Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ / Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ / Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και η εποχή μας

 Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

https://www.pemptousia.gr/

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1359) είναι ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ορισμένες φορές τοποθετείται ως τέταρτος Ιεράρχης μαζί με τον Μ. Βασίλειο, τον Γρηγόριο Θεολόγο και τον Ιωάννη Χρυσόστομο. Σε μια κρίσιμη εποχή, κατά την οποία ο χριστεπώνυμος ουμανισμός αμφισβητούσε την πεμπτουσία της Εκκλησίας ως «κοινωνίας θεώσεως», ο άγιος Γρηγοριος ο Παλαμάς πρόβαλε τη διδασκαλία για τη θέωση του ανθρώπου με τη μετοχή του στην άκτιστη ενέργεια του Θεού. Δεν παρουσίασε καινούργιες θεολογικές αλήθειες που δεν υπήρχαν προηγουμένως στην Αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Χρησιμοποιώντας όμως τη γλώσσα, τους όρους και τις έννοιες της εποχής του, ανέτρεψε τις αμφισβητήσεις και προσβολές της χριστιανικής πίστεως και ζωής με τη διαχρονική αλήθεια της Εκκλησίας.

Κεντρική θέση στη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά έχει η διάκριση ανάμεσα στην ουσία και την ενέργεια ή τις ενέργειες του Θεού. Η διάκριση αυτή, που έχει τις ρίζες της στήν Αγία Γραφή, αναπτύχθηκε θεολογικά από τους Πατέρες της Καππαδοκίας. Ο άγιος Γρηγόριος χρησιμοποίησε τη διάκριση αυτήν υπογραμμίζοντας τον άκτιστο χαρακτήρα της θείας ενέργειας. Η υπογράμμιση αυτή δεν συνιστά θεολογικό νεωτερισμό αλλά μόνο θεολογικό τονισμό. Κάθε φύση έχει και την αντίστοιχη ενέργειά της. Η κτιστή φύση έχει κτιστή ενέργεια, ενώ η άκτιστη έχει άκτιστη ενέργεια.

Ο Θεός δεν παραμένει απρόσιτος και ακοινώνητος στον άνθρωπο ούτε τον προσεγγίζει και κοινωνεί με αυτόν χρησιμοποιώντας κτιστά μέσα, αλλά έρχεται σε άμεση σχέση και προσωπική κοινωνία μαζί του με την άκτιστη ενέργεια ή τις άκτιστες ενέργειές του. Με τον τρόπο αυτόν ο άνθρωπος μετέχει άμεσα και προσωπικά στη θεία ζωή και γίνεται θεός κατά χάρη. Ολόκληρη η παλαμική θεολογία καταλήγει σε τελική ανάλυση στην προάσπιση της αλήθειας αυτής• της αλήθειας της εν Χριστώ ανακαινίσεως και θεώσεως του ανθρώπου, δηλαδή της αναδείξεώς του ως προσώπου «καθ’ ομοίωσιν Θεού».

Όπως εύστοχα επισήμανε ο γέροντας Σωφρόνιος, «ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι εκείνος που μας εξήγησε, πως να στεκόμαστε μπροστά στον Θεό, πως να τον γνωρίζουμε με εναν καταφατικό τρόπο»[1]. Η ενέργεια του Θεού δεν είναι κάποια αόριστη δύναμη ή υπερδύναμη. Η ενέργεια του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός• είναι «ο ζών Θεός», που γίνεται προσιτός και μεθεκτός στον άνθρωπο. Με την ενέργεια του Θεού ζούμε τον ζώντα Θεό μέσα στην ιστορία και στη Ζωή μας.

Στην πολεμική που ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναιρώντας την κακοδοξία του Βαρλαάμ για τον κτιστό χαρακτήρα της θείας ενέργειας, επισήμανε και την πρόταξη του προσώπου. Ακολουθώντας ως ένα σημείο και κατά λεξη τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο ο Παλαμας λέει: «Και τω Μωϋσή δε χρηματιζων ο Θεός, ουκ είπεν εγώ ειμι η ουσία, αλλ’ αγώ ειμι ο ών[2]∙ ου γάρ εκ της ουσίας ο ών, αλλ’ εκ του όντος η ουσία• αυτός γάρ ο ών όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι»[3].

Η αναγωγή της ουσίας στο όν δεν σημαίνει και πρόταξη του όντος απέναντι της ουσίας, πράγμα που θα σήμαινε σε τελική ανάλυση και ύπαρξη όντος χωρίς ουσία. Το λάθος αυτό σημειώθηκε πρόσφατα στον θεολογικό χώρο κατά τη συζήτηση της εννοίας του προσώπου, με την επίκληση μάλιστα και του παρατεθέντος χωρίου του αγίου Γρηγορίου Παλαμα. Αλλά έτσι αποφεύγεται μέν ο ουσιανισμός, τον οποίο ορθώς απορρίπτουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι, αναδύεται όμως στη θέση του ενας ανούσιος περσοναλισμός. Ο περσοναλισμός αυτός είναι τελείως ξένος προς την πατερική παράδοση και τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμα. “Οπως τονίζει ο άγιος Γρηγόριος, διακρίνουμε την υπόσταση από την ουσία και παρουσιάζουμε τη διαφορά της από εκείνην, αλλά δεν μπορούμε να βρούμε υπόσταση χωρίς ουσία• «ουκ έστιν ιδείν ύπόστασιν χωρίς ουσίας»[4]. Οι θείες υποστάσεις δεν είναι μέρη της θείας ουσίας, γιατί σε κάθε υπόσταση υπάρχει «όλη και τελεία η θεότης»[5].

Η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκε σε σχέση και αναφορά προς τη θεία φύση. Δημιουργηθήκαμε, σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επαναλαμβάνοντας τον Απόστολο Πέτρο, «ίνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως»[6]. Αυτό σημαίνει, όπως συμπληρώνει ο ίδιος, ότι δεν είμασταν προηγουμένως ούτε γίναμε εξαρχής με την δημιουργία μας κοινωνοί αυτής της φύσεως[7]. Και ενώ έπρεπε να προχωρήσει ο άνθρωπος προς το «καθομοίωσιν», όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά και βάδισε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η διπλή αυτή εκτροπή προκλήθηκε από την έπαρση του ανθρώπου. Αυτή τον αλλοτρίωσε από την κατά φύση ενάρετη ζωή και τον οδήγησε στην παρά φύση εμπαθή ζωή. Όταν όμως ο ανθρωπος ταπεινωθεί και ανακτήσει τη φυσική αναφορά του προς τον Θεό, τότε αίρεται η αντίθεση που υπάρχει μέσα του, ειρηνεύει και ζει την κατά φύση ενάρετη ζωή[8].

Ο άνθρωπος λοιπόν δεν καλείται να νικήσει τη φύση του ή να ελευθερωθεί από αυτήν, αλλά να αντιταχθεί στην εκτροπή της, να νικήσει τα πάθη της και να την κατευθύνει στον σκοπό για τον οποίο εξαρχής δημιουργήθηκε• «στο καθ’ όμοίωσιν», στη μέθεξη της «θείας φύσεως». Μέσα σε αυτήν ακριβώς την προοπτική καλείται ο άνθρωπος να πολεμήσει τη σάρκα του ή και να μισήσει τον ίδιο τον εαυτό του[9].

Μέσα σε αυτήν την προοπτική διεξάγεται και η χριστιανική άσκηση, που αποτελεί κεντρικό άξονα στη ζωή και τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου. Και έπειδή η έπαρση ήταν η αιτία της εκτροπής του ανθρώπου, γι’ αυτό η ταπείνωση και το πένθος προβάλλονται ως κύρια φάρμακα για την ανόρθωσή του.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπως σημειώνει ο βιογράφος και εγκωμιαστής του Φιλόθεος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διέθετε ακρότατη ταπείνωση και ανυπόκριτη «εκ καρδίας αγάπη»• είχε βαθύτατη κατάνυξη, πένθος και αείροα δάκρυα[10]. Τέλος με απόλυτη πειστικότητα και ακατάβλητη δύναμη υπερασπίστηκε την αδιάλειπτη προσευχή, αντικρούοντας τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό που την έβλεπε ως διανοητική διαδικασία.

Η θέωση του ανθρώπου, ή η τελείωση και καταξίωσή του ως προσώπου, έρχεται ως επιστέγασμα μακράς και επίπονης ασκητικάς πορείας. Η πορεία αυτή αποκαθιστά την ειρήνη στην ψυχή του πιστού και μετατρέπει τα δάκρυα του πένθους και της μετανοίας σε χαρά και αγαλλίαμα της καρδιάς. Έτσι ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τα γήινα πάθη, γεύεται τη θεία μακαριότητα και καταυγάζεται από το άκτιστο φως• γίνεται επίγειος άγγελος του Θεού και προσάγει με τον εαυτό του στον Θεό ολόκληρη την κτίση, γιατί και ο ίδιος μετέχει σε όλα, όπως και στον Θεό που βρίσκεται επάνω από όλα, για να είναι ακριβής εικόνα του[11].

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε και τη σπουδαιότητα της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά για τη σωστή θεολογική προσέγγιση και αντιμετώπιση της σύγχρονης οικολογικής κρίσεως. Η κρίση αυτή δεν είναι επιφανειακή ούτε αντιμετωπίζεται με νομοθετικά μόνο μέτρα ή ακόμα και με την απλή αλλαγή της εξωτερικής συμπεριφοράς του ανθρώπου. Η οικολογική κρίση πηγάζει από την εσωτερική κρίση του ανθρώπου, από τη διάσπαση του νου από την καρδιά του. Πηγάζει από την αποτυχία του να αγκαλιάσει με αγάπη ολόκληρη την κτίση και να την αναφέρει μαζί με τον εαυτό του στον Θεό.

Η οικολογική κρίση ξεκινά από την εσωτερική κρίση του ανθρώπου• από την κρίση του ανθρώπινου προσώπου, της ανθρώπινης υποστάσεως. Και η μόλυνση του περιβάλλοντος αντανακλά την εσωτερική μόλυνση του ανθρώπου• τη μόλυνση του νου και της καρδιάς του. Χωρίς την κάθαρση της καρδιάς από τις εμπαθείς διαθέσεις και του νου από τα εμπαθή νοήματα δεν είναι δυνατό να υπάρξουν σωστές σχέσεις του ανθρώπου με τον κόσμο και τα πράγματα του κόσμου. Αν δεν ξεκινήσει ο άνθρωπος από την κρίση που υπάρχει μέσα του, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει σωστά την οικολογική κρίση. Η ανακαίνιση του κόσμου προϋποθέτει την ανακαίνιση της ανθρώπινης υποστάσεως.

Η αλήθεια της θεώσεως δεν εμφανίζεται μόνο στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά αισθητοποιείται και στη ζωή του. Άλλωστε η περιγραφή της θεώσεως με τον ανθρώπινο λόγο είναι αδύνατη, γιατί, όπως σημειώνει ο ίδιος, «και λεγομένη άρρητος εκείνη μένει, μόνοις ενώνυμος…τοις ευμοιρηκόσιν αυτής»[12]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είχε την ευτυχία να γεννηθεί και να ανατραφεί σε οικογένεια που αγωνιζόταν για την αγιότητα. Όλα τα μέλη της οικογένειάς του είχαν εμφανή γνωρίσματα αγιότητας, γι’ αυτό και κατά τον τελευταίο καιρό έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η αγιοκατάταξή τους.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν στήριξε την ανθρωπολογία του στα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής του. Την στήριξε στην βιωμένη παράδοση της Εκκλησίας, που έζησε και γνώρισε ο ίδιος εκ των ένδον. Βέβαια, χρησιμοποίησε τη γλώσσα, τους όρους και τις έννοιες της εποχής του, όπως έκαναν και οι προγενέστεροι Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό όμως δεν επηρέασε την ουσία της διδασκαλίας του. Αντιθέτως η χρήση των όρων και των εννοιών αυτών άνοιξε νέους ορίζοντες και στην ίδια τη φιλοσοφική σκέψη.

Η επιστημονική ανάλυση των πατερικών κειμένων, όπως και στην προκειμένη περίπτωση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, προσπαθεί να βρει τις πηγές, από τις οποίες αυτοί άντλησαν την διδασκαλία τους. Έτσι διαπιστώνει π.χ. στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά πλατωνικές ή νεοπλατωνικές επιδράσεις. Και πραγματικά, μια επιφανειακή ανάγνωση των έργων του μπορεί ίσως να δημιουργήσει τέτοιες εντυπώσεις. Όταν όμως επιχειρηθεί η βαθύτερη ανάγνωσή τους, η εντύπωση που αποκομίζεται είναι τελείως διαφορετική. Οι λέξεις και τα εκφραστικά σχήματα δεν ταυτίζονται με την αλήθεια, αλλά αποτελούν απλά μέσα για τη σχετική πάντοτε υποδήλωσή της. Και η κατανόηση της αλήθειας αυτής δεν είναι εύκολη αλλά ούτε και δυνατή έξω από το πνεύμα της κοινωνίας αυτών που την διατύπωσαν• έξω από το πνεύμα της «κοινωνίας της θεώσεως»

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2024

΄ ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ....Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

http://ymnous.blogspot.gr


Ορθοδοξίας ο φωστήρ
Κατά τη σημερινή Β΄ Κυριακή των Νηστειών, αδελφοί μου, η  Εκκλησία μας προβάλλει μία εκ των πλέον σημαντικών μορφών της  Ορθοδόξου Θεολογίας και Ασκήσεως του 14ου αιώνος, τον Άγιο Γρηγόριο Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης τον Παλαμά. Η υμνογραφία της εορτής τον χαρακτηρίζει φωστήρα της Ορθοδοξίας, στήριγμα της Εκκλησίας και διδάσκαλο, καλλονή των μοναστών, των θεολόγων υπέρμαχο απροσμάχητο1.  Αυτά τα μοναδικά ιδιώματά του θα προσεγγίσουμε, ψηλαφώντας την πορεία του βίου του.
Ο Άγιος Γρηγόριος υπήρξε «φωστήρας της Ορθοδοξίας», γιατί, με τα Θεολογικά του έργα και τους Δογματικούς του αγώνες οδήγησε την Εκκλησία να τον κατατάξει στην χορεία των Μεγάλων Οικουμενικών Πατέρων και Διδασκάλων, δίπλα στους Καππαδόκες Πατέρες του 4ου αιώνος. Η Θεολογία του δεν ήταν καρπός ακαδημαϊκών αναζητήσεων και θεωρητικών προσεγγίσεων, αλλά πήγαζε από την ζωή της ασκήσεως και της προσευχής που βίωνε, ως Μοναχός, στο Άγιον Όρος και αλλού, από την εμπειρία της Λειτουργικής ζωής, που απέκτησε ως Ιερεύς και Αρχιεπίσκοπος της μεγαλωνύμου Θεσσαλονίκης και από τη γνώση του Θεού, που απέκτησε όχι με την διάνοια ή το συναίσθημα, αλλά με την Αγιοπνευματική εμπειρία και μετοχή στο φως, την ζωή και την δόξα της Αγίας Τριάδος.
Ο Άγιος Γρηγόριος χαρακτηρίζεται «καλλονή των μοναστών», γιατί βίωσε την μοναχική ζωή και μάλιστα την ησυχαστική διάσταση της ερημίας και της μόνωσης, αναμετρούμενος με τον εαυτό του και αναζητώντας τον Θεό. Στην διάρκεια της μοναχικής του ζωής ασκήθηκε στον αγώνα της αδιάλειπτης προσευχής, που εκφράζεται με την μονολόγιστη ευχή Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Με τη συντομία της βοηθούσε το νου να συγκεντρωθεί στη καρδιά και να προσηλωθεί στο Θεό. Με τη μεταφορά στη καρδιά γινόταν το όπλο του εναντίον του διαβόλου. Η προσευχή αυτή γινόταν «έξις» και τον συνέπαιρνε, έστω και αν το σώμα ασχολούνταν με οτιδήποτε άλλο.
Επειδή ήταν ένα με τη ζωή του ή μάλλον αυτή η ίδια η ζωή του, η οποιαδήποτε φυσική εργασία δεν εμπόδιζε το νου του να προσεύχεται αδιαλείπτως. Ο ίδιος, όπως και οι Ησυχαστές της εποχής του, αλλά και οι Μοναχοί στην Ορθόδοξη πραγματικότητα, βίωνε την Παράδοση της Εκκλησίας, ότι ο άνθρωπος, με την κάθαρσή του από τα πάθη,προσεγγίζει τον Θεό και θεώνεται και αυτή  η θέωση συνιστά τη σωτηρία του.
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπήρξε  «στήριγμα και διδάσκαλος της Εκκλησίας, απροσμάχητος υπέρμαχος των Θεολόγων».
Έζησε σε μια περίοδο κατά την οποία η ενότητα της Εκκλησίας και το φρόνημα του λαού της επλήγησαν από την αίρεση του Βαρλαάμ από την Καλαβρία και του μαθητού του Ακινδύνου, οι οποίοι δίδασκαν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και, ακόμα περισσότερο, να ενωθεί μαζί Σου. Κατά τα λεγόμενα του Βαρλαάμ, ο Θεός είναι «κλειστός στον εαυτό του» και δεν μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Επομένως, οι «ησυχαστές», οι μοναχοί δηλ. εκείνοι που έλεγαν ότι μπορεί ο άνθρωπος να ενωθεί με το Θεό και να φωτισθεί δεν ήταν Ορθόδοξοι. Ο Άγιος Γρηγόριος σε τρεις τοπικές Συνόδους στην Κωνσταντινούπολη2 αποκατέστησε την αλήθεια της Ορθόδοξης Θεολογίας διδάσκοντας ότι ο Θεός δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τον άνθρωπο, ως προς την ουσία Σου. Μπορεί, όμως, να αποκαλυφθεί και ο άνθρωπος να κοινωνήσει μαζί Σου,  «διά των Θείων ενεργειών». Με τη θέση αυτή, έκλεισε το πολυσύνθετο θέμα της γνώσεως του Θεού.
Η γνώση του Θεού, αδελφοί μου, είναι το μεγάλο ζητούμενο για όλους όσοι είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, στόχος ζωής, που μπορεί να επιτευχθεί με τον τρόπο που εισηγείται και προτείνει η Εκκλησία και περνά μέσα από τους διαύλους του διαρκούς προσωπικού πνευματικού μας αγώνα. Δεν είναι, όμως, προσωπικό μας κατόρθωμα, γιατί «ο Θεός γνωρίζεται μόνο εν Αγίω Πνεύματι, γι’ αυτό, όποιος επιχειρήσει, εξ αιτίας της υπερηφανείας του, να γνωρίσει τον ποιητή των όλων με τον νου του, αυτός είναι τυφλός και ασύνετος»3.  Η ανθρώπινη γνώση, παρά την εξέλιξη και τις κατακτήσεις της, περιορίζεται από τα συγκεκριμένα όριά της και δεν αρκεί για να προσεγγίσουμε καν στην προοπτική της γνώσης του Θεού, γιατί, «ο Θεός βλέπεται από εκείνους που μπορούν να τον δουν, εφόσον έχουν τους οφθαλμούς της ψυχής ανοικτούς»4. ΑΜΗΝ!

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Β ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ)
Δρ. Εμμανουήλ Κ. Δουνδουλάκη
(εκλ. Επίκουρου καθηγητού Α.Ε.Α.Η.Κ.)
Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣΣεβασμιώτατε Μητροπολίτα Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακάριε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι.
Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση που βρίσκομαι σήμερα ανάμεσά σας, αποδεχόμενος την τιμητική, προς το πρόσωπό μου, πρόσκλησή σας, Σεβασμιώτατε. Αισθάνομαι χαρά, διότι έχω τη δυνατότητα να επικοινωνήσω μαζί σας, στο πλαίσιο της παρούσας σύναξης, μετά τον Κατανυκτικό Εσπερινό που προηγήθηκε. Αισθάνομαι, επίσης, συγκίνηση, διότι μου δίνεται, για πρώτη φορά, η δυνατότητα να μιλήσω στη γενέτειρά μου, στον τόπο που γεννήθηκα και έζησα τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια μου. Για τη δυνατότητα της επικοινωνίας που μου παρέχετε, για τα συναισθήματα που μου δημιουργούνται, σας ευχαριστώ από καρδιάς, Σεβασμιώτατε.
Το θέμα το οποίο επέλεξα να αναπτύξω, ή καλύτερα να προσεγγίσω, στο πλαίσιο της παρούσας σύναξης, αναφέρεται στα βασικά εορτολογικά και αγιολογικά δεδομένα που αφορούν τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών και συνδέονται με τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, άγιο Γρηγόριο Παλαμά,[3] του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία μας.
*  *  *  *  *  *
Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής,[4] την οποία ήδη διανύουμε, είναι, ως γνωστόν, μια περίοδος προετοιμασίας και προπαρασκευής, «άσκησης»[5]και «μαρτυρικής» πορείας του χριστιανού, πάλης με τα πάθη και τις αδυναμίες του, με στόχο τη βίωση του εκουσίου Πάθους και της Αναστάσεως του Κυρίου.
Οι διαφοροποιήσεις που αφορούν την έκταση της νηστείας, την περίοδο αυτή, στις κατά τόπους Εκκλησίες, κατά το παρελθόν, καθώς και οι συμβολισμοί που προσδίδονται και καταχωρίζονται σε πηγές, όπως στο «Οδοιπορικό» της προσκυνήτριας στους Αγίους Τόπους, Αιθερίας,[6] κατά τον Δ΄ αιώνα, στους ιστοριογράφους Σωκράτη[7] και Σωζομενό[8], καθώς και ενδεικτικά στους Ιωάννη Κασσιανό[9] και Χρυσόστομο,[10] αββά Δωρόθεο,[11] καταδεικνύουν τησημαντικότητα της περιόδου στη ζωή της Εκκλησίας και αναδεικνύουν το στοιχείο της «προαίρεσης», στη μετοχή των πιστών σε αυτή, όπως σημειώνεται στις πηγές[12].
Ως γνωστόν, οι Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής διακρίνονταν, αρχικά, από μια βιβλοκεντρικότητα, δηλαδή συνδέονταν με πρόσωπα και περικοπές της Αγίας Γραφής[13], της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, όπως π.χ. του Μωυσή και του Ααρών την πρώτη Κυριακή, του καλού Σαμαρείτη την τέταρτη, του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου την πέμπτη.
Από τον 9ο μέχρι και το 19ο[14] αιώνα, αντικαθίστανται, σταδιακά, οι εορτές αυτές των βιβλικών προτύπων της μετάνοιας και της αρετής, με τις μνήμες μεγάλων ασκητών, ησυχαστών και γεγονότων από τη ζωή της Εκκλησίας. Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι μία από τις πρώτες,[15] χρονολογικά, εορτές που αντικατέστησαν τις παλαιότερες, είναι κι εκείνη της Ορθοδοξίας, την Α΄ Κυριακή των Νηστειών. Η εν λόγω εορτή η οποία τοποθετήθηκε στη θέση της μνήμης των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης που προαναφέραμε, επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, αγίου Μεθοδίου Α΄ (842-846).
Η δεύτερη Κυριακή των Νηστειών, η οποία και μας απασχολεί, ήταν αρχικά συνδεδεμένη κυρίως με την περικοπή του Τελώνη και του Φαρισαίου[16], αλλά και με την παραβολή του Ασώτου[17]. Στην πραγματικότητα αυτή καταλήγουμε αφενός με την έρευνα των παλαιότερων χειρογράφων, όπου καταχωρίζονται οι εν λόγω μνήμες και αφετέρου με την προγενέστερη υμνογραφία της ημέρας, η οποία είχε σαφή αναφορά στο γεγονός της μετάνοιας και στο παράδειγμα του Ασώτου ή του Τελώνου. Σήμερα, Β΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τιμάται η μνήμη του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296 -1359), εκτός από τη 14η του μηνός Νοεμβρίου,[18] -ημέρα κοίμησης[19] του αγίου-.
Γεννώνται, λοιπόν, τα ακόλουθα ερωτήματα: Πότε; Για ποιούς λόγους και υπό ποιές προϋποθέσεις τοποθετήθηκε η εορτή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τη σημερινή ημέρα;
Ως προς το χρόνο τοποθέτησης της εορτής του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών,[20] διατυπώνονται οι ακόλουθες δύο υποθέσεις:
Η πρώτη, η οποία είναι και η επικρατούσα,[21] αποδίδει στον Πατριάρχη Φιλόθεο Κόκκινο[22] (1300 – 1379) την τοποθέτηση της μνήμη του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης κατά τη σημερινή ημέρα.[23] Η πράξη αυτή φαίνεται να συντελέστηκε μετά τη διακήρυξη της αγιότητας του Θεσσαλονίκης Γρηγορίου, με τη Συνοδική Πράξη του 1368, για την οποία θα κάνουμε εκτενέστερη αναφορά στη συνέχεια του λόγου μας.
Η δεύτερη παράδοση φέρει τη μνήμη του αγίου Γρηγορίου να τοποθετείται τη συγκεκριμένη Κυριακή, εκ μεταθετού, από τις 14 Νοεμβρίου[24], μόλις το 15ο αιώνα. Ενδεικτικός, ως προς αυτό, είναι ο λόγος του καθηγητή κ. Γιάγκου, σύμφωνα με τον οποίο η διατύπωση των χειρογράφων ότι κατά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών «ψάλλεται η Ακολουθία» και όχι ότι «επιτελούμε μνήμην» του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αυτό εκφράζει την πεποίθηση ότι ο εορτασμός του αγίου κατά την Κυριακή αυτή της Μ. Τεσσαρακοστής, συνιστά μετάθεση της μνήμης του από τις 14 Νοεμβρίου[25]. Υπέρ της συγκεκριμένης εκδοχής συγκλίνουν, επίσης, οι σχετικές καταχωρίσεις σε χειρόγραφα της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών[26] και του Αγίου Όρους-[27], οπότε, -σύμφωνα με τουςθιασώτες της παραδόσεως αυτής-, η μνημόνευση του ονόματος του αγίου, κατά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, δεν συνδέεται με το πρόσωπο τουΚωνσταντινουπόλεως, αγίου[28] Φιλοθέου[29].
Χωρίς να μπορούμε να απορρίψουμε κάποια από τις παραπάνω εκδοχές, -και με δεδομένο ότι το συγκεκριμένο ζήτημα παραμένει ακόμη ανοικτό[30], σε ακαδημαϊκό επίπεδο-, ίσως θα ήταν ορθότερο να τις δούμε συνθετικά και να αποδεχτούμε ως πραγματικότητα την εισαγωγή της μνήμης του αγίου Γρηγορίου, τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, από τον Πατριάρχη Φιλόθεο Κόκκινο, πρωτίστως στο Εορτολόγιο της Αγίας Σοφίας, στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως[31] και δευτερευόντως, τη βαθμιαία διεύρυνσή της,[32] και σε άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα της αυτοκρατορίας.
Ποιοί όμως λόγοι οδήγησαν στην επιλογή της Β΄ Κυριακής των Νηστειών για να τοποθετηθεί η μνήμη του εν λόγω αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης[33];
Η τοποθέτηση της μνήμης του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά την ημέρα αυτή, -χωρίς να διαγράφεται η σχετική καταχώρισή της και στις 14η Νοεμβρίου-, συνδέεται άμεσα με τους αγώνες που κατέβαλε ο εν λόγω αρχιεπίσκοπος για την υπεράσπιση του Ορθοδόξου Δόγματος,[34] έναντι των αιρετικών κακοδοξιών της εποχής του, τη διατήρηση της γνήσιας και ανόθευτης πίστης,[35] τα οποία συνδέονται με το βαθύτερο νόημα της εορτής της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Δεν πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας[36] που αναγνώσαμε την προηγούμενη Κυριακή, μνημονεύεται ο εν λόγω άγιος και γίνεται αναφορά στη θεολογική διδασκαλία του,[37] η οποία παρουσιάζει συνέπεια και συνέχεια[38] με τη θεολογία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας και συντέλεσε στον έλεγχο και την ανασκευή των θεολογικών παρεκκλίσεων των Βαρλαάμ και Ακίνδυνου[39]. Η στάση αυτή του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, θεωρείται ως η «κύρια γενεσιουργός αιτία της καθιέρωσης του εορτασμού»[40] του, την ημέρα αυτή. Συνεπώς, είναι λογικό η Εκκλησία να θεωρήσει την τοποθέτηση της μνήμης το αγίου Γρηγορίου, κατά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, ως προέκταση[41], ως «δευτέρωση»[42], αν θέλετε, εκείνης της Κυριακής της Ορθοδοξίας, και «ως σφραγίδα της ταυτότητάς της»[43].
Στην επικρατούσα, αυτή παράδοση, ως προς το λόγο τοποθέτησης της εορτής του αγίου Γρηγορίου τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, θα μπορούσε κάποιος να προσθέσει και τις ακόλουθες δύο εκδοχές – υποθέσεις:
Είναι ευρύτερα γνωστό ότι η ημερομηνία αρκετών Θεομητορικών, Δεσποτικών, κ.ά., εορτών, όπως π.χ. του Γενέσιου και των Εισοδίων της Θεοτόκου,[44]της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος,[45] της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού,[46] συνδέονται με εγκαίνια ιερών ναών. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι κάτι ανάλογο ισχύει και στην περίπτωση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Δηλαδή, η τοποθέτηση της μνήμης του τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, -ημερομηνία η οποία είναι διαφορετική από εκείνη της κοιμήσεώς του-, ίσως να μην είναι ανεξάρτητη από τα εγκαίνια κάποιου εκ των πρώτων ναών[47] που ανοικοδομήθηκαν προς τιμήν του αγίου στη Βόρεια Ελλάδα.
Μια δεύτερη υπόθεση θα μπορούσε να διατυπώσει κάποιος ως προς τον εορτασμό της μνήμης του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών: Αυτή συνδέεται με το χρόνο έκδοσης του Συνοδικού Τόμου του 1368, σύμφωνα με τον οποίο διακηρύχθηκε η αγιότητα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Μελετητές τοποθετούν την έκδοση του Συνοδικού αυτού Τόμου την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου και 4 Μαρτίου[48], ή σύμφωνα με τις πηγές, στις 6 Απριλίου[49] του ίδιου έτους. Το διάστημα αυτό συνδέεται, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,[50] με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Το δεδομένο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στην υπόθεση της ανάμνησης του χρόνου έκδοσης του Συνοδικού Τόμου, από τον Κωνσταντινουπόλεως Φιλόθεο Κόκκινο, με τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, γεγονός που συντέλεσε στη σύνδεση του αγίου Γρηγορίου, με την ημέρα αυτή της Τεσσαρακονθημέρου νηστείας.
Βέβαια οι δύο αυτές εκδοχές δεν υπερβαίνουν το πλαίσιο της υπόθεσης και θα άξιζε να γίνει μια συστηματική έρευνα, στο μέλλον, για να διερευνηθεί η ευστάθειά τους. Εμείς απλά τις καταθέτουμε στην αγάπη σας.
Πριν ολοκληρώσουμε την πρώτη αυτή ενότητα της παρουσίασής μας, που αφορά τις εορτολογικές παρατηρήσεις, αξίζει να σημειώσουμε ότι τόσο ο ανέκδοτος[51] Ασματικός Κανόνας προς τιμήν του αγίου Γρηγορίου Παλαμά, που καταχωρίζεται στον Κώδικα 39 της Παναγίας της Καμαριώτισσας, της Χάλκης,[52] όσο και τα έντυπα Τριώδια, από το πρώτο που εκδόθηκε στη Βενετία, το 1522, μέχρι και σήμερα, ο αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης μνημονεύεται σταθερά κατά τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, με τη σχετική επισήμανση ότι: «Τη αυτή ημέρα Κυριακή, Δευτέρα των Νηστειών, μνήμην επιτελούμεν του εν αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά.»[53]
* * * * * *
Στο σημείο αυτό γεννώνται τα ακόλουθα ερωτήματα: Πώς ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμάς, ο μεγάλος αυτός Πατέρας, ο Ησυχαστής και Διδάσκαλος της ύστερης Βυζαντινής περιόδου, εντάχθηκε στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Ποιά η σημασία της συμπερίληψής του στο Αγιολόγιο και στον Εορτολογικό κύκλο της Εκκλησίας μας; Πόσο απρόσκοπτη ήταν, τέλος, η καταγραφή της μνήμης του στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στο Τριώδιο;
Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση των όσων συνδέονται με την αγιότητα του αρχιεπισκόπου Γρηγορίου του Παλαμά[54], κρίνεται σκόπιμο να υπογραμμίσουμε ότι προκειμένου περί της διακήρυξης της αγιότητας ενός κεκοιμημένου μέλους στην Ορθόδοξη Εκκλησία,[55] σημαίνοντα ρόλο διαδραμάτιζε και διαδραματίζει η συνείδηση του πληρώματος της, δηλαδή οι πιστοί (κλήρος και λαός), οι οποίοι αποδέχονταν ένα κεκοιμημένο μέλος της ως άγιο, ή αμφισβητούσαν την προβαλλόμενη, από ορισμένους, αγιότητά του. Έτσι γίνεται κατανοητό το γιατί πάντοτε έχει ο λαός τον πρώτο, αλλά και τον τελευταίο λόγο, για το χαρακτηρισμό ενός κεκοιμημένου, ως αγίου, στην Ορθόδοξη παράδοση. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι υποβαθμίζεται ο ρόλος της επίσημης, της Μητέρας Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ειδικότερα, ο οποίος είναι να «μετουσιώνει ένα βίωμα των πιστών σε επίσημη Εκκλησιαστική Πράξη».[56]
Η ένταξη του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Γρηγορίου του Παλαμά, στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κρίνεται ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αφενός διότι συμπίπτει με σημαντικές εξελίξεις που συντελούνται κατά τον 14ο αιώνα στον τρόπο διακήρυξης της αγιότητας των κεκοιμημένων μελών, και αφετέρου διότι το πρόσωπο του εν λόγω ιεράρχη, συνιστούσε «σημείο αντιλεγόμενο»[57] μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η συμπερίληψή του στη χορεία των Αγίων αποτελούσε, έμμεσα, αλλά με τρόπο σαφή, την απάντηση του ορθοδόξου πληρώματος στις ποικίλες θεολογικές παρεκκλίσεις της Δυτικής Χριστιανοσύνης.
Για να κατανοήσουμε τη σπουδαιότητα της εντάξεως του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, θα σας υπενθυμίσω τη διατύπωση του αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, ο οποίος σημείωνε το 1917: ότι «Ουδενός ετέρου αγίου της ορθοδόξου Εκκλησίας επολεμήθη η μνήμη μετά τοσαύτης λύσσης(από το Ρωμαιοκαθολικισμό) μεθ’ όσης η του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά».[58] Οι εχθρικές διαθέσεις των Λατίνων, δεν εστιάζονταν μονάχα στα συγγράμματα[59] και τη διδασκαλία του αγίου, -τα οποία ήλεγχαν και ανασκεύαζαν την θεολογική κακοδοξία των Δυτικών-, αλλά και συνδέονταν άμεσα με την προσπάθεια των ετεροδόξων να προσβάλλουν την ύπαρξη αγίων στην Ορθόδοξη Ανατολή, μετά το Σχίσμα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Λατίνων, μετά το 1054, «η θεία χάρις απεμακρύνθη από της (Ορθοδόξου) Εκκλησίας… και … δεν υπάρχουσιν παρ’ αυτής άγιοι, δεν υπάρχει ιερωσύνη…».[60] Αυτά διατύπωναν οι Λατίνοι.
Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι η ένταξη του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Γρηγορίου του Παλαμά στο Αγιολόγιο και Εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπήρξε πράξη καθοριστικής σημασίας για την Ανατολική Εκκλησία, γι’ αυτό και η σχετική διαδικασία προσέλαβε επίσημο χαρακτήρα, προκειμένου να διασκεδάσει τις όποιες αντιρρήσεις ήγειραν οι αντιφρονούντες.
Μέχρι την εποχή του ιερού πατρός, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέγραφε τη μνήμη ενός κεκοιμημένου μέλους της στα Δίπτυχα, εφόσον στη συνείδηση του πληρώματός της εκείνος θεωρείτο ως άγιος, χωρίς να κρίνεται απαραίτητη η έγκριση της εκκλησιαστικής αρχής για να αποδοθούν σε αυτό τιμές αγίου.[61]Στην περίπτωση όμως του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (†1357)[62], όπως συνέβη και με τους αγίους Αθανάσιο Α’ (†1315), πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως[63]και άγιο Μελέτιο (†1286), η επίσημη Εκκλησία δεν αρκέστηκε στη συνείδηση του πληρώματός της, που διαπίστωνε την αγιότητά τους, αλλά προέβη και στη λήψη σχετικής Συνοδικής αποφάσεως, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, διαδικασία η οποία διατηρείται, με ορισμένες διαφοροποιήσεις, μέχρι σήμερα,[64] από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ενώ ήταν στη ζωή, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, περιβαλλόταν με τη φήμη του αγίου ανδρός. Η κατά Χριστόν πορεία και βιοτή του, η οποία ξεκίνησε το 1296 από το αυτοκρατορικό περιβάλλον της Κωνσταντινουπόλεως, η ασκητική πορεία του στο Άγιο Όρος,[65] στις Μονές Βατοπαιδίου (1316-1320), Μ. Λαύρας (1320-1323) και Εσφιγμένου (1334), στη Μονή του Ακαταλήπτου της Κωνσταντινούπολης (1342), η μετέπειτα αρχιερατική διακονία του στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης (1347-1359), αλλά κυρίως οι διώξεις που υπέμεινε, η ένθεη ασκητική πορεία του, «η γεμάτη οπτασίες και οράματα»[66], η διδασκαλία και τα συγγράμματά του, η επιτέλεση θαυμάτων[67], με τη χάρη του Θεού, ήταν εκείνα τα στοιχεία που ωθούσαν τον κόσμο που τον περιέβαλλε, να τον θεωρεί ως άγιο, ακόμη και πριν από την κοίμησή του. Ήταν, λοιπόν, φυσικό, να τιμηθεί ως άγιος αμέσως μετά την εις Κύριον εκδημία του, σε ηλικία 63 ετών, στις 14 Νοεμβρίου του 1357 ή του 1359, -κατά την επικρατούσα[68] παράδοση-, όχι μονάχα από το στενό κύκλο των μαθητών του, αλλά και ευρύτερα από τις κατά τόπους εκκλησιαστικές κοινότητες της Ορθόδοξης Ανατολής, με τις οποίες είχε συνδεθεί. Υπέρ της άμεσης αναγνώρισης του Γρηγορίου ως αγίου, φαίνεται να συντέλεσε, τόσο η επιτέλεση θαυμάτων από μέρους του, πριν και μετά την κοίμησή του, όσο και η επικράτηση των λεγόμενων Ησυχαστών επί των λατινοφρόνων αντιπάλων τους[69].
Ενδεικτικές ορατές εκφράσεις της διακήρυξης της αγιότητας ενός κεκοιμημένου μέλους της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι η συγγραφή του βίου του αγίου, η σύνταξη Ασματικής Ακολουθίας προς τιμήν του, η ιστόρηση της εικόνας του, η καθιέρωση ημέρας μνήμης, η ανοικοδόμηση ναού προς τιμήν του, κ.ά.
Παρενθετικά σημειώνουμε ότι πρώτος βιογράφος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, υπήρξε ο άγιος[70] Φιλόθεος ο Κόκκινος (†1379), ένας από τους επιφανέστερους και πολυγραφείς αρχιερείς της Εκκλησίας μας, ο οποίος, όπως ο ίδιος σημειώνει, προέβη στη συγγραφή Συναξάριου[71], εκτενούς βίου[72], πέντε μόλις έτη μετά την κοίμηση του αγίου,[73] καθώς και στη σύνταξη Ασματικής Ακολουθίας προς τιμήν του. Ενδεικτικά είναι όσα σημειώνει: «… άγιον έχω τούτον, αναφέρει για τον Παλαμάκαι των μεγάλων εκείνων διδασκάλων της Εκκλησίας, των θεοφόρων Πατέρων κατ’ ουδέν υπολλείποντα. Και μαρτυρούσι τω λόγω τα εμά προς εκείνον εγκώμια, διά τε κανόνων και ύμνων εμοί πονηθέντα, και όσα ο παρ’ εμού συγγραφείς εκείνου βίος και τινών εγκωμίων μέρη».[74] Δεν διστάζει, επίσης, να υπογραμμίσει ότι την περίοδο κατά την οποία βρισκόταν στη Μονή του Σωτήρος Χριστού του Ακαταλήπτου,[75] τελούσε λαμπρή εορτή προς τιμήν του αγίου Γρηγορίου, πριν από την επίσημη ένταξή του στο Εορτολόγιο της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως. Ο ίδιος μάλιστα διασώζει την πληροφορία ότι στην Καστοριά, είχε ανοικοδομηθεί ναός προς τιμήν του Γρηγορίου, με αφορμή την επιτέλεση ενός θαύματος και ο άγιος τιμόταν την ημέρα της κοιμήσεώς του[76]. Σημειώνει επίσης ότι και οι θεσσαλονικείς ανήγειραν ναό και εόρταζαν τη μνήμη του, όπως συνέβαινε και στο Άγιο Όρος.[77]Μνημονεύει τέλος ότι ήδη αμέσως μετά το θάνατο του αγίου Γρηγορίου ιστορήθηκαν αρκετές εικόνες[78] προς τιμήν του, ενώ πολύ σύντομα, έξι έτη μετά την κοίμησή του,[79] εντάσσεται και στον εικονογραφικό διάκοσμο των ναών, όπως καταδεικνύουν σχετικές τοιχογραφίες.[80]
Ο ησυχαστής πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άγιος Κάλλιστος Α΄ (β. πατρ. 1355-1363) στην προσπάθειά του να κάμψει τις υπαρκτές ενστάσεις ως προς την αγιότητα του Γρηγορίου του Παλαμά, από τους αντιπάλους του, στέλνει επιστολή στους επισκόπους της Θεσσαλονίκης, καθώς και σε άλλους οφικιάλους της Εκκλησίας, προκειμένου να συγκεντρωθούν ενυπόγραφες μαρτυρίες περί των θαυμάτων του αγίου[81], υπό την προεδρία της Βασιλομήτορος Άννης, η οποία διέμενε στην πόλη.
Σε παρόμοια ενέργεια προβαίνει ένα χρόνο μετά και ο διάδοχός του στον Πατριαρχικό θρόνο, άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, ο οποίος συγκεντρώνει, διά του Μεγάλου Οικονόμου της Εκκλησίας, «αξιόπιστους μάρτυρας» θαυμάτων του αγίου, όχι, διότι αμφιβάλλει ο ίδιος για την αγιότητα του «πνευματικού πατέρα»[82] και συναγωνιστή του, Γρηγορίου, -όπως χαρακτηριστικά σημειώνει -, «αλλά διά τους αμφιβάλλοντας και τους απιστούντας».[83] Ο ίδιος, όνταςπεπεισμένος περί της αγιότητας του Παλαμά, προτρέπει όχι μονάχα τους Λαυριώτες μοναχούς να τιμούν τη μνήμη του, αλλά και όλους όσους το επιθυμούν, να προβαίνουν «ακωλύτως»[84]στη συγκεκριμένη πράξη.
Τον Απρίλιο του 1368, πριν τη συμπλήρωση εννέα χρόνων από την κοίμηση του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, αγίου Γρηγορίου, συγκαλείται σύνοδος, υπό την προεδρία του πατριάρχου Φιλοθέου, και με σχετική Πράξη εγγράφεται ο άγιος στο Εορτολόγιο της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, της «Μεγάλης Εκκλησίας»[85], και διακηρύσσεται[86], επίσημα, η αγιότητά του, μετατρέποντας την εορτή του από «τοπική» σε «πάνδημο»,[87] στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί ότι προκειμένου περί της εντάξεως του Γρηγορίου του Παλαμά στο Αγιολόγιο και Εορτολόγιο της Εκκλησίας, λήφθηκαν υπόψη, τα ακόλουθα:
  1. Η διαπίστωση και η έμπρακτη διακήρυξη της αγιότητάς του από το πλήρωμα των κατά τόπους Εκκλησιών, όπου ο Γρηγόριος τιμόταν ως άγιος, με την ανέγερση ναών, την εορτή της μνήμης του, την υμνογραφία, την εικονογραφία και την πλοκή εγκωμίων προς αυτόν.
  2. Ο ένθεος βίος του, η πλειάδα των συγγραμμάτων του, Δογματικού και Λειτουργικού, Αντιρρητικού και Απολογητικού χαρακτήρα, αλλά και η διδασκαλία του, (για το άκτιστο φώς, τη διάκριση ουσίας και ενεργειών στο Θεό, καθώς και οι επισημάνσεις του ως προς το ζήτημα του Filioque των Δυτικών), συντέλεσαν ώστε να συναριθμηθεί ο Παλαμάς μεταξύ των διδασκάλων και μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, όπως σημειώνεται και σε σχετικό όραμα μοναχού που καταχωρίζεται από τον άγιο Φιλόθεο Κόκκινο στο Βίο του.[88] Όλα αυτά, συνηγόρησαν υπέρ του ορθοδόξου φρονήματος του αρχιεπισκόπου Γρηγορίου, και συνυπολογίστηκαν για τη διακήρυξη της αγιότητάς του.
  3. Τα θαύματα[89] αποτελούν τον αδιάψευστο μάρτυρα της αγιότητας του Γρηγορίου του Παλαμά, κατά τον Πατριάρχη Κόκκινο. Απλά σημειώνουμε ότι στον εγκωμιαστικό λόγο του πατριάρχη Φιλοθέου προς τον άγιο, -ο οποίος υπενθυμίζουμε ότι συντάχτηκε πριν από τη Σύνοδο του 1368-, μνημονεύονται 15 θαύματα,[90] που συνδέονται με παθήσεις του πεπτικού συστήματος, με παραλύσεις άνω άκρων και λοιπών μελών του σώματος, θανατηφόρες ασθένειες, κ.ά. Ο ίδιος, μάλιστα, ο βιογράφος του αγίου, δεν διστάζει να σημειώνει ότι «… τιμώ τούτον ως άγιον από τον θαυμάτων αυτού, ά μετά την ενθάδε προς Θεόν εκδημίαν ειργάσατο, ιαμάτων πηγήν τον ίδιον αναδείξας τάφον.»[91] Και υπό μορφή ρητορικής ερώτησης εκφράζει την απορία: «…πώς γάρ ουκ αν έχοιμεν αυτόν άγιον και θεοφόρον όν ο Θεός εδόξασεν ούτω διά θαυμάτων;»[92] δίδοντας παράλληλα απάντηση στους Λατίνους για την αμφισβήτηση της χάριτος και την απουσία αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μετά το Σχίσμα.
Στους αιώνες που ακολούθησαν μετά τη διακήρυξη της αγιότητας του Γρηγορίου του Παλαμά, η μνημόνευσή του σε χειρόγραφα Συναξάρια,[93] σε Μηναία,[94] σε Τυπικά,[95] η αξιοποίηση της μνήμης του στο κήρυγμα, κυρίως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας,[96] η σύνθεση Ασματικών Ακολουθιών προς τιμήν του, είναι από πενιχρή έως ανύπαρκτη, εκτός ασφαλώς από ελάχιστες εξαιρέσεις, κειμένων και υμνογραφημάτων που αφορούν συγγραφείς και Πατέρες της Εκκλησίας οι οποίοι διακρίνονται για τα αντιλατινικά τους αισθήματα, όπως ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και ο Γεννάδιος ο Σχολάριος, ή ανήκουν στους λεγόμενους Κολλυβάδες,[97] όπως ο Αθανάσιος[98] ο Πάριος[99] (†1813) και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: Πώς εξηγείται το γεγονός της αποσιώπησης του προσώπου αλλά και της μνήμης του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, από την πλειοψηφία των χειρογράφων[100] των εν χρήσει λειτουργικών βιβλίων της περιόδου από το 15ο έως το 19ο αιώνα; Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα, ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί σε λειτουργικούς λόγους,[101] σε τυπικές διατάξεις,[102] σε λόγους που συνδέονται με πρόσωπα αρνητικά διακείμενα στον Ησυχασμό[103] και κυρίως στα αντιπαλαμικά αισθήματα και την προπαγάνδα που άσκησαν οι Λατίνοι[104] προκειμένου να αμφισβητηθεί και να λησμονηθεί ο άγιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Για να καταδειχθεί η τελευταία αυτή πραγματικότητα, θα σημειώσουμε το εγχείρημα των Λατίνων κληρικών να απαλείψουν την Ακολουθία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, από το βιβλίο του Τριωδίου, που τυπωνόταν στη Βενετία. Ενδεικτικός είναι ο λόγος του Νεκτάριου Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τούτου δε (του αγίου Γρηγορίου) τη Δευτέρα εβδομάδι της Τεσσαρακονθημέρου νηστείας εορταζομένου, την ακολουθίαν εν τω Τριωδίω περιεχομένην, πάντα λίθον κεκινήκασιν ώστε εξαλείψαι της βίβλου οι επί της Inquisitionis των εκδεδομένων βιβλίων τεταγμένοι φράτορες· αλλ’ ουδέν ήνευσαν, των Ενετών αείποτε, το γε επ’ αυτοίς, ακίνητα ημίν της πίστεως τετηρηκότων και ανεπηρέαστα».[105] Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, ότι μολονότι τις τελευταίες δεκαετίες οι Ουνίτες αναγκάστηκαν να συμπεριλάβουν την Ακολουθία του αγίου στις εκδόσεις του Τριωδίου, τοποθέτησαν αυτή στο τέλος[106] του εκκλησιαστικού βιβλίου και με σχετική επισήμανση,[107] που δηλώνει με σαφήνεια ότι ίδιοι αποστασιοποιούνται από το γεγονός της αγιότητας και της μνήμης του αγίου Γρηγορίου, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι.
Δεν θα ήθελα να δοκιμάσω περισσότερο την υπομονή και την ανοχή σας, καταχρώμενος τον πολύτιμο χρόνο σας. Γι’ αυτό θα αρκεστώ στα ακόλουθα:
Η Β΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, με την καταχωρούμενη σε αυτήν μνήμη του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, μας δίδει τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε ότι η Δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας δεν είναι αποκομμένη από τη ζωή και το ήθος των πιστών, το οποίο και διαποτίζει. Η μνήμη του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης αγίου Γρηγορίου, σήμερα, το τίμιο λείψανό του, το οποίο βρίσκεται στο Μητροπολιτικό ναό τηςΘεσσαλονίκης,[108] τα θαύματά του, καταδεικνύουν ότι ο Θεός δεν έπαψε να χαριτώνει τα κεκοιμημένα μέλη του εκκλησιαστικού σώματος, τα οποία αποδεικνύουν, εμπράκτως, την αγάπη τους προς Εκείνον, την επιθυμία τους να υπερβούν τα πάθη και τις αδυναμίες τους, και να πορευτούν στην πορεία της αγιότητας, όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η Β΄ Κυριακή των Νηστειών, ειδικότερα, με το εορτολογικό και αγιολογικό περιεχόμενό της καταδεικνύει την πραγματικότητα αυτή και λειτουργεί ως προσκλητήριο αγιότητας για κάθε πιστό.
Ας μην λησμονούμε ότι, τιμώντας σήμερα, τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Γρηγόριο Παλαμά, δοξάζουμε συνάμα τον εν Τριάδι Θεό, «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας. Αμήν».
Σας ευχαριστώ!

Τρίτη 15 Μαρτίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς ως ποιμένας

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο οποίος μόναζε στό Άγιον Όρος, ύστερα από πρόσκληση τών Χριστιανών τής Θεσσαλονίκης υπερμάχησε στήν αντίκρουση τού αντιησυχασμού τόν οποίο δίδασκε ο Βαρλαάμ. Μέ τήν Σύνοδο τού 1341 καταδικάσθηκε ο Βαρλαάμ καί η διδασκαλία του.
Η εκλογή τού αγίου Γρηγορίου σέ Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης έγινε στήν Σύνοδο τού 1347, η οποία κατaδίκασε τήν συνέχιση τής αντιησυχαστικής διδασκαλίας. Ήδη ο άγιος Γρηγόριος είχε αποκτήσει μεγάλο κύρος στήν Εκκλησία καί κλήθηκε νά ποιμάνη τούς Θεσσαλονικείς, εκεί όπου ξέσπασε η αντιησυχαστική αίρεση.
Μετά τήν εκλογή του, πήγε στήν Θεσσαλονίκη, αρχές τού Σεπτεμβρίου τού έτους 1347, γιά νά αναλάβη τήν διαποίμανση τού ποιμνίου του σέ μιά τραγική περίοδο, αφού η πόλη κυβερνιόταν από τήν ηγεσία τών Ζηλωτών καί υπήρχε μεγάλη κοινωνική αναταραχή.
Οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης ήταν ένα καινούριο στοιχείο, ξένο πρός τίς παραδοσιακές δομές τής πόλεως, εμπνέονταν από αγάπη πρός τήν Δύση καί εξελίχθηκαν σέ ένα κόμμα πού αποτελείτο, κυρίως, από τούς πρόσφυγες καί τούς πτωχούς τής πόλεως, μέ μεταρρυθμιστικές καί αντιμοναχικές-αντιησυχαστικές αρχές, ενώ είχαν διατηρήσει τήν απέχθεια πρός τήν ιδιοκτησία. Είχαν ενεργήσει βίαια καί κατέλαβαν τήν διοίκηση τής πόλεως τό έτος 1345 καί παρέμειναν στήν εξουσία μέχρι τό έτος 1350. Οι Ζηλωτές τής Θεσσαλονίκης πού διοικούσαν τήν πόλη –όχι ο λαός– δέν δέχθηκαν τόν άγιο Γρηγόριο ως Μητροπολίτη, όταν πήγε νά ενθρονισθή τό έτος 1347.
Ο άγιος Γρηγόριος δέν επέμεινε νά παραμείνη στήν Θεσσαλονίκη, αλλά κατέφυγε στό Άγιον Όρος. Δέν θέλησε νά δημιουργήση έριδες καί διαιρέσεις στό ποίμνιό του. Συγχρόνως, αρνήθηκε τίς προτάσεις τού αρχηγού τών Σέρβων Στεφάνου Δουσάν νά τόν υποστηρίξη μέ άλλους απώτερους σκοπούς.
Ο άγιος Γρηγόριος έκανε καί μιά δεύτερη προσπάθεια νά εισέλθη στήν Θεσσαλονίκη, αφού προηγουμένως είχε επισκεφθή τήν Κωνσταντινούπολη. Αυτό πρέπει νά έγινε τό φθινόπωρο τού 1348. Τόν παρακίνησαν τόσο ο Πατριάρχης Ισίδωρος όσο καί οι Βασιλείς, οι οποίοι, βέβαια, τότε είχαν συμφιλιωθή μεταξύ τους. Δυστυχώς, καί πάλι δέν κατόρθωσε νά αναλάβη τήν ποιμαντική διακονία τού λαού. Αυτό έγινε γιατί οι ηγέτες τών Ζηλωτών ζητούσαν από τούς Βασιλείς μεγάλα καί υπεράνω τής τάξεώς τους «έπαθλα τής αταξίας καί τής στάσεως».
Η ενθρόνιση τού αγίου Γρηγορίου στήν Θεσσαλονίκη έγινε τόν Δεκέμβριο τού 1350, μετά τήν εκδίωξη τών Ζηλωτών καί τήν ελευθέρωση τής πόλεως από τήν κατοχή τους, δηλαδή τρία χρόνια μετά τήν εκλογή του καί αφού απέτυχε δύο φορές νά αναλάβη τά ποιμαντικά του καθήκοντα. Ο τρόπος μέ τόν οποίον άσκησε τήν ποιμαντική του διακονία φαίνεται σέ τρία σημεία.
Τό πρώτο αναφέρεται στό γεγονός τής ενθρονίσεώς του. Είναι σημαντικά τά όσα λέγει ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, γιά τούς στασιαστές, τήν απομάκρυνσή τους, αλλά καί γιά τήν άνοδο τού αγίου Γρηγορίου στόν Μητροπολιτικό θρόνο τής Θεσσαλονίκης. Κατ” αρχάς λέγει ότι ήταν ελάχιστοι εκείνοι πού δέν δέχθηκαν τόν άγιο Γρηγόριο κατά τήν πρώτη είσοδό του στήν Θεσσαλονίκη καί αυτοί ήταν πονηροί, φθορείς καί ανάξιοι. Στήν συνέχεια λέγει ότι η ίδια η πόλη εξεγέρθηκε εναντίον τους καί άλλους μέν από αυτούς τούς «κακούργους καί μιαρούς» τούς εξωθεί καί αποβάλλει καί άλλους τούς σωφρονίζει καί αναστέλλει από τήν κάκιστη ορμή καί τίς μοχθηρές πράξεις μέ τά κατάλληλα θεραπευτικά φάρμακα. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί είναι ενδεικτικοί τής νοοτροπίας καί τού έργου τών Ζηλωτών.
Η υποδοχή τήν οποία επεφύλαξε ο λαός στόν άγιο Γρηγόριο ήταν μεγαλειώδης καί δέν μπορεί νά παραβληθή καθόλου «βασιλικοίς επινικίοις καί θριάμβοις καί πομπαίς εισοδίοις». Ενεδύθη ποδήρη χιτώνα καί τήν ιερή στολή γιά νά εισέλθη στήν Θεσσαλονίκη. Η ποιμαντική δράση τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά άρχισε αμέσως μέ τήν τελετή τής ενθρόνισής του. Ο τρόπος μέ τόν οποίον ενήργησε δείχνει ότι συμπεριφερόταν ως Πνευματικός Πατέρας.
Στά πρόθυρα τής πόλεως απηύθυνε ευχή στόν Χριστό. Ήταν μιά προσευχή μετανοίας γιά όσα προηγήθηκαν στήν πόλη τής Θεσσαλονίκης, προσευχή εκζητήσεως τού ελέους τού Θεού καί ειρηνεύσεως τού λαού. Τό περιεχόμενο τής προσευχής δείχνει αφ” ενός μέν τήν τραγική κατάσταση τής πόλεως, πού προηγήθηκε, αφ” ετέρου δέ τήν πνευματική προσωπικότητα τού αγίου Γρηγορίου. Ο άγιος Γρηγόριος συμπεριφέρεται ως μεγάλος Πνευματικός ηγέτης.
Διερχόμενος τήν πόλη γιά νά ενθρονισθή, όλοι οι ψάλτες έψαλαν ύμνους αναστασίμους, ωσάν νά έβλεπαν τόν αναστάντα Χριστό. Έψαλαν: «Καθαρθώμεν τάς αισθήσεις, καί οψόμεθα τώ απροσίτω φωτί τής αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα».
Τό δεύτερο σημείο είναι τό πώς άρχισε τήν ποιμαντική του διακονία καί αυτό δείχνει τίς ορθές βάσεις τού ποιμαντικού του έργου. Τήν τρίτη ημέρα από τήν είσοδό του στήν πόλη όρισε πάνδημη πομπή καί λιτανεία μέ ιερές εικόνες, ψαλμωδίες καί ευχές. Στήν λιτανεία αυτή παρευρέθηκαν όλοι οι κάτοικοι τής Θεσσαλονίκης. Διήλθε τό μεγαλύτερο μέρος τής πόλεως «ευχόμενος, ευλογών, υπέρ τών παρελθόντων ευχαριστών, υπέρ τών μελλόντων δεόμενος». Στό τέλος δέ τής λιτανείας ομίλησε στόν λαό γιά τήν ειρήνη καί τήν ομόνοια. Ο πρώτος αυτός λόγος τού μεγάλου Ιεράρχου είναι υπόδειγμα λόγου καί ειρηνευτικής αποστολής καί δείχνει πώς αισθανόταν ως Επίσκοπος.
Στήν αρχή τού λόγου θέτει τίς αληθινές θεολογικές προϋποθέσεις τής κοινωνίας. Ομιλεί γιά τόν κοινό Πατέρα καί γιά τήν εν Χριστώ αδελφότητα. Μάς δημιούργησε ο Θεός, καί είμαστε αδελφοί, λόγω τού ?Αδάμ, τού κοινού γενάρχου. Επίσης, η αδελφότητα είναι ισχυρότερη, λόγω τής ομογένειας καί τής κοινής μητέρας, δηλαδή τής Εκκλησίας. Οι Χριστιανοί είναι ένα σώμα, έχουν κεφαλή τόν Χριστό. Βαπτίσθηκαν σέ ένα Βάπτισμα, έχουν μία πίστη, μία ελπίδα, έναν Θεό. Έτσι, πρέπει νά είναι στενά συνδεδεμένοι μέ τήν αγάπη.
Στήν συνέχεια αναφέρεται στά συγκεκριμένα γεγονότα πού τάραξαν τήν Θεσσαλονίκη. Ενώ έπρεπε νά είχαν αγάπη, εν τούτοις εισήλθε μέ τήν συνέργεια τού πονηρού τό μίσος. Έτσι, μέ αυθεντικό τρόπο ο άγιος Γρηγόριος περιγράφει τήν κατάσταση πού επικρατούσε κατά τήν κατοχή τής πόλεως από τούς Ζηλωτές. Οι πληροφορίες είναι αξιόλογες.
Γράφει ότι τό μίσος πού εισήλθε διέσπασε τήν κοινωνία καί τήν ενότητα μέ τόν Θεό καί τούς αδελφούς, έκανε τήν πόλη παράλυτη, δημιούργησε εχθρικές μερίδες, συγχύσεις, ταραχές, δίνοντας τήν εικόνα ότι η πόλη κυριεύθηκε από εχθρούς. Οι κάτοικοι τής πόλεως έτρεχαν σέ όλη τήν πόλη, άλλοι καταστρέφοντας τά σπίτια, άλλοι αρπάζοντας τά ευρισκόμενα σέ αυτά καί μέ μεγάλη μανία αναζητούσαν τούς οικοδεσπότες γιά νά τούς φονεύσουν «ανηλεώς τε καί απανθρώπως». Ως πραγματικός ποιμήν καί αληθινός ιατρός παρουσίασε τό πάθος, τήν πληγή τής πόλεως.
Δέν αρκείται, όμως, μόνον σέ αυτό, αλλά προχωρεί καί στήν θεραπεία. Ο ιατρός δέν αρκείται στήν αποκάλυψη τής πληγής, αλλά καί θεραπεύει. Τό ίδιο κάνει καί ο άγιος μέ τόν θεραπευτικό καί ειρηνευτικό του λόγο. Τονίζει ότι δέν επιδιώκει νά τούς ονειδίση, αλλά, αφού γνωρίσουν τήν νόσο, στήν συνέχεια πρέπει νά τήν θεραπεύσουν. Τούς προτείνει νά αναζητήσουν τήν αιτία από τήν οποία έπεσαν, νά ζητήσουν τήν θεραπεία καί νά τήν διαφυλάξουν. Η αιτία τού μίσους καί τών ταραχών είναι η αμαρτία. Ο άγιος Γρηγόριος γνωρίζει ότι η πρόθεση τών επαναστατών δέν ήταν απλώς οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις καί μεταβολές, αλλά η αμαρτία. Όλα αυτά υποκινούνται από τόν διάβολο. Αναλύει πολύ παραστατικά ότι η αμαρτία είναι η αιτία τής στάσεως αυτής. Οι λόγοι αυτοί τού αγίου Γρηγορίου δείχνουν τόν τρόπο μέ τόν οποίο, εργάσθηκε ποιμαντικά στήν Θεσσαλονίκη.
Ο άγιος Γρηγόριος δέν είναι ένας ξηρός κοινωνιολόγος, αλλά πραγματικός πατέρας καί ποιμένας, δηλαδή ιατρός τών νοσούντων ανθρώπων, αφού προσπαθεί νά τούς θεραπεύση. Συγκρίνοντας τήν περίπτωση τών κατοίκων τής Θεσσαλονίκης μέ τόν παραλυτικό τού Ευαγγελίου, πού καθόταν στήν Κολυμβήθρα τού Σιλωάμ, λέγει ότι υπάρχουν δύο ομοιότητες. Όπως ο παραλυτικός παρέμεινε στήν Κολυμβήθρα χωρίς νά απομακρύνεται, έτσι καί αυτοί δέν έφυγαν τελείως από τήν Εκκλησία. Καί όπως εκείνος δέν είχε άνθρωπο νά τόν βοηθήση, έτσι καί αυτοί δέν είχαν ποιμένα τόσον καιρό γιά νά τούς ειρηνεύση.
Μετά προχωρεί στίς παραινέσεις καί τίς προτροπές. Δέν είχαν ποιμένα, τώρα όμως έχουν. Αυτός θά τούς παρηγορήση καί θά τούς θεραπεύση. Τούς συνιστά συμφιλίωση μέ τόν Θεό, επίγνωση τής συγγένειας πού έχουν μεταξύ τους, ανάμνηση τών παλαιών ημερών τής ειρήνης. Τούς προτρέπει νά μή σκέπτωνται τό κακό, ούτε νά ανταποδώσουν τό κακό, αλλά νά νικήσουν τό κακό μέ τό αγαθό. Νά ενστερνισθούν τήν αγάπη, νά κάνουν υπακοή στόν ευαγγελισμό τής ειρήνης καί μάλιστα νά συνεργασθούν μαζί του στό θέμα τής ειρηνεύσεως. Η διακονία του ως Ποιμένος είναι διακονία αγάπης καί ειρήνης. Είναι υπηρέτης αυτής τής διακονίας. Πρέπει νά είναι συμφιλιωμένοι καί ομονοούντες, έχοντες στό μέσον τόν Χριστό.
Όπως φαίνεται από τήν πρώτη εκείνη ομιλία τού αγίου Γρηγορίου, αφ” ενός μέν προσδιορίζεται η νόσος καί η θεραπεία τών στασιαστών καί ολοκλήρου τής πόλεως, αφ” ετέρου δέ προτρέπονται οι αδικηθέντες νά μήν ανταποδώσουν τό κακό, αλλά νά ειρηνεύσουν καί νά αγαπήσουν τούς εχθρους τους. Μέσα στά πλαίσια αυτά κρύπτεται όλο τό ειρηνευτικό έργο τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά στήν Θεσσαλονίκη. Μετά από μεγάλες ανωμαλίες απαιτείται αυτοσυγκράτηση καί ισχυρή προσωπικότητα γιά νά θεραπεύση τήν οργή τού λαού.
Ο άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος διασώζει τήν πληροφορία ότι μετά τήν ομιλία εκείνη έκανε φίλους καί αυτούς ακόμη τούς υβριστές του καί τούς προηγουμένους εχθρούς καί στασιαστές. Όχι μόνον τούς έκανε φίλους, αλλά καί δούλους, μέ τήν έννοια ότι έπεσαν στά πόδια του, τά ασπάζονταν, εξομολογούνταν τά αμαρτήματα πού έπραξαν καί ζητούσαν συγγνώμη. Ο άγιος όχι μόνον τούς συγχώρησε, αλλά έκανε καί κάτι μεγαλύτερο, τούς ενέγραψε στούς φίλους του καί τούς ευεργετούσε μέ λόγια καί ενέργειες. Έκανε καί σύναξη ιερέων, στούς οποίους υπενθύμισε τά καθήκοντά τους. Καί μέ όλους αυτούς τούς τρόπους ο άγιος Γρηγόριος έφερε τήν ειρήνη καί θεράπευε τούς Χριστιανούς.
Τό τρίτο σημείο πού δείχνει τόν τρόπο τής ποιμαντικής του διακονίας φαίνεται στό περιεχόμενο τών ομιλιών του πού διασώθηκαν.
Παρέμεινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης μέχρι τήν κοίμησή του πού συνέβη τήν 14η Νοεμβρίου τού έτους 1359, δηλαδή υπήρξε Μητροπολίτης γιά δώδεκα χρόνια (1347-1359), αλλά σχεδόν τά μισά από αυτά παρέμεινε στόν αρχιερατικό του θρόνο. Ήδη είδαμε ότι ενθρονίσθηκε τρία χρόνια μετά τήν εκλογή του, καθώς επίσης ένα χρόνο πέρασε αιχμάλωτος στούς Οθωμανούς.
Όταν διαβάζη κανείς τίς ομιλίες αυτές παρατηρεί ότι ομιλούσε ως θεολόγος, ησυχαστής καί Πνευματικός Πατέρας πού αντιμετώπιζε τά προβλήματα τού λαού, ακόμη καί τά κοινωνικά, μέσα από τήν θεολογική προοπτική τής Εκκλησίας. Όλη τήν θεολογία, τήν οποία ανέπτυξε προηγουμένως εναντίον τού Βαρλαάμ καί τών διαδόχων του, τήν πέρασε μέ ανάλογη προσαρμογή στό ποίμνιό του στήν Θεσσαλονίκη. Στά κηρύγματά του συνδέει στενά τήν θεοπτική θεολογία μέ τήν ησυχαστική παράδοση, τά Μυστήρια τής Εκκλησίας μέ τήν άσκηση, τήν λειτουργική ζωή μέ τήν φιλανθρωπία.
Έτσι, βλέπουμε θαυμάσιες αναλύσεις γιά τόν σκοπό τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού, γιά τήν θέα-θεωρία τού ακτίστου Φωτός, γιά τήν βίωση τού μυστηρίου τού Σταυρού καί τής Αναστάσεως τού Χριστού, γιά τήν εκκλησιαστική ζωή, γιά τήν αξία καί σημασία τών αγίων τής Εκκλησίας, ιδίως τού πολιούχου τής Θεσσαλονίκης αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλύτου, γιά τήν αγάπη πρός τούς πτωχούς κλπ.
Γενικά, από τίς ομιλίες αυτές καταλαβαίνουμε πώς γίνεται μιά εκκλησιαστική, ποιμαντική διακονία από έναν μεγάλο Πατέρα τής Εκκλησίας, έναν θεολόγο καί ησυχαστή. Ακόμη καί η κοινωνική του διδασκαλία είναι απόρροια τής εκκλησιαστικής ζωής, τής φιλοθεΐας καί τής φιλανθρωπίας.
Ο τρόπος τής ποιμαντικής του διακονίας φαίνεται καί σέ μιά επιστολή πού έστειλε στό ποίμνιό του, τήν οποία έγραψε κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του στούς Οθωμανούς καί στήν οποία ενημερώνει τούς Χριστιανούς γιά όσα συνέβησαν κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του, πού δείχνει τήν στενή επικοινωνία πού είχε μαζί τους. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο επίλογος τής επιστολής, γιατί δείχνει πώς εργαζόταν στό ποίμνιό του, πώς εξασκούσε τήν ποιμαντική του διακονία.
Γράφει ότι, όπως διδάσκει τούς Θεσσαλονικείς τήν οδό τής σωτηρίας μέ θυσία καί παρρησία, έτσι τό κάνει καί κατά τήν διάρκεια τής αιχμαλωσίας του. Οι Θεσσαλονικείς δέν πρέπει νά ξεχνούν ότι έχουν ζωντανό καί αληθινό Θεό πού μαρτυρείται από τούς αγίους, αλλά καί αυτοί πρέπει νά έχουν ζωντανή καί αληθινή πίστη, γιατί η πίστη πού δέν μαρτυρείται από τά έργα είναι νεκρή. Είναι αδύνατον κάποιος άπιστος νά εμπιστευθή τόν Χριστιανό, όταν, ενώ πιστεύη στόν Χριστό πού γεννήθηκε από παρθένο Πατέρα αχρόνως καί από παρθένο Μητέρα εν χρόνω, εν τούτοις όμως δέν ασκή τήν παρθενία (ο μοναχός) καί τήν σωφροσύνη (ο έγγαμος), αλλά ζή τήν ακολασία. Δέν μπορεί κανείς νά γίνη κατά Χάρη υιός τού Θεού, όταν δέν κάνη ό,τι έκανε καί ο Ίδιος ο Χριστός. Στό τέλος προτρέπει τούς Χριστιανούς νά κάνουν αυτοί τήν αρχή καί ο Θεός θά βοηθήση. Γιά νά σωθή ο άνθρωπος πρέπει νά απομακρυνθή από τήν κακία, νά αποκτήση τήν αρετή, νά αναλάβη τά έργα τής μετανοίας, καί νά προσμένη τήν βοήθεια τού Θεού. Έτσι, ο άνθρωπος οδηγείται στήν πρόσκτηση τών θεϊκών αρετών «διά τής τού θείου πνεύματος ενοικήσεως» καί θεοποιείται.
Επομένως, η προσευχή καί η ομιλία πού έκανε ο άγιος Γρηγόριος κατά τήν είσοδό του στήν Θεσσαλονίκη καί τήν ανάληψη τών επισκοπικών του καθηκόντων, οι ομιλίες στό ποίμνιό του, καί η επιστολή πού έστειλε στήν Εκκλησία του από τόν χώρο τής αιχμαλωσίας του φανερώνουν τό πώς ενεργούσε ως Ποιμένας.
Ο άγιος Γρηγόριος ήταν μεγάλος ησυχαστής Πατέρας, αλλά καί ένας μεγάλος ποιμένας πού καθοδηγούσε ορθόδοξα τό ποίμνιό του. Στήν περίπτωσή του φαίνεται ευδιάκριτα πώς ένας ησυχαστής μπορεί νά ποιμαίνη τούς ανθρώπους, πώς ένας ποιμένας ορθοτομεί τόν λόγο τής αληθείας μέ τήν βίωση τού αληθινού ησυχαστού καί πώς πρέπει νά θεολογή καί νά ποιμαίνη ένας Επίσκοπος.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση Μάρτιος 2013