶν θεοκτόνων ὁ ἑσμός, Ἰουδαίων ἔθνος τὸ ἄνομον (Μακαρισμοί, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἐτάζω
    = υποβάλλω σε δοκιμασίες, βασανίζω, τυραννώ (πβ. εξετάζω)
    Ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς, ἀδίκως ἐτάζεται (Και νύν Εσπερίων, Μ. Παρασκευή, Εσπερινός)
ἐτασμός
    = δοκιμασία, βάσανος (<ἐτάζω)
    ὁ γὰρ Κτίστης ἔρχεται, σταυρὸν καταδέξασθαι, ἐτασμούς καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος· (Κάθισμα, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
ἐτέτρωτο
    Υπερσυντέλικος του ρ. τιτρώσκομαι = πληγώνομαι (πβ. τρωτός, άτρωτος)
    ὀδυρομένη μητρῷα σπλάγχνα, ἐτέτρωτο τὴν καρδίαν πικρῶς (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἐτύθη
    (Παθητικός) Αόριστος του ρ. θύομαι = θυσιάζομαι
    Μὴ ὡς Ἰουδαῖοι ἑορτάσωμεν· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστὸς ὁ Θεός, (Αντίφωνο, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
εὐαγής
    = καθαρός, άμωμος (< ἄγος, πβ. ἐναγής, το αντίθετό του)
    Ἔφριξε Παίδων εὐαγῶν, τὸ ὁμόστολον ψυχῆς ἄσπιλον σῶμα, (Κανόνας, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)
εὔωνος
    = φθηνός, οικονομικός, προσιτός (εὖ + ὠνοῦμαι «αγοράζω»)
    Ὢ φιλαργυρίας προδότου! εὔωνον ποιεῖται τὴν πρᾶσιν (Ιδιόμελο Αίνων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ᾐδεῖτο
    Παρατατικός του ρ. αἰδοῦμαι = αισχύνομαι• σέβομαι (< αίδώς, βλ. κ. αἰδεσθεῖσα)
    ἀλλ' οὐκ ᾐδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
θᾶττον
    Επίρρημα, συγκριτικός του ταχέως = πιο γρήγορα
    καὶ σοὶ παιδίσκη, οἷα θᾷττον προσελθοῦσα πτοήσει σε, ὁ Κύριος ἔφη· (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Το οἷα είναι μάλλον πληθ. του ουδετέρου της αντωνυμίας οἷος ως επίρρημα, εδώ με επιτατική σημασία (οἷα θᾷττον = πολύ πιο γρήγορα).
θροεῖσθε
    Προστακτική Ενεστώτα του ρ. θροοῦμαι = τρομοκρατούμαι
    Ὁρᾶτε ἔφης, φίλοι μὴ θροεῖσθε· (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
ἱκανούσθω
    Προστακτική του ρ. ἱκανοῦμαι = είμαι αρκετός, επαρκής (< ἱκανός «αρκετός»)
    Ἱκανούσθω, τὸ κοινωνικόν, ψυχῆς ἡμῶν ἔλαιον ἐν ἀγγείοις, (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
καθέξει
    Μέλλοντας του ρ. κατέχω.
    Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία. / Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν. (Στίχοι Συναξαρίου, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
καθυπέδυ
    Αόριστος του ρ. καθυποδύομαι = επιτατικός τ. του ὑποδύομαι• (εδώ) ενδύομαι, μεταφορικά (δηλ. εισέρχομαι σε κάτι)
    Γῆς ὁ καταρχάς, μόνῳ νεύματι πήξας τὸν γῦρον, ἄπνους ὡς βροτὸς καθυπέδυ γῆν· φρῖξον τῷ θεάματι οὐρανέ. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
κεχραμέναις
    Μετοχή Παρακειμένου (δοτική) του ρ. χραίνω = μολύνω
    Χριστὲ τῶν ἰχνῶν σου ἐπελάβετο, τῶν ἀχράντων, κεχραμέναις παλάμαις (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. = άγγιξε τα ίχνη σου με χέρια μολυσμένα
κυλινδοῦμαι
    (κ. κυλίνδομαι) = περιστρέφομαι• (εδώ) κυλιέμαι (πβ. κύλινδρος)
    καὶ γυνὴ ἁμαρτωλὸς προσελθοῦσα, τοῖς ποσὶν ἐκυλινδοῦτο βοῶσα· (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
κυσίν
    δοτ. πληθ. του κύων, κυνός = σκύλος (πβ. κυνόδοντας)
    νῦν ἔβαλε τὰ ἅγια, τοῖς κυσὶν ὁ μαθητὴς· (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. πβ. μὴ δότε τἀ ἃγια τοῖς κυσίν
λογοπραγῶ
    = κάνω συμφωνία για κάτι (< λογο- + -πραγῶ < πράττω)
    δῶρον ἀξιόθεον λογοπραγεῖ, δι' οὗ ὀφειλέσιον ἐλύθη ἁμαρτημάτων (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
μολῇς
    Υποτακτική του Αορ. β΄ ἔμολον του αμάρτυρου *βλώσκω = έρχομαι (πβ. μολών λαβέ)
    Κἂν ἐνθάπτῃ τάφῳ, κἂν εἰς ᾍδου μολῇς, ἀλλὰ Σῶτερ καὶ τοὺς τάφους ἐκένωσας, καὶ τὸν ᾍδην ἀπεγύμνωσας Χριστέ. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Αντί μόλῃς για λόγους μετρικούς.
μυρεψός
    = αυτός που παρασκευάζει μύρα, ο μυροποιός (< μύρον + ἕψω «ψήνω»)
    Ἡ ἁμαρτωλὸς ἔδραμε πρὸς τὸ μύρον πριάσασθαι, πολύτιμον μύρον, τοῦ μυρίσαι τὸν εὐεργέτην, καὶ τῷ μυρεψῷ ἐβόα· (Δοξαστικό Αίνων, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
νάπη
    = δασώδης περιοχή, κοιλάδα
    Ὢ βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, κλαύσατε καὶ πάντα θρηνήσατε, σὺν ἐμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
νευστάζω
    = κουνώ το κεφάλι (< νεύω)
    Νευστάζων κάραν Ἰούδας, κακὰ προβλέπων ἐκίνησεν (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Η φράση έχει ομηρική προέλευση (κατά τον π. Κ. Παπαγιάννη) και δηλώνει κίνηση της κεφαλής με απειλητικό σκοπό.
νοσφίζομαι
    = ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι παράνομα (< επίρρ. νόσφι «μακριά», «κατ' ιδίαν, κρυφά»)·
    οὐκέτι τὸ μύρον πιπράσκει, τὸ τῆς ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὸ οὐράνιον μύρον, καὶ ἐξ αὐτοῦ νοσφίζεται τὰ ἀργύρια (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ὀφειλέσιον
    = χρέος• (κυριολ. μικρό χρέος) (< ὀφειλέτης)
    Ἀγνώμων φανείς, καὶ πονηρὸς ζηλότυπος, δῶρον ἀξιόθεον λογοπραγεῖ, δι' οὗ ὀφειλέσιον ἐλύθη ἁμαρτημάτων (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)



παρείποντο
    Παρατατικός του ρ. παρέπομαι = ακολουθώ (< ἕπομαι, πβ. επόμενος)
    Οἱ δαιτυμόνες οἱ μακαριστοί, ἐν τῇ Σιὼν τῷ Λόγῳ προσκαρτερήσαντες, οἱ Ἀπόστολοι παρείποντο, τῷ Ποιμένι ὡς ἄρνες (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
παροινήσας
    μετοχή Αορίστου του ρ. παροινῶ = φέρομαι βίαια κατά την οινοποσία• (κατ’ επέκτ.) φέρομαι σαν μεθυσμένος (< πάροινος «οινοπότης, μέθυσος» < οἶνος)
    Ὅθεν καὶ παροινήσας, τρέχει πρὸς Ἰουδαίους, (Κάθισμα, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
πείσῃ
    Μέλλοντας (β’ ενικό) του ρ. πάσχω
    Ἀπαγορεύεις, Σίμων Πέτρε, ὅπερ πείσῃ τάχος ὡς εἴρηται· (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
πέλω
    (ως συνδετ. ρήμα) = είμαι, υπάρχω
    Ἡ πρῴην ἄσωτος Γυνή, ἐξαίφνης σώφρων ὤφθη, [….] καὶ κρίσιν τῆς κολάσεως, ἣν ὑποστῶσι πόρνοι καὶ ἄσωτοι, ὧν περ πρῶτος πέλω (Κοντάκιο, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
πεπαρμένος
    Μετοχή Παθ. Παρακειμένου του ρ. πείρω = διατρυπώ (πβ. πόρος, περόνη, διαμπερές)
    Ἥλοις σε Σταυρῷ, πεπαρμένον ἡ σὴ Μήτηρ Λόγε, βλέψασα τοῖς ἥλοις λύπης πικρᾶς, βέβληται καὶ βέλεσι τὴν ψυχήν. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
πέπρακα
    Παρακείμενος του ρ. πιπράσκω (βλ.λ.)
    τὸν Δεσπότην τῶν ἁπάντων, ὡς δοῦλον πέπρακε τοῖς παρανόμοις (Ιδιόμελο Αίνων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    Ὁ μαθητὴς τοῦ Διδασκάλου, συνεφώνει τὴν τιμήν, καὶ τριάκοντα ἀργυρίοις, πέπρακε τὸν Κύριον (Αντίφωνο, Μ. Παρασκευή, Όρθρος).
    μαθητὴς γενόμενος, Δεσπότην παρέδωκεν, ἀργυρίῳ πέπρακε, τὸν μάννα χορτάσαντα τὸν ἄνθρωπον. (Αντίφωνο, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
περιέθου
    Αόριστος (β ενικό) του ρ. περιτίθεμαι = περιβάλλομαι
    Ἐμεγάλυνας Χριστέ, τὴν τεκοῦσάν σε Θεοτόκον, ἀφ' ἧς ὁ πλάστης ἡμῶν, ὁμοιοπαθὲς περιέθου σῶμα (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)



πηρωτικός
    = αυτός που τυφλώνει (< πηρόω < πηρός, «αδύναμος», «ανάπηρος» και ειδικότ. «τυφλός»)
    Ὢ πηρωτικής, φιλαργυρίας ἄσπονδε! (Κανόνας, Μ. Τετάρτη, Όρθρος)
πιπράσκω
    = πουλάω (πβ. πρατήριον)
    ἀλλ' οὐκ ᾐδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    οὐκέτι τὸ μύρον πιπράσκει, τὸ τῆς ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ τὸ οὐράνιον μύρον (Απόστιχα, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
πραθέντι
    δοτ. παθητικής μετοχής (πραθείς) του ρ. πιπράσκω (βλ.λ.)
    Διό σοι βοῶμεν, τῷ πραθέντι καὶ ἐλευθερώσαντι ἡμᾶς, Κύριε δόξα σοι. (Ιδιόμελο Αποστίχων, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
πραθῆναι
    απαρέμφατο παθητικού Αορίστου του ρ. πιπράσκω (βλ.λ.)
    ἐπεζήτει δὲ καὶ τὸ μύρον πραθῆναι, καὶ τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατηθῆναι, (Ιδιόμελο Αίνων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
προήσομαι
    Μέλλοντας του ρ. προΐεμαι = (για λόγο) εκφωνώ, λέω
    Βέβηλον ἔπος τῶν χειλέων, οὔ ποτε προήσομαι Δέσποτα,(Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
προσώχθισε
    Αόριστος του ρ. προσοχθίζω = δυσφορώ (με κάποιον/κάτι)• (κατ΄ επέκταση) αποστρέφομαι
    ἀλλ' οὐκ ᾐδεῖτο πίνων, ὃ ἐπίπρασκε τιμῆς οὐ κακίᾳ προσώχθισε καὶ βοᾶν οὐ συνῆκε· (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Ψαλμός 35,5: ἀνομίαν διελογίσατο ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ, παρέστη πάσῃ ὁδῷ οὐκ ἀγαθῇ, κακίᾳ δὲ οὐ προσώχθισε
πτερνισμός
    = λάκτισμα (< πτερνίζω «χτυπώ με τις φτέρνες – ρίχνω κάτω» <πτέρνα)
    καὶ σοῦ ἐσθίων ἄρτον, Σῶμα θεῖον, ἐπῆρε πτερνισμόν ἐπὶ σέ, Χριστέ, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Ψαλ. 40,10: ὁ ἐσθίων ἄρτους µου, ἐµεγάλυνεν ἐπ’ ἐµέ πτερνισµόν.
ῥέμβομαι
    = περιφέρομαι εδώ κι εκεί, τριγυρνάω άσκοπα
    καὶ νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς, ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ῥεμβόμενος (Ιδιόμελο Αίνων, Μ. Τρίτη, Όρθρος)
ῥιφείς
    Μετοχή Παθητ. Αορίστου β΄ (ἐρρίφην) του ρ. ῥίπτω = (εδώ) απορρίπτω
    χοροῦ δὲ Ἀποστόλων ῥιφείς, καὶ τὰ τριάκοντα ῥίψας ἀργύρια, σοῦ τὴν τριήμερον Ἀνάστασιν οὐκ εἶδε, δι' ἧς ἐλέησον ἡμᾶς. (Ιδιόμελο Αίνων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
ῥοπή
    = α) κλίση• (κατ’ επέκτ.) ορμή
    καθαροὶ ὦ Μαθηταὶ ὑμεῖς δέ, ἀλλ' οὐχὶ πάντες· ῥοπὴ γὰρ ἀτάκτως, ἐξ ὑμῶν ἑνὸς μαίνεται. (Κανόνας, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    = β) κρίσιμο σημείο, γενικότ. στιγμή (πβ. μία ῥοπή καὶ ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται)
    Μικρὰν φωνὴν ἀφῆκεν ὁ Λῃστὴς ἐν τῷ σταυρῷ, μεγάλην πίστιν εὗρε, μιᾷ ῥοπῇ ἐσώθη (Αντίφωνο, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    ΣΗΜ. (= σε μια στιγμή σώθηκε)
ῥυφθέντες
    Μετοχή (Παθ.) Αορίστου του ρ. ῥύπτομαι = καθαρίζομαι, πλένομαι (βλ. κ. ἀποῤῥυφθῆναι)
    Ῥυφθέντες πόδας, καὶ προκαθαρθέντες, μυστηρίου μεθέξει, τοῦ θείου νῦν Χριστέ, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
σκῆψις
    = πρόφαση, πρόσχημα, δικαιολογία
    Ἐν τῷ δείπνῳ τοὺς Μαθητὰς διατρέφων, καὶ τὴν σκῆψιν τῆς προδοσίας γινώσκων, ἐν αὐτῷ τὸν Ἰούδαν διήλεγξας, (Κάθισμα, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Ως σκῆψις, δηλαδή πρόφαση της προδοσίας, την οποία γνώριζε ο Χριστός, θα μπορούσε να εννοηθεί η διαμαρτυρία του Ιούδα για την απώλεια του μύρου (Ματθ. 26,9). Δύσκολο να εννοηθεί ως σκῆψις η φιλαργυρία του Ιούδα, διότι αυτό είναι η αιτία, όχι η πρόφαση της προδοσίας. Η χρήση της λέξης στους πατέρες και κυρίως στον Χρυσόστομο παραπέμπει σε πρόφαση.
συναπάχθητε
    Προστακτική Παθ. Αορίστου του συναπάγομαι = αίρομαι, φέρομαι μακριά (μαζί με άλλους)
    Ἀφορῶντες εἰς ἐμέ, εἶπας Κύριε τοῖς σεαυτοῦ Μαθηταῖς, μὴ φρονεῖτε ὑψηλά, ἀλλὰ συναπάχθητε τοῖς ταπεινοῖς, (Κανόνας, Μ. Δευτέρα, Όρθρος)



συνεσχέθη / συνεσχέθης
    Παθητ. Αόριστος του ρ. συνέχω = (εδώ) χωρώ
    Συνεσχέθη, ἀλλ' οὐ κατεσχέθη, στέρνοις κητῴοις Ἰωνᾶς (Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
    Μνήματι καὶ σφραγίσιν, ἀχώρητε συνεσχέθης βουλήσει· (Κανόνας, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
συνήσει
    Μέλλοντας του ρ. συνίημι = κατανοώ
    καὶ οὗτος ἀσύνετος ὢν, οὐ μὴ συνήσει· (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
συνιέναι
    Απαρέμφατο του ρ. συνίημι = κατανοώ
    Ὁ δέ παράνομος Ἰούδας οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι. (Αντίφωνο, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Ψαλμ. 35,4: οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι τοῦ ἀγαθύναι
συσχεθεῖσα
    Μετοχή. (Παθ.) Αορίστου του ρ. συνέχομαι = (εδώ) κατέχομαι από κάτι
    Γῆ σε πλαστουργέ, ὑπὸ κόλπους δεξαμένη τρόμῳ, συσχεθεῖσα Σῶτερ τινάσσεται, ἀφυπνώσασα νεκροὺς τῷ τιναγμῷ. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
συσχεθῆναι
    Απαρέμφατο Παθ. Αορίστου του ρ. συνέχω = (εδώ) χωρώ
    Ὁ συνέχων τὰ πέρατα, τάφῳ συσχεθῆναι κατεδέξω Χριστέ, (Οίκος, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
τμηθείσῃ
    τμηθείσῃ (εννοείται ράβδῳ). Μετοχή Παθ. Αορίστου του ρ. τέμνω = κόβω
    Τμηθείσῃ τμᾶται, πόντος ἐρυθρός, κυματοτρόφος δέ ξηραίνεται βυθός. (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Κατά τον π. Κ. Παπαγιάννη η φράση πρέπει να κατανοηθεί σε παραλληλισμό με τον ειρμό «Ἡ κεκομμένη τὴν ἄτομον ἔτεμε», που αναφέρεται στο ίδιο γεγονός. Δηλ. η κεκομμένη είναι ό,τι και τμηθείσα.
τρύβλιον
    = (α) κούπα, ποτήρι (β) πιάτο
    Ἰούδας ὁ παράνομος Κύριε, ὁ βάψας ἐν τῷ δείπνῳ τὴν χεῖρα, ἐν τῷ τρυβλίῳ μετὰ σοῦ(Ιδιόμελο Αίνων, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    Μεθ' ὅστις ἐμοῦ τὴν χεῖρα, τρυβλίῳ βάλλει θρασύτητι, (Κανόνας, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
τρύχομαι
    = καταπονούμαι, εξαντλούμαι
    Τὸν ἴδιον Ἄρνα, ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία, τρυχομένη μεθ' ἑτέρων γυναικῶν, ταῦτα βοῶσα· (Κοντάκιο, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
ὑπείκω
    = υποχωρώ (βλ. κ. εἶξε)
    ἀπαναινόμενος Πέτρος δὲ νίπτεσθαι, αὖθις τῷ θείῳ ὑπείκει προστάγματι, (Κάθισμα, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
φενακίζω
    = εξαπατώ, παραπλανώ (< φενάκη = περούκα)
    Προσεύχῃ· καὶ φόβητρα, θρόμβοι αἱμάτων, / Χριστέ, προσώπου, παραιτούμενος δῆθεν / Θάνατον, ἐχθρὸν ἐν τούτοις φενακίζων. (Στίχοι Συναξαρίου, Μ. Πέμπτη, Όρθρος)
    ΣΗΜ. Απηχείται η πατερική διδασκαλία περί της εξαπατήσεως του διαβόλου κατά το πάθος του Χριστού.
φοιτήσαντος
    Μετοχή Αορίστου (γενική) του ρ. φοιτῶ = συχνάζω• επισκέπτομαι• (εδώ) πηγαίνω
    Ἕπτηξεν Ἀδάμ, Θεοῦ βαίνοντος ἐν Παραδείσῳ, χαίρει δὲ πρὸς ᾍδην φοιτήσαντος, ἀναστὰς μὲν νῦν καὶ πάλαι πεπτωκώς. (Εγκώμια, Μ. Σάββατο, Όρθρος)
ὠνήσαντο
    Αόριστος του ρ. ὠνοῦμαι = αγοράζω (πβ. εξωνημένος, αργυρώνητος κ.λπ.)
    Τὸν τοῦ νόμου Ποιητήν, ἐκ μαθητοῦ ὠνήσαντο ἄνομοι, (Μακαρισμοί, Μ. Παρασκευή, Όρθρος)
__________________
"οὔ τοι συνέχθειν͵ ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν" (Σοφοκλ. Ἀντιγόνη 523) ( = η φύση μου είναι να έχω κοινούς φίλους, όχι κοινούς εχθρούς)
http://analogion.com