Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Η θεραπεία των δέκα λεπρών

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ’ ΛΟΥΚΑ: 

Η θεραπεία των δέκα λεπρών 

(Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)


(Λουκ. ιζ 12-19)
Συχνά είμαστε αδύναμοι να διδαχτούμε από τα μεγάλα πράγματα και διδασκόμαστε από τα μικρά. Αφού δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πώς o Θεός βλέπει όλους τους ανθρώπους, ας παρατηρήσουμε πώς στέλνει ο ήλιος το φως του παντού στη γη, σ’ όλα τα πράγματα. Αν αδυνατούμε να κατανοήσουμε πως η ψυχή του ανθρώπου δεν μπορεί ούτε στιγμή να ζήσει χωρίς Θεό, ας δούμε πώς το σώμα του ανθρώπου δεν μπορεί ούτε στιγμή να ζήσει χωρίς τον αέρα. Αν δεν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε γιατί ο Θεός ζητάει υπακοή από τους ανθρώπους, ας καταλάβουμε γιατί ο αρχηγός της οικογένειας απαιτεί υπακοή από τα μέλη της, ο βασιλιάς από τους υπηκόους του, ο διοικητής από τους στρατιώτες του κι ο αρχιτέκτονας από τους οικοδόμους. Αν δεν κατανοούμε γιατί ο Θεός ζητάει ευγνωμοσύνη από τους ανθρώπους, ας αναλογιστούμε γιατί ο πατέρας ζητάει την ευγνωμοσύνη των παιδιών του. Γιατί ο πατέρας επιμένει πως ο γιος του πρέπει να πάρει το κύπελλό του, να του κάνει υπόκλιση και να λέει ευχαριστώ για το κάθε τι, μικρό ή μεγάλο, που παίρνει από τους γονείς του; Γιατί το κάνουν αυτό οι γονείς; Μήπως πλουτίζουν περισσότερο με τις ευχαριστίες των παιδιών, μήπως γίνονται πιο δυνατοί ή πιο διάσημοι ή αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή στην κοινωνία; Όχι, τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Αφού λοιπόν οι γονείς δεν κερδίζουν προσωπικά τίποτα από την ευγνωμοσύνη των παιδιών, δεν είναι περίεργο που διδάσκουν συνέχεια τα παιδιά τους να είναι ευγνώμονα; Κι αυτό δεν το κάνουν μόνο οι πιστοί γονείς, μα ακόμα κι οι άπιστοι. Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου περίεργο, αλλά μάλλον ευγενές. Αυτό που κάνει τους γονείς να διδάσκουν την ευγνωμοσύνη στα παιδιά τους, είναι η ανιδιοτελής αγάπη τους. Γιατί; Επειδή αυτό είναι για το καλό των παιδιών τους. Για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως τα καλλιεργημένα καρποφόρα δέντρα κι όχι όπως τα άγρια αγκάθια. Κι αυτό για να επιβιώσει το παιδί τους ανάμεσα στους ανθρώπους στην πρόσκαιρη ζωή, ανάμεσα σε φίλους κι εχθρούς, σε χωριά και σε πόλεις, στην εξουσία ή στο εμπόριο. Τον ευγνώμονα άνθρωπο τον εκτιμούν παντού, τον αγαπούν, τον καλοδέχονται και τον βοηθούν. Αυτός που μαθαίνει την ευγνωμοσύνη, μαθαίνει να είναι κι εύσπλαχνος. Κι ο εύσπλαχνος άνθρωπος περπατάει ελεύθερος σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ας αναρωτηθούμε τώρα γιατί ο Θεός αναζητά τις ευχαριστίες των ανθρώπων. Γιατί ζήτησε από το Νώε, το Μωυσή, τον Αβραάμ κι απ’ άλλους προπάτορες να προσφέρουν θυσίες ευχαριστίας στο Θεό (βλ. Γεν. η’ 20-21, ιβ’ 7-8, λε’ 1, Λευϊτ. γ’); Γιατί ο Κύριος έδινε καθημερινά παραδείγματα στον κόσμο πώς πρέπει να προσφέρουν ευχαριστίες στο Θεό (βλ. Ματθ. ια’ 25, ιδ’ 19, κστ 26-27); Γιατί και οι απόστολοι έκαναν το ίδιο (βλ. Πράξ. β’ 47, κζ’ 35) και συμβούλευαν τους πιστούς να ευχαριστούν το Θεό για όλα (Εφ. ε 20, Κολ. γ’ 17); Μήπως μας φαίνονται ακατανόητα τα λόγια που είπε ο μεγαλοφωνότατος Ησαΐας, «τον έλεον Κυρίου εμνήσθην, τας αρετάς Κυρίου εν πάσιν, οις ημίν ανταποδίδωσι» (Ησ. ξγ’ 7); Ή μήπως δεν είναι κατανοητά αυτά που συμβουλεύει ο Ψαλμωδός την ψυχή του, «ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, και μη επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού» (Ψαλμ. ρβ’ 2); Γιατί λοιπόν ο Θεός ζητά τις ευχαριστίες των ανθρώπων και γιατί οι άνθρωποι ευχαριστούν το Θεό; Αυτό οφείλεται στην αμέτρητη αγάπη Του για τον άνθρωπο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός ζητά να τον ευχαριστούν οι άνθρωποι.
Οι ευχαριστίες των ανθρώπων δε θα κάνουν σπουδαιότερο το Θεό, δε θα τον κάνουν πιο δυνατό, πιο ένδοξο, πιο πλούσιο ή πιο ζωντανό. Όλ’ αυτά θα τ’ αποκτήσουν οι άνθρωποι. Η ευγνωμοσύνη των ανθρώπων δε θα προσθέσει τίποτα στην ειρήνη και τη μακαριότητα του Θεού, θα προσθέσει τα χαρακτηριστικά αυτά όμως στους ανθρώπους. Η ευχαριστία κι η δοξολογία στο Θεό δε θ’ αλλάξει σε τίποτα την ύπαρξή Του, θ’ αλλάξει όμως κάτι στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο Θεός δεν έχει ανάγκη την ευγνωμοσύνη μας, ούτε και τις προσευχές μας. Ο ίδιος ο Κύριος όμως είπε: «Οίδε γαρ ο πατήρ υμών ων χρείαν έχετε προ του υμάς αιτήσαι αυτόν» (Ματθ. στ 8). Και προέτρεψε τους μαθητές «προς το δειν πάντοτε προσεύχεσθαι αυτούς και μη εκκακείν» (Λουκ. ιη’ 1). Ο Θεός δεν έχει ανάγκη τις προσευχές μας, μας προτρέπει όμως να προσευχόμαστε. Δεν έχει ανάγκη την ευγνωμοσύνη μας, αλλά την απαιτεί από μας. Οι ευχαριστίες μας δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μια προσευχή.
Η ευχαριστία στο Θεό ανεβάζει εμάς τους θνητούς πάνω από τη φθορά της θνητότητας, μας απαλλάσσει από εκείνο που κάποια στιγμή πρέπει ν’ απαλλαγούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι. Η ευχαριστία μας ενώνει με τον ζώντα κι αθάνατο Θεό. Αν δεν είμαστε ενωμένοι μαζί Του σ’ αυτή τη ζωή, τότε δε θα τον δούμε στην αιωνιότητα. Η ευχαριστία εξευγενίζει τον άνθρωπο και ενθαρρύνει τα καλά έργα. Η ευχαριστία εμπνέει την ευεργεσία στον κόσμο και ενισχύει τις αρετές. Η θνητή γλώσσα του ανθρώπου αδυνατεί να περιγράψει το κάλλος της ευγνωμοσύνης ή την ασχήμια της αγνωμοσύνης τόσο παραστατικά, όσο παρουσιάζονται στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.
***
«Εισερχομένου αυτού (του Ιησού) είς τινα κώμην απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν. και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες- Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» (Λουκ. ιζ’ 12,13). Ήταν δέκα λεπροί. Είναι φρικτό να βλέπεις ένα λεπρό, πόσο μάλλον να δεις δέκα μαζί. Ένα σώμα καλυμμένο ολόκληρο, από την κορφή ως τα νύχια, με άσπρες κηλίδες, κακοφορμισμένες πληγές, που στην αρχή δημιουργούν φαγούρα κι έπειτα καίνε σαν φλόγα. Ένα σώμα που φθείρεται συνέχεια και λειώνει. Ένα σώμα που έχει περισσότερο πύον παρά αίμα. Ένα σώμα που μυρίζει τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά. Κι όταν η λέπρα προσβάλει το στόμα, τη μύτη ή τα μάτια, φαντάζεστε τι αέρα ανασαίνει ο λεπρός από το γεμάτο πύον στόμα του, τι γεύση έχει αυτό που τρώει, και πώς του φαίνεται ο κόσμος που βλέπει από τα γεμάτα πύον μάτια του.
Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, στους λεπρούς απαγορευόταν νά ‘ρθουν σ’ οποιαδήποτε επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Το ίδιο γίνεται και στις μέρες μας, στις περιοχές όπου κατοικούν λεπροί [*]. Κι οι λεπροί, για να εμποδίσουν τους άλλους ανθρώπους να τους πλησιάσουν, τους φώναζαν από μακριά, με το μοναδικό όνομα που αναφέρεται στο Νόμο γι’ αυτούς: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Αναφέρεται στο Νόμο: «Και ο λεπρός εν ω έστιν η αφή, τα ιμάτια αυτού έστω παραλελυμένα και η κεφαλή αυτού ακάλυπτος, και περί το στόμα αυτού περιβαλέσθω, και ακάθαρτος κληθήσεται» (Λευϊτ. ιγ’ 45). Τα ρούχα του πρέπει να είναι σχισμένα, για να φαίνεται η λέπρα του. Το κεφάλι του να είναι ακάλυπτο, και το στόμα του καλυμμένο, για τον ίδιο λόγο. Και κυρίως έπρεπε να φωνάζουν: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Απομακρύνονταν από τις πόλεις και τα χωριά και ζούσαν χειρότερα κι από τα ζώα, περιφρονημένοι και ξεχασμένοι. Αναφέρεται στο Λευϊτικό: «Ακάθαρτος έσται, κεχωρισμένος καθήσεται, έξω της παρεμβολής αυτού έσται η διατριβή» (Λευϊτ. ιγ’ 46). Τους λογάριαζαν νεκρούς, αλλ’ η μοίρα τους ήταν χειρότερη κι από των νεκρών.
Μια μέρα ο Κύριος Ιησούς, η πηγή της υγείας, του κάλλους και της δύναμης, πέρασε κοντά απ’ αυτά τα ανθρώπινα ράκη, αυτά τα δύσοσμα υπολείμματα της ζωής. Μόλις οι λεπροί κατάλαβαν πως δίπλα τους περνούσε Εκείνος, σήκωσαν τη φωνή τους από μακριά και είπαν: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάςΠώς γνώριζαν οι ταλαίπωροι αυτοί άνθρωποι για τον Ιησού και τη δύναμη που είχε να τους βοηθήσει, αφού δεν είχαν επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους; Θα πρέπει κάποιος από κείνους που τους άφηνε από μακριά ψωμί στο δρόμο, να τους είχε πληροφορήσει για τα νέα. Η φήμη του νέου θαυματουργού στον κόσμο, που θα μπορούσε να τους ενδιαφέρει, θα πρέπει να είχε φτάσει στ’ αυτιά τους. Όλα τ’ άλλα που γίνονταν στον κόσμο, όπως οι αλλαγές των αρχόντων κι οι πόλεμοι ανάμεσα στα έθνη, η ίδρυση κι η καταστροφή των πόλεων, οι εορταστικές εκδηλώσεις, οι πυρκαγιές κι οι σεισμοί, όλ’ αυτά τους ήταν εντελώς αδιάφορα. Πνιγμένοι μέσα στο πύον, το μόνο που θα σκέφτονταν ήταν η αθλιότητά τους και ίσως Εκείνος που θα μπορούσε να τους απαλλάξει από τις πληγές, τα ράκη και το πύον και να τους ντύσει με το ένδυμα της υγείας. Άκουσαν για τον Κύριο Ιησού και σίγουρα πληροφορήθηκαν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, που ο Κύριος θεράπευσε λεπρούς σαν κι εκείνους (βλ. Λουκ. ε 12,13). Θα νοσταλγούσαν λοιπόν τη μοναδική ευκαιρία να βρεθούν μπροστά στον Κύριο.
Κάπου στην άκρη της πεδιάδας της Γαλιλαίας, εκεί που ο δρόμος αρχίζει ν’ ανηφορίζει προς τη Σαμάρεια, τον περίμεναν. Και να που η ευτυχισμένη και μοναδική ευκαιρία που περίμεναν τους πλησίασε, όχι κατά τύχη, αλλά με την πρόνοια του Θεού. Είδαν το Χριστό να περνάει από κει με τους μαθητές Του κι έκραξαν με μεγάλη φωνή: Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς! Γιατί τον ονόμασαν Επιστάτη; Επειδή η λέξη αυτή είναι πιο επιβλητική από το «διδάσκαλος». Επιστάτης δεν είναι μόνο ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος που εποπτεύει, που καθοδηγεί, που με τα λόγια, το παράδειγμα και τη μέριμνά Του οδηγεί τους ανθρώπους στο δρόμο της σωτηρίας. Γιατί τότε δεν τον ονόμασαν «Κύριο», που είναι ακόμα πιο επιβλητική λέξη από το «επιστάτης»; Επειδή δεν είχαν γνωρίσει ακόμα τη δύναμη και την εξουσία του Χριστού.
Ελέησον ημάς, κραύγαζαν. «Και ιδών είπεν αυτοίς· πορευθέντες δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Και καθώς πήγαιναν στους ιερείς, στο δρόμο καθαρίστηκαν. Σε προηγούμενη περίπτωση θεραπείας λεπρών, ο Κύριος έκτεινε το χέρι Του κι ακούμπησε το λεπρό λέγοντας: «θέλω, καθαρίσθητι. και ευθέως η λέπρα απήλθεν απ’ αυτού» (Λουκ. ζ’ 13). Τώρα όμως όχι μόνο δεν άγγιξε τους λεπρούς, μα δεν τους πλησίασε καν, ήταν μακριά τους, αφού έστησαν πόρρωθεν, και αυτοί ήραν φωνήν. Τους μιλούσε από απόσταση.
Γιατί ο Κύριος τους έστειλε στους ιερείς; Επειδή οι ιερείς είχαν το καθήκον να τους κηρύξουν ακάθαρτους και να τους αποκλείσουν από την κοινωνία, όπως είχαν και το δικαίωμα να δηλώσουν πως είναι θεραπευμένοι και καθαροί, για να ξαναγυρίσουν κοντά στους ανθρώπους (βλ. Λευϊτ. ιγ’ 34,44). Ο Κύριος δε θα καταργήσει το Νόμο, καθώς μάλιστα ο Νόμος δεν εμποδίζει το έργο Του, αλλά μάλλον το ενισχύει σ’ αυτήν την περίπτωση. Οι ίδιοι οι ιερείς θα πείθονταν πως οι δέκα λεπροί καθαρίστηκαν, αφού βεβαιώθηκαν γι’ αυτό. Οι δέκα λεπροί άκουσαν τι τους είπε ο Κύριος και που τους έστειλε και ξεκίνησαν για το χωριό, να εκτελέσουν την εντολή Του. Να, όμως, που καθώς βάδιζαν, η λέπρα τους καθαρίστηκε, εξαφανίστηκε. «Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν» (Λουκ. ιζ’ 14). Κοίταξαν τα σώματά τους και διαπίστωσαν πως είχαν γίνει καθαροί, υγιείς. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον κι έκαναν την ίδια διαπίστωση. Οι πληγές, το πύον κι η δυσοσμία είχαν εξαφανιστεί. Μόνο τα ίχνη της φοβερής αρρώστιας είχαν μείνει, για να μαρτυρούν τη θεραπεία τους.
Ποιος θα μπορούσε να πει πως το θαύμα αυτό του Χριστού δεν ήταν ανώτερο από ανάσταση νεκρών; Ας εγκύψουμε βαθύτερα στο γεγονός πώς, μ’ ένα Του λόγο, τα λεπρά σώματα που τα είχε καταφάγει η αρρώστια, ξαφνικά καθαρίστηκαν, έγιναν καλά. Όσο εμβαθύνει κανείς στο θαύμα αυτό, αναγνωρίζει κι ομολογεί πως θνητός άνθρωπος δεν μπορεί ν’ αρθρώσει τέτοιο λόγο. Μόνο ο Θεός μπορεί να προφέρει αυτόν τον θεραπευτικό λόγο, μέσα από τα ανθρώπινα χείλη Του. Είναι αλήθεια πως ο λόγος αυτός βγήκε από ανθρώπινα χείλη. Είναι σίγουρο όμως πως προήλθε από τα ίδια βάθη, απ’ όπου κι ο λόγος της δημιουργίας του κόσμου. «Αυτός είπε και εγενήθησαν».
Υπάρχουν λόγια και λόγια. Υπάρχουν λόγια αγνά κι αναμάρτητα, που είναι και λόγια δυνάμεως. Τα λόγια αυτά προέρχονται από την πρωταρχική πηγή της αιώνιας Αγάπης. Οι πύλες ολόκληρης της δημιουργίας είναι ανοιχτές μπροστά τους. Τα πάντα, άνθρωποι, ασθένειες και πνεύματα τους υποτάσσονται. Υπάρχουν όμως και λόγια διασπαστικά, ωμά, που τα έχει νεκρώσει η αμαρτία. Τα λόγια αυτά δεν έχουν μεγαλύτερη επιρροή απ’ όση έχει το σφύριγμα του ανέμου ανάμεσα στις καλαμιές. Όσα τέτοια νεκρά λόγια κι αν ακουστούν, παραμένουν τόσο ανίσχυρα, όσο ο καπνός που προσκρούει σε σιδερένια πόρτα.
Αναλογιστείτε όμως πόση απερίγραπτη ανακούφιση και παρηγοριά νιώθουμε, όταν γνωρίζουμε σε πόσο δυνατό και στοργικό Κύριο ανήκουμε! «Πάντα όσα ηθέλησεν ο Κύριος εποίησεν, εν τω ουρανώ και εν τη γη» (Ψαλμ. ρλδ’ 6). Αυτός είναι ο Κύριος της ζωής, Αυτός κυβερνά την αρρώστια, Αυτός δίνει τους νόμους της φύσης, είναι ο νικητής του θανάτου. Δεν δημιουργηθήκαμε από την αλόγιστη φύση. Είμαστε δούλοι του ζωντανού Θεού που αγαπά τον άνθρωπο. Δεν είμαστε τυχαία πλάσματα της τύχης. Είμαστε πλάσματα Εκείνου που δημιούργησε όλους τους πρεσβύτερους αδελφούς μας, τους αγγέλους, τους αρχαγγέλους κι όλα τ’ αθάνατα όντα του ουρανού. Αν υποφέρουμε σ’ αυτή τη ζωή, Εκείνος γνωρίζει το νόημα και το σκοπό των βασάνων μας. Αν μας έκανε λεπρούς η αμαρτία, ο λόγος Του είναι ισχυρότερος από τη λέπρα, είτε σωματική είναι αυτή είτε πνευματική. Την ώρα που πνιγόμαστε, το σωστικό χέρι Του είναι κοντά μαςΤην ώρα που πεθαίνουμε, μας περιμένει στην άλλη πλευρά του τάφου.
Ας γυρίσουμε τώρα στη διήγηση του ευαγγελίου, στη θεραπεία των λεπρών. Ας ρίξουμε μια ματιά στην καθαρή απεικόνιση της ευγνωμοσύνης και της αγνωμοσύνης. Τι έκαναν οι λεπροί αυτοί όταν διαπίστωσαν πως είχαν θεραπευτεί από τη λέπρα τους; Μόνο ο ένας απ’ αυτούς γύρισε για να ευχαριστήσει το Χριστό. Οι άλλοι εννιά τράβηξαν το δρόμο τους. Ούτε που σκέφτηκαν να γυρίσουν και να ευχαριστήσουν τον Ευεργέτη και Σωτήρα τους.
«Εις δε εξ αυτών, ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν. και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ· και αυτός ην Σαμαρείτης» (Λουκ. ιζ’ 15, 16). Ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος, μόλις είδε πως είχε απαλλαγεί από τη φοβερή αρρώστια του, ένιωσε την ψυχή του ν’ ανασαίνει ανάλαφρα. Ήταν σα να είχε βγάλει από μέσα του κάποια φαρμακερά φίδια. Η πρώτη του σκέψη λοιπόν ήταν να τρέξει και να ευχαριστήσει Εκείνον που τον έσωσε απ’ αυτήν τη φοβερή αθλιότητα. Λίγο νωρίτερα είχε κράξει, Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Τώρα ξανασήκωσε τη φωνή του και βροντοφώναξε από τα βάθη της ψυχής του κι από τα καθαρά χείλη του ευχαρίστησε το Θεό. Δεν του έφτασε αυτό όμως. Έτρεξε αμέσως να βρει τον Ευεργέτη του, να του εκφράσει τις ευχαριστίες του. Μόλις έφτασε κοντά στο Χριστό έπεσε μπροστά Του να τον προσκυνήσει. Γονάτισε τώρα όχι με πονεμένα πόδια από τις ανοιχτές πληγές, αλλά με πόδια θεραπευμένα και υγιή. Είχε πια ένα σώμα τελείως υγιές, μια καρδιά γεμάτη χαρά και δυο μάτια γεμάτα δάκρυα.
Αυτός ήταν αληθινός άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια μάζα από πυώδη σάρκα. Τώρα ξανάγινε άνθρωπος. Στιγμές νωρίτερα ήταν απόβλητος από τη ζωή των ανθρώπων. Τώρα ξανάγινε άξιο μέλος της κοινωνίας τους. Στιγμές νωρίτερα ήταν μια θλιβερή σάλπιγγα που ηχούσε μονότονα μια μόνο λέξη: «Ακάθαρτος! Ακάθαρτος!» Τώρα μεταβλήθηκε σε μια θριαμβευτική σάλπιγγα που ανέπεμπε ευχαριστίες και δοξολογίες στο Θεό.
Αυτός ο ένας και μοναδικός θεραπευμένος κι ευγνώμων άνθρωπος δεν ήταν Ιουδαίος, αλλά Σαμαρείτης. Οι Σαμαρείτες δεν ήταν Ιουδαίοι αλλά ούτε και καθαρόαιμοι Ασσύριοι ή μιγάδες από Ασσύριους και Ιουδαίους γονείς. Ήταν οι Ασσύριοι εκείνοι που κάποτε εγκατέστησε ο βασιλιάς Σαλμανάσαρ σε τόπους της Συρίας, αφού μετακίνησε από κει τους Ιουδαίους στην Ασσυρία (βλ. Β’ Βασ. ιζ’ 3-6, 24). Το ότι ο ευγνώμων αυτός άνθρωπος ήταν καθαρόαιμος Ασσύριος προκύπτει κι από τα λόγια του Κυρίου που τον ονόμασε αλλογενή.
«Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού; ουχ ευρέθησαν υποστρέφαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ. ιζ’ 17,18). Πόσο ευγενικά μέμφεται τους αγνώμονες ο Κύριος! Ρώτησε μόνο αν θεραπεύτηκαν κι αυτοί και γιατί δε γύρισαν να τον ευχαριστήσουν. Δε ρώτησε βέβαια επειδή ο ίδιος δεν ήξερε ότι είχαν θεραπευτεί όλοι. Όχι. Γνώριζε πως θα θεραπευτούν προτού καν τους δει και τους συναντήσει. Έκανε όμως την ερώτηση σαν μια ευγενική επίπληξη. Εμείς, όταν δίνουμε ένα νόμισμα σε κάποιον επαίτη, εκνευριζόμαστε και ξεσπούμε σε κραυγές αν δε μας ευχαριστήσει. Σκεφτείτε τώρα πόσο θα εκνευριζόμασταν και θα καταγγέλαμε τους εννιά αυτούς ανθρώπους, αν υποτεθεί πως είχαμε τη δύναμη και τους θεραπεύσαμε από τέτοια φοβερή αρρώστια κι εκείνοι δε γύρισαν να μας πουν ούτε ένα ευχαριστώ.
Οι μέρες μας είναι γεμάτες από οργισμένους ανθρώπους ενάντια στους αγνώμονες. Ο αέρας που μας περιβάλει είναι γεμάτος από μίση και ύβρεις που εκστομίζονται από χείλη ανθρώπων καθημερινά, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, προς τους αγνώμονες. Πόσο μικρά όμως είναι αυτά που κάνει ο άνθρωπος, σε σχέση με τα μέγιστα που ακούραστα και αδιάλειπτα κάνει ο Θεός για τους ανθρώπους, από τη στιγμή που γεννήθηκαν ως το θάνατό τους! Ο Θεός όμως ποτέ δε μέμφεται, ποτέ δεν οργίζεται στον αγνώμονα, αλλά τον επιπλήττει ευγενικά και ρωτάει όσους τον λατρεύουν στο ναό: «Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Δεν έδωσα την υγεία σε χιλιάδες; Γιατί βρίσκονται μόνο λίγες δεκάδες στο ναό Μου; Δε δίνω το φως του ήλιου σε εκατομμύρια; Γιατί είστε μόνο λίγες εκατοντάδες οι ευγνώμονες; Δεν ομόρφηνα τους αγρούς, δεν τους γέμισα με πλούσια σοδειά, με κάθε χόρτο για τα κοπάδια; Γιατί είστε μόνο λίγοι εσείς που γονατίζετε με ευχαριστία μπροστά Μου; Πού είναι τα άλλα παιδιά Μου; Πού είναι οι δυνατοί και ισχυροί που κυβερνούν τα έθνη με τη δική Μου δύναμη και ισχύ; Πού είναι οι ισχυροί, πού οι επιτυχημένοι που πλούτισαν από τα πλούτη Μου και πέτυχαν χάρη στο έλεός Μου; Πού είναι οι ευτυχισμένοι που αντλούν την υγεία και την ευτυχία από τη δική Μου πηγή; Πού είναι οι γονείς που τα παιδιά τους τα βοηθάω να μεγαλώσουν και να γίνουν δυνατοί; Πού είναι οι δάσκαλοι που τους χορηγώ σοφία και γνώση; Πού είναι όλοι οι άρρωστοι που θεράπευσα; Πού είναι όλοι οι αμαρτωλοί που καθάρισα τις ψυχές τους από την αμαρτία, σα νά ‘ταν από λέπρα;»
Προσέξτε, ει μη ο αλλογενής ούτος! Μόνο αυτός γύρισε για να ευχαριστήσει. Είναι όμως κανένας ξένος, αλλογενής, στο Χριστό; Δεν ήρθε για να σώσει όλους τους ανθρώπους κι όχι μόνο τους Ιουδαίους; Οι Ιουδαίοι υπερηφανεύονταν επειδή ήταν ο «περιούσιος», ο εκλεκτός λαός του Θεού, πως είχαν γνώση του Θεού, πως απ’ αυτήν την άποψη ξεπερνούσαν κάθε άλλο έθνος στη γη. Υπάρχει όμως ένα παράδειγμα που φανερώνει το σκότος του μυαλού τους και τη σκληρότητα της καρδιάς τους. Ένας Ασσύριος, ειδωλολάτρης, είχε πιο φωτισμένο μυαλό και πιο ευγενική καρδιά από τους αυτοθαυμαζόμενους Ιουδαίους. Η ιστορία αυτή με τους εκλεκτούς ή τους μη εκλεκτούς, δυστυχώς επαναλαμβάνεται και στις μέρες μας. Και σήμερα κάποιοι ειδωλολάτρες έχουν πιο ανοιχτό μυαλό και πιο ευγνώμονα καρδιά προς το Θεό από πολλούς χριστιανούς. Υπάρχουν μωαμεθανοί, βουδιστές ή παρσιστές (οπαδοί του ζωροαστρισμού) που ντροπιάζουν πολλούς χριστιανούς με τις καρδιακές προσευχές τους στο Θεό και τη θερμή ευγνωμοσύνη τους προς Εκείνον.
Η παραβολή τελειώνει με τα λόγια του Σωτήρα μας προς τον ευγνώμονα Σαμαρείτη: «Και είπεν αυτώ· αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. ιζ’ 19). Προσέξτε τη μεγαλοσύνη της ταπείνωσης του Κυρίου, την αρχοντιά Του! Ο ίδιος χαίρεται να ονομάζει τους ανθρώπους συνεργάτες Του στα μέγιστα και καλά έργα Του. Θέλει έτσι να ενισχύσει το ηθικό της ταπεινωμένης και υποτιμημένης ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι υπεράνω της ανθρώπινης υπερηφάνειας και ματαιότητας και θέλει να μοιράσει τη δική Του αξία με άλλους, τα πλούτη Του με τους φτωχούς, τη δόξα Του με τους άπορους και τους θλιμμένους.
Η πίστις σου σέσωκέ σε. Ο Σαμαρείτης είχε πραγματικά πιστέψει, όπως κι οι άλλοι εννιά λεπροί. Αν δεν είχαν πιστέψει στη δύναμη του Κυρίου, δε θα φώναζαν Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Σε τι τους χρησίμευε η πίστη τους όμως; Με την ίδια πίστη θα μπορούσαν να φωνάξουν σε χιλιάδες διάσημους γιατρούς του κόσμου: «Ελεήστε μας, θεραπεύστε μας!» Όλα όμως θ’ απέβαιναν μάταια. Αν κάποιος απ’ αυτούς τους χιλιάδες θνητούς γιατρούς του κόσμου τους είχε θεραπεύσει, πιστεύετε πως θ’ απέδιδε τη θεραπεία στην πίστη του αρρώστου ή στη δική του ικανότητα κι επιστημοσύνη; Δε συνηθίζουν οι γιατροί του κόσμου να ξεπερνούν σιωπηλά τις ευχαριστίες των αρρώστων για την αποκατάσταση της υγείας τους, δίνουν μεγάλη έμφαση στη δική τους αξία και συμμετοχή. Αυτή είναι η συμπεριφορά του ανθρώπου προς άνθρωπο. Ο Χριστός όμως συμπεριφέρεται διαφορετικά στους ανθρώπους. Ο Χριστός έχει ένα βαγόνι γεμάτο σιτάρι κι ο λεπρός Σαμαρείτης πρόσθεσε ένα σπυρί σιτάρι στο φορτίο. Το φορτίο με το σιτάρι είναι η θεϊκή Του δύναμη και εξουσία. Το σπυρί του λεπρού είναι η πίστη του στο Χριστό. Ο Χριστός αγαπά πραγματικά τον άνθρωπο και δεν υποτιμά το μικρό σπυρί, αλλ’ αντίθετα θα το τιμήσει περισσότερο από το δικό Του μεγάλο φορτίο. Γι’ αυτό και δε λέει, όπως θά ‘λεγε κάθε άνθρωπος σε τέτοια περίπτωση: «Το φορτίο μου με το σιτάρι θα σε θρέψει». Δε λέει «Εγώ σε έσωσα», αλλά η πίστις σου σέσωκέ σε. Πόση μεγαλοψυχία κρύβεται στα λόγια αυτά! Πόσο μεγάλη είναι για όλους μας η διδαχή Του! Πόσο μεγάλη είναι η επίπληξη στην ανθρώπινη ιδιοτέλεια κι υπερηφάνεια!
***
Όλοι εκείνοι που κρύβουν το σπυρί της αξίας του άλλου και δίνουν έμφαση στο δικό τους φορτίο, ας ταπεινωθούν, ας διδαχτούν από το Χριστό, το Δίκαιο. Δεν είναι λιγότερο ληστές και κλέφτες από τον πλούσιο, που προσθέτει το μικρό αγρό του φτωχού στ’ απέραντα δικά του στρέμματα. Όλοι οι στρατηγοί που κρύβουν το ρόλο που έπαιξαν οι στρατιώτες στη νίκη και διασαλπίζουν προς κάθε κατεύθυνση μόνο τη δική τους συμμετοχή, ας σκύψουν λίγο κι ας διδαχτούν από το Δίκαιο Χριστό. Όσοι ασχολούνται με τη βιομηχανία και το εμπόριο και αποδίδουν στον εαυτό τους και στην αξία τους, στη σοφία και την τύχη τους, όλη την επιτυχία που ανήκει στους εργάτες και τους υπαλλήλους τους, ας παραδειγματιστούν από τον ταπεινό Ιησού. Τέλος όλοι οι άνθρωποι, που με την τυφλή υπερηφάνεια τους αποδίδουν κάθε καλό, κάθε ικανότητα και κάθε επιτυχία μόνο στον εαυτό τους κι αγνοούν ή ξεχνούν την τεράστια συμβολή του Θεού, ας διδαχτούν από το Θεό, που αγαπά ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ας πλησιάσουν κι ας μάθουν πως ο Θεός δεν αγνοεί και δεν κρύβει ούτε ένα σπυρί από την αξία του ανθρώπου που προσθέτει στο μέγιστο δικό Του φορτίο αξιών. Το μόνο που κρύβει είναι η δική Του συμβολή και δίνει έμφαση στη συμμετοχή των ανθρώπων.
Υπάρχει μεγαλύτερο χτύπημα και πιο φοβερή επίπληξη στους ανθρώπους για την κλοπή, τη ληστεία, τη σκληρότητα, την υπερηφάνεια και την έλλειψη αγάπης που δείχνουν προς τον άνθρωπο και το Θεό; Όποιος έχει αίσθηση συστολής, πρέπει πραγματικά να ντραπεί και να ταπεινωθεί μπροστά στην ταπείνωση του Χριστού. Εκείνος που διατηρεί έστω και μια σπίθα της συνείδησής του αναμμένη, ας μετανοήσει για το χυδαίο κι ανόητο αυτοθαυμασμό και την αυταρέσκειά του κι ας γίνει ευγνώμων στο Θεό και στους ανθρώπους. Η ευγνωμοσύνη θα του διδάξει την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την ταπείνωση.
Αν εμείς οι χριστιανοί γνωρίζαμε την ποικιλία και το πλήθος των πνευματικών νοσημάτων, από τα οποία ο Χριστός μας θεραπεύει κάθε μέρα, θα στρέφαμε γρήγορα προς Εκείνον το πρόσωπό μας και θα πέφταμε στα πόδια Του να τον ευχαριστήσουμε από τη στιγμή αυτή ως το θάνατό μας. Η ώρα αυτή δεν είναι μακριά για κανένα μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
[*] Ο άγιος Νικόλαος κοιμήθηκε το 1956, όταν ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί το φάρμακο για τη λέπρα.

 http://alopsis.gr/
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Πρωτοχρονιά
Η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται σ’ όλο τον κόσμο με μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα και με διάφορες εκδηλώσεις. Κατά την ημέρα αυτή γίνεται ανταλλαγή επισκέψεων και δώρων και επικρατούν διάφορα έθιμα, όπως της βασιλόπιτας κ.ά., τα οποία μας κληροδότησαν οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας, γιατί, σύμφωνα με τις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι γιόρταζαν την πρώτη μέρα του χρόνου. Οι δύο αυτοί λαοί που εκπροσωπούν τον αρχαίο κόσμο, συνήθιζαν να γιορτάζουν την πρώτη ημέρα κάθε μηνός. Οι περισσότερες μάλιστα ελληνικές πόλεις δε συμφωνούσαν ούτε ως προς την αρχή του χρόνου. Το ίδιο συνέβαινε και ανάμεσα στους ανατολικούς λαούς.
Η 1η Ιανουαρίου σαν αρχή του χρόνου επικράτησε να γιορτάζεται στη Ρώμη από το 48 π.Χ., την εποχή δηλαδή του Καίσαρα, και πήρε πολλά στοιχεία από τη ρωμαϊκή γιορτή Σατουρνάλια. Από τότε την 1η Ιανουαρίου δέχτηκαν σαν Πρωτοχρονιά όλοι οι λατινογενείς λαοί, καθώς και όλοι οι ρωμαιοκρατούμενοι λαοί.
Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία, της εποχής κυρίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή ήθελε να χωρίσει τους Χριστιανούς από τους ειδωλολάτρες, απαγόρευε στους χριστιανούς να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά όπως εκείνοι. Τα αποτελέσματα όμως της απαγόρευσης αυτής ήταν πολύ μικρά. Απαλείφτηκαν μόνο τα στοιχεία εκείνα που έρχονταν σε τέλεια αντίθεση προς τη χριστιανική ηθική.
Η Πρωτοχρονιά λοιπόν, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της Εκκλησίας και τη σύνδεσή της με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, διαιωνίστηκε μέχρι σήμερα σαν λαϊκή γιορτή. Τα σημαντικότερα έθιμα αυτής είναι τα ακόλουθα:
·        Η διανομή στα παιδιά δώρων, τα οποία οι νοικοκυρές παρασκευάζουν στα σπίτια. Αυτά κυρίως είναι γλυκίσματα, όπως κουραμπιέδες, μελομακάρονα κ.ά.
·        Συντροφιές μικρών παιδιών από την παραμονή ψάλλουν τα κάλαντα στα σπίτια και στα μαγαζιά και μαζεύουν φιλοδωρήματα.
·        Τα μεσάνυχτα της παραμονής, λίγα δευτερόλεπτα πριν από τις 12, σβήνουν τα φώτα και οι οικογένειες γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι ψάλλουν ύμνους, ανταλλάσσουν φιλιά και κόβουν την πατροπαράδοτη βασιλόπιτα. Εκείνος μάλιστα που βρίσκει στο κομμάτι του το νόμισμα, που είναι κρυμμένο μέσα σ’ αυτήν, θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς.
·        Πολλοί καλούν έναν που να έχει «καλό ποδαρικό» το πρωί της Πρωτοχρονιάς.
·        Επίσης δε δίνουν τίποτα έξω από το σπίτι, δε ρίχνουν νερό έξω από αυτό και δεν αναφέρουν ονόματα επιβλαβών ζώων, εντόμων κ.λπ.
(Από την εγκυκλοπαίδεια 2002)

 

 

Ο Αι Βασίλης

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΙΟΣ   ΒΑΣΙΛΕΙΟΣΤην ημέρα του αγίου Βασιλείου (πρωτοχρονιά) έχουμε την προσμονή ενός ταπεινού και καλού Έλληνα αγίου με τα μαύρα γένια και το σκούρο φτωχό ράσο, που έρχεται από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (Μικρά Ασία) να ευλογήσει τα σπιτικά μας και να πάρει το δικό του κομμάτι από τη βασιλόπιτα (βγάζομε ένα του Χριστούένα της Παναγίαςένα του αγίου Βασιλείουένα του φτωχούένα του σπιτιού, και μετά τα δικά μας –αν πέσει το φλουρί του Χριστού, της Παναγίας ή του αγίου Βασιλείου, το δίνουμε στην εκκλησία).
Αυτός είναι ο άγιος Βασίλειος, ο φιλάνθρωπος επίσκοπος του 4ου αιώνα μ.Χ., ο άνθρωπος των γραμμάτων ο ταπεινός και θαυματουργός (ένας από τους Τρεις Ιεράρχες), και όχι ο πονηρούλης Santa Claus που εισήχθη από την Αμερική για να διαφημίσει αναψυκτικά και την πραμάτεια των εμπόρων. Καλός είναι κι αυτός (με την άσπρη γενειάδα και το βαθύ γέλιο και την ταλαιπωρία του –λόγω κοιλίτσας– να χωρέσει από τις καμινάδες) αλλά ο δικός μας, ο ρωμιός άγιος, είναι πιο άγιος, πιο βαθύς (σε νόημα), λιγότερο διαφημιστικός αλλά όχι λιγότερο αξιαγάπητος.
Για την ιστορία αναφέρουμε ότι ο Santa Claus, ο ευρωπαϊκός «Πατέρας των Χριστουγέννων», αντιστοιχεί στον άγιο Νικόλαο και για όλες τις χώρες (εκτός από την Ελλάδα) επισκέπτεται τα σπίτια τα Χριστούγεννα. Εμείς τον δεχόμαστε την πρωτοχρονιά, γιατί είναι η μέρα της εορτής του αγίου Βασιλείου, που είναι ο δικός μας «Πατέρας των Χριστουγέννων». Η μορφή του Santa Claus που ξέρουμε πλέον όλοι διαμορφώθηκε από τον αμερικανό σκιτσογράφο Τόμας Ναστ το 1862, με βάση παλαιότερες ευρωπαϊκές παραδόσεις, ενώ το κόκκινο χρώμα της στολής του το πήρε εξαιτίας του κόκκινου χρώματος γνωστού αμερικάνικου αναψυκτικού που χρησιμοποίησε τη μορφή του σε διαφημίσεις. Αρχικά ήταν ντυμένος στα χρώματα του ουράνιου τόξου.
(Από το περιοδικό του Ρεθύμνου «Πολιτεία»)
Η βασιλόπιτα
Η πίτα, που φτιάχνουμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και που κόβεται σε πανηγυρική συγκέντρωση των μελών της οικογένειας ή και άλλων συγγενών και φίλων, έχει τις ρίζες της στα αρχαία ελληνορωμαϊκά έθιμα.
Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα) και στα Σατουρνάλια (saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίτες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας...
Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη Βασιλόπιτα. Και η ιστορία της έχει ως εξής. Ο Μ. Βασίλειος, για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή αλλοφύλων, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή, για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει, για να μην λεηλατήσουν την περιοχή του. Ο εχθρός, όμως, τελικά, δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν. Τότε, ο Μ. Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίττες - ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα πράγματα που είχαν μαζευτεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κράταγε ό,τι του τύχαινε. Πάρα πολλά έτυχαν και στα παιδιά...
(Από το βιβλίο «Ήθη, έθιμα και… άλλα» του Τιμόθεου Κ. Κιλίφη)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016




ΙΕΡΑ                          ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ                      ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

Ἀριθμ.  Πρωτοκ.1144                                                       Μυτιλήνη 8-12-2016

                                    ἐπί τῃ ἑορτῃ τῶν  Χριστουγέννων

                                    Ι  Α  Κ  Ω  Β  Ο  Σ
                                              ἐλέῳ καί χάριτι Θεοῦ
 Ἐπίσκοπος  καί  Μητροπολίτης τῆς Ἁγιωτάτης  Μητροπόλεως
                        Μυτιλήνης, Ἐρεσσοῦ καί Πλωμαρίου

Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον,
τίς Μοναστικές  Ἀδελφότητες
καί τόν εὐλογημένον λαόν τῆς Ἐπαρχίας μας

                        Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί πεφιλημένα,

Αποτέλεσμα εικόνας για O MYTILHNHS IAKVBOSἸλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μπροστά στό μυστήριο Θείας Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἀδυνατεῖ ἡ  σκέψη μας νά ἐξηγήσει τό γεγονός τῆς Θείας συγκαταβάσεως καί  Φιλανθρωπίας τοῦ Πανάγαθου Ἁγίου   Τριαδικοῦ  Θεοῦ μας. Ἐνεή μένει ἡ διάνοια μας ἐνώπιον τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ἐκφράζει καί ἡ Ἐκκλησία μας , ὅταν λέγει : ΄΄ Μέγα καί παράδοξον θαῦμα, τετέλεσται σήμερον !  Παρθένος  τίκτει, καί μήτρα οὐ φθείρεται  ὁ Λόγος σαρκοῦται, καί τοῦ Πατρός οὐ κεχώρισται. Ἄγγελοι μετά Ποιμένων δοξάζουσι ΄΄  ( Στιχηρό ἰδιόμελο τῆς Λιτῆς ).Γι’ αὐτό ὁ ἱερός ὑμνωδός  βλέποντας ὅτι ἡ ἀνθρώπινη λογική δέν εἶναι ἱκανήνά ἑρμηνεύσειτόν ΄΄ ἐκ Παρθένου τεχθέντα Ἰησοῦν      Χριστόν ΄΄,  ἀναφωνεῖ: ΄΄ Οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν  πίστει  μόνῃ τοῦτο πάντες δοξάζομεν ΄΄  ( Στιχηρό  ἰδιόμελο τῶν Αἴνων ).
Ἡ πίστη, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνο τό πνευματικό αἰσθητήριο, μέ τό ὁποῖοἐπικοινωνεῖ ὁ κτιστός ἄνθρωπος μέ τόν Ἄκτιστο  ΤριαδικόΘεό  καί ΄΄Ποιητήτοῦ παντός ΄΄, ὁ Ὁποῖος ΄΄ πολυμερῶς καί      πολυτρόπως΄΄ φανερώνεται μέσα στήν ἱστορία ( Ἑβρ. 1, 1 ). Ἡ δέ πλήρης ἀποκάλυψή Του πραγματοποιήθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἐνσαρκωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦρθε γιά νά ὁδηγήσει τό ἀνθρώπινο γένος στή σωτηρία. Ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος  μᾶς προσφέρει καί τόν ὁρισμό τῆς πίστεως, ὅταν λέγει ΄΄ Πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων ΄΄               ( Ἑβρ. 11, 1 ). Ὁ ἁγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό συγκεκριμένο χωρίο ἀναφέρει ὅτι ἐπειδή ΄΄ἐκεῖνα πού ἐλπίζουμε μοιάζουν γιά ἀνύπαρκτα, ἡ πίστη τούς χαρίζει ὕπαρξη ἤ μᾶλλον δέν τούς χαρίζει ἀλλά ἡ ἴδια εἶναι ὕπαρξή τους. Γιά παράδειγμα, ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν δέν ἔχει ἔλθει ἀκόμη, οὔτε εἶναι ὑπαρκτή αὐτή τήν στιγμή, ἡ ἐλπίδα, ὅμως, τῆς δίδει ὑπόσταση μέσα στή δική μας ψυχή. Αὐτό σημαίνει << ὑπόστασις πραγμάτων ἐλπιζομένων >> ΄΄.        
Τό δέ περιεχόμενο τῆς πίστεως μας δέν ἀναφέρεται σέ κάτι τό ἀφηρημένο,σέ κάτι τό νεφελῶδες  καί ἀόριστο. Δέν ἔχει σχέση μέ καμμία ἀόρατη δύναμη. Δέν εἶναι γέννημα τῆς φαντασίας, ἰδεολόγημα καί ἐπιγέννημα τῆς λογικῆς. Δέν προέρχεται ἀπό καμμία φιλοσοφική ἀνακάλυψη καί οὔτε συνιστᾶ ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα καί ἀνακάλυψη ἀλλά ἐμφάνισητοῦ Μόνου Ἀληθινοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.
            Ἡ πίστη στό χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως μας συγκροτεῖται ἀπό τά δόγματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι θεωρίες καί ἰδέες ἀλλά  ἡ ΄΄ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά θεμελιώδη ζητήματα τῆς πίστεως καί ἔχουν ἀπόλυτο κῦρος ΄΄. Τά δόγματα χωρίζουν τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα, τήν ὀρθή πίστη ἀπό τίς αἱρέσεις , τό φῶς ἀπό τό σκοτάδι, προκειμένου νά διαφυλάξουν τήν πνευματική ἐμπειρία καί ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάθε ἀλλοίωση ἐκ μέρους τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν δοξασιῶν. Γι’ αὐτό συγκροτήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι μίλησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἔδωσαν τόσους καί τόσους ἀγῶνες γιά τήν πίστη μας, διότι τό κύριο ἐνδιαφέρον τῶν θεοφόρων Πατέρων μας τόσο κατά τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων ὅσο καί κατά τήν ἀνάπτυξη καί διατύπωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τους ἦταν νά διασφαλίσουν τήν πραγματικότητα τῆς θεώσεως. Ἡ πίστη , λοιπόν, τό κινδυνευόμενον. Καί ἄρα ἡ σωτηρία τό διακινδυνευόμενον, ἀφοῦ ἡ σωτηρία ἐξαρτᾶται ἄμεσα ὄχι μόνον ἀπό τήν ἐνάρετη ζωή ἀλλά καί ἀπό τήν ὀρθή πίστη.
            Εἶναι μάλιστα τέτοια ἡ σχέση τοῦ δόγματος, δηλαδή ἡ διατύπωση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως μέ τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μήν μποροῦμε νά νοήσουμε τά δύο αὐτά πράγματα χωριστά. Πρόκειται γιά δύο ὄψεις τῆς ἴδιας πραγματικότητος πού ἐγκαινίασε ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος  Χριστοῦ. Ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων  ἐπιβεβαιώνοντας τό χωρίο τῆς Ἁγ. Γραφῆς πού λέει ΄΄ πίστις ἄνευ ἔργων νεκρά ἐστι ΄΄ ( Ἰακ. 2, 20 ) , ἀναφέρει ὅτι  ΄΄ ἡ θεοσεβής ζωή συνίσταται ἀπό δόγματα θεοσεβῆ καί πράξεις ἀγαθές. Καί οὔτε τά δόγματα χωρίς τά ἔργα τά ἀγαθά εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τό Θεό, ἀλλά καί τά ἔργα πού δέν συνοδεύονται ἀπό εὐσεβῆ δόγματα, δέν τά δέχεται ὁ Θεός ΄΄.
            Ἡ πίστη ,πού εἶναι πρωτίστως καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματοςκαί λιγότερο δικό μας κατόρθωμα , γεννᾶ τό νέο ἦθος στόν ἄνθρωπο. Εἶναι δέ ἐκεῖνο πού ἐκχέεται ἀπό τό φῶς τοῦ Εὐαγελίου καί ἀπό τή σοφία τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἡ ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἐνέργεια τῶν παθῶν καί δωρίζει σ’ αὐτόν τήν ἀνθοδέσμη τῶν ἀρετῶν. Ἀναφερόμενος ὁ ἁγ. Ἰσαάκ ὁ Σῦρος στήν ΄΄ πνευματική μέθη ΄΄ , ὅπως χαρακτηριστικά ὀνομάζει τό γεγονός τῆς πίστεως, λέγει τά ἑξῆς γι’ αὐτήν: ΄΄ Ἤπιαν οἱ ἀκόλαστοι καί ἐπανέκτησαν τήν ντροπή. Οἱ ἁμαρτωλοί καί λησμόνησαν τούς δρόμους τῆς ἁμαρτίας. Οἱ μέθυσοι καί ἔγιναν νηστευτές. Οἱ πλούσιοι καί ἐπεθύμησαν τήν πτωχεία. Οἱ φτωχοί καί πλούτισαν μέ τήν ἐλπίδα. Οἱ ἄρρωστοι κι ἔγιναν δυνατοί. Οἱ ἀγράμματοι  κι ἀνεδείχθησαν σοφοί ΄΄.  Ὁ ἀληθινά πιστός ἔχοντας καί θεωρώντας ὡς κλῆρο καί ὡς καύχημα τόν προσωπικό του σταυρό, τή θλίψη καί τό μαρτύριο, τό ὁποῖο διαχρονικά λειτουργεῖ μέ διάφορες μορφές, αἰσθάνεται ἀπό τώρατήν αἰώνια καί ἀϊδια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ  στήν΄΄ ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ΄΄ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί στή λήψη τῆς Θείας Μεταλήψεως.
Ἀγαπητοί μοι ἀδελφοί, διανύοντας  ἡμέρες πονηρές κατά τίς ὁποῖες τά κύματα τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀθεϊας, τῶν ποικιλόμορφων αἱρέσων ,τοῦ πνεύματος τῆς πανθρησκείας, τῆς ἀμνηστεύσεως τῆς ἁμαρτίας καί τῆς λατρείας τῆς ὕλης ὑψώνονται τόσο πολύ, ἄς πιστεύουμε ὀρθά καί ἄς ζοῦμε ἐνσυνείδητα τόν θησαυρό τῆς πίστεως μας, γιά νά γεννᾶται στό σπήλαιο καί τῆς δικῆς μας  ψυχῆς ὁ  Σαρκωθείς Θεός, πρός δόξαν Του !
                                   


Διάπυρος πρός τόν Ἐνανθρωπήσαντα Χριστόν
                                                       εὐχέτης ὅλων σας
                                                 Ο   ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ