Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ:  



Μέσα στην πολύβουη εποχή μας και τον θόρυβο των ημερώνû ανάμεσα στις μεγαλόφωνες φανφάρες και τις πολυποίκιλες και ενοχλητικά δαπανηρές φιέστες και κωμικοτραγικές, ανά το πανελλήνιο, εκδηλώσειςû απέναντι στην αναβίωση της ειδωλολατρίας και της προσφοράς λατρείας στον Βάκχο και τον Διόνυσο, την μέθη, την κραιπάλη, την προκλητικότητα των καρναβαλικών εκδηλώσεωνû η Αγία μας Εκκλησία, φιλόστοργος μήτηρ και οικονόμος σοφός των αξιών της ζωής, καταθέτει και πάλι την δική της πρόταση. Πρόταση που δεν περιορίζει τη δράση του ανθρώπου μέσα στα στενά όρια του εφήμερου, του επιφανειακού, του σαρκικού, αλλά,  αναγάγει πέρα απ’ όλα αυτά. Συνιστά πορεία με προοπτική αιωνιότητος. Προτείνει, σε κραυγαλέα αντίθεση με το κατευθυνόμενο κοσμικό τυπικό, την περισυλλογή, των κατευνασμό των παθών, την ισορρόπηση των αντιθέσεων. Αντιπαραθέτει στους αγώνες της επίδειξης και της λαγνείας, αγώνας πνευματικούς, αγώνας αρετήςû καλλιέργεια και άσκηση περισυλλογής, νηστείας και εγκράτειας...



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ



Το ανθρώπινο γένος στο πρόσωπο του παλιού Αδάμ έπεσε, όταν αμάρτησε απέναντι στην αγάπη· κι η φοβερή κρίση του Θεού θα είναι μια κρίση για την ανθρώπινη αγάπη.
Ο άνθρωπος είχε προσκληθεί στην πλήρη αντίληψη, σε μια ενότητα ολόκληρης της ζωής του με το Θεό μέσω της αγάπης αλλά έπεσε επειδή θέλησε να μάθει το μυστήριο του είναι με την κρύα λογική του και την τυφλωτική αντίληψη της σάρκας. Και έγινε σάρκα, το πνεύμα σβήστηκε ενώ ο φυσικός άνθρωπος θριάμβευσε μέσα του, κι έγινε αυτό που γνωρίζουμε τους εαυτούς μας να είναι: κάτοχος ενός αβέβαιου, ψεύτικου είδους κατανόησης του μυαλού κι ενός μεθυστικού είδους αντίληψης του σώματος.
Τη γνώση όμως εκείνη που ο άνθρωπος είχε κληθεί να αποκτήσει μέσα στην ενότητά του με το Θεό, με την ενατένιση των μυστηρίων της ζωής και της ύπαρξης στο βάθος του Θεού την έχασε – όπως τη χάνει και τώρα – όταν αμάρτησε απέναντι στην αγάπη.
Το Ευαγγέλιο της περασμένης Κυριακής ήταν για τη Μέλλουσα Κρίση. Η κρίση αυτή βασιζόταν αποκλειστικά στην ερώτηση αν ήμασταν ικανοί ν’ αγαπάμε όταν ζούσαμε στη γη: «Έθρεψες τους πεινασμένους, συμπόνεσες όσους κρύωναν, έντυσες τους γυμνούς, είχες το θάρρος να επισκεφτείς τους φυλακισμένους, είχες δείξει έλεος και αγάπη;» Αυτή είναι η μόνη κρίση για την οποία μιλάει ο Κύριος. Ρωτάει μόνο τι είδους καρδιά είχαμε, αν πάνω στη γη ήμασταν ικανοί ν’ αγαπήσουμε με όλο το πλάτος της γήινης αγάπης και με μια ζωντανή, ανθρώπινη καρδιά γεμάτη συμπάθεια, στοργή και συμπόνια. Η φοβερή κρίση είναι τρομακτική διότι δε θα απαιτήσει τίποτα από μας. Θα σταθούμε απλώς μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και τότε εμπρός στο πρόσωπο της θεϊκής αγάπης, σ’ ένα πεδίο όπου δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από την αγάπη, όπου η αγάπη εκφράζει όλο το νόημα του είναι, αυτό που είναι καλό μέσα μας θα θρηνήσει διότι ποτέ δεν το αφήσαμε ελεύθερο, ποτέ δεν το αφήσαμε να εκφραστεί στην πληρότητά του, διότι σκοτώσαμε την αγάπη για χάρη της κρύας λογικής μας και των πειρασμών της σάρκας.
Σήμερα λοιπόν, θυμούμενοι την πτώση του Αδάμ μπορούμε πολύ εύκολα να φανταστούμε το πως έχυσε πικρά δάκρυα εμπρός από τις πύλες του παραδείσου. Οι πύλες αυτές του παραδείσου είναι οι πύλες οι οποίες είναι κλεισμένες σε εκείνον ο οποίος έχει αποτύχει στην αγάπη. Πόσο συχνά δε νιώθουμε κι εμείς κάτι παρόμοιο: η οικογένεια διαλύεται και κάποιος θρηνεί μπροστά στις κλειστές πύλες του παραδείσου επειδή η αγάπη δεν μπόρεσε να σταθεί και να θριαμβεύσει, επειδή τίποτα δεν έχει μείνει εκτός από ψυχρότητα και απομάκρυνση· πεθαίνει ίσως μια φιλία κι ένας άνθρωπος στέκεται στον παγωμένο κόσμο μιας σβησμένης αγάπης και μιας κλειστής καρδιάς.
Δε γνωρίζουμε κι εμείς τον πόθο εκείνο του Αδάμ για τον οποίο η εκκλησία ψάλλει με τόσο μεγάλο πόνο; Δεν έλκεται η ψυχή μας προς το Θεό, προς τα αγαπημένα μας πρόσωπα, και δε μας κλείνεται η πόρτα κατάφατσα επειδή η αγάπη μας δεν είναι αρκετή, επειδή η ψύχρα και η απολίθωση των καρδιών και του μυαλού μας είναι τόσο δυνατές;
Τι πρέπει να κάνουμε όμως; Πως να ξεφύγουμε από τη φρίκη αυτή; Την απάντηση μας τη δίνει το σημερινό Ευαγγέλιο. Το να μάθουμε ν’ αγαπάμε έξαφνα, ανεπιφύλακτα, το ν’ ανοίξουμε τις καρδιές μας, ν’ ανοίξουμε τις ζωές και τις ψυχές μας στο Θεό και τους ανθρώπους είναι πέρα από τις δυνάμεις μας, μπορούμε όμως τουλάχιστο ν’ αρχίσουμε από τα μικρά- μπορούμε, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος (Ρωμ. 14.1) να αρχίσουμε να δεχόμαστε ο ένας τον άλλο σαν «ασθενούντας», όπως ακριβώς ασθενείς είμαστε και εμείς. Αυτή είναι η αρχή της συγχώρησης.
Είμαστε ανίκανοι να συγχωρούμε ώστε να μην παραμένει πόνος και φρίκη, μπορούμε όμως ν’ αρχίσουμε να συγχωρούμε, μπορούμε να πούμε: «Σε δέχομαι όπως είσαι· παρ’ όλη σου την ψυχρότητα και την πικροχολία, την κακοτροπία και την ασχήμια δε θα σε αποστραφώ· είσαι ο αδελφός μου, η αδελφή μου, η μητέρα μου, ο πατέρας, ο φίλος μου. Θα ανεχτώ την ψυχρότητά σου, θα ανεχτώ τα πάντα, θα τα υποφέρω. Προς το παρόν αυτό είναι όλο που μπορώ να κάνω- δεν είμαι ικανός να σε αγαπήσω, μπορώ όμως να σε αποδεχτώ. Μπορώ να σε δεχτώ όπως και ο Χριστός δέχτηκε το σταυρό, τον άσπλαχνο, βασανιστικό σταυρό, και να σε μεταφέρω με μαρτύριο και θλίψη στους ώμους μου».
Δεν είναι βέβαια όλους που πρέπει να υπομείνουμε με τόσο πόνο και λύπη. Πολλούς μπορούμε να μεταφέρουμε με χαρά· κι ας μην ξεχνάμε όλους όσους μεταφέρουν εμάς με στοργή, με συμπόνια, με αγάπη.
Αν δεν μπορούμε να συγχωρέσουμε τέλεια ας λυπηθούμε τουλάχιστο τον άλλο που είναι αμαρτωλός όπως ακριβώς και εμείς, που είναι εξ ίσου μ’ εμάς ασθενικός και ανίσχυρος, το ίδιο ανίκανος ν’ αγαπήσει, το ίδιο ανίκανος να συγχωρέσει, να ζήσει. Ας δεχτούμε ο ένας τον άλλο με την αγάπη του σταυρού, και ας μπούμε στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή χαιρόμενοι που μας δόθηκε να προχωρήσουμε μαζί προς τη σωτηρία, προς την ημέρα που με τη χάρη και τη δύναμη του Θεού, τη στοργή και την αγάπη και την παρηγοριά του Θεού θα μπορέσουμε κι εμείς να γίνουμε καλά και να γνωρίσουμε την πλήρη συγχώρηση, την τέλεια αγάπη και μέσα από τις στενές πύλες θα έχουμε φτάσει στη Βασιλεία του Θεού.
Σημ. Την Κυριακή αυτή μνημονεύουμε την Εξορία του Αδάμ από τον Παράδεισο της τρυφής.


Σάββατο, 22 Φεβρουαρίου 2014

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΣ

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ ΕΝ ΛΙΣΒΟΡΙΩ: ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΣ:


ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΣΙΣ

Αυτό-αποθέωση,
Φαρισαϊκή,  και ζωή «εις χώραν μακράν»,
εγωκεντρισμός και καταπάτηση της «πατρικής αγάπης», είναι οι παράγοντες οι
οποίοι  μας κατευθύνουν στην αποδημία του
Ασώτου και οδηγούν, στην  με μαθηματική
ακρίβεια αποδεδειγμένη, καταστροφική πορεία της προσωπικής μας εξορίας.
          Αυτό το μήνυμα σαλπίζει η Εκκλησία
μας, τις δυο προηγούμενες Κυριακές - Τελώνου και Φαρισαίου  και Ασώτου - της πρώτης της, «προφωνήσημης»
όπως ονομάζεται περιόδου του Τριωδίου...


ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΔΩ

Κυριακή της Απόκρεω

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΡΙΣΗ

 Alexander Schmemann

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Πορεία προς το Πάσχα
Μετάφραση από το Αγγλικό: ΕΛΕΝΗ ΓΚΑΝΟΥΡΗ
«ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ»

       Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται Κυριακή της Απόκρεω γιατί στη διάρκεια της εβδομάδας που ακολουθεί αρχίζει μια περιορισμένη νηστεία - αποχή κρέατος» - όπως παραγγέλλουν τα λειτουργικά βιβλία. Αυτή η παραγγελία γίνεται κατανοητή μόνο μέσα στο φως όσων είπαμε παραπάνω για τα νόημα της προετοιμασίας. Η Εκκλησία αρχίζει να μας «προσαρμόζει» στη μεγάλη προσπάθεια που θα απαιτήσει άπα μας επτά μέρες αργότερα. Σταδιακά μας βάζει στο μεγάλο αγώνα, γιατί γνωρίζει την ευπάθεια μας και προβλέπει την πνευματική μας αδυναμία.
Την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω, η Εκκλησία μας καλεί σε μια παγκόσμια ανάμνηση όλων «των απ' αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, έπʹ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου». Αυτή πραγματικά είναι η μεγάλη μέρα της Εκκλησίας κατά την οποία προσευχόμαστε για τα κοιμηθέντα μέλη της. Για να καταλάβουμε το νόημα που υπάρχει στη σχέση της Μεγάλης Σαρακοστής και της προσευχής για τους κοιμηθέντες θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Ο Χριστός δεν άφησε στους μαθητές Του μια διδασκαλία ατομικής σωτηρίας, αλλά την «καινή εντολή» του «αγαπάτε αλλήλους» και πρόσθεσε: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (ωαν. 13,35). Η αγάπη επομένως είναι το θεμέλιο και η ουσία της ζωής της Εκκλησίας η Οποία, κατά τον γιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, είναι «ενότητα πίστεως και αγάπης». Αμαρτία είναι πάντοτε η απουσία της αγάπης, και επομένως είναι ο χωρισμός, η απομόνωση, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Η νέα ζωή που μας έδωσε ο Χριστός και που μεταβιβάζεται σε μας δια της Εκκλησίας είναι πάνω απ' όλα μια ζωή συνδιαλλαγής, «συναγωγής εις ενότητα όλων των διεσκορπισμένων», η αποκατάσταση της θραυσμένης από την αμαρτία αγάπης.
Αλλά πως είναι δυνατό νʹ αρχίσουμε ποτέ την επιστροφή μας στα Θεό και τη συμφιλίωση μας μʹ Αυτόν, αν από μέσα μας δεν ξαναγυρίσουμε στη μοναδική καινή εντολή της αγάπης; Η προσευχή για τους «κεκοιμημένους» είναι μια βασική έκφραση της Εκκλησίας σαν αγάπης. Ζητάμε από το Θεό να θυμηθεί αυτούς που και ‘μείς θυμόμαστε και τους θυμόμαστε ακριβώς γιατί τους αγαπάμε. Προσευχόμενοι γιʹ αυτούς τους συναντάμε «εν Χριστώ, ο οποίος αγάπη εστίν» και που - ακριβώς επειδή είναι Αγάπη - ξεπερνάει τα θάνατο που είναι η τελική νίκη του χωρισμού και της έλλειψης της αγάπης. Μέσα στο Χριστό δεν υπάρχουν ζωντανοί και πεθαμένοι γιατί όλοι είναι «ζώντες εν Αυτώ». Αυτός είναι η Ζωή και αυτή η Ζωή είναι το φως του ανθρώπου. Αγαπώντας το Χριστό αγαπάμε όλους εκείνους που βρίσκονται εν Αυτώ. Αγαπώντας αυτούς που είναι εν Αυτώ, αγαπάμε το Χριστό. Αυτός είναι ο Κανόνας της Εκκλησίας, που φανερώνεται με τις προσευχές που κάνει για τους κοιμηθέντες. Πραγματικά η «εν Χριστώ» αγάπη μας είναι εκείνη που τους διατηρεί πάντα ζωντανούς γιατί τους διατηρεί «εν Χριστώ» Πόσο αλήθεια, λανθασμένοι - απελπιστικά λανθασμένοι - είναι όσοι από τους δυτικούς χριστιανούς η έχουν περιορίσει τις προσευχές τους για τους κοιμηθέντες σε ένα νομικό δόγμα «περί αμοιβών» και «ικανοποιήσεως», η τις αρνούνται σαν άχρηστες. Η μεγάλη αγρυπνία «υπέρ των Κεκοιμημένων» το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω είναι ένας τύπος ακολουθίας για την ανάμνηση των «προαπελθόντων» που επαναλαμβάνεται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής.
Είναι η αγάπη και πάλι που αποτελεί το θέμα της Κυριακής της Απόκρεω. Ευαγγελικό ανάγνωσμα της μέρας είναι η παραβολή του Χριστού για την Τελευταία Κρίση (Ματθ, 25, 31‐46). Όταν ο Χριστός θα έρθει να μας κρίνει ποιο θα είναι το κριτήριο Του; Η παραβολή μας δίνει την απάντηση∙ η αγάπη - όχι ένα απλό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για μια αφηρημένη δικαιοσύνη και για κάποιους, ανώνυμους «φτωχούς», αλλά η συγκεκριμένη και προσωπική αγάπη για τον άνθρωπο, για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο με το οποίο ο Θεός με φέρνει σε επαφή στη ζωή μου. Αυτη η διάκριση είναι πολύ σημαντική γιατί σήμερα όλο και περισσότεροι χριστιανοί έχουν την τάση να ταυτίζουν τη χριστιανική αγάπη με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές φροντίδες. Με άλλα λόγια, έχουν την τάση να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το μοναδικό πρόσωπο και το μοναδικά προσωπικό προορισμό του στις ανώνυμες οντότητες όπως είναι οι «τάξεις» οι «φυλές» κ.λ.π. Όχι ότι αυτές οι φροντίδες είναι λανθασμένες. Είναι φανερό ότι οι χριστιανοί μέσα στην πορεία της ζωής τους, μέσα στις ευθύνες τους σαν πολίτες, σαν επαγγελματίες κ.λ.π., καλούνται να φροντίζουν, όσο οι δυνατότητες και η κατανόηση τους επιτρέπουν περισσότερο, για μια δίκαιη, σταθερή και γενικά πιο ανθρώπινη κοινωνία. Όλα αυτά, σίγουρα, προέρχονται από τη χριστιανική αγάπη. Αλλά η χριστιανική αγάπη, αυτή καθαυτή είναι κάτι διαφορετικά και αυτή η διαφορά θα γίνει κατανοητή και θα διαφυλαχθεί αν η Εκκλησία διατηρήσει τη μοναδική αποστολή της και δε γίνει μια συνηθισμένη «κοινωνική υπηρεσία» που ασφαλώς δεν είναι στη φύση της.
Η χριστιανική αγάπη είναι η «δυνατή αδυνατότητα» να βλέπω το Χριστό στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, και τον οποίο ο Θεός, μέσα στο αιώνιο και μυστηριώδες σχέδιό Του, έχει αποφασίσει να φέρει μέσα στη ζωή μου έστω και για λίγες στιγμές να τον φέρει κοντά μου, όχι σαν μια ευκαιρία για «καλή πράξη» η για εξάσκηση της φιλανθρωπίας μου, αλλά σαν αρχή μιας αδιάκοπης συντροφιάς μέσα στον ίδιο το Θεό.
Αληθινά τι άλλο είναι αγάπη παρά αύτη η μυστηριώδης δύναμη που ξεπερνάει τα τυχαίο και το εξωτερικό στον «άλλο» - ξεπερνάει δηλαδή την εξωτερική του εμφάνιση, την κοινωνική του θέση, την εθνική του καταγωγή, τη διανοητική του ικανότητα - και φτάνει στην ψυχή του, τη μοναδική και μοναδικά προσωπική «ρίζα» της ανθρώπινης ύπαρξης, το αληθινό κομμάτι του Θεού μέσα του; Αν ο Θεός αγαπάει κάθε άνθρωπο είναι ακριβώς γιατί Αυτός μόνο γνωρίζει τον ατίμητο και απόλυτα μοναδικό θησαυρό, την «ψυχή» η το «πρόσωπο», που έδωσε στον κάθε άνθρωπο. Η χριστιανική αγάπη λοιπόν είναι η συμμετοχή σʹ αυτή τη θεϊκή γνώση, είναι το δώρο αυτής της θεϊκής αγάπης. Δεν υπάρχει «απρόσωπη» αγάπη γιατί αγάπη είναι η υπέροχη ανακάλυψη του «προσώπου» στον «άνθρωπο», η ανακάλυψη του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου μέσα στο σύνολο γενικά. Είναι η ανακάλυψη σε κάθε άνθρωπο αυτού που τον κάνει «αξιαγάπητο» και που είναι δοσμένο από το Θεό.
Από αυτή την άποψη η χριστιανική αγάπη είναι μερικές φορές τα αντίθετο από την «κοινωνική δραστηριότητα» με την οποία συχνά σήμερα ταυτίζεται ο Χριστιανισμός. Για έναν άνθρωπο με κοινωνική δραστηριότητα το αντικείμενο της αγάπης δεν είναι το «πρόσωπο» αλλά ο «άνθρωπος, μια δηλαδή αφηρημένη μονάδα μιας, όχι λιγότερο, αφηρημένης Ανθρωπότητας». Αλλά για το Χριστιανισμό, ο άνθρωπος είναι «αξιαγάπητος» ακριβώς γιατί είναι πρόσωπο. Εκεί το πρόσωπο χάνεται μέσα στον άνθρωπο εδώ ως άνθρωπος θεωρείται μανό το πρόσωπο. Ο «κοινωνικός εργάτης» δεν ενδιαφέρεται για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και άνετα τα θυσιάζει για το «γενικό συμφέρον». Ο Χριστιανισμός μπορεί να φαίνεται ότι είναι - και σε μερικές περιπτώσεις πραγματικά είναι - μάλλον διστακτικός γιʹ αύτη την αόριστη Ανθρωπότητα, αλλά διαπράττει θανάσιμη αμαρτία εναντίον του εαυτού του κάθε φορά που αδιαφορεί και δεν αγαπάει το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η κοινωνική δραστηριότητα είναι πάντοτε «φουτουριστική» στην προσέγγιση της. Ενεργεί πάντα στο όνομα της δικαιοσύνης, του νόμου, της ευτυχίας που πρόκειται να έρθει, να κερδιθεί. Ο Χριστιανισμός ελάχιστα ενδιαφέρεται γιʹ αυτό το προβληματικό μέλλον αλλά βάζει όλη την έμφαση στο τώρα, που είναι ο μόνος αποφασιστικός χρόνος για αγάπη. Οι δυο αυτές στάσεις δεν αποκλείουν η μια την άλλη αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Οι χριστιανοί βεβαιότατα, έχουν ευθύνες απέναντι «στον κόσμο τούτο» και πρέπει να τις εκπληρώσουν. Ακριβώς αυτή είναι η περιοχή της «κοινωνικής δραστηριότητας που ανήκει εντελώς στον «κόσμο τούτο». Οπωσδήποτε όμως η χριστιανική αγάπη σκοπεύει πέρα από τον «κόσμο τούτο». Είναι αυτή η ίδια μια ακτίνα, μια εκδήλωση της Βασιλείας του Θεού υπερβαίνει και συντρίβει όλους τους περιορισμούς, όλες τις «συνθήκες» του κόσμου τούτου διότι το κίνητρο της, ο σκοπός της καθώς και η ολοκλήρωση της είναι στο Θεό. Και ξέρουμε ότι ακόμα, και σʹ αυτόν τον κόσμο που «εν τω πονηρώ κείται» η μόνη νίκη που διαρκεί και μεταμορφώνει είναι η νίκη της αγάπης. Η πραγματική αποστολή της Εκκλησίας είναι να υπενθυμίζει στον άνθρωπο την προσωπική του αγάπη και την κλήση του, που είναι να πλημμυρίσει τον αμαρτωλό κόσμο μʹ αυτή την αγάπη.
Η παραβολή για την Τελευταία Κρίση αναφέρεται στη χριστιανική αγάπη. Δεν είμαστε όλοι καλεσμένοι να δουλέψουμε για την Ανθρωπότητα», όμως ο καθένας μας έχει λάβει το δώρο και τη χάρη της αγάπης του Χριστού. Ξέρουμε ότι όλοι οι άνθρωποι τελικά έχουν ανάγκη απʹ αύτη την προσωπική αγάπη, έχουν ανάγκη να τους αναγνωρίζεται δηλαδή η μοναδικότητα της ψυχής τους στην οποία αντανακλάται όλη η ομορφιά της δημιουργίας μʹ ένα ξεχωριστό τρόπο.
Ξέρουμε ακόμα ότι οι άνθρωποι βρίσκονται «εν φυλακή», είναι «πεινώντες και διψώντες» ακριβώς γιατί τους λείπει αυτή η προσωπική αγάπη. Τέλος ξέρουμε ότι όσο στενά και περιορισμένα και αν είναι τα πλαίσια της προσωπικής μας ύπαρξης ο καθένας από μας δημιουργήθηκε υπεύθυνος για μια μικρή θέση στη Βασιλεία του Θεού, και έγινε υπεύθυνος εξαιτίας αυτού του δώρου της αγάπης του Χριστού. Έτσι είτε έχουμε είτε δεν έχουμε αποδεχτεί αυτή την ευθύνη, είτε αγαπήσαμε είτε αρνηθήκαμε την αγάπη, πρόκειται να κριθούμε Γιατί εφʹ όσον εποιήσατε ένί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40).

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Τό Ψυχοσάββατο

ΣΧΟΛΙΑ 
ΣΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΟ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ 


Τήν παραμονή τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σέ μιά παγκόσμια ἀνάμνηση ὅλων "τῶν ἀπ' αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου". Αὐτή πραγματικά εἶναι ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας κατά τήν ὁποία προσευχόμαστε γιά τά κοιμηθέντα μέλη της. Γιά νά καταλάβουμε τό νόημα πού ὑπάρχει στή σχέση τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καί τῆς προσευχῆς γιά τούς κοιμηθέντες θά πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι μέσα στήν Ἐκκλησία βιώνουμε τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ἡ νέα ζωή πού μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός καί πού μεταβιβάζεται σέ μᾶς διά τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάνω ἀπ' ὅλα μιά ζωή συνδιαλλαγῆς, "συναγωγῆς εἰς ἑνότητα ὅλων τῶν διεσκορπισμένων", ἡ ἀποκατάσταση τῆς θραυσμένης ἀπό τήν ἁμαρτία ἀγάπης. Ἀλλά πῶς εἶναι δυνατό ν' ἀρχίσουμε ποτέ τήν ἐπιστροφή μας στό Θεό καί τή συμφιλίωσή μας μ' Αὐτόν, ἄν ἀπό μέσα μας δέν ξαναγυρίσουμε στή μοναδική καινή ἐντολή τῆς ἀγάπης; Ζητᾶμε ἀπό τό Θεό νά θυμηθεῖ αὐτούς πού καί μεῖς θυμόμαστε καί τούς θυμόμαστε ἀκριβῶς γιατί τούς ἀγαπᾶμε. Προσευχόμενοι γι' αὐτούς τούς συναντᾶμε ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος Ἀγάπη ἐστίν καί πού - ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι ἀγάπη - ξεπερνάει τό θάνατο πού εἶναι ἡ τελική νίκη τοῦ χωρισμοῦ καί τῆς ἔλλειψης τῆς ἀγάπης. Μέσα στό Χριστό δέν ὑπάρχουν ζωντανοί καί πεθαμένοι γιατί ὅλοι εἶναι ζῶντες ἐν Χριστῷ. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή καί αὐτή ἡ Ζωή εἶναι τό φῶς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀγαπώντας τό Χριστό ἀγαπᾶμε ὅλους ἐκείνους πού βρίσκονται ἐν Αὐτῷ.
Τό μυστήριο τοῦ θανάτου
Ὁ θάνατος παραμένει ἕνα σκάνδαλο ἀλλά καί ὁ ἔσχατος ἐχθρός σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Ι Κορ. 15,26). Ὅμως ὅλη ἡ Ἀκολουθία εὐωδιάζει ἀπό τή χαρά καί τό μήνυμα τῆς Ἀνάστασης. Ἄς σταθοῦμε γιά λίγο σέ μιά καταπληκτική περιγραφή τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου γιά τό τέλος τῆς ζωῆς μας: "Χριστέ, πανσόφως Σύ προώρισας, ἑκάστου τέλος ζωῆς, τόν ὅρον καί τόν τρόπον... δι' οὕς ἐκάλυψεν τάφος ἐν πάσῃ χώρᾳ" (Ὄρθρος, Ὠδή α). Παράλογο θά ἔλεγε κανείς. Πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἱερεύς νά δίδει προτεραιότητα στό τέλος καί στή συνέχεια νά μιλᾶ γιά ὅρο; Ἐδῶ ὅμως ὁ τρόπος λαμβάνει ὅλη τή σημασία του. Ὁ Θεός ὁρίζει στόν κάθε ἄνθρωπο μιά ἀποστολή, ἡ ὁποία θά λέγαμε ἔχει ὁριοθετηθεῖ. Ἀλλά τό περιεχόμενό της, ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς ζωῆς ἔχουν ἀφεθεῖ στήν ἀπεριόριστη έλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.
Γιατί προσευχόμαστε γιά τούς κεκοιμημένους;
Ποιό εἶναι τό νόημα τῶν προσευχῶν μας γιά τούς κεκοι-μημένους; Μήπως ζητοῦμε ἀπό τό Θεό νά κάνει κάποια ἀδικία; Βεβαίως ὄχι. Μέ τήν προσευχή μας ἀποδεικνύουμε ὅτι οἱ κεκοιμημένοι δέν ἔζησαν μάταια. Μαρτυροῦμε, ὅτι μαζί μέ τά πολλά λάθη πού ἔκαμαν στή ζωή τους, βοήθησαν νά φυτευτεῖ ὁ σπόρος τῆς ἀγάπης. Προσευχόμαστε γι' αὐτούς μέ ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη καί θυμόμαστε τήν παρουσία τους ἀνάμεσά μας. Ἡ προσευχή μας γι' αὐτούς πρέπει νά στηρίζεται καί ἀπό τίς πράξεις μας, τή φιλάνθρωπη διάθεση καί τήν ἐλεημοσύνη. Ἐάν στή ζωή μας δέν καρποφορεῖ ὁ σπόρος πού αὐτοί ἔσπειραν μέσα μας, τότε οἱ προσευχές μας γι' αὐτούς θά' ναι ἀληθινά ἀδύναμες.
Πρέπει νἄμαστε σέ θέση νά λέμε: "Κοίταξε, Χριστέ μου, αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔζησε καί μ' ἔκανε νά τόν ἀγαπήσω, μοὔδωσε παραδείγματα ν' ἀκολουθήσω καί τ' ἀκολουθῶ". Καί θἄρθει ἡ μέρα πού θά μποροῦμε νά λέμε: "Ὅ,τι καλό βλέπεις στή ζωή μου δέν εἶναι δικό μου. Ἐκεῖνος μοῦ τὄδωσε, πάρε το καί ἄς εἶναι αὐτό προσφορά στήν αἰώνια μνήμη του καί στή συγχώρεσή του".
Ἡ ζωή τοῦ καθενός μας δέν λήγει μέ τόν θάνατό μας πάνω στή γῆ καί τή γέννησή μας στόν ἄλλο κόσμο. Ἡ παρουσία μας σφραγίζει ὅποιον συναντήσουμε. Αὐτή ἡ εὐθύνη συνεχίζεται καί μετά θάνατον κι ἔτσι οἱ ζωντανοί συνδέονται μέ τούς κεκοιμημένους γιά τούς ὁποίους καί προσεύχονται. Ἡ προσευχή μας γι' αὐτούς εἶναι οὐσιαστική γιατί ἐκφράζει τήν πληρότητα τῆς κοινῆς μας ζωῆς.
Προσευχές γιά τούς κεκοιμημένους
Μνήσθητι Κύριε τῶν ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου κεκοιμημένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, καί πάντων τῶν ἐν εὐσεβείᾳ καί πίστει τελειωθέντων, καί συγχώρησον αὐτοῖς πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καί ἀκούσιον, ἐν λόγῳ, ἤ ἔργῳ, ἤ κατά διάνοιαν πλημμεληθέν ὑπ' αὐτήν.
Καί κατασκήνωσον αὐτούς ἐν τόποις φωτεινοῖς, ἐν τόποις χλοεροῖς, ἐν τόποις ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα λύπη, πᾶσα ὀδύνη, καί στεναγμός, ὅπου ἡ ἐπισκοπή τοῦ ποσώπου σου εὐφραίνει πάντας τούς ἀπ' αἰῶνος Ἁγίους σου.
Χάρισαι αὐτοῖς τήν Βασιλείαν σου, καί τήν μέθεξιν τῶν ἀφράστων καί αἰωνίων σου ἀγαθῶν, καί τῆς σῆς ἀπεράντου καί μακαρίας ζωῆς τήν ἀπόλαυσιν.

 http://www.apostoliki-diakonia.gr
 

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Ἡ Πολιοῦχος τῶν Ἀθηνῶν Ἁγία Φιλοθέη

Φώτης Κόντογλου

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)


Ἡ ἁγία Φιλοθέη γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ γονιοὺς ἄρχοντες, μοναχοπαίδι τοῦ Ἀγγέλου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Φιλοθέη ὀνομάσθηκε ὅταν ἔγινε καλογρηά, ἀλλὰ τὸ πρῶτο ὄνομά της ἦταν Ρεβούλα. Ἡ μητέρα της ἤτανε στείρα καὶ παρακαλοῦσε τὸ Θεὸ νὰ τῆς δώσει τέκνο, καὶ μία νύχτα εἶδε πὼς βγῆκε ἀπὸ τὸ εἰκόνισμα τῆς Παναγίας ἕνα φῶς δυνατὸ καὶ πὼς μπῆκε στὴν κοιλιά της. Κι᾿ ἀληθινά, τὸ φῶς ἐκεῖνο ἤτανε ἡ ἁγιασμένη ψυχῆ τῆς κόρης ποὺ γέννησε σ᾿ ἐννιὰ μῆνες. Ἀπὸ μικρὴ φανέρωνε μὲ τὰ φερσίματα καὶ μὲ τὰ αἰσθήματά της ποιὰ θὰ γινότανε ὑστερώτερα, στολισμένη μὲ κάθε λογῆς ἀρετή. Στὴν εὐσέβεια εἶχε γιὰ ὁδηγό της τὴν ἴδια τὴ μητέρα της ποὺ ἤτανε εὐλαβέστατη.
Φτάνοντας σὲ ἡλικία δώδεκα χρονῶν τὴ ζήτησε γιὰ γυναῖκα κάποιος ἄρχοντας τοῦ τόπου, μὰ ἡ κόρη δὲν ἤθελε νὰ παντρευθεῖ. Ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ γονιοί της τὴν παρακαλούσανε, ἡ τρυφερὴ ψυχή της δὲν βάσταξε νὰ τοὺς λυπήσει καὶ νὰ τοὺς παρακούσει καὶ στὸ τέλος παραδέχθηκε νὰ πανδρευθεῖ μὲ ἐκεῖνον τὸν πλούσιο ἄνθρωπο, ποὺ ἤτανε ὅμως πολὺ φτωχὸς στὴν ψυχή, διεστραμμένος καὶ κακός. Τρία χρόνια ἔζησε μαζί του ἡ Ρεβούλα κάνοντας ὑπομονὴ στὰ ἀπότομα φερσίματά του, ὡς ποὺ ὁ ἄνδρας της πέθανε κι᾿ ἀπόμεινε χήρα. Οἱ γονιοί της θελήσανε νὰ τὴν ξαναπανδρέψουνε, μὰ αὐτὴ τοὺς εἶπε καθαρὰ πὼς ἔταξε νὰ γίνει καλόγρηα.
Σὰν πεθάνανε οἱ γονιοί της, δέκα χρόνια ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ χήρεψε, δόθηκε ἐλεύθερα στὴν ἄσκηση, μὲ νηστεῖες, προσευχές, ἀγρύπνιες καὶ ἐλεημοσύνες. Κατήχησε τὶς ὑπηρέτριές της καὶ τὶς ἔκανε δοχεῖα τοῦ Πνεύματος. Κατὰ θέλημα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ εἶδε στὸν ὕπνο της, ἔχτισε ἕνα μοναστήρι μὲ ἐκκλησία στὄνομά του. Εἶναι ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σῴζεται ἀκόμα πλάγι στὸ μέγαρο τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς στὴν ὁδὸ Ἁγίας Φιλοθέης. Ἀφοῦ τελείωσε τὸ μοναστήρι, ἡ Ρεβούλα χειροθετήθηκε μοναχὴ μὲ τὄνομα Φιλοθέη. Οἱ πρῶτες ἀδελφὲς ποὺ ζήσανε μαζί της ἤτανε οἱ δουλεύτρες ποὺ εἶχε στὸ πατρικὸ σπίτι της. Μὲ τὸν καιρὸ ἔδραμαν πλῆθος ἄλλες παρθένες κι᾿ ἀπὸ ἀρχοντικὲς οἰκογένειες καὶ ντυθήκανε τὸ μοναχικὸ σχῆμα. Ζήσανε ἀγωνιζόμενες τὸν καλὸν ἀγώνα μὲ ὑποταγὴ στὴν ἄξια ἡγουμένισσα ποὺ τὶς διοικοῦσε στὸν πνευματικὸ δρόμο σὰν κάποια ἁγία Συγκλητική.
Τὰ ἁγιασμένα λόγια της ἔμπαιναν στὴν καρδιά τους σὰν δροσιὰ καὶ ἄνθιζαν μέσα τοὺς τὰ εὔοσμα ἄνθη τῶν ἀρετῶν. Καὶ τὰ ἔργα της βεβαιώνανε τὰ λόγια της κατὰ τὰ λόγια του Χριστοῦ ποὺ λέγει: «Ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε´, 19). Ὅπου μάθαινε πὼς βρίσκεται φτωχός, δυστυχισμένος, ἄρρωστος, χαροκαμένος, ἔτρεχε σὲ βοήθειά του μὲ περισσότερη προθυμία παρὰ ἂν ἔπαιρνε ἡ ἴδια τὴ βοήθεια ἀπ᾿ ἄλλον. Ἔχτισε νοσοκομεῖα καὶ γηροκομεῖα κοντὰ στὸ μοναστήρι της κι᾿ ἡ ἁγία Φιλοθέη δὲν φρόντιζε μοναχὰ γιὰ τὴ γιατρειά τους καὶ γιὰ τὴ σωματικὴ τροφὴ τοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματική. Μὲ τὸν καιρό, πληθύνανε τόσο πολὺ οἱ ἀδελφὲς ποὺ μπήκανε στὸ μοναστήρι της, ποὺ δυστυχούσανε ἀπὸ κάθε πρᾶγμα ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε ἡ ἡγουμένη νὰ ἀπαντήσει τὰ μεγάλα ἔξοδα, κ᾿ οἱ καλογρηὲς γογγύζανε. Μὰ ἡ ἁγία τὶς καταπράϋνε μὲ λόγια ὑπομονετικά, κι᾿ ὁ Θεὸς ἔστελνε τὴ βοήθειά του πότε μ᾿ ἕναν τρόπο καὶ πότε μὲ ἄλλον ὡς ποὺ περνοῦσε ἡ στενοχώρια.
Ἐξὸν ἀπὸ τὰ ντόπια κορίτσια ποὺ συμμάζευε στὸ μοναστήρι της, ἔδινε προστασία καὶ σὲ ξένες γυναῖκες ποὺ ἐρχόντανε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ διάφορα μέρη σκλαβωμένες ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Μὲ τί κινδύνους καὶ μὲ τί βάσανα τὶς προστάτευε δὲν εἶναι μπορετὸ νὰ γράψουμε καταλεπτῶς σὲ τοῦτο τὸ σύντομο σημείωμα. Τέσσερες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς σκλάβες εἴχανε ἀκουστὰ τὴν ἁγία Φιλοθέη κι᾿ ἐπειδὴ τὶς βασανίζανε οἱ ἀφεντάδες τους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, φύγανε κρυφὰ καὶ καταφύγανε στὸ μοναστήρι. Ἡ ἁγία τὶς πῆρε μέσα καὶ τὶς στερέωσε στὴν πίστη τους καὶ περίμενε εὔκαιρη περίσταση γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὶς στείλει στὸν τόπο τους. Μὰ οἱ Τοῦρκοι, ποὺ εἴχανε τὶς σκλάβες, μάθανε πὼς τὶς εἶχε περιμαζέψει ἡ Φιλοθέη καὶ μπήκανε σὰν θηρία στὸ κελλί της ποὺ κειτότανε ἄρρωστη καὶ τὴν τραβήξανε καὶ τὴν πήγανε στὸν πασά. Καὶ κεῖνος πρόσταξε νὰ τὴ ρίξουνε στὴ φυλακή. Ἡ ἁγία δὲν φοβήθηκε, ἀλλὰ ἑτοιμάσθηκε νὰ χύσει τὸ αἷμα της γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Τὴν ἄλλη μέρα μαζευθήκανε πολλοὶ Τοῦρκοι καὶ φωνάζανε νὰ σκοτώσουνε τὴν ἁγία. Κι᾿ ὁ πασᾶς πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ νὰ τὴν παρουσιάσουνε μπροστά του, καὶ τῆς εἶπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὰ δυό, ἢ ν᾿ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της ἢ νὰ κοπεῖ τὸ κεφάλι της. Μὰ ἡ ἁγία ἀπάντησε μὲ ἀφοβία πὼς εἶναι ἕτοιμη νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὸν Χριστό. Ὁ πασᾶς θἄβγαζε τὴν ἀπόφαση νὰ κόψουνε τὸ κεφάλι της, ἀλλὰ προφθάσανε κάποιοι ἐπίσημοι χριστιανοὶ καὶ μὲ τὰ παρακάλια τοὺς ἀλλάξανε τὴ γνώμη τοῦ πασᾶ καὶ πρόσταξε νὰ τὴ βγάλουνε ἀπὸ τὴ φυλακή.
Γυρίζοντας στὸ μοναστήρι της ἡ ὁσία, δὲν ἔπαψε νὰ πορεύεται ὅπως καὶ πρὶν στὸ δρόμο τοῦ Χριστοῦ. K᾿ ἐπειδὴ πληθαίνανε ὁλοένα οἱ μαθήτριές της, ἔχτισε κι᾿ ἄλλο μοναστήρι στὴν τοποθεσία Πατήσια, κι᾿ αὐτὸ στὄνομα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Ἀλλὰ ἔχτισε μετόχια καὶ στὴ Τζια καὶ στὴν Αἴγινα, κι᾿ ἐκεῖ ἔστελνε τὶς ἀδελφὲς ποὺ ἔπρεπε νὰ μακρύνουνε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ κάποια αἰτία.
Σ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀσκητήρια οἱ καλογρηὲς δουλεύανε στοὺς ἀργαλειοὺς καὶ σὲ ἄλλα ἐργόχειρα, σὰν τὶς προκομμένες μέλισσες μέσα στὸ κουβέλι. Φτωχὰ κι᾿ ὀρφανὰ κορίτσια βρήκανε προστασία κ᾿ ἐργασία μέσα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ καταφύγια. Σὲ ὅ,τι κτήματα εἶχε ἡ ἁγία ἀπὸ τοὺς γονιούς της, ἔχτισε μοναστήρια καὶ φτωχοκομεῖα. K᾿ εἶχε πολλὴ περιουσία. Ἕνας προπάππος τῆς εἶχε πάρει τὴ «δεχατέρα τοῦ ἀφέντη τῆς Ἀθήνας καὶ πῆρε προίκα ὅλη τὴν Κηβισιὰ καὶ τὸν Ἀχλαδόκαμπο ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τὸ Χαλιάντρι». Στὸ κτῆμα ποὺ εἶχε στὸν Περισὸ ἔχτισε ἄλλο μοναστήρι στὸ μέρος ποὺ τὸ λένε τώρα Καλογρέζα. Ὅλη ἡ φτωχολογιὰ τὴν εἶχε σὰν πονετικιὰ μάνα. Μὲ κάθε τρόπο πάσχιζε νὰ ἀνακουφίσει τοὺς δυστυχισμένους, τοὺς τάιζε, τοὺς ἄνοιγε πηγάδια γιὰ νάχουνε νερό, τοὺς γιάτρευε, τοὺς ἔβρισκε δουλειά. Ὁ κόσμος τὴν ἔλεγε «κυρὰ δασκάλα».
Τὴν παραμονὴ τοῦ ἁγίου Διονυσίου στὰ 1589 ἡ ἁγία Φιλοθέη βρισκότανε στὸ μοναστηράκι ποῦχε χτισμένο στὰ Πατήσια. Τὸ βράδυ συναχθήκανε οἱ ἀδελφὲς γιὰ νὰ κάνουνε ἀγρυπνία. Κάποιοι Ἀγαρηνοί, ποὺ τὴν ἐχθρευόντανε ἀπὸ καιρό, πηδήσανε ἀπὸ τὴ μάντρα καὶ πιάνοντας τὴν ἁγία ἀρχίσανε νὰ τὴ χτυπᾶνε ὡς ποὺ τὴν ἀφήσανε μισοπεθαμένη. Τὴν ἄλλη μέρα τὴ σηκώσανε οἱ ἀδελφὲς καὶ τὴν πήγανε στὸ μετόχι ποῦχε στὸν Περισό. Σὰν συνέφερε λίγο, ἔπιασε τὴν προσευχή, εὐχαριστώντας τὸ Θεὸ γιατὶ ἀξιώθηκε νὰ πληρωθεῖ μὲ κακία γιὰ τὰ καλὰ ποὺ ἔκανε στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ μοιάσει σ᾿ αὐτὸ μὲ τὸν Χριστό, κατὰ τὰ λόγια του ἀποστόλου Πέτρου ποὺ λέγει: «καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α´ Πέτρ. δ´ 13). Στὶς 19 Φεβρουαρίου τοῦ 1589 παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή της στὸν Κύριο, ποὺ ὑπόμεινε τόσα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του.
Τὸ ἅγιο σκήνωμά της θάφτηκε στὸ μοναστηράκι τῆς Καλογρέζας κι᾿ ἀπὸ κεῖ ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων στὴν ἐκκλησιὰ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρίσκεται στὴ σημερινὴ Ἀρχιεπισκοπή. Μετὰ πολλὰ χρόνια, ἐπειδὴ αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ κόντευε νὰ γκρεμνισθεῖ, τὸ πήγανε στὸν ἅγιο Ἐλευθέριο κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὴ σημερινὴ μητρόπολη, μέσα στ᾿ ἅγιο βῆμα. Στὸ μνῆμα της ἀπάνω βρεθήκανε γραμμένα τοῦτα τὰ λόγια:
«Φιλοθέης ὑπὸ σῆμα τόδ᾿ ἁγνῆς κεύθει σῶμα,
ψυχὴν δ᾿ ἐν μακάρων θήκετο Ὑψιμέδων».
Ἡ Φιλοθέη ἀνακηρύχθηκε ἁγία ἐπὶ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ματθαίου B´ (1595-1600). Νεόφυτος ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ἀφοῦ ἐξήτασε καὶ ἐρεύνησε τὰ κατὰ τὸν βίον καὶ τὸ μαρτύριον τῆς ὁσίας, σύνταξε ἀναφορὰ στὸ Πατριαρχεῖο μαζὶ μὲ τοὺς ἐπισκόπους Κορίνθου καὶ Θηβῶν καὶ μὲ τοὺς προκρίτους τῆς Ἀθήνας γιὰ νὰ τάξει τὴν ὁσία Φιλοθέη στοὺς χοροὺς τῶν ἁγίων. Σ᾿ αὐτὸ τὸ συνοδικὸ ἔγγραφο εἶναι γραμμένα καὶ τοῦτα: «Ἐπειδὴ ἐδηλώθη ἀσφαλῶς ὅτι τὸ θειότατον σῶμα τῆς ὁσιωτάτης Φιλοθέης εὐωδίας πεπληρωμένον ἐστι καὶ μύρον διηνεκῶς ἐκχεῖται, ἀλλὰ καὶ τοῖς προσιοῦσί τε ἀσθενέσι τε καὶ θεραπείας δεομένοις τὴν ἴασιν δίδωσι... τούτου χάριν ἔδοξε ἡμῖν τε καὶ πάσῃ τῇ ἱερᾷ Συνόδῳ τῶν καθευρεθέντων ἐνταῦθα ἀρχιερέων συγγραφῆναι καὶ ταύτην ἐν τῷ χορῷ τῶν ὁσίων καὶ ἁγίων γυναικῶν, ὥστε κατ᾿ ἔτος τιμᾶσθαι καὶ πανηγυρίζεσθαι».
Αὐτὸς εἶναι μὲ ὀλιγολογία ὁ βίος τῆς Ἀθηναίας ἁγίας Φιλοθέης, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ γένους μας στὸν τυραννισμένον καιρὸ τῆς σκλαβιᾶς. Δὲν στάθηκε αὐστηρὴ μονάχα στὸ νὰ κάνει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὰ ἀγωνίσθηκε καὶ πνευματικὰ γιὰ νὰ στερεωθεῖ ἡ ἁγιασμένη παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας σὰν κάστρο ποὺ θὰ ἀποσκέπαζε τὸν Ἑλληνισμὸ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἐκφυλισμὸ καὶ τὴν ἀποβαρβάρωση. Ὅλα τὰ θυσίασε, πλούτη, ἀνάπαυση, ζωή, γιὰ τὴν πίστη τῶν πατέρων της. «Θλίψις συνέχει τὴν ψυχήν της» βλέποντας οἱ χριστιανοὶ νὰ μὴν ἔχουνε στὰ «πάτρια» τὴν ἀγάπη ποὺ ἔπρεπε, ἀλλὰ νὰ ζοῦνε μουδιασμένοι, ἀδιάφοροι, μὲ ψυχὴ γεμάτη δειλία, μικροψυχία, πονηριά.
Τὴν Ἀκολουθία της τὴν ἔγραψε κάποιος σοφὸς καὶ εὐλαβὴς ἄνθρωπος Ἱέραξ λεγόμενος. Ἀνάμεσα στὰ ὡραῖα ἐγκώμια εἶναι καὶ τοῦτο: «Δαυῒδ γὰρ τὸ πρᾶον ἔσχες καὶ Σολομῶντος, σεμνή, τὴν σοφίαν, Σαμψῶν τὴν ἀνδρείαν, καὶ Ἀβραὰμ τὸ φιλόξενον, ὑπομονήν τε Ἰώβ, τοῦ Προδρόμου δὲ θείαν ἄσκησιν...».
Τὴν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ βρισκότανε στὸ σημερινὸ δρόμο τῆς Ἁγίας Φιλοθέης τὴν ἐγκρέμνισε ὁ μητροπολίτης Ἀθηνῶν Γερμανὸς Καλλιγᾶς, παρ᾿ ὅτι εἶχε μεγάλο σέβας στὴν ἁγία, ἐπειδὴ ἤτανε ραγισμένοι οἱ τοῖχοι, κ᾿ ἔχτισε στὰ ἴδια θεμέλια τὸ παρεκκλήσι ποὺ ὑπάρχει τώρα, ἐνῷ μποροῦσε νὰ στερεώσει τὴν παλιὰ ἐκκλησία ποὺ εἶχε ὡραῖες τοιχογραφίες. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ (ὁ Γερμανὸς στάθηκε μητροπολίτης ἀπὸ τὰ 1889 ἕως τὰ 1896) δὲν γνωρίζανε οἱ ἄνθρωποι τὴν ἀξία τῆς βυζαντινῆς τέχνης. Ἡ καινούρια ἐκκλησιὰ ποὺ χτίσθηκε εἶναι ψυχρή, κακότεχνη, γυμνή. Ὅποιος μπαίνει μέσα, δὲν αἰσθάνεται κατάνυξη. Ἀλλ᾿ ἡ ἐκκλησιὰ τοῦ μετοχιοῦ ποὺ εἶχε χτίσει ἡ ὁσία στὰ Πατήσια γκρεμνίσθηκε καὶ κείνη ἀπὸ τὴν πολυκαιρία καὶ γιατὶ δὲν μπορούσανε οἱ χριστιανοὶ νὰ τὴν περιποιηθοῦνε ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Τούρκων πρὶν νὰ σηκωθεῖ ἡ Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὡς πρὸ ὀλίγα χρόνια κειτόντανε οἱ κολόνες μέσα στὰ ἀγριάγκαθα, στεκότανε ὄρθια μοναχὰ ἡ χυβάδα (κόγχη) τοῦ ἱεροῦ κ᾿ ἡ πόρτα μὲ τὸ δυτικὸ τοῖχο. Κάποιοι εὐλαβεῖς χριστιανοὶ τὴν ἀναστηλώσανε μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ κ. Ὀρλάνδου καὶ τώρα βρίσκεται πάλι ἀπαράλλαχτη ὅπως ἤτανε στὰ χρόνια της ἁγίας Φιλοθέης, ἕνα ταπεινὸ μὰ ἀτίμητο στόλισμα ἀνάμεσα στὰ ἀκαλαίσθητα καὶ ξενόμορφα σπίτια ποὺ χτισθήκανε γύρω στὸ γηραλέο αὐτὸ ἐκκλησάκι. Ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε καὶ τὸ στόλισα μὲ ἁγιογραφίες, ὅπως ἤτανε ὁ πόθος μου. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ζωγράφισα καὶ τὸ μοναστήρι, ὅπως ἤτανε τότε, μὲ τὴν ἡγουμένη ἁγία Φιλοθέη καὶ τὶς ἀδελφὲς ποὺ πηγαίνουνε στὴν ἐκκλησία.
Φαίνεται πῶς ὅλη ἡ οἰκογένεια τῶν Μπενιζέλων ἤτανε ἄνθρωποι φιλόθρησκοι. Στὸ νάρθηκα τῆς Καισαριανῆς εἶναι γραμμένη ἀπὸ τὸ ζωγράφο ποὺ τὸν ἁγιογράφησε τούτη ἡ ἐπιγραφή:
«Ἰστόρηται ὁ πρόναος οὗτος ἤτοι νάρθηξ διὰ δαπάνης τῶν προσδραμόντων τῇ μονῇ φόβῳ λοιμοῦ τῇ κραταιᾷ χειρὶ τῆς πανυμνήτου Τριάδος καὶ σκέπῃ τῆς μακαρίας Παρθένου, οἵτινες εἰσὶν ὁ εὐγενὴς καὶ λογιώτατος Μπενιζέλος υἱὸς Ἰωάννου, ἅμα ταῖς εὐγενέσιν ἀδελφαῖς καὶ τῇ τεκούσῃ καὶ τῇ λοιπῇ αὐτοῦ συνοδείᾳ. Ἐπὶ ἡγουμένου Ἰεροθέου τοῦ σοφωτάτου ἱερομονάχου. Διὰ χειρὸς δὲ Ἰωάννου Ὑπάτου του ἐκ Πελοποννήσου. Ἔτει αϠχβ´ (1682) μηνὶ Αὐγούστω κ´ (20)».
Ἕνας Μπενιζέλος, ὁ Νικόλας, γίνηκε κι᾿ ἁγιογράφος, μαθητὴς τοῦ Γεωργίου Μάρκου τοῦ Ἀργείου ποὺ ζωγράφισε πολλὲς ἐκκλησιὲς στὰ μέρη τῆς Ἀττικῆς, ἀπὸ τὰ 1727 ὡς τὰ 1740 ἀπάνω-κάτω. Στὴν παλιὰ ἐκκλησιὰ τῆς Παναγίας στὸ Κορωπὶ εἶναι γραμμένο: «Ἱστορήθη δὲ κατὰ τὸ αψλβ´ (1732) διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου». Μαζὶ μὲ τὸ μάστορά του δούλεψε ὁ Μπενιζέλος καὶ στὸ τελευταῖο ἔργο του, τὴν ἁγιογράφηση τῆς Μονῆς τῆς Φανερωμένης στὴ Σαλαμίνα, ὅπως φανερώνει ἡ ἐπιγραφὴ ποὺ σῴζεται καὶ ποὺ λέγει: «ΑΨΛE (1635). Ἱστορήθη ὁ θεῖος καὶ πάνσεπτος Ναὸς οὗτος τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου, Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν διὰ συνδρομῆς κόπου τὲ καὶ δαπάνης... Ἱστορήθη δὲ διὰ χειρὸς Γεωργίου Μάρκου ἐκ πόλεως Ἄργους καὶ τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Νικολάου Μπενιζέλου, Γεωργάκης καὶ Ἀντώνιος».

Παρασκευή, 14 Φεβρουαρίου 2014

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου

(Απόσπασμα από την Α' Ομιλία-Περί μετανοίας)
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


     Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί, αφού κατέφαγε όλα όσα του δόθηκαν, δυστύχησε και υπέφερε μη υπομένοντας τη ντροπή από τη φτώχεια. (Λουκά 15: 11 κ.ε.) Αυτή την παραβολή θέλησα να σάς την πω, για να μάθετε, ότι υπάρχει άφεση αμαρτημάτων και μετά το Βάπτισμα, εάν είμαστε προσεκτικοί. Και το λέγω αυτό όχι για να σάς κάνω αδιάφορους, αλλά για να σάς απομακρύνω από την απόγνωση. Γιατί η απόγνωση μας προξενεί χειρότερα κακά και από τη ραθυμία.

Αυτός λοιπόν ο υιός αποτελεί την εικόνα εκείνων που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα. Και ότι φανερώνει εκείνους που αμάρτησαν μετά το Βάπτισμα, αποδεικνύεται από το ότι ονομάζεται υιός. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ονομασθεί υιός χωρίς το Βάπτισμα. Επίσης διέμενε στην πατρική οικία και μοιράστηκε όλα τα πατρικά αγαθά, ενώ πριν από το Βάπτισμα δεν μπορεί κανείς να λάβει την πατρική περιουσία, ούτε να δεχθεί κληρονομία. Ώστε μ όλα αυτά μας υπαινίσσεται το σύνολο των πιστών.
Επίσης ήταν αδελφός εκείνου που είχε προκόψει. Αδελφός όμως δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την πνευματική αναγέννηση. Αυτός λοιπόν, αφού έπεσε στη χειρότερη μορφή κακίας, τι λέγει: «Θα επιστρέψω στον πατέρα μου» (Λουκά 15:18). Γι αυτό ο πατέρας του τον άφησε και δεν τον εμπόδισε να φύγει στην ξένη χώρα, για να μάθει καλά με την πείρα, πόση ευεργεσία απολάμβανε όταν βρισκόταν στο σπίτι. Γιατί πολλές φορές ο Θεός, όταν δεν πείθει με το λόγο του, αφήνει να διδαχθούμε από την πείρα των πραγμάτων, πράγμα βέβαια που έλεγε και στους Ιουδαίους.
Επειδή δηλαδή δεν τους έπεισε ούτε τους προσέλκυσε, απευθύνοντάς τους αμέτρητους λόγους με τους προφήτες, τους άφησε να διδαχθούν με την τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θα σε διδάξει η αποστασία σου και θα σε ελέγξει η κακία σου» (Ιερ. 2, 19). Γιατί έπρεπε να Του είχαν εμπιστοσύνη από πριν. Επειδή όμως ήταν τόσο πολύ αναίσθητοι, ώστε να μη πιστεύουν στις παραινέσεις και τις συμβουλές Του, θέλωντας να προλάβει την υποδούλωσή τους στην κακία, επιτρέπει να διδαχθούν από τα ίδια τα πράγματα, ώστε έτσι να τους κερδίσει και πάλι.

     Αφού λοιπόν ο άσωτος έφυγε στην ξένη χώρα και από τα ίδια τα πράγματα έμαθε πόσο μεγάλο κακό είναι να χάσει κανείς το πατρικό του σπίτι, επέστρεψε, και ο πατέρας του τότε δεν του κράτησε κακία, αλλά τον δέχτηκε με ανοιχτή αγκαλιά. Γιατί άραγε; Επειδή ήταν πατέρας και όχι δικαστής. Και στήθηκαν τότε χοροί και συμπόσια και πανηγύρια και όλο το σπίτι ήταν φαιδρό και χαρούμενο. Τι μου λες τώρα άνθρωπέ μου; Αυτές είναι οι αμοιβές της κακίας; Όχι της κακίας, άνθρωπε, αλλά της επιστροφής. Όχι της πονηρίας, αλλά της μεταβολής προς το καλύτερο.
Και ακούστε και το σπουδαιότερο: Αγανάκτησε γι αυτά ο μεγαλύτερος υιός. Ο πατέρας όμως τον έπεισε κι αυτόν μιλώντας του με πραότητα και λέγοντας, «συ πάντοτε ζούσες μαζί μου, ενώ αυτός ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του» (Λουκά 15:31-32). Όταν πρέπει να διασώσει τον χαμένο, λέγει: «Δεν είναι ώρα τώρα για δικαστήρια, ούτε για λεπτομερή εξέταση, αλλά είναι ώρα μόνο φιλανθρωπίας και συγγνώμης.» Κανένας ιατρός, που έχει αμελήσει ο ίδιος να δώσει φάρμακο στον ασθενή, δεν ζητεί ευθύνες απ αυτόν για την αταξία του και ούτε τον τιμωρεί. Και αν ακόμα χρειαζόταν να τιμωρηθεί ο άσωτος, τιμωρήθηκε αρκετά ζώντας στην ξένη χώρα.
Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τη συντροφιά μας και έζησε παλεύοντας με την πείνα, την ατίμωση και τα χειρότερα κακά. Γι αυτό λέγει ο πατέρας: «ήταν χαμένος και βρέθηκε, ήταν νεκρός και ξαναβρήκε τη ζωή του». Μη βλέπεις, λέγει, τα παρόντα, αλλά σκέψου το μέγεθος της προηγούμενης συμφοράς. Αδελφό βλέπεις, όχι ξένο. Στον πατέρα του επέστρεψε, που ξεχνάει τα περασμένα η καλύτερα που θυμάται εκείνα μόνο τα οποία μπορούν να τον οδηγήσουν σε συμπάθεια και έλεος, σε στοργή και ευσπλαγχνία τέτοια που ταιριάζει στους γονείς. Γι αυτό δεν είπε, εκείνα που έπραξε ο άσωτος, αλλά εκείνα που έπαθε. Δεν λυπήθηκε ότι κατέφαγε την περιουσία του, αλλ' ότι περιέπεσε σ' αμέτρητα κακά.
Έτσι έψαχνε με τόση προθυμία και με ακόμα μεγαλύτερη να βρει το χαμένο πρόβατο. Και εδώ βέβαια γύρισε πίσω ο ίδιος ο υιός, ενώ στην παραβολή του καλού Ποιμένος έφυγε ο ίδιος ο ποιμένας. Και αφού βρήκε το χαμένο πρόβατο το έφερε πίσω, και χαιρόταν πολύ περισσότερο γι αυτό, παρά για όλα τα άλλα τα σωσμένα. Και πρόσεχε πως έφερε πίσω το χαμένο πρόβατο: Δεν το μαστίγωσε, αλλά μεταφέροντάς το και βαστάζοντάς το στους ώμους του, το παρέδωσε πάλι στο κοπάδι.

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ότι όχι μόνο δεν μας αποστρέφεται όταν επιστρέφομε κοντά Του, αλλά μας δέχεται το ίδιο αγαπητικά με τους άλλους που έχουν προκόψει στην αρετή. Και ότι όχι μόνο δεν μας τιμωρεί, αλλά και έρχεται ν αναζητήσει τους πλανημένους. Και όταν τους βρει, χαίρεται περισσότερο απ όσο χαίρεται για εκείνους που έχουν σωθεί. Ούτε πρέπει ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε στην κατηγορία των κακών, αλλά ούτε όταν είμαστε καλοί να έχουμε θάρρος.
Ασκώντας την αρετή να φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στο θάρρος μας. Και όταν αμαρτάνουμε να μετανοούμε. Και εκείνο που είπα αρχίζοντας την ομιλία, αυτό λέγω και τώρα: Είναι προδοσία της σωτηρίας μας αυτά τα δύο, δηλαδή και το να έχουμε θάρρος όταν είμαστε ενάρετοι, και το ν απελπιζόμαστε όταν είμαστε πεσμένοι στην κακία.
Γι αυτό ο Παύλος, για ν' ασφαλίσει εκείνους που ασκούν την αρετή, έλεγε: «Εκείνος που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μήπως πέσει» (Α' Κορ. 10, 12). Και πάλι: «Φοβάμαι μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ ο ίδιος βρεθώ ανάξιος» (Β' Κορ. 11, 3). Ανορθώνοντας πάλι τους πεσμένους και διεγείροντάς τους σε μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε έντονα στους Κορινθίους γράφοντας τα εξής: «Μήπως πενθήσω πολλούς που αμάρτησαν προηγουμένως και δεν μετανόησαν» (Β' Κορ. 12, 21). Για να δείξει ότι είναι άξιοι θρήνων όχι τόσο εκείνοι που αμαρτάνουν, όσο εκείνοι που δεν μετανοούν για τα αμαρτήματά τους. Και ο προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως εκείνος που πέφτει δεν σηκώνεται, η εκείνος που παίρνει στραβό δρόμο δεν επιστρέφει;» (Ιερ. 8, 4). Γι αυτό και ο Δαυίδ παρακαλεί αυτούς ακριβώς, λέγοντας: «Σήμερα, εάν ακούσετε τη φωνή Αυτού, μη σκληρύνετε τις καρδιές σας όπως τότε που Τον παραπίκραναν οι πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).

     Όσο λοιπόν θα υπάρχει το σήμερα, ας μη απελπιζόμαστε, αλλ έχοντας ελπίδα προς τον Κύριο και έχοντας κατά νουν το πέλαγος της φιλανθρωπίας Του, αφού αποτινάξουμε κάθε τι το πονηρό από τη σκέψη μας, ας ασκούμε με πολλή προθυμία και ελπίδα την αρετή, και ας επιδείξουμε μετάνοια με όλη τη δύναμή μας.
Έτσι αφού απαλλαχθούμε απ' όλα τ αμαρτήματά μας εδώ στη γη, να μπορέσουμε με θάρρος να σταθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, και να επιτύχουμε τη βασιλεία των ουρανών, την οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. 

Αμήν

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

ΤΡΙΩΔΙΟΝ

Λοιπόν,αρχίζει ή ανοίγει το Τριώδιο. Αλλά τί είναι το Τριώδιο και τί εννοούμε, όταν λέμε ότι αρχίζει το Τριώδιο, και τί είναι η εκκλησιαστική περίοδος του Τριωδίου; Γι’ αυτά τα πράγματα λοιπόν θα μιλήσουμε τώρα.

Πρώτα – πρώτα το Τριώδιο είναι ένα από τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Στο βιβλίο αυτό περιέχονται σχεδόν κάθε μέρα ύμνοι, που λέγονται Τριώδια, ύμνοι δηλαδή με τρεις ωδές. Οι ύμνοι αυτοί γενικά λέγονται Κανόνες.

Οι Κανόνες, στην άρτια μορφή τους και αντίθετα προς τα Τριώδια, αποτελούνται από εννέα ωδές. Τί είναι οι ωδές; Είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή και περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ενώ λοιπόν οι Κανόνες είναι ύμνοι με εννέα ωδές, τα Τριώδια είναι μικρότεροι ύμνοι με τρεις μόνο ωδές. Ωδή είναι το ιερό τραγούδι. Από τα Τριώδια λοιπόν αυτά, λέγεται  και το βιβλίο Τριώδιο.
 Όλα αυτά ως εδώ είναι ένα ανιαρό μάθημα. Κι όμως αυτά παλαιότερα οι χριστιανοί τα ήξεραν και δεν ήσαν περιττά για την ευσέβειά τους. Αντίθετα, αυτά και όσα γίνονται και λέγονται στην Εκκλησία, ήσαν εκείνα, που χαρακτήριζαν την ορθόδοξη ευσέβεια.
Η ιερή υμνολογία, η βυζαντινή ψαλμωδία, και η θεία λατρεία γενικά της Εκκλησίας, μαζί με την ανάγνωση των Γραφών και το θείο κήρυγμα είναι τα ιερά γράμματα και η παιδεία των ορθοδόξων. Για μας τους Έλληνες είναι και η εθνική μας γλώσσα, γιατί όλα αυτά είναι γραμμένα στα Ελληνικά, και η θεία Γραφή και οι ιερές Ακολουθίες.
Αυτό για το Έθνος μας είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο.

Τριώδιο λέγεται και η εκκλησιαστική περίοδος από σήμερα ως το Πάσχα, επειδή όλο αυτό το χρονικό διάστημα, είναι σε χρήση το λειτουργικό βιβλίο του Τριωδίου.
Δηλαδή, οι τέσσερις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, οι πέντε εβδομάδες τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως το Σάββατο του Λαζάρου, και η Μεγάλη Εβδομάδα. Σ’ αυτές όμως τις ήμερες πρέπει να προσθέσουμε και τις άλλες εκείνες του Πεντηκοσταρίου, από το Πάσχα δηλαδή μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Το Πεντηκοστάριο είναι ένα δεύτερο λειτουργικό βιβλίο, συνέχεια στο Τριώδιο. Η εκκλησιαστική λοιπόν περίοδος, που αρχίζει σήμερα, κλείνει την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Αυτή η περίοδος είναι τέσσερις μήνες, από τα τέλη του χειμώνα ως τις αρχές του καλοκαιριού.
Όλη αυτή η περίοδος, με όλες μαζί τις Κυριακές, είναι οι κινητές εορτές του εκκλησιαστικού χρόνου. Λέγονται κινητές, γιατί αλλάζουν ημερομηνίες και κινούνται πότε πρώιμα και πότε όψιμα. Αυτές οι εορτές είναι δεμένες με τη μεγάλη εορτή του Πάσχα, την οποία και ακολουθούν. Και είναι γνωστό ότι για διάφορους λόγους, που δεν θα πούμε τώρα, η εορτή του Πάσχα εορτάζεται άλλοτε πρώιμα κι άλλοτε όψιμα.
Όλα αυτά ας μη τα πάρουμε σαν ένα στεγνό μάθημα. Δεν κερδίζουμε τίποτε, αν μάθουμε περισσότερα και δεν χάνουμε αν ξέρουμε λιγότερα. Το ζήτημα είναι πως αυτά τα πράγματα τα ζούμε μέσα μας ως ορθόδοξοι.
Αυτή η λειτουργική τάξη και παράδοση της Εκκλησίας μας είναι ζυμωμένη με τη ζωή των πατέρων μας. Και δεν είναι λίγο να κρατάμε την πίστη των προγόνων μας και να πιστεύουμε ότι ο Θεός μας είναι «ο Θεός των πατέρων ημών», καθώς η Εκκλησία το ψάλλει κάθε ήμερα στην ιερή Ακολουθία. Όλη η περίοδος του Τριωδίου είναι για τους ορθόδοξους χριστιανούς καιρός μετανοίας, προσευχής και νηστείας. Γι’ αυτό κι από σήμερα, που ανοίγει το Τριώδιο, ο κάθε πιστός προσεύχεται κατανυκτικά και ψάλλει· «της μετα­νοίας άνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα…».

(+Διονυσίου, Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης )





ΤΟ «ΤΡΙΩΔΙΟ»
Το Τριώδιο είναι ένα από τα εκκλησιαστικά βιβλία που χρησιμοποιεί στις ιερές ακολουθίες της η ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία μας. Ονομάζεται έτσι διότι οι κανόνες (ύμνοι)  που περιέχει έχουν μόνο τρεις ωδές (τρία + ωδή = Τριώδιο) σε αντίθεση με τους κανόνες του υπόλοιπου έτους που έχουν εννέα ωδές.
«ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ»
Η φράση αυτή σημαίνει ότι αρχίζει να χρησιμοποιείται το βιβλίο αυτό στις ιερές ακολουθίες της εκκλησίας. Αυτό γίνεται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Η χρονική αυτή περίοδος διαρκεί 10 εβδομάδες και έχει σαν σκοπό της την προετοιμασία όλων των χριστιανών για την εορτή των εορτών, δηλαδή το Πάσχα, που εορτάζουμε την ανάσταση του Χριστού και τη νίκη της ζωής εναντίον του θανάτου. Οι τρεις πρώτες εβδομάδες είναι προπαρασκευαστικές για τη μεγάλη Τεσσαρακοστή που θα ακολουθήσει. Οι έξι επόμενες είναι η μεγάλη Τεσσαρακοστή που είναι μια περίοδος αυστηρής νηστείας (σωματικής και πνευματικής), συντριβής και μετάνοιας για κάθε χριστιανό. Η τελευταία είναι η Μεγάλη Εβδομάδα που εορτάζουμε τα πάθη, τη σταύρωση, την ταφή και την κάθοδο του Χριστού στον Άδη.
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ (4 Κυριακές)
Οι τρεις πρώτες εβδομάδες του Τριωδίου περιλαμβάνουν τέσσερις Κυριακές και αποτελούν την εισαγωγή για τη μεγάλη Τεσσαρακοστή.
1) Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου
Είναι η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου. Στην εκκλησία διαβάζεται η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου.
Η παραβολή με λίγα λόγια: Δυο άνθρωποι πήγαν στο ναό του Θεού να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κα o άλλος τελώνης. Ο Φαρισαίος στάθηκε όρθιος για να φαίνεται καλά και είπε στην προσευχή του: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, διότι δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν τον τελώνη. Νηστεύω δυο φορές την εβδομάδα και δίνω το 1/10 από τα εισοδήματά μου». Ο τελώνης όμως στάθηκε στο πίσω μέρος του ναού σε κάποια άκρη. Δε σήκωνε ούτε τα μάτια του στον ουρανό αλλά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: « Θεέ μου λυπήσου με και συγχώρησέ με τον αμαρτωλό». Σας βεβαιώνω, είπε στο τέλος ο Χριστός, ότι ο περιφρονημένος τελώνης γύρισε στο σπίτι του συγχωρημένος από το Θεό, παρά ο Φαρισαίος εκείνος. Κι αυτό γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του (υπερηφανεύεται), θα ταπεινωθεί και θα κατακριθεί ενώ εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του (αναγνωρίζοντας τα λάθη του και ζητώντας συγχώρηση γι’ αυτά) θα υψωθεί και θα τιμηθεί από το Θεό.
Από την παραπάνω παραβολή μαθαίνουμε: 1) Ότι η προσευχή, η επικοινωνία μας δηλαδή με το Θεό, αποδοκιμάζεται και στην ουσία είναι άχρηστη και κατακριτέα όταν συνοδεύεται με κενοδοξία (μάταιη δόξα) και υπερηφάνεια (ο Φαρισαίος έλεγε στο Θεό με υπερηφάνεια ότι δε μοιάζει καθόλου με τους άλλους ανθρώπους που είναι αμαρτωλοί και ιδιαίτερα με τον αμαρτωλό Τελώνη που προσευχόταν λίγο πιο πίσω του), 2)  Ότι η ταπεινή προσευχή που γίνεται με συντριβή και μετάνοια (συναίσθηση δηλ. των αμαρτιών που έχει κάνει κάποιος και απόφαση να μην επαναλάβει τα ίδια) γίνεται αποδεκτή από το Θεό που συγχωρεί τις αμαρτίες και εξυψώνει το μετανοούντα αμαρτωλό και 3) Ότι έχοντας στο νου μας τη μεγάλη διαφορά των δυο αυτών αντίθετων χαρακτήρων που μας παρουσιάζει ο Χριστός στην παραβολή του, πρέπει να προσέχουμε πολύ να μη μοιάσουμε στο Φαρισαίο αλλά να προσευχόμαστε με ταπείνωση σαν τον τελώνη και να ζητάμε αυτό που θέλουμε.
2) Η Κυριακή του Ασώτου
Τη δεύτερη Κυριακή διαβάζεται στην εκκλησία η συγκινητική παραβολή του ασώτου γιου.
Η Παραβολή με λίγα λόγια: Ένας πατέρας είχε δυο παιδιά. Κάποια μέρα, ο μικρότερος γιος, του ζήτησε το μερίδιό του από την πατρική περιουσία κι έφυγε σε μακρινή χώρα. Εκεί σπατάλησε όλη την περιουσία του ζώντας άσωτα. Στο τέλος κατάντησε να βόσκει χοίρους για να μπορεί να ζήσει και να μην πεθάνει της πείνας. Κάποια στιγμή όμως θυμήθηκε πόσο καλά περνούσε στο σπίτι του πατέρα του, απολαμβάνοντας την αγάπη και την προστασία του και μετάνιωσε για όλα αυτά που έκανε. Αποφάσισε τότε να γυρίσει πίσω και να πέσει στα πόδια του πατέρα του ζητώντας του να τον συγχωρήσει και να τον πάρει έστω και σαν δούλο του στη δούλεψή του γιατί ακόμη κι οι δούλοι του πατέρα του περνούσαν πολύ πιο καλά απ’ ό,τι αυτός τώρα. Επιστρέφει λοιπόν στο πατρικό του σπίτι κι ενώ ακόμη δεν είχε πλησιάσει κοντά, τον είδε ο πατέρας του και βγήκε να τον υποδεχτεί. Ο άσωτος γιος ζητάει συγχώρηση από τον πατέρα του λέγοντας: «Πατέρα αμάρτησα στον ουρανό (δηλ. στο Θεό) και σε σένα. Δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι γιος σου. Κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς υπηρέτες σου». Ο πατέρας του όμως αντί να τον διώξει ή να τον μαλώσει ή έστω να τον κάνει σαν έναν από τους υπηρέτες του, για όλα αυτά που έκανε, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και είπε στους υπηρέτες να του δώσουν να φορέσει λαμπρή στολή. Μάλιστα να σφάξουν το μοσχάρι που έτρεφαν ξεχωριστά για κάποια χαρμόσυνη κι εξαιρετική περίσταση και να χαρούν και να διασκεδάσουν διότι επέστρεψε ο χαμένος γιος του.
Η παραπάνω παραβολή είναι μια συγκλονιστική προτροπή για μετάνοια ενώ ταυτόχρονα μας δείχνει την απέραντη αγάπη του Θεού Πατέρα ο οποίος είναι πρόθυμος στη στιγμή να συγχωρήσει κάθε αμαρτωλό που μετανοεί ειλικρινά (όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες του) και να τον δεχθεί και πάλι στην αγκαλιά του.
3) Η Κυριακή της Κρίσεως ή των Απόκρεω
Θέμα της τρίτης Κυριακής του Τριωδίου είναι η ημέρα της Κρίσεως. Η ημέρα δηλαδή που ο Θεός θα κρίνει δίκαια τους ανθρώπους, κατατάσσοντάς τους στη θέση που τους αρμόζει, ανάλογα με τις πράξεις τους. Το μέτρο της κρίσης του Θεού είναι η αγάπη προς τους συνανθρώπους μας. Την Κυριακή αυτή κορυφώνεται η προτροπή της εκκλησίας προς όλους μας για μετάνοια, ζητώντας από μας έργα αγάπης προς το συνάνθρωπο, τα οποία θα είναι και το εισιτήριο για την αιώνια ζωή κοντά στο Θεό επισημαίνοντας όμως ότι τα αντίθετα έργα της κακίας θα είναι και η αιτία της αιώνιας καταδίκης μας.
Η Κυριακή αυτή λέγεται και Κυριακή των «Απόκρεω» γιατί από την επόμενη μέρα σταματάμε να τρώμε το κρέας καθώς σε λίγες μέρες φθάνει και η μεγάλη Τεσσαρακοστή. Την εβδομάδα που ακολουθεί τρώμε μόνο γάλα, τυρί, αυγά και ψάρι και την ονομάζουμε εβδομάδα της Τυρινής ή Τυροφάγου.
4) Η Κυριακή της Τυρινής ή Τυροφάγου
Κύριο θέμα της τέταρτης Κυριακής του Τριωδίου είναι η ανάμνηση του χαμένου παραδείσου σε συνδυασμό με την αρχή της νηστείας. Η εκκλησία, μας θυμίζει την έξωση του Αδάμ από τον παράδεισο και την αποκοπή του από το Θεό, που είχε σαν συνέπεια τον πνευματικό και σωματικό του θάνατο επειδή δεν τήρησε την εντολή του Θεού, που στην πραγματικότητα ήταν εντολή νηστείας και είχε σαν σκοπό της την ηθική του τελειότητα. Μας καλεί λοιπόν με τη νηστεία, σωματική (αποχή από ορισμένα φαγητά) και πνευματική (νέκρωση των φθοροποιών παθών και αποχή από κακές πράξεις), να ξανακερδίσουμε το χαμένο παράδεισο καθώς μέσα από τη νηστεία και τον αγώνα της μεγάλης Τεσσαρακοστής θα αξιωθούμε το Πάσχα να ενωθούμε με τον αναστημένο Χριστό συμμετέχοντας στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας.
Η επόμενη μέρα από την Κυριακή της Τυρινής είναι η «καθαρά Δευτέρα» και αρχίζει η αυστηρή νηστεία της μεγάλης Τεσσαρακοστής η οποία, όπως προαναφέραμε, είναι περίοδος πένθους και μετανοίας.

ΠΗΓΗ ΕΔΩ