Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Ο Ολοζώντανος Ταξιάρχης


Λίγα μόλις μέτρα από την φιλήσυχη κοινότητα του Μανταμάδου με ιδιαίτερη λαμπρότητα μας καλωσορίζει η Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Μία όαση ελπίδας και ευφροσύνης σε απόλυτη αρμονία με την γύρω περιοχή,  γνωστή τοις πάσι για την μοναδική στην ορθόδοξη εικονογραφία θαυματουργή ανάγλυφη εικόνα του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Ένα φιλοτέχνημα – αντίδωρο του δοκίμου μοναχού Γαβριήλ στον “σωτήρα” του Αρχάγγελο με αίμα (των εν Μανταμάδω 18 σφαγιασθέντων μοναχών) και χώμα.

Αυτό όμως που πραγματικά κάμει ιδιαίτερη την συγκεκριμένη εικόνα δεν είναι τόσο η σύστασή της, όσο η ζωντανή της παρουσία. Ένας Ταξιάρχης ολοζώντανος με δυο ασημοκέντητα φτερά σπεύδει να βγει, να σου πει, να σε αγκαλιάσει. Άλλοτε ροδοκόκκινος, φιλικός, χαμογελαστός, άλλοτε μαυριδερός και απόμακρος. Άλλοτε πάλι με δάκρυα στα μάτια, στάλες ιδρώτα σε όλο το πρόσωπο, με ολάνοιχτες τις κόρες των ματιών, το στόμα...

Για θυμηθείτε παλαιότερα πόσοι μα πόσοι επισκέπτες αποσπούσαν κομμάτια από το πρόσωπο του Αγίου, για να το αντικρίσουν την επομένη έκθαμβοι οι νεωκόροι με επουλωμένες τις “πληγές”; Πόσες φορές φιλώντας το δεν ένοιωθες την θερμότητά του, την ανθρωπίνη του υφή; Και πόσα ακόμα θαυμαστά και υπέροχα.

Μία θεία μορφή που αμετακίνητη για περισσότερα από χίλια χρόνια συνεχίζει όχι μόνο να δεσπόζει αλλά και να σκορπά απλόχερα τους ουράνιους μαργαρίτες της σε όλους όσους επικαλεστούν τη χάρη της. Ας έχει όλο τον κόσμο καλά.

Ποσειδών Γ. Γιαννακής

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


ΙΑΚΩΒΟΣ

ελέω και χάριτι Θεού Επίσκοπος και Μητροπολίτης Μυτιλήνης,
Ερεσού καί Πλωμαρίου
 
Προς
τον Ιερόν Κλήρον
και τους ευσεβείς χριστιανούς της Θεοσώστου ημών επαρχίας
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά και πεφιλημένα
Χριστός Ανέστη
 
Ανείπωτη χαρά γευόμεθα σήμερα, διότι ο Θεάνθρωπος Χριστός μας, που έπαθε ως άνθρωπος και με τη θέληση Του υπέμεινε σταυρικό θάνατο , ανέστη από τον τάφο ωραίος και λαμπρός, σαν να εξήλθε από νυφικό θάλαμο, με σκοπό να σώσει τον κόσμο '' .
Μέσα από αυτές τις λίγες λέξεις ο ιερός υμνωδός, αγαπητοί μου αδελφοί, σκιαγραφεί όλο το νόημα της μεγάλης και λαμπρής εορτής της Αναστάσεως τοΰ Κυρίου μας, διότι εδώ βρίσκεται το περιεχόμενο της πίστεως μας ! Εδώ στηρίζεται η αλήθεια τοΰ Ευαγγελίου ! Έδώ |3α6ιζεται το κήρυγμα των Αποστόλων ! Εδώ εδραιώνεται η διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας ! Εδώ η ομολογία των αγίων μαρτύρων ! Εδώ τα δάκρυα της μετανοίας και Οι προσευχές των οσίων της Εκκλησίας μας ! Εδώ η ζωή της Εκκλησίας μας!
Με τη Σταυρική του θυσία και με την εκ νεκρών έγερσή Του ο Κύριος μας χάρισε την αθανασία, μας δώρισε την αιώνια ζωή, μας έδωσε τη δυνατότητα να γίνουμε άπό άτομα πρόσωπα, μας προσκάλεσε στην ανέσπερη Βασιλεία Του και μας διεμήνυσε ότι η θύρα   του   Παραδείσου   άνοιξε. Αναστήθηκε   ο   Χριστός   που ανασταίνει τους πεσμένους και ανάστησε τον Αδάμ. Αναστήθηκε ο Χριστός, Αυτός που ανασταίνει όλους και ελευθέρωσε την Εύα απ' την κατάρα. Αναστήθηκε ο Χριστός που Αυτός μόνος ανασταίνει και χαροποίησε τον ακατάστατο κόσμο, σε όλα το ρυθμό και την τάξη έγκαθιστώντας. Αναστήθηκε ο Κύριος, όπως αυτός που κοιμάται, και τους εχθρούς Του όλους τους χτύπησε και τους ντρόπιασε. Αναστήθηκε και δώρησε χαρά και όλη την κτίση. Αναστήθηκε και άδειασε η φυλακή του Άδη. Αναστήθηκε και τη φθορά της φύσης σε αφθαρσία τη μετάλλαξε. Αναστήθηκε ο Χριστός , κι αποκατέστησε τον Αδάμ στην παλιά δόξα της αθανασίας".
Η Ανάσταση του Χριστού μας βεβαιώνει περίτρανα ότι ο θάνατος '' καταργείται με τον ίδιο το θάνατο και ο διάβολος νικιέται με το ίδιο του όπλο ", όπως μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έτσι αποκτά ο άνθρωπος τη δυνατότητα να έρθει σε κοινωνία με το θεό και να βρει την αληθινή ζωή , διότι ο Αναστημένος Χριστός είναι η αληθινή ζωή των ανθρώπων " , κατά τον άγιο Ιγνάτιο το Θεοφόρο .
Ο άνθρωπος, λοιπόν, που θέλει να ζήσει εμπειρικά την Ανάσταση του Κυρίου μας και διακαώς επιθυμεί την επαφή με το Θεό , πορεύεται με αληθινή μετάνοια ήδη από τον παρόντα κόσμο  διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δίνει το βίωμα της αναστάσεως της ψυχής σ' αυτούς που φλογερά μετανοούν και την πείρα της εις αδου καταβάσεως και την πείρα του Άδου της αγάπης ".
Αγαπητοί μου αδελφοί, η ζωή μακριά άπό το Αναστάντα Χριστό και την Εκκλησία Του είναι χωρίς ουσία και στ)μασία. Ο άνθρωπος εκείνος που δικαιολογεί τις αδυναμίες του και έχει παραιτηθεί από κάθε πνευματικό αγώνα, προκειμένου να θεραπευθεί με τη βοήθεια της θείας Χάριτος από την ποικιλόμορφη αμαρτία χάνει την υπόσταση του ! Γίνεται ένα πτώμα ! Τι και αν έχει ακλόνητη σωματική υγεία ! Τι και αν διαπρέπει στην κοινωνία, κατέχοντας σπουδαίες και επίζηλες θέσεις ! Τι και αν πίνει μέχρι τέλος το ποτήρι των ηδονών και απολαύσεων ! Ζώντας βιολογικά , πάντοτε θα πεινά και θα διψά πνευματικά, διότι πλάσθηκε « επίγειος και ουράνιος, πρόσκαιρος και αιώνιος, ορατός και νοούμενος, αληθινά και πραγματικά '' ζώο θεούμενο '' ».
Στις μέρες μας δε ιδιαίτερα, που η αβεβαιότητα , η ανασφάλεια, το ανέλπιδο, οι πολλές οικονομικές δυσκολίες των συνανθρώπων μας και τα προβλήματα πάσης φύσεως , που ταλανίζουν τις ψυχές των αδελφών μας φυγάδευσαν λίγο η πολύ τη  χαρά και την αισιοδοξία άπό τη  ζωή τους,  το  μήνυμα  της Αναστάσεως θα είναι πάντοτε εκείνος ο τρόπος, για να μας δίδει ελπίδα αληθινή και ανάσταση ψυχική . Για να μας θυμίζει ότι Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου, καθώς προείπεν, έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και μέγα έλεος", ότι "σήμερον πάσα κτίσις άγάλλεται και χαίρει, ότι Χριστός ανέστη και άδης εσκυλεύθη'' και ότι "ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη αγνή Παρθένε, χαίρε και πάλιν ερώ, χαίρε ο σος Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

ΠΡΟ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ





ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΗ,: ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΚΥΡΟΥ  ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ Α΄  ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΥΡΡΑΧΙΟΥ
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 1947



Τέκνα ν Κυρί γαπητά,

Κατὰ τᾶς προηγούμενος αγίας ἡμέρας τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἑβδομάδος παρηκολουθήσαμεν νοερῶς τᾶς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ ἐνανθρωπηήσαντος Υιοῦ τοῦ θεού. Σήμερον Τὸν βλέπομεν ὑψωμένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον τοῦ Σταυροῦ, γεμάτον ἀπὸ πληγᾶς, λουσμένον μέσα εἰς τὸ αἵμα Του, αγκαθοστεφανωμένον, βασανιζόμενον ἀπό τὸν πόνον καὶ ἀπὸ  τὴν δίψαν.
Πονεί διὰ τᾶς ἁμαρτίας μας καὶ δίψα δι’ ὅλοὺ τοῦ κόσμου τὴν σωτηρίαν, χάριν τῆς ὁποίας τρέχει ἀπὸ τᾶς πληγᾶς Τοῦ τὸ τίμιον αἷμα. Διψᾶ τήνισωτηριαν καὶ ἐκείνων ἀκόμη ποῦ Τὸν ἔχουν σταυρώσει, ἐκείνων ποὺ ἀκόμη τὸν ὑβρίζουν καὶ τὸν βλασφημοῦν «Πάτερ, ὦφες αὐτοίς, οὐ γὰρ οἴδασι   τί   ποιοῦσι».
Ἀποθνήσκει ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν ὁ Κύριος της ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ μὲ τὸ αἴμα Του ὑπογράφει τὸ συμβόλαιον τῆς ἀπολυτρώσεως μας. Μὲ τὸν ἰδικόν Του θάνατον ἠθέλησε νά μας χαρίση τὴν ζωήν. Ἐκεί ὤδηγησε τὸν Υἱόν τοῦ θεοῦ ἡ τελεία Τοῦ ἀγάπη πρὸς τοὺς Ἀνθρώπους.
Ἀπέναντι τῆς τόσον μεγάλης καὶ ἄπειρου αὐτῆς ἀγάπης τοῦ Ἐσταυρωμένου, τί ἔχομεν νὰ τοῦ προσφέρωμεν ἠμεῖς; Τίποτε τὸ ὑλικόν δὲν ἠμπορεῖ νὰ   προσφέρη ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ πλήρωση τὴν   τόσην   ἄγαπην τοῦ θεοῦ. Δὲν ἔχει Ἐκεῖνος ἀνάγκην ἀπὸ τὰ ἀγαθά μας. Ἀκούσατε τί εἶπεν ὁ Ἴδιος τὸ τελευταίον βράδυ, ποὺ ἔφαγε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητᾶς. Ἀκούσατε τί ὁ Ἴδιος ζητεῖ ἀπὸ ἐκείνους πόα ἤγαπησε· «Μείνατε—ειπεν —ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ».
Αὐτὸ θέλει μόνον. Αὐτὸ τοῦ εἶναι ἄρκετον. Νὰ τὸν ἄγαπησωμεν καὶ ἠμείς. Καὶ ὁ Ἰδιος πάλιν μας εἶπε μὲ ποῖον τρόπον ἡμποροῦμεν νὰ δείξωμεν αὐτήν μας τὴν ἄγαπην. Μᾶς ἔδειξε τοὺς πάσχοντας ἀδελφούς μας καὶ μᾶς εἴπεν : «Ἒφ' δσον ἔποιησατε ἑνϊ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἔμοι ἔποιησατε». Καὶ ἡ τελευταία Του παραγγελία ἦτο,, νὰ ἄγαπωμεθα μεταξύ μας. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ γνωρίζωνται οι ἀληθινοὶ πιστοί «Ἐκ τούτου γνώσονται πάντες, δτι ἐμοί μαθηταὶ ἔστε, ἐὰν ἄγαπην ἔχητε ἐν ἄλληλοις».
Ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὸ πνεύμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ ἒφερεν εἰς τὸν κόσμον τὴν σκληρότητα καὶ τὴν σύγχυσιν ποὺ ὤδηγησε τὴν ἀνθρωπότητα εἰς τὸ σημερινὸν κατάντημά της. Ἡ ἐπιστροφὴ εἰς τὸ πνεῦμα τουἘσταυρωμένου θὰ ἐπαναφέρη πάλιν καὶ τὰ ἄτομα καὶ τοὺς λαούς εἰς τὸν δρόμον τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προόδου.
Ἐγκολπωθῆτε, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ καὶ δείξατε μὲ τὰ καλά σας ἔργα, δτι εἶσθε «τέκνα φωτός». Ἐπωφεληθῆτε τῆς εὐκαιρίας τῶν ἁγίων αὐτῶν ἥμερων, διὰ νὰ δροσίσετε τᾶς ψυχᾶς σας μὲ τὴν πνοὴν της θείας ἀγάπης. Κάμετε ἀρχὴν νὰ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ εὔεργετίτε, δσοὶ δὲν ἔχετε δοκιμάσει τῶν καλῶν ἔργων τὴν χαράν. Προσπαθήσατε νὰ ἔπανευρετέ τους ἑαυτούς σας, δσοὶ τυχὸν παρεσύρθητε ἀπὸ τοϋ αἰῶνος τὴν σκληρότητα καὶ ἀπεμακρύνθητε ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀγάπης. Ἐκδηλώσατε ἀκόμη ἐντονώτερα καὶ ἀπόφασιστικότερα τὴν ἀγάπην σας, ὅσοι ἔχετε τὸ εὐτύχημα νὰ τὴν κρατῆτε ἀκόμη «εἴς τὴν ψυχὴν σας. Τοιουτοτρόπως θὰ τιμηθῆ πράγματι ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ θὰ ἀξιωθῆτε νὰ ἑορτάσετε τὴν Λαμπροφόρον ἥμεράν της Ἀναστάσεως τοϋ Κυρίου μὲ ἀληθινὴν χαράν, «καί τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἄφ’  ὑμῶν».
Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἂς γίνουν διὰ τὸν καθένα χωριστὰ καὶ δι’  δλους μαζὶ πραγματικότης, διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἄγαπησαντος ἠμᾶς Ἰησοῦ Χρστοῦ, «τοῦ δόντος Εαὑτὸν ἄντιλυτρον ὑπὲρ ἠμῶν». Γένοιτο.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ





Τώρα είν’ Αγιά Σαρακουστή, π’ αγιάζουνε οι μέρες

Και λειτουργούν οι Εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες.



Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.



Καλό είν’ τ’ Άγιος ο Θεός, καλό είν’ κι ας το λένε,

όποιος το λέει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει,



κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,

παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.



Κάτω στα Ιεροσόλυμα, ένα δεντρί φυτρώνει,

Κορμός του ήταν ο Χριστός και ρίζα η Παναγία,

και τα ψηλά κλωνάρια του, οι δώδεκα Αποστόλοι.



Η Παναγιά καθότανε μόνη και μοναχή της,

την προσευχή της έκανε για τον Μονογενή της.



Ακού βροντές, ακού αστραπές και ταραχές μεγάλες,

βγαίνει στο παραθύρι της να δει τη γειτονιά της.



Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

και το φεγγάρι το λαμπρό, στο αίμα βουτηγμένο.



Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

Βλέπει και δεξιότερα, βλέπει τον άγιο Γιάννη.



Βαστά και στο χεράκι του, μαντήλι ματωμένο,

και στ’ άλλο το χεράκι του, μαλλιά της κεφαλής του.



Τι έχεις Γιάννη κι έρχεσαι δαρμένος και κλαμένος,

βαστάς και στο χεράκι σου μαντήλι ματωμένο;

Βαστάς κι απ’ τ’ άλλο σου μαλλιά, μαλλιά της κεφαλής σου;



Δεν έχω στόμα να στο πω, στόμα να στο χαράξω,

Μήτ’ η καρδιά μου το βαστά, να σου τ’ ομολογήσω.



Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι•

σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε.



Δέσανε στα χεράκια του, καντάρια αλυσίδες,

Βάλανε και στον ώμο του, το μύλο, το λιθάρι.



Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.

Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.



Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,

και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.



Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε,

Ελάτε να ‘κλουθήσετε, να πάμε να τον βρούμε.



Ας έρθει η Μάρθα, η Μαριάμ κι η άλλη, η Λισάββα,

Ας έρθει κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα.

Κι ακλουθήσαν τ’ Παναγιά, να πάνε να τον βρούνε.



Έριξε τη τζουγκράνα της γινήκαν τα ρουμάνια,

έριξε και το χτένι της, χωρήσαν τα χωράφια,



Έριξε και το τάσι της γινήκαν τα πηγάδια,

κλάψανι τα ματέλια της, γινήκαν τα ζουμπούλια.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί του μουνουπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσουμπανάκι.



Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον κυνηγούσανε, οι άνομοι Εβραίοι,

Κι έκουψι μες τα πρόβατα κι εκείνα τον εκρύψαν.



Να έχουν την ευχούλα μου, εμού και του ιγιού μου!

Το ένα χίλια να γενεί, τα δυο σου, δυο χιλιάδες,

και τ’ άλλα τα υπόλοιπα, αμέτρητεςς χιλιάδες.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος άλλο τσουμπανάκι.



Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον κυνηγούσανε οι άνομοι Εβραίοι,

Κι έκουψι μες τα γίδια μου κι εκείνα τον εδείξαν.



Ας έχουν την κατάρα μου, εμού και του ιγιού μου!

Το γάλα τους να ‘ναι νερό και το τυρί ασβέστης

Κι όπου κι αν παν κι όπου σταθούν καταραμένα να ‘ναι.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως και τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα μαστοράκι.





Ώρα καλή σου μάστορα, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον επαιρνούσανε, εβραίικα παλικάρια,

Και μένα παραγγείλανε να κάνω δυο περούνια.



Κι εγώ Μαριάμ παράκουσα κι έκαμα τα, πέντε.

Τι θα τα κάνουν μάστορα τα πέντε τα περούνια;



Εγώ Μαριάμ που τα ‘κανα, εγώ θα σ’ αρμηνέψω.

Τα δυο, στα δυο του γόνατα, τ’ άλλα, στα δυο του χέρια,



Το πέμπτο το φαρμακερό, μες τα καρά τζιγέρια,

να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.



Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.

Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.



Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,

και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.



Βρ’ ατζίγκανι κι βρε χαρτσιά κι βρε καταραμένι!

Όπου κι αν πας κι όπου σταθείς, πουτές αχλιά μην κάψεις.



Πάντα λιρός, πάντα γυμνός κι πάντα ξισχισμέμνους,

Πουτέ λινό πουκάμιοσου, στη ράχη σου μη βάλεις,

Πουτέ στου ψουμουσάνιοδου, ψουμιά μην απουτάξεις.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Προυτού τουν βάλουν στου Σταυρό και μας τον εσταυρώσουν,

Προυτού τουν βάλουν στα καρφιά, και μας τον θανατώσουν.



Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα τσεσμεδάκι.



Σκύψε Μαριάμ να πιεις νερό, νερό με το βαμβάκι,

Να βρέξεις τα χειλάκια σου που στάζει το φαρμάκι.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.



Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα

Και τα μικρά παράθυρα, καλά μανταλωμένα.



Γονάτισε η Παναγιά, κάνει την προσευχή της.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,

Και σεις μικρά παράθυρα, γυρίστε άνου κάτου.



Η πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της

Και τα μικρά παράθυρα γύρισαν άνου κάτου.



Μπαίνει η Παναγιά μπροστά, πίσω ο κόσμος όλος,

κι από το πλήθος το πολύ κι από την Εβραιωσύνη,

κανέναν δεν εγνώρισε, κανέναν δεν γνωρίζει.



Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη σύντεκνε, μεγάλο τ’ όνομα σου,



Μεγάλη και η χάρη σου και το προσκύνημα σου.

Μην ίδες τον ιγιόκα μου και σε το βάφτισμα σου;



Συ γέννησες κι ανέθρεψες και δεν τον εγνωρίζεις

κι εγώ που τον εβάπτισα πώς να τον εγνωρίζω;



Βλέπεις εκείνο τον γυμνό και τον αναμαλλιάρη,

Οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Εκείνος είν’ ο γιόκα σου κι εμέ το βάφτισμα μου.





Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει

Και σαν της ήρθε ο λογισμός, τούτο το λόγο λέγει.



Σταυρέ, για γύρε χαμηλά, γύρε για να σε φτάσω,

Να σε φιλώ ω γιόκα μου, ώσπου να σε χορτάσω.



Γιε μου, για γύρε χαμηλά, γιε μου, για γύρε εμπρός μου,

Να βγάλω τη μποστοπουδιά, το αίμα να σκουπίσω.



Τα δυο χεράκια σου να δω, γιε μου τα τρυπημένα,

Και να φιλώ τα πόδια σου, τα καταματουμένα.



Γιε μου εγώ σε γέννησα, σπλάχνο μου πονεμένο,

Γιε μου εγώ σε θήλασα, το αίμα της καρδιάς μου.



Γλυκό μου στόμα δε μιλάς, χείλη μου στεγνωμένα,

Καρδούλα μου, για δε χτυπάς; Λυπήσου με και μένα.



Άνοιξε τα ματάκια σου, γιόκα μου τα κλεισμένα,

Και κοίτα κάτω απ’ το Σταυρό και μίλα μου κι εμένα.



--Σώπα μανούλα μου μην κλαις και βαριαναστενάζεις!

--Πούναι γκρεμός να γκρεμιστώ, φωτιά να πέσω απάνω,

Που είναι λίμνη να πνιγώ, θάνατος να πεθάνω.



--Μάναμ’ αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέται ο κόσμος όλος,

Μάνα αν πέσεις στο νερό πνίγετ’ ο κόσμος όλος,

Μάναμ’ αν πέσεις στη φωτιά καίγετ’ ο κόσμος όλος.



Γκριμιόντι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,

Γκριμιόντι κ’ οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.

Γκριμιόντι κ’ οι κακόπαντρες για τους κακούς τους άντρες.





Άϊντε μάναμ’ στο σπίτι μας και διάφορο μην έχεις,

Και το Μεγάλο Σάββατο περίμενε με να ‘ρθω.



Σαν κράξουνε οι πετεινοί, σημἀνουν οι καμπάνες,

Τότε και συ μανούλα μου να ‘χεις χαρές μεγάλες,

Απάντεχε με μάνα μου με τις χρυσές λαμπάδες.



Άιντε μάναμ΄ στο σπίτι μας, στον πύργο περιβόλι,



Βάλε κρασί στην κούπα μας κι αφράτο παξιμάδι,

Να κάνεις την παρηγοριά, να βρει ο κόσμος όλος.



Πέρασε κι η Αγιά Καλή κι αυτό το λόγο λέγει.



Ποιος είδε γιο στο μακελειό και μάνα στις ταβέρνες,



Ως μ’ έκαψες Αγιά Καλή, πάντα καμένη να ‘σαι

Και σ’ ένα βαθυλάγγαδο εκεί να πας να κάτσεις,

Ποτέ λιβάνι και κερί μπροστά σου μην ανάψεις.



Καλό είν’ τα’ Άγιος ο Θεός καλό είν’ κι ας το λένε,

Όποιος το λέει σώζεται, όποιος τι λέει αγιάζει,



κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.