Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Γ΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Γ΄ ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2024

Η ΠΕΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. , Κεφ. Ζ. 11 – 16)

Κυριακή 9η Οκτωβρίου 2011


Του Πρωτ. Γεωργίου Σούλου

«νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»

Ανάμεσα στις πολλές και θαυμαστές ενέργειες που πραγμάτωσε ο Χριστός στον άνθρωπο, κατά τον επίγειο βίο Του, είναι και οι αναστάσεις νεκρών ανθρώπων, όπως του υιού, της εκ της πόλεως Ναΐν, χήρας του σημερινού Ευαγγελίου, της κόρης του Ιαείρου, του φίλου Του Λαζάρου, καθώς και των νεκρών τη στιγμή της σταύρωσής Του, όπου «πολλά σώματα των κεκοιμημένων, μετά την έγερσιν αυτού εισήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς» και βεβαίως η Ανάσταση του Ιδίου του εαυτού Του.

Αντικρίζοντας τον υιό της χήρας στην πόλη Ναΐν, κατανοούμε, ότι πρόκειται για ένα μεγάλο μυστήριο, που μας διδάσκει ότι δεν υπάρχουν νεκροί, διότι «ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Γι’ αυτό ο Χριστός σήκωσε τον πεθαμένο υιό της χήρας λέγοντάς του: «νεανίσκε, σε σένα μιλώ, σήκω επάνω!». Αντικρίζει το νεκρό σώμα του μονάκριβου υιού της γυναίκας εκείνης και του συμπεριφέρεται, ωσάν να βρισκόταν σε ύπνο.

Δύσκολα αποδέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος τούτα τα υπέρλογα, αλλά οντολογικά γεγονότα και δύσκολα, έως καθόλου, τα πιστεύει. Ακούγοντας κανείς για θάνατο αποφεύγει και να τον ονομάσει, γιατί τον φοβάται και τον τρέμει. Δεν κατόρθωσε ο σύγχρονος άνθρωπος να κάνει υπέρβαση του θανάτου, με αποτέλεσμα ούτε για ανάσταση να μπορεί να μιλάει, διότι το όντως φοβερό γεγονός του μυστηρίου του θανάτου είναι υποχρέωση και επιταγή της Εκκλησίας, καθώς και της Θεολογίας, να το διδάσκουν, ώστε να κατορθώσει ο άνθρωπος, να δώσει μια απάντηση στα πιο δύσκολα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου, που είναι ζωτικής σημασίας και υπαρξιακού ενδιαφέροντος, γύρω από τα οποία οφείλει να στρέφεται, ακατάπαυστα, ο λόγος και η διδασκαλία των συγχρόνων κληρικών και λαϊκών θεολόγων. Είναι το αυτονόητο καθήκον του κάθε κληρικού ή λαϊκού θεολόγου, διότι ολόκληρη η χριστιανική αλήθεια και η πίστη της Εκκλησίας στηρίζεται στην Ανάσταση του Χριστού, ο οποίος καταπάτησε και εκμηδένισε το θάνατο, (θανάτω θάνατον πατήσας), προσλαμβάνοντας το θάνατο του ανθρώπου, «απαθανατίζων το πρόσλημμα», ως προσφορά αγάπης.

Σε μια εποχή, λοιπόν, όπως η σημερινή, εποχή βαθύτατων υπαρξιακών προκλήσεων, προβληματισμών και αναζητήσεων η θεολογία, ως κατάθεση βιώματος της Εκκλησίας, μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη λύση τραγικών εμπειριών, όπως είναι ο θάνατος, προσφέροντας στο πόνο της ανθρώπινης ύπαρξης την αναστάσιμη ελπίδα αφού «ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή.

Είναι γεγονός ότι, ο σύγχρονος άνθρωπος αντιμετωπίζει έντονα και δυσεπίλυτα προβλήματα υπάρξεως. Αντιμετωπίζει καταστάσεις και συνθήκες που δημιουργούν αγωνία, σύγχυση, και αίσθημα αδιεξόδου και απώλειας της προσωπικής ανεξαρτησίας και ζωής. Μερικά από τα προβλήματα αυτά αποτελούν μόνιμο χαρακτηριστικό του ανθρωπίνου βίου, ως διαχρονικά φαινόμενα που με διαφορετικές μορφές εμφανίζονται σταθερά στις διαδοχικές φάσεις της ιστορίας. Μεταξύ άλλων είναι το θέμα του τραγικού γεγονότος του θανάτου και της υπέρβασής του, καθώς και της πέραν αυτού ζωής.

«Βεβαίως, όταν η Εκκλησία μιλά για τον θάνατο, δεν το κάνει για να τρομάξει τους ανθρώπους ή να τους δημιουργήσει πανικό, αλλά για να τους βοηθήσει να τον υπερβούν. Άλλωστε, είναι γνωστόν ότι το πρόβλημα του θανάτου δεν αντιμετωπίζεται εύκολα ούτε είναι ένα απλό γεγονός. Γεννιόμαστε με την φθαρτότητα και την θνητότητα. Με την γέννηση γεννιέται ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, που πρόκειται να πεθάνει. Όλος ο ανθρώπινος βίος είναι μια διαδοχή θανάτων. Οι αρρώστιες και γενικά η φθαρτότητα του σώματος υποδηλώνουν ότι μεταφέρουμε και κουβαλάμε πάνω μας τον θάνατο. Και οι διάφορες άσχημες αντιδράσεις μας ανάγονται στην βίωση του θανάτου. Οπότε, όταν μιλά η Εκκλησία για τα θέματα αυτά βοηθάει αποτελεσματικά τον άνθρωπο. Δεν του σκορπά φόβο και πανικό, αλλά ελπίδα και παρηγοριά, ώστε να μπορεί να χαίρεται τη ζωή», σημειώνει μεταξύ άλλων, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου, κ. Ιερόθεος.

Συνεπώς, η βεβαιότητα του θανάτου είναι η μόνη βεβαιότητα, που συνέχει ακόμη και σήμερα το είναι του ανθρώπου και ταλανίζει την ύπαρξή του. Το μοιραίο γεγονός του θανάτου παραμένει το μεγάλο και αναπάντητο ερώτημα του ανθρώπου. Ως το κύριο και σημαντικό πρόβλημα του ανθρώπινου είναι, θεωρεί ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι το γεγονός ότι, «η πραγματικότητα του θανάτου δεν έχει ακόμη καταργηθεί, έχει όμως αποκαλυφθεί η αδυναμία του».

Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι, «είναι αλήθεια ότι εξακολουθούμε να πεθαίνουμε, όπως και πριν, αλλά δεν παραμένουμε μέσα στο θάνατο, και τούτο σημαίνει πως δεν πεθαίνουμε. Η δύναμις και η απόλυτη αλήθεια του θανάτου είναι το γεγονός, ότι ένας νεκρός δεν έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στη ζωή, όμως μετά το θάνατο είναι δυνατό να ζωοποιηθεί και, ακόμη περισσότερο, να αποκτήσει μια καλλίτερη ζωή, τότε η νέα του αυτή κατάσταση δεν είναι πλέον θάνατος, αλλά ύπνος».

Βασικός άξονας γύρω από τον οποίο αναπτύσσονται οι περί θανάτου απόψεις του ιερού Χρυσοστόμου είναι η μελέτη της οντολογίας και των συνεπειών του συγκεκριμένου υπαρκτικού αινίγματος πριν και μετά από τον Χριστό. Σταθερά προσανατολισμένος στις βιβλικές παραδοχές, ο ιερός Χρυσόστομος συνδέει αιτιακά τον θάνατο με την αμαρτία. Είναι η θεία «καταδίκη» που επέσυρε η πτώση και λειτουργεί ως μέσο τιμωρίας για τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα όμως ο θάνατος ενσαρκώνει και τον θρίαμβο του διαβόλου και των δυνάμεων του σκότους, που συνοδεύουν έκτοτε την ιστορική, ηθική και υπαρκτική περιπέτεια της ανθρωπότητας.

Ο Χρυσόστομος υπερβαίνει το αδιέξοδο της φαινομενικής αντίφασης εξηγώντας το σωματικό θάνατο, ως θεραπευτική συνέπεια του πνευματικού, ο οποίος προηγήθηκε με την πτώση. Ο πνευματικός θάνατος είναι ο θρίαμβος του κακού και ο σωματικός θάνατος η δίκαιη τιμωρία, καθώς και το εκφραστικό μέσο της θείας φιλανθρωπίας. Αυτός ο

ερμηνευτικός ελιγμός, επιτρέπει στον ιερό Χρυσόστομο, άλλοτε να μαλώνει τον άνθρωπο, για το απαράγραφο χρέος της θνητότητας και άλλοτε να υπερασπίζεται τον θάνατο, ως «αμαρτίας φάρμακο», που ματαιώνει τον πολλαπλασιασμό και τη διαιώνιση του κακού. Από την άποψη αυτή ο θάνατος, σύμφωνα με τον ιερό Πατέρα της Εκκλησίας, «δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αναίρεση της φθοράς, γιατί ο θάνατος δεν διαλύει απλώς το σώματα, αλλά τη φθορά του». Ο θάνατος πριν από τον Χριστό αποτελούσε το αδιαπέραστο φράγμα ανάμεσα στο ενθάδε και το επέκεινα και ήταν πηγή μόνιμου φόβου και απαρηγόρητου πένθους. Ήταν ο οριστικός θρίαμβος του αφανισμού πάνω σε μια ζωή εύθραυστη και απειλούμενη διαρκώς από την τρομώδη αναμονή του βέβαιου τέλους, το οποίο εξ’ αιτίας της ευεργετικής «μεταβολής», που συντελέστηκε με τον σταυρικό θάνατο και την ανάσταση του Θεανθρώπου, ανέτρεψε τους όρους της ισχύος και της ασθένειας. Ενώ, δηλαδή, ο άνθρωπος της προχριστιανικής εποχής ενσάρκωνε το έσχατο της αδυναμίας απέναντι στον πανίσχυρο θάνατο, ο χριστοποιημένος άνθρωπος παρουσιάζεται πανίσχυρος ενώπιον του εξουθενωμένου και ευτελισμένου πλέον θανάτου.

Όμως η ανάσταση του Χριστού κατεδαφίζει την αγωνία και το φόβο του θανάτου, μεταμορφώνοντας την έσχατη εμπειρία του ανθρώπου από απειλή αφανισμού σε ένα πολύτιμο πέρασμα προς την αιωνιότητα, την αφθαρσία και τη θέα του Θεού. Έτσι, ο χριστιανικός θάνατος θεωρείται πλέον, ως «ανάπαυση και απαλλαγή» από τις ακούσιες ταλαιπωρίες της παρούσας ζωής αλλά και ως «αμοιβή» και «στέφανος» για τους εκούσιους ασκητικούς κόπους ως μια κατάργηση ή υπέρβαση του θανάτου.

Συνεπώς, ενώ το κράτος του θανάτου, πριν από τον Χριστό, στηριζόταν σε έναν βαθύρριζο φόβο, τον οποίο ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει και δικαιολογεί ως αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, η βιωματική οικείωση των ευεργεσιών της εν Χριστώ εξουδετέρωσης του θανάτου απαιτεί και την ενεργό συμμετοχή του ανθρώπου: Είναι άσκηση ελευθερίας, κατόρθωμα της «προαιρέσεως», δηλαδή προϊόν της πίστης και της ελπίδας του ανθρώπου στην ανάσταση. Όπως είναι φυσικό, η αταλάντευτη πίστη του χριστιανού στην ανάσταση εκφράζεται στην νηφάλια και αδιαμαρτύρητη αποδοχή του θανάτου και στην εκούσια προσφορά της ζωής του, για χάρη της αγάπης του Χριστού.

Η τραγωδία του ανθρώπου διακόπτεται και ο ίδιος λυτρώνεται από το θάνατο, όχι μέσα σε μια ένωση με γήινα χαρακτηριστικά και κτιστές διαστάσεις, αλλά μέσα στην ενότητα με το πρόσωπο του Χριστού. Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία κτιστού, που είναι ο άνθρωπος, και άκτιστου, που είναι ο Θεάνθρωπος, «η ανάγκη και ο θάνατος παύουν να είναι οριακά σημεία, γιατί παίρνουν μια νέα θέση μέσα στο κόσμο. Αναγκαστικά χάνουν την εχθρική τους έννοια, γιατί προσλαμβάνουν μια λειτουργικότητα υπηρετική του θείου σχεδίου. Έτσι, ο εν Χριστώ άνθρωπος χωρίς να διαφεύγει στην επίγεια ζωή του την ανάγκη και το θάνατο γεύεται κιόλας τη σωτηρία, γιατί υπερνικά την τραγική του μοίρα και κυριαρχεί πάνω σ’ αυτή όχι αποφεύγοντάς την, αλλά δίνοντας σ’ αυτήν ένα νέο νόημα».

Μόνο ο άκτιστος Θεός παρέχει την αθανασία και σώζει τον άνθρωπο από το θάνατο. Η υπέρβαση του θανάτου απαιτεί πλήρη σύζευξη του κτιστού με το άκτιστο. Η ιδιαιτερότητα και το σωτηριολογικό περιεχόμενο της ένωσης αυτής, έγκειται στο γεγονός ότι, προσφέρει τη δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να μεθέξει προσωπικά στην Ανάσταση του Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός κατάργησε τον έσχατο εχθρό της ανθρώπινης ύπαρξης και έγινε έτσι η απαρχή της ζωής που υπερβαίνει το θάνατο. Η παρουσία του Θεού πληροί τα πάντα. Σε καμία περίπτωση το κτιστό δεν μπορεί να ζήσει έξω από την αμεσότητα με το άκτιστο. Τίποτα δεν σώζει παρά μόνον ο Θεός.

Κατόπιν όλων αυτών ο πιστός έχει την πεποίθηση ότι «ο Χριστός με το να ενώσει κτιστό και άκτιστο ασυγχύτως και αδιαιρέτως νίκησε το θάνατο με μια νίκη που δεν είναι ένα αναγκαστικό για την ύπαρξη γεγονός, αλλά μια δυνατότητα που κερδίζεται μόνο με την ελευθερία και την αγάπη. Η νίκη αυτή πραγματοποιήθηκε στην Ανάστασή Του, χωρίς την οποία δεν μπορεί να γίνει λόγος για σωτηρία, αφού ο θάνατος είναι το πρόβλημα της κτιστότητας. «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις ημών», λέγει ο Παύλος. Ο Χριστός είναι σωτήρας του κόσμου, όχι γιατί θυσιάστηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ’ αυτό τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί ανέστη εκ νεκρών «θανάτω θάνατον πατήσας». Η Ανάσταση, λοιπόν, του Χριστού έγινε δυνατή χάρη στην ένωση «αδιαιρέτως», αλλά και «ασυγχύτως» του κτιστού με το άκτιστο, δηλαδή χάρη στην αγάπη, που κάνει το κτιστό και το άκτιστο να υπερβαίνουν τα όριά τους και να ενώνονται «αδιαιρέτως», και χάρη στην ελευθερία, που κάνει το κτιστό και το άκτιστο να μη χάνουν την ετερότητά τους με την υπέρβαση των ορίων τους στην ένωση αυτή, αλλά αντίθετα, να εξασφαλίζουν την ετερότητα αυτή, διατηρώντας έτσι τη διαλεκτική σχέση τους.

Ο κόσμος είναι τόσο κτιστός, ώστε να μη μπορεί να ζήσει μόνος του, αλλά και τόσο αγαπητός από το Θεό, ώστε να πρέπει να ζήσει. Ο θάνατος, ο «έσχατος εχθρός» της υπάρξεως, πρέπει να υπερνικηθεί. Αυτό επιτυγχάνεται με το θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, που και τα δύο, ως ιστορική πραγματικότητα, αποτελούν το κέντρο της ζωής του κάθε πιστού. Ο θρίαμβος της αγάπης του Χριστού, κινείται γύρω από τον άξονα της διαλεκτικής σχέσης κτιστού και ακτίστου. Το ανθρωπολογικό και δυναμικό νόημα αυτής της σχέσης φανερώνεται στην υπέρβαση της τραγικότητας του θανάτου και στην εξάλειψη κάθε κινδύνου, για αφανισμό του ανθρωπίνου προσώπου.

Η αγαπητική ένωση ανθρώπου και Θεού στο πρόσωπο του Χριστού σώζει από το θάνατο. Μόνο μέσα σ’ αυτή τη σχέση καταφάσκεται η ανθρώπινη ύπαρξη και υπερβαίνεται η κτιστότητα της φύσεως του ανθρώπου. Κι αυτό γιατί η ένωση αυτή οδηγεί σε μία ταύτιση: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός»

Με τον τρόπο αυτό της προσωπικής υπάρξεως, η σωτηρία είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, γιατί διατελεί μέσα στην αγάπη του Θεού. Τότε όμως η ζωή του ανθρώπου ξεπερνά τη φθορά και το θάνατο και γίνεται αιώνια, αφού και «η ζωή του Θεού είναι αιωνία, διότι είναι προσωπική, δηλαδή, πραγματώνεται ως έκφραση ελευθέρας κοινωνίας, ως αγάπη. Ζωή και αγάπη ταυτίζονται και γίνονται πρόσωπο, το οποίο δεν αποθνήσκει, διότι αγαπάται και αγαπά. Έξω από την κοινωνία της αγάπης το πρόσωπο χάνει τη μοναδικότητά του, γίνεται ένα ον όπως και τα άλλα, ένα «πράγμα», χωρίς «ταυτότητα» και «όνομα», χωρίς πρόσωπον. Θάνατος δια το πρόσωπον σημαίνει το να παύσει να αγαπάται και να αγαπά, να παύσει να είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, ενώ ζωή δια το πρόσωπον σημαίνει την επιβίωση της μοναδικότητας της υποστάσεώς του, την οποίαν βεβαιώνει και συντηρεί η αγάπη». Έτσι, η αγάπη ελευθερώνει τον άνθρωπο, ως πρόσωπο, από τη φθορά και το θάνατο. Ο άνθρωπος με την αγάπη υπερβαίνει την κτιστότητά του, αφού η κτιστή του φύση γίνεται ένα με την άκτιστη φύση του Τριαδικού Θεού, που είναι αγάπη και μάλιστα απεριόριστη. Κάθε άνθρωπος καλείται να πραγματώσει αυτό τον τρόπο ύπαρξης μέσα στο χώρο της Εκκλησίας, που «είναι σε τελευταία ανάλυση τρόπος υπάρξεως, επειδή ακριβώς είναι το Μυστήριο της Αγάπης, το Μυστήριο στο οποίο βιώνουμε θετικά την ελευθερία μας από τα πάθη».



Με άλλα λόγια, η αγάπη του ανθρώπου πρέπει να είναι γνήσια και αυτό σίγουρα δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά δεν είναι και δύσκολο κατόρθωμα. Είναι μια μαθητεία και άσκηση, δια βίου, στο χώρο της προσωπικής ύπαρξης. Για τους χριστιανούς το διαρκές και επαναλαμβανόμενο γεγονός του θανάτου στη ζωή τους αποτελεί υπόμνηση της αγάπης. Μιας αγάπης, σε μια οριζόντια και κάθετη σχέση με τους άλλους και με το Θεό, που είναι απαραίτητη για μια ουσιαστική και οντολογική θεμελίωση της προσωπικότητας του ανθρώπου και της κοινωνικότητας της Εκκλησίας.

Κι αυτό γιατί η «αγάπη παραπέμπει σε σημαινόμενη εμπειρική δυναμική, που βιώνεται και στην επίγεια βιωτή, ως πάντοτε ατέλεστος τελειότης, αλλά και στη μετά το θάνατο ζωή, που δεν καταργείται. Δεν εκπίπτει με την ενηλικίωση της εισόδου στον «χώρο του ακτίστου». Η ζωή συνεχίζεται και μετά το θάνατο. Η πίστη στην αθανασία αποτελεί μια κλασική απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα του ανθρώπου για το θάνατο, εάν δηλαδή, αποτελεί το οριστικό τέρμα της ζωής ή μήπως πρό¬κειται μόνο για ένα σταθμό, κάποιο σύντομο διάλειμμα και μια πρόσκαιρη διακοπή του φαινομένου της ζωής. Η αθανασία υπο¬στηρίζει τη δεύτερη εκδοχή παρομοιάζοντας το θάνατο με τον ύπνο, όπου ο θάνατος εκλαμβάνεται σαν «μεγάλος ύπνος» και ο ύπνος ως «μικρός θάνατος». Κύ¬ρια συστατικά στοιχεία της πίστης στην αθανασία της ψυχής είναι η συνέχιση της ζωής μετά θάνατο, ο αποχωρισμός της ψυχής από το σώμα κατά την τελευτή του άνθρωπου, η επανένωση τους στο μεταθανάτιο υπερπέραν, η επουράνια κρίση των επίγειων έργων μας και η συνακόλουθη ανταμοιβή, ως παράδεισος, ή τιμωρία, ως κόλαση.

Ο χριστιανισμός αποδέχεται λοιπόν την αθανασία, την τροπο¬ποιεί όμως ριζικά και επιφυλάσσεται έντονα, έχοντας σαν πρώτι¬στη οντολογική προϋπόθεση τη σωματική ανάσταση των νεκρών, υπό το πρίσμα της οποίας βλέπει την αθανασία του ανθρώπου. Η ανατολική ορθόδοξη θεολογία στον πατερικό της κορμό έχει διατηρήσει τη διαλεκτική ισορροπία μεταξύ των δύο παραπάνω θέ¬σεων με το να διακρίνει, χωρίς να διασπά, και να συνδέει, δίχως να ταυτίζει την ανάσταση προς την αθανασία, δίνοντας το πρωτείο στην πρώτη και αποδεχόμενη την τελευταία υπό τον όρο της πρώ¬της. «Οι χριστιανοί δεν δεσμεύονται από καμιά φιλοσοφική διδα¬σκαλία περί αθανασίας. Αλλά δεσμεύονται από την πίστη στην κα¬θολική ανάσταση. Μια «αθανασία ασωμάτων ψυχών» δεν θα έλυ¬νε το ανθρώπινο πρόβλημα. Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγα¬λύτερο από μια «φυσική αθανασία», λαχταρούν μια αιώνια κοινω¬νία με το Θεό, μια θέωση κατά χάρη».

Ο άνθρωπος δεν έχει σώμα, αλλά είναι σώμα και ψυχή. Τόσο στην Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη), όσο και στους Πατέρες της Εκκλησίας τονίζονται, όχι μόνο η ψυχοσωματι¬κή ενότητα του ανθρώπου, αλλά επιπλέον, η καταξίωση της σωμα¬τικής οντότητας της ανθρώπινης υπόστασης. Το σώμα δεν είναι κάτι το δευτερεύον, το οποίο δήθεν προστίθεται στην ψυχή, για να απαρτισθεί τελικά ο άνθρωπος. Αντίθετα, το σώμα ανήκει στο «είναι» του ανθρώπου και δεν αποτελεί το «έχειν» του. Άλλωστε ο Θεός πρώτα έλαβε «χουν από της γης» κι ύστερα «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής», και τελικά «εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γενέσ. 2,7), σύμφωνα πάντα με τα βιβλικά δεδομένα της Δημιουργίας. Προηγείται, λοιπόν, το ενυλοσωματικό στοιχείο και ακολουθεί το αυλοψυχικό, για να συναποτελέσουν τη λειτουργική ενότητα, που λέγεται άνθρωπος.

Συνεπώς, η αγιότητα του ανθρώπου είναι σωματική υπόθεση και η σωτηρία του εξαρ¬τάται και από το σώμα. Η ασκητική ηθική είναι σωματικό γύμνασμα της ψυχής, ενώ η θνητότητα του άνθρωπου είναι σωματικό γεγο¬νός, γι’ αυτό ισχύει η πίστη στην ανάσταση των νεκρών, αντί της θεωρίας για την αθανασία της ψυχής, όπως επίσης αυτός είναι ό λόγος συγκεκριμένων νεκρικών δρωμένων, όπως η ταφή των νε¬κρών, αντί για την καύση τους, η τέλεση μνημοσυνών και η τιμητική προσκύνηση των λειψάνων των αγίων της Εκκλησίας. Το σώμα είναι ο απαράβατος όρος για τη σωτηρία του ανθρώπου. Χωρίς σώμα δεν αγιάζει ο άν¬θρωπος. Ούτε καν αρκεί ο εξαγιασμός της ψυχής, αλλά οπωσ¬δήποτε απαιτείται ο καθαγιασμός του σώματος. Ας θυμηθούμε την καθοδηγητική αρχή της βιβλικής αφε¬τηρίας, ότι «τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17, 21). Αυτό σημαίνει ότι η αμαρτωλότητα και η αγιότητα, αυτά τα δύο όρια της ηθικότητας, είναι καταστάσεις ψυ¬χοσωματικής υφής. Η σωτηρία, λοιπόν, του άνθρωπου αρχίζει από το σώμα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό ούτε σταματά εκεί. Προχωρεί, ολοκληρώνεται και τελειώνεται στην ψυχή του. Όμως, περιλαμβάνει και το σώμα και αρχίζει μάλιστα από αυτό. Μπορεί το τέρμα της σωτηρίας να είναι η ψυχή, αλλά οπωσδήποτε η αφετηρία της, είναι το σώμα.

Σύμφωνα με τον αββά Ποιμένα «ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». Στόχος της ασκητικής δεν είναι η καταπολέμηση του σώματος, αλλά η υπερνί¬κηση των παθών. Άλλωστε τα πάθη είναι ψυχοσωματικά, όπως ο άνθρωπος. Κάθε πάθος βλάπτει εξίσου την ψυχή και το σώμα. Μπορεί το σώμα να είναι φορέας του πάθους, αλλά και η ψυχή είναι όχημα του πάθους. Όμως, το σώμα δεν είναι ο μοναδικός, ούτε ο αποκλειστικός φορέας του πάθους. Επιπλέον το σώμα δεν είναι το αίτιο του πάθους, ούτε καν η πηγή της αμαρτίας. Το σώμα είναι συναθλητής της αρετής κι η ψυχή παραμένει βέβαια ο πρωταθλητής. Δεν υπάρχει σωτηρία του ανθρώπου έξω και πέρα από το σώμα. Η κλίμακα που οδηγεί τον άνθρωπο, από τη γη στον ουρανό, είναι το ίδιο του το σώμα. Μαζί με αυτό αμαρτάνει και μαζί με αυτό αγιάζει, ανέρχεται και κατέρχεται, υπάρχει ή δεν υπάρχει για την ασκητική ηθική της Ορθοδοξίας.

Όχι μόνο στα λεγόμενα, αλλά και στα δρώμενα της Ορθοδοξίας, διαπιστώνουμε την καταξίωση του ανθρωπίνου σώματος. Και μάλιστα στα νεκρι¬κά δρώμενα, τα οποία επιβιώνουν στο λαό, που διακρίνονται για τη δια¬χρονικότητα τους και σφραγίζουν τη λαϊκή ευσέβεια. Η τιμητική προσκύνηση των λειψάνων των αγίων της Εκ¬κλησίας (του Αγίου Σπυρίδωνος, του αγίου Γερασίμου, του αγίου Διονυσίου, της αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας κ.ά.), αποδεικνύει την κατάφαση του σώματος και διασώζει την πίστη της Ορθοδοξίας στη σωματικότητα του ανθρώπου. Στην αγιότητα σημειώνονται η αφθαρτοποίηση της ύλης και η αθανάτωση του σώματος. Η ύλη διασώζεται από τη φθορά. Κάθε κτιστό ον χαρακτηρίζεται από τη φθορά. Έτσι και το σώμα, όπως άλλωστε κι η ψυχή, είναι κτιστά όντα, άρα και φθαρτά, γεν¬νιούνται και πεθαίνουν, έχουν αρχή και τέλος. Μόνο ο Θεός είναι άκτιστος και αγέννητος. Όλα τα άλλα είναι κτιστά, δηλαδή, φθαρτά, σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό. Μόνο στον άγιο, κατά μίμηση του άκτιστου Θεού, ενεργείται η αφθαρσία της ύλης. Ο Θεός είναι άφθαρτος, ως άκτιστος. Ο άγιος άνθρωπος γίνεται άφθαρτος, παρότι κτιστός, αλλά χάρη στο Θεό και στην άσκηση.

Η αγιότητα είναι η πραγμάτωση του «καθ’ ομοίωσιν». Ο άγιος «ομοιώνεται» στο Θεό και παρά το γεγονός ότι, οντολογικά συνεχίζει πάντα να διαφέρει από το Θεό, ωστόσο, ενεργεί σαν το Θεό. Μιμείται προσωπι¬κά και δημιουργικά την τριαδική ζωή της αγαπητικής ελευθερίας και της απελευθερωτικής αγάπης στην κοινωνία των προσώπων. Έτσι λοιπόν με την αγιότητα αφθαρτίζεται το σώμα. Ενώ, με την ανάσταση των νεκρών συμβαίνει η επανένωση της ψυχής με το σώμα και πραγματώνεται η μετάβαση από τη σχάση του θανάτου στη σχέση της ζωής. Στην ανάσταση συνδέονται, εκ νέου, η ψυχή με το σώμα, που είχαν χωρισθεί στην τελευτή του ανθρώπου. Ανάσταση είναι η υπέρβαση της σχάσης στη σχέση, η μετάβαση από το θάνατο στη ζωή, από την ακοινώνητη οντότητα στην κοινωνημένη ύπαρξη. Αφού λοιπόν στην ανάσταση επανασυνδέεται η ψυχή με το σώμα, τότε δεν νοείται ανάσταση νεκρών, χωρίς την ανάσταση των σωμάτων. Χωρίς σώμα δεν υπάρχει ανάσταση. Δί¬χως ανάσταση δεν νοείται το σώμα. Η καταξίωση του σώματος είναι απαράβατος όρος για την πίστη στην ανάσταση των νεκρών.

Έτσι φεύγουν από τον κόσμο αυτόν οι άγιοι, αυτοί, δηλαδή, που έχουν παρρησία στο Θεό. Φεύγουν με την ελπίδα της αναστάσεως, με την βεβαιότητα ότι θα συναντήσουν τον εράσμιο Νυμφίο. Η ώρα της κοιμήσεως κρύβει ένα μυστήριο, γι’ αυτό και η ένταση τότε είναι μεγάλη. Επικρατούν ανάμεικτα αισθήματα. Μετάνοια, προσευχή, φόβος, ελπίδα, αναμονή συναντήσεως. Μακάριοι, όσοι έζησαν με την βίωση της μνήμης του θανάτου. Μακάριοι, όσοι αισθάνθηκαν τον εγκάρδιο πόθο και έρωτα προς τον Νυμφίο Χριστό. Μακάριοι, όσοι πληροφορήθηκαν και γνώρισαν καλά ότι είναι άνθρωποι «άλλου αιώνος», άλλης πατρίδας, άλλου πολιτεύματος. Μακάριοι, όσοι ελκύσθηκαν από τον ερωμένο και τον εραστή. Μακάριοι, όσοι υπερέβησαν τον θάνατο από τη ζωή αυτή. Μακάριοι, όσοι κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως. Μακάριοι, όσοι έφυγαν από τον κόσμο αυτόν, ομολογούντες «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Μακάριοι, όσοι μπορούν να επαναλάβουν το ψαλμικό: «εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω». Μακάριοι, όσοι έζησαν, ως νεκροί για την αμαρτία, και όσοι πέθαναν αναστημένοι από την αμαρτία. Μακάριοι, όσοι εξέρχονται από τον κόσμο αυτόν με την βεβαιότητα, ότι πορεύονται στους πατέρας, στον λαό του Θεού.

Ο αείμνηστος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Essex π. Σωφρόνιος σε μια προσευχή, που συνέταξε, μεταξύ των άλλων συμπεριλάμβανε και δύο αιτήματα: α) να παρατείνει ο Θεός τις ημέρες της ζωής του, έως ότου προσφέρει σε Αυτόν μετάνοια αληθινή και β) όταν θα αποφασίσει ο Θεός να τον παραλάβει να του προγνωρίσει το τέλος, ώστε να προετοιμασθεί, για την συνάντησή Του.

Επειδή εμάς δεν θα μας συναντήσει ο Χριστός, ενώ θα μας πηγαίνουν προς την ταφή μας, όπως συνάντησε τον νεκρό υιό της χήρας της Ναΐν, ας τον ικετεύουμε με την παρακάτω προσευχή του γέροντα Σωφρονίου: «Χάρισαί μοι, Κύριε, του γνώναι την αλήθειάν Σου, προ του απελθείν με, εκ της ζωής ταύτης. Παράτεινον τας ημέρας μου, έως αν προσφέρω Σοι μετάνοιαν αληθινήν. Μη αναγάγης με, εν ημίσει ημερών μου και όταν ευδοκήσης θείναι πέρας τη ζωή μου. Προγνώρισόν μοι τον θάνατόν μου, ίνα η ψυχή μου ετοιμασθή, προς συνάντησίν Σου. Εν εκείνη τη ημέρα τη μεγάλη και ιερά δι’ εμέ, γενού μετ’ εμού Κύριε, και απόδος μοι την αγαλλίασιν του Σωτηρίου Σου. Καθάρισόν με από παντός αμαρτήματος φανερού ή κρυφίου, από πάσης ανομίας κεκρυμμένης εν εμοί, και αξίωσόν με προσφέρειν Σοι καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού Βήματός Σου». Αμήν.

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2023

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ




ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄  ΛΟΥΚΑ

Το σημερινό Ευαγγέλιο, αδελφοί μου, θίγει ένα ζήτημα, θα λέγαμε, δραματικό, αφού ο κάθε άνθρωπος, όλοι μας όταν βρεθούμε μπροστά στο θάνατο ταράσσεται η ψυχή μας. Σαν μάλιστα είναι πρόωρος, σαν κηδεύουμε προσφιλή μας πρόσωπο, τότε…, θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός.

«Θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατο, -  μας λέει εύστοχα ο ιερός Δαμασκηνός και βέβαια το ακούμε κάθε φορά που συναζόμαστε για να αποχαιρετήσουμε από τούτον εδώ τον κόσμο τον οποιοδήποτε συνάνθρωπό μας, -  και δω την ωραιότητα, που πλάστηκε για μας ολόιδια με την εικόνα του Θεού, στους τάφους να την κατεβάζουν, χωρίς μορφή, χωρίς σκοπό, χωρίς κανένα σχήμα. Ω τι θαύμα είν’ ετούτο, ετούτο το μυστήριο που γίνεται για μας! Πώς στη φθορά παραδοθήκαμε, πώς με τον θάνατο δεθήκαμε;».
Αλήθεια αδελφοί μου, πόσες φορές όλοι εμείς, αν και το ακούμε συχνότατα,  πόσες φορές βάλαμε το μυαλό μας να δουλέψει τούτες τις φράσεις; Πότε κοιτάξαμε το θάνατο μέσα από τούτα τα λόγια και πότε προβληματιστήκαμε πραγματικά με το μέγα τούτο μυστήριο του θανάτου, όπως ακριβώς το ονομάζει και πάλι ο Δαμασκηνός. Πότε αναρωτηθήκαμε «…πώς η ψυχή χωρίζεται απότομα απ’ το σώμα, και χάνεται αυτή η αρμονία, κι ο τόσο φυσικός δεσμός της συνυπάρξεως κόβεται με τη θέληση του Θεού».
Και η σημερινή περίπτωση, όπως κι εμείς θα λέγαμε, από τις πιο τραγικές. Μια χήρα μάνα οδηγεί το νεκρό παιδί της, το μοναδικό παιδί της, στον τάφο. Σπαράσσει!  Συναντά κατά την εκφορά του παιδιού της τον Κύριο και Αυτός της λέγει: «Μη κλαίε». Σταμάτα να κλαις. Μην αμφιβάλλετε όμως, πως όλοι όσοι ήσαν παρόντες και όλοι μας, όλοι εμείς σήμερα θεωρούμε κάτι τέτοιους λόγους παράλογους. Και τα λόγια αυτά επαναλαμβάνονται και σήμερα. Η εκκλησία μας και σήμερα συνεχίζει σε τέτοιες περιπτώσεις με τα ίδια λόγια του Ιησού: «Μη κλαίε». Μπροστά στο φέρετρο δεν πρέπει να είμαστε απαρηγόρητοι, απελπισμένοι, μας λέει.
 Είναι λοιπόν έτσι τα πράγματα;  
 Ο θάνατος, αδελφοί μου, στο χριστιανισμό, θεωρείται ύπνος, Ακόμα και οι τόποι, όπου αποθέτουμε εμείς  οι χριστιανοί τούς νεκρούς μας λέγονται Κοιμητήρια, αυτή είναι η χριστιανική ονομασία τους και όχι νεκροταφεία, ὁ δε θάνατος κοίμηση. Το νεκροταφείο ανάγει σε τελειωμό τα κοιμητήριο σε ύπνο. Κοιμάται λοιπόν το σώμα του ανθρώπου, ενώ ἡ ψυχή του, ζει. Ζει στη Βασιλεία των Ουρανών. Το σώμα του ανθρώπου βεβαίως διαλύεται,  αλλ’  όμως μία των ημερών θα αναστηθεί, θα ξαναρθεί στη  ζωή. Γι'  αυτό και λέμε, ότι το σώμα κοιμάται. Το λέμε άλλωστε και στο Σύμβολο τις πίστεως: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Το είπε και ὁ Κύριός μας στο Ευαγγέλιο τις Κρίσεως: «Όταν θα έλθει με όλη Του την δόξα θα συναχθούν όλοι οι άνθρωποι, πού έζησαν όλες τις αποχές, και θα κριθούν ενώπιον του Θεού». Λοιπόν; Και σεις κι εγώ και τα συγγενικά μας πρόσωπα, μια μέρα θα φύγουμε από τη ζωή αυτή. Θα κοιμηθούμε ένα ύπνο, όχι σαν αυτό που ξέρουμε και πού διαρκεί μερικές ώρες, αλλά χρόνια πολλά, ίσως και αιώνες. Μια μέρα όμως θα ξυπνήσουμε, θα επανέλθουμε στη ζωή.
Να, λοιπόν, γιατί ὁ Χριστός μας λέγει, ότι πρέπει να μην απελπιζόμαστε, να μην κλαίμε.
Ὁ θάνατος είναι προσωρινός χωρισμός.
Πού  είναι πρόσωπα, που αγαπήσαμε; Πού είναι τόσος και τόσος κόσμος που γνωρίσαμε, τόσος και τόσος κόσμος που πέρασε από δω; Έφυγαν από τη ζωή αυτή και μας άφησαν την ανάμνησή τους. Αύριο θα φύγουμε και μεις. Πού πάμε; Τελειώσαμε; Μέχρι εδώ ήτανε; Ο Θεός, αν υπάρχει Θεός σε μια τέτοια περίπτωση, για πλάκα ασχολιέται με τον κόσμο; Μη γένοιτο! Πηγαίνουμε να συναντήσουμε τούς συγγενείς, τούς φίλους, τούς γονείς, τούς δικούς μας. Όλοι αυτοί και όλοι εμείς θ’ ανταμώσουμε! Και εφ’ όσον ζήσαμε κατά το θέλημα του Θεού, όλοι πάλι  μαζί θα ζήσουμε κοντά στο Θεό ανακαινισμένοι, πνευματικοί, ευτυχισμένοι.
Να θυμηθούμε τη παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Εκεί φαίνεται, ότι ο πλούσιος γνώρισε στην άλλη ζωή τον Λάζαρο, γνώρισε μάλιστα και τον Αβραάμ, πού δεν είχε δει ποτέ. Μάλιστα ο πλούσιος και ο Αβραάμ συζήτησαν. Να θυμηθούμε τη Μεταμόρφωση του Κυρίου, όπου ο Κύριος συζητά με τον Μωυσή και τον Ηλία.
Λοιπόν; Λοιπόν ο πιστός πιστεύει, ότι ο θάνατος είναι ένας προσωρινός χωρισμός. Τί είναι οι λίγες δεκαετίες τις ζωής μας; Δεν είναι ούτε ένα σπυρί άμμου μπροστά στην αιωνιότητα.
Να, λοιπόν, γιατί Δεν πρέπει να κλαίμε με τον τρόπο που μάθαμε να κλαίμε.
Αδελφοί μου, ὁ άνθρωπος πού χάνει τον συνάνθρωπό του Δεν είναι αναίσθητος, Δεν είναι σκληρός μπροστά στη θλίψη. Δεν μπορεί να μην κλάψει. Άλλωστε και η ψυχολογία διδάσκει πως το κλάμα είναι το καλύτερο φάρμακο κατά της βαρείας θλίψης. Δεν διδάσκει αυτό ὁ χριστιανισμός. Δεν μας λέει λοιπόν να μην κλαίμε. Ο ίδιος ο Χριστός δάκρυσε για το θάνατο του φίλου του, του Λαζάρου. Ο  θάνατος λοιπόν, ο αποχωρισμός, έστω και πρόσκαιρος, είναι ένα πολύ, μα πολύ, θλιβερό γεγονός. Ναι είναι. Εδώ όμως είναι το θαύμα. Ὁ χριστιανός το ξεπερνά με τη πίστη και ενώ με μια γαλήνια θλίψη αποχαιρετά το προσφιλές του πρόσωπον επαναλαμβάνει: «Προσδοκώ ανάστησαν νεκρών». Γι αυτό κλαίει. Κλαίει όμως όχι απελπισμένα. Όχι χωρίς ελπίδα. Κλαίει χριστιανικά και όχι άπιστα και άθεα.
Αμήν!

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΛΟΥΚΑ

 Αποστολική περικοπή για την Κυριακή Γ’ Λουκά, 09/10/2022



Προς Κορινθίους Β΄ (στ΄ 16 – ζ΄1)

Ἀδελφοί, τίς συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταῦτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
 
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
 
Αδελφοί, μπορεί να υπάρχουν στον ίδιο τόπο ο ναός του Θεού και ο ναός των ειδώλων; Εσείς είστε ναός του αληθινού Θεού, όπως ο ίδιος είπε: Θα κατοικήσω ανάμεσά τους και θα πορεύομαι μαζί τους. Θα είμαι Θεός τους, κι αυτοί θα είναι λαός μου. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: Φύγετε μακριά απ’ αυτούς και ξεχωρίστε. Μην αγγίζετε ακάθαρτο πράγμα, κι εγώ θα σας δεχτώ. Θα είμαι για σας ο Πατέρας, κι εσείς θα είστε γιοι και θυγατέρες μου, λέει ακόμα ο παντοκράτορας Κύριος. Αφού λοιπόν, αγαπητοί μου, έχουμε αυτές τις υποσχέσεις, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από καθετί που μολύνει το σώμα και την ψυχή. Ας ζήσουμε μια άγια ζωή με φόβο Θεού.

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή Γ’ Λουκά, 09/10/2022

Λουκ. ζ΄ 11-16

Η ανάσταση του γιού της χήρας στη Ναΐν

11 Καί ἐγένετο έν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν˙ καί συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταί αὐτοῦ ἱκανοί καί ὄχλος πολύς. 12 Ὡς δε ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καί ἰδού ἐξεκομίζετο τεθνηκώς υἱός μονογενής τῇ μητρί αὐτοῦ, καί αὕτη ἦν χήρα, καί ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανός ἦν σύν αὐτῇ. 13 Καί ἰδών αὐτήν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτῇ καί εἶπεν αὐτῇ· μή κλαῖε· 14 καί προσελθών ἥψατο τῆς σωροῦ, οἱ δέ βαστάζοντες ἔστησαν, καί εἶπε· Νεανίσκε, σοί λέγω, έγέρθητι. 16 καί ἀνεκάθισεν ὁ νεκρός καί ἤρξατο λαλεῖν, καί ἐδωκεν αὐτόν τῇ μητρί αὐτοῦ. 16 Ἔλαβε δέ φόβος πάντας καί ἐδόξαζον τόν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καί ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ. 


Απόδοση στη Νέα Ελληνική

11 ΄Ύστερα πήγε ο Ιησούς σε μια πόλη που λεγόταν Ναϊν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές του και πολύ πλήθος. 12 Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, έβγαζαν ένα νεκρό, το μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ήταν χήρα. Κόσμος πολύς από την πόλη τη συνόδευε. 13΄Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαις». 14 ΄Έπειτα προχώρησε, ακούμπησε τη σορό, και αφού στο μεταξύ αυτοί που βαστούσαν το φέρετρο σταμάτησαν, είπε: «Νεαρέ, σε διατάζω να σηκωθείς». 15 Και 0 νεκρός ανακάθισε και άρχισε να μιλάει. Ο Ιησούς τότε τον παρέδωσε στη μητέρα του. 16 ΄Όλους τους κυρίεψε δέος και δόξαζαν το Θεό: «Μεγάλος προφήτης», έλεγαν, «εμφανίστηκε ανάμεσά μας!» και «Ο Θεός ήρθε να σώσει το λαό του!»  

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ Γ ΛΟΥΚΑ
Πριν κάποια χρόνια, ήρθε στην Αθήνα για συναυλία το συγκρότημα Duran-Duran. Ένας απ᾿ αυτούς, ο Νικ Ρόουντς, έδωσε μια συνέντευξη στην οποία, εκτός των άλλων, δήλωσε: «Όταν πεθάνω, θέλω να με καταψύξουν. Μετά, να με βάλουν σ᾿ ένα τάφο με μερικούς κόμπακτ δίσκους, κάποιους πίνακες ζωγραφικής, μερικά βιβλία και ίσως με ένα-δύο ευχάριστα άτομα για παρέα. Πάντως γενικά δεν θα ήθελα να πεθάνω»!
Πίσω από την πονεμένη ειρωνεία αυτού του μουσικού, κρύβεται ο βαθύτερος ανθρώπινος πόθος. Κανείς δεν θέλει να πεθάνει γιατί, φυσικά «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος, μαυρίλα», όπως λέει και ο ποιητής. Ο θάνατος είναι ο μεγαλύτερος και βαθύτερος πόνος. Ατυχώς από κανένα δεν λείπει ο πόνος. Ούτε από τον Χριστό, που άλλωστε ταυτίστηκε με κάθε πόνο, με όλον τον ανθρώπινο πόνο, επί του Σταυρού. Ο Χριστός δεν πόνεσε και δεν πέθανε προκειμένου να μην πονούν και να μην πεθαίνουν οι άνθρωποι, αλλά ταυτίστηκε με την ανθρώπινη κατάσταση, για να αποχτήσουν τα ανθρώπινα την ποιότητα της θεϊκής "πάστας".
Ο άνθρωπος, μπροστά ή μάλλον μέσα στον πόνο, αποχτά επίγνωση του ποιος είναι ο ίδιος και ποια τα όριά του! Μόνον μέσα σ᾿ αυτό το φρικαλέο καμίνι, συνειδητοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό, τους άλλους, και ίσως και τον Θεό! Το ίσως, στην περίπτωση του Θεού, ισχύει, γιατί πολλές φορές, τον πόνο ο άνθρωπος τον διαβάζει ως τιμωρία του Θεού (που δεν είναι) και βλέπει τον Θεό ως «αδιάφορο τύραννο», επειδή ξεχνάει (ο άνθρωπος) τον Σταυρό, και φαντάζεται ότι ο Χριστός βρίσκεται σε… Ολύμπια αταραξία αδιαφορίας. Ενώ ο Χριστός, βέβαια, συνοδυνάται και συμπάσχει με κάθε αναγκεμένο.
Ο Χριστός υποφέρει μαζί με κάθε άνθρωπο ο οποίος υποφέρει!
Γινόμενος άνθρωπος, "ανέλαβε" πάντα τα ανθρώπινα. Δεν ήρθε ως… επιθεωρητής, για να επισημάνει τι δεν γίνεται καλά και να δώσει εντολές για διόρθωση! Ήρθε και μπήκε μέσα στο καμίνι και στην «φωτιά» που βρισκόμαστε ο καθένας μας, αφού ταυτίζει τον εαυτό Του με τον καθένα μας. Δεν μιμείται τον άνθρωπο, ΕΙΝΑΙ άνθρωπος. Το ότι είναι και Θεός δεν "λιγοστεύει" τον άνθρωπο. Αντιθέτως τον αναβαθμίζει. Ο Θεός γυρεύει από τον άνθρωπο περισσότερα, γιατί ακριβώς τον έχει γνήσιο υιό Του και δεν θέλει να συνάψουν μια νόθο σχέση (Εβρ.12, 7-9). Ακόμα και όταν "απαιτεί", δεν είναι «κατά τό δοκοῦν Αὐτῷ», αλλά εις το «μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος Αὐτοῦ»!! Δηλαδή δεν "παιδεύει" αυθαίρετα και όπως Αυτός νομίζει, αλλά προκειμένου εμείς να ελευθερωθούμε από την φυλακή του "πολύτιμου" εγωισμού μας, και να αποκτήσουμε την δυνατότητα μετοχής στην ποιότητά Του (= εἰς τό μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος Αὐτοῦ…). Και όπως επεξηγεί ο Απ. Παύλος στην συνέχεια της προς Εβραίους επιστολής: Κάθε παιδεία (ωριμότητα, εκπαίδευση, "γύμνασμα") τον καιρό που "εξελίσσεται" φαίνεται στα μάτια μας ως δυσκολία και στρίμωγμα, αλλά κατόπιν γεμίζει την καρδιά γαλήνη, από την αίσθηση του ελέους του Θεού, που έρχεται σε όσους αποδέχονται και "περπατούν" τον κόπο που απαιτείται. Έτσι και η σχέση με τον Θεό.
Να ’μαστε λοιπόν τώρα μπροστά σ᾿ ένα φέρετρο! Είναι το ξόδι ενός μοναχογιού και μάλιστα μιας μάνας χήρας. Βρίσκεται ο Χριστός μπροστά σε μια οδύνη απ’ τις χειρότερες στον κόσμο. Ακολουθεί αυτό το ξόδι «ὄχλος τῆς πόλεως ἰκανός», πολλοί άνθρωποι από την πόλη! Όλοι αυτοί συμπονούν αυτή την χαροκαμένη χήρα και της συμπαρίστανται. Ξέρουν ότι και αυτοί είναι άνθρωποι και δεν αγνοούν το δικό τους αύριο, η σύνεση λοιπόν μαζί με την καλοσύνη τους κάνει συμπονετικούς. Οι άνθρωποι συμπονούν από… ταυτότητα ανθρώπινη.
Ο Χριστός συμπονά όχι χωρίς συναισθήματα, αλλά από ένα λόγο που είναι πάνω από τα συναισθήματα. Από αγάπη. Εμείς συμπονάμε ή και "αγαπάμε" γνωστούς και οικείους. Ο Χριστός συμπονά και αγαπά τους πάντες. Δεν διακρίνει οικείους και ξένους, του είναι, του είμαστε όλοι, «οικείοι και συμπολίτες». Δεν ρυθμίζει την στάση του από την δική μας ποιότητα. Αγαπά… αδιακρίτως. Χωρίς διακρίσεις, όχι χωρίς διάκριση! 
Για πολλούς ανθρώπους η ζωή είναι ένα… κρεμμύδι που όσο το «ξετυλίγεις» τόσο περισσότερο κλαις! Θεωρούν, αυτοί που σκέπτονται έτσι, την ματαιότητα των ανθρωπίνων όχι ως ανεπάρκεια, αλλά ως… ανυπαρξία. Δηλαδή δεν θέλουν να "αντιληφθούν" ότι τα ανθρώπινα πράγματα δεν χορταίνουν την καρδιά μας, όχι γιατί δεν αξίζουν τίποτα, αλλά διότι δεν επαρκούν για να την γεμίσουν. Χρειάζονται όλα τα ανθρώπινα έναν ποιοτικό εκθέτη, για να αυξηθεί η "αξία" και το "μέγεθός" τους. Χωρίς τον Χριστό, η ζωή γίνεται ένας παραλογισμός, για άλλους όμορφος και άνετος, για άλλους οδυνηρός και απεχθής, πάντως για όλους παραλογισμός!! Για τους χριστιανούς, ζωή είναι ο Χριστός. Αυτός δίνει νόημα στα πράγματα και "αυξάνει" την αξία τους, ώστε να γεμίζουν την ανθρώπινη καρδιά. Αυτός αναιρεί τον παραλογισμό της… ημερομηνίας λήξεως στην ανθρώπινη ζωή, όχι μόνον, όπως στο περιστατικό του σημερινού Ευαγγελίου, για προθεσμιακή μετάθεση του θανάτου, αλλά για Ανάσταση και Ζωή μόνιμη, μαζί Του. Αυτός ανοίγει προοπτικές «ποιοτικής αναβάθμισης» όχι για προσωπική καταξίωση και καθωσπρεπισμό, αλλά για δυνατότητα μετοχής στην ζωή Του. Ο νεαρός γιος της χήρας της Ναΐν, μετά από κάποια χρόνια, φυσικά πέθανε και κείνος, όπως κάθε άνθρωπος. Αν δεν απόχτησε εν τω μεταξύ σχέση με τον Χριστό, και δεν αγωνίστηκε για ποιοτική αναβάθμιση (αυτό είναι οι αρετές) της ζωής του, άραγε μπορεί να τον ωφέλησε σε τίποτε η παράταση της βιολογικής ζωής; 
Οι έκπληκτοι, από το απίθανο γεγονός της αναστάσεως του νέου, Εβραίοι έκαναν μια σωστή και ουσιαστική επισήμανση στην όλη ιστορία. Έβγαλαν το σωστό συμπέρασμα ότι: «Ἐπεσκέψατο ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ» δηλαδή ήρθε ο Θεός να μας θεραπεύσει. Στην Καινή Διαθήκη, το ρήμα επισκέπτομαι δεν συνδυάζεται ποτέ με κρίση ή τιμωρία, αλλά πάντοτε με την προστασία και την ιατρική φροντίδα!
Υιέ Θεού, σώσε μας, Παντοδύναμε·
του ανθρώπου η ζωή, σαν το λουλούδι είναι του αγρού·
όμορφο μόνον το πρωί·
το βράδυ ξηραίνεται, μαραίνεται και πέφτει.
Την αναπνοή, εσύ την έδωσες στα ρουθούνια μας 
από τον θάνατο και πάλιν μας επέστρεψες
ακόμα κι όταν έφευγε από εντός μας η ψυχή,
αφού κανέναν δεν είχαμε λυτρούμενον και σώζοντα.
Συ, λοιπόν, Κύριε, ως Λυτρωτής,
από την ανυπαρξία σώσε μας
όλους εμάς τους δούλους Σου,
ως Ελεήμων και Παντοδύναμος.
 https://www.enoriako.info/

Με αγάπη και ευχές
ο εφημέριός σας,
π. Θεοδόσιος