Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ (Ματθ. 8, 5-13)

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Κήρυγμα στο Δρυόφυτο, στις 9/7/1995)

 

Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου

 

Ακούσαμε στο Ευαγγέλιο, ότι ο Κύριος πήγε στην Καπερναούμ. Εκεί τον συνάντησε ένας Εκατόνταρχος. Σαν να λέμε ο Διευθυντής της Αστυνομίας της πόλεως. Του είπε: «Διδάσκαλε, έχω τον υπηρέτη μου, άρρωστο. Θέλω κάτι να κάνω γι’ αυτόν. Είναι πολύ καλός άνθρωπος και δεν θέλω να χαθεί».

Απαντά ο Χριστός: «Εγώ θα έρθω και θα τον θεραπεύσω».

Ας σταθούμε στα πρώτα λόγια του εκατοντάρχου: «Κύριε, έχω τον υπηρέτη μου άρρωστο».

Τι έκανε ο εκατόνταρχος; Πήγε και επικαλέστηκε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εμείς, τι ήλθαμε να κάνουμε στην Εκκλησία;

Μας άρεσε η ορθοστασία για δυό συνεχείς ώρες; Όχι! Όλοι ήλθαμε να επικαλεστούμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Είτε το έχουμε βαθιά στη συνείδησή μας, ξεκάθαρη τοποθέτηση, είτε είναι υποσυνείδητο και δεν το συναισθανόμαστε τόσο βαθιά, οπωσδήποτε όμως, όλοι μικροί και μεγάλοι, ήρθαμε να κάνουμε τον Σταυρό μας, μπροστά στην άχραντη εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και να Τον επικαλεστούμε. Να πούμε ένα «Κύριε ελέησον». Να Τον παρακαλέσουμε να μας ελεήσει.

Να παρακαλέσουμε την άχραντη Μητέρα Του, να πρεσβεύει για μας.

Πολλές φορές επικαλούμεθα τον Χριστό και δεν έχουμε την συναίσθηση ή τον φωτισμό ή τη γνώση να ξέρουμε τι σημαίνει: «επικαλούμαι το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού».

Λέγει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Κάθε άνθρωπος που θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα σωθεί».

Ερμηνεύουν οι άγιοι Πατέρες: μια φορά στη ζωή του μόνο να επικαλεστεί ο άνθρωπος με όλη του την καρδιά το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού έχει τεράστια αξία.

Μια φορά τον επικαλέστηκε πάνω στο Σταυρό ο ληστής λέγοντάς του: «μνήσθητί μου Κύριε εν τη Βασιλεία σου». Και σώθηκε. Για φαντασθείτε, τι πλούτο συσσωρεύει για τον εαυτό του ο άνθρωπος που μπαίνει στην Εκκλησία και με την διάνοια, την καρδιά του και με τα χείλη του ψιθυριστά, επαναλαμβάνει: «Κύριε ελέησον». «Παράσχου Κύριε». Καθώς και τα άλλα ιερά άσματα.

Και. φυσικά, πρέπει να συνεχίζει και στο σπίτι του, την ίδια μέρα και σε άλλες ευκαιρίες, να επικαλείται το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με ταπείνωση, πίστη, ελπίδα.

Πόσο αδικούμε τον εαυτό μας, όταν κλείνουμε το στόμα μας, την στιγμή που πρέπει να επικαλούμεθα το όνομα του Χριστού, και το ανοίγουμε σε ανοησίες και κούφια λόγια;

Και τι χειρότερο, όταν το όργανο του αγιασμού μας - το στόμα μας - που μας αγιάζει με την προσευχή και τη δοξολογία του Θεού, το αφήνουμε να μας μολύνει με την αισχρολογία και την κατάκριση.

Καλό να αγωνίζεται κανείς να έχει τα απαραίτητα. Κατοικία, ρούχα, γη. Να έχει προκοπή, σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά είναι χίλιες φορές ανώτερο, να φροντίζει να έχει μέσα στο νου του, στο στόμα του και στην καρδιά του, το όνομα του Κυρίου. Γιατί όποιος επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.

 

Πού να ‘ρθεις Κύριε;

 

Είπε ο εκατόνταρχος: «Έλα Χριστέ μου να θεραπεύσεις τον υπηρέτη μου». Απάντησε ο Χριστός: «Θα ‘ρθω και θα τον θεραπεύσω».

Και ο εκατόνταρχος:

-Κύριε, πού να ‘ρθεις; Στο σπίτι μου; Δεν είμαι άξιος να μπεις μέσα. Εγώ είμαι αμαρτωλός άνθρωπος. Αλλά σαν αξιωματικός έχω στις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον καθένα: Πήγαινε εκεί, και πηγαίνει. Έλα εδώ, και έρχεται. Κάνε αυτό, και το κάνει. Δεν υπάρχει περίπτωση να με παρακούσει, επειδή τυχαίνει και είμαι προϊστάμενός του. Το ίδιο και συ: Δεν είναι ανάγκη να έρθεις σπίτι μου. Συ είσαι ο επουράνιος Θεός. Σε σένα υποτάσσονται τα πάντα. Πες μια κουβέντα και θα θεραπευτεί ο δούλος μου.

Εμείς έχουμε τέτοιο φρόνημα;

Και κάτι ακόμη. Τα λόγια «Κύριε, ουκ ειμί άξιος ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης», πρέπει να τα θυμόμαστε ιδιαίτερα τις ημέρες που πάμε να κοινωνήσουμε. Γιατί τότε, παίρνοντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, παίρνουμε τον ίδιο τον Χριστό μέσα μας. Στο σπίτι μας. Όχι σε κείνο που κατοικούμε, αλλά στο σπίτι της καρδιάς μας, που το έχουμε μολύνει με τις αμαρτίες μας, τις σωματικές και τις ψυχικές. Όταν λοιπόν πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε, πρέπει να λέμε ταπεινά:

«Προσέρχομαι Κύριε, ως ο ληστής, ως ο τελώνης, ως η πόρνη. Μολυσμένος είμαι. Δεν είμαι άξιος να μπεις Κύριε, κάτω από τη στέγη της ψυχής μου, γιατί την έχω μολύνει. Αλλά έλα Χριστέ μου, συ που είσαι η κάθαρση και ο αγιασμός για να με καθαρίσεις».

 

Και όμως, ήλθε

 

Ας θυμηθούμε μια ιστορία: Κάποια ευσεβής γυναίκα παρακαλούσε συνεχώς τον Χριστό:

-Έλα και σε μένα να σε υποδεχθώ. Βλέπεις Κύριε, ότι σε αγαπάω με όλη μου την καρδιά.

Απάντησε ο Χριστός:

-Θα έλθω αύριο να σε επισκεφθώ.

Η γυναίκα πέταξε από τη χαρά της και άρχισε να ετοιμάζει το σπίτι της, να υποδεχθεί τον Χριστό.

Ενώ ετοιμαζόταν, περνά ένας ζητιάνος, και της ζητά λίγο φαγητό.

-Δεν ευκαιρώ, είπε. Φύγε. Περιμένω επίσημο επισκέπτη.

Έφυγε ο φτωχός με άδεια τα χέρια.

Μετά από λίγο, πέρασε άλλος. Τον έδιωξε και αυτόν. Πού να της μείνει καιρός...

Προχωρούσε η μέρα και οι προετοιμασίες δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Νάσου και τρίτος φτωχός. Πού καιρός να τον βοηθήσει. Τον έδιωξε και αυτόν.

Βράδιασε και πουθενά ο Χριστός. Γεμάτη παράπονο, προσευχήθηκε:

-Κύριε, τι συμβαίνει; Γιατί με περιφρόνησες;

Απάντησε ο Χριστός:

-Ήρθα τρεις φορές και με έδιωξες.

-Μα πότε ήλθες Κύριε;

-Δεν διάβασες, της λέει, τι γράφει το Ευαγγέλιο; Αφού δεν δέχθηκες τους ελάχιστους αδελφούς μου, αυτούς που οι άνθρωποι θεωρούν τελευταία πλάσματα του Θεού, ταπεινά, καταφρονεμένα, παιδάκια στα χρόνια ή στα μυαλά, ούτε εμένα δέχθηκες.

«Ό,τι εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, σε μένα το κάνατε».

Μεγάλη βέβαια η συγγένεια που έχουμε με τους αδελφούς μας, που γεννήθηκαν από την ίδια μάνα. Συνδεόμαστε με αδιάσπαστο δεσμό.

Πόσο περισσότερο πρέπει να θεωρούμε αδελφούς μας, αυτούς που γεννήθηκαν όπως και εμείς από την ίδια πνευματική μάνα, την κολυμβήθρα. Που έλαβαν το ίδιο Άγιο Πνεύμα. Που κοινωνούμε από το ίδιο άγιο Ποτήριο το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Υπάρχει μεγαλύτερη συγγένεια;

Και αφού έτσι έχουν τα πράγματα, πόσο μεγάλη υποχρέωση έχουμε να τους αντιμετωπίζουμε με ταπείνωση, αγάπη, καλωσύνη; Να τους δείχνουμε συμπόνια στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Αν το κάνουμε, μοιάζουμε στον εκατόνταρχο. Δεχόμαστε στο σπίτι της ψυχής μας τον Χριστό.

 

Χτίζεται η πίστη

 

Θαύμασε ο Κύριος την ομολογία του εκατοντάρχου και είπε: «Ποτέ δεν βρήκα στους Ισραηλίτες τόση πίστη».

Τι σημαίνουν τούτα τα λόγια;

Σημαίνουν ότι η πίστη, δεν είναι σαν το χρώμα των ματιών μας, που το αποκτήσαμε με τη γέννησή μας και δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Ούτε σαν τα ωραία χαρακτηριστικά που κληρονομήσαμε από γεννησιμιού μας. Η πίστη είναι κάτι που εσύ θα το φτειάξεις. Δεν κάνει να λέμε, αυτός έχει πίστη, εγώ δεν έτυχε να έχω και γι’ αυτό δεν πιστεύω τίποτε.

Έχεις χρέος να καλλιεργήσεις την πίστη. Να την θρέψεις. Να γνωρίσεις τον Χριστό. Να κάνεις την πίστη σου μέρα με τη μέρα βαθύτερη.

Διαφορετικά, δεν θα έφταιγε κανείς. Όλοι θα έπρεπε να πάνε στον Παράδεισο.

Η πίστη είναι σαν το νερό στο πηγάδι. Άμα θέλεις, βγάζεις και πίνεις. Δηλαδή:

Άμα θέλεις, βγάζεις από την τσέπη σου και κάνεις ελεημοσύνη.

Άμα θέλεις, κουράζεσαι για την αγάπη του άλλου.

Και άμα θέλεις, τον αφήνεις να πεθάνει και αδιαφορείς.

Από σένα εξαρτάται η αγάπη και η καλωσύνη.

Από σένα εξαρτάται τι λόγια θα πεις...

Από σένα εξαρτάται αν θα κάνεις την πίστη σου όμοια με του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, για να είσαι μαζί τους στην Βασιλεία του Θεού.

Γι’ αυτό θα συμβεί, αυτοί που ήταν φυσικοί κληρονόμοι της Βασιλείας του Θεού, που ήταν απόγονοι του Αβραάμ κατά σάρκα, θα λέγαμε σήμερα χριστιανοί βαπτισμένοι, επειδή δεν αγωνίστηκαν να καλλιεργήσουν την πίστη τους με την εργασία των εντολών, να εκβληθούν στο σκότος το εξώτερο. Φοβερό και να το διανοηθεί κανείς.

 

Προσευχή για μας και τους άλλους

 

Είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο:

- Πήγαινε. Όπως πίστευσες, έτσι θα γίνει. Και θεραπεύτηκε ο υπηρέτης του αυτοστιγμεί.

Όταν πιστεύουμε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό, θεραπεύεται η ψυχή μας. Θα προσθέσουμε: θεραπεύονται και οι ψυχές των δικών μας.

Χρέος μας, να επικαλούμαστε το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού για τον εαυτό μας και τους άλλους. Για ζώντες και κεκοιμημένους.

Είθε να δίνει σε όλους μας ο Κύριος, αληθινή και αιώνια ζωή. Αμήν.-

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2024

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ομιλία ΚΣΤ του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις τον εκατόνταρχον.
Σε όλο το Ευαγγέλιο του Χριστού βλέπει κανείς πόσο αφοσιωμένος ήταν σ’ Αυτόν ο λαός. Διότι και όταν ομιλούσε τον άκουγαν σιωπηλοί, χωρίς να παρεμβαίνουν ούτε να διακόπτουν τη συνέχεια του λόγου του, ούτε και προσπαθούσαν να εύρουν αφορμή για να τον κατηγορήσουν όπως οι Φαρισαίοι. Αλλά και μετά τη διδασκαλία τον ακολουθούσαν πάλι με θαυμασμό. Συ όμως πρόσεξε, παρακαλώ, τη σύνεση του Κυρίου, πώς οικονομεί ποικιλοτρόπως την ωφέλεια των παρόντων, μεταβαίνοντας από τα θαύματα στους λόγους. Και πάλι, ερχόμενος από τους λόγους της διδασκαλίας στα θαύματα. Διότι και πριν ανεβεί στο όρος θεράπευσε πολλούς, προετοιμάζοντας το έδαφος για όσα θα έλεγε, αλλά και μετά την ολοκλήρωση της μακράς αυτής επί του όρους διδασκαλίας, πάλιν έρχεται σε θαύματα, επιβεβαιώνοντας τους λόγους με τα έργα του. Και επειδή εδίδασκε ως έχων εξουσίαν, για να μη νομισθεί ο τρόπος της διδασκαλίας του κομπασμός και αυθάδεια, κάνει το ίδιο και με τα έργα: θεραπεύει ως εξουσίαν έχων, για να μη θορυβούνται βλέποντάς τον να διδάσκει με αυτόν τον τρόπο, αφού με τον ίδιο τρόπο έκανε και τα θαύματα.
Όταν λοιπόν κατέβη από το όρος, τότε προσήλθε ο λεπρός, ενώ ο εκατόνταρχος έπειτα από λίγο, μόλις εισήλθε στην Καπερναούμ. Για ποιο λόγο όμως ούτε αυτός ούτε εκείνος ανέβησαν στο όρος; Όχι από ραθυμία, διότι και των δύο η πίστις ήταν θερμή, αλλά για να μη διακόψουν τη διδασκαλία. Όταν δε προσήλθε ο εκατόνταρχος, λέγει: «ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος». Μερικοί, λοιπόν, λέγουν ότι απολογούμενος ανέφερε την αιτία για την οποία δεν τον έφερε μαζί του. Διότι δεν ήταν δυνατόν, λέγει, να τον μεταφέρει σηκωτόν, ενώ ήταν παράλυτος και υπέφερε, ευρισκόμενος στις τελευταίες αναπνοές του. Για το ότι ήταν ετοιμοθάνατος, λέγει ο Λουκάς ότι έμελλε τελευτάν. Εγώ όμως βλέπω ότι αυτό είναι απόδειξη της μεγάλης του πίστεως, η οποία ήταν πολύ μεγαλυτέρα από εκείνων που κατέβασαν τον άλλον παραλυτικό από τη στέγη. Διότι γνωρίζοντας σαφώς ότι και μόνη η προσταγή του αρκεί για να εγερθεί ο κατάκοιτος, εθεώρησε περιττό να τον μεταφέρει εκεί.
Τι έκαμε λοιπόν ο Ιησούς; Αυτό που σε καμία προηγούμενη περίπτωση δεν είχε κάμει. Ενώ δηλαδή παντού ακολουθούσε την προαίρεση αυτών που τον ικέτευαν, εδώ σπεύδει, και δεν υπόσχεται μόνο να τον θεραπεύσει, αλλά και να μεταβεί στην οικία. Και το πράττει αυτό για να μάθουμε την αρετή του εκατόνταρχου. Και τι λέγει ο εκατόνταρχος; «Ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την
στέγην εισέλθεις». Ας ακούσουμε όσοι πρόκειται να υποδεχθούμε τον Χριστό. Διότι είναι δυνατόν να τον υποδεχθούμε και τώρα. Ας ακούσουμε και ας παραδειγματισθούμε από τον ζήλο του, και ας τον δεχθούμε με την ίδια πλούσια διάθεση. Διότι και όταν υποδεχθείς πτωχό και πεινασμένο και γυμνό, Εκείνον υπεδέχθης και έθρεψες. «Αλλά ειπέ λόγον μόνον και ιαθήσεται ο παις μου». Κοίτα ότι και αυτός, όπως ακριβώς και ο λεπρός, έχει την αρμόζουσα γνώμη περί του Κυρίου. Διότι ούτε εκείνος του είπε: «παρακάλεσε», ούτε «προσευχήσου» και «ικέτευσε», αλλά μόνον «πρόσταξε».

Και ο ευαγγελιστής συνεχίζει: «Στραφείς ο Ιησούς είπε τοις ακολουθούσιν Αυτόν: Ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον». Επομένως, το να έχει κάποιος μεγάλη υπόληψη περί του Κυρίου, είναι η τρανωτέρα απόδειξις πίστεως, συγχρόνως δε αυτό προσφέρει και τη Βασιλεία και τα άλλα αγαθά. Ο έπαινος άλλωστε δεν περιωρίσθη μόνο στους λόγους, αλλά, ανταμείβοντας την πίστη του, του παρέδωσε τον ασθενή θεραπευμένο. Ταυτόχρονα του πλέκει στέφανον λαμπρόν και του υπόσχεται μεγάλες δωρεές λέγοντας: Πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακληθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ: οι δε υιοί της Βασιλείας εκβληθήσονται έξω». Έπειτα, για να μη νομίσει κάποιος ότι αυτά είναι λόγια κολακείας, αλλά να γνωρίζουν όλοι ότι πράγματι αυτή ήταν η εσωτερική διάθεση του εκατόνταρχου, λέγει: «Ύπαγε. Ως επίστευσας γενηθήτω σοι». Και αμέσως επακολούθησε η θεραπεία, η οποία επιβεβαίωσε την προαίρεσή του.
Επειδή δε ο Λουκάς, όταν περιγράφει αυτό το θαύμα, αναφέρει και άλλα περισσότερα, τα οποία δίδουν την εντύπωση ότι υπάρχει διαφωνία, είναι ανάγκη να σας διαλευκάνω αυτό το ζήτημα. Τι λέγει λοιπόν ο Λουκάς; Ότι ο εκατόνταρχος απέστειλε πρεσβυτέρους των Ιουδαίων προς αυτόν παρακαλώντας τον να πάει. Ενώ ο Ματθαίος λέγει ότι πήγε ο ίδιος και έλεγε ότι δεν είναι άξιος. Μου φαίνεται ότι ο Λουκάς θέλει να δείξει την κολακεία των
Ιουδαίων, διότι είναι εύλογο, όταν ο εκατόνταρχος ηθέλησε να μεταβεί ο ίδιος, να εμποδίσθηκε από τους Ιουδαίους, οι οποίοι, θέλοντας να τον κολακεύσουν
του είπαν ότι θα πάμε εμείς να τον φέρουμε. Πρόσεξε λοιπόν ότι και η παράκλησή τους είναι μεστή από κολακεία. «Αγαπά γαρ το έθνος ημών», λένε. «Και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν». Ούτε γνωρίζουν πώς να επαινέσουν τον άνδρα. Διότι έπρεπε να του πουν ότι ηθέλησε να έλθει ο ίδιος και να σε παρακαλέσει, αλλά τον εμποδίσαμε εμείς, βλέποντας τη συμφορά του και το πτώμα να κείτεται ακίνητο, και έτσι να παραστήσουν το μέγεθος της πίστεώς του. Δεν λέγουν όμως αυτό, διότι δεν ήθελαν, εξ αιτίας του φθόνου, να αποκαλύψουν την πίστη του ανδρός. Αλλά προτιμούσαν μάλλον να αποκρύψουν την αρετή του, πράγμα για το οποίο και ήλθαν μόνοι τους να παρακαλέσουν, για να μη φανεί ότι εκείνος που παρακαλούσε ήταν κάποιος σπουδαίος, παρά διακηρύσσοντας την πίστη εκείνου να επιτύχουν αυτό για το οποίο είχαν έλθει. Διότι ο φθόνος είναι ικανός να σκοτίσει το νου. Αλλά ο Κύριος, που γνωρίζει τα απόρρητα, διεκήρυξε την αρετή του παρά τη θέλησή τους.

Ότι δε ο Ματθαίος λέγει ότι αυτό δεν του το εμήνυσε με τους φίλους του, αλλά αυτοπροσώπως, αυτό δεν αλλάζει τίποτε. Διότι ο καθένας από τους Ευαγγελιστάς παρουσίασε την προθυμία του ανδρός και το ότι είχε την πρέπουσα γνώμη για τον Χριστό. Είναι δε φυσικό, αφού απέστειλε τους φίλους του, να επήγε και ο ίδιος να του το πει. Εάν δε ο Λουκάς δεν το ανέφερε αυτό, αλλά ούτε ο Ματθαίος εκείνο, δεν σημαίνει ότι διαφωνούν μεταξύ τους, αλλά ότι ο καθένας συμπληρώνει ό,τι παραλείπει ο άλλος.
Πρόσεξε δε πώς και με άλλον τρόπο ο Λουκάς διεκήρυξε την πίστη του εκατόνταρχου, λέγοντας ότι ο δούλος του επρόκειτο να αποθάνει. Αλλά όμως ούτε αυτό τον οδήγησε σε απόγνωση, ούτε τον έκανε να απελπισθεί. Εάν τώρα ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο Χριστός είπε «ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον», φανερώνοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο άνθρωπος δεν ήταν Ισραηλίτης, ο δε Λουκάς, ότι «ωκοδόμησε την συναγωγήν», ούτε αυτό είναι αντίφασις. Διότι είναι δυνατόν και Ιουδαίος να μην είναι και να οικοδομήσει τη συναγωγή και το έθνος να αγαπά. Συ όμως μην εξετάζεις μόνον τα λόγια του ανδρός, αλλά λάβε υπ’ όψιν σου και το αξίωμά του, και τότε θα αντιληφθείς την αρετή του. Επειδή είναι μεγάλη η αλαζονεία των αξιωματούχων και ούτε στις συμφορές ταπεινώνονται.
Είδες πώς εξεπληρώθη το «ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν των ουρανών, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν»; Επειδή επέδειξε πολλή πίστη και ταπεινοφροσύνη, και τον ουρανό του έδωσε και την υγεία του προσέθεσε. Και δεν τον ετίμησε μόνον με αυτό, αλλά και με το να δείξει ποιοι αποβάλλονται και εισάγεται αυτός. Από τώρα ακόμη κάνει γνωστό σε όλους, ότι η σωτηρία θα προέλθει από την πίστη και όχι από την τήρηση του νόμου. Γι’ αυτό ακριβώς η δωρεά αφορά όχι μόνον τους Ιουδαίους, αλλά και τους εθνικούς, και μάλιστα εκείνους περισσότερον από αυτούς. Διότι, λέγει, μη νομίσετε, βεβαίως, ότι αυτό συνέβη μόνο στην περίπτωση του εκατόνταρχου, αλλά το ίδιο θα ισχύσει και για όλη την οικουμένη. Και το έλεγε αυτό προφητεύοντας περί των εθνών και δίδοντάς τους καλές ελπίδες. Πράγματι, μεταξύ αυτών που ακολουθούσαν υπήρχαν και εκείνοι που προέρχονταν από την περιοχή της Γαλιλαίας, που εκατοικείτο από εθνικούς. Το έλεγε για να προφυλάξει τους εθνικούς από την απόγνωση, αλλά και για να ταπεινώσει το φρόνημα των Ιουδαίων.
Θαύμασε όμως και την ταχύτητα. Αυτήν φανερώνει ο Ευαγγελιστής, όταν λέγει: «Και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη». Ακριβώς όπως είπε και στην περίπτωση του λεπρού, ότι «ευθέως εκαθαρίσθη». Διότι επεδείκνυε τη δύναμή του όχι μόνον με το να θεραπεύει, αλλά και με το να κάμνει αυτό με τρόπον παράδοξο και μάλιστα ακαριαίως. Και δεν ωφελούσε μόνον με αυτά, αλλά και με το ότι συνεχώς μαζί με την επίδειξη των θαυμάτων συνεδύαζε και τους λόγους περί της Βασιλείας των Ουρανών, και προσείλκυεν όλους προς αυτήν. Διότι και αυτούς ακόμη που απειλούσε ότι θα τους εκβάλει από τη Βασιλεία, τους απειλούσε όχι για να τους εκβάλει, αλλά για να τους προξενήσει φόβο με τους λόγους του, και έτσι να τους προσελκύσει προς αυτήν. Εάν δε ούτε με αυτόν τον τρόπον ωφελούντο, η ενοχή θα ήταν εξ ολοκλήρου ιδική τους, και όλων εκείνων που πάσχουν από την ίδιαν ασθένεια. Και αυτό ημπορεί να το ιδεί κανείς όχι μόνον στους Ιουδαίους, αλλά και στους πιστούς. Πράγματι, και ο Ιούδας υιός της Βασιλείας ήταν και άκουσε
μαζί με τους άλλους μαθητάς το επί «δώδεκα θρόνους καθιείσθε», αλλά έγινε υιός της γεέννης. Ενώ ο Αιθίοψ, αν και ήταν άνθρωπος αλλοεθνής, από εκείνους που κατάγονταν από Ανατολών και Δυσμών, θα απολαύσει τους στεφάνους μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Το ίδιο γίνεται τώρα και σε εμάς. Διότι λέγει: «Πολλοί πρώτοι έσονται έσχατοι και πολλοί έσχατοι πρώτοι». Το λέγει αυτό ώστε ούτε εκείνοι να ραθυμούν, σαν να μην ημπορούσαν να επανέλθουν, ούτε αυτοί να παίρνουν θάρρος, σαν να ήταν αμετακίνητοι.

Ας μην έχουμε λοιπόν εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, όσοι συμπεριλαμβανόμαστε μεταξύ των πιστών. Διότι πολλοί, αν και ανέβησαν στην κορυφή του ουρανού και επέδειξαν κάθε καρτερία και κατέλαβαν τις ερήμους και ούτε στο όνειρό τους δεν είδαν γυναίκα, έδειξαν προς στιγμήν αμέλεια, νικήθηκαν και έπεσαν στο ίδιο το βάραθρο της κακίας. Άλλοι πάλι από εκεί κάτω ανέβησαν στον ουρανό και μεταπήδησαν από τη σκηνή και την ορχήστρα στην αγγελική πολιτεία.
Εμείς όμως, έχοντας τόσα παραδείγματα από τις Γραφές και από όλη μας τη ζωή, ας προσέχουμε πολύ και ας προσπαθούμε να μην πίπτουμε χαμηλά. Αλλά και αν κάποτε πέσουμε, να μην παραμείνουμε στην κατάσταση της πτώσεως. Διότι αν ο δίκαιος Δαβίδ, επειδή προς στιγμήν αμέλησε, δέχθηκε τέτοια τραύματα, και διέπραξε δύο τόσο μεγάλα αμαρτήματα, τη μοιχεία και τον φόνο, τί θα πάθουμε εμείς που καθημερινώς αμελούμε; Μη δεις ότι έπεσε και αποθαρρυνθείς, αλλά σκέψου τι έπραξε στη συνέχεια. Πόσους θρήνους επέδειξε, πόση μετάνοια.
Ας εξοπλίσουμε λοιπόν κι εμείς τους εαυτούς μας με έργα αγαθά, ώστε κι αν πέσουμε σε κάποιο αμάρτημα, να το απαλύνουμε με αυτά. Και έτσι να καταξιωθούμε, αφού ζήσουμε την παρούσα ζωή προς δόξαν Θεού, να απολαύσουμε τη μέλλουσα, την οποία ας αξιωθούμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και το Κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 163 και εξής.

Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ'΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


 Μετά από την κάθοδο από το όρος των μακαρισμών ο Ιησούς πηγαίνει στην Καπερναούμ, το κέντρο της δράσης του στην περιοχή της Γαλιλαίας.

   Εκεί ήλθε να τον συναντήσει ένας εκατόνταρχος από την ρωμαϊκής φρουρά της πολίχνης.

   Η Καπερναούμ είχε τελωνείο και στρατιωτική φρουρά.

   Ο εκατόνταρχος ( βαθμός ανάλογος του σημερινού λοχαγού ) ήταν μεγάλο αξίωμα στην ρωμαϊκή ιεραρχία.

   Όπως αναφέρει ο Λουκάς αγαπούσε τους εντόπιους και μάλιστα φρόντισε αυτός για την ανοικοδόμηση της Συναγωγής της μικρής πολίχνης.

   Οι Ιουδαίοι πρόκριτοι της Καπερναούμ μεσολαβούν γι΄ αυτόν στον Ιησού, λέγοντας ότι είναι άξιος κάθε βοήθειας.

Ο εκατόνταρχος αναφέροντας το αίτημα του στον Ιησού αποδεικνύει την αγάπη του προς τους συνανθρώπους του.

Ο δούλος του ήταν κατάκοιτος από παράλυση, αλλά ταυτόχρονα είχε και άλλες παρενέργειες από την αρρώστια που τον βασάνιζαν σε μεγάλο βαθμό.

Οι δούλοι εκείνη την εποχή και μάλιστα για τους ρωμαίους ήταν ένα τίποτα.

Ο εκατόνταρχος θα μπορούσε να τον πετάξει στον δρόμο και να αγοράσει άλλον.

Η αγάπη του όμως για τον άνθρωπο, τον πλησίον του, οδηγεί αυτό τον έγκριτο ρωμαίο να ζητήσει βοήθεια όχι για τον γιό του, όχι για την οικογένειά του αλλά για ένα δούλο.

Ο Κύριος αναγνωρίζοντας την ποιότητα του ρωμαίου και θέλοντας να αποκαλύψει την πίστη και την ταπείνωση του δηλώνει την επιθυμία του να πάει αυτοπροσώπως στο σπίτι του και να θεραπεύσει τον παράλυτο.

‘’ Ἐγώ ἐλθῶν θεραπεύσω αύτόν ‘’

Ρητή φανέρωση της δυνάμεως του, της θεότητας του.

Δεν είπε θα προσευχηθούμε στο Θεό να τον θεραπεύσει, αλλά             ΕΓΩ.

Ποιος άραγε μπορεί να πεί ΕΓΩ.

Χωρίς να τον λοιδορήσουν η έστω να τον θεωρήσουν λογά και υπερήφανο που θα μείνει στα λόγια όταν βρεθεί μπροστά στον παράλυτο.

Ο λόγος του είναι σημείο της θεότητας Του, δείγμα της εξουσίας που έχει επάνω στη φθορά και τον θάνατο.

Ο Κύριος που με μόνο τον λόγο του υποτάσσει τις δυνάμεις που βασανίζουν τον άνθρωπο, ανοίγει ένα παράθυρο για να καταλάβουμε και να δούμε πως θα είναι η κτίση στον μέλλοντα αιώνα.

   Τότε που θα απουσιάζει η αρρώστια και όλα τα δεινά και προβλήματα που μας βασανίζουν σήμερα.

   Την ζωή μας στη χώρα της επαγγελίας, της κληρονομιάς, της Βασιλείας του Πατέρα μας.

   Στη συνέχεια φανερώνεται η μεγάλη ταπείνωση του εκατόνταρχου.

   Θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο να δεχθεί τον Ιησού στο σπίτι του.

   Αισθάνεται λόγο της αγαθής προαίρεσης του, ότι ο Ιησούς είναι κάτι το ανώτερο, το εξαιρετικό, το υψηλό.

Έχει προσωπική πείρα τόσο της υπακοής στις διαταγές των ανωτέρων, όσον και της δυνατότητος να δίνει διαταγές σε υφισταμένους και δούλους.

ΟΜΩΣ αποδίδει στον Ιησού την ίδια δυνατότητα επί των δυνάμεων της φθοράς και της αρρώστιας.

Αναγνωρίζει ότι ο Ιησούς είναι ο μόνος που μπορεί με μόνο τον λόγο του να νικήσει την ασθένεια και την φθορά.

Αρκείτε μόνο στο λόγο του Ιησού διότι έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμη του.

Τα λόγια του εκατόνταρχου εντυπωσιάζουν σε μεγάλο βαθμό τον Ιησού, χαρακτηρίζει την πίστη του ‘’ τοσαύτη ‘’ και θαυμάζει γι΄ αυτή.

Τα Ευαγγέλια αναφέρουν μόνο δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Κύριος

‘’ εθαύμασε ‘’ .

Η μία ήταν με αφορμή την απιστία των Ναζαρινών ( Μαρκ 6,6) και η δεύτερη με αφορμή την πίστη του εκατόνταρχου.

Στη συνέχεια υπενθυμίζει τις προφητείες της Π. Διαθήκης που αναφέρονται στη συναγωγή των εθνών στην Ιερουσαλήμ για την προσκύνηση του μόνου Θεού κατά το τέλος του κόσμου.

Φυσικά αντίθετα προς τις παχυλές εθνικές προσδοκίες των Ιουδαίων.

Ο Κύριος δεν αναφέρεται σε κάποια υποταγή των εθνών, αλλά για την συμμετοχή τους στην εσχατολογική Βασιλεία.

Αυτή παρουσιάζεται με την συνηθισμένη εικόνα του Δείπνου.

Εκεί θα παρακαθίσουν μαζί με τους γενάρχες των Ιουδαίων, τους τρείς Πατριάρχες.

   Η σωτηρία είναι παγκόσμια, αφορά όλα τα δημιουργήματα του Κυρίου.

   Δεν λαμβάνονται υπ΄ όψη διακρίσεις ανθρώπινες, εθνικές η φυλετικές.

   Ο άνθρωπος σώζεται από τον δημιουργό τότε και μόνο εάν θέλουν την σωτηρία τους και τον αναγνωρίζουν ως τον μόνο αληθινό Θεό και Σωτήρα.

Το ‘’ ανακλιθήσονται ‘’ συμφωνεί με την συνήθεια των ανθρώπων της εποχής να τρώνε ξαπλωμένοι στο ένα χέερι.

Τα παιδιά της Βασιλείας, ο περιούσιος λαός, αυτοί που δέχθηκαν την κλίση και την απέρριψαν.

Αυτοί που καυχόνται ότι είναι παιδιά του Αβραάμ, αλλά και σήμερα αυτοί που καυχόνται ότι είναι παιδιά της Εκκλησίας, αλλά έχουν την ‘’πίστη ηρνημένη ‘’.

   Οι αιρετικοί, οι οικουμενισται ‘’ ἐκβληθήσονται ‘’ .

Όχι ότι θα τους διώξουν όταν μπουν στο χώρο του Δείπνου, αλλά ότι δεν θα τους επιτραπεί να εισέλθουν.

Το ‘’ εξώτερο ‘’

Μακριά από την φωτισμένη γη του Δείπνου υπάρχει σκοτάδι.

Η μακριά του Θεού ζωή είναι μια ζωή στο σκοτάδι, στην αγνωσία των πραγμάτων, στο ψέμα, στα ψυχοφάρμακα, στον ψυχικό πόνο.

Πράγματα που τα βλέπουμε στην καθημερινότητα μας.

Ο ‘’ κλαυθμός ‘’ είναι η λύπη και η στεναχώρια.

Ο ‘’ τριγμός των οδόντων ‘’ δείχνει την απελπισία γιατί χάθηκε οριστικά η δυνατότητα να μπουν στο νυμφώνα.

                                                                                               Αθανάσιος Κατσίκης

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

Η λυτρωτική αυτοσυναίσθηση

.(Κυριακή Δ’ Ματθαίου)

https://fdathanasiou.wordpress.com 

Κάνουν συγκλονιστική εντύπωση τα λόγια του εκατόνταρχου της σημερινής διηγήσεως· «Κύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις στο σπίτι μου, αλλά πες ένα λόγο μόνον και θα γιατρευθεί ο δούλος μου».

Να, το πρώτο βήμα της λυτρώσεως: η συναίσθηση της αναξιότητας, το ξεγύμνωμα του εαυτού μας από όλα τα οχυρά που κτίζουμε συνήθως για να σταθούμε με πολλές αξιώσεις μέσα στη ζωή, να δείξουμε στους άλλους την δύναμή μας, να πείσουμε και μας τους ίδιους για την υπεροχή μας. Κι όλα αυτά τα οχυρά όχι μόνο μας αποξενώνουν από τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε διαφορετικά απ’ ό,τι είμαστε στην πραγματικότητα, αλλ’ εμποδίζουν την πραγματική επικοινωνία μας με τον Θεό και τους ανθρώπους. Δημιουργούν αυταπάτες που αποβαίνουν πολλές φορές ολέθριες, Η προειδοποίηση του Χριστού είναι σκληρή αλλά και κατηγορηματική, και δεν απευθύνεται μόνο στους ισραηλίτες αλλά και σε κάθε χριστιανό που έχει την ψεύτικη βεβαιότητα και την εξωτερικά μόνο προβαλλόμενη και επιβαλλόμενη ιδιότητα του υιού της βασιλείας: «Πολλοί θα έλθουν από την Ανατολή και την Δύση και θα καθίσουν στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, οι δε υιοί της βασιλείας θα πεταχτούν έξω, στο σκοτάδι».

Είναι τρομερή η αντιστροφή των πραγμάτων την οποία προαναγγέλλει το Ευαγγέλιο όχι μόνο με τον προειδοποιητικό αυτά στίχο αλλά και σε πολλά άλλα σημεία. Είναι τραγικό να ζουν πολλοί χριστιανοί με την αυτάρεσκη βεβαιότητα του τελειωμένου πνευματικά ανθρώπου, να κρίνουν τους άλλους, να περιγράφουν τις μελλοντικές τιμωρίες των αμαρτωλών, και συγχρόνως να λησμονούν ότι όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από την κρίση του Θεού και -το σπουδαιότερο- ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη της λυτρώσεως που προσφέρει η αγάπη του Θεού. Οι «αμαρτωλοί» που συναισθάνονται τη γύμνια τους δέχονται τη σωστική χάρη του Θεού πολύ πιο εύκολα από τους «ευσεβείς» που δημιούργησαν τείχος ανάμεσα στον εαυτό τους και την πραγματικότητα.

Η συζήτηση του Χριστού με τον εκατόνταρχο είναι αποκαλυπτική για όλους τους χριστιανούς κάθε εποχής, όχι μόνο εξ αφορμής της προειδοποιητικής σημασίας που έχουν τα λόγια των στίχ. 11-12, αλλά και για την υποδειγματική αυτοσυναίσθηση της αναξιότητας που εκφράζει η ομολογία του ρωμαίου αξιωματικού: «Κύριε δεν είμαι άξιος να μπεις στο σπίτι μου».




(Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, Ομοτ. Καθηγητού