Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως:
Ο Σταυρός του Χριστού η Ωραιότης της Εκκλησίας!

Την
τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της
τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη
σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη
νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας
δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και
ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του
Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας
σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του;
Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των
δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε
μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η
Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της
Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.
1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.
Στο
Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει:
«Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε
στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή
έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια
φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή
ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που
προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να
το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια.
Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των
παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί
κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία
όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «επί Ποντίου Πιλάτου».
Για
τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της
Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν»
με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους. Θυμόμαστε για παράδειγμα το
περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος
αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και
πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό
του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα
διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα – και όχι μία μόνο φορά
– έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας π. Πορφύριος. Κι εκείνος
Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και
συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε
στιγμές από το άγιο Πάθος Του.
Αν
όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη,
εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού
μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το
εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν
άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν. Το μαρτύριο του Χριστού είναι
ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με
την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο
ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.
Η
εν πίστει προσέγγιση – δείγμα της χάρης του Θεού – διανοίγει τους
οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση
της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό
«αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται
για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» – δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο
άνθρωπος – και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι
διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε
φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των
πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου
υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό,
μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του…Κι όπως η
παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και
με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ.
5, 10. 19). «Άρα ουκέτι εστέ ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των
αγίων και οικείοι του Θεού» (Εφ. 2, 19).

3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.
Η
αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην
υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το
μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της
ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η
Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά
κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου
Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο
Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική-
νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο
Θεός με το πάθος του Υιού Του.
Η
ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο
«έδει παθείν τον Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’
αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου,
τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν
ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η
αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του
Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί
ο κόσμος. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον
μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη
ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. 3, 16).

Η
πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την
εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η
δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον
Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών;
Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα
έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι
αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο
ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε
ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε
στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο…Πού
είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός
απέθανε για χάρη μας;»
4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.
Η
απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού
- κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη
Βασιλεία του Θεού – είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του
ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του
μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν
ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του
ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η
θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή
γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;

2. Με
τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το
βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την
εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η
Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του
Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το
σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται
πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία
Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.

3. Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο
Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του
Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια
θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του
Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για
τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως
στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη
χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα
μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά
των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου,
που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί
κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δος αίμα και
λάβε Πνεύμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Ει
τις θέλει οπίσω μου έρχεσθαι, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν
αυτού καθ’ ημέραν και ακολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη