Πως προσκυνούμε τις εικόνες με ποια σειρά; Ποια η διαρρύθμιση του Ναού;
Ο Ναός χωρίζεται σε τρία μέρη: στον πρόναο, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Το Ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με το τέμπλο. Η διάταξη των εικόνων στο τέμπλο είναι πάντα η εξής: Στο δεξί μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα του Χριστού. Στο αριστερό μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας. Δίπλα και αριστερά από την Παναγία υπάρχει η εικόνα του Αγίου/Αγίας κλπ που είναι αφιερωμένος ο συγκεκριμένος Ναός. Δίπλα και δεξιά από τον Χριστό, βρίσκεται η εικόνα του Ιωάννη του Πρόδρομου. Στις πλαϊνές πόρτες του τέμπλου υπάρχουν οι μορφές των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Πάνω
από την Ωραία Πύλη υπάρχει η παράσταση του Μυστικού Δείπνου μαζί με τις
εικόνες του Δωδεκάορτου. (οι δώδεκα σπουδαιότερες εορτές :Ο
Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση του Χριστού, η Περιτομή του Χριστού
η Υπαπαντή του Χριστού, τα θεία Θεοφάνεια, η Σοφία του Θεού, η
Μεταμόρφωση του Χριστού, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του
Χριστού στα Ιεροσόλυμα, τα Πάθη και ο Σταυρός του Χριστού, η Ανάσταση
του Χριστού, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή).
Πως προσκυνούμε τις εικόνες του τέμπλου και με ποια σειρά;
Εν συντομία: (του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου) Όταν
οι ιερείς πρόκειται να λειτουργήσουν παίρνουν «Καιρό». Δηλ. Τελούν
μυστικά μία σύντομη Ακολουθία έξω από το Άγιο Βήμα, ασπαζόμενοι τις
Άγιες εικόνες του τέμπλου και κατακλείνοντας με μία ευχή ζητώντας κατά
κάποιο τρόπο άδεια και ευλογία από τον Θεό, ώστε «ακατακρίτως να
εκτελέσουν την αναίμακτον ιερουργίαν». Γι' αυτό μερικοί λένε ότι οι
λαϊκοί δεν προσκυνούν τις εικόνες τού τέμπλου. Αυτό μπορεί να γίνει πριν
την έναρξη της Ακολουθίας ή μετά το πέρας αυτής. Πρώτα ασπαζόμαστε
(στα χέρια ή στα πόδια και όχι στο πρόσωπο) την αγία εικόνα τού Χριστού,
(λατρευτική προσκύνηση), μετά την εικόνα της Παναγίας, (τιμητική
προσκύνηση). Ασπαζόμαστε πρώτα τον Χριστό Βρέφος και μετά την Παναγία.
Ακολουθεί η τιμητική προσκύνηση των αγίων, του Αγίου Ιωάννου τού
Προδρόμου δεξιά, του αγίου του Ναού αριστερά. Μετά συνεχίζουμε τις
υπόλοιπες εικόνες τού τέμπλου, (εάν υπάρχουν). Δεν τις προσκυνούμε όμως
κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, διότι μοιάζει σαν να γίνεται επίδειξη
ευλάβειας και την ώρα της Λατρείας είναι ενοχλητικό και διασπαστικό της
προσοχής των πιστών.
Αναλυτικά: Πρώτα ασπαζόμαστε την εικόνα του Χριστού λέγοντας το απολυτίκιο της Κυριακής της ορθοδοξίας: «Την
άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν Αγαθέ, αιτούμενοι συγχώρησιν των
πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, βουλήσει γαρ ηυδόκησας σαρκί ανελθείν εν
τω Σταυρώ, ίνα ρύση ους έπλασας εκ της δουλείας του εχθρού, όθεν
ευχαρίστως βοώμεν σοι, Χαράς επλήρωσας τα πάντα, ο Σωτήρ ημών,
παραγενόμενος εις το σώσαι τον Κόσμον».
Έπειτα την εικόνα της Παναγίας λέγοντας το τροπάριο: «Ευσπλαγχνίας
υπάρχουσα πηγή, συμπαθείας αξίωσον ημάς, Θεοτόκε, βλέψον εις λαόν τόν
αμαρτήσαντα, δείξον ως αεί τήν δυναστείαν σου, εις σέ γάρ ελπίζοντες, τό
Χαίρε βοώμέν σοι, ως ποτέ ο Γαβριήλ, ο τών Ασωμάτων Αρχιστράτηγος».
Ακολούθως την εικόνα του Ιωάννου του Πρόδρομου λέγοντας: Βαπτιστά τού Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι, ίνα ρυσθώμεν τών ανομιών ημών, σοί γάρ εδόθη χάρις πρεσβεύειν υπέρ ημών.
Έπειτα την εικόνα του αγίου που είναι αφιερωμένος ο Ναός πχ αν είναι αφιερωμένος στον Άγιο Νεκτάριο λέμε: Άγιε Νεκτάριε πρέσβευε υπέρ εμού και αν ξέρουμε λέμε και το απολυτίκο του Αγίου: «Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον, Νεκτάριον
τιμήσωμεν πιστοί,ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις
παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα
τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα».
Τέλος την εικόνα των αρχαγγέλων: Άγιοι Αρχάγγελοι τού Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών
Και εφόσον (οι άνδρες) πρέπει για κάποιο λόγο να μπούνε στο Ιερό λένε τον στίχο από τον ψαλμό 5:8 του Δαυίδ: «Εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς ναόν άγιον σου εν φόβω σου».
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015
Πως πρέπει να παίρνουμε το Αντίδωρο και τι πρέπει να ξέρουμε για αυτό;
Ο Ιερός Καβάσιλας μας λέει: «Ο άρτος που διανέμεται ως αντίδωρο, έχει από πριν αγιασθεί, επειδή προσφέρθηκε στον Θεό. Όλοι
οι εκκλησιαζόμενοι χριστιανοί τον δέχονται με ευλάβεια μέσα στην δεξιά
κυρτή τους παλάμη και ασπάζονται το δεξί χέρι του Ιερέως… που πριν από
λίγο ακούμπησε και κομμάτιασε το πανάγιο Σώμα του Σωτήρος Χριστού. Επειδή αγιάσθηκε ολόκληρο, γιαυτό πιστεύεται από την
Εκκλησία μας ότι το χέρι του λειτουργού μεταδίδει αυτόν τον αγιασμό σε
όσους το αγγίζουν και το ασπάζονται»
Βασικά πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε για το αντίδωρο: • Πρέπει να μοιράζεται μέσα σε ησυχία και τάξη
• Το παίρνουμε από το χέρι του Ιερέα και όχι από το παγκάρι
• Τοποθετούμε το δεξί μας χέρι πάνω στο αριστερό και με ανοιχτή την παλάμη
• Οι ιεροψάλτες ψάλλουν ύμνους κατά την διάρκεια της διανομής
• Πρέπει να είμαστε νηστικοί για να το φάμε
• Το καταναλώνουμε όλο και δεν το πετάμε πουθενά
•
Μην ξεχνάμε ότι δίνεται αντί-δώρου δηλαδή αντί για το μεγάλο δώρο που
είναι η Θεία Κοινωνία, αλλά και ως επιπλέον δώρο για αυτούς που
κοινώνησαν. Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι ουδεμία σύγκριση πρέπει να
γίνεται μεταξύ του αντιδώρου και της Θ. Κοινωνίας ή να θεωρηθεί το
αντίδωρο ως “ισάξιο” της Θ.Κοινωνίας.
Πιο αναλυτικά (του π.Θεολόγου): α.
Το αντίδωρο βγαίνει από τα πρόσφορα, που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι
πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θ. Λειτουργία (γι’αυτό και η ονομασία
“πρόσφορο”, από το ρήμα προσφέρω). Το πρόσφορο ζυμώνεται με προσευχές
και θυμιάματα και σφραγίζεται με τα σύμβολα του Χριστού μας ΙC XC ΝΙΚΑ.
Γι’αυτό
ήδη από την παρασκευή του ενέχει ευλογία, δεν είναι κοινός άρτος. Με το
που προσφέρεται στο Άγιο Βήμα, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο αγιασμό. Τελικά,
αμέσως μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, όπου το τμήμα του
προσφόρου, που προσκομίσθηκε στο Άγιο Δισκάριο και την Αγία Τράπεζα,
έγινε Σώμα και Αίμα Χριστού, παίρνει ο Λειτουργός τα κάνιστρα με το
Αντίδωρο ένα-ένα και τα υψώνει εμπρός από την Αγία Τράπεζα λέγοντας
“Μέγα το Όνομα της Αγίας Τριάδος”.
Αυτό είναι μιά προσομοίωση της
πράξεως που προηγήθηκε στο “τα σα εκ των σων”, όπου ο Λειτουργός ύψωσε
και σχημάτισε στον αιθέρα το σχήμα του Τιμίου Σταυρού, δοξολογώντας
ευγνωμονικά τον Πλαστουργό μας. Έτσι το Αντίδωρο αποκτά και μιά ακόμη
ευλογία.
Επίσης ωρισμένοι Ιερείς λέγουν και μιά άλλη σύντομη ευχή (όχι απαραίτητη
– η ευλογία κατέρχεται με τη Δοξολόγηση του εν Τριάδι Προσκυνητού και
Λατρευτού Θεού μας): “ευλόγησον, Κύριε, τους άρτους τούτους και τους εξ
αυτών μεταλαμβάνοντας αγίασον”.
Ομοίως, άλλοι Λειτουργοί
προσθέτουν έναν Θεομητορικό Ύμνο: “η το Χαίρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και
τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε σώζε τους σε μεγαλύνοντας”. Και
κάπου συνάντησα έναν ευσεβέστατο Εφημέριο (σε χωριό των Καλαβρύτων) που
λειτουργεί καθημερινώς! να λέει “η το Χαιρε δι’Αγγέλου δεξαμένη και
τεκούσα τον Κτίστην τον ίδιον, Παρθένε Υπερένδοξε, Απειρόγαμε,
Υπερευλογημένη, σώζε τους σε μεγαλύνοντας”.
Τούτο, πραγματικά, έχει τη θέση του, διότι το Αντίδωρο συμβολίζει το
σώμα της Αειπαρθένου. Είναι τμήμα του προσφόρου, απ’όπου προήλθε ο Αμνός
του Θεού. Και άκουσα κάποτε ένα παιδάκι που κοινώνησε να προσέρχεται
στο Αντίδωρο και να λέει, “μαμά, να πάρουμε τώρα και την Παναγία μας”.
β.
Καλό είναι το Αντίδωρο να υπάρχει σε ένα κάνιστρο κοντά σε όσους
κοινωνούν, ώστε αμέσως μετά τη Θ. Μετάληψη να λαμβάνουν ένα κομμάτι και
να σπογγίζουν τα χείλη και το στόμα τους.
γ. Μερικοί αποζητούν το
λεγόμενο “Ύψωμα”. Αυτό είναι Αντίδωρο, αλλά τέτοιο κομμάτι που να
διατηρεί τη σφραγίδα του Κυρίου (IC XC ΝΙΚΑ) πάνω του. Και το θεωρούμε
πιό τιμητικό. Το προσφέρει ο Ιερεύς σε όσους ήδη είχαν προσκομίσει
πρόσφορο γιά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, ή σε όσους τιμώνται (πχ
Δήμαρχος του τόπου) ή σε συγγενείς ανθρώπου, του οποίου τελούμε
Μνημόσυνο, προς παρηγορίαν τους μεγαλυτέρα.
Τούτο όμως δεν πρέπει
να καταλήγει να γίνεται αφορμή ξεσυνέργιας ή παρεξηγήσεων. Ίδια είναι η
ευλογία που παίρνουμε. Ακόμη και με τα ψίχουλα που απέμειναν στο
κάνιστρο!! Κι’όσο πιό ευλαβική και κατανυκτική και ανώτερη και εύτακτη
είναι η ψυχή μας, τόσο πιό πολύ ωφελούμεθα.
δ. Παίρνοντας το
αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, συγχρόνως και επικοινωνούμε μαζί του.
Τον προσεγγίζουμε. Έκείνος λουσμένος στην ιερότητα και τη Θεϊκή Χάρη
(και στον ιδρώτα συχνά, έναν ξεχωριστό ιδρώτα κατανύξεως) κι’οι
εκκλησιαζόμενοι, που μέχρι τώρα ήταν απέναντι, κάπως απόμακροι, να
έρχονται και να τον εγγίζουν, σα να εγγίζουν τον ίδιο το Χριστό μας.
Εκείνη
τη στιγμή και ο Ιερέας θα δείξει μιά διακριτική οικειότητα προς κάθε
ψυχή της Ενορίας του, θα τους χαιρετήσει με το όνομά τους, θα τους
ευχηθεί, θα στείλει χαιρετίσματα σε κάποιον κατάκοιτο της οικογενείας
κοκ. Λιτά όμως. Και χωρίς διαχύσεις ή πληθωρικά χαμόγελα ή άσχετα θέματα
και καθυστερήσεις. Μέσα στο κλίμα της Λειτουργίας!
ε. Αρκετές
φορές από τα πρόσφορα που έφεραν οι πιστοί περίσσεψαν πολλά. Είναι
ευλογία αυτό. Δείχνει πόσο οι πιστοί συμμετέχουν στο μεγάλο γεγονός της
Θ. Λειτουργίας. Οι Ιερείς κρατούν ωρισμένα, γιά να λειτουργήσουν
ενδιαμέσως της εβδομάδος, και τα υπόλοιπα είναι επιτρεπτό να τα
διοχετεύσουν σε σπίτια ευσεβών χριστιανών. Σκεφθείτε μάλιστα όταν
υπάρχει πανηγύρι, πόσα περισσεύουν!..
Δεν είναι άτοπο να τα
παραλάβουν οι πιστοί, αλλά πρέπει να παρατεθούν στο τραπέζι, όπου
καθόμαστε κανονικά και κάνουμε προσευχή, τραπέζι οικογενείας, όπου όλα
είναι ευλογημένα και ιερά, και έτσι το πρόσφορο, που το λαμβάνουμε ως
ψωμί, προσθέτει στην ιερότητα του τραπεζιού μας.
Υπάρχει και η
περίπτωση να το φρυγανίσουμε λίγο, ώστε να διατηρηθεί και να το
λαμβάνουμε με το τσάϊ μας. Ομοίως και ευλογημένο τμήμα Αντιδώρου
μπορούμε να φρυγανίζουμε (γιά να διατηρηθεί πολλές μέρες), ώστε να
λαμβάνουμε το πρωί κατά την προσευχή μας.
Τρία σημαντικότατα γεγονότα στην ιστορία του κόσμου εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας.
To
πρώτο είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, τον οποίο εορτάζουμε σήμερα με
χαρά και αγάπη, αλλά και με δέος ενώπιον του μεγαλείου του γεγονότος
αυτού, το οποίο ονομάζεται «κεφάλαιον» (δηλαδή αρχή) της σωτηρίας μας.
Εννέα
μήνες μετά τον Ευαγγελισμό πραγματοποιήθηκε και το δεύτερο από τα
σημαντικότερα γεγονότα, η κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου μας Ιησού
Χρίστου. Κορυφή και ολοκλήρωση της σωτηρίας μας θα είναι η ανάσταση του
Κυρίου Ιησού Χρίστου μετά από ένα φρικτό θάνατο πάνω στο Σταυρό.
Όχι
μόνο μια φορά αλλά πολλές φορές φανερώθηκαν στους αγίους άγγελοι. Έξι
μήνες πριν τον Ευαγγελισμό της Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ο
αρχάγγελος Γαβριήλ στον ιερέα Ζαχαρία, ο οποίος υπηρετούσε στο ναό, για
να του αναγγείλει, ότι απ' αυτόν θα γεννηθεί ο μεγαλύτερος μεταξύ των
ανθρώπων, ο Πρόδρομος του Κυρίου ο Ιωάννης. Και σήμερα ο ίδιος φέρνει
το χαρμόσυνο άγγελμα στην Υπεραγία και άχραντο Παρθένο Μαρία, η οποία
ζούσε στο ταπεινό φτωχόσπιτο του ξυλουργού Ιωσήφ.
Ο
διάλογος του με την Παναγία είναι τόσο άγιος και μεγαλειώδης που δεν
τολμώ να τον περιγράψω με δικά μου λόγια αλλά πρέπει να τον επαναλάβω
με Ευαγγελικά λόγια.
Όταν μπήκε ο αρχάγγελος στο υπερώο, είπε:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου· ευλογημένη συ εν γυναιξίν.
Η
δε ιδούσα διεταράχθη επί τω λόγω αυτού, και διελογίζετο ποταπός είη ο
ασπασμός ούτος, και είπεν ο άγγελος αύτη· μη φοβού, Μαριάμ- εύρες γαρ
χάριν παρά τω Θεώ. και ιδού σύλληψη εν γαστρί και τέξη υιόν, και
καλέσεις το άνομα αυτού Ιησούν. ούτος έσται μέγας και υιός υψίστου
κληθήσεται, και δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον αυτού του πατρός
αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας, και της
βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος.
Είπε
δε Μαριάμ προς τον άγγελον πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω;
και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αύτη· Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε
και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι· διό και το γεννώμενον άγιον
κληθήσεται υιός Θεού...
Είπε δε Μαριάμ· ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου. και απήλθεν απ' αυτής ο άγγελος» (Λκ. 1, 28-38).
Σας
έχω πει πολλά τα προηγούμενα χρόνια γι' αυτόν το μοναδικό στην Ιστορία
του κόσμου διάλογο. Αλλά τώρα θα σταθώ στα λόγια του Αρχαγγέλου:
«Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού».
Κανείς
ποτέ, από τη δημιουργία του κόσμου και μέχρι τη συντέλεια του, δεν
γεννήθηκε και δεν θα γεννηθεί κατά τον τρόπο, κατά τον οποίο γεννήθηκε ο
Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Κανείς ποτέ δε γεννήθηκε χωρίς άνδρα. Κανείς
δε γεννήθηκε και δε θα γεννηθεί με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος. Σε
κανέναν ποτέ δεν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα με τέτοια ολοκληρωμένη
πληρότητα, με την οποία εγκατοίκησε στην Παναγία Παρθένο Μαρία. Κανέναν
δεν επισκίασε η δύναμη του Υψίστου και τα μητρικά σπλάγχνα καμμίας
γυναίκας δεν αγίασε, με τέτοια πληρότητα και δύναμη, όπως τα σπλάγχνα
της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας.
Κρατήστε
βαθειά στην καρδιά σας, αυτό που σας λέω για την πλήρη ενότητα του
Πνεύματος του Θεού και της ανθρώπινης ουσίας της Μαρίας.
Η
ψυχή και το πνεύμα του άνθρωπου έχουν την αρχή τους στο Πνεύμα του
Θεού. To δεύτερο κεφάλαιο της Παλαιάς Διαθήκης λέει, ότι έπλασε ο Θεός
τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ, «χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το
πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής» (Γέν. 2, 7).
Με
το Πνεύμα του Θεού μόνο το πνεύμα του άνθρωπου είναι δυνατόν να
κοινωνεί, εφόσον από Εκείνον προέρχεται, όπως συμβαίνει και στην φύση,
συγγενή δηλαδή μεταξύ τους πράγματα να έχουν πραγματική επικοινωνία.
Την δυνατότητα της αληθινής κοινωνίας με τον Θεό την διδαχθήκαμε από τον ίδιο τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, ο οποίος λέει:
«Εάν
τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν,
και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αύτω ποιήσομεν» (Ιω. 14, 23).
Αλλά
και ο απόστολος Παύλος με κάποια έκπληξη ρωτάει τους χριστιανούς της
Κορίνθου: «Ουκ οίδατε ότι ναός Θεού έστε και το Πνεύμα του Θεού οικεί εν
υμίν;» (Α' Κορ. 3, 16).
Από
τους βίους των αγίων γνωρίζουμε για μιά πραγματική κοινωνία με τον Θεό,
που είχαν στη ζωή τους οι άγιοι του Θεού. Γνωρίζουμε ότι αυτοί υπήρξαν
κατοικοιτήρια του Πνεύματος του Θεού. Αλλά ακόμα και αυτή η βαθειά
κοινωνία τους με το Θεό δεν μπορεί να συγκριθεί μ' εκείνη την
ευλογημένη κατάσταση, η οποία υπερβαίνει ακόμα και την κατάσταση των
αγγέλων και των αρχαγγέλων, στην όποια βρέθηκε η Υπεραγία Παρθένος
Μαρία μετά την επέλευση του Αγίου Πνεύματος.
Αυτό
δεν μπόρεσε, η καλύτερα, δεν ήθελε να αντιληφθεί ο κακότυχος εκείνος
αιρετικός Νεστόριος, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η Υπεραγία Θεοτόκος
γέννησε έναν κοινό άνθρωπο Ιησού Χριστό, με τον οποίο αργότερα ενώθηκε ο
Θεός, γι' αυτό και την Υπεραγία Παρθένο Μαρία την ονόμαζε Χριστοτόκο
και όχι Θεοτόκο.
Αν,
έστω και ελάχιστο, δίκαιο είχε ο Νεστόριος, τότε ο Κύριος μας Ιησούς
Χριστός θα ήταν όχι ο Υιός του Θεού και Θεάνθρωπος αλλά ένας από τους
πολλούς μεγάλους αγίους, οι οποίοι ονομάζονται αληθινοί ναοί και μονές
του Πατρός και του Υιού για την απέραντη αγάπη τους στον Θεό και την
τέλεια εφαρμογή στη ζωή τους των εντολών του Χριστού. Όπως βλέπετε ο
Νεστόριος δικαίως αναθεματίστηκε από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο.
Σ'
αυτό το σημείο θα μπορούσα να τελειώσω τον εγκωμιαστικό μου λόγο προς
τιμήν της μεγάλης αυτής εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Όμως δεν
θέλω να προσπεράσω τα λόγια εκείνα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα όποια
μπαίνουν σε κάθε καθαρή καρδιά:
«Χαίρε, κεχαριτωμένη· ο Κύριος μετά σου».
Όλοι
εσείς, που είστε ομόψυχοι με μένα, πέστε μου, μπορεί να υπάρχει ανώτερη
και καθαρότερη χαρά από αυτή, που δίνει η αίσθηση ότι μαζί μας είναι ο
Κύριος! Ότι μας αγαπά, επειδή φυλάσσουμε τις εντολές Του και ότι θα
έλθει μαζί με τον Άναρχο Πατέρα Του και θα κατοικήσει μαζί μας!
Της
ανώτατης αυτής ευτυχίας και χαράς να μας αξιώσει ο Κύριος και Θεός μας
Ιησούς Χριστός διά πρεσβειών της Υπεραγίας και Αχράντου Παρθένου Μαρίας!
Αμήν
Την
τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της
τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη
σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη
νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας
δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και
ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του
Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας
σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του;
Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των
δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε
μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η
Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της
Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
Κατά την τάξιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας,την Κυριακή Α΄των
Νηστειών, γίνεται η Λιτάνευσις των ιερών εικόνων των εκκλησιών γύρω από
τους ναούς και η ομολογία της πίστης μας στον Θεό, στον Υιό Του τον
Χριστό, σε όλους τους προφήτες, στην Παναγία
μας και στην πλειάδα των οσίων, αγίων και μαρτύρων της Μίας Αγίας
Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας Του. Και οι ιερείς εκφωνούν κατά την διάρκεια της Λιτανείας:
Λίγα λόγια για την εικονομαχία και την Αναστήλωση των εικόνων.
Υπήρξε μια σκοτεινή περίοδος της εκκλησιαστικής ιστορίας, όπου κάποιοι χριστιανοί,
επηρεασμένοι από την ειδωλολατρική παράδοση και πρακτική, νόμιζαν πως
οι εικόνες είναι σαν τα είδωλα. Έτσι, μερικοί από αυτούς τις λάτρευαν με έναν τρόπο παγανιστικό, ειδωλολατρικό,
φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αντικαθιστούν την Θεία Κοινωνία με
ξύσματα από τα υλικά των εικόνων που τα διέλυαν στο νερό. Κάποιοι άλλοι
δε χριστιανοί, βλέποντας αυτές τις ακρότητες,.τις απέρριπταν εντελώς.
. .
Έτσι άρχισε η περίοδος των εικομαχιών, που προσπάθησε να την
σταματήσει το 787 μ.Χ, η Ζ΄Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια της
Βιθυνίας, που συγκλήθηκε από την ευσεβέστατη Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία, με την συμμετοχή 350 περίπου Επισκόπων, με προεδρεύοντα τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιο, και πλήθους μοναχών. Η Εικονομαχία καταδικάστηκε ως αίρεση και αποφασίστηκε η αναστήλωση των Ιερών Εικόνων.
Η τιμή και προσκύνηση των Εικόνων διαχωρίστηκε από αντίστοιχες
εκδηλώσεις των ειδωλολατρών με την διευκρίνιση και τον λεπτομερή
προσδιορισμό του τελικού αποδέκτη της προσκύνησης: προσκυνάμε βέβαια την εικόνα, όμως η προσκύνηση δεν αναφέρεται στην εικόνα αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο.
.
Έμελλε όμως η αίρεσις αυτή να ταλαιπωρήσει την Εκκλησία
και την Αυτοκρατορία για πάνω από έναν αιώνα, μέχρι το 843μ.Χ. Κατά την
διάρκεια αυτής της περιόδου πολλές εικόνες βεβηλώθηκαν και καταστράφηκαν
με ποικίλους τρόπους, μοναστήρια διαλύθηκαν, μοναχοί εξορίστηκαν και
βασανίστηκαν για την στάση τους υπέρ των εικόνων. Τελικά η αναστήλωση
των εικόνων και η αποκατάσταση της τιμής τους πραγματοποιήθηκε από την Θεοδώρα και τον ανήλικο γιο της αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Μάρτιο του 843. Από τότε, ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας γιορτάζεται κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την Κυριακή της Ορθοδοξίας.
Είπεν ο Κύριος· εάν γαρ αφήτε
τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο
ουράνιος· εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο
πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών. Οταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε
ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί· αφανίζουσι γαρ τα πρόσωπα αυτών όπως
φανώσι τοις ανθρώποις νηστεύοντες· αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον
μισθόν αυτών. Συ δε νηστεύων άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου
νίψαι, όπως μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων, αλλά τω Πατρί σου τω εν
τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω
φανερώ. Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις
αφανίζει, και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι· θησαυρίζετε δε
υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου
κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν· όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών,
εκεί έσται και η καρδία υμών.
Με το
άνοιγμα του Τριωδίου, αλλά και λίγο πριν (Κυριακή της Χαναναίας και του
Ζακχαίου) η Εκκλησία μας προετοιμάζει για την περίοδο της Μεγάλης
Τεσσαρακοστής, που είναι περίοδος νηστείας, περισυλλογής και εντονώτερου
πνευματικού αγώνα.
Με την Κυριακή της Τυρινής, βρισκόμαστε στο κατώφλι της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ανοίγεται μπροστά μας «το στάδιο των αρετών», στο οποίο ο υμνωδός της Εκκλησίας μας, μας καλεί να εισέλθουμε, «αναζωσάμενοι τον καλόν της νηστείας αγώνα».
Ταυτόχρονα, στο συναξάρι της ημέρας, γίνεται μνεία της εξορίας του Αδάμ
από τον Παράδεισο. Στο Δοξαστικό του εσπερινού του Σαββάτου ο υμνωδός,
μας παρουσιάζει τον Αδάμ να κάθεται απέναντι του Παραδείσου και να
θρηνεί: «Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του Παραδείσου και την ιδίαν γύμνωσιν
θρηνών ωδύρετο. Οίμοι, τον απάτη πονηρά πεισθέντα και κλαπέντα και
δόξης μακρυθέντα! Οίμοι τον απλότητι γυμνόν, νυν δε ηπορημένον! Άλλ’ ω
Παράδεισε, ουκέτι σου της τρυφής απολαύσω, ουκέτι όψομαι τον Κύριον και
Θεόν μου και Πλάστην. Εις γην γαρ απελεύσομαι, εξ ης και προσελήφθην.
Ελεήμον, οικτίρμον, βοώ σοι. Ελέησόν με τον παραπεσόντα» Και λίγο παρακάτω στο Δοξαστικό των αποστίχων, ο ιερός υμνωδός παρατηρεί εξής: «Εξεβλήθη
Αδάμ του Παραδείσου δια της βρώσεως· διο και καθεζόμενος απέναντι
τούτου ωδύρετο ολολύζων, ελεεινή τη φωνή, και έλεγεν. Οίμοι, τι πέπονθα ο
τάλας εγώ! μίαν εντολήν παρέβην την του Δεσπότου, και των αγαθών
παντοίωνεστέρημαι. Παράδεισε αγιώτατε, ο δι’ εμέ πεφυτευμένος,
και δια την Εύα κεκλεισμένος, ικέτευε τω σε ποιήσαντι, καμέ πλάσαντι,
όπως των σων ανθέων πλησθήσωμαι. Διο και προς αυτόν ο Σωτήρ· το εμόν
πλάσμα ου θέλω απολέσθαι, αλλά βούλομαι τούτο σώζεσθαι και εις επίγνωσιν
αληθείας ελθείν· ότι τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω».
Ο Αδάμ παραβαίνοντας την εντολή της νηστείας (του να μη φάγη από το δένδρον της γνώσεως του καλού και του κακού) εκπίπτει της χάριτος του Θεού και χάνει τον Παράδεισο, που είναι ουσιαστικά η μετά του Θεού αναστροφή και κοινωνία.
Αυτή όμως η κοινωνία με τον Θεό, ήταν η ομπρέλα που τον θωράκιζε και
τον προστάτευε από τις δαιμονικές δυνάμεις. Χάνοντας αυτήν την
προστασία, ο Αδάμ και η ανθρωπότητα ολόκληρη, γίνεται έρμαιο των
δαιμονικών δυνάμεων.
Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα υπάρχουν τρεις δεσπόζουσες έννοιες ενός γνήσιου πνευματικού αγώνα: η συγχωρητικότητα προς τους άλλους ανθρώπους, η πραγματική νηστεία (σωματική, κυρίως δε πνευματική) και η αφιλαργυρία (δηλ. η μετάθεση του θησαυρισμού από τα υλικά στα πνευματικά αγαθά).
Νηστεία, το ισχυρό όπλο της πνευματικής ζωής του Χριστιανού
Για να ξεκινήσει κανείς ένα σπουδαίο και δύσκολο έργο, χρειάζεται μία σταθερή και γενναία απόφαση. Η νηστεία είναι ένα ισχυρό όπλο στα χέρια του αγωνιζομένου Χριστιανού. Είναι η "μάχαιρα, ήτις εκτέμνει από καρδίας πάσαν κακίαν". Με την νηστεία εξυγιαίνεται η ψυχή του ανθρώπου και αίρεται η πεπτωκυία της κατάσταση, δηλαδή ανατρέπεται το κατεστημένο της πτώσεως. Πριν την πτώση (δηλαδή πριν από το προπατορικό αμάρτημα) τροφή και απόλαυση της ψυχής ήταν η κοινωνία με τον Θεό. Το σώμα, λόγω του φυσικού συνδέσμου του με την ψυχή, απολάμβανε και αυτό τους καρπούς της κοινωνίας με το Άγιο Πνεύμα.
Μετά την
πτώση, επειδή η ψυχή έχασε την κοινωνία της με το Άγιο Πνεύμα στράφηκε
προς το σώμα και προσπάθησε σ' αυτό να βρει εκείνο που έχασε. Έτσι,
υποτάχθηκε στις σωματικές ηδονές, άρχισε να απομυζά και να ταλαιπωρεί το
σώμα και να το οδηγεί, χωρίς να το θέλει, στην φθορά και στην
εξαθλίωση.
Είναι γεγονός ότι η πολυφαγία και η πολυποσία εξάπτουν τις σαρκικές επιθυμίες και τα σαρκικά πάθη. Αντίθετα, η νηστεία κατευνάζει τα πάθη.
Ο άνθρωπος που νηστεύει, μπορεί ευκολώτερα να εγκρατεύεται και να
αυτοκυριαρχείται. Με την νηστεία ο άνθρωπος κατευνάζει τις άτακτες
κινήσεις του σώματος και μπορεί ευκολώτερα η ψυχή να στραφεί, με την
προσευχή, στον Θεό και έτσι απερίσπαστη να ακούσει τις εντολές Του. Η προσευχή και η πνευματική μελέτη δίνουν πνευματική αξία στο έργο της νηστείας.
Η αληθινή
νηστεία δεν περιορίζεται μόνον στη στέρηση κάποιων τροφών. Δεν είναι
τόσον εξωτερική όσον κυρίως εσωτερική μορφή αγώνος. Η τροφική νηστεία
πρέπει να συνοδεύεται με την νηστεία όλων των αισθήσεων, με την
εσωτερική νηστεία της ψυχής, από φαντασίες, σαρκικές επιθυμίες και εμπαθείς λογισμούς. «Αληθής νηστεία, η των κακών αλλοτρίωσις (αποξένωση), εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, καταλαλιάς (κατακρίσεως), ψεύδους και επιορκίας. Η τούτων ένδεια (φτώχεια) νηστεία αληθής και ευάρεστος τω Θεώ εστί»
ψάλλει σήμερα η Εκκλησία. Επίσης στο ιδιόμελο των αποστίχων των αίνων,
της Τετάρτης της Τυρινής, ο ιερός υμνογράφος μας συνιστά: «Βρωμάτων
νηστεύουσα ψυχή μου και παθών μη καθαρεύουσα, μάτην επαγάλλει τη
ατροφία· ει μη γαρ αφορμή σοι γένηται προς διόρθωσιν, ως ψευδής μισείται
παρά Θεού και τοις κακίστοις δαίμοσιν ομοιούσαι τοις μηδέποτε
σιτουμένοις· μη ουν αμαρτάνουσα την νηστείαν αχρειώσης, αλλ’ ακίνητος,
προς ορμάς ατόπους μένε, δοκούσα παρεστάναι εσταυρωμένω τω Σωτήρι,
μάλλον δε συσταυρούσθαι, τω δια σε σταυρωθέντι, εκβοώσα προς αυτόν·
μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου.».
Για να είναι ολοκληρωμένη η νηστεία, πρέπει να συνοδεύεται από τις αρετές της προσευχής και της ελεημοσύνης.
Διότι, ο άνθρωπος που νηστεύει, μπορεί ευκολώτερα να έχει ανάταση ψυχής
και όσα, λόγω της νηστείας, εξοικονομεί, να τα δίνει ελεημοσύνη. Έτσι, η
νηστεία ανεβάζει τον άνθρωπο, εύκολα στον Θεό και αποδεικνύεται γι’ αυτόν αρχή μετανοίας.
Η συγχωρητικότητα, ως προϋπόθεση κάθε καλού έργου
Ο Χριστός,
πριν μιλήσει για τον τρόπο της αληθινής νηστείας, έβαλε σαν θεμέλιο,
πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί κάθε καλό έργο, την
συγχωρητικότητα. Προϋπόθεση της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας από τον
Θεό, είναι να μπορούμε και εμείς να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των άλλων. Έτσι, αρχίζουμε την περίοδο της νηστείας (στον πρώτο κατανυκτικό εσπερινό την παραμονή της Καθαράς Δευτέρας), με τον εσπερινό της συγγνώμης, ζητώντας και δίνοντας συγχώρεση στους συνανθρώπους μας. Με τον τρόπο αυτό μπορούμε να προχωρήσουμε ελεύθεροι από κάθε «σύνδεσμο αδικίας» στον καλό αγώνα της νηστείας.
Αν δεν τρώμε κρέας η κάποιες άλλες τροφές, «αλλά αλλήλους δάκνομεν και κατεσθίομεν» με τα πάθη της ψυχής μας, το μίσος, την μνησικακία και την κατάκριση, τότε η "φαινομενική" νηστεία μας δεν έχει καμία αξία, ίσως και είναι επικίνδυνη. Διότι μπορεί να την χρησιμοποιήσει ο διάβολος, ως πρόφαση για να μας πείση, δηλ. ουσιαστικά να μας ρίξει "στάχτη στα μάτια", ότι κάτι κάνουμε και μείς, ώστε να έχουμε μισθόν ευσεβείας.
Την πύλη
του σταδίου των αρετών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής πρέπει να την περάσουμε
με πνεύμα ταπεινώσεως και μετανοίας. Οι αρετές αυτές που αυξάνονται με
την αληθινή νηστεία (σωματική και πνευματική) δεν μπορούν να συνυπάρχουν
με λογισμούς ζήλειας, μίσους και μνησικακίας. Η αληθινή νηστεία συνδέεται με την επιείκεια και την συγχωρητικότητα. Είναι η εύφορη γη που θα δώσει την πλούσια καρποφορία της αγάπης.
Ο αντίποδας της χριστιανικής αγάπης, η οποία «ου ζητεί τα εαυτής» είναι ο εγωϊσμός. Αυτός είναι η "διεστραμμένη αγάπη", που ζητεί τα εαυτής, διότι έχει ρίζα την φιλαυτία.
Η νηστεία ταπεινώνει τον άνθρωπο και αν συνοδεύεται από εντονώτερη
προσευχή και ελεημοσύνη μπορεί να τον χαριτώσει, ώστε να ξεπεράση τον
φανερό η κρυφό εγωϊσμό του και να φθάση στην αγάπη.
Ο Χριστός,
στην προσπάθειά Του να σκιαγραφήσει έναν τέλειο τύπο ανθρώπου,
κατέκρινε και στηλίτευσε περισσότερο από κάθε άλλο πάθος την υποκρισία. Έτσι, και τώρα μας υποδεικνύει να εργαζόμεθα τις αρετές (νηστεία, ελεημοσύνη, προσευχή) μακρυά από τα μάτια των ανθρώπων, «εν τω κρυπτώ», με την υπόσχεση ότι «ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ» την εργασίαν των εντολών Του «αποδώσει σοι εν τω φανερώ». Διαφορετικά η άσκηση των αρετών που έχει κίνητρο την "ανθρωπαρέσκεια" δεν έχει μισθό, διότι τον μισθό τον παίρνει κανείς από τα "μπράβο" των ανθρώπων.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε, ότι δεν πρέπει να τηρούμε τις εντολές του Χριστού για να εισπράξουμε τον έπαινο των ανθρώπων, αλλά από αγάπη στο πρόσωπο του Χριστού και διότι με την τήρησή τους κάνουμε πνευματική πρόοδο και επιτελούμε το «καθ' ομοίωσιν» που είναι ο σκοπός της δημιουργίας μας.
«Συ δε νηστεύων, άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μη φανής τοις ανθρώποις νηστεύων». Ο στίχος, εκτός από το προφανές νόημα που έχει το «άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι»
που είναι η αποφυγή της επιδεικτικής εμφανίσεως του νηστεύοντος, έχει
και κάποιο βαθύτερο νόημα. Το πρόσωπο που νίπτεται είναι "ο εσωτερικός άνθρωπος της καρδιάς",
που νίπτεται με τα δάκρυα της μετανοίας, ενώ η κεφαλή που αλείφεται
είναι ο νους, που με την προσευχή ελκύει την χάρη του Αγίου Πνεύματος
και το έλεος του Θεού. Αυτά τα δύο εσωτερικά έργα (δηλ. η κρυφή εργασία για την κάθαρση της καρδιάς και η αναφορά της ψυχής, δια της προσευχής, προς τον Θεό) είναι εκείνα που κατακαίουν την υποκρισία στη ρίζα της, διότι γίνονται «εν τω κρυπτώ» και «ο Πατήρ ο ουράνιος» θα τα επιβραβεύση «εν τω φανερώ».
Αφιλαργυρία, ο τελικός καρπός της νηστείας
Ο
άνθρωπος, που αγαπά το σώμα του περισσότερο από την ψυχή του, φοβάται να
του στερήσει, οτιδήποτε από τα πράγματα που εκείνο αγαπά. Έτσι, γίνεται
δέσμιος των υλικών αγαθών και της φιληδονίας. Μετά όμως την φιληδονία,
έπεται η φιλοκτημοσύνη και η φιλαργυρία.
Επειδή όλα
τα υλικά πράγματα φθείρονται, παλιώνουν και χάνουν τελικά την αξία τους
η γίνονται βορά κλεπτών και διαρρηκτών, ο άνθρωπος που διακατέχεται από
το πάθος της φιλοκτημοσύνης και της φιλαργυρίας, κατατρώγεται από το άγχος και την μέριμνα της διασφαλίσεως των αγαθών του από ενδεχόμενη απώλεια. Έτσι, "θησαυρίζοντας θησαυρούς επί της γης" χάνει κανείς τον πνευματικό του προσανατολισμό προς «το καθ’ομοίωσιν», προς τους ουράνιους και άφθαρτους θησαυρούς και αιχμαλωτίζεται στα υλικά αγαθά, στην ύλη.
Αντίθετα,
αυτός που ξεκινά τον αγώνα της νηστείας γίνεται ολιγαρκής. Μπορεί να
μεταμορφώσει το πάθος της φιλαργυρίας, που τον καθιστά δέσμιο των υλικών
πραγμάτων, σε αγάπη για τα ουράνια, για τους ουράνιους θησαυρούς.
Διαφορετικά, η νηστεία του δεν θα έχει πνευματικό αποτέλεσμα. Θα καταστεί "δίαιτα",
δηλ. μία επιπλέον εκδήλωση της φιλαυτίας του. Διότι, θα αποβλέπει μόνο
στην εξωτερική αισθητική και υγειϊνή του σώματος και δεν θα έχει "μισθό"
για την ψυχή του.
Σαν συμπέρασμα, μπορούμε να πούμε ότι νηστεύουμε, όχι γιατί δεν αγαπούμε το σώμα - η νηστεία πρέπει να είναι παθοκτόνος και όχι σωματοκτόνος - αλλά γιατί περισσότερο αγαπούμε και δίνουμε προτεραιότητα στην ψυχή, την οποία θέλουμε να γίνει "Ναός του εν ημίν Αγίου Πνεύματος". Περιφρονούμε τους «θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσιν και κλέπτουσιν», διότι προτιμούμε τους «θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σης , ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν». Περιφρονούμε τα υλικά αγαθά που φθείρονται, για να αποκτήσουμε τα ουράνια αγαθά, που είναι άφθαρτα και αιώνια. Αμήν.
Χρήστος Σπ. Χριστοδούλου
ΑΘΗΝΑ 5-2-2006.
Δακτυλογράφηση: Χριστίνα Μαντή
Βιβλιογραφία:
Καινή Διαθήκη και Υμνολογία της Εκκλησίας
Άρθρο "ΦΩΝΗΣ ΚΥΡΙΟΥ έτους 1994" υπό π. Θωμά Βαμβίνη
Άρθρο "ΦΩΝΗΣ ΚΥΡΙΟΥ έτους 1986" υπό π. Νικ. Πρωτοπαππά