Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Πρωτοχρονιά
Η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται σ’ όλο τον κόσμο με μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα και με διάφορες εκδηλώσεις. Κατά την ημέρα αυτή γίνεται ανταλλαγή επισκέψεων και δώρων και επικρατούν διάφορα έθιμα, όπως της βασιλόπιτας κ.ά., τα οποία μας κληροδότησαν οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας, γιατί, σύμφωνα με τις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι γιόρταζαν την πρώτη μέρα του χρόνου. Οι δύο αυτοί λαοί που εκπροσωπούν τον αρχαίο κόσμο, συνήθιζαν να γιορτάζουν την πρώτη ημέρα κάθε μηνός. Οι περισσότερες μάλιστα ελληνικές πόλεις δε συμφωνούσαν ούτε ως προς την αρχή του χρόνου. Το ίδιο συνέβαινε και ανάμεσα στους ανατολικούς λαούς.
Η 1η Ιανουαρίου σαν αρχή του χρόνου επικράτησε να γιορτάζεται στη Ρώμη από το 48 π.Χ., την εποχή δηλαδή του Καίσαρα, και πήρε πολλά στοιχεία από τη ρωμαϊκή γιορτή Σατουρνάλια. Από τότε την 1η Ιανουαρίου δέχτηκαν σαν Πρωτοχρονιά όλοι οι λατινογενείς λαοί, καθώς και όλοι οι ρωμαιοκρατούμενοι λαοί.
Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία, της εποχής κυρίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή ήθελε να χωρίσει τους Χριστιανούς από τους ειδωλολάτρες, απαγόρευε στους χριστιανούς να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά όπως εκείνοι. Τα αποτελέσματα όμως της απαγόρευσης αυτής ήταν πολύ μικρά. Απαλείφτηκαν μόνο τα στοιχεία εκείνα που έρχονταν σε τέλεια αντίθεση προς τη χριστιανική ηθική.
Η Πρωτοχρονιά λοιπόν, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της Εκκλησίας και τη σύνδεσή της με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, διαιωνίστηκε μέχρι σήμερα σαν λαϊκή γιορτή. Τα σημαντικότερα έθιμα αυτής είναι τα ακόλουθα:
·        Η διανομή στα παιδιά δώρων, τα οποία οι νοικοκυρές παρασκευάζουν στα σπίτια. Αυτά κυρίως είναι γλυκίσματα, όπως κουραμπιέδες, μελομακάρονα κ.ά.
·        Συντροφιές μικρών παιδιών από την παραμονή ψάλλουν τα κάλαντα στα σπίτια και στα μαγαζιά και μαζεύουν φιλοδωρήματα.
·        Τα μεσάνυχτα της παραμονής, λίγα δευτερόλεπτα πριν από τις 12, σβήνουν τα φώτα και οι οικογένειες γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι ψάλλουν ύμνους, ανταλλάσσουν φιλιά και κόβουν την πατροπαράδοτη βασιλόπιτα. Εκείνος μάλιστα που βρίσκει στο κομμάτι του το νόμισμα, που είναι κρυμμένο μέσα σ’ αυτήν, θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς.
·        Πολλοί καλούν έναν που να έχει «καλό ποδαρικό» το πρωί της Πρωτοχρονιάς.
·        Επίσης δε δίνουν τίποτα έξω από το σπίτι, δε ρίχνουν νερό έξω από αυτό και δεν αναφέρουν ονόματα επιβλαβών ζώων, εντόμων κ.λπ.
(Από την εγκυκλοπαίδεια 2002)

 

 

Ο Αι Βασίλης

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΓΙΟΣ   ΒΑΣΙΛΕΙΟΣΤην ημέρα του αγίου Βασιλείου (πρωτοχρονιά) έχουμε την προσμονή ενός ταπεινού και καλού Έλληνα αγίου με τα μαύρα γένια και το σκούρο φτωχό ράσο, που έρχεται από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (Μικρά Ασία) να ευλογήσει τα σπιτικά μας και να πάρει το δικό του κομμάτι από τη βασιλόπιτα (βγάζομε ένα του Χριστούένα της Παναγίαςένα του αγίου Βασιλείουένα του φτωχούένα του σπιτιού, και μετά τα δικά μας –αν πέσει το φλουρί του Χριστού, της Παναγίας ή του αγίου Βασιλείου, το δίνουμε στην εκκλησία).
Αυτός είναι ο άγιος Βασίλειος, ο φιλάνθρωπος επίσκοπος του 4ου αιώνα μ.Χ., ο άνθρωπος των γραμμάτων ο ταπεινός και θαυματουργός (ένας από τους Τρεις Ιεράρχες), και όχι ο πονηρούλης Santa Claus που εισήχθη από την Αμερική για να διαφημίσει αναψυκτικά και την πραμάτεια των εμπόρων. Καλός είναι κι αυτός (με την άσπρη γενειάδα και το βαθύ γέλιο και την ταλαιπωρία του –λόγω κοιλίτσας– να χωρέσει από τις καμινάδες) αλλά ο δικός μας, ο ρωμιός άγιος, είναι πιο άγιος, πιο βαθύς (σε νόημα), λιγότερο διαφημιστικός αλλά όχι λιγότερο αξιαγάπητος.
Για την ιστορία αναφέρουμε ότι ο Santa Claus, ο ευρωπαϊκός «Πατέρας των Χριστουγέννων», αντιστοιχεί στον άγιο Νικόλαο και για όλες τις χώρες (εκτός από την Ελλάδα) επισκέπτεται τα σπίτια τα Χριστούγεννα. Εμείς τον δεχόμαστε την πρωτοχρονιά, γιατί είναι η μέρα της εορτής του αγίου Βασιλείου, που είναι ο δικός μας «Πατέρας των Χριστουγέννων». Η μορφή του Santa Claus που ξέρουμε πλέον όλοι διαμορφώθηκε από τον αμερικανό σκιτσογράφο Τόμας Ναστ το 1862, με βάση παλαιότερες ευρωπαϊκές παραδόσεις, ενώ το κόκκινο χρώμα της στολής του το πήρε εξαιτίας του κόκκινου χρώματος γνωστού αμερικάνικου αναψυκτικού που χρησιμοποίησε τη μορφή του σε διαφημίσεις. Αρχικά ήταν ντυμένος στα χρώματα του ουράνιου τόξου.
(Από το περιοδικό του Ρεθύμνου «Πολιτεία»)
Η βασιλόπιτα
Η πίτα, που φτιάχνουμε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και που κόβεται σε πανηγυρική συγκέντρωση των μελών της οικογένειας ή και άλλων συγγενών και φίλων, έχει τις ρίζες της στα αρχαία ελληνορωμαϊκά έθιμα.
Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κ(Χ)ρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα) και στα Σατουρνάλια (saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίτες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας...
Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το έθιμο με τη Βασιλόπιτα. Και η ιστορία της έχει ως εξής. Ο Μ. Βασίλειος, για να προστατεύσει την περιφέρειά του, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, από επιδρομή αλλοφύλων, έκανε έρανο και μάζεψε χρυσά νομίσματα και άλλα τιμαλφή, για να τα δώσει στους εχθρούς, ώστε να τους δελεάσει, για να μην λεηλατήσουν την περιοχή του. Ο εχθρός, όμως, τελικά, δεν κατόρθωσε να εισβάλει στην Καισάρεια και τα τιμαλφή έμειναν. Τότε, ο Μ. Βασίλειος είπε να φτιάξουν μικρές πίττες - ψωμάκια, μέσα στις οποίες έβαζαν και ένα χρυσό νόμισμα, ή κάτι άλλο από όλα τα πολύτιμα πράγματα που είχαν μαζευτεί. Οι πίτες αυτές μοιράστηκαν σε όλους και ο καθένας κράταγε ό,τι του τύχαινε. Πάρα πολλά έτυχαν και στα παιδιά...
(Από το βιβλίο «Ήθη, έθιμα και… άλλα» του Τιμόθεου Κ. Κιλίφη)

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016




ΙΕΡΑ                          ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ                      ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

Ἀριθμ.  Πρωτοκ.1144                                                       Μυτιλήνη 8-12-2016

                                    ἐπί τῃ ἑορτῃ τῶν  Χριστουγέννων

                                    Ι  Α  Κ  Ω  Β  Ο  Σ
                                              ἐλέῳ καί χάριτι Θεοῦ
 Ἐπίσκοπος  καί  Μητροπολίτης τῆς Ἁγιωτάτης  Μητροπόλεως
                        Μυτιλήνης, Ἐρεσσοῦ καί Πλωμαρίου

Πρός
τόν Ἱερόν Κλῆρον,
τίς Μοναστικές  Ἀδελφότητες
καί τόν εὐλογημένον λαόν τῆς Ἐπαρχίας μας

                        Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί πεφιλημένα,

Αποτέλεσμα εικόνας για O MYTILHNHS IAKVBOSἸλιγγιᾶ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς μπροστά στό μυστήριο Θείας Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἀδυνατεῖ ἡ  σκέψη μας νά ἐξηγήσει τό γεγονός τῆς Θείας συγκαταβάσεως καί  Φιλανθρωπίας τοῦ Πανάγαθου Ἁγίου   Τριαδικοῦ  Θεοῦ μας. Ἐνεή μένει ἡ διάνοια μας ἐνώπιον τῆς κενώσεως τοῦ Θεοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ἐκφράζει καί ἡ Ἐκκλησία μας , ὅταν λέγει : ΄΄ Μέγα καί παράδοξον θαῦμα, τετέλεσται σήμερον !  Παρθένος  τίκτει, καί μήτρα οὐ φθείρεται  ὁ Λόγος σαρκοῦται, καί τοῦ Πατρός οὐ κεχώρισται. Ἄγγελοι μετά Ποιμένων δοξάζουσι ΄΄  ( Στιχηρό ἰδιόμελο τῆς Λιτῆς ).Γι’ αὐτό ὁ ἱερός ὑμνωδός  βλέποντας ὅτι ἡ ἀνθρώπινη λογική δέν εἶναι ἱκανήνά ἑρμηνεύσειτόν ΄΄ ἐκ Παρθένου τεχθέντα Ἰησοῦν      Χριστόν ΄΄,  ἀναφωνεῖ: ΄΄ Οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν  πίστει  μόνῃ τοῦτο πάντες δοξάζομεν ΄΄  ( Στιχηρό  ἰδιόμελο τῶν Αἴνων ).
Ἡ πίστη, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνο τό πνευματικό αἰσθητήριο, μέ τό ὁποῖοἐπικοινωνεῖ ὁ κτιστός ἄνθρωπος μέ τόν Ἄκτιστο  ΤριαδικόΘεό  καί ΄΄Ποιητήτοῦ παντός ΄΄, ὁ Ὁποῖος ΄΄ πολυμερῶς καί      πολυτρόπως΄΄ φανερώνεται μέσα στήν ἱστορία ( Ἑβρ. 1, 1 ). Ἡ δέ πλήρης ἀποκάλυψή Του πραγματοποιήθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἐνσαρκωθέντος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦρθε γιά νά ὁδηγήσει τό ἀνθρώπινο γένος στή σωτηρία. Ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος  μᾶς προσφέρει καί τόν ὁρισμό τῆς πίστεως, ὅταν λέγει ΄΄ Πίστις ἐστίν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων ΄΄               ( Ἑβρ. 11, 1 ). Ὁ ἁγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό συγκεκριμένο χωρίο ἀναφέρει ὅτι ἐπειδή ΄΄ἐκεῖνα πού ἐλπίζουμε μοιάζουν γιά ἀνύπαρκτα, ἡ πίστη τούς χαρίζει ὕπαρξη ἤ μᾶλλον δέν τούς χαρίζει ἀλλά ἡ ἴδια εἶναι ὕπαρξή τους. Γιά παράδειγμα, ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν δέν ἔχει ἔλθει ἀκόμη, οὔτε εἶναι ὑπαρκτή αὐτή τήν στιγμή, ἡ ἐλπίδα, ὅμως, τῆς δίδει ὑπόσταση μέσα στή δική μας ψυχή. Αὐτό σημαίνει << ὑπόστασις πραγμάτων ἐλπιζομένων >> ΄΄.        
Τό δέ περιεχόμενο τῆς πίστεως μας δέν ἀναφέρεται σέ κάτι τό ἀφηρημένο,σέ κάτι τό νεφελῶδες  καί ἀόριστο. Δέν ἔχει σχέση μέ καμμία ἀόρατη δύναμη. Δέν εἶναι γέννημα τῆς φαντασίας, ἰδεολόγημα καί ἐπιγέννημα τῆς λογικῆς. Δέν προέρχεται ἀπό καμμία φιλοσοφική ἀνακάλυψη καί οὔτε συνιστᾶ ἀνθρώπινο ἐπίτευγμα καί ἀνακάλυψη ἀλλά ἐμφάνισητοῦ Μόνου Ἀληθινοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.
            Ἡ πίστη στό χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως μας συγκροτεῖται ἀπό τά δόγματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι θεωρίες καί ἰδέες ἀλλά  ἡ ΄΄ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά θεμελιώδη ζητήματα τῆς πίστεως καί ἔχουν ἀπόλυτο κῦρος ΄΄. Τά δόγματα χωρίζουν τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα, τήν ὀρθή πίστη ἀπό τίς αἱρέσεις , τό φῶς ἀπό τό σκοτάδι, προκειμένου νά διαφυλάξουν τήν πνευματική ἐμπειρία καί ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάθε ἀλλοίωση ἐκ μέρους τῶν πάσης φύσεως αἱρετικῶν δοξασιῶν. Γι’ αὐτό συγκροτήθηκαν οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι μίλησαν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἔδωσαν τόσους καί τόσους ἀγῶνες γιά τήν πίστη μας, διότι τό κύριο ἐνδιαφέρον τῶν θεοφόρων Πατέρων μας τόσο κατά τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων ὅσο καί κατά τήν ἀνάπτυξη καί διατύπωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τους ἦταν νά διασφαλίσουν τήν πραγματικότητα τῆς θεώσεως. Ἡ πίστη , λοιπόν, τό κινδυνευόμενον. Καί ἄρα ἡ σωτηρία τό διακινδυνευόμενον, ἀφοῦ ἡ σωτηρία ἐξαρτᾶται ἄμεσα ὄχι μόνον ἀπό τήν ἐνάρετη ζωή ἀλλά καί ἀπό τήν ὀρθή πίστη.
            Εἶναι μάλιστα τέτοια ἡ σχέση τοῦ δόγματος, δηλαδή ἡ διατύπωση τῶν ἀληθειῶν τῆς πίστεως μέ τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά μήν μποροῦμε νά νοήσουμε τά δύο αὐτά πράγματα χωριστά. Πρόκειται γιά δύο ὄψεις τῆς ἴδιας πραγματικότητος πού ἐγκαινίασε ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος  Χριστοῦ. Ὁ ἅγ. Κύριλλος Ἱεροσολύμων  ἐπιβεβαιώνοντας τό χωρίο τῆς Ἁγ. Γραφῆς πού λέει ΄΄ πίστις ἄνευ ἔργων νεκρά ἐστι ΄΄ ( Ἰακ. 2, 20 ) , ἀναφέρει ὅτι  ΄΄ ἡ θεοσεβής ζωή συνίσταται ἀπό δόγματα θεοσεβῆ καί πράξεις ἀγαθές. Καί οὔτε τά δόγματα χωρίς τά ἔργα τά ἀγαθά εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τό Θεό, ἀλλά καί τά ἔργα πού δέν συνοδεύονται ἀπό εὐσεβῆ δόγματα, δέν τά δέχεται ὁ Θεός ΄΄.
            Ἡ πίστη ,πού εἶναι πρωτίστως καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματοςκαί λιγότερο δικό μας κατόρθωμα , γεννᾶ τό νέο ἦθος στόν ἄνθρωπο. Εἶναι δέ ἐκεῖνο πού ἐκχέεται ἀπό τό φῶς τοῦ Εὐαγελίου καί ἀπό τή σοφία τῶν ἁγίων Πατέρων. Ἡ ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἐνέργεια τῶν παθῶν καί δωρίζει σ’ αὐτόν τήν ἀνθοδέσμη τῶν ἀρετῶν. Ἀναφερόμενος ὁ ἁγ. Ἰσαάκ ὁ Σῦρος στήν ΄΄ πνευματική μέθη ΄΄ , ὅπως χαρακτηριστικά ὀνομάζει τό γεγονός τῆς πίστεως, λέγει τά ἑξῆς γι’ αὐτήν: ΄΄ Ἤπιαν οἱ ἀκόλαστοι καί ἐπανέκτησαν τήν ντροπή. Οἱ ἁμαρτωλοί καί λησμόνησαν τούς δρόμους τῆς ἁμαρτίας. Οἱ μέθυσοι καί ἔγιναν νηστευτές. Οἱ πλούσιοι καί ἐπεθύμησαν τήν πτωχεία. Οἱ φτωχοί καί πλούτισαν μέ τήν ἐλπίδα. Οἱ ἄρρωστοι κι ἔγιναν δυνατοί. Οἱ ἀγράμματοι  κι ἀνεδείχθησαν σοφοί ΄΄.  Ὁ ἀληθινά πιστός ἔχοντας καί θεωρώντας ὡς κλῆρο καί ὡς καύχημα τόν προσωπικό του σταυρό, τή θλίψη καί τό μαρτύριο, τό ὁποῖο διαχρονικά λειτουργεῖ μέ διάφορες μορφές, αἰσθάνεται ἀπό τώρατήν αἰώνια καί ἀϊδια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ  στήν΄΄ ἐν τόπῳ καί χρόνῳ ΄΄ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί στή λήψη τῆς Θείας Μεταλήψεως.
Ἀγαπητοί μοι ἀδελφοί, διανύοντας  ἡμέρες πονηρές κατά τίς ὁποῖες τά κύματα τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀθεϊας, τῶν ποικιλόμορφων αἱρέσων ,τοῦ πνεύματος τῆς πανθρησκείας, τῆς ἀμνηστεύσεως τῆς ἁμαρτίας καί τῆς λατρείας τῆς ὕλης ὑψώνονται τόσο πολύ, ἄς πιστεύουμε ὀρθά καί ἄς ζοῦμε ἐνσυνείδητα τόν θησαυρό τῆς πίστεως μας, γιά νά γεννᾶται στό σπήλαιο καί τῆς δικῆς μας  ψυχῆς ὁ  Σαρκωθείς Θεός, πρός δόξαν Του !
                                   


Διάπυρος πρός τόν Ἐνανθρωπήσαντα Χριστόν
                                                       εὐχέτης ὅλων σας
                                                 Ο   ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
            

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

«Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν»

Ομιλία εις την Κυριακή προ των Χριστουγέννων


Του Αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού


Σε λίγες μέρες έρχονται τα Χριστούγεννα, εορτή η οποία είναι μία εκ των μεγαλυτέρων εορτών της Χριστιανοσύνης. Η μητρόπολη των εορτών, όπως την ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα εορτάσουμε τα Χριστούγεννα και θα θυμηθούμε το πώς γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.

Ιησούς! Το ομορφότερο και γλυκύτερο όνομα που ακούστηκε στο πλανήτη της γης. Αλλά ταυτόχρονα και το πιο παρεξηγημένο όνομα που έγινε αιτία διαχωρισμού του κόσμου μας στα δύο. Στους πιστούς και τους απίστους. Στους ανθρώπους που αγωνίζονται να εφαρμόσουν στη ζωή τους τα διδάγματα του Χριστού και στους ανθρώπους που είναι ενάντιοι του Χριστού. Από την ώρα που στη Βηθλεέμ γεννιόταν ο Χριστός, ο Ιδρυτής της Εκκλησίας μας, ο κόσμος μας χωρίστηκε στην προ Χριστού και στην μετά Χριστόν εποχή.

Ιησούς! Είναι το γλυκύτερο όνομα. Γιατί; Επειδή το ύμνησαν πρώτα όχι άνθρωποι αλλά οι άγγελοι. Και τούτο συνέβη όταν οι άγγελοι στη Βηθλεέμ έψαλλαν ενώπιον των ποιμένων το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

Ιησούς! Είναι ακόμα το αγιότερο πρόσωπο της ιστορίας. Είναι η πιο μεγάλη και ιερή μορφή όλων των αιώνων. Η παρουσία του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε βάλσαμο παρηγοριάς για κάθε πονεμένο άνθρωπο. Στους θλιβομένους είναι η παραμυθία. Ο Χριστός είναι τέλος, το κυριότερο, ο Σωτήρας μας από την αμαρτία. Είναι ο λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.

Λίγες μέρες μας απέμειναν για να εορτάσουμε το χαρμόσυνο τούτο μήνυμα της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. Και η Εκκλησία, όλος ο Χριστιανικός κόσμος, χαίρεται και αγάλλεται. Ο δε Ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλοντας να τονίσει ότι ο Ιησούς εκτός από Τέλειος Θεός είναι και Τέλειος άνθρωπος, αναφέρει το γεννεαλογικό Του δένδρο. Αναφέρει τους προγόνους του Χριστού γιατί κατά το νόμο του Μωϋσή ο Χριστός είχε προγόνους. Ακόμα και ο Ιωσήφ, που ήταν προστάτης της Παναγίας και του Χριστού, φαίνεται στο νόμο ως πατέρας Του. Όλοι μας όμως γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας του Χριστού δεν βρίσκεται στη γη αλλά στους ουρανούς.

Έτσι άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστωρα Ιωσήφ, όπως βλέπουμε στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα, και του μηνύει ότι η γυναίκα που φυλάγει και προστατεύει, η Υπεραγία Θεοτόκος, θα φέρει στο κόσμο παιδί. Το παιδί αυτό όμως δεν θα είναι σαν τα άλλα παιδιά. Θα γεννηθεί εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Και τέλος, αναγγέλλει ο άγγελος στον Ιωσήφ και το όνομα του παιδίου. Τι του λέει; Το όνομα του παιδιού θα είναι Ιησούς γιατί, όπως λέει πάλι ο άγγελος, δικαιολογώντας το όνομα αυτό, «ούτος γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών». Ιησούς λοιπόν το όνομα του Θείου Βρέφους. Με το όνομα αυτό περνά στην ιστορία. Είναι όνομα Θεοδώρητο. Δεν το’ δωσαν, αδελφοί μου, άνθρωποι αλλά ο ίδιος ο Θεός μέσω του αγγέλου. Ο Θεός, λέει ο απ. Παύλος, «εχαρίσατο ημίν όνομα, το υπερ παν όνομα», στο οποίο, όπως λέει πάλι στους Φιλιππησίους ο Παύλος, «παν γόνυ κάμψη, επουρανίων, και επιγείων και καταχθονίων». Όλοι πρέπει να προσκυνούμε το Χριστό γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δόξα. Το όνομα του Ιησού έγινε το στήριγμα των αδυνάτων και αδικημένων. Έγινε το φως όλων εκείνων που πορεύονται στα μονοπάτια αυτής της ζωής.

Το όνομα του Ιησού έγινε η ειρήνη πάνω στο πρόσωπο της γης. Θα μου πείτε, όμως. Υπάρχει σήμερα ειρήνη; Δεν υπάρχει, πράγματι, διότι λείπει η πίστη στο όνομα του Ιησού. Αν είχαμε ακράδαντη πίστη στον Ιησού θα είχαμε και ειρήνη πάνω στο πλανήτη της γης.

Τι να σημαίνει, όμως, αυτό το όνομα Ιησούς; Είναι εβραϊκή λέξη και σημαίνει σωτήρ. Και ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος Σωτήρας γιατί μας έσωσε από τις αμαρτίες μας. Μας έσωσε από τον ανθρωποκτόνο διάβολο. Γιατί πριν έρθει ο Χριστός στο κόσμο ο διάβολος είχε εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Όμως από την ώρα που το άστρο της Βηθλεέμ έδειξε το τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός, αυτόματα γεννήθηκε και η ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων. Γεννήθηκε η ελπίδα για τη νίκη του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου.

Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας. Ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των Εθνών, η γλυκειά απαντοχή όλων των αιώνων, η ελπίδα του περιουσίου λαού του Θεού, το όραμα των Πατριαρχών, το κήρυγμα των προφητών, ο αναμμενόμενος Μεσσίας. Και ήρθε για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού και γής. Πριν την έλευση του Χριστού στη γη ο άνθρωπος ήταν εχθρός του Θεού εξαιτίας της αμαρτίας. Όμως ο Χριστός γεννώμενος άνθρωπος ένωσε τα διεστώτα, Θεό και άνθρωπο, και μας έδωσε τη δυνατότητα να σωθούμε δι’ Αυτού. «Ουκ έστι εν άλλω ουδενί η σωτηρία ειμή δια του Ιησού Χριστού» λέει στο Ιουδαϊκό συνέδριο ο απ. Πέτρος. Ο Χριστός ήρθε στο κόσμο από απέραντη αγάπη για τον άνθρωπο. Ο Ιησούς μας έδωσε αιώνια παράκληση και ελευθερία και τη χαρά της αιωνίου ζωής.

Ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα. Πως θα εορτάσουμε τούτη την εορτή; Άς ξεχάσουμε, αδελφοί, την κοσμοχαλασιά που γίνεται γύρω μας. Άς λησμονήσουμε για λίγο το εορταστικό περίγυρο, τους φωταγωγημένους δρόμους, τις στολισμένες βιτρίνες, το θόρυβο της αγοράς, τη κίνηση των ανθρώπων και την ανταλλαγή δώρων και ευχών, και άς αναρωτηθούμε: Ποια θέση έχει μέσα μας ο Χριστός; Πολύ φοβούμαι ότι η απάντηση που θα λάβω είναι εντελώς αρνητική. Ακόμα και για μας τους χριστιανούς ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών της ζωής μας. Είναι ο βαθειά λησμονημένος, ο άγνωστος. Οι πολλοί, δυστυχώς, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Χωρίς τα χείλη μας να τον αναφέρουν, χωρίς η καρδιά μας να τον πιστεύει και να τον αγαπά. Χωρίς ο νους μας να τον σκέπτεται. Χωρίς η ύπαρξή μας να αισθάνεται τη χαρά της λυτρώσεως. Χωρίς η ζωή μας να τον έχει οδηγό και κυβερνήτη της.

Χριστούγεννα όμως χωρίς Χριστό είναι ουτοπία, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι μόνο ένα κοινωνικό γεγονός, ένας τύπος, που η αξία του έγκειται μονάχα σε κάποια εναλλαγή που προσφέρει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος βασανίζεται από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και το άγχος των βιωτικών φροντίδων. Αλλοίμονο, όμως, αν ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό, αν θέλουμε να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, άς προσέξουμε αδελφοί και να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου αυτού γεγονότος. Να νοιώσουμε το μήνυμα της εορτής. Οφείλουμε να αναζητήσουμε μαζί με τους μάγους τον Ιησού. Ο Κύριος και η Εκκλησία Του να γίνει το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.

Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού να είναι στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ παν όνομα, να είναι στα χείλη όλων των χριστιανών. Να τον δοξάζουμε και να τον υμνούμε με τόλμη και θάρρος. Με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο απ. Παύλος προς τους χριστιανούς της Ρώμης: «εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν και πιστέψης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός Αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση». Και ο άγ. Νικόδημος ο αγιορείτης αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον είναι ή το να μελετά τις το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού; Ποία δε έννοια και ενθύμησις είναι χαριεστέρα και Θειοτέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και Θεοπρεπούς, φοβερού ονόματος του Ιησού;» Σ’ όλους δε ημάς που ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαίας παραγγέλει: «βοάτε το όνομα Αυτού, αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα Αυτού, μιμνήσκεσθε ότι υψώθη το όνομα Αυτού».

Ο Χριστός ακόμα να είναι μέσα στη καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος της καρδιάς μας να είναι ο Ιησούς. Ο Υψηλός Επισκέπτης, η πρώτη μας αγάπη, ο κορυφαίος μας πόθος, ο αληθινός έρωτάς μας. Το να κατοικεί μέσα μας ο Χριστός είναι το ιερώτερο και μεγαλύτερο δείγμα της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Παύλος, μια καρδιά που αξιώθηκε να αγαπά βαθειά τον Ιησού, έγραφε: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή διωγμός, ή στενοχωρία ή μάχαιρα;» Τίποτα απ’ όλα αυτά.

Τέλος, ο Χριστός να βρίσκεται μέσα στην ζωή μας. Στην οικογένειά μας, στην εργασία μας, ακόμα και στη ψυχαγωγία μας. Οδηγός της ζωής μας να είναι ο Χριστός. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Άς τον παρακαλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών μας. Είναι το φώς. Άς τον ικετεύσουμε να έρθει και να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής μας. Είναι η αλήθεια. Άς τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Άς τον παρακαλέσουμε να διώξει το πόνο και τις θλίψεις της ζωής μας.. Να τον παρακαλέσουμε ακόμη να διώξει και την αδικία φέρνοντας τη δική του δικαιοσύνη στη γη μας. Να φωτίσει τους άρχοντές μας ούτως ώστε να κυβερνούν τον κόσμο μας με αγάπη και ειρήνη.

Αδελφοί μου! Οι μάγοι πήγαν στη Βηθλεέμ και έδωσαν τα δώρα τους. Έδωσαν τα δώρα της αγάπης τους. Χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εμείς να δώσουμε στο Χριστό την αγάπη μας, την πίστη μα και την ευλάβειά μας με ταπείνωση. Και να τον προσκυνήσουμε νοερά μαζί με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους μάγους της Ανατολής. Να τον προσκυνούμε δε με αγάπη και πίστη προς Αυτόν ψάλλοντας μαζί με τους αγγέλους του Θεού το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

http://www.enoriaka.gr/

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου


Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ(Ἁγίων Προπατόρων)Ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου(Λουκ. ιδ´ 16-24)(ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ)ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁμιλίες Ε´- Κυριακοδρόμιο Β´»,Ἀθῆναι 2013,μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 63 ἑξ.
http://www.hristospanagia.gr/


.           «Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε» (Ματθ. κβ´ 7). Βασιλιὰς εἶναι ὁ Θεός. Ἡ ὀργή Του εἶναι ἡ ἐσχάτη ἐξάντληση τῆς ὑπομονῆς Του, ἡ ὥρα ποὺ ἡ εὐσπλαχνία Του μετατρέπεται σὲ δικαιοσύνη. Στρατεύματα εἶναι ὁ ρωμαϊκὸς στρατός, φονεῖς εἶναι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ πόλις αὐτῶν εἶναι ἡ Ἱερουσαλήμ. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέτρητη, ἀνεξάντλητη. Δὲν τιμώρησε ἀμέσως τοὺς Ἰουδαίους μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, περίμενε ἄλλα σαράντα χρόνια. Ὅπως ὁ Κύριος εἶχε ἀναλάβει νὰ κάνει νηστεία γιὰ σαράντα μέρες, ἔτσι ὁ Δημιουργός τῆς ἀνθρωπότητας μετὰ τὸ Γολγοθᾶ ἔκανε νηστεία ὑπομονῆς γιὰ σαράντα χρόνια. Δὲν βιαζόταν νὰ τιμωρήσει τὰ ἐγκλήματα ποὺ διέπραξαν οἱ ἄνθρωποι ἐναντίον Του, γιὰ νὰ μὴν ποῦν ἔπειτα: «Δές, ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητικός. Ἂς ἐκδικηθοῦμε κι ἐμεῖς λοιπόν». Ὄχι. Ὁ Θεὸς μόνο μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε νὰ τιμωρηθεῖ τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων γιὰ τὰ ἐγκλήματα ποὺ ἔκαναν οἱ ἄρχοντές του ἐναντίον τῶν δούλων Του.
.           Ἀπ’ αὐτὸ πρέπει νὰ διδαχτοῦμε πὼς δὲν πρέπει νὰ ζητᾶμε ἐκδίκηση γιὰ ἀδικίες ποὺ ἔγιναν προσωπικὰ σ’ ἐμᾶς. Πρέπει νὰ προσπαθοῦμε ὅσο γίνεται περισσότερο νὰ διορθώνουμε τοὺς ἀδίκους. Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει στρατεύματά Του τὸ ρωμαϊκὸ στρατό; Ἐπειδὴ χρησιμοποίησε τὸν στρατὸ αὐτόν, γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸν ἀχάριστο περιούσιο λαό Του. Ὅπως παλιότερα εἶχε χρησιμοποιήσει τὰ εἰδωλολατρικὰ στρατεύματα τῆς Ἀσσυρίας, τῆς Αἰγύπτου καὶ τῆς Βαβυλώνας, γιὰ νὰ τιμωρήσει καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς Ἰσραηλίτες, ἔτσι καὶ τώρα χρησιμοποίησε τὰ στρατεύματα τῆς Ρώμης γιὰ νὰ τιμωρήσει τὸ ἀχάριστο αὐτὸ ἔθνος. Οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες Βεσπασιανὸς καὶ Τίτος, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον, κυριάρχησαν στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν κατέκαψαν, σκότωσαν πολλοὺς Ἰουδαίους καὶ σκόρπισαν τοὺς ὑπολοίπους στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ γνωστοῦ τότε κόσμου. Αὐτὸ ποὺ προφήτεψε ὁ Κύριος μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ Γάμου τοῦ Υἱοῦ τοῦ Βασιλιᾶ, ἐκπληρώθηκε στὸ ἀκέραιο. Ἂς δοῦμε τώρα τί κάνει ὁ βασιλιὰς μετὰ τὴν τιμωρία καὶ τὸν διωγμὸ τῶν Ἰουδαίων:
.           «Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους» (Ματθ. κβ´ 8, 9). Ὁ γάμος ἕτοιμός ἐστιν, εἶπε ὁ Θεὸς στοὺς καινούργιους δούλους Του. Ἀπὸ τὴν πλευρά μου, λέει ὁ Θεός, εἶναι ὅλα ἕτοιμα. Οἱ πρῶτοι καλεσμένοι ὅμως δὲν ἦταν ἄξιοι καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ ἔρθουν. Κοίταξαν μὰ δὲν εἶδαν, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν χάρηκαν. Ἀφουγκράστηκαν μὰ δὲν ἄκουσαν, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἀνταποκρίθηκαν. Ἀγάπησαν περισσότερο τὰ εἴδωλα τὰ σωματικά, τὸν μαμμωνᾶ, τὰ πλούτη, γι’ αὐτὸ καὶ ἀρνήθηκαν τὴν πρόσκληση. Ἦταν δεμένοι μὲ τὶς ἁλυσίδες τῆς δουλείας στὰ κατώτερα, στὰ ὑποδεέστερα, γι’ αὐτὸ καὶ σήκωσαν τὰ χέρια τοὺς ἐναντίον τοῦ Ὑψίστου.
.           Τώρα, λοιπόν, πορεύεσθε ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν καὶ καλέστε ὅποιον βρεῖτε μπροστά σας. Ὁ Ἰσραὴλ εἶναι σὰν ἕνα περιφραγμένο ἀμπέλι. Ἀποδείχτηκε ἄκαρπο ὅμως. Γι’ αὐτὸ βγεῖτε ἀπὸ τὸν ἀμπελώνα αὐτόν, πηγαίνετε στὰ ἀπερίφραχτα ἀμπέλια τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ καλέστε τους ὅλους. Ὁ Ἰσραὴλ μοιάζει μὲ ἕνα κλειστὸ ἐνυδρεῖο, φίδια ὅμως ἔχουν ἀφήσει ἐκεῖ τ’ αὐγά τους. Πηγαίνετε λοιπὸν στὰ ἀνοιχτὰ καὶ ρίξτε τὰ δίχτυα στὴ θάλασσα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἰσραὴλ δείχνει νὰ εἶναι ἕνα φυτώριο, βαλμένο μέσα στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ, ἀπ’ ὅπου θὰ μεταφυτεύονταν εὐγενῆ φροῦτα στὸν ἀγρὸ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Τὸ φυτώριο ὅμως ἔμεινε ἄγονο. Πηγαίνετε λοιπὸν στὸν ἀνοιχτὸ ἀγρὸ τῆς γῆς καὶ φυτέψτε εὐγενεῖς καρπούς.
.           Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν λόγων ποὺ εἶπε μετὰ ὁ Χριστός: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη» (Ματθ. κη´ 19). Ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, ἐννοοῦσε τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ἐκεῖ ποὺ οἱ δρόμοι τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ εἶναι ἀνηφορικοὶ καὶ δύσβατοι. Τὰ δρομάκια ἔχουν ἀγκάθια κι οἱ μεγάλοι δρόμοι ἔχουν κροκάλες γλιστερές. Οἱ σπόροι τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ εἶναι ἐκτεθειμένοι σὲ κάθε κίνδυνο. Ὁ Θεὸς κοίταζε αὐτὸν τὸν μεγάλο καὶ πυκνοκατοικημένο κόσμο μὲ τὴν ἴδια πατρικὴ ἀγάπη καὶ μέριμνα ὅπως καὶ τὸν Ἰσραήλ. Τὸν φρόντιζε κι αὐτόν, ἀλλὰ μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Τὸν Ἰσραὴλ τὸν καθοδηγοῦσε μὲ ἀποκαλύψεις, μὲ προφῆτες καὶ σημεῖα. Τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ καθοδηγοῦσε μὲ τὸ νὰ τοὺς χαρίζει ἐσωτερικὴ δύναμη συνείδησης καὶ ἀντίληψης. Ἦταν πολλοὶ ἐκεῖνοι ποὺ σώθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλίτες, ὅσοι ἦταν πιστοὶ καὶ ὑπάκουοι. Ἦταν πολλοὶ ὅμως καὶ ἀνάμεσα στοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς – ὅσοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὴ συνείδηση καὶ τὴν ἀντίληψή τους. Τώρα, ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε στὴ γῆ καὶ τὸν ἀπέρριψε τὸ προηγούμενο ἔθνος, ὁ Θεὸς ἄνοιξε διάπλατα σὲ ὅλους τὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ δρόμο.

.           «Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων» (Ματθ. κβ´ 10). Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νέα Διαθήκη ποὺ κάνει ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἄνθρωπο στὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μαζεύει (ἡ Ἐκκλησία) ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες της, ἀπὸ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ἀπὸ Βορρᾶ καὶ Νότο, ἀπ’ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τὰ ἔθνη τῆς γῆς, ἀπ’ ὅλες τὶς γλῶσσες καὶ τὶς τάξεις ἀνθρώπων. Αὐτὸς εἶναι ὁ νέος περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ καινούργια γενιὰ τοῦ δικαίου Ἀβραάμ. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ ἀπίστησε, ἀφοῦ ἔπαιξε τὸν ρόλο του ὡς περιούσιος λαὸς στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Τώρα ὁ Θεὸς δημιούργησε ἕνα καινούργιο κανάλι γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων: τὸν νέο Ἰσραήλ. Γιὰ νὰ ἐξηγήσουν τὴν στροφή τους ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸ λαὸ στοὺς εἰδωλολάτρες, οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καὶ Βαρνάβας εἶπαν στοὺς πρώτους: «Ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη» (Πράξ. ιγ´ 46). Ἔτσι ἔγινε ἡ καινούργια ἐπιλογὴ μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, μία νέα ἱστορία, νέα σωτηρία μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους, καθὼς ἡ παλιὰ ἐπιλογὴ ξεκίνησε καὶ πραγματοποιήθηκε μὲ τοὺς πατριάρχες, τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες.
.           Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ γέμισε μὲ καλοὺς καὶ κακούς, ἀφοῦ ὅλοι κλήθηκαν. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης εἶχε χωρίσει τὸν κόσμο σὲ Ἰουδαίους καὶ μὴ Ἰουδαίους. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης χωρίζει σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ὅλοι κλήθηκαν, καλοὶ καὶ κακοί. Δὲν σώζονται ὅλοι ὅμως ἐκεῖνοι ποὺ ἁπλὰ γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ βάπτισμα. Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος φανερώνει τὴν ὑπομονή Του στὴν Ἐκκλησία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὅπως ἔκανε καὶ στὴν παλιὰ Ἐκκλησία. Ὁ σοφὸς οἰκοδεσπότης λέει στοὺς ὑπηρέτες του νὰ μὴν ξεριζώσουν τὰ ζιζάνια τοῦ σίτου ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ τ’ ἀφήσουν νὰ ὡριμάσουν καὶ τὰ δύο καὶ νὰ εἶναι ἕτοιμα γιὰ τὸ θερισμό. Μέσα στὰ μεγάλα δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μπαίνουν καλὰ καὶ κακὰ ψάρια κι ὅλα τ’ ἀδειάζουν στὴν παραλία. Τότε μόνο ξεχωρίζουν τὰ καλὰ ψάρια ἀπὸ τὰ κακά. Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς προσθέτει τὰ ἑξῆς στὴν ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ: «Ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ τυφλοὺς καὶ χωλοὺς εἰσάγαγε ὧδε» (Λουκ. ιδ´ 21).
.           Οἱ Ἰουδαῖοι θὰ σκέφτηκαν ὅτι ἔτσι ὁ Χριστὸς ἔκανε μία σωστὴ περιγραφὴ ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς γῆς, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Στὴν πραγματικότητα ἔτσι ἦταν ὅλοι οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη στὴ γῆ, ὡσότου γνώρισαν τὸν Χριστὸ καὶ κάθησαν στὴν πλούσια τράπεζα ποὺ τοὺς παρέθεσε μὲ ὅλα τ’ ἀγαθὰ ποὺ χορηγοῦσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ χορηγεῖ στὸν κόσμο. Χωρὶς τὸ Χριστὸ εἴμαστε ὅλοι φτωχοί, ἀνάπηροι, χωλοὶ καὶ τυφλοί. Μόνο ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει πλούσιους μὲ τ’ ἀληθινὰ πλούτη Του. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ νὰ μᾶς θεραπεύσει ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρρώστιες μας, νὰ μᾶς στρέψει πρὸς τὰ ἀγαθὰ ἔργα καὶ νὰ ὁδηγήσει τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνο Ἐκεῖνος μπορεῖ ν’ ἀνοίξει τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς δώσει τὸ φῶς γιὰ νὰ δοῦμε τὸν αἰώνιο προορισμό μας, ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ γαμήλια δῶρα, ἀπὸ κάθε χαρὰ κι εὐφροσύνη.

.           «Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη» (Ματθ. κβ´ 11, 12). Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου; Τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου τῆς ψυχῆς εἶναι πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα ἡ ἁγνότητα. Γράφει στοὺς πιστοὺς ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡρμοσάμην ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ» (Β´ Κορ. ια´ 2). Ἡ παρθενικὴ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα εἶναι τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς. ἘΝ συνεχείᾳ ὁ ἴδιος ἀπόστολος λέει καὶ σὲ ἄλλους πιστοὺς ποιὸ ἔνδυμα πρέπει νὰ φορᾶνε: «Ἐνδύσασθε οὖν, ὡς ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ ἅγιοι καὶ ἠγαπημένοι, σπλάγχνα οἰκτιρμοῦ, χρηστότητα, ταπεινοφροσύνην, πραότητα, μακροθυμίαν… ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην, ἥτις ἐστὶ σύνδεσμος τῆς τελειότητος» (Κολ. γ´ 12, 14). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῆς ψυχῆς, ὅταν συνάπτει γάμο μὲ τὸν ἀθάνατο Χριστό.
.           Τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ τελειότητα ἁγνείας τῆς ψυχῆς, ἀπ’ ὅλες τὶς ἐπίγειες ὑπάρξεις, τὴν ἔδειξε ἡ πάναγνη καὶ παναγία Παρθένος Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Ἐκείνη ποὺ ἔδωσε σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα της στὸν Κύριο καὶ Σωτήρα μας. Κανένας ἀπὸ μᾶς δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του, ἂν ἡ καρδιὰ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐντελῶς καθαρή, ἂν δὲν εἶναι ἀμέριστα καὶ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένη στὸν Χριστό. Σὰν ἁγνὴ παρθένος ἔχει μία μόνο ἀγάπη: τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸν Κύριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔνδυμα τοῦ γάμου της, φτιαγμένο ἀπὸ ὕφασμα καὶ χρυσό. Ἡ ἁγνότητα κι ἡ ἀγάπη κυοφοροῦν καὶ πολλὲς ἄλλες ἀρετές, εἴτε τὶς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος εἴτε ὄχι, ποὺ καρποφοροῦν πλούσια καλὰ ἔργα. Τὰ καλὰ ἔργα εἶναι τὰ στολίδια καὶ τὰ διαμάντια ποὺ στολίζουν τὸ ἱμάτιο τῆς ἁγνότητας καὶ τὸ χρυσοποίκιλτο ἔνδυμα τῆς ἀγάπης.
.           Ὁ ὅσιος Μακάριος γράφει στὴν 15η Ὁμιλία του: «Μὲ τὸ ἔνδυμα γάμου κατανοοῦμε τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ φορέσει τὸ ἔνδυμα αὐτό, δὲν μπορεῖ νὰ συμμετάσχει στὴ γαμήλια τελετὴ καὶ στὸ συμπόσιο».
.           Ὅταν ὁ βασιλιὰς πῆγε καὶ εἶδε τοὺς καλεσμένους, εἶδε κι ἕναν ποὺ δὲν φοροῦσε αὐτὸ τὸ ἔνδυμα γάμου. Ἑταῖρε, τοῦ εἶπε. Γιατί τὸν ὀνόμασε «ἑταῖρο», φίλο Του; Πρῶτον, γιὰ νὰ δείξει πόσο ἐκτιμᾶ τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Δεύτερον, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος, ὁ Θεός, εἶναι πραγματικὰ φίλος κάθε ἀνθρώπου, χωρὶς διάκριση, ἐκτὸς ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος κι ἀπορρίπτει τὴ φιλία Του. «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. ιε´ 14), εἶχε πεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στοὺς ἀποστόλους. Ἀλήθεια, πόση συγκατάβαση καὶ πόση μεγαλοκαρδία δείχνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους! Ὁ παντοδύναμος Δημιουργὸς καὶ Κύριος τῶν πάντων, ὀνομάζει φίλους Του τοὺς ἀδύναμους ἀνθρώπους! Μὲ τὴν προϋπόθεση βέβαια πὼς ἐκτελοῦν τὶς ἐντολές Του.
.           Ὁ φιλοξενούμενος αὐτὸς ὅμως δὲν φοροῦσε ἔνδυμα γάμου. Δὲν ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαφορετικὰ θὰ εἶχε βρεῖ τέτοιο ἔνδυμα γιὰ νὰ φορέσει. Γιατί λοιπὸν ὁ Θεὸς τὸν ὀνομάζει φίλο Του; Ἐπειδὴ εἶναι βαφτισμένος κι ἔτσι συγκαταλέγεται μὲ τοὺς πιστούς, λογαριάζεται ἕνας ἀπὸ τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ. Καλώντας τὸν φίλο, ὁ Θεὸς τὸν ἐπιτιμᾶ, ἐπειδὴ δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του. Αὐτὸς δὲν ἔμεινε πιστὸς στὴ φιλία του μὲ τὸν Θεό, ὄχι ὁ Θεὸς ἀπέναντί του. Ὁ δὲ ἐφιμώθη.
.           Τί θὰ μποροῦσε ν’ ἀπαντήσει; Πῶς δὲν μποροῦσε ν’ ἀγοράσει τέτοιο ἔνδυμα; Ἢ πῶς δὲν μποροῦσε ν’ ἀγοράσει ὕφασμα γιὰ νὰ τὸ κόψει καὶ νὰ τὸ ράψει στὰ μέτρα του; Ὅλα θὰ ἦταν μάταια. Ὁ Θεὸς εἶχε προμηθεύσει ὅλους τοὺς καλεσμένους μ’ ἕνα ἕτοιμο ἔνδυμα. Μόνο ἡ καλὴ θέληση τοῦ ἔλειπε, γιὰ νὰ βγάλει τὰ παλιὰ καὶ βρώμικα ροῦχα του τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φορέσει τὸ καινούργιο ἔνδυμα τῆς σωτηρίας, τὸ χρυσοποίκιλτο γαμήλιο ἔνδυμα. Δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ ὅμως καὶ τώρα ἔμεινε σιωπηλός, δὲν εἶχε τίποτα νὰ πεῖ.
.           «Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χείρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων» (Ματθ. κβ´ 13). Τὰ χέρια του τὰ εἶχε κιόλας δέσει μὲ τὶς ἁμαρτίες του, ὅπως καὶ τὰ πόδια του, μὲ τὸ νὰ βαδίζει τὸν δρόμο τῆς ἀνομίας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ εἶχε κιόλας διαλέξει τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς, τὸν βρυγμὸ καὶ τὸν τρυγμὸ τῶν ὀδόντων, ἀντὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶχε καταδικάσει τὸν ἑαυτό του στὴν ἀπώλεια. Στὸν Θεὸ δὲν ἀπέμενε παρὰ ν’ ἀπαγγείλει τὴ δίκαιη κρίση Του. Ὁ ἄθεος «σειραῖς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν σφίγγεται» (Παρ. ε´ 22), μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Ὅπως ἦταν δεμένος καὶ συρόταν ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, ἔτσι θὰ εἶναι δεμένος καὶ στὸν ἄλλο κόσμο. Στὴν ἄλλη ζωὴ δὲν ὑπάρχει μετάνοια. Τὸ δέσιμο τῶν χεριῶν καὶ τῶν ποδιῶν αὐτὸ δείχνει: πὼς δὲν ὑπάρχει μετάνοια, πὼς δὲν ὑπάρχει καμιὰ δυνατότητα νὰ κάνει κάτι ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ κερδίσει τὴ σωτηρία του καὶ τὴν εἴσοδό του στὴν οὐράνια βασιλεία.
.           Ὁ Κύριος τελείωσε τὴν ὑπέροχη καὶ προφητικὴ παραβολή Του μὲ τ’ ἀκόλουθα λόγια: «Πολλοὶ γὰρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοὶ» (Ματθ. κβ´ 14). Τὰ λόγια αὐτὰ ἰσχύουν τόσο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, ὅσο καὶ γιὰ τοὺς χριστιανούς. Ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους ἦταν λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὅπως λίγοι ὑπάρχουν κι ἀνάμεσα στοὺς χριστιανούς. Ὅλοι ἐμεῖς οἱ βαφτισμένοι εἴμαστε καλεσμένοι στὸ τραπέζι τοῦ Βασιλέως, μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅμως ποιοὶ εἶναι οἱ ἐκλεκτοί. Ἀλίμονο σ’ ἐκείνους ἀπὸ μᾶς ποὺ θ’ ἀκούσουν τὸν Ὕψιστο Βασιλιὰ νὰ τοῦ λέει ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων: ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Τί ντροπή, τί ἀνώφελη ντροπή! Τί ἀπώλεια, τί ἀναπότρεπτη ἀπώλεια! Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ Θεὸς μᾶς ἀπευθύνει τὰ λόγια αὐτὰ καὶ τώρα, κάθε φορὰ ποὺ πλησιάζουμε στὸ ἱερὸ γιὰ νὰ κοινωνήσουμε, νὰ ἑνωθοῦμε πνευματικὰ μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό. Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ἂς τεντώσουμε τ’ αὐτιὰ καὶ τὴ συνείδησή μας, ὅταν πλησιάζουμε τὸ ἅγιο ποτήριο καὶ θ’ ἀκούσουμε σίγουρα τὰ λόγια αὐτά, αὐτὴν τὴν ἐπίπληξη. Εὔχομαι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν ἐπιφέρουν τὸν κλαυθμὸ καὶ τὸ βρυγμὸ τῶν ὀδόντων, στὸ σκότος ποὺ θ’ ἀκολουθήσει τὰ τελευταῖα λόγια Του.

* * *

.           Ποιός μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγγυηθεῖ πὼς ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς πεῖ τὰ λόγια αὐτὰ σήμερα, γιὰ τελευταία φορὰ στὴν ἐπίγεια ζωή μας; Ποιός μπορεῖ νὰ ἐγγυηθεῖ πὼς ἡ ψυχή του δὲν θὰ βρεθεῖ τὴν ἴδια αὐτὴ νύχτα στὴν πανένδοξη οὐράνια σύναξη, γύρω ἀπὸ τὸ βασιλικὸ τραπέζι, φορώντας τὸ λερωμένο ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας; Ποιός θνητὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίζει πῶς ἡ σημερινὴ μέρα δὲν εἶναι καθοριστικὴ γι’ αὐτόν, γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα; Λίγα δευτερόλεπτα ἦταν ἀποφασιστικὰ γιὰ τὴν τύχη τῶν δύο ληστῶν στὸ σταυρό. Ὁ ἕνας τους στάθηκε ἀνίκανος νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα καὶ ὁδηγήθηκε στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Ὁ ἄλλος χρησιμοποίησε μὲ σοφία καὶ σύνεση τὰ λίγα αὐτὰ δευτερόλεπτα: μετανίωσε, ὁμολόγησε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τὴ σωτηρία του: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42). Τὴν ἴδια ἐκείνη στιγμὴ ἡ ψυχή του ἀπεκδύθηκε τὸ παλιὸ ἔνδυμα τῆς ἁμαρτίας καὶ φόρεσε τὸ ὑπέροχο ἔνδυμα τοῦ γάμου. Ὁ μετανιωμένος ληστὴς παρουσιάστηκε στὸ βασιλικὸ τραπέζι στὸν παράδεισο, μαζὶ μὲ τοὺς ἐκλεκτούς.
.           Ἂς μὴν καθυστερήσουμε λοιπὸν οὔτε γιὰ μία μόνο στιγμὴ τὴ μετάνοιά μας. Κάθε στιγμή, ποὺ περνάει, ἴσως νὰ εἶναι ἡ τελευταία ποὺ μᾶς συγκαταριθμεῖ μὲ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἂς καθαρίσουμε κι ἂς πλύνουμε γρήγορα τὴν ψυχή μας, τουλάχιστον μὲ τὸν ἴδιο ζῆλο ποὺ καθαρίζουμε τὸ σῶμα μας, ποὺ αὔριο θ’ ἀποτελέσει τροφὴ γιὰ τὰ σκουλήκια. Ἂς τὴν καθαρίσουμε μὲ μετάνοια καὶ δάκρυα, ἂς τὴν πλύνουμε μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ἂς τὴν ντύσουμε μὲ ἔνδυμα ὑφασμένο μὲ ἁγνότητα κι ἀγάπη, στολισμένο μὲ καλὰ ἔργα, μὲ συγχωρητικότητα καὶ συμπάθεια. Ἂς κάνουμε αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ ζητάει ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός. Ἐκεῖνος θὰ κάνει τὰ ὑπόλοιπα.
.           Ὅταν ἕνα παιδὶ φωνάζει στὴ μαμά του πὼς λερώθηκε, ἐκείνη τὸ καθαρίζει, τὸ πλένει καὶ τὸ ἀλλάζει. Πόσο ποιὸ εὔσπλαχνος ὅμως εἶναι ὁ οὐράνιος Πατέρας μας ἀπ’ ὅσο εἶναι ὁποιαδήποτε μητέρα στὰ παιδιά της! Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἡ ψυχὴ ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι τόσο λεκιασμένη, ποὺ ἀπὸ μόνη της δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ καθαριστεῖ καὶ νὰ γίνει ἄξια γιὰ νὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στὸν Θεό.
.           Ἂς συνειδητοποιήσει λοιπὸν κάθε ἄνθρωπος τὸν πνευματικό του ρύπο. Ἂς νιώσει ἀπέχθεια γι’ αὐτὸν μ’ ὅλη του τὴν καρδιὰ κι ἂς κάνει αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ μᾶς ζητᾶ ὁ Θεός. Τὸ σπουδαιότερο ποὺ ἔχει νὰ κάνει, εἶναι νὰ κραυγάσει στὸν Θεό, νὰ ζητήσει νὰ τὸν καθαρίσει Ἐκεῖνος ἐν πυρὶ καὶ πνεύματι. Ὁ Θεὸς περιμένει τέτοιες κραυγὲς ἀπὸ τὰ μετανιωμένα παιδιά Του, κρατώντας τὸ καλλίτερο ἀγγελικὸ ἔνδυμα στὰ χέρια Του. Περιμένει πάντα γιὰ νὰ καθαρίσει, νὰ πλύνει, νὰ φωτίσει, νὰ χρίσει, μὲ μύρο καὶ νὰ ντύσει ὅλους ἐκείνους ποὺ μετανοοῦν καὶ κραυγάζουν.
.           Ἂς ἔχει δόξα ὁ πανεύσπλαγχνος Θεός μας! Δόξα καὶ αἶνος στὸν οὐράνιο Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.