Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

ΙΕΡΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΛΙΣΒΟΡΙΟΥ


Π Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ε Ι Α   2014






Το εκκλησιαστικό συμβούλιο της ενορίας  μας, προσπαθώντας να δώσει ακόμη μεγαλύτερη λαμπρότητα στην πανήγυρη του χωριού μας, διοργανώνει και φέτος  διάφορες εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, επί μία εβδομάδα, πριν από την πανήγυρη του Ναού μας, με την ονομασία «ΠΡΟΔΡΟΜΕΙΑ». 
Θα χαρούμε πολύ με την παρουσία σας.

 

ΤΟ  ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΧΕΙ ΩΣ ΕΞΗΣ


 

ΣΑΒΒΑΤΟ   23- 8-2014

Ø  Ο όρθρος και Θεία Λειτουργία επί τη αποδόσει της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο ξωκκλήσι της Παναγιούδας περιοχής Καυκάρας.

ΚΥΡΙΑΚΗ   24-8-2014

Ø  Ετήσιο κτητορικό Μνημόσυνο, των κτητόρων, ευεργετών και δωρητών του Ναού μας.

 ΔΕΥΤΕΡΑ  25-8-2014

Ø  Ιερά αγρυπνία επί τη εορτή της ενορία μας. (10μ. μ.  - 1,30 π. μ.).

 ΤΡΙΤΗ  26-8-2014

Ø  Μέγας πανηγυρικός Εσπερινός στο παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου. (7Η μ.μ).

 ΤΕΤΑΡΤΗ   27-8-2014

Ø  Όρθρος και Θεία Λειτουργία στο παρεκκλήσι  «ΑΓΙΟΥ ΦΑΝΟΥΡΙΟΥ».

 

ΠΕΜΠΤΗ   28-8-2014

Ø  Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός επί τη Πανηγύρει του Ναού μας. (7Η   μ. μ).

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ   29-8-2014

Ø  Όρθρος – Θεία Λειτουργία – Λιτάνευση της ιεράς εικόνος και τεμαχίου Λειψάνου του Τιμίου Προδρόμου,  μετά πάσης λαμπρότητος.

Ø  Ευλογία – διανομή «ΡΕΒΥΘΑΔΑΣ»

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ




Του Ιωάννου Φουντούλη, Καθηγητού Πανεπιστημίου


Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, πού εορτάζει στις 15 Αυγούστου ο χριστιανικός κόσμος, είναι η μεγαλυτέρα από τις εορτές που καθιέρωσε η Εκκλησία προς τιμήν της Μητρός του Κυρίου, τις θεομητορικές εορτές. Ίσως είναι και η παλαιοτέρα από όλες. Τις πρώτες μαρτυρίες έχουμε γι’ αυτήν κατά τον Ε΄αιώνα, γύρω στην εποχή που συνεκλήθη η Γ΄Οικουμενική Σύνοδος της Εφέσου (451), που καθώρισε το θεομητορικό δόγμα και έγινε αιτία να αναπτυχθή η τιμή στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Για πρώτη φορά φαίνεται ότι συνεστήθη στα Ιεροσόλυμα την 13 Αυγούστου και λίγο αργότερα μετετέθη στις 15 του ιδίου μηνός. Είχε δε γενικώτερο θεομητορικό χαρακτήρα, χωρίς ειδική αναφορά στο γεγονός της Κοιμήσεως. Ωνομάζετο “ημέρα της Θεοτόκου Μαρίας”. Κέντρο του πανηγυρισμού αναφέρεται στην αρχή ένα “Κάθισμα”, ναός επ’ ονόματί της, που ευρίσκετο έξω από τα Ιεροσόλυμα στο τρίτο μίλιο της οδού που οδηγούσε στην Βηθλεέμ. Η σύνδεση της εορτής αυτής προς την Κοίμηση της Θεοτόκου έγινε στον περίφημο ναό της Παναγίας που βρισκόταν στην Γεθσημανή, το “ευκτήριο του Μαυρικίου”, όπου υπήρχε και ο τάφος της. Αυτός ο ναός πολύ σύντομα πήρε τον χαρακτήρα του μεγαλύτερου θεομητορικού προσκυνήματος και η ακτινοβολία του έγινε αιτία η πανήγυρίς του κατά την 15η Αυγούστου γρήγορα να διαδοθή σ’ ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο σε ανατολή και δύση σαν εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αργότερα εξήρθη η εορτή με την προπαρασκευαστική νηστεία και την παράτασι του εορτασμού μέχρι της 23ης ή και μέχρι του τέλους του Αυγούστου και έγινε όχι μόνο η μεγαλυτέρα θεομητορική εορτή αλλά και μία από τις σπουδαιότερες εορτές του εκκλησιαστικού έτους. Αυτό βέβαια ήταν φυσικό να γίνη, γιατί η Θεοτόκος είναι το προσφιλέστερο και ιερώτερο πρόσωπο μετά τον Κύριο και γι’ αυτό συνεκέντρωσε την τιμή και την ευλάβεια όλων των χριστιανικών γενεών. Αναρίθμητοι ναοί και μονές έχουν κτισθεί προς τιμήν της Κοιμήσεώς της, θαυμάσιες τοιχογραφίες παριστάνουν σε κάθε ναό πίσω από την κεντρική είσοδο σε εκπληκτικές συνθέσεις την ιερά της κηδεία, ύμνοι εκλεκτοί έχουν διακοσμήσει την ακολουθία της και λόγοι λαμπροί και εγκώμια εξεφωνήθησαν από τους Πατέρες και νεωτέρους εκκλησιαστικούς άνδρες κατά την ημέρα της μνήμης της. ‘Ολες οι ανθρώπινες γενεές συναγωνίσθησαν στην προσφορά ό,τι εκλεκτοτέρου είχαν να παρουσιάσουν, για να μακαρίσουν έργω και λόγω την Παρθένο Μαρία.

ΤΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Για την κατανόηση του εορτολογικού περιεχομένου της εορτής της Κοιμήσεως, όπως και των άλλων θεομητορικών εορτών, της Συλλήψεως, της Γεννήσεως και των Εισοδίων, πρέπει να κάμωμε μία μικρά αναδρομή στις πηγές, από τις οποίες αντλήθηκαν τα θεομητορικά αυτά θέματα. Διαφορετικά είναι αδύνατο να ερμηνεύση κανείς ό,τι συνδέεται με τον εορτασμό αυτόν, τα συναξάρια, την υμνογραφία και την εικονογραφία τους. Οι αυθεντικές ιστορικές πηγές, τά Ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης, δεν μας διέσωσαν πληροφορίες για τον πρό του Ευαγγελισμού και για τον μετά την Ανάληψι του Κυρίου βίο της Θεοτόκου. Πρόθεσις των ιερών συγγραφέων ήταν να αφηγηθούν τον βίο και το σωτηριώδες έργο του Χριστού και ό,τι άμεσα συνεδέετο με Αυτόν και όχο να ικανοποιήσουν την ευλαβή περιέργεια ή τα ιστορικά ενδιαφέροντα των αναγνωστών τους. Η παράδοσις όμως της Εκκλησίας διέσωσε από στόματος εις στόμα διάφορες πληροφορίες πού αφορούσαν στον βίο της Θεοτόκου πρό της συλλήψεως του Κυρίου και μετά την Ανάστασί Του. Αργότερα διάφοροι ευλαβείς, κατά το πλείστον, συγγραφείς περιέλαβαν τις πληροφορίες αυτές και τις ανέπτυξαν με την φαντασία τους και για να έχουν περισσότερο κύρος έθεσαν στους τίτλους των έργων τους μεγάλα αποστολικά ονόματα. Η Εκκλησία α[‘ερριψε και κατεδίκασε τα βιβλία αυτά και τα ωνόμασε “Απόκρυφα” και “Ψευδεπίγραφα”. Σε μεταγενεστέρα εποχή πολλές από τις διηγήσεις αυτές, τουλάχιστον στις βασικές τους γραμμές, έδωσαν θέματα στην διαμόρφωσι εορτών, στην σύνταξι συναξαρίων, στην ποίηση ύμνων και στην εικονογραφία. Εξ άλλου, καθώς προείπαμε, ο πυρήν των διηγήσεων αυτών είχε ως βάσι του παμπάλαιες ιστορικές παραδόσεις γυ΄ρω από το πρόσωπο της Θεοτόκου.

ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ

Ειδικά το γεγονός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αφηγείται, εκτός των άλλων, και μια απόκρυφος διήγησις, που φέρεται υπό το όνομα του ηγαπημένου μαθητού του Κυρίου, του Ιωάννου. Μια περίληψη του εκτενούς αυτού κειμένου θα παρουσιάσωμε εδώ. Σε κάθε του σημείο ο αναγνώστης του θυμάται αντίστοιχες φράσεις από τους ύμνους και το συναξάριο της εορτής και λεπτομέρειες από την εικόνα της Κοιμήσεως που εφιλοτέχνησαν βυζαντινοί ζωγράφοι.
Η Παναγία μετά την Ανάληψι του Χριστού καθημερινώς πηγαίνει στο ζωοδόχο μνήμα και προσεύχεται. Μία Παρασκευή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάζεται μπροστά της και την χαιρετά: “Χαίρε, η γεννήσασα Χριστόν τον Θεόν ημών. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου και θα αφήσης τον κόσμο και θα πορευθής εις την ζωήν την αληθινήν και αδιάδοχον”. Η Θεοτόκος επιστρέφει στον οίκο της, θυμιά και προσεύχεται στον Χριστό να της στείλη τον Ιωάννη και τους λοιπούς Αποστόλους, για να παρασταθούν στον θάνατό της. Η προσευχή της εισακούεται και πρώτος φθάνει, αρπαγείς από νεφέλη, ο Ιωάννης και σε λίγο επί νεφελών και οι λοιποί Απόστολοι οι διεσπαρμένοι στα πέρατα του κόσμου. Την Κυριακή έρχεται με την απαστράπτουσα δόξα Του και με χιλιάδες αγγέλους ο Κύριος να παραλάβη την ψυχή της Μητρός Του. Εκείνη ευλογεί τους Αποστόλους και τον κόσμο, δέεται για την σωτηρία όλων και αφού λαμβάνει την υπόσχεσι ότι “πάσα ψυχή επικαλουμένη το όνομά της ου μη καταισχυνθή, αλλ’ εύρη έλεος και παράκλησιν και αντίληψιν και παρρησίαν και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι”, παραδίδει την αγία της ψυχή στα χέρια του Υιού της. Οι Απόστολοι περιπτύσσονται το σκήνος και ψάλλοντες μεταφέρουν την κλίνη με το σώμα για ταφή. Ένας εβραίος ονόματι Ιεφωνίας ορμά και επιχειρεί “κατά της κλίνης”, αλλ’ άγγελος Κυρίου με “ξίφος πυρός” αποκόπτει τα χέρια του από των ώμων, που μένουν κρεμασμένα στην κλίνη. Αυτός μετανοεί και κολλώνται πάλι τα χέρια του, ενώ οι Απόστολοι ανενόχλητοι συνεχίζουν την εκφορά. Το σκήνος θάπτεται σε καινό μνημείο στην Γεθσημανή, την Τρίτη όμως ημέρα “μετετέθη…εν Παραδείσω”.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΙΣ

Η εκκλησιαστική ποίησις εξωραϊζει την απλή αυτή διήγηση. Στα τρία στιχηρά του Εσπερινού του α΄ήχου, το πρώτο αυτόμελο και τα άλλα δύο προσόμοια, του πρώτου, με ένα θαυμάσιο τρόπο εγκωμιάζεται η Θεοτόκος και η Κοίμησί της. Ως υπόβαθρο όμως αναγνωρίζεται εύκολα η διήγησι του αποκρύφου: η Γεθσημανή, οι λόγοι του Γαβριήλ, η παρουσία των αγγελικών δυνάμεων, η μετάστασι από τον τάφο στον ουρανό.
Το ίδιο θέμα έχουν και τα τρία στιχηρά των Αίνων του δ΄ ήχου. Στο πρώτο, όλος ο κόσμος, ουράνιος και επίγειος, χαίρεται προπέμποντας την μητέρα του Χριστού και ψάλλοντας σ’ αυτήν την “εξόδιον ωδήν”. Στα άλλα δύο περιγράφεται η έλευσις των Αποστόλων και η επικήδεια ψαλμωδία τους, καθώς και η παρουσία των αγγελικών δυνάμεων και η υποδοχή της αμωμήτου ψυχής της από τον Χριστό.
Τέλος θα σταθούμε στο πιο ιδιόρρυθμο τροπαριο της εορτής αυτής, αλλά και όλων των τροπαρίων μας. Πρόκειται για το δοξαστικό του Εσπερινού. Το περιεχόμενό του αντλεί από την σχετική απόκρυφο διήγηση. Η ιδιορρυθμία του τροπαρίου αυτού είναι ότι δεν ψάλλεται, όπως όλοι οι άλλοι έκκλησιαστικοί ύμνοι, σε ένα μόνο ήχο, αλλά και στους οκτώ.

Ήχος α΄
“Θεαρχίω νεύματι
πάντοθεν οι θεοφόροι απόστολοι
υπό νεφών μεταρσίως αιρόμενοι,
Ήχος πλ. α΄
καταλαβόντες το πανάχραντον
και ζωαρχικόν σου σκήνος
εξόχως ησπάζοντο.
Ήχος β΄
Αι Δε υπέρτατοι των ουρανών δυνάμεις
Συν τω οικείω δεσπότη παραγενόμεναι,
Ήχος πλ. β΄
Το θεοδόχον και ακραιφνέστατον σώμα
Προπέμπουσι, τω δέει κρατούμεναι,
Υπερκοσμίως δε προώχοντο
και αοράτως εβόων
ταις ανωτέραις ταξιαρχίαις,
ιδού η παντάνασσα θεόπαις παραγέγονεν.
Ήχος γ΄
’ρατε πύλας
Και ταύτην υπερκοσμίως υποδέξασθε,
Την του αεννάου φωτός μητέρα,
Ήχος βαρύς
Διά ταύτης γάρ η παγγενής
των βροτών σωτηρία γέγονεν,
η ατενίζειν ουκ ισχύομεν
και ταύτη άξιον γέρας
απονέμειν αδύνατον,
Ήχος δ΄
ταύτης γαρ το υπερβάλλον
υπερέχει πάσαν έννοιαν.
Ήχος πλ. δ΄
Διό, άχραντε θεοτόκε,
αεί συν ζωηφόρω βασιλεί
και τόκω ζώσα, πρέσβευε διηνεκώς
περιφρουρήσαι και σώσαι
από πάσης προσβολής εναντίας
την νεολαίαν σου,
την γάρ σήν προστασίαν κεκτήμεθα,
Ήχος α΄
Εις τους αιώνας
αγλαοφανώς μακαρίζοντες”.


(Από το βιβλίο “Λογική Λατρεία”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1984).

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΗ ΘΕΟΤΟΚΟ



ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΗ ΘΕΟΤΟΚΟ
 
Τοῦ Ἁγίου Ἡσυχίου Ἱεροσολύμων



Κάθε γλώσσα, εὐγνώμονου ἀνθρώπου, ὅπως εἶναι φυσικό, τιμᾶ τήν Παρθένο καί Θεοτόκο, καί μιμεῖται ὅσο τοῦ ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του τόν ἄρχοντα τῶν ἀγγέλων Γαβριήλ. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό «χαῖρε», ἐξαιτίας τοῦ Κυρίου πού γεννήθηκε ἀπό Αὐτήν καί ἐμφανίσθηκε στό ἀνθρώπινο γένος ὡς ἄνθρωπος. Ἄλλος Τῆς ἀπευθύνει τό λόγο καί λέει: «ὁ Κύριος προέρχεται ἀπό Σένα» (Λουκ. 1, 28). Ὁ ἕνας Τήν ἐπονομάζει Μητέρα τοῦ φωτός, ὁ ἄλλος Ἀστέρι τῆς ζωῆς. Ἄλλος Τήν ἀποκαλεῖ Θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἄλλος Ναό πλατύτερο ἀπό τόν οὐρανό καί ἄλλος Καθέδρα ὄχι κατώτερη ἀπό τήν καθέδρα ἐκείνη τῶν Χερουβείμ. Ἄλλος πάλι Τήν ὀνομάζει Κῆπο ἄσπαρτο, εὔφορο, ἀκαλλιέργητο· ἀμπέλι μέ ἄφθονα σταφύλια, ἀκμαῖο, ἀνέγγιχτο· τρυγόνα καθαρή, περιστέρα ἁγνή· σύννεφο πού συλλαμβάνει τίς βροχές χωρίς φθορά· σάκκο πού κρύβει μαργαριτάρι λαμπρότερο ἀπό τόν ἥλιο· μεταλλεῖο ἀπό τό ὁποῖο προέρχεται ὁ λίθος πού καλύπτει ὅλη τή γῆ, χωρίς κανένας νά τόν λατομεῖ (Δαν. 2,45)· πλοῖο γεμάτο ἀπό φορτίο καί πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό κυβερνήτη· θησαυροφυλάκιο πού φέρνει πλοῦτο. Ἄλλοι πάλι Τήν ὀνομάζουν λυχνάρι χωρίς φιτίλι, πού ἀνάβει ἀπό μόνο του· Κιβωτό πιό πλατειά, πιό ἐπιμήκη καί πιό ἔνδοξη ἀπό ἐκείνη τοῦ Νῶε. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός ζώων, ἐνῶ Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός ζωῆς. Ἐκείνη ἦταν κιβωτός φθαρτῶν ζώων, Αὐτή εἶναι ἡ Κιβωτός τῆς ἄφθαρτης ζωῆς. Ἐκείνη κράτησε τόν Νῶε, ἐνῶ Αὐτή τόν Δημιουργό τοῦ Νῶε. Ἐκείνη εἶχε δύο καί τρεῖς ὀρόφους, ἐνῶ Αὐτή ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γιατί καί τό Πνεῦμα ἦταν παρόν, καί ὁ Πατέρας Τήν ἐπισκίασε, καί ὁ Υἱός κατασκήνωσε μέσα Της, ὡς βρέφος κυοφορούμενος. Λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «Πνεῦμα Ἅγιο θά ἔρθει ἐπάνω σου καί θά σέ ἐπισκιάσει ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου. Γι᾽ αὐτό καί τό ἅγιο πού θά γεννηθεῖ, θά ὀνομασθεῖ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1,35).
Βλέπεις πόσο μεγάλο εἶναι τό ἀξίωμα τῆς Θεοτόκου Παρθένου; Γιατί ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, κρατήθηκε ἀπό Αὐτήν ὡς βρέφος, καί ξαναέπλασε τόν Ἀδάμ, καί ἁγίασε τήν Εὔα, καί κατάργησε τό δράκοντα, καί ἄνοιξε τόν παράδεισο, καί ἄφησε ἄφθαρτη τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας. Πολύ φυσικά καί σύμφωνα μέ τή λογική καί τά δύο. Ἄνοιξε τόν παράδεισο, ἐπειδή ἐπρόκειτο νά φέρει καί νά ὁδηγήσει ὁ Ἴδιος μέσα τό Ληστή καί ὅλους τούς κληρονόμους τῆς Βασιλείας. Ἀσφάλισε τή σφραγίδα τῆς παρθενικῆς μήτρας, ἐπειδή Αὐτός πού ἔπαιρνε σάρκα ἦταν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καί δέν εἶχε ἀνάγκη ἀπό καμμιά θύρα γιά τήν εἴσοδο ἤ ἔξοδο Του.
Σέ Σένα λοιπόν, Παρθένε, οἱ Προφῆτες ἀπονέμουν τούς ἐπαίνους, καί ὁ καθένας ἐξυμνεῖ Σέ τήν Θεοφόρο ἀνάλογα μέ τό πῶς καί πόσο, τοῦ ἔχουν ἀποκαλυφθεῖ τά μυστήρια αὐτά. Καί ἄλλος Σέ ἀποκαλεῖ ράβδο τοῦ Ἰεσσαί δείχνοντας ἔτσι τό ἄτρωτο καί ἀκέραιο τῆς παρθενίας Σου. Ἄλλος Σέ παρουσιάζει ὡς βάτο πού φλέγεται ἀλλά δέν καίγεται, γιά νά ὑπαινιχθεῖ μ᾽ αὐτό καί τόν Μονογενή πού προσέλαβε σάρκα καί παράλληλα τήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου. Γιατί ἡ Παρθένος φλεγόταν, ἀλλά δέν καιγόταν, ἐπειδή γέννησε χωρίς νά φθαρεῖ ἡ μήτρα Της. Συνέλαβε καί παρέμεινε σφραγισμένη ἡ μήτρα. Θήλασε καί διαφύλαξε τούς μαστούς Της ἀνέγγιχτους. Κράτησε στά χέρια Της παιδί, καί τόν πατέρα Του δέν γνώρισε. Ἔγινε μητέρα, καί χωρίς νά ἔχει γίνει νύφη. Τρεφόταν Υἱός, καί ὁ Πατέρας δέν παραβρισκόταν. Τό χωράφι καρποφοροῦσε, καί ὁ καρπός δέν ἀνῆκε σέ κανένα γεωργό. Ἀπέδωσε καρπό τόν καιρό τοῦ θερισμοῦ, χωρίς νά ἔχει δεχθεῖ σπόρο. Ποτάμι ἔτρεχε καί ἡ πηγή ἀπό παντοῦ ἦταν κλεισμένη, γιά νά ἀποδειχθεῖ ἔτσι Παρθένε, ὅτι καί μητέρα ἔγινες, καί δέν ὑπέφερες ὅσα περνᾶνε οἱ μητέρες. Γέννησες σάν γυναίκα καί δέν δέχθηκες φθορά ὡς γυναίκα. Κυοφοροῦσες σύμφωνα μέ τόν νόμο τῆς φύσεως, ἀφοῦ περίμενες τόν καιρό τόν πόνων τοῦ τοκετοῦ, ἀλλ᾽ ὅμως συνέλαβες ἔξω ἀπό τόν νόμο τῆς φύσεως.
Ἄλλος Σέ ἀποκάλεσε Πύλη κλεισμένη πού εἶσαι στραμμένη πρός τήν ἀνατολή, καί πού εἰσάγει τόν Βασιλιά ἐνῶ οἱ πόρτες εἶναι κλειστές (Ἰεζ. 44,2). Κατά τόν ἴδιο τρόπο Σέ ὀνόμασε καί πύλη πού ὁδηγεῖς πρός τά ἔξω, ἐπειδή ἔγινες πόρτα πού ὁδήγησε στήν ἐπίγεια ζωή τόν Μονογενή. Καί Σέ ὀνόμασε Πύλη πού βρίσκεται στραμμένη πρός τήν ἀνατολή, ἐπειδή τό φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο, προέρχεται ἀπό τήν κοιλιά Σου, σάν ἀπό κάποιο βασιλικό θάλαμο. Ἐσύ ἔβαλες μέσα Σου τόν Βασιλιά, ἐνῶ οἱ πόρτες ἦταν κλειστές, καί πάλι ἔτσι Τόν πέρασες ἔξω. Γιατί ὁ Βασιλιάς τῆς δόξας δέν ἄνοιξε τίς πόρτες τῆς μήτρας Σου, οὔτε χαλάρωσε τό φραγμό τῆς παρθενίας Σου, οὔτε ὅταν συλλαμβανόταν, ἀλλά καί οὔτε ὅταν γεννιόταν. Ἐσένα ὀνόμασε Κῆπο κλεισμένο καί Πηγή σφραγισμένη ὁ Νυμφίος πού προῆλθε ἀπό Σένα, καί προφήτευσε στά Ἄσματα (Ἆσμ, Ἀσ. 4,12). Κῆπο κλεισμένο Σέ ὀνόμασε, ἐπειδή Ἐσένα δέν Σέ ἄγγιξε δρεπάνι φθαρτό ἤ τρυγητός. Ἄνθος ἐπίσης, πού βλάστησε καθαρά ἀπό τή ράβδο τοῦ Ἰεσσαί στό γένος τῶν ἀνθρώπων Σέ ἀποκάλεσε, γιά νά δείξει ὅτι καλλιεργήθηκες μόνο ἀπό τό καθαρό καί ἄσπιλο Πνεῦμα. Σέ ὀνόμασε Πηγή σφραγισμένη, γιατί ὁ ποταμός τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπό Σένα, πλημμύρισε τήν οἰκουμένη. Ἀλλά κάδος γάμου τή δική Σου πηγή ποτέ δέν τήν ἄντλησε.
Γιά Σένα ὁ Δαβίδ, καί παίρνοντας ἀπό Σένα τήν ἔμπνευση, δέν παύει νά κρούει τό ψαλτήρι καί νά ψάλλει: «Ἀναστήσου, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς Σου, Σύ καί ἡ Κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός Σου» (Ψαλμ. 131,8). «Ἀναστήσου». Ἀπό ποῦ; Ἀπό τούς κόλπους τοῦ Πατέρα, ὄχι γιά νά χωριστεῖς ἀπό τόν Πατέρα (γιατί αὐτό δέν ἐπιτρέπεται οὔτε νά τό σκέφτεται κανείς, οὔτε καί νά τό λέει), ἀλλά γιά νά ἐκπληρώσεις κατά τή Θεία Οἰκονομία, αὐτό πού ἀπό τήν ἀρχή, πρίν ἀπό τούς αἰῶνες καί πρίν ἀπό τίς γενεές, εἶχε ὁρισθεῖ. «Ἀναστήσου», γιά νά σηκώσεις τούς πεσμένους, γιά νά ἀνορθώσεις αὐτούς πού βρίσκονται νεκρωμένοι. «Ἀναστήσου», γιά νά πάρεις πίσω ἀπό τόν ἐχθρό αὐτό πού Σοῦ ἀνήκει καί μέχρι τώρα τυραννιέται ἀπό αὐτόν. «Ἀναστήσου, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς σου», σ᾽ Αὐτήν πού διάλεξες πάνω στή γῆ, καί πού Τήν ἔταξες στή Βηθλεέμ, στό σπήλαιο, στή φάτνη καί στά σπάργανα. Γιατί στούς οὐρανούς δέν ἔχεις ἀνάγκη ἀπό ἀνάπαυση, ἀφοῦ Ἐσύ εἶσαι ἡ ἀνάπαυση ὅλης τῆς κτίσης. Στή γῆ ὅμως γιά χάρη μας ὑποφέρεις τά ἀνθρώπινα. Φυσικά, δέν ἐννοῶ τήν πείνα καί τή δίψα, τά ὁποῖα ὑπέμεινες. Γιατί καί πεινώντας, Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἄρτος τῆς ζωῆς, καί διψώντας, Σύ εἶσαι ἡ παρηγοριά αὐτῶν πού διψοῦν. Γιατί Ἐσύ ἔγινες ποταμός ἀφθαρσίας. Καί ἐνῶ κοπιάζεις περπατώντας στήν ξηρά, δρασκελίζεις ἄκοπα πάνω στῆς θάλασσας τά κύματα.
«Σήκω, Κύριε, νά πᾶς στόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς Σου, Σύ καί ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάματός Σου». Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἡ κιβωτός ἐδῶ εἶναι ἡ Παρθένος, ἡ Θεοτόκος. Γιατί ἄν Ἐσύ εἶσαι τό μαργαριτάρι, εὔλογα Ἐκείνη εἶναι ἡ Κιβωτός. Ἐφόσον Σύ εἶσαι Ἥλιος, φυσικά ἡ Παρθένος θά ὀνομασθεῖ οὐρανός. Ἐπειδή Σύ εἶσαι ἄνθος ἀμάραντο, ἄρα ἡ Παρθένος εἶναι φυτό ἀφθαρσίας, ὁ παράδεισος τῆς ἀθανασίας. Βλέποντας αὐτά στήν Παρθένο ὁ Ἠσαΐας προφήτεψε λέγοντας: «Νά, ἡ Παρθένος θά συλλάβει, καί θά γεννήσει γιό, καί θά τόν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ» (Ἠσ. 7,14). Νά ἡ Παρθένος. Ποιά; Ἡ ξεχωριστή ἀνάμεσα στίς γυναῖκες, ἡ διαλεχτή ἀνάμεσα στίς Παρθένες, τό σεμνό στολίδι τῆς φύσης μας, τό καύχημα τοῦ δικοῦ μας πηλοῦ· Αὐτή πού ἀπάλλαξε ἀπό τή ντροπή τήν Εὔα, καί ἀπό τήν ἀπειλή τόν Ἀδάμ· Αὐτή πού ἔκοψε τό θράσος τοῦ δράκοντα καί τήν Ὁποία δέν ἄγγιξε καπνός ἐπιθυμίας, οὔτε Τήν ἔβλαψε τό σκουλήκι τῆς ἡδυπάθειας. «Νά, ἡ Παρθένος θά συλλάβει». Ἀπό ποῦ, προφήτη; Δέν θά τό πῶ, λέει. Γιατί αὐτό τό μυστικό εἶναι προνόμιο ἀποκλειστικά φυλαγμένο γιά τό Γαβριήλ.
Πολλοί μιλοῦν γιά τά θαύματα τῆς Θεοτόκου, ἀλλά καί πολλά ἀπό αὐτά παραλείπονται. Ἐγώ ὅμως πιστεύω μ᾽ ὅλη μου τήν ψυχή σ᾽ Αὐτόν πού γέννησε ἡ Ἀειπάρθενη. Ὁ Μιχαίας ἀναφέρει τό χῶρο πού ἔγινε τό θαῦμα, καί ὁ Δαβίδ τό χρόνο. Γιατί αὐτός πρόσθεσε στήν προφητεία τῶν Ψαλμῶν: «Σέ γέννησα ἀπό τήν κοιλιά μου πρίν ἀπό τόν Ἑωσφόρο» (Ψαλμ. 109,3). Ὁ Γαβριήλ ὅμως θά μᾶς πεῖ τό ἀπό ποῦ. Γιατί ἐκεῖνος κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό. Ἐκεῖνος ἀποκλειστικά γιά τό σκοπό αὐτό στέλνεται στήν Παρθένο. Ἐκεῖνος ἔρχεται τόν καιρό τοῦ τοκετοῦ καί ἀναλαμβάνει κατά συνέπεια νά ἑρμηνεύσει τό γεγονός τῆς γέννας. Ἐάν ὅμως θέλεις νά μάθεις καί ἀπό μένα, ἄκουσε τή συνέχεια τῆς προφητείας: «Καί θά γεννήσει γιό, καί θά τόν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ». Τί σημαίνει τό ὄνομα Ἐμμανουήλ; «Ὁ Θεός εἶναι μαζί μας». Μήπως λοιπόν ὁ Θεός συλλαμβάνεται μέ γάμο ἀνθρώπινο, καί μπορεῖ νά γεννηθεῖ ἤ νά σαρκωθεῖ μέ ἄνδρα καί μέ σαρκική συζυγία; Καθόλου, ἀλλά μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἐπιφύτευση τοῦ Ὑψίστου, μέ τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πράγματι, τί εἶπε τότε στό Γαβριήλ ἡ Παρθένος; «Πῶς θά γίνει αὐτό σέ μένα, ἀφοῦ δέν ἔχω ἄνδρα;» (Λουκ. 1,34). Δηλαδή· Τό θαῦμα μέ ἐκπλήσσει, ὁ λόγος μέ ἀφήνει κατάπληκτη, καί ἡ εἴδηση τοῦ Ἀγγέλου μέ κάνει ὡς Παρθένο νά ἐξίσταμαι. Λές πράγματα θαυμαστά, σέ μένα ὅμως εἶναι ὕποπτα, γιατί εἶναι πρωτόγνωρα. Φοβᾶμαι τό πρωτάκουστο, χαρούμενο μήνυμα· θορυβοῦμαι ἀπό τά πολύ ἀσυνήθιστα λόγια. «Πῶς θά γίνει αὐτό σέ μένα, ἀφοῦ δέν ἔχω ἄνδρα;». Πῶς θά γίνω μητέρα, ἀφοῦ δέν ἔχω γίνει νύφη; Δέν καταστράφηκε τό ἄνθος τῆς ἁγνότητας, δέν ἔλυσα τόν ζωστήρα τῆς παρθενίας, δέν χαλάρωσα τό δεσμό τῆς μήτρας, δέν κατήργησα τή σφραγίδα τῆς μήτρας. Καί ὁ Ἄγγελος ἀμέσως πρόσθεσε: «Θά ἔρθει Ἅγιο Πνεῦμα σέ Σένα καί θά Σέ σκιάσει δύναμη τοῦ Ὑψίστου» (Λουκ. 1,35). Δηλαδή· Ἄν εἶχες ἄνδρα δέν θά γεννοῦσες Θεό, ὁ Ὁποῖος καταδέχθηκε νά πάρει γιά χάρη Σου, μέσα ἀπό Σένα μορφή δούλου, χωρίς φθορά. Δέν θά γινόσουν ὄργανο γιά νά πάρει σάρκα Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος δημιούργησε τά πάντα. Ἀλλ᾽ ἐπειδή εἶσαι καθαρή ἀπό συζυγική σχέση, ἐπειδή κράτησες τό ναό ἀδιάφθορο καί ἐπειδή διατήρησες τή σκηνή μακριά ἀπό κάθε ρύπο, γι᾽ αὐτό καί ὁ Πατέρας ἔρχεται σέ Σένα, καί τό Πνεῦμα Σέ ἐπισκιάζει, καί ὁ Μονογενής γεννιέται ἀπό Σένα, ὡς ἄνθρωπος.
Ἐσύ λοιπόν νά μήν ἀμφιβάλεις καθόλου γιά τά μυστήρια πού θά ἐπακολουθήσουν. Νά μήν ἀμφιβάλεις γεννώντας στό σπήλαιο τόν Δημιουργό ὅλης τῆς κτίσης. Νά μήν παραξενευτεῖς καθώς θά τοποθετεῖς στή φάτνη Ἐκεῖνον πού κάθεται πάνω στά Χερουβείμ, καί πού στή γῆ δέν βρίσκεται τόπος γιά νά Τόν δεχτεῖ. Μήν ἐκπλαγεῖς πού θά εἶσαι μητέρα τοῦ Βασιλιά τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Γιατί μέ τή θέλησή Του γεννιέται φτωχός ἀπό Σένα, γιά νά χαλιναγωγήσει τούς πλούσιους καί νά γίνει στήριγμα ὑπομονῆς γιά τούς φτωχούς, καί δάσκαλος εὐχαριστίας. Μέ τή θέλησή Του τοποθετεῖται Ἐκεῖνος στή φάτνη, γιά νά ἔρθουν οἱ ἀποκτηνωμένοι καί νά βροῦν τόν Λόγο μέσα στή φάτνη, καί νά ᾽ρθουν ἔτσι στά σύγκαλά τους. Γιά νά ᾽ρθουν νά βροῦν σιτάρι, ἐνῶ περίμεναν νά βροῦν ἄχυρα. Γιά νά ἔρθουν σάν κτήνη, νομίζοντας ὅτι θά βροῦν στή φάτνη δεμάτια κριθαριοῦ, καί νά φάνε τόν Ἄρτο τόν ἀληθινό, τήν τροφή τῆς ζωῆς, τό δεῖπνο τοῦ φωτός, τήν τροφή τῆς χαρᾶς, τή γλυκύτητα τῆς ἀφθαρσίας.Νά βροῦν Ἐκεῖνον ἀπό τόν Ὁποῖο προέρχεται ἡ γνώση τῆς Βασιλείας, ὁ ἀρραβώνας τῆς υἱοθεσίας, ἡ κληρονομία τῶν οὐρανῶν, ἡ κοινωνία τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Σ᾽ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΓΕΩΜΕΤΡΟΥ (10ος αι.)

Aπό το ανέκδοτο έργο
"Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ"

(Απόδοση στη νεοελληνική υπό των πατέρων
της Ι. Μονής Χρυσοποδαριτίσσης Νεζερών Πατρών)





Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξεν εις τους Αποστόλους, όπου ήδη το εγνώριζαν, το σύμβολον της αναχωρήσεώς της, τον φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγορία και αφού τους ομίλησε περί της εξόδου της και τους προθυμοποίησε δια το κήρυγμα, τους εξέθεσε δι' ολίγων ολόκληρο την οικονομία της αποστολής των. Έπειτα ησπάσθη του Πέτρον και τους άλλους Αποστόλους, "χαίρετε", λέγουσα, "τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και θεωρείτε εαυτούς μακάριους, όπου ηξιώθητε τοιούτου διδασκάλου και δεσπότου και διακονίας τοιούτων μυστηρίων και της κοινωνίας των διωγμών και παθημάτων Του, δια να γίνετε κοινωνοί της δόξης και Βασιλείας Του".
Αφού τους ανήγγειλε περί των τελευταίων γεγονότων, τους εζήτησε να ψάλλουν τους επιταφίους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεόν ευχαριστίες της. "Ευλογώ σε", έλεγε, "Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου Σου Πατρός και υιέ ιδικέ μου, της δούλης Σου, χάρις εις την φιλανθρωπίαν Σου. Ευλογώ σε όπου μας λύτρωσες εκ της κατάρας και αντ' αυτής μας έδωσες την ευλογίαν. Ευλογώ σε τον αίτιον όλων αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητος να γνωρίσωμε τον Πατέρα Σου και το συνάναρχόν Σου και ζωοποιόν Πνεύμα. Ευλογώ σε Λόγε όπου ευλόγησες την γαστέρα μου κατοικών εν αυτή δι' ανεκφράστου τρόπου. Ευλογώ σε όπου τοιουτοτρόπως μας ηγάπησες ώστε και υπέρ ημών να σταυρωθής και να αποθάνης. Ευλογώ σε όπου κατέστησες μακαρία την κοιλία μου και πιστεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα περί των οποίων μου έχεις μιλήσει".
Εις τούτα τα λόγια ακολούθησε ευθύς η παράδοξος κάθοδος του Υιού της συνοδευομένου υπό των Προφητών, των Πατριαρχών και όλων των Δικαίων, προπορευόμενων των Αγγέλων και Αρχαγγέλων και των λοιπών Αγγελικών δυνάμεων. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι εγέμισε. Όλα εκείνα όπου η Παρθένος προεγνώριζε, τότε τα έβλεπεν οφθαλμοφανώς, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος αυτών των θαυμασίων, ο καθείς αναλόγως της αγιότητός του. Έτσι η δευτέρα κατάβασις έγινε ενδοξοτέρα και φρικωδεστέρα της πρώτης, και προφανεστέρα δι' όσους διέθεταν όρασι πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρίσταντο μετά φόβου, ιεραρχικώς κατά τάξιν. Θεωρούσαν μετά φόβου όχι μικροτέρου (ίσως μεγαλυτέρου εκείνου θα έλεγα, αν επιτρέπετο), εκπληττόμενοι δια την δευτέρα Αυτού κένωσι και συγκατάβασι. Ότι έγινε άλλοτε προς χάριν ολοκλήρου του γένους των ανθρώπων, τώρα για μία μόνον ψυχή, για μία μόνον γυναίκα συντελείτο ένα τοιούτο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρά και πολυάριθμος όπως άρμοζε δια την άφιξι του Δεσπότου και την αναχώρησι της Δεσποίνης, αλλά η θέασις των συντελουμένων, ως είπα ήδη, εγίνετο μόνον από τους καθαρθέντας, αν και η παρουσία του Δεσπότου ήταν ακατανόητος και εις αυτούς τους Μαθητάς και Αποστόλους που ήσαν πεπληρωμένοι από την δύναμι της κατοικούσης εις αυτούς χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Παρίστατο εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως τεθεωμένη, λαμπροτέρα της αστραπής και της λάμψεώς της εις το Θαβώρ, αλλά μικροτέρα της φυσικής της λαμπρότητος ενώ οι Απόστολοι ήσαν ωσάν νεκροί. Ο Κύριος ευθύς τους λέγει "ειρήνη υμίν", όπως άλλοτε όταν εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, εις τον ίδιον αυτόν οίκον όπου συνήχθησαν και τότε και τώρα, τον οίκον του Ιωάννου, οπού τότε τους συγκέντρωσε δια τον φόβον των Ιουδαίων και σήμερον τους συνήγαγε δια την γεννήσασα τον Κύριον, η οποία και κατοικούσε εις αυτόν μετά του ηγαπημένου και παρθένου μαθητού, του δεύτερου και θετού υιού της.
Ακούοντες οι Μαθηταί αυτή την γλυκεία, την πραεία και γνώριμο φωνή, ανέλαβαν θάρρος εις το σώμα και εις την ψυχή και, όσο τους ήτο δυνατόν, ύψωσαν τα μάτια τους ως προς τον δίσκον του ηλίου, την ώρα όπου Εκείνος χαμήλωνε ολίγο την λαμπρότητα της ανατολής Του και τους περιέλαμπε μετά φωτισμού μετριοτέρου.
Αλλά ας σταθούμε ολίγον εις τα επιθανάτια Αυτής ωσάν επρόκειτο περί των επιθαλαμίων, ή μάλλον, ως άλλοτε κατά τον θάνατον του Υιού της εξεδηλώσαμε την λύπην μας, έτσι και τώρα πολύ περισσότερο κατά την κοίμησίν της ας εκφράσωμεν την χαράν μας την πλήρη ευτυχίας και δόξης. Ας είπωμε πως, τώρα όπως και άλλοτε, η ψυχή της ευρίσκεται σε μια συγκίνησι πελώρια και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητος και σπεύδει να απομακρυνθεί από του σώματος ώστε το γρηγορότερον να ευρεθή μετά του Υιού της και να προσπέσει εις τας χείρας Του και να αναχωρήση μετ' Αυτού. Πώς ήτο δυνατόν να υπομείνη την χαράν αυτήν, όπως την λύπην τον καιρόν του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να ειπούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέγομεν αυτό για να μην πούμε καινοφανή διδάγματα.
Εδάκρυσε, και πάλι έγινε ανωτέρα των δακρύων από την μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, βλέπουσα μετά σώματος Εκείνον, όπου ολίγο παλαιότερον τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπάται, και ενώ περιεβάλλετο υπό τόσων μυριάδων Αγγέλων, υπό τόσης λαμπρότητος και τόσης δόξης. Έβλεπε το πρόσωπον και την μορφήν Εκείνου του άλλοτε εμπαιζομένου και καταπτυομένου, του περιβαλλομένου την πορφύραν χλαίναν της εντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόσην αξία και λαμπρότητα. Αυτόν όπου δεν είχεν είδος ουδέ κάλλος, τώρα να αστράπτη από το κάλλος της καλλοποιού θεότητός Του, τον άλλοτε νεκρόν όπου κατεδικάσθη ως αντίθεος, τον έβλεπε Θεόν και Βασιλέα και Κριτήν των πάντων, αθάνατον και ανίκητον. Ω, πως διεμοιράζετο και πάλι μεταξύ των αντιθέτων, όπως και εν τω καιρώ της Σταυρώσεως. Το όραμα την εγέμιζεν ευφροσύνη, υπερέχαιρεν η ψυχή της, αλλά συνεστέλλετο αναχωρούσα προς εκείνη την δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερον από πριν Εκείνον όπου την εδόξασε. Προσηύχετο δια τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντας, ικέτευε για τους απανταχού πιστούς ή μάλλον υπέρ παντός του κόσμου και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβη από τον Δεσπότην κάποιο λόγον ή κάποιο σημείον ως εγγύησι της σωτηρίας των, απλώνουσα ικετευτικώς τα χέρια εκείνα με τα οποία Τον ενηγκαλίζετο, κινούσα την γλώσσαν εκείνη και τα χείλη με τα οποία Τον ησπάζετο, υπενθυμίζουσα τον θηλασμόν Του, και κλαίουσα από ευτυχία, έκαμε το παν, μιγνύουσα αποχαιρετιστηρίους λόγους και προσευχάς. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά, οι Απόστολοι αντιφωνούν με την δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιον στόμα η υπεραγία ψυχή της, ωσάν σε ύπνο, παραδίδεται εις τον Υιόν της, διαφεύγουσα τις ωδίνες του θανάτου όπως τις διέφυγε και κατά την γέννησι ή μάλλον με την ίδια και μεγαλυτέρα χαρά, και όπως τότε όταν ανεκφράστως προήρχετο εξ αυτής ο Υιός και Θεός της και τώρα όπου αυτή εξήρχετο προς τον Θεόν ο οποίος παρίστατο όχι μόνο νοερώς αλλά και αισθητώς.
Ευθύς, όλοι οι Άγγελοι και μερικές άλλες αγγελικές δυνάμεις άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν εξήρχετο κάποια άφθονος και ανεξήγητος ευωδία, ενώ το σώμα περιεβάλλετο από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας εγέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστον ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένον, οι μαθηταί και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετ' ολίγον ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα περί αυτόν λειτουργικά πνεύματα έλαβαν την ψυχή, ενώ οι μαθηταί το σώμα.
Πάλιν άρχισαν οι ιερές υμνωδίες και θεολογίες των Αποστόλων στις οποίες επεδίδετο ο καθείς χωριστά ή και όλοι από κοινού. Ο Πέτρος και ο Παύλος καλούσε ο ένας τον άλλον δια την προσευχή και αγωνίζοντο μεταξύ τους ποίος θα δώση την τιμή της πρωτοκαθεδρίας εις τον άλλον. Ο Παύλος τελικώς επιβάλλεται, ο Πέτρος πείθεται και λαμβάνει την πρώτη θέσι και αρχίζει την προσευχή. Έτσι λοιπόν, ο Πέτρος, ως κορυφαίος των Αποστόλων, προεξήρχε όχι μόνο της προσευχής αλλά και της υμνωδίας, ενώ συνυπηχούσε και ο υπόλοιπος χορός των μαθητών. Αυτή ήταν η κοινή τους υμνωδία, υπήρχε όμως και ιδιαίτερος ύμνος όπου τον απηύθυνε ο καθένας χωριστά. Εκ νέου, μετά από όλους τους ιεράρχας όπου ακολούθησαν τους θεολόγους, ο ιερός και μέγας Ιερόθεος, ηγέρθη εις το μέσον όλων, όχι μόνο δια των λόγων αλλά και δια των νοημάτων, εξήλθε εαυτού για να μετάσχη εις την μετάστασι.
Αυτή ήταν η ευταξία και η ευρυθμία των επικηδείων ύμνων. Ποίος όμως λόγος θα ημπορούσε να εκφράση την λύπη και τον πόθο του μεγάλου πλήθους, την τιμή όπου ήθελαν να εκδηλώσουν, με τα δάκρυά τους, με τον ζήλον τους, και προπαντός το μέγα πλήθος των θαυμάτων;
Οι Απόστολοι ευρίσκοντο πολύ πλησίον και περιέβαλλον τον κράββατο, εγγίζοντες άλλος εκείνο το μέλος, ενώ όλοι την κατησπάζοντο πανευλαβώς. Μετά από αυτούς, ήταν ο κύκλος των πρώτων μαθητών και των μαθητριών. Ο τρίτος κύκλος απετελείτο από άνδρες και γυναίκες και όλοι όσοι είχαν κάποια μεγαλυτέρα οικειότητα ή ευλάβεια προς την Παναγία.
Ακολούθησαν όλοι οι ευσεβείς με την ίδια πίστι, και αρκετοί έλληνες και ιουδαίοι, εκ των οποίων άλλοι περιγελούσαν και άλλοι εθαύμαζον. Όλοι, ως ένας ποταμός, με μία μόνη εκβολή, συνέρρεαν και περιέβαλλαν την κλίνη, συνωθούμενοι και αλληλοαπωθούμενοι, όπως τα πλοία μέσα σε μια λίμνη μάλλον παρά εις ένα κυματοφόρο πέλαγος.
Οι Απόστολοι έψαλλαν τους επικηδείους ή προπεμπτηρίους ύμνους, ενώ όλοι από κοινού ανέπεμπον προς την Παναγία παρακλήσεις. Εις τους ύμνους ανεμιγνύετο ο θαυμασμός, και γι' αυτό εις τα δάκρυα εμιγνύοντο δάκρυα, εις τα δάκρυα του χωρισμού τα δάκρυα της χαράς, εις τα δάκρυα της αναχωρήσεως τα δάκρυα της ευχαριστίας. Καθένας όπου είχε μία ευχή ή μια συμφορά ή και τα δύο, ήθελε να εγγίση τα πόδια του αχράντου εκείνου σώματος, γιατί δεν τολμούσαν να ασπασθούν κάποιο άλλο από τα μέλη της. Ως δεύτερο σημείο οπού θα ημπορούσαν να ασπασθούν, ήταν κάποιο από τα υφάσματα που την εκάλυπταν ή και αυτή την κλίνη, ενώ άλλοι αναγκάζοντο να αρκεσθούν μόνον εις την θέα της ή και της προσκυνήσεώς της, όπως οικονομείτο ο καθείς από την Παναγία.
Η αφή, πολλές φορές δε και μόνη η θέα και η προσκύνησις, εγίνοντο αφορμή εκπληρώσεως των αιτημάτων της προσευχής και θεραπείας κάθε ασθενείας όχι μόνον του σώματος αλλά και της ψυχής. Οφθαλμοί τυφλών, ώτα κωφών, πόδια χωλών και εις άλλους άλλα μέλη εθεραπεύθησαν και όσοι ήσαν εμπεπλεγμένοι εις όλες τις συμφορές εχάρισεν όλα τα καλά. Έδιδε την υγεία και εις όσους ήσαν άρρωστοι ψυχικά και ευεργετούσε πλουσιοπαρόχως τους ψυχικώς υγιείς, θεραπεύουσα τους πρώτους και αγιάζουσα τους δεύτερους. Αυτά απελάμβαναν οι άνθρωποι κατά την Μετάστασι της Παναγίας.
Η άψυχος όμως κτίσις τι εδέχετο; Όπως και κατά το Πάθος του Υιού της συνεταράσσετο επειδή δεν το υπέφερε, έτσι και τώρα εκ του αντιθέτου επί τη Μεταστάσει αγάλλετο και υπερέχαιρε. Ο αέρας και ο ουρανός ήσαν λαμπρότεροι και χαριέστεροι του συνήθους. Ο πρώτος διεστέλλετο λόγω της αγαλλιάσεώς του επί τη αναχωρήσει και τη αναβάσει της ψυχής, ενώ ο δεύτερος από μακρόθεν άνοιγε τις πύλες συναγαλλόμενος, επειδή θα εγίνετο κατοικία αυτής της ψυχής, και οι δύο συγχρόνως καθαγιάζοντο. Ομοίως ετιμάτο και η γη, όχι μόνον επειδή η Παναγία ήταν δικός της κάτοικος, αλλά και δια την ταφή και την κατάθεσι του σκήνους εκαύχετο, επειδή έγινε δοχείον του θεοδόχου σώματος. Αλλά και το νερό δεν υστερείτο της ευλογίας, γιατί και αυτό αγιάζετο επειδή εχρησιμοποιείτο. Μήπως είχε ανάγκη καθαρισμού εκείνο το σώμα; Όμως όπως ο Υιός της καθάριζε το νερό που εχρησιμοποιούσε δια της αγιότητός Του, έτσι εγίνετο και με την απόνηψι την ιδικήν της. Έτσι το νερό που χρησιμοποιούσε η Παναγία όχι μόνο καθάριζε και εγίνετο πάναγνο, αλλά και δια τους άλλους καθίστατο λούσμα αγιαστικόν.
Τι έγινε εις την συνέχεια; Το σώμα τυλίσσεται σε σινδόνα και αρρωματίζεται, όπως άλλοτε και του Υιού της, υπό διακονισσών παρθένων όπου είχαν σώματα και ψυχές αγνότατες, και οι οποίες, διακονούσαι μυσταγωγικώς την ευπρέπειαν της Παναγίας, ευπρεπίζοντο και αγιάζοντο ψυχικώς οι ίδιες υπ' Αυτής. Έτσι η Παναγία, όπου είναι η κλίνη του Βασιλέως Χριστού, ενεπετέθη εις την κλίνη. Τότε την περικυκλώνουν οι δυνατοί, όχι μόνον εξήκοντα, αλλά όλοι οι χοροί των Αποστόλων και των μαθητών, όλοι οι ισχυροί τω πνεύματι. Ανάπτουν λαμπάδες και χύνουν μύρα εις την νοητήν λαμπάδα όπου μας φωτίζει όλους, εις την χρυσή λυχνία, εις την ευωδία του ανθρωπίνου γένους. Έτσι φωτίζεται και ευωδιάζεται ο οίκος, ενώ και πάλι προστρέχουν τα πλήθη, ή μάλλον ολόκληρο το σπίτι γίνεται φως, ένα πνεύμα, μια ευωδία, από την λάμψι και ευωδία όπου εκπέμπει το σώμα. Το σπίτι είναι μέσα εις την αγαλλίασι και δοξάζεται περισσότερον από τα θαύματα, διότι τώρα πλέον, όχι μόνον εκείνοι όπου εγγίζουν το σώμα ή την κλίνη, αλλά και όσοι εγγίζουν μετά πίστεως τους τοίχους του σπιτιού και ζητούν την δύναμι της Παναγίας, λαμβάνουν την θεραπεία κάθε πάθους και ασθενείας τους.
Κατόπιν μεταφέρεται το υπερουράνιο εκείνο σώμα, όπου εβάστασε την αχώρητο εκείνη φύσι και εδέχθη την απερίγραπτο, η έμψυχος εκείνη κιβωτός όχι δια των χειρών των ιερέων, όπως η κιβωτός της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά δια των χειρών και των ώμων ιεραρχών και Αποστόλων, δι' ανθρώπων επί της γης και Αγγέλων εκ των ουρανών, ψαλλόντων τα επικήδεια άσματα, ή μάλλον δια να κυριολεκτήσωμε, έψαλλαν νικητήρια και επιτάφια και επιθαλάμια άσματα, επειδή είχε ήδη κερδίσει την νίκη εφ' όλης της φύσεως και εβασίλευεν εφ' όλης της κτίσεως.

Η Παναγία κατέβαινεν εις την γη, υποχωρούσα εις τον νόμο της φύσεως, αλλά, όπως ήτο υπεράνω της φύσεως, μετέβαινε πλησίον του Υιού και Νυμφίου της, εις τον εκεί ευρισκόμενον θείον θάλαμον, όπου είναι άβατος εις τους άλλους, ενώ οι Άγγελοι την συνώδευαν εις τον επουράνιο Θρόνο του Θεού, Αυτήν όπου είναι ο εν σαρκί θρόνος Του, εις τα άνω βασίλεια την βασίλισσαν των πάντων. Έψαλλον ύμνους υποδοχής, εκραύγαζον δοξολογίες, υπεβάσταζαν την κλίνη και εγέμιζαν τον αέρα με πνοές αγνές και ευώδεις, σκιάζοντες γύρωθεν την Αγία των Αγίων, την αιτία της συγχωρήσεως πάντων, το φρικτό μυστήριο, το νέον εργαστήριον, όπου ηνώθησαν η θεία και η ανθρωπίνη φύσις.