Εις
τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον
παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να
συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ,
παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας
ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο
ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την
μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και
δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν
έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας,
στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι
διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω
μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη
την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε,
εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα
και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν,
διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο
Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να
λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους,
αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου
Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου
και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους
κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν
την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την
διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι
Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι
Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν
του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το
κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε
τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη,
καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος
έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες
[προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι,
το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και
οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των,
και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν
εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα• διότι, αν
ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο
κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως
βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην
υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες
ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο
Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί
επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους
φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία,
και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού
κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά
τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο
Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν
κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε
και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
Όταν
αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι
είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα
κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να
πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους
μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι
προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί
και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την
Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη
ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο
αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε
ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια
εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την
Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον
τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια
μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν
άρμάδα...
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των
περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι
δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και
εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά
αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε
ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε.
Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ'
ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του
θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα
και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον
τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε• και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε
ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του
Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!
«Σήμερον της
σωτηρίας ημών το κεφάλαιον, και του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός
του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται, και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται. Διό
και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκω βοήσωμεν˙ Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.»
Το ως άνω απολυτίκιο της εορτής του Ευαγγελισμού της
Θεοτόκου, που εορτάζουμε την 25η του μηνός Μαρτίου, ψαλλόμενο στους
ιερούς μας ναούς, γίνεται η αφορμή για να επικεντρώσουμε τη σκέψη μας σε δύο
κυρίως γεγονότα. Αφ’ ενός τη σπουδαιότητα του παμμεγίστου μυστηρίου της
σαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού για την ανθρωπότητα. Αφ’ ετέρου τη
σπουδαιότητα του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, διά
της οποίας έλαβε σάρκα ο Υιός του Θεού.
Ανατρέχοντας στο συναξάρι της 25ης Μαρτίου
διαβάζουμε ότι ο φιλάνθρωπος και ελεήμων Θεός, αυτός που πάντα φροντίζει για το
ανθρώπινο γένος ως φιλόστοργος πατέρας, βλέποντας το δημιούργημά Του
τυραννούμενο από το διάβολο και ευρισκόμενο στην ειδωλολατρεία, θέλει να το
λυτρώσει. Προς τούτο πρέπει να στείλει τον Υιό Του τον μονογενή για να
εξαγοράσει το ανθρώπινο γένος από τα χέρια του διαβόλου. Στέλνει όταν έρχεται ο
κατάλληλος καιρός τον αρχάγγελο Γαβριήλ να εκτελέσει το Μυστήριο της Θείας
Οικονομίας προετοιμάζοντας την Αγία Παρθένο ως πανάξια τέτοιου κάλλους και
ευλογημένη από το Άγιο Πνεύμα. Φθάνει ο άγγελος στην πόλη Ναζαρέτ και της
λέγει: «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου». Αυτή εταράχθη πολύ από την
επίσκεψη αυτή. Έπειτα ο αρχάγγελος της λέγει ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει
Υιόν, που θα τον ονομάσει Ιησού. Και αναρωτιέται η Μαριάμ πώς θα γίνει αυτό
αφού δεν έχει ουδεμία σχέση με άνδρα. Λαμβάνει την απάντηση ότι «Πνεύμα Άγιον
επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι». Εκείνη δείχνωντας
τέλεια υπακοή προς το θέλημα του Θεού απαντάει: «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό
μοι κατά το ρήμα σου». Και ευθύς, άμα τω λόγω, υπερφυώς συλλαμβάνει τον Υιό και
Λόγον του Θεού.
Άρχεται λοιπόν το μέγα σχέδιο της Οικονομίας του Θεού διά
της Θεοτόκου. Από τη Θεοτόκο ξεκινάει «της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον». Στο
πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου εκπληρώνεται η προφητεία του Ησαΐου: «ιδού, η
Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιό και θα καλέσουν το όνομά Του
Εμμανουήλ, το οποίο ερμηνεύεται, ο Θεός είναι μαζί μας». Από επιτυχία εστέφθη
και το σχέδιο του Θεού, που ήταν η παραπλάνηση του διαβόλου, καθώς ο τελευταίος
δεν ήθελε να υπάρξει παρθένος γυναίκα, ώστε να μη βρεθεί μητέρα του Μεσσία. Η
μνηστεία της Παρθένου Μαρίας παραπλάνησε τον διάβολο, γιατί πίστευε ότι ούτε
και αυτή πρόκειται να παραμείνει πλέον παρθένος, αφού μνηστεύθηκε.
Έρχεται η εποχή κατά την οποία ο ουρανός ελεεί τη γη. Ο
Θεός σπλαχνίζεται τους ανθρώπους. Μήνυμα Ευαγγελισμού κομίζει ο αρχάγγελος
Γαβριήλ. Η Παναγία γίνεται η γέφυρα για να έλθη στη γη ο Θεός ως θεάνθρωπος
μεταξύ των ανθρώπων. «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
Θα ελευθερώσει τον άνθρωπο από το κακό και τις συνέπειές του. Ο άγιος Γρηγόριος
ο Νύσσης λέει για το μέγα μυστήριο της ενανθρωπήσεως: «Υιός γαρ Θεού και Θεός
προ αιώνων υπάρχων, Υιός γυναικός αγίας κατηξίωσεν γενέσθαι και ο αόρατος
οράται και ο πλούσιος δι’ ημάς πτωχεύει και ο απαθής και αθάνατος πάσχει ως
άνθρωπος. Ηνώθη σώματι και ουκ ηλλοιώθη πνεύματι. Εις θνητόν σώμα κεχώρηκεν ο
αχώρητος, ίνα αυτό ποιήση αθάνατον συνεξαθανατήσαν αυτόν τη θεότητι.» Αγάλλεται
η ανθρωπότητα, διότι ήλθε εκείνος που θα λύσει του Αδάμ την παράβαση και θα τον
ελευθερώση από τις τραγικές συνέπειές της.
Όπως προελέχθη, παμμέγιστη είναι η συμβολή της Παναγίας
στο Μυστήριο της Θείας ενανθρωπήσεως. Η γλυκυτάτη Παναγία μας γίνεται συναίτιος
της παγκόσμιας απολύτρωσης και του αγιασμού, έμψυχος παράδεισος που γέννησε τον
Χριστό και τροφοδοτεί με την Χάρη της όλη την Εκκλησία. Η Παναγία, ως δεύτερη
Εύα, διά της υπακοής της στο θέλημα του Θεού, καταργεί την ανυπακοή της πρώτης
Εύας στη Θεία Εντολή. Η Εύα δέχθηκε τους λόγους του όφεως και εξέπεσε,
συμπαρασύροντας όλο το ανθρώπινο γένος. Η Παναγία δέχεται και υπακούει το Θείο
πρόσταγμα και ανυψώνει την ανθρώπινη φύση. Γίνεται συναίτιος της Θείας
ενανθρωπήσεως μαζί με τον ίδιο τον Θεό!
Και γίνονται αφορμή όλα τα παραπάνω για να διακρίνουμε
τον ρόλο της γυναίκας, τη λειτουργική υπεροχή της στη ζωή και διδασκαλία της
Εκκλησίας, καθώς και την πρόταξή της στην σωτηρία του ανθρώπου και τη συντριβή
του διαβόλου. Γίνεται λόγος στη Γένεση για «σπέρμα» της Εύας που θα συντρίψει
τον διάβολο. Η Εύα έλαβε το πρωτευαγγέλιο της σωτηρίας και η Παναγία δέχθηκε
τον Ευαγγελισμό της Θείας ενανθρωπήσεως. Η γυναίκα λοιπόν που πρωτοστάτησε στην
πτώση, πρωτοστατεί και στην ανόρθωση του ανθρώπου. Ο άνδρας συμπαρασύρεται στην
πτώση και συμπορεύεται στην ανόρθωση. Ο πρώτος ρόλος δε βρίσκεται σε αυτόν αλλά
στη γυναίκα. Η Παρθένος λοιπόν δανείζει στον Θεό την ανθρώπινη φύση, που
γίνεται η απαρχή της Καινής Κτίσεως. Από την άποψη αυτή η Παναγία είναι «μετά
τον πρώτον Ιεράρχην Χριστόν, έτερος Ιεράρχης» όπως αναφέρει στον λόγο του ο
Θεοφάνης Νικαίας.
Χρήζει προσοχής, ακόμη, το γεγονός ότι η Παναγία δέχθηκε
χωρίς φόβο το θέλημα του Θεού, αλλά ελευθέρα τη βουλήσει. Ο αρχάγγελος
προτάσσει προς αυτήν λόγους καθησυχαστικούς: «μη φοβού Μαριάμ». Η Παρθένος με
ήρεμη καρδία δέχεται την θεία εντολή χωρίς ταραχή και φόβο και με πλήρη
ελευθερία αποδέχεται αυτή. Λαμβάνοντας γνώση όλων των παραπάνω, δεν είναι
δύσκολο να κατανοήσει οποιοσδήποτε γιατί η αγία μας Εκκλησία αποδίδει τόσο
μεγάλη τιμή στην Υπεραγία Θεοτόκο. Άπαντες οι Άγιοι Πατέρες έχουν θεολογήσει,
περί της Θεοτόκου, και έχουν εγκωμιάσει αυτήν, η οποία είναι «η γέφυρα η
μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».
Όσον αφορά δε σε κάποιες δογματικού περιεχομένου
αλήθειες, πρέπει να αναφερθεί ότι η Παναγία, απαλλάσεται από το προπατορικό
αμάρτημα στον Ευαγγελισμό της. Επίσης πρέπει να προστεθεί, ότι η Παναγία ήταν
Παρθένος προ της Θείας συλλήψεως, εξακολούθησε να είναι κατά τη διάρκεια της
Θεοφόρου κυήσεως, και παρέμεινε και μετά αυτής και ως τέλους Παρθένος. Περί των
άνω θεμάτων, πλείστες όσες είναι οι κακοδοξίες που υιοθέτησαν έτερα δόγματα.
Άξια αναφοράς και η πολύ πλούσια εικονογράφηση από
μεγάλους αγιογράφους της Εκκλησίας μας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Μεγάλης
σπουδαιότητος εικόνες έγιναν εξ’ αφορμής του Ευαγγελισμού, τόσο από
καλλιτεχνικής, όσο και από θεολογικής απόψεως, αφού οι εικόνες του
Ευαγγελισμού, βρίθουν θεολογικής σημασίας συμβολισμών. Απροσμέτρητα και τα
μοναστήρια, τα προσκυνήματα, οι Ιεροί Ναοί που είναι αφιερωμένα στον
Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Όλα αυτά στην προσπάθειά μας να αποδώσουμε τη μέγιστη
τιμή στο Υπεράγιο πρόσωπο της Αειπαρθένου Μαρίας. Εκστατικώς στεκόμενοι
απέναντί της, βοώμεν το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου».
Καθώς η ροδούλα απλόχερα σκορπάει τα μεταξένια της
κάλλη, στο ανθοστόλιστο μπαλκονάκι σιγοψάλλοντας τους Χαιρετισμούς της Κυρα-Παναγιάς,
μια εικόνα μου χαράζει το νου. “ Τείχος ει των Παρθένων”. Πριν καλά καλά
καταλάβω σαν σε ονειροφαντασία χτυπάει η πόρτα. – Ώ θεέ μου! “ Oπαπα-Φώτης”!
Ασκητικός, ρακένδυτος και από την άλλη αρχοντικός, ροδόλαμπος. Άγγελος Κυρίου!
– Πάω παιδί μου.
Ήταν η
ημέρα εκείνη Παρασκευή 5 Μαρτίου του 2010 (Δ΄ Εβδομάδα των Νηστειών) που μία
από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές μορφές του 20ου αι. όχι μόνο
της πόλης μας αλλά ολάκερου του Έθνους
αποχαιρετούσε τον“ψεύτη” τούτον και απατηλό κόσμο για τις άλλες
πεδιάδες, τις ουράνιες, τις αψεγάδιαστες.
Αεικίνητος, καλοκάγαθος, μεγαλόκαρδος, ελεήμων (
αλήθεια τι να πρωτοπεί κανείς για τον παππούλη) ο παπα–Πλανάς της Μυτιλήνης με
τον τουρβά της ταπεινοφροσύνης μονίμως στο ώμο ξεκινούσε το ομορφότερο ταξίδι
της ζωή του. Εκατό χρόνια ζυμωμένα με κακουχίες, διωγμούς, στερήσεις,
ξεριζωμούς. Ένας αιώνας απέραντης δοξολογίας, ομολογίας στο όνομα του Τριαδικού
Θεού.
Όσοι τον γνωρίζουν άλλα και όσοι τον έχουν ακουστά, ακόμα και εκείνοι που
καθημερινά αντιμετωπίζουν τις χαριτωμένες του σαλότητες, όλοι έχουν να πουν και
από μία καλή κουβέντα. “ Άγιος μεταξύ ανθρώπων”! “Άγγελος μεταξύ Αγγέλων”! Όλα
για τον άνθρωπο, τον αδελφό – άνθρωπο. Αδιαπραγμάτευτος με τα πιστεύω του, με
αστείρευτη πίστη στον Κύριο και λυτρωτή του, αγόγγυστα πορεύεται τη στενή και
τεθλιμμένη οδό. Αρματωμένος με θείο ζήλο, χτίζει εκκλησίες, αναστηλώνει
μοναστήρια, ανακαινίζει ψυχές!
Σε τούτο
ακριβώς το σημείο αξίζει να σημειωθεί και η τεράστια προσφορά του στην
ανεύρεση, την ανάδειξη και την καθιέρωση των αγίων της Λέσβου. Καθώς επίσης και
στην σύνταξη πολλών εκ των ακολουθιών των με την ανάθεση των από τον ίδιο στον
αείμνηστο μοναχό και μέγα υμνογράφο της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας π.
Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη. Η πολιτεία του αγγελική. Από το περιβόλι της
Παναγίας, στον κήπο της Αγίας Αικατερίνης. Από την έρημο των Βεδουίνων στους
Άγίου Τόπους. Ακούραστος δουλευτής του Ευαγγελίου, αδάμαστος νηστευτής, ο δια
Χριστόν σαλός από την Μυτιλήνη νυχθημερόν γιομίζει με το πύρινο δάκρυ του την
ακοίμητη κανδήλα της Ορθοδοξίας. Ενωμένος με τα δεσμά της δικαιοσύνης,
ενδεδυμένος τη χρυσάστερη φορεσιά της αληθείας γίνεται ο προστάτης των πτωχών,
ο ιατρός των θλιβομένων, το στήριγμα των κατατρεγμένων. Τρέχει, αγωνιά,
συμπάσχει. Όπου τον καλέσει η ανάγκη.
Τα τελευταία χρόνια ανίκανος ο θάνατος να τον γκρεμίσει, αρέσκεται μοναχά
σε μια παντελώς άτυπη παρουσία. Αφού “καθηλώνει” την ασθένειά του στο καροτσάκι,
με τα ακούραστα φτερά της αγάπης ως άλλος Πατροκοσμάς ξεχύνεται σε νοσοκομεία,
γηροκομέια, σχολεία. Μέχρι τελευταίας ρανίδος αγωνίζεται τον αγώνα τον καλό.
Ένας άσβεστος φάρος ευσεβείας, μία ανεξάντλητη πηγή ευφροσύνης.
Σήμερα τρία χρόνια μετά την κοίμησή του και
ασίγαστο το αηδόνι συνεχίζει να στολίζει με όλο και περισσότερους
μοσχοβολισμένους ύμνους τη ζωή μας. Τρία χρόνια μετά την κοίμησή του και η πόλη
της Μυτιλήνης έχει μόνο να καυχάται για τον ουράνιο αυτόν άνθρωπο – πατέρα –
άγιο!
Αιωνίας σου η μνήμη αξιομακάριστε και αείμνηστε παπα-Φώτη. Είθε η χρυσοφόρα
παρουσία σου να μας φωτίζει, να μας σκέπει και να μας οδηγεί εις τους αιώνας
των αιώνων. Αμήν.
Σήμερα. δεύτερη
Κυριακή του Τριωδίου, ακούμε, αγαπητοί Χριστιανοί , την παραβολή του Ασώτου, η οποία συμπληρώνει εκείνη του Τελώνου και του
Φαρισαίου της προηγούμενης Κυριακής.
Πριν από μια βδομάδα
είδαμε, πώς ο Τελώνης, ο απερριμένος, βρέθηκε στα χέρια του Θεού. Και τώρα, στο
σημερινό Ευαγγέλιο, βλέπουμε πώς ο άσωτος γιος, εκείνος που εγκατέλειψε τον Πατέρα,
γύρισε μετανοημένος και έγινε δεκτός. Και όπως εκεί είδαμε τελικά τον Τελώνη,
ενώ στεκόταν κρυμμένος σε μια απόμερη γωνιά του Ναού, να κατεβαίνει δικαιωμένος
από το Θεό, που βέβαια περίμενε αυτό το Τελωνικό «Κύριε Ελέησον»,παρόμοια κι εδώ, βλέπουμε τον Άσωτο, ενώ
βρισκόταν ακόμα μακριά από το πατρικό σπίτι, να τον συναντά ο Πατέρας και
εκείνος να του μιλά σχεδόν με τα ίδια λόγια: «Πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’
εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου». Και βλέπουμε έτσι αυτό το παράδοξο
για τη δική μας τη φαρισαϊκή σκέψη: Ενώ ο Άσωτος βρίσκεται ακόμη μακριά, έχει
ήδη συναντήσει τον Πατέρα του. Ο ίδιος ο Πατέρας έχει σπεύσει να τον αγκαλιάσει
και να τον ασπαστεί.
Συνέχεια λοιπόν και
συμπλήρωμα, η σημερινή παραβολή, της παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου. Και
η πρώτη και η δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου για το ίδιο ακριβώς πράγμα μιλούν
Την απελπιστική κατάσταση στην οποία φθάνει ο κάθε αμαρτωλός.
Την ανάγκη μετανοίας για κάθε άνθρωπο και τα σωτήρια
αποτελέσματα της.
Το μέγεθος της θείας ευσπλαχνίας, στην οποία μπορούν να
στηρίζονται και οι πλέον αμαρτωλοί, ώστε να μη φθάνουν ποτέ στην απελπισία.
Κανένα αμάρτημα, όσο μεγάλο κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να υπερνικήσει τη φιλάνθρωπη γνώμη του Θεού και η
αποφυγή του αισθήματος της αυτάρκειας του δικαιωμένου, όπως θεωρούσε τον εαυτό του ο
πρεσβύτερος υιός και ο Φαρισαίος.
Ας
τα δούμε όμως όλα αυτά μέσα από την παραβολή του Ασώτου όπως μας τα καταγράφει
ο μοναχός Μωυσής ομ Αγιορείτης.
"…Παρακολουθήσουμε Ύστερα από όχι πολλή, καθώς φαίνεται, σκέψη, αποφασίζει την
αναχώρηση από το πατρικό του, παίρνοντας δικαιωματικά ό,τι του ανήκε
κληρονομικά. Και ως εδώ ουδείς ψόγος ίσως. Το πρόβλημα αρχίζει από τον τρόπο
της σπατάλης της περιουσίας μέχρι μηδενός. Νέος ήταν, δυνατός ήταν, ό,τι ήθελε
έκανε. Ποιος μπορούσε να τον εμποδίσει; Και νόμιζε πως όσο πιο μακριά πήγαινε
πιο ασφαλής θα ήταν. Θεωρούσε πως θα μπορούσε η μακρυνή απόσταση από τον
γενέθλιο οίκο να σίγαζε και τη φωνή της συνειδήσεως. Προσήλθε σε χώρους
ανήλιους, μοναχικούς, δυσώδεις κι εξήλθε τρομερά αλλοιωμένος. Άφησε την
αρχοντιά του κι έγινε υπηρέτης. Καταφρόνησε την ευρυχωρία και στένεψε αφόρητα η
ζωή του. Την τιμιότητα, την καθαρότητα, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη
σωφροσύνη, την ευσπλαγχνία – τα δυνατά αυτά νεύρα της ψυχής – τ’ αντικατέστησε
με την ατιμία, την παρανομία, την αδικία, την ασωτία, τη βαρβαρότητα. Αυτή
είναι η κατάσταση του κάθε αμαρτωλού. Με διαρηγμένο το «κατ’ εικόνα»,
αιχμάλωτος των παθών, οδυνάται κι η δίψα για την αμαρτία είναι ακόρεστη. Αυτή
είναι η γνωστή τέχνη του δαίμονα προς τα θύματά του.
Πεινασμένος,
διψασμένος, φτωχός, γυμνός, πρόωρα γερασμένος, προσπαθεί να χορτάσει την πείνα
του μάταια με την τροφή των χοίρων που κατάντησε να βόσκει, τα ξυλοκέρατα. Και
ξαφνικά μέσα στο μεγάλο πόνο της ασήκωτης ερημίας του θυμήθηκε το λίκνο του,
φωτίσθηκε, ξεπέρασε την αδυναμία του, απαρνήθηκε την ανεπάρκειά του,
φιλοτιμήθηκε. Άφησε τον Πατέρα άσπλαγχνα. Ο εύσπλαγχνος Πατέρας δεν τον άφησε
ποτέ. Λαβωμένος, ταλαιπωρημένος, δυστυχής ο νέος, αποφασίζει να σύρει τα βήματά
του πίσω. Έχουν όμως μια σταθερότητα.
Ο
πολύς πόνος τον ταπείνωσε, τον εκμεταλλεύθηκε σωστά και του έγινε ίαμα. Η ταπείνωση
τον έφερε στη μετάνοια.
………………………………………………………………………………….
Η
μετάνοια κάνει τον Άσωτο θαρρετό, τολμηρό, ακούραστο, αποφασιστικό, ελπιδοφόρο.
Τον κάνει να θυμάται τρυφερά την πατρική συγχωρητικότητα, την ελεημοσύνη, την
αγαθότητα. Σηκώθηκε και με βήμα ταχύ έφθασε εκεί απ’ όπου είχε φύγει βιαστικά
κι απερίσκεπτα. Τώρα δε ρίχνει ούτε μια ματιά πίσω του, στη γη της ξενιτειάς,
της παράλογης ηδονής, φοβούμενος μην έχει την τύχη της συζύγου του Λωτ. Δίχως
να χρειάζεται να θέσει μεσάζοντες, με μόνο το αντίτιμο της μετανοίας του, που
ήταν ικανό από μόνο του να εξαγοράσει όλο το πατρικό έλεος, καταφθάνει. Η
σκυθρωπότητα, τα δάκρυα, τα βαρυμένα μάτια του ήσαν συνήγοροι της ειλικρινούς
μετανοίας του.
Ο
ατίθασος, ανυπότακτος, απαιτητικός, προπέτης κι ανυπόμονος νέος γίνεται τώρα
ένα σκουπίδι. Αυτός που δεν υπολόγιζε κανένα και δεν έδινε λόγο σε κανένα, τώρα
αυτοκαταδικάζεται. Η μετάνοια ξαναθαυματούργησε. Αναγνωρίζει την έπαρση της
αστοχίας του. Δεν τολμά ν’ ατενίσει στα μάτια τον Πατέρα του. Θεωρεί ανάξιο τον
εαυτό του να είναι υιός εκείνου που η αγάπη του συνεχίζει να τιμά τον άτιμο. Τ’
αυθόρμητα λόγια του είναι του αυτού περιεχομένου με του Τελώνου και του Ληστή
του συσταυρωθέντος με τον Χριστό. Έτσι αυτοαποκληρώνεται αυτοκατηγορούμενος.
Δεν ντρέπεται, δεν δειλιά, δεν φοβάται, η μετάνοια τον επανέφερε εκεί απ’ όπου
έπεσε κι ακόμη σε καλύτερη θέση, καθώς λέγει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος περί
των μετανοούντων. Καθαριζόμενος ο πρώην άσωτος γίνεται εκστατικός, αρχίζει
φωτιζόμενος ν’ αγαπά, να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά. Η αμαρτία είχε
προχωρήσει το πλήγωμα αρκετά στην ψυχή του, αλλά είχε αφήσει το βάθος άθικτο,
πολύτιμα στοιχεία της θείας ευγένειας και καταγωγής ήταν θαμμένα και
ξεσκαλίστηκαν. Δεν φαίνονταν εύκολα, αλλά υπήρχαν.
Ο
Πατέρας ενώπιον αυτής της ολάνοιχτης καρδιάς, θεωρεί ως μη διαπραχθέντα διόλου
όλα τ’ ανομήματα του αγαπητού υιού του και του δίνει τη θέση που του ανήκε. Του
φορά την πρώτη στολή, τον υποδύει, τον στολίζει και στρώνει πασχαλινή τράπεζα
για την επάνοδό του, την ανάστασή του. Μόνο μια σκιά υπάρχει στη λαμπρή
πανήγυρη· του πρεσβύτερου αδελφού, που αδυνατεί να παρακολουθήσει το μέγεθος
της πατρικής δωρεάς ενώπιον της μετανοίας του αδελφού του.
Ο
πρεσβύτερος αδελφός χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μη το φωτεινό παράδειγμα της
επιστροφής του αδελφού του μας κάνει να τον παραβλέψουμε. Είναι πρόσωπο συχνά
επανεμφανιζόμενο εντός των χριστιανικών κοινοτήτων. Το πρόβλημά του είναι βαθύ,
νομίζει ότι είναι βαθειά στους κόλπους τους πατρικούς κι η στάση του τον
τοποθετεί πολύ μακρύτερα του τέρματος της αποστασίας του αδελφού του. Είναι ο
αμετανόητος μετανοημένος. Έχει απωλέσει την ουσία της πνευματικής ζωής κι έχει
κερδίσει το φρόνημα των εχόντων «ου κατ’ επίγνωσιν» ζήλο. Ζήλο άκαιρο, παράφορο
και μανιώδη. Θεωρούν τον εαυτό τους αληθινό κι αλάνθαστο, επαιρόμενο στην ηθική
τους, την ασφάλεια της εγκράτειάς τους. Συχνά οι αγώνες τους είναι πράγματι
μεγάλοι κατά των εχθρών της πίστεως και των αμαρτωλών, τους οποίους
κατακεραυνώνουν αλύπητα με βροντώδη κηρύγματα. Όμως όλα χάνουν τον μισθό τους,
γιατί τα καταστρέφει η οίηση ότι είναι οι μόνοι άξιοι σωτηρίας, αφού
σκανδαλίζονται στη μεγαλόδωρη αγάπη του πατέρα τους προς τους άσωτους, τους
οποίους δεν δύνανται να παρακολουθήσουν όχι στην οδύνη τους, μα ούτε και στη
μετάνοιά τους.
Δυστυχώς,
στους πάντα υπάρχοντες στην ιστορία τέτοιους ζηλωτές διακρίνουμε τον φανατισμό,
την τυπολατρεία, ακόμη και τη διατήρηση δικών τους τυπικών, τα οποία θέλουν να
θέτουν και υπεράνω της Ιεράς Παραδόσεως. Είναι μεγάλο το κρίμα για όλους
αυτούς, που βυθίζονται μέσα στο λιμάνι, με μια ψεύτικη αγιότητα και φθάνουν ν’
απατούν κι αγαθούς ανθρώπους. Συμβαίνει με τους ανθρώπους αυτούς να
καταλαμβάνονται από ένα ισχυρό αίσθημα αυτάρκειας. Η αγανάκτηση και η οργή του
αδελφού ενώπιον της πατρικής προσφοράς είναι η κρυφή αμετανοησία του, που
φανερώνεται κατακρίνοντας τον αδελφό του και καταδικάζοντας τον πατέρα του. Η
ευσπλαγχνία του πατέρα εκδηλούμενη στο νεώτερο δεν καταργούσε καθόλου την πάντα
υπάρχουσα προς τον πρεσβύτερο. Αυτό είναι το περιεχόμενο της ψευδοαγιότητος του
αδελφού, που δεν άντεξε στη δίκαιη χαρά της επανόδου ποιου; Του αδελφού του. Ο
«δίκαιος» αδελφός επιθυμεί έναν πατέρα εκδικητικό, κριτή αυστηρότατο και τιμωρό
αμείλικτο.
Ο
παραλογισμός της μεγάλης ιδέας που έχει για τον εαυτό του, τον κάνει διδάσκαλο
του Πατέρα του, του καθορίζει τη θέση του, τη στάση του, τι πρέπει να πράξει
εκείνος κι όχι τι πρέπει να προσέξει ο ίδιος. Η μεγάλη του πλάνη τον κάνει να
μιλά περί του εαυτού του με απαίτηση και δικαιώματα, σαν να μην τα ήξερε ο
Πατέρας, να παραπονείται, να οργίζεται, να κατακρίνει τον αδελφό του, για να
υπερυψώσει τον εαυτό του και να φανερώσει την αξία του. Στέκεται πιστεύοντας
ότι από τα έργα του δικαιώνεται και υπάρχει μόνο απέναντι του άθλιου κατ’ αυτόν
και οικτρού αδελφού του.
…………………………………………………………………………………...
Πάντως
ο εύσπλαγχνος πατέρας του Ασώτου είναι ο ίδιος πατέρας και για τον ανώριμο
μεγαλύτερο υιό του. Παρότι είναι παράλογη, κατανοεί την πίκρα του, τον
δικαιολογεί τον αδικαιολόγητο, τον αντιμετωπίζει με αγάπη, εξέρχεται του οίκου
και γι’ αυτόν, τον παρακαλεί να έλθει μέσα, να ευφρανθεί μαζί τους. Επιμένει
όμως εκείνος και δεν θέλει να εισέλθει. Να έμεινε άραγε για πάντα έξω; Αυτός
που πάντα ήταν μέσα; Μακάρι να εισήλθε κι αυτός ξανά. Η ευαγγελική περικοπή δεν
αναφέρει την τύχη του. Αν δεν μετανόησε είναι σίγουρο πως έμεινε για πάντα έξω,
φθειρόμενος από το σαράκι της ζήλειας, της περιέργειας και της αυτολατρείας.
Έτσι φθάνουν ορισμένοι ερμηνευτές να μιλούν εύστοχα περί δύο ασώτων υιών.
Θεωρούμε την ασωτία του πρεσβυτέρου αδελφού επικινδυνέστερη, ως υπουλώτερη και
κρυφή.
Συχνά
επαναλαμβανόμενο πρόσωπο στην ανθρώπινη ιστορία το πρόσωπο του Ασώτου. Μεγάλο
μέρος της νεολαίας, αλλά και της υπόλοιπης ανθρωπότητος, θέλει να τον ακολουθεί
στην ανταρσία του. Η παρουσία του Θεού ενοχλεί και καταπιέζει. Η εποχή δεν
ανέχεται επ’ ουδενί τέτοιες επεμβάσεις και κουραστικές εξαρτήσεις. Θεωρεί τον
Θεό δυνάστη, αφέντη, τιμωρό. Η νεολαία έχει μια δική της αντίληψη για την
ελευθερία, που αν δεν είναι αναρχία κι ασυδοσία, πάντως τις εγγίζει. Η
πραγματική ελευθερία όμως πάντα θα υπάρχει στην ενότητα, την κοινότητα, τον
σύνδεσμο της αγάπης. Η αυτονομημένη συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου είναι το
βασικό λάθος του και η αρχή της αμετανοησίας του στην έπαρση της αυτάρκειάς
του.
Η
απομάκρυνση από τον Θεό έχει τις συνέπειες της στη ζωή του ανθρώπου. Με
τραυματισμένο πρόσωπο, με την ψυχή κενή, με το νου θολό, με το σώμα κουρασμένο,
δεν έχει πού να κρυφθεί και να βασταχθεί. Η συνειδητοποίηση αυτού του κενού της
αυτονομίας είναι το ξεκίνημα της οδού της μετανοίας, η σωτήρια επιστροφή στην
Εκκλησία δια της αυτογνωσίας προς θεογνωσία"...
Νυν
ή σεβάσμιος μνήμη της σης αθλήσεως ημάς συναγαγοϋσα, ευφημήσαι προτρέπει τά
τρόπαια, τους άθλους και τάς λαμπράς άριστείας έν άσμασιν, έν τή παρούση εσπέρα
και τή νυκτί, άξιάγαστε Θεόδωρε.
Ίσχύϊ θεία νομίμως τον δρόμον ήνυσας του θείου
μαρτυρίου και τήν πίστιν βεβαίαν έτήρησας, παμμάκαρ, προς τον Χριστόν
και το στέφος, Θεόδωρε, ως καρτερώς έναθλήσας υπέρ αύτοϋ το άκήρατον άπείληφας.
2
Κανόνες, μέθοδοι, τέχναι των εγκωμίων, σοφέ,
ηττώνται τφ μεγέθει των λαμπρών σου αγώνων, Θεόδωρε στερρόφρον, ους άνδρικώς
και γενναίως ύπήνεγκας και δυσμενών αοράτων και ορατών και έθριάμβευσας την
δύναμιν.
Ηδέα κόσμου και κόσμον πάντα κατέλιπες, Θεόδωρε,
έμφρόνως Μωϋσέως τφ ζήλω και γάρ την κακουχίαν τών ηδονών, αθλοφόρε, προέκρινας
και το θανεΐν υπέρ πίστεως ή το ζην, ώς ό Παύλος προετίμησας.
Δόξα. Ἦχος δ
Φαιδρώς
τον λαμπρόν άριστέα του Χριστου Θεόδωρον και στερρόν άθλοφόρον έορτάσωμεν,
πιστοί υπέρ γάρ της ευσεβειας καλώς άγωνισάμενος, το βραβεΐον της νίκης επαξίως
άπείληφε και τφ Θεφ νυν μετά παρρησίας μαρτυρικής αριστάμενος, πρεσβεύει
άπαύστως υπέρ τών ψυχών ημών.
Καὶ νῦν. Ἐκ παντοίων κινδύνων
Εἰς
τὸν στίχον
Ἦχος βʹ. Οἶκος τοῦἘφραθᾶ
Όλλυται ό εχθρός βέλει της καρτερίας της σης,
Χριστου όπλΐτα Θεόδωρε γενναίε, ό σου κατακαυχώμενος.
Χαίροις, γενναίε μάρτυς Χριστοΰ,ό έν
χωρίω τής χαράς διαιτώμενος χαρίτων τών ακηρατων τφ πεπλησμένω άεί, όπου τών
αγγέλων τά στρατεύματα, χαρά τερπνή χαίρουσι και δικαίων τά πνεύματα γελώσιν
όντως τον μακάριον γέλωτα και έμπίπλανται χαρμονής τε καί τέρψεως, όπου ό
χαριέστατος Χριστός ό Θεάνθρωπος πάσι τάς χάριτας νέμει τοις όλοψύχως
ποθήσασιν, αυτόν καί παρέχει τήν χαράν τής άϊδίου μακαριότητας.
6
Δόξα. Ἦχος δʹ
Έθαυμαστώθη, Χριστέ, το κράτος της
δυνάμεως σου και πάλαι και νυν έξαιρέτως δε έν τη ασθενείς του σου νεομάρτυρος
Θεοδώρου•ιδού γάρ ούτος ό κατά ψυχήν και σώμα ασθενής τε και άνανδρος, την
άμαχον ίσχύν σου περιφραξάμενος, ανδρείως εις το στάδιον της αθλήσεως ήλατο,
και βασάνους ύπομείνας, αϊ κάμπτουσι και τον άλκιμώτατον, τόν δυνατόν έν κακία
ώς άσθενέστατον στρουθίον καταπεπάτηκεν • δθεν πάντας εγείρει εις δόξαν τοΰ σοΰ
παντοδυνάμου ονόματος, τοΰ άπαύστως δοξαζομένου έν τοις άγίοις σου.
κυρία πανάμωμε• λϋσον τάς περιστάσεις του
παρόντος αιώνος, πράϋνον μηχανίας και κατάβαλε θράσος Των
όπλιζομένων, άχραντε, κατά των δούλων σου.
Μετά τὸν πολυέλεον
Ἦχος δʹ. Ὁὑψωθείς ἐν τῷ
σταυρῷ
Διαφυγών τον σε πειράζοντα, μάρτυς, και
μαρτυρίου σου το έργον τελέσας, προς τον Χριστόν άνέδραμες τόν σοι ποθητόν.
ώσπερ πρώην έλεγες και νυν έστης του πόθου δόξης έμφορούμενος και χαράς
ανεκφραστου• ης έκδυσώπει πάντας μετασχεΐν τους την ση ν μνήμην τελοϋντας,
Θεόδωρε.
Ἕτερον. Ἐπεφάνης σήμερον
Την φθαρτήν υίότητατοϋ επιγείου βασιλέως
έλιπες, μάρτυς Θεόδωρε, σοφώς•και νυν υιός έχρημάτισας έν αληθείς Χριστου του
παντάνακτος.
Παρθένος μετά τον τόκον άφθορος διαμεμένηκας τον
δι' ημάς όφθέντα επί γης υπέρ λόγον κυήσασα, δν εκτενώς ικέτευε φωταγωγήσαι τάς
ψυχάς ημών.
Ὠδή
γ΄. Οὐρανίας
ἀψῖδος
Νέον ρόδον έφάνης κοκκοβαφές, εύοσμον, έν
καιρώ χειμώνος άνθησαν της νυν ψυχρότητος της καθ' ημάς γενεάς•όψιν και ρίνα
εύφραίνων ημών τών ποθούντων σε, μάρτυς Θεόδωρε.
Πολύν πόλεμον έσχες και πειρασμούς ένδοθεν έν
τοις λογισμοΐς σπειρομένους ύπό τού δράκοντος, μάρτυς Θεόδωρε, άλλα σταυρού τη
δυνάμει απαντας διέλυσας διά της πίστεως.
'Ρώμην
θείαν πλουτήσας την τού Χριστού ένδοθεν την τους ασθενείς δυναμοΰσαν και
ένισχύουσαν,μάρτυς Θεόδωρε, και
ασθενής ών το σώμα ένευρώθης, ένδοξε, προς το μαρτύριον.
Θεοτοκίον
Ό μέν σκύλα εύρίσκων καί θησαυρόν τέρπεται• έγώ
δέ εύρων, Θεοτόκε, σόν θείον όνομα καί την εικόνα σου καταφυγήν έν άνάγκαις,
χαίρω όνομάζων σε καί άσπαζόμενος.
Ἄλλος. Οὐκ ἐν
σοφίᾳ καὶ δυνάμει
Έπείπερ έγνως έν τη Χίω αδύνατον εΐναι σε
τόν έχθρόν καταβαλεΐν ύφ' ού το πριν έξηπάτησαι, την Λέσβον κατέλαβες τούτον
τρωσόμενος.
Καθάπερ έμπορος έχέφρων ήλλάξω των επιγείων τά ουράνια,
μάρτυς•καί την ζωήν την πρόσκαιρον λιπών, ω άθλητά, εύρες την αίώνιον και την
άπειρον, μάκαρ, βραχυτάτου αίματος βασιλείαν ώνήσω και συν χοροΐς εύφραίνη
αθλητών υπέρ του κόσμου Θεόν ίλεούμενος.
Έλθέ σοι έλεγον πάλιν οι άσεβοΰντες επί
την πίστιν την ημών ημείς δ'άντί ταύτης χρήματα σοι δίδομεν άξίαν και
έπιπλα πίστιν την ημών προτιμήσαντι
Θεοτοκίον
Την ψυχήν μου φαρμαχθεΐσαν τοις ίοβόλοις
τών εναντίων δήγμασι δραστικώ φαρμάκω πρεσβειών θεράπευσον, Χριστέ, της
τεκούσης σε και του ίεροϋ αθλοφόρου σου.
Ὠδή εʹ.
Ἵνα τί
με ἀπώσω
Θείω έρωτι, μάρτυς, τφ του μαρτυρίου
δεινώς συνεχόμενος, προς Χριστόν υπάγω, προς Χριστόν μου πορεύσομαι έλεγες καί
ταχύ τελέσω έργον δ έχων άνά χείρας, ϊνα θάττον σατάν λυτρωθήσομαι.
Χριστου μήτηρ και μήτηρ χριστωνύμων συ υπάρχεις,
δι' δ σε δυσωποΰμεν τά κατά χάριν τέκνα σου έλέησον ημάς ταΐς πρεσβείαις ταΐς
προς τον υίόν σου τόν κατά φύσιν, κόρη.
Δέχου προσηνώς , τουτί δη το ψέλλισμα,
μάρτυς Θεόδωρε, τους άνευφημούντας δε και άνυμνοΰντας τα σα παλαίσματα νυν
εποπτεύεις άνωθεν θείαις πρεσβείαις σου τη Τριάδι παρεστώς, μακάριε, υπέρ ης
τον αγώνα τετέλεκας.
Χαίρει και σκιρτά ή Κωνσταντινουπολις και γάρ
έπλούτησεν, ένδοξε Θεόδωρε, σε πολιοΰχον και αντιλήπτορα• ην περιέπεις άνωθεν,
το δ' έν αύτη άσεβες έκδιώξοις έθνος, παμμακάριστε, ταΐς προς Κύριον θείαις
πρεσβείαις σου.
Ήδη προς αυτά, σοφέ,τά ουράνια σύ κατεσκήνωσας,
δόξης δε λαβόμενος της άϊδίου και ταΐς μεθέξεσι ταΐς ίεραΐς θεούμενος μέμνησο
πάντων ημών τών τιμώντων πίστει την πανίερον και σεπτήν τελετήν σου, Θεόδωρε.
Θεοτοκίον
Φώτισον, Αγνή, τους πόθψ ύμνοΰντάς σε και
μεγαλύνοντας• λΰσον τών παθών ημών το σκότος, κόρη, παΰσον τον κλύδωνα, τοΰ
πονηρού τά σκάνδαλα έκ μέσου ποίησον, τους τής Αγαρ γόνους καθυπόταξον βασιλεΐ
εύσεβεΐ ταΐς πρεσβείαις σου.
Θεόν όν έσωμάτωσεν ή Θεοτόκος, Δέσποινα,
βαστάζουσα έν άγκάλαις πρεσβευτικώς άνεβόα· έπεί σπλάγχνον γλυκύτατον ηύδόκησας
μητέρα σου γενέσθαι με τήν δούλην σου τους εις έμέ προσφυγόντας τής σής άξίωσον
δόξης.
Εἰς
τοὺς αἴνους
Ἦχος αʹ. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων
Tόν τοΰ Χριστού στρατιώτην και νεομάρτυρα
Θεόδωρον συμφώνως εύφημήσωμεν ύμνοις, αύτώ άναβοώντες άπό ψυχής ταΐς εύχαΐς σου
περισωζε ημάς τους σέ αγαπώντας έκ πειρασμών και παντοίων περιστάσεων
17
Τον
Ίησοϋν δν έπόθεις έχων, Θεόδωρε, και θεωρία τούτου έντρυφών άνενδότως στρέψον
σου το όμμακαι προς ημάς τους
ποθοΰντάς σε, άγιε• και τον Χριστόν έκδυσώπει υπέρ ημών, όπως δόξης έπιτύχωμεν.
Της ύπερθέου Τριάδος καταλαμπόμενος ταΐς νοηταΐς
άκτΐσιν όλος φως χρηματίζεις όλος έξαστράπτων όλος Θεός κατά χάριν, Θεόδωρε·
φως καθορών τον Πατέρα, φως τον Τίόν, φως το Πνεύμα το πανάγιον.
Δόξα. Ἦχος πλ. δʹ.
Σήμερον ή του Χριστου
Εκκλησία τάς προς τον Ιωσήφ ευλογίας άναλαμβάνουσα
του πατριάρχου Ιακώβ, ώς καλή και φιλόπαις μήτηρ, Θεόδωρε, βοςί σοι•υίός μου
ηύξημένος συ ει, υιός μου νεώτατος, προς με άνάστρεψον ότώννεοφανών
μαρτύρων μου έσχατος•
και πρέσβευε άπαύστως τφ σφ κατά χάριν Πατρί και έμφ
νυμφίω, Χριστφ τφ Θεφ,όπως με τής
τυραννικής αιχμαλωσίας καιπάσης
αίρέσεως
λυτρωσάμενος σώση εις τήν βασιλείαν αυτού τήν ούράνιον
Φύλαττε σους δούλους δια παντός, Θεόδωρε
μάρτυς, τους τιμώντας σε εύλαβώς και πίστει και πόθψ τελοϋντάς σου την μνήμην
άπό παντοίας βλάβης και περιστάσεως.
Ότε εις μετάμελον πικρόν πτώματος ού πέπονθας
ήλθες, μάρτυς Θεόδωρε, έξομολογούμενος τάς αμαρτίας σου επιστρέφων προς
Κύριον πενθών και νηστεύων πόνοις τε και δάκρυσι κατατηκόμενος, τότε τών
δαιμόνων τά πλήθη συν όλολυγμφ άνεβόα•ώ πως άπωλέσαμεν όν εϊχομεν!
Ότε προς τήν άθλησιν στερρώς έδραμες αυτόκλητος,
μάρτυς, και έπί βήματος λαμπρώς ώμολόγησας πίστιν τήν ένθεον και Μωάμεθ
διήλεγξας τήν έχθιστον πλάνην, τότε το παράστημα το γενναιότατον σου οι ασεβείς
έκπλαγέντες, τις ό τολμηρός ούτος πέλει; προς αλλήλους βλέποντες έκραύγαζον.
Ότε έκτετέλεκας καλώς τόν τού μαρτυρίου σου
δρόμον και τον έπώδυνον, δι' αγχόνης θάνατον χαίρων ύπήνεγκας, δι' άγάπην τού
κτιστου σου, Θεόδωρε, τότε άπαντες οι μάρτυρες σοι προσυπήντησαν δεΰρο,
νεομάρτυς, βοώντες• δεΰρο μεθ' ημών συναγάλλου εις τά ύπερκόσμια σκηνώματα.
Δόξα. Ἦχος δʹ
Δεύτε φίλαθλοι, και τών μαρτυρικών αγώνων
φιλοθεάμονες• δεύτε και θεάσασθε πάλην καίνίκην τού νέου Θεοδώρου ξενήκουστον
μειράκιον ευτελές έν αύτω τφ τής νεότητας άνθει τφ άρχαίω διαβόλω σταυρικώς
συμπλακέν, εις το τέλος ένίκησε τόν άϋλον ό υλικός, τόν δυνατόν ό ασθενής, και
τόν σοφιστήν τής κακίας ό απλοϊκός τε και άσοφος. Και το παράδοξον, ότι και
προηττηθείς τήν ήτταν άναπαλαίσας νενίκηκεκαι έν καιροΐς τοις έσχάτοις, ότε τά τών
αθλητών εξέλιπε
19
παραδείγματα τοιαύτας καινοτομίας τα του Χριστου βέλη
και φίλτρα οΐδεν έργάζεσθαι, ων και ημάς μετασχεΐν Χριστόν δυσωπήσωμεν ταΐς
πρεσβείαις Θεοδώρου του νεομάρτυρος.
Καὶ νῦν. Ἐκ
παντοίων κινδύνων
Εἰς
τὸν στίχον
προσόμοια
Ἦχος
βʹ. Οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ
Εύγε, παμβασιλεΰ, Χριστέ της σης ισχύος! δι’ ης
τον άσθενοΰντα κατά τού άρχεκάκου ένίσχυσας Θεόδωρον.
Στίχ. Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν
τοῖς ἁγίοις
'Ώ της αντιστροφής της
καλής των πραγμάτων! ό πριν τρωθείς τιτρώσκει, ό πριν κτανθείς νύν κτείνει έχθρόν
τον αυτόν κτείναντα.
Στίχ. Τοῖς ἁγίοις
τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ…
Χαίρε καθολική Χριστού μου Εκκλησία, δτι και νύν
προσφέρεις Θεφ έκ των σων τέκνων τελείους νεομάρτυρας.
Δόξα. Ἦχος πλ. αʹ
Χαρά γίνεται έν ούρανφ και έν τή γή, έπί τή
μνήμη Θεοδώρου τού νεομάρτυρος· σήμερον γάρ άγγελοι πανηγυρίζουσι και πάσα ή
άνω θριαμβεύουσα Εκκλησία τών πρωτοτόκων, έπί τή γνησία τούτου μετανοια και τή
διά Χριστού πεπαρρησιασμένη ομολογία. Πανηγυρίζει δέ και ή κάτω στρατευομενη
Εκκλησία τών ορθοδόξων τοιούτον έν τοιούτοις καιροΐς πλουτήσασα μετανοίας
υπόδειγμα, ευσεβειας άλείπτην και πρεσβευτήν άένναον υπέρ τής σωτηρίας αυτής
προς τον Κύριον.
Καὶ νῦν. Μακαρίζομεν σέ, Θεοτόκε Παρθένε
4)
ΠΡΟΣθΕΤΑ ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΝΕΑΣΚΗΤΙΩΤΟΥ
α) ΜικροῦἘσπερινοῦ Προσόμοιο.
Ἀπὸ Χφ
Βατοπεδίου 815, τοῦἔτους
1856, σσ.1‐2.
20
Στόμα
διανοίξας έν Χριστου συ ομολογία, τρισμάκαρ στερρέ Θεόδωρε, στόματα ένέφραξας
άγαρηνών δυσσεβώνεπί σοι γαρ
πεπλήρωται ήπρόρρησις, μάρτυς, του
Χριστου ή λέγουσα, εγώ παρέξω υμΐν στόμα και την άνω σοφίαν,ήπερ άντιστήναι ουδόλως ουδέ άντειπεΐν εχθροί
δυνήσονται.
Ό μάρτυς Θεόδωρος της Κωνσταντίνου βλαστός ημάς
συνεκάλεσε την θείαν μνήμην αύτοϋ τελέσαι έν ασμασιν, ούτος γάρ ό γενναίος διά
του μαρτυρίου ήσχυνε τους της Αγαρ απογόνους έμφρόνως, διό και δι' αγχόνης το
στέφος έδέξατο'
καὶ
Θεοτοκίον Τὸἀπʹ
αἰῶνος ἀπόκρυφον
κα ἰ γίνεται
ἀπόλυσις.
γ) Μεγάλου Ἐσπερινοὺ Προσόμοια.
Ἀπὸ Χφ
Βατοπεδίου 815, τοῦἔτους
1856, σσ. 4‐5.
Ἕτερα. προσόμοια τοῦἁγίου
Ἦχος δʹ. Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν
Φιλεορτων συστήματα άθροισθέντες έν πνεύματι
έορτήν συστήσασθε άγαλλόμενοι του Θεοδώρου και (ίσατε Χριστφ ύμνοις
σήμερον τφ δοξάσαντι αυτόν αφθαρσία και θαύμασι και βοήσατε ταΐς αύτοϋ
ευπροσδεκτους ίκεσίαις ημάς σώσον τους τελοΰντας αυτού τήν μνήμην, φιλάνθρωπε.
Κλέος ώφθης, Θεόδωρε, ευσεβειας,
πανόλβιε, δυσσεβών το θρήσκευμα βδελυξάμενος και ίερεΐον όλόκληρον και θύμα
πανεύοσμον τφ τυθέντι δι' ημάς
21
καθαρώς προσαγόμενος τώ δοξάσαντι σου το άγιον
σώμα αφθαρσία θησαυρόν τη Εκκλησία δωρησαμένω, Θεόδωρε.
δ) Ἰδιόμελα τροπάρια Λιτῆς.
Ἀπὸ Χφ
Βατοπεδίου 815, τοῦἔτους
1856, σσ. 8‐9.
Ὁ αὐτὸς (Ἦχος
αʹ.)
Ώς μέγας, ώς πολύς σου ό πόθος, Θεόδωρε
πολύαθλε, διό προς τους μαρτυρικούς αγώνας ηύτομόλησας ρωμαλαίω φρονήματι
τού σώματος μη φεισάμενος και Χριστόν έμεγάλυνες τον ίσχύν σοι παρέχοντα, όν
τελευταΐον έδόξασας τη στερρά σου άθλήσει παρρησίαν ώς έχων
άθλητικήν προς αυτόν, ικέτευε υπέρ τών ψυχών ημών.
Ἦχος βʹ
Νέος ών τη ηλικία, νέος και τοις άγώσιν
έφάνη ό νεομάρτυς Θεόδωρος, και πανήγυριν νέαν έν τη Εκκλησία συνεκρότησεν, έν
ή συνελθόντες έκ πόθου εύφημήσωμεν έν ςίσμασι τάς της αθλήσεως αυτού άριστείας
και τον ένισχύσαντα αυτόν Χριστόν τον Θεόν δοξάσωμεν ύμνοις, και άκηράτοις
στεφάνοις αυτόν καταστέψαντα φ και παριστάμενος έν δόξη αθλητική, πρεσβεύει
υπέρ τών ψυχών ημών.
Ἦχοςδʹ
Έλκει νΰν ημάς ό σος πόθος, Θεόδωρε, και τά θαύματα
τα παρά σοΰ τελούμενα προς εύφημίαν σου άγουσι· φαιδρύνεται γάρ ή νήσος
Λέσβος, ότι έν αυτή τον αγώνα τού μαρτυρίου έτέλεσας και το θείον σοΰ λείψανον
έν πόλει τής Μυτιλήνης τεθησαύρισται, ής και πολιούχος ήδη κατέστης και
φρουρός, άλλα και πάσα ή τών πιστών Εκκλησία άγάλλεται νέον σε πρέσβυν προς
Θεόν κτησαμένη, ήν έν ειρήνη και εύσεβεία προς αυτόν ίκεσίαις σου, πανένδοξε,
διαφύλαττε.