Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΗΡΥΓΜΑ / ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΚΥΘΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (Α΄ Κορ. θ΄ 2-12)

Αδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυ
ρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· «οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἢ δι' ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι' ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ' ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ' ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ' οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

Μετάφραση

Αδελφοί, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς ἐκκλησίας σας εἶναι ἡ ἀπόδειξη πώς εἶμαι ἀπόστολος. Νά πώς ἀπολογοῦμαι σ΄ αὐτούς πού ἀμφισβητοῦν καί συζητοῦν τήν αὐθεντία μου ὡς ἀποστόλου: Δέν ἔχω τάχα δικαίωμα νά συντηροῦμαι μέ δαπάνη τῆς ἐκκλησίας ποῦ ὑπηρετῶ; Μήπως δέν ἔχω δικαίωμα νά ἔχω μαζί στά ταξίδια μου ἀδερφή χριστιανή ὡς σύζυγο, ὅπως κάνουν καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι καί τά ἀδέρφια τοῦ Κυρίου καί ὁ Κηφᾶς; Ἤ μήπως εἴμαστε οἱ μόνοι, ἐγώ κι ὁ Βαρνάβας, ποῦ δέν ἔχουμε δικαίωμα συντηρήσεως, ἀλλά πρέπει νά ζοῦμε μέ τήν ἐργασία μας; Ποιός πάει ποτέ στρατιώτης στόν πόλεμο μέ δικά του ἔξοδα; Ποιός φυτεύει ἀμπέλι καί δέν τρώει ἀπό τόν καρπό του; Ἤ ποιός βόσκει πρόβατα καί δέν τρώει ἀπό τό γάλα τοῦ κοπαδιοῦ; Μήπως αὐτά ποῦ λέω εἶναι σύμφωνα μόνο μέ τήν ἀνθρώπινη καθημερινή πείρα; Κι ὁ νόμος δέ λέει τά ἴδια; Πράγματι, στό Μωσαϊκό νόμο εἶναι γραμμένο: Μή βάλεις φίμωτρο στό βόδι πού ἁλωνίζει. Μήπως γιά τά βόδια νοιάζεται ὁ Θεός; Μήπως αὐτά ποῦ λέει ἀναφέρονται πραγματικά σ΄ ἐμᾶς; Ἀσφαλῶς αὐτά γράφτηκαν γιά μᾶς. Αὐτός πού ὀργώνει κι αὐτός πού ἁλωνίζει πρέπει νά κάνουν τή δουλειά τους μέ τήν ἐλπίδα τῆς συμμετοχῆς στή συγκομιδή. Ἐμεῖς σπείραμε ἀνάμεσά σας πνευματικό σπόρο· σᾶς φαίνεται πάρα πολύ ἄν θερίσουμε ἀπό σᾶς τά ὑλικά, ποῦ εἶναι ἀναγκαῖα γιά τή συντήρησή μας; Ἄν ἄλλοι κάνουν χρήση αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἀπέναντί σας, δέ θά ταίριαζε νά τό κάνουμε περισσότερο ἐμεῖς; Ἐμεῖς ὅμως δέν κάναμε χρήση τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλά ὑπομένουμε κάθε στέρηση, γιά νά μή δημιουργήσουμε κανένα ἐμπόδιο στή διάδοση τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (Ματθ. ιη΄ 23-35)

Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολήν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε μακροθύμησον ἐπ' ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· Μακροθύμησον ἐπ' ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Μετάφραση

Εἶπεν ὁ Κύριος αὐτή την παραβολή: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μ΄ ἕνα βασιλιά, πού θέλησε νά τοῦ ἀποδώσουν λογαριασμό οἱ δοῦλοι του. Μόλις ἄρχισε νά κάνει τό λογαριασμό, τοῦ φέρανε κάποιον πού ὄφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Ἐπειδή δέν μποροῦσε νά τά ἐπιστρέψει, ὁ κύριός του διέταξε νά πουλήσουν τόν ἴδιο, τή γυναίκα του, τά παιδιά του κι ὅλα τά ὑπάρχοντά του καί νά τοῦ δώσουν τό ποσό ἀπό τήν πώληση. Ὁ δοῦλος τότε ἔπεσε στά πόδια του, τόν προσκυνοῦσε κι ἔλεγε: «δεῖξε μου μακροθυμία καί θά σοῦ τά δώσω ὅλα τά χρέη μου πίσω». Τόν λυπήθηκε λοιπόν ὁ κύριός του ἐκεῖνον τό δοῦλο καί τόν ἄφησε νά φύγει· τοῦ χάρισε μάλιστα καί τό χρέος. Βγαίνοντας ἔξω ὁ ἴδιος δοῦλος, βρῆκε ἕναν ἀπό τούς συνδούλους του, πού τοῦ ὄφειλε μόνο ἑκατό δηνάρια· τόν ἔπιασε καί τόν ἕσφιγγε νά τόν πνίξει λέγοντάς του: «ξόφλησέ μου αὐτά πού μοῦ χρωστᾶς». Ὁ σύνδουλός του τότε ἔπεσε στά πόδια του καί τόν παρακαλοῦσε: «δεῖξε μου μακροθυμία, καί θά σοῦ τά ξεπληρώσω». Ἐκεῖνος ὅμως δέ δεχόταν, ἀλλά πῆγε καί τόν ἔβαλε στή φυλακή, ὥσπου νά ξεπληρώσει ὅτι τοῦ χρωστοῦσε. Ὅταν τό εἶδαν αὐτό οἱ σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, καί πῆγαν καί διηγήθηκαν στόν κύριό τους ὅλα ὅσα ἔγιναν. Τότε ὁ κύριος τόν κάλεσε καί τοῦ λέει: «κακέ δοῦλε, σοῦ χάρισα ὅλο ἐκεῖνο τό χρέος, ἐπειδή μέ παρακάλεσες· δέν ἔπρεπε κι ἐσύ νά σπλαχνιστεῖς τό σύνδουλό σου, ὅπως κι ἐγώ σπλαχνίστηκα ἐσένα;» Καί ὀργισμένος τόν παρέδωσε στούς βασανιστές, ὥσπου νά ξεπληρώσει ὅσα τοῦ χρωστοῦσε. Ἔτσι θά κάνει καί σ΄ ἐσᾶς ὁ οὐράνιος Πατέρας μου, ἄν ὁ καθένας σας δέ συγχωρεῖ τά παραπτώματα τοῦ ἀδερφοῦ του μ΄ ὅλη του τήν καρδιά».



Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου

 –«Ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν έως ου αποδώ το οφειλόμενον »

Απόστολος: Α΄ Κορ. Θ΄ 2 – 12
Ευαγγέλιο: Ματθ. ΙΗ΄ 23 – 35
Η βασιλεία των ουρανών, μας λέει η σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που θέλησε να του δώσουν απολογισμό οι δούλοι του. Μόλις, λοιπόν, άρχισε να κάνει το λογαριασμό, του φέρανε κάποιο, που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριός του διέταξε να πωλήσουν τον ίδιο, την γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό από την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του κυρίου του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: « δείξε μου μακροθυμία και θα σου δώσω όλα τα χρέη μου πίσω». Τον λυπήθηκε ο κύριός του και τον άφησε να φύγει· του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας, όμως, έξω αυτός ο δούλος, βρήκε ένα από τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια. Τον έπιασε από το λαιμό και τον έσφιγγε να τον πνίξει, λέγοντάς του: « ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς». Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: « δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα ξεπληρώσω». 

Εκείνος όμως δεν δεχόταν, τον αρπάζει οργίλος από τον λαιμό, τον τραντάζει, τον πιέζει άσπλαχνα και απαιτεί σκληρά, βίαια, ανυπόμονα εκείνη την στιγμή, το οφειλόμενο ποσό. Και επειδή αδυνατεί να το ξοφλήσει, τον στέλνει στην φυλακή ώσπου να ξεπληρώσει το ποσό, που του χρωστούσε. Θλιβερή και αποτρόπαια η πράξη αυτή του συνδούλου του, μετά μάλιστα και από την εξαιρετική ευεργεσία, που μόλις του είχε γίνει από το βασιλιά της σημερινής παραβολής.
Η έκταση, δυστυχώς, την οποία καταλαμβάνει η αχαριστία, είναι πολύ μεγάλη σ’ όλες τις εποχές και σήμερα ακόμα. Και συμβαίνει αυτό, γιατί στην πλειονότητά μας οι άνθρωποι είμαστε εγωιστές. Είμαστε απελπιστικά εγωπαθείς, φίλαυτοι, ατομιστές. Το εγώ κυριαρχεί στη ζωή μας και μας στενεύει τόσον πολύ τον ορίζοντα της ψυχής, ώστε δεν μπορούμε να δούμε έξω από τα του εαυτού μας τίποτε, μετά από κάθε ευεργεσία που απολαμβάνουμε. Παρακαλούμε και ικετεύουμε θερμότατα τον Θεό ή τους ανθρώπους, όταν έχουμε την ανάγκη τους. Και ως τότε είμαστε ευγενέστατοι, ταπεινοί στην ικεσία μας και δείχνουμε πλήρη εξάρτηση από αυτούς. Μόλις όμως επιτύχουμε το ζητούμενο, γινόμαστε αγνώριστοι. Γινόμαστε αγενέστατοι, ψυχροί και αδιάφοροι προς τον ευεργέτη μας
Πράγματι, τι φοβερό κακό είναι η αχαριστία, η μαύρη αγνωμοσύνη προς τον κάθε ευεργέτη, αλλά κυρίως προς τον μεγάλη ευεργέτη, τον Σωτήρα και Θεό μας. Και τι μεγάλη, λαμπρή, υπέροχη και αγία αρετή η ευγνωμοσύνη. Η πρώτη αποδεικνύει τον άνθρωπο κατώτερο και από τα κτήνη, παρ’ όλο που πολλά και από τα ζώα και από αυτά τα άγρια θηρία, είναι στιγμές που ευγνωμονούν τους ευεργέτες τους. Η ευγνωμοσύνη υψώνει ως τους αγγέλους, τους ανθρώπους. Η αχαριστία, καθιστά τον αχάριστο άνθρωπο , ανάξιο των δωρεών του Θεού. Η ευγνωμοσύνη του εξασφαλίζει και μεγαλύτερες δωρεές και ευεργεσίες. Συνηθισμένο κακό η αχαριστία, κακία θεομίσητος και ελεεινή. Σπάνια η αρετή της ευγνωμοσύνης. Και η ατυχία είναι ότι εύκολα οι άνθρωποι ζητούμε και εύκολα λησμονούμε.
Αλήθεια, έχουμε ποτέ αναλογισθεί κι εμείς πόσο βαρειά είναι και η δική μας πνευματική οφειλή προς τον Θεό και άρα ποια τιμωρία μας περιμένει; Έχουμε ποτέ επιμετρήσει τις αμαρτίες μας ή μήπως θεληματικά τις αγνοούμε και εθελοτυφλούμε, προσθέτοντας ενοχή στις ενοχές μας; Μια ζωή ολόκληρη αμαρτάνουμε ενώπιον του Θεού και χρεωνόμαστε. Με τα ανεξέλεγκτα βλέμματά μας, τους απρεπείς λογισμούς, τα τόσο εύκολα και συχνά ολισθήματα της γλώσσας και τις ποικίλες έκνομες πράξεις. Κι ενώ ο Θεός μας χαρίζει χρόνια ζωής και ειρηνικούς καιρούς, εμείς τα κατασπαταλούμε άσκοπα και αμαρτωλά. Κι ενώ μας προσφέρει τάλαντα, ποικίλα χαρίσματα και ικανότητες, εμείς τα οικειοποιούμαστε, επιδιώκοντας προσωπικά ωφελήματα και εγωιστική δόξα. Μας εμπιστεύεται ενίοτε χρήματα, μόρφωση και κοινωνική θέση κι εμείς τα καταχρόμαστε με ιδιοτέλεια. Γι’ αυτό κι εμείς, θα πρέπει να συγχωρούμε και να μην κρατάμε κακία, για συνανθρώπους μας, που τυχόν να φάνηκαν αγνώμονες και αχάριστοι απέναντί μας. Από την στιγμή που καταλαβαίνουν το λάθος τους και προσπέφτουν στα πόδια μας και ζητούν ειλικρινά συγνώμη θα πρέπει να δίνουμε αυτή την συγνώμη. Δεν έχουμε το δικαίωμα να πεισμώνουμε, να δυστροπούμε για να τους ταπεινώνουμε.
Είναι λυπηρό να ακούμε για παιδιά που φέρονται με αχαριστία και αγνωμοσύνη προς αυτούς τους γονείς τους, που μόχθησαν και κοπίασαν σκληρά για να τα μεγαλώσουν και να τα αναδείξουν. Πόσοι άλλοι δεν κάμνουν το ίδιο προς τους καθ’ οιονδήποτε τρόπο ευεργέτες και άλλοτε προστάτες τους και πόσοι πολλοί είναι οι αχάριστοι έναντι των κυρίως ευεργετών τους. Η μεγαλύτερη όμως αχαριστία είναι αυτή προς τον πανάγαθο Θεό μας και ευεργέτη μας, στον Οποίο μερικοί γυρίζουν τις πλάτες και Τον λησμονούν. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν λένε οι αχάριστοι αυτοί προς τον Πλουσιόδωρο Πατέρα και Κύριο, που κυριολεκτικά τους γεμίζει με τα πνευματικά και υλικά αγαθά Του κάθε ώρα και στιγμή. Και η αλήθεια είναι ότι, μόνο κοντά στον Θεό μπορούμε να βρούμε την γαλήνη και την ηρεμία.
Είναι γεγονός ότι όταν μας περιζώνουν ανάγκες και μας συνθλίβουν δυσάρεστα γεγονότα, τότε καταφεύγουμε ικετευτικά προς τον Θεό και εκλιπαρούμε την προστασία Του και Τον παρακαλούμε να μας απαλλάξει από τα θλιβερά του βίου περιστατικά. Τότε, ενθυμούμαστε την συχνή και θερμή προσευχή. Τότε προστρέχουμε στις εκκλησίες. Τότε θυμούμαστε τις παρακλήσεις, τα τάματα, τις υποσχέσεις, τις γονυκλισίες, τις νηστείες και τις πράξεις ευλαβείας. Όταν, όμως, ο κίνδυνος παρέλθει, όταν η ανάγκη πάψει να μας κρατά σε αγωνία κι όταν ο πριν κατασκότεινος ουρανός αρχίζει να φωτίζεται, τότε λησμονούμε τον ευεργέτη μας. Όλα αυτά μπορούν να θεωρηθούν υπερβολικά. Δυστυχώς, όμως, η ιστορία είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας για την αλήθεια και ακρίβειά τους.
Αδελφοί μου! Μετά από όλα αυτά, ας μείνει μακριά μας η αχαριστία, το άθλιο νόσημα αυτό της ψυχής. Αντίθετα, ας ανθεί και καρποφορεί μέσα μας πάντοτε η θερμή, η εγκάρδια, η συνεχής και έμπρακτη ευγνωμοσύνη προς όσους μας ευεργετούν και πιο πολύ προς τον Πανευεργέτη μας Θεό. Γιατί αυτός μας χαρίζει τα πρόσκαιρα και τα αιώνια, την ζωή, την υγεία, την λύτρωση και την αιώνια σωτηρία. «Αυτώ η δόξα και η ευλογία και η τιμή εις τους αιώνας ». Αμήν.
Ηγούμενος Χρυσορρογιατίσσης Διονύσιος