Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΙ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ ΑΡΙΘΜΕΙ...



 Αρκετοί είναι, εκείνοι που παρομοιάζουν τη ζωή του ανθρώπου με μία πορεία, με ένα ταξίδι που συνεχίζεται και επαναλαμβάνεται χιλιάδες χρόνια επάνω στη γη, καθώς άνθρωποι διαδέχονται άλλους ανθρώπους σε μια αέναη πορεία ανθρώπινου που θα εξακολουθεί όσο το επιτρέπει ο Θεός.
Σ’ αυτήν την πορεία και το μακρόχρονο ταξίδι οι άνθρωποι όρισαν σταθμούς έτσι ώστε να μπορούν να υπολογίσουν το δρόμο που έκαναν, να οργανώσουν τη συνέχεια της πορείας τους αυτής και να μελετούν τις επόμενες κινήσεις.
Σε ένα τέτοιο σταθμό βρισκόμαστε κι εμείς σήμερα· στην αρχή του νέου έτους· στο κατώφλι μιας καινούριας χρονιάς. Και όπως κάθε τι νέο έτσι και ο καινούριος χρόνος συνοδεύεται από φόβο και ελπίδα. Φόβος για το τι μας περιμένει, για το τι μας επιφυλάσσει, και ελπίδα, γιατί χωρίς αυτήν κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ζήσει, γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν θα ήταν δυνατό να προσδοκά το καλύτερο.
Πότε όμως είναι κάποιος αληθινά ευτυχισμένος; Μετά από αιώνες εμπειρίας και γνώσης σχετικά με τον άνθρωπο, δεν μπορούμε πλέον να εξισώσουμε την ευτυχία με οποιοδήποτε εξωτερικό γνώρισμα, χρήματα, υγεία, επιτυχία, θέσεις, αξιώματα κλπ. Γνωρίζουμε πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν ανταποκρίνεται πλήρως σ’ αυτή τη μυστηριώδη και πάντοτε φευγαλέα έννοια της ευτυχίας. Είναι σαφές πως η φυσική άνεση φέρνει ευτυχία, αλλά ακολουθεί και το άγχος. Η επιτυχία φέρνει ευτυχία, αλλά και φόβο. Είναι εκπληκτικό πως όσο περισσότερη εξωτερική ευτυχία διαθέτουμε, τόσο περισσότερο εύθραυστη γίνεται και πιο ατίθασος ο φόβος πως θα τη χάσουμε και θα μείνουμε με άδεια χέρια. Πιθανώς αυτός είναι και ο λόγος που ευχόμαστε ο ένας στον άλλο «μια νέα ευτυχία» για το Νέο Έτος. Η «παλιά» ευτυχία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε, κάτι πάντοτε έλειπε. Τώρα όμως ατενίζουμε ξανά μπροστά μας με μια ευχή, ένα όνειρο, μια ελπίδα...
Αδελφοί μου!
Μ’ αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μας καθώς αμήχανα και κάπως φοβισμένα βάζουμε το πόδι μας στις καινούριες προοπτικές που από σήμερα ξεδιπλώνονται μπροστά μας, έρχεται στο μυαλό μου μια δημοσίευση από γαλλική εφημερίδα η οποία μπαίνοντας στον 21ο αιώνα δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Δεν πλένουν πια πιάτα, τα πετάνε».
Γράφει λοιπόν μεταξύ των άλλων:
Πλύσιμο, σιδέρωμα έχουν καταργηθεί ή καλύτερα ξεπεραστεί. Τα ρούχα είναι μιας χρήσεως. Το σπίτι ξεσκονίζεται αυτόματα με ηλεκτροστατικό σύστημα. Το μαγείρεμα στα μικροκύματα διαρκεί λίγα λεπτά μόνο.
Ο γιος του σπιτιού, 4 χρόνων μιλάει ήδη δύο γλώσσες, γιατί ή τηλεόραση πού διδάσκει το παιδί είναι δίγλωσση. Θα έχουμε γρήγορα ατομικά υποβρύχια και υπερπόντια σκάφη, αυτοκίνητα πού πετάνε, μπιφτέκια από πλαγκτόν, κουζίνες με υπέρηχους, ατομικά τρένα, υποβρύχιες πόλεις, φαγητό σε χάπια, βλάστηση στη Σαχάρα, οικιακό κομπιούτερ πού κλεί­νει την πόρτα του γκαράζ και ενεργοποιεί τα συστήματα συ­ναγερμού στο σπίτι. Η ιατρική δεν θα θεραπεύει, άλλα θα επισκευάζει με τα τεχνητά μέλη και τις μεταμο­σχεύσεις πού θα τελειοποιηθούν.
Ίσως να φαίνονται τούτα ακόμα και σήμερα επιστημονική φαντασία. Οι εξελίξεις όμως των πραγμάτων μας δείχνουν πως όχι φαντασίες μα κάτι παραπάνω από βεβαιότητες είναι όλα τούτα.
Παρ’ όλα αυτά αυτή η «υψηλή τεχνολογία» μας έχει υποδουλώσει σ' ένα καθημερινό αγώνα αβάσταχτο για τα ανθρώπινα δεδο­μένα. Νιώθουμε πολλά κενά και γι' αυτό περισσότερο φο­βόμαστε. Μία εποχή γεμάτη από δύναμη και όμως οι ενθου­σιασμοί υποχωρούν, οι αμφιβολίες μουδιάζουν το ανθρώπινο μυαλό. Το μέλλον αβέβαιο.
Φοβερή η απειλή για την εξάντληση των ενεργειακών πηγών. Τα πυρηνικά οπλοστάσια, η μόλυνση του περιβάλλο­ντος, ο υπερπληθυσμός στις υποανάπτυκτες χώρες, η υπο­γεννητικότητα στις προηγμένες, οι νέες ανίατες αρρώστιες, τα ναρκωτικά, η τρομοκρατία, η ποικιλόμορφη διαφθορά. Και όλα αυτά ανατρέπουν κάθε ελπίδα. Υψώνουμε τεράστιους χάρτινους πύργους, θεμελιώνουμε πάνω στην άμμο, ζούμε το αμφίβολο παρόν, αποταμιεύουμε σ’ ένα αβέβαιο μέλλον.
Ο κόσμος μας αντί να ηρεμήσει, έχει  γεμίσει από υπέρμετρο φόβο. Και φοβόμαστε γιατί όλα όσα δη­μιουργήσαμε οφείλονται στον εγωισμό μας, πού εναντιώνε­ται στο Δημιουργό της φύσεως και στους νόμους τής φύσε­ως. Και ο φόβος δεν είναι φως, αλλά σκοτάδι.
Έτσι έχουμε δύο πολύ βαθείς και ακατάλυτους άξονες της ανθρώπινης συνείδησης: φόβος και ευτυχία, εφιάλτης και όνειρο. Η καινούρια ευτυχία που ονειρευόμαστε την παραμονή του Νέου Έτους θα μπορέσει τελικά να ηρεμήσει, να σκορπίσει και να κατανικήσει το φόβο; Ονειρευόμαστε μια ευτυχία στην οποία να μην παραμονεύει ο φόβος βαθιά μέσα της, ένας φόβος από τον οποίο προσπαθούμε πάντοτε να προφυλαχθούμε, πίνοντας, ή με το να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι, περιβαλλόμενοι από θόρυβο. Η σιγή όμως αυτού του φόβου είναι ισχυρότερη από κάθε άλλο θόρυβο. «Άφρων»! Μάλιστα, το αθάνατο όνειρο της ευτυχίας είναι εκ φύσεως ανόητο σ’ έναν κόσμο μολυσμένο από φόβο και το θάνατο. Ακόμη και στις ανώτερες στιγμές του ανθρώπινου πολιτισμού, οι άνθρωποι το γνωρίζουν καλά. Μπορούμε να νιώσουμε τη θλίψη και τη θλιβερή αλήθεια πίσω από τα λόγια του μεγάλου ποιητή Αλέξανδρου Πούσκιν, που τόσο πολύ αγαπούσε τη ζωή, όταν έγραφε: «Δεν υπάρχει ευτυχία στον κόσμο». Όντως, μια βαθιά θλίψη διαπερνά κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαμηλά, στον πάτο του ανθρώπινου πολιτισμού, τα πλήθη ξετρελαίνονται με το θόρυβο και τις φωνές, ως εάν ο θόρυβος και τα θορυβώδη πάρτυ θα μπορούσαν να φέρουν την ευτυχία.(π. Αλέξανδρος Σμέμαν).
Αδελφοί μου!
 Πέρασαν 2013 χρόνια πού ακούστηκε το Ευαγγέλιο σ' έναν κόσμο ξεπεσμένο, με φοβερή υποτίμηση τής ανθρώπινης αξίας.
Και αυτό το Ευαγγέλιο αναμόρφωσε με την αγάπη τον άνθρωπο και τον κόσμο, δημιούργησε τους καλούς Σαμα­ρείτες και την αγνότητα των διανθρώπινων σχέσεων.
Αυτό το Ευαγγέλιο, μπορεί και σήμερα να χαρίσει την ελπίδα και τη βεβαιότητα για καλύτερη ζωή, που να στηρίζεται όχι μόνο στον υλικό άρτο, άλλα και στην ικανο­ποίηση τής πνευματικής πείνας και δίψας. Μια ζωή που να περιέχει την ανθρώπινη ολοκλήρωση.
Ποιο βιβλίο αλήθεια, ανθρώπινης προελεύσεως, βιβλίο κά­θε προσώπου, κάθε φυλής, κάθε θέματος έχει το κύρος, το βάθος, το εύρος και τη διαχρονικότητα του Ευαγγελίου; Όλα είναι περιορισμένης εμβέλειας και όλα παλιώνουν. Τα περισσότερα παύουν να ισχύουν, αναιρούνται, κρίνονται γιατί στον κόσμο όλα αλλά­ζουν. Μόνο το Ευαγγέλιο παραμένει το ίδιο χωρίς να αλλάζει ούτε ένα κόμμα ή μια τελεία. Στις δυο χιλιάδες χρόνια, άλλαξαν πολιτισμοί ολόκληρων λαών. Άλλαξαν αμέτρητες φορές σύνορα κρατών. Άλλαξαν φιλοσοφίες, άλλαξαν γλώσσες, άλλαξαν έθιμα, άλλαξαν μέθοδοι επιστημών και ανακαλύψεις. Αυτό που δεν άλλαξε είναι ο λόγος του Χριστού.
Αδελφοί μου!
Σήμερα, ύστερα από την κατάρρευση των διάφορων φιλοσοφικοκοινωνικών συστημάτων, δεν έχουμε άλλη διδαχή, που να μιλάει και να χαρίζει την ανυπόκριτη αγάπη και την ειρηνική συνύπαρξη με τον άνθρωπο και το περιβάλλον μέσα σε αρμονικές σχέ­σεις.   Αυτή είναι η επί γης βασιλεία τού Θεού. Η ευαγγελική διδαχή καθαρίζει τον άνθρωπο από πονηρές και αμαρτωλές σκέψεις, σχέσεις και επιδράσεις, που διχάζουν την προσωπικότητα του και έτσι αναπόφευκτα καθίσταται και η μόνη μας επιλογή.
Το 2014 για να είναι αίσιο και ευτυχές, πρέπει εμείς να συναινέσουμε στην αποδοχή των ύψιστων άξιων τής ζωής. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η ευτυχία έγκειται στην εγκράτεια ως άρνηση της πλασματικής γοητείας του κόσμου και στην εν μετάνοια και αγάπη στροφή προς το Θεό, το συνάνθρω­πο, το περιβάλλον. Τότε αρχίζει να διαπιστώνει εμπειρικά πια ότι πλουτίζει εσωτερικά, αποταμιεύει στο μέλλον και νιώθει αυτάρ­κης. Τότε ανοίγονται πολλές διέξοδοι στα σκοτεινά αδιέξο­δα.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν, ευρισκόμενο μέσα στην όλη ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, αναφέρεται σε τρία γεγονότα: στη φυγή της αγίας
οικογένειας στην Αίγυπτο, κατόπιν προτροπής αγγέλου στον ύπνο του Ιωσήφ, λόγω της δαιμονιώδους οργής του Ηρώδη, στη σφαγή των νηπίων από τον παράφρονα Ηρώδη και στην επάνοδο της αγίας οικογένειας στην Ιουδαία και την εγκατάστασή της στην πόλη της Ναζαρέτ. Η σφαγή των νηπίων μάλιστα, τρομακτική και μόνον ως λέξη, αποτελεί και το περιεχόμενο της μνήμης της σημερινής ημέρας, 29 Δεκεμβρίου, γι᾽ αυτό και σ᾽ αυτήν θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας, καθοδηγούμενοι μάλιστα από το συναξάρι του όρθρου, το οποίο στοιχεί στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.

«Όταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων Ηρώδης πρόσταξε τους μάγους να γυρίσουν πίσω και του αναφέρουν τα σχετικά με τον βασιλιά που γεννήθηκε, τον οποίο φανέρωνε ο αστέρας που ακολουθούσαν, προκειμένου τάχα μαζί με εκείνους να τον προσκυνήσει και αυτός, κι αφού ο άγγελος είπε στους μάγους να μη γυρίσουν στον Ηρώδη αλλά από άλλη οδό να αναχωρήσουν για τη χώρα τους, κάτι που το έκαναν, είδε λοιπόν ο Ηρώδης ότι εμπαίχθηκε από αυτούς και οργίστηκε πολύ. Κι αφού ερεύνησε ακριβώς για τον χρόνο του αστέρος που φάνηκε και έστειλε στρατιώτες, φόνευσε όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ και στα όριά της, από δύο χρονών και κάτω, γιατί σκέφτηκε ότι αν φονεύσει όλα τα παιδιά, οπωσδήποτε θα πεθάνει και ο μελλοντικός βασιλιάς και δεν θα καταστεί απειλή γι’ αυτόν. Ματαίως όμως κόπιασε ο παράφρων, διότι δεν γνώριζε ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει τη βουλή του Θεού. Οπότε στα μεν παιδιά προξένησε τη βασιλεία των Ουρανών, στον δε εαυτό του την αιώνια κόλαση».

Το κύριο πρόβλημα που θέτει η σημερινή ημέρα, της μνήμης όπως είπαμε των σφαγιασθέντων νηπίων από τον Ηρώδη, είναι η εξώφθαλμη αδικία που διαπράχθηκε τότε, γεγονός που οδηγεί στο πάντα επίκαιρο και ουδέποτε αποδεκτό από την ανθρώπινη λογική πρόβλημα της θεοδικίας: γιατί βρέφη και νήπια, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους, την έχασαν και μάλιστα με τέτοιο τραγικό τρόπο; Και πού βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ανέχτηκε ο δίκαιος Θεός μία τέτοια αδικία; Δεν φαίνεται έτσι ότι ο Θεός απουσιάζει ή τέλος πάντων είναι κρυμμένος, ενώ παρουσιάζεται ως κυρίαρχος ο δαίμονας με τα όργανά του, τύπου Ηρώδη; Και με βάση τον προβληματισμό για ό,τι άδικο συνέβη τότε, η ανθρώπινη σκέψη ανοίγεται και σε όλη τη διαδρομή του ανθρωπίνου γένους, καταγράφοντας παρόμοια και σκληρότερα ίσως περιστατικά: εξανδραποδισμούς ολόκληρων λαών, πείνες, πολέμους, εξαθλίωση ανθρώπων, ανέχεια, ανεργία, φτώχεια. Σε όλα αυτά το κυρίαρχο ερώτημα είναι το γιατί; Και το πώς ο Θεός ανέχεται τέτοιες καταστάσεις;

Δεν είναι εύκολα ερωτήματα. Δεν μπορεί κανείς χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη λογική να δώσει μία πειστική απάντηση. Πρόκειται για ένα μόνιμο αγκάθι στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και το ερώτημα αυτό, το πρόβλημα της θεοδικίας, της δικαιοσύνης του Θεού μέσα σε έναν κόσμο απανθρωπίας και παραλογισμού, είναι ερώτημα που απασχόλησε από παλιά τον άνθρωπο και ασφαλώς θα τον απασχολεί πάντοτε. Την πρώτη από πλευράς θεολογικής αντιμετώπιση του προβλήματος έχουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Ιώβ. Πάσχει ο Ιώβ, ο πιο δίκαιος άνθρωπος της εποχής του, και μάλιστα με τρόπο που δεν είναι εύκολο να ακούσει κανείς τα πάθια του, χωρίς να κινδυνεύει να κλονιστεί η ισορροπία του μυαλού του: πεθαίνουν με τρόπο τραγικό όλα τα παιδιά του, χάνει όλη την περιουσία του, γεμίζει ο ίδιος από παντός είδους μολυσματικές αρρώστιες και γι’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί σε κατοικημένη περιοχή, η γυναίκα του τον κατηγορεί, οι φίλοι του τον αντιμετωπίζουν με σκληρότητα… Το «γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, ενώ είμαι δίκαιος άνθρωπος;» φτάνει στα χείλη ακόμη και του ίδιου του Ιώβ, ο οποίος σε ό,τι του συνέβαινε έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Ας είναι ευλογημένο το όνομά Του».

Η απάντηση έρχεται τελικά από τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος λέγοντας στον Ιώβ να μην πολυεξετάζει το γιατί, αλλά μόνο να έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, τον επιβραβεύει αποκαθιστώντας τον έτσι, ώστε να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι ήταν πριν. Η απάντηση δηλαδή στο πρόβλημα της θεοδικίας δεν υπάρχει στους ανθρώπινους συλλογισμούς και την ανθρώπινη λογική. Η απάντηση δίνεται στο επίπεδο της πίστεως στον Θεό: έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνεις. Αν κανείς δεν αναχθεί σ’ αυτό το επίπεδο, πάντοτε θα προσκρούει σε αδιέξοδο και στη διαπίστωση του παράλογου της ζωής. Κι αν μεν στην Παλαιά Διαθήκη η απάντηση δόθηκε στον Ιώβ με αυτόν τον τρόπο, εκεί που έχουμε την πληρότητα της απαντήσεως είναι στην Καινή με τον ερχομό του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωμένου Θεού, βλέπουμε ότι οι όποιες δοκιμασίες στη ζωή, οι όποιες θλίψεις, οι όποιες τραγικότητες, συνιστούν δρόμο ζωής που αν κανείς τα αντιμετωπίσει με πίστη και υπακοή στον Θεό, οδηγούν στη Βασιλεία του Θεού. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός είναι η απάντηση: η ζωή Του απαρχής μέχρι τέλος είναι ένα πάθος. Το πάθος του Χριστού δεν σχετίζεται μόνον με τον Σταυρό, αλλά με όλη τη ζωή Του. Κι απόδειξη η σημερινή ημέρα: μόλις γεννάται αντιμετωπίζει τον φονικό θυμό του παράφρονα Ηρώδη. Το ίδιο και στα μετέπειτα χρόνια Του. Ο Σταυρός Του είναι η αποκορύφωση του Πάθους Του. Και τι μας δείχνει; Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού, στην Ανάσταση, εκτός από το πάθος της ζωής αυτής.

Κι αυτό γιατί; Διότι δυστυχώς ο κόσμος αυτός ξέπεσε, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Ενώ απαρχής τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς Του, ο άνθρωπος με την επανάσταση που κήρυξε κατά του Δημιουργού, με την εμμονή του στην ανυπακοή του προς Εκείνον, έφερε όλα τα δεινά στον κόσμο. Και ο ερχομός του Χριστού ήταν ακριβώς γι’ αυτό: να άρει την αμαρτία του κόσμου και τις συνέπειες της αμαρτίας αυτής, προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. Ο κόσμος όμως αυτός πάντοτε θα είναι και θα παραμένει το πεδίο που θα αναμετράται η πίστη με την απιστία, με το δεδομένο ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της εδώ ζωής θα έχουν πάντοτε αντίκρισμα στη συνέχειά της, την άλλη ζωή. «Ουκ άξια τα παθήματα της παρούσης ζωής προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Αυτά που υφιστάμεθα στη ζωή αυτή, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τους πόνους, δεν ισοφαρίζουν τη δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα.

Στη λογική της πίστεως αυτής, με βάση την ίδια τη ζωή του Κυρίου, βρίσκεται και η υμνογραφία της σημερινής εορτής. Τα νήπια που σφαγιάστηκαν, δεκατέσσερις χιλιάδες ή απλώς δεκατέσσερα – δεν έχει σημασία ο αριθμός, αν είναι πραγματικός ή συμβολικός – ναι μεν έχασαν τη ζωή τους πριν ακόμη την ξεκινήσουν, όμως την βρήκαν ολοκληρωμένη με τη χάρη του Θεού στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός θέλησε, κρίμασιν οις οίδεν Εκείνος, αυτά τα παιδάκια να είναι οι πρώτοι μάρτυρές Του στον κόσμο, η πρώτη προσφορά σ’ Αυτόν, γι’ αυτό και θεωρούνται άγιοι με μεγάλη δύναμη παρρησίας ενώπιόν Του. Είναι κατ’ ακρίβεια τα πρώτα νεόφυτα στελέχη της Εκκλησίας, που έθρεψαν με το παρθενικό και αγνό αίμα τους το δέντρο της Εκκλησίας («Εκ στελεχών νεοφύτων η του Χριστού Εκκλησία σήμερον, ώσπερ άνθη ευθαλή, δρεψαμένη αίματα τερπνώς, εφηδύνεται αυτοίς και ωραΐζεται», δηλαδή: Η Εκκλησία του Χριστού σήμερα, αφού μάζεψε με τερπνό τρόπο τα αίματα από νεόφυτα στελέχη, όπως κόβει κανείς ολοζώντανα άνθη, χαίρεται γι’ αυτά και ομορφαίνει)∙ είναι, όπως είπαμε, η πρώτη μυστική θυσία στον ενανθρωπήσαντα Θεό («Χορός θεόλεκτος βρεφών, εν σαρκί γεννηθέντι, προσηνέχθη τω Κτίστη, ως θυσία μυστική», δηλαδή: ο θείος χορός των βρεφών προσφέρθηκε στον Δημιουργό που γεννήθηκε ως άνθρωπος, ως μυστική θυσία)∙ είναι οι καθαυτό νεομάρτυρες του Κυρίου («ως βότρυες Χριστώ προσήχθησαν, ει και μητρώων μαζών εσπάσθησαν, οι νεομάρτυρες, τον Ηρώδην πλήξαντες», δηλαδή: σαν σταφύλια προσφέρθηκαν στον Χριστό οι νεομάρτυρες, αν και αποσπάσθησαν βίαια από τα μητρικά στήθη, και έπληξαν τον Ηρώδη)∙ είναι τα νήπια εκείνα που με τον σφαγιασμό τους συμβασιλεύουν πια με τον Χριστό («υπέρ Αυτού γαρ σφαγέντα, συμβασιλεύουσι Τούτω»).

Η ανατροπή των ανθρωπίνων δεδομένων και της συμβατικής λογικής δεν έρχεται μόνον με την ενανθρώπηση του Θεού, αλλά και με ό,τι συνιστά τον περίγυρό της, και τότε, στα ίδια χρόνια με την επί γης παρουσία Του, και μετέπειτα σε όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία και οι άγιοί της, με ό,τι υφίσταται στον κόσμο, θα διατρανώνει πάντοτε την άλλη λογική: μέσα από τα παθήματα του κόσμου τούτου θα αποκαλύπτει την οδό που εκβάλλει στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών»

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ



Σε λίγες μέρες έρχονται τα Χριστούγεννα, εορτή, από τις μεγαλύτερες της Χριστιανοσύνης. Η μητρόπολη των εορτών, όπως την ονομάζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Θα εορτάσουμε τα Χριστούγεννα και θα θυμηθούμε το πώς γεννήθηκε στη φάτνη της Βηθλεέμ ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός.

Ιησούς! Το ομορφότερο και γλυκύτερο όνομα που ακούστηκε στη γη. Αλλά ταυτόχρονα  και το πιο παρεξηγημένο όνομα που έγινε αιτία διαχωρισμού του κόσμου μας στα δύο. Στους πιστούς και τους απίστους. Στους ανθρώπους που αγωνίζονται να εφαρμόσουν στη ζωή τους τα διδάγματα του Χριστού και στους ανθρώπους που είναι ενάντια του Χριστού. Από την ώρα που στη Βηθλεέμ γεννιόταν ο Χριστός, ο Ιδρυτής της Εκκλησίας μας, ο κόσμος μας  χωρίστηκε στην προ Χριστού και στην μετά Χριστόν εποχή.
Ιησούς! Είναι το γλυκύτερο όνομα. Όνομα που  το ύμνησαν πρώτα όχι άνθρωποι αλλά οι άγγελοι.  Αυτοί στη Βηθλεέμ έψαλλαν ενώπιον των ποιμένων το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Ιησούς! Είναι ακόμα το αγιότερο πρόσωπο της ιστορίας. Είναι η πιο μεγάλη και ιερή μορφή όλων των αιώνων. Η παρουσία του πάνω στο πρόσωπο της γης στάθηκε βάλσαμο παρηγοριάς για κάθε πονεμένο άνθρωπο.. Ο Χριστός είναι τέλος, το κυριότερο, ο Σωτήρας μας από την αμαρτία. Είναι ο λυτρωτής του γένους των ανθρώπων.
Λίγες μέρες μας απέμειναν για να εορτάσουμε το χαρμόσυνο τούτο μήνυμα της Γεννήσεως του Θεανθρώπου, αγαπτοί Χριστιανοί. Και η Εκκλησία, όλος ο Χριστιανικός κόσμος, χαίρεται και αγάλλεται. Ο δε Ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλοντας να τονίσει ότι ο Ιησούς εκτός από Τέλειος Θεός είναι και Τέλειος άνθρωπος, αναφέρει. Σήμερα, το γενεαλογικό Του δένδρο. Αναφέρει τους προγόνους του Χριστού γιατί σαν ο ο Χριστός είχε προγόνους. Ακόμα και ο Ιωσήφ, που ήταν προστάτης της Παναγίας και του Χριστού, φαίνεται στο νόμο ως πατέρας Του.
Έτσι άγγελος Κυρίου εμφανίζεται στον μνήστωρα Ιωσήφ και του μηνύει ότι η γυναίκα που φυλάγει και προστατεύει, η Υπεραγία Θεοτόκος, θα φέρει στο κόσμο παιδί. Το παιδί αυτό όμως δεν θα είναι σαν τα άλλα. Θα γεννηθεί εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Και τέλος, αναγγέλλει ο άγγελος στον Ιωσήφ και το όνομα του παιδίου. Το όνομα του παιδιού θα είναι Ιησούς «Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών».
Ιησούς λοιπόν το όνομα του Θείου Βρέφους. Με το όνομα αυτό περνά στην ιστορία. Είναι όνομα Θεοδώρητο. Δεν το’ δωσαν, αδελφοί μου, άνθρωποι αλλά ο ίδιος ο Θεός. Ο Θεός, λέει ο απ. Παύλος, «εχαρίσατο ημίν όνομα, το υπέρ παν όνομα», στο οποίο, «παν γόνυ κάμψη, επουρανίων, και επιγείων και καταχθονίων». Όλοι πρέπει να προσκυνούμε το Χριστό γιατί σ’ Αυτόν αρμόζει κάθε δόξα. Και αυτό, το όνομα σημαίνει,  Σωτήρ. Και ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος Σωτήρας γιατί μας έσωσε από τις αμαρτίες μας. Μας έσωσε από τον ανθρωποκτόνο διάβολο. Γιατί πριν έρθει ο Χριστός στο κόσμο ο διάβολος είχε εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Όμως από την ώρα που το άστρο της Βηθλεέμ έδειξε το τόπο που γεννήθηκε ο Χριστός, αυτόματα γεννήθηκε και η ελπίδα στις ψυχές των ανθρώπων. Γεννήθηκε η ελπίδα για τη νίκη του ανθρώπου εναντίον του διαβόλου.
Ο Ιησούς είναι ο Σωτήρας μας. Ο Λυτρωτής του κόσμου. Υπήρξε η προσδοκία των Εθνών, η γλυκιά απαντοχή όλων των αιώνων, η ελπίδα του περιουσίου λαού του Θεού, το όραμα των Πατριαρχών, το κήρυγμα των προφητών, ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και ήρθε για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ουρανού και γης. Πριν την έλευση του Χριστού στη γη ο άνθρωπος ήταν εχθρός του Θεού εξαιτίας της αμαρτίας. Όμως ο Χριστός γεννώμενος άνθρωπος ένωσε τα διεστώτα, Θεό και άνθρωπο, και μας έδωσε τη δυνατότητα να σωθούμε δι’  Αυτού.
Ετοιμαζόμαστε. Αδελφοί μου, για τα Χριστούγεννα. Πως θα εορτάσουμε τούτη την εορτή; Ας ξεχάσουμε, αδελφοί, την κοσμοχαλασιά που γίνεται γύρω μας. Ας λησμονήσουμε για λίγο το εορταστικό περίγυρο, τους φωταγωγημένους δρόμους, τις στολισμένες βιτρίνες, το θόρυβο της αγοράς, τη κίνηση των ανθρώπων και την ανταλλαγή δώρων και ευχών, και ας αναρωτηθούμε: Ποια θέση έχει  μέσα μας ο Χριστός; Πολύ φοβούμαι ότι η απάντηση που θα λάβω είναι εντελώς αρνητική. Ακόμα και για μας τους χριστιανούς ο Χριστός είναι ο μεγάλος απών της ζωής μας. Είναι ο βαθειά λησμονημένος, ο άγνωστος. Οι πολλοί, δυστυχώς, γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. Χωρίς τα χείλη μας να τον αναφέρουν, χωρίς η καρδιά μας να τον πιστεύει και να τον αγαπά. Χωρίς ο νους μας να τον σκέπτεται. Χωρίς η ύπαρξή μας να αισθάνεται  τη χαρά της λυτρώσεως. Χωρίς η ζωή μας να τον έχει οδηγό  και κυβερνήτη της.
Χριστούγεννα όμως χωρίς Χριστό είναι ουτοπία, είναι ένα μεγάλο ψέμα. Είναι μόνο ένα κοινωνικό γεγονός, ένας τύπος, που η αξία του έγκειται μονάχα σε κάποια εναλλαγή που προσφέρει στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος βασανίζεται από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και το άγχος των βιοτικών φροντίδων. Αλλοίμονο, όμως, αν ο Χριστός ήρθε στο κόσμο για κάτι τέτοιο. Γι’  αυτό, αν θέλουμε να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, άς προσέξουμε αδελφοί και να κατανοήσουμε τη σημασία του μεγάλου αυτού γεγονότος. Να νοιώσουμε το μήνυμα της εορτής. Οφείλουμε να αναζητήσουμε μαζί με τους μάγους τον Ιησού. Ο Κύριος και η Εκκλησία Του να γίνει το κέντρο και ο άξονας του εορτασμού.
Το γλυκύτατο όνομα του Ιησού να είναι στα χείλη μας. Το όνομα, το υπέρ παν όνομα, να είναι στα χείλη όλων των χριστιανών. Να τον δοξάζουμε και να τον υμνούμε με τόλμη και θάρρος με πίστη και λαχτάρα. Γράφει ο  άγ. Νικόδημος ο αγιορείτης και αναρωτιέται: «Τι ούν μακαριώτερον; Τι ευδαιμονέστερον; Ή τι γλυκύτερον είναι ή το να μελετά τις το ένδοξον, το τερπνόν και πολυπόθητον όνομα του Ιησού Χριστού; Ποία δε έννοια  και ενθύμησις είναι χαριεστέρα και Θειοτέρα από της εννοίας και ενθυμήσεως του σωτηρίου και Θεοπρεπούς, φοβερού ονόματος του Ιησού;» Σ’ όλους δε ημάς που ετοιμαζόμαστε για τα Χριστούγεννα ο προφήτης Ησαίας παραγγέλει: «βοάτε το όνομα Αυτού, αναγγείλατε εν τοις έθνεσι τα ένδοξα Αυτού, μιμνήσκεσθε ότι υψώθη το όνομα Αυτού».
Ο Χριστός ακόμα να είναι μέσα στη καρδιά μας. Ο μεγάλος ένοικος  της καρδιάς μας να είναι ο Ιησούς. Ο Υψηλός Επισκέπτης, η πρώτη μας αγάπη, ο κορυφαίος μας πόθος, ο αληθινός έρωτάς μας. Το να κατοικεί μέσα μας ο Χριστός είναι το ιερότερο και μεγαλύτερο δείγμα της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό. Ο Παύλος, μια καρδιά που αξιώθηκε να αγαπά βαθειά τον Ιησού, έγραφε: «Τις ημάς  χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή διωγμός, ή στενοχωρία ή μάχαιρα;» Τίποτα απ’  όλα αυτά.
Τέλος, ο Χριστός να βρίσκεται μέσα στην ζωή μας. Στην οικογένειά μας, στην εργασία μας, ακόμα και στη ψυχαγωγία μας. Οδηγός της ζωής μας να είναι ο Χριστός. Ο Ιησούς είναι ο ελευθερωτής. Άς τον παρακαλέσουμε να μας λυτρώσει από τα δεσμά της αμαρτίας και των παθών μας. Είναι το φώς. Ας τον ικετεύσουμε να έρθει και να φωτίσει τα σκοτάδια της ζωής μας. Είναι η αλήθεια. Άς τον γνωρίσουμε. Είναι η χαρά. Ας τον παρακαλέσουμε να διώξει το πόνο και τις θλίψεις της ζωής μας.. Να τον παρακαλέσουμε ακόμη να διώξει την αδικία φέρνοντας τη δική του δικαιοσύνη στη γη μας.
Αδελφοί μου! Οι μάγοι πήγαν στη Βηθλεέμ και έδωσαν τα δώρα τους. Έδωσαν τα δώρα της αγάπης τους.  Χρυσό, λιβάνι και σμύρνα. Εμείς να δώσουμε στο Χριστό την αγάπη μας, την πίστη μα και την ευλάβειά μας με ταπείνωση. Και να τον προσκυνήσουμε νοερά μαζί με τους ποιμένες της Βηθλεέμ και τους μάγους της Ανατολής. Να τον προσκυνούμε δε με αγάπη και πίστη προς Αυτόν ψάλλοντας μαζί με τους αγγέλους του Θεού το «δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΘΕΟΥ

χριστούγεννα
ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ Δ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
 
Σημείωμα Συγγραφέα: Το διήγημα που ακολουθεί – και είχαμε πρωτοδημοσιεύσει πέρυσι – δεν έχει σκοπό να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες και βραβεία. Αντίθετα, επιδιώκει να αφυπνίσει συνανθρώπους μας που είναι βυθισμένοι στο σκοτάδι της αθεΐας, φέρνοντάς τους στο ΦΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Για έναν λόγο παραπάνω: Διότι τα όσα αναφέρονται βασίζονται  σε πραγματικά περιστατικά, με τα ονόματα των πρωταγωνιστών αλλαγμένα για ευνόητους λόγους.
Ξύπνησε πάλι απότομα. Άγρια. Με τον συνεχόμενο ήχο του κουνουδιού, αντί για τον γνώριμο του κινητού του, που χτυπάει σαν ξυπνητήρι κάθε πρωί στις 8.
«Ούτε να κοιμηθεί κανείς δεν μπορεί», σκέφτηκε και άλλαξε πλευρό γκρινιάζοντας. Προσπάθησε να ξαναβυθιστεί στην αγκαλιά του Μορφέα. Μάταια όμως. Το κουδούνι χτύπαγε σαν τρελό, ξανά και ξανά.
«Τι συμβαίνει;», αναρωτήθηκε για λίγο. Γιατί αμέσως άκουσε χαρούμενα ξεφωνητά παιδιών που έλεγαν τα Κάλαντα. Τους είχαν ανοίξει στο κάτω πάτωμα.
Βλαστήμησε δυνατά. Είχε πάρει άδεια από τη δουλειά τις μέρες αυτές, επίτηδες για να ξεκουραστεί. Με ποιο δικαίωμα τον ενοχλούσαν αυτά τα μυξιάρικα;
Τι είναι σήμερα και τραγουδάνε; Μια συνηθισμένη μέρα. Μια ακόμα μουντή, γκρίζα και παγωμένη μέρα του Δεκεμβρίου.
Μετά θυμήθηκε πως είναι Παραμονή Χριστουγέννων. Έσκασε στα γέλια. «Ρε με τι αηδίες κάθονται και παραμυθιάζονται…», φώναξε με θριαμβευτικό, σαρκαστικό χαμόγελο.
Σηκώθηκε, έφτιαξε καφέ και κάθησε στον υπολογιστή. Είχε μήνυμα από τη Λένα στο Facebook, για να συναντηθούν για τα τελευταία ψώνια «πριν γεννηθεί ο Χριστός», όπως του έγραφε.
Όχι, δεν ήταν καμιά θρησκευόμενη η κοπέλα του. Απλά τον πείραζε, ειδικά αυτές τις μέρες, μιλώντας του συνεχώς γι’ αυτά που εκείνος όχι μόνο δεν πιστεύει, αλλά βρίζει κι από πάνω.
Έτσι έκανε και τώρα. Βλαστήμησε ξανά, με τον ίδιο τρόπο που κάνουν εκατομμύρια Έλληνες.Βαριέται να πάει για ψώνια, αλλά αυτό που τον εκνευρίζει περισσότερο είναι αυτή η «γέννηση».
Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι η μητέρα του, που μένει στον πάνω όροφο μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια. Τον προσκαλεί στο χριστουγεννιάτικο δείπνο, αλλά του βάζει και μια «αγγαρεία» να κάνει, να πεταχτεί δηλαδή μέχρι τον χασάπη της γειτονιάς και να πάρει μερικά μπριζολάκια.
Με τα χίλια ζόρια ντύνεται και βγαίνει έξω. Μια περίεργη γιορταστική ατμόσφαιρα αναδύεται στην πόλη, παρότι η κίνηση στα μαγαζιά είναι περιορισμένη.
Ανοίγει την πόρτα για να μπει στο κρεοπωλείο. Ταυτόχρονα - κατάρα! - βγαίνει ένας ιερέας. Κρατώντας μια τεράστια γαλοπούλα τυλιγμένη σε ζελατίνα.
Τον κοιτάζει με αηδία. Είναι χοντρός, με αυτά τα μούσια και τις μαύρες πλερέζες, που τον κάνουν ακόμα πιο αντιπαθητικό.
«Ρε τον πεινάλα! Κοίτα να δεις τι γαλοπούλα πήρε να φάει ο βούβαλος!», σκέφτεται. «Ε βέβαια, αφού τους πληρώνουμε τους χαραμοφάηδες…!»
Κουνάει το κεφάλι περιπεκτικά. Ναι, φυσικά και είχε δίκιο! Κλασικός παπάς ήταν αυτός, από εκείνους που βλέπει και σιχαίνεται! Κοίτα τι πήρε να φάει, ενώ ο κοσμάκης πεινάει! ΝΤΡΟΠΗ ΤΟΥ!
Ξαφνικά, από την γωνία παραδίπλα, ένα χαρούμενο λεφούσι ξεπετάγεται. Πέντε – έξι παιδάκια τρέχουν κοντά στον παπά, με την μητέρα να προσπαθεί να τα φτάσει. Κάνουν χαρά, επειδή βλέπουν τη μεγάλη γαλοπούλα και το γελαστό πρόσωπο του πατέρα τους.
Ο Μηνάς αποστρέφει το βλέμμα του. «Τι τα θέλει τόσα παιδιά ο αργόσχολος», προσπαθεί να δικαιολογήσει τις προηγούμενες σκέψεις του.
Μ’ αυτά και μ΄αυτά, ούτε καταλαβαίνει πώς περνάει το πρωινό. Απορροφημένος στον υπολογιστή, ρίχνει τις τελευταίες ματιές στη δουλειά για το σπίτι που του έδωσε ο προϊστάμενος και σε κάτι άρθρα που του έστειλε ο Λευτέρης.
Μα ναι, είναι πολύ ενδιαφέροντα αυτά που του στέλνει ο κολλητός του! «Έτσι θα αντιμετωπίζεις τους χριστιανούληδες όποτε σου κολλάνε», του έχει πει. Και πράγματι! Αισθάνεται σε θέση ισχύος, ειδικά με αυτό το «zeitgeist» που του έστειλε πρόσφατα.
Αλλά και πόσες ακόμα ιστοσελίδες που ενισχύουν τις απόψεις του, δεν έχει καταχωρήσει στα «αγαπημένα»! Εδώ βρίσκεται τώρα, ανταλλάσοντας απόψεις για τα Χριστούγεννα, μαζί με άλλους λογικούς ανθρώπους, που δεν είναι πρόβατα όπως οι Χριστιανοί.
Το δηλητήριο που ξερνάει η οθόνη του υπολογιστή τον έχει εντελώς απορροφήσει. Ώσπου χτυπάει η πόρτα του.
Είναι η Λένα, που τον περίμενε για μια ώρα στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού. Βάζει τις φωνές. Μια τυπική φασαρία ζευγαριού αρχίζει. Και τελειώνει με βρισιές, απειλές και νέα χτυπήματα, πιο δυνατά αυτή τη φορά, στην πόρτα.
«Ωραία», σκέφτεται. «Πάει κι αυτή, να σε δω με ποιον θα πας το βράδυ στο κλαμπ που έχουμε κλείσει, κακομοίρη μου».
Δεν κάθεσαι σπίτι καλύτερα; Τι τις θες εσύ τις γιορτινές ατμόσφαιρες, γι’ αυτά τα παραμύθια; Τι γιορτάζεις;
Άσε που δεν έχουν μείνει και πολλά λεφτά. Πάνε τα παλιά μεγαλεία με τα μπουκάλια σε πανάκριβα κέντρα της παραλιακής. Φέτος έκλεισε με προσφορά, κι αυτή με το ζόρι.
Χέστα λοιπόν όλα! Παράτα τα! Καλύτερα να μην υπάρχουν Χριστούγεννα, για να μην ξοδεύουμε κιόλας!
Δεν πεινάει, ούτε έχει διάθεση να βγει έξω. Κλεισμένος στο δωμάτιό του, παρέα με τα νέα κείμενα του «atheism. net»,περνάει καλύτερα την ώρα του.
Με τα χίλια ζόρια ανεβαίνει πάνω, όταν το βραδάκι η μάνα του τον φωνάζει για φαγητό. Έχουν και ορισμένους καλεσμένους συγγενείς, που έχουν έρθει για «ρεβεγιόν».
Δεν τον ενοχλεί αυτό. Ευτυχώς, δεν υπάρχουν θεούσοι εδώ μέσα. Να φάμε, να πιούμε, να παίξουμε και κάνα χαρτάκι, να πούμε και καμιά βλακεία για να περάσει ανώδυνα η ώρα. Όπως κάθε χρόνο δηλαδή, παραμονή Χριστουγέννων. Βαρεμάρα…
Η ώρα περνάει και κατά τις 2 τα μεσάνυχτα, ένας – ένας οι καλεσμένοι φεύγουν. Για στάσου όμως! Υπάρχει ένας ακόμα, που τώρα έφτασε…!
Είναι ο Λευτέρης, ο φίλος του. Το πρότυπό του. Ο μέντοράς του. Έρχεται με αυτό το γνωστό ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση, σιγουριά και ίσως αλαζονεία.
Ωραία, σκέφτεται. Θα το ξενυχτήσουμε απόψε. Θα πούμε δυο κουβέντες σαν άνθρωποι, βρε αδερφέ! Ο Λευτέρης είναι κάτι σαν…γκουρού γι’ αυτόν.
Αναπόφευκτα η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τους «χριστιανούληδες» και τα Χριστούγεννα τους. Τους ειρωνεύονται και τους οικτίρουν, για τα «παραμύθια» που πιστεύουν. Εκεί κάπου, ο Λευτέρης του πετάει και κάτι «καινούρια».
«Αυτοί κατέστρεψαν την Ελλάδα, φίλε. Έσφαζαν τους Έλληνες, γκρέμιζαν τους ναούς. Η Ελλάδα τελείωσε στην αρχαιότητα, φίλε. Μαζί με τους θεούς μας».
Στέκεται αποσβολωμένος ο Μηνάς.
«Τους ποιους, είπες; Τους θεούς;»
«Ναι, φίλε. Αυτή είναι η θρησκεία μας και όχι ο εβραιοχριστιανισμός. Αυτήν πιστεύω κι εγώ».
Κρύος ιδρώτας λούζει τώρα τον Μηνά. Τον άθεο, που νόμιζε πως ο φίλος του έχει τις ίδιες απόψεις μ’ εκείνον.
«Μα καλά, εσύ δεν μου λες χρόνια τώρα πως δεν υπάρχει κανένας θεός;;; Τι μου λες για δώδεκα θεούς τώρα; Εγώ δεν πιστεύω ούτε σε Έναν!»
«Μη στενοχωριέσαι, Μηνά», του απαντά εκείνος με το γνώριμο, υπεροπτικό ύφος του.
«Έλα να σου δείξω μερικά μπλογκ που γράφουν γι’ αυτά, να δεις πώς συνδυάζονται όλα».
Τον πιάνει από το χέρι. Ο Μηνάς το τραβάει. Μέσα του, αυτή τη στιγμή συμβαίνει μια τιτανομαχία. Γκρεμίζονται οι ιδέες, τα πιστεύω και τα…δεν πιστεύω του. Αισθάνεται προδομένος.
Όχι, δεν θα ακούσει τον “φίλο” του. Εκείνος είναι και παραμένει άθεος. Ορκισμένος κι αμετακίνητος.
«Λευτέρη, είμαι κουρασμένος», του λέει. «Θα πέσω για ύπνο, τα λέμε αύριο».
«Μα…», ίσα που προλαβαίνει να ψελλίσει εκείνος, πριν η πόρτα κλείσει με δύναμη σχεδόν μπροστά στο πρόσωπό του.
Είναι εκτός εαυτού ο Μηνάς. Αρχίζει να βλαστημά ξανά, με τον γνωστό του τρόπο. Βρίζει αυτά που δεν πιστεύει ότι υπάρχουν! Τα παραμύθια!
Όχι, δεν του φαίνεται κωμικό αυτό. Ίσα – ίσα, τον κάνει να αισθάνεται δυνατός.
Βγαίνει στο μπαλκόνι να καπνίσει τσιγάρο. Η ώρα πήγε 5 το πρωί. Κρύο και απόλυτο σκοτάδι, που διακόπτουν μονάχα κάποια – λίγα, είναι η αλήθεια – φωτάκια που αναβοσβήνουν στην απέναντι πολυκατοικία.
Ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη σιγή της νύχτας, μια καμπάνα ακούγεται να τη σπάζει. Θα είναι του Αγίου Αντρέα, της Ενορίας της γειτονιάς του.
Σκάει στα γέλια. «Κοίτα να δεις τρέλα που έχει ο κόσμος, αξημέρωτα να πηγαίνει στην Εκκλησία! Τι να κάνει εκεί; Αφού δεν υπαρχει τίποτα!”
«ΤΙΠΟΤΑ! ΤΙΠΟΤΑ! ΤΙΠΟΤΑ!»
Το λέει και το ξαναλέει. Με μίσος. Με οργή, σαν να θέλει να βρίσει όχι τα Θεία όπως κάνει πάντα, αλλά τον εαυτό του. Ναι, αυτόν υβρίζει με μανία αυτή τη φορά. Ξεσπά.
«Είμαι ένα τίποτα λοιπόν; Μαζί με όλα τα υπόλοιπα στον κόσμο είμαστε ένα τίποτα;»
Η σκέψη αυτή διαπερνά το μυαλό του σαν ηλεκτροσόκ. Αρνείται να δεχθεί ότι όλα είναι μάταια.Πως υπάρχει μόνο η ύλη, που φθείρεται κι εξαφανίζεται.
Εκείνη τη στιγμή, ακούει βιαστικά βήματα στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Σκύβει και βλέπει τον Δήμο μαζί με τους δικούς του, να τρέχουν με τα καλά τους προς τη μεριά της Εκκλησίας.
Καλό παιδί ο Δήμος, αλλά λιγάκι «βαρεμένος». Συμμαθητές στο σχολείο, μα ο Μηνάς τον είχε απομακρύνει από κοντά του. Τον έλεγε «χριστιανοταλιμπάν», επειδή συνεχώς του μίλαγε για τον Θεό.
Παρατηρεί αυτές τις σιλουέτες που απομακρύνονται στο σκοτάδι, μέχρι να χαθούν. Κάθεται και σκέφτεται.
Σίγουρα τώρα θα βρίσκονται στην Εκκλησία. Τι μανία κι αυτή; Τι βρίσκουν πια εκεί πέρα;
«Και δεν πάς κι εσύ να δεις;», ακούγεται μια φωνή από μέσα του, που μοιάζει να ξυπνάει από το λήθαργο ετών.
«Εγώ;;; Είπες, εγώ; Να πάω στην Εκκλησία;;; Εγώ ρε;;; Ρε πας καλά; Με τους παπάδες και τις θεούσες; Τι να πάω να κάνω εκεί εγώ;»
«Πήγαινε, αλλά χωρίς το εγώ σου», ακούγεται και πάλι να αντιλαλεί αυτή η φωνή.
Κάθεται ακίνητος ο Μηνάς. Το σκέφτεται και χωρίς πολλά – πολλά, το αποφασίζει!
Σε λίγο, βρίσκεται καθ’ οδόν για την Εκκλησία. Έχει να πάει από το Γυμνάσιο, που τους πήγαιναν μια φορά το χρόνο. Κι αυτός πήγαινε, για να μην πάρει απουσίες.
Έφτασε κιόλας. Μέσα στο σκοτάδι, ο μικρός ναός μοιάζει με φωτεινό πλεούμενο. Με φάρο που σκορπά ελπίδα, ζεστασιά και γαλήνη.
Ανοίγει την πόρτα. Δεν κάνει το σταυρό του, ούτε ανάβει κερί. Κάθεται πίσω – πίσω όρθιος, για να μην τον βλέπουν.
Τα φώτα είναι μισοσβησμένα. Δεν καταλαβαίνει γιατί. Ώσπου ακούγεται ένας περίεργος ύμνος, που κάτι λέει για αγγέλους που δοξάζουν…τον Χριστό!!!
Ανάβουν τότε όλα τα φώτα. Η ατμόσφαιρα γίνεται γιορτινή και οι ψαλμωδίες πλημμυρίζουν τ’ αυτιά του.
Δεν τις ξέρει, αλλά θέλει να τις ψιθυρίσει. Ειδικά αυτό το «Χριστός γεννάται δοξάσατε», το μαθαίνει κάπως με τη συνεχή επανάληψη.
Δεν κάθεται λεπτό. Ούτε καν παρατηρεί τους γύρω του. Αδιαφορεί για τις «θεούσες». Δεν βλέπει τον παπά αν έχει κοιλιά, αν έχει «χρυσάφια» πάνω του κι αν ψέλνει καλά.
Είναι μόνος του, αυτός κι ο Χριστός.
Σε μια μικρή Εκκλησιά της μεγαλούπολης που λέγεται Αθήνα, μια χαραμάδα φωτός αχνοφέγγει.
Δεν είναι ούτε τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, ούτε οι φωτισμένοι πλέον ναοί που πανηγυρίζουν.
Αλλά η ψυχή του Μηνά, που επιτέλους έδιωξε το σκοτάδι και γέμισε με Θείο, Ουράνιο ΦΩΣ…! 

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΝ



ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ
ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΝ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑ
Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Ο Ν

Ποίημα Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου.
Ευλογήσαντος του Ιερέως, το Κύριε εισάκουσον,
το Θεός Κύριος και το εξής του Αγίου.
Ήχος Δ΄. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Ως Ιεράρχης και στερρός Αθλοφόρος, και πρεσβευτής υπέρ ημών προς τον Κτίστην, Ιερομάρτυς Πάτερ Ελευθέριε, πάσης ελευθέρωσον, προσβολής εναντίας, τους πιστώς προστρέχοντας, τη αγία σου σκέπη, και των σωμάτων άμα και ψυχών, πάσι χορήγει, υγείαν δεόμεθα.
Θεοτόκιον.
Ου σιωπήσομεν ποτέ Θεοτόκε…
Ο Ν’. Ψαλμός και ο κανών ου η ακροστιχίς.
«Ελευθέριε ρύου ημάς κινδύνων. Γερασίμου».
Ωδή Α’. Ήχος Δ’. Υγράν διοδεύσας.
Εν πάσαις του βίου επιφοραίς, θερμόν αρωγόν σε, κεκτημένοι παρά Θεού, πάσης λυτρωθείημεν ανάγκης, τη ση πρεσβεία σοφέ Ελευθέριε.

Λιτάνευσον Πάτερ ειλικρινώς, τον πάντων Δεσπότην, ως αν λύσιν των δυσχερών, και χάριν και έλεος και ρώσιν, οι προσιόντες σοι εύρωμεν άνωθεν.

Επίκουρος έσο και βοηθός, θερμότατος ρύστης, και υπέρμαχος εν παντί, ημίν Ελευθέριε παμμάκαρ, τοις ευφημούσι τους θείους αγώνάς σου.

Θεοτόκιον.
Υδάτων αΰλων ζωοποιών, γλυκύρροε κρήνη, Παντευλόγητε Μαριάμ, βλύσον μετανοίας μοι τα ρείθρα, τω προσιόντι πιστώς τη ση χάριτι.
Ωδή Γ’. Ουρανίας αψίδος.
Θρασυνόμενον σφόδρα, τον δυσμενή δράκοντα, κατά των πιστών ικετών σου, και ωρυόμενον, οία περ λέοντα, σύντριψον Πάτερ υψόθεν, τούτου της κακώσεως, ημάς ρυόμενος.

Ευσπλαγχνίας της θείας, τους οικτιρμούς ένδοξε, ευπαρρησιάστοις λιταίς σου, ημίν υπάνοιξον, ως συμπαθέστατος, και τον κατώδυνον βίον, ημών μεταποίησον, τρόποις χρηστότητος.

Ρωστική σου πρεσβεία, τα των ψυχών ίασαι, και τα των σωμάτων παμμάκαρ, ημών αλγήματα, και την ζωήν ημών, φόβω κυβέρνησον θείω, ως αν τω Παντάνακτι, σεμνώς λατρεύσωμεν.
Θεοτόκιον.
Ιλαστήριον θείον, χρυσοειδές έμψυχον, ώφθης σωματώσασα Κόρη, τον ιλασμόν ημών, Χριστόν τον Κύριον˙ διο τοις σοι προσιούσιν, αίτησαι την άφεσιν, ων εξημάρτομεν.
Διάσωσον, ώ Ελευθέριε θείε Ιερομάρτυς, εκ παντοίων οδυνηρών περιστάσεων, τους τη σεπτή σου προστρέχοντας προστασία.
Επίβλεψον εν ευμενεία…
Αίτησις και το Κάθισμα.
Ήχος Β’. Τα άνω ζητών.
Πρεσβεύειν αεί, Χριστώ τω Πανοικτίρμονι, ως Μάρτυς αυτού, και λειτουργός ευπρόσδεκτος, μη παύση Ελευθέριε, ίνα πάσης ρυσθείημεν θλίψεως, και ειρηναίαν ανύωμεν ζωήν, οι μέγαν προστάτην σε πλουτήσαντες.
Ωδή Δ’. Εισακήκοα Κύριε.
Επωδύνων συμπτώσεων, και ανιαρών σκανδάλων και θλίψεων, Ελευθέριε μακάριε, τους σοι αφορώντας ελευθέρωσον.

Ρώσιν θείαν πρυτάνευσον, τοις εν ασθενείαις δειναίς στενάζουσιν, ευπραγίαν δε και άνεσιν, τοις εν λυπηροίς του βίου κάμνουσιν.

Υπερτέρους ανάδειξον, εν τοις πειρασμοίς ημάς Ελευθέριε, ως αν λύσιν κομισώμεθα, παρά του Χριστού ων εσφαλόμεθα.

Ουρανόθεν επίβλεψον, ίδε συνηγμένους προ της Εικόνος σου, ημάς ήδη Ελευθέριε, και παράσχου πάσι τα αιτήματα.
Θεοτόκιον.
Υψηλόν ενδιαίτημα, του Υψίστου Λόγου και Παντοκράτορος, τον πεσόντα νουν μου ύψωσον, προς υψώσεις Κόρη βίου κρείττονος.
Ωδή Ε’. Φώτισον ημάς.
Ήρεμον ημών, την ζωήν και αστασίαστον, διατήρει Ελευθέριε σοφέ, εν ειρήνη και αγάπη και σεμνότητι.

Μάστιγι των σων, θεοδέκτων παρακλήσεων, τα κυκλώσαντα ημάς πλείστα δεινά, διασκέδασον εν τάχει Ελευθέριε.

Αύγασον ημίν, σελασφόροις ικεσίαις του, ευφροσύνην και χαράν την αληθή, και την λύπην των ψυχών ημών διάλυσον.


Θεοτόκιον.
Σθένωσον Αγνή, την ψυχήν μου ασθενήσασαν, ταις ποικίλαις προσβολαίς του δυσμενούς, ίνα τούτου κατισχύσω ο προστρέχων σοι.
Ωδή ΣΤ’. Την δέησιν.
Κατεύνασον, πειρασμών τα κύματα, τα χειμάζοντα ημάς ολεθρίως, και προς τον εύδιον όντως λιμένα, των του Θεού θελημάτων κυβέρνησον, Ιερομάρτυς Αθλητά, τους την σην εκζητούντας αντίληψιν.

Ιάσεων, ειληφώς το δώρημα, ως λαμπρός Ιερομάρτυς Κυρίου, τα των ψυχών ημών ίασαι πάθη, και των σωμάτων τους πόνους μετάβαλε, εις ευρωστίαν αληθή, μυστική επισκέψει σου ένδοξε.

Νοσούσι μεν, ιατήρ πανάριστος, τοις δε πάσχουσι θερμός παρακλήτωρ, και λυπουμένοις τερπνή θυμηδία, και τεθλιμμένοις σεπτόν παραμύθιον, ώ Ελευθέριε, γενού ως Χριστού μιμητής γνησιώτατος.
Θεοτόκιον.
Δοχείον με, θεϊκών ελλάμψεων, θεοκόσμητε ναέ του Σωτήρος, Ευλογημένε Παρθένε Μαρία, δι’ εμμελείας ηθών τελειότητος, και αρετών θεουργικών, τον πιστώς σε υμνούντα ανάδειξον.
Διάσωσον ώ Ελευθέριε θείε Ιερομάρτυς, εκ παντοίων οδυνηρών περιστάσεων, τους τη σεπτή σου προστρέχοντας προστασία.
Άχραντε, η δια λόγου…
Αίτησις και το Κοντάκιον.
Ήχος Β’. Προστασία των Χριστιανών.
Ιεράρχα του Σωτήρος ενθεώτατε, και γενναίε Αθλητά και Μάρτυς αήττητε, μη παρίδης σων ικετών ικέσιον ωδήν, αλλά πρόσδεξαι ως ευμενής, τας εν αιτήσει προσφοράς, των θερμώς εκβοώντων σοι˙ Φύλαττε πάσης βλάβης, και πάσης εχθρών μανίας, τους αιτουμένους σε πιστώς, Ελευθέριε πανεύφημε.
Προκείμενον.
Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού.
Στίχος. Τοις Αγίοις τοις εν τη γη αυτού…
Ευαγγέλιον. Εκ του κατά Μάρκον (β’. 23-28 και γ’. 1 -2)
Τω καιρώ εκείνω επορεύετο ο Ιησούς τοις Σάββασι δια των σπορίμων, και ήρξαντο οι Μαθηταί αυτού οδόν ποιείν, τίλλοντες τους στάχυας. Και οι Φαρισαίοι έλεγον αυτώ˙ Ίδε, τι ποιούσιν εν τοις Σάββασιν, ο ούκ έξεστι; Και αυτός έλεγεν αυτοίς˙ Ουδέποτε ανέγνωσε τι εποίησε Δαβίδ, ότε χρείαν έσχε και επείνασαν αυτός και οι μετ’ αυτού; Πώς εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού, επί Αβιάθαρ του Αρχιερέως, και τους άρτους της προθέσεως έφαγεν, ούς ούκ έξεστι φαγείν, ειμή τοις Ιερεύσι, και έδωκε και τοις συν αυτώ ούσι; Και έλεγεν αυτοίς˙ Το Σάββατον δια τον άνθρωπον εγένετο, ούχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον˙ ώστε κύριος εστίν ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου˙  Και εισήλθε πάλιν εις την συναγωγήν˙ και ήν εκεί άνθρωπος εξηραμμένην έχων την χείρα˙ και παρετήρουν αυτόν, ει τοις Σάββασι θεραπεύσει αυτόν, ίνα κατηγορήσωσιν αυτού. Και λέγει τω ανθρώπω, τω εξηραμμένην έχοντι την χείρα˙ Έγειραι εις το  μέσον. Και λέγει αυτοίς˙ Έξεστι τοις Σάββασιν αγαθοποιήσαι, ή κακοποιήσαι; Ψυχήν σώσαι, ή αποκτείναι; Οι δε εσιώπων. Και περιβλεψάμενος αυτούς μετ’ οργής, συλλυπούμενος επί τη πωρώσει της καρδίας αυτών, λέγει τω ανθρώπω. Έκτεινον την χείρά σου. Και εξέτεινε˙ και αποκατεστάθη η χείρ αυτού υγιής, ως η άλλη.
Δόξα.
Ταις του Ιεράρχου…
Και νύν.
Ταις της Θεοτόκου…
Προσόμιον.
Ήχος Πλ. Β’. Όλην αποθέμενοι.
Στίχος. Ελέησόν με ο Θεός…
Πάσαις κλονιζόμενοι, επιβουλαίς του Βελίαρ, και περιστατούμενοι, ταις ευρούσαις θλίψεσιν ημάς Άγιε, τη σεπτή σκέπη σου, πίστει αδιστάκτω, καταφεύγομεν κραυγάζοντες˙ Πρόφθασον ένδοξε, και των θλιβερών περιστάσεων, απάλλαξον δεόμεθα, την πολυπαθή ημών ύπαρξιν, και τον πάντων Κτίστην, δυσώπει Ελευθέριε σοφέ, ίνα το πλούσιον έλεος, πέμψη ταις ψυχαίς ημών.
Ωδή Ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Υπό πλήθους πταισμάτων, συνεσχέθημεν πλήθει βιοτικών συμφορών, άλλ’ ώ Ιερομάρτυς, η ση επιστασία, προφθασάτω τους δούλους σου, και λυτρωσάσθω ημάς, των νυν παρενοχλούντων.

Νενομένη αθλίως, την ζωήν ημών πάσαν η της κακίας φορά, εις βάθη αθυμίας, ημών τας διανοίας, μεθιστά βιαιότατα˙ συ ούν ημάς εξελού, τοιαύτης τυραννίδος.

Ως λαμπρός υποφήτης, της εν Πνεύματι θείω ελευθερίας ψυχών, παθών των ακαθέκτων, και πόνων ανηκέστων, ελευθέρωσον άπαντας, Ιερομάρτυς Χριστού, τους σε παρακαλούντας.
Θεοτόκιον.
Νάμα θείον μοι βλύσον, χαριτόβρυτε κρήνη θεουργικών δωρεών, δροσίζον την ψυχήν μου, την καταφλεγομένην, της κακίας τοις άνθραξιν ίνα υμνώ σε αεί, Υπερδεδοξασμένη.
Ωδή Η’. Τον Βασιλέα.
Γνώμη ευθεία, εν αληθεί μετανοία, πολιτεύεσθαι ικάνωσον παμμάκαρ, ως Ιερομάρτυς, τους σε υμνολογούντας.

Ελευθερίαν, της εν ημίν αμαρτίας, και απάλλαξιν πάσης κακοπραγίας, πρέσβευε δοθήναι τοις σε υμνολογούσι.
Ρύσαί με γλώσσης, δολιοτρόπων ανθρώπων, και στενώσεων παντοδαπών εν βίω ίνα σε γεραίρω, σοφέ Ιερομάρτυς.
Θεοτόκιον.
Αγγέλων δόξα, ώ Υπερένδοξε Κόρη, αδοξίας με παθών των ακαθάρτων, κάθαρον τοις ρείθροις, της σης αγαθωσύνης.
Ωδή Θ’. Κυρίως Θεοτόκον.
Σωμάτων αρρωστίας, και ψυχών τα βάρη, τη δεδομένη σοι χάριτι σκέδασον, των την σην κλήσιν φωνούντων ώ Ελευθέριε.

Ιλέωσαι παμμάκαρ, τοις σοι προσιούσι, τον αγαθόν και φιλάνθρωπον Κύριον, ως αν της τούτου χρηστότητος απολαύσωμεν.

Μη παύση εποπτεύων και φρουρών και σκέπων, και των εν βίω δεινών εξαιρούμενος, τους σε θερμόν αντιλήπτορα ευμοιρήσαντας.

Ορμαίς ακατασχέτοις, προς την αμαρτίαν, κατολισθήσας Θεού απεμάκρυνα, αλλά συ με πανεύφημε επανάγαγε.
Θεοτόκιον.
Υπέρφωτε λυχνία, του αδύτου φέγγους, την σκοτισθείσαν ψυχήν μου καταύγασον, όπως φωτί του Κυρίου Κόρη πορεύσωμαι.
Το Άξιον εστίν, και τα Μεγαλυνάρια.
Πνεύματος αγίου από παιδός, πλήρης χρηματίσας, Ελευθέριε ιερέ, της ελευθερίας, της εν Χριστώ εκφάντωρ, τοις δουλωθείσιν ώφθης, φθόνω του όφεως.

Άνθος της Ανθίας της ευκλεούς, πανεύοσμον ώφθης, γεωργία ηθών σεμνών, και του Ανικήτου, του ιερού φυτεία, καρποφορήσας Πάτερ, τα υπέρ έννοιαν.
Χαίροις Εκκλησίας βάσις στερρά, και παθών Κυρίου, αφομοίωμα και εικών˙ χαίροις ο βραβεύων, δεινών ελευθερίαν, τοις σε παρακαλούσιν ώ Ελευθέριε.

Άμωμον θυσίαν και μυστικήν, θύων τω Σωτήρι, ώσπερ θείος ιερουργός, αυτώ πορσηνέχθης, καθάπερ ιερείον, νομίμως εναθλήσας, ώ Ελευθέριε.

Ήνεγκας βασάνους τας χαλεπάς, εν τη ση αθλήσει, δι’ αγάπην του Ιησού˙ όθεν τας οδύνας, ημών αεί κουφίζεις, τη ση επιστασία ως ιερώτατος.

Φύλαττε ατρώτους ταις σαις ευχαίς, εκ παντός σκανδάλου, και απάσης επιβουλής, του δεινού Βελίαρ, και νόσων και κινδύνων, τους σε υμνολογούντας ώ Ελευθέριε.
Πάσαι των Αγγέλων…
Το τρισάγιον. Και το τροπάριον. Ήχος Πλ. Α’.
Ιερέων ποδήρει κατακοσμούμενος, και αιμάτων τοις ρείθροις επισταζόμενος, τω Δεσπότη σου Χριστώ Μάκαρ ανέδραμες, Ελευθέριε σοφέ, καθαιρέτα του σατάν. Διο μη παύση πρεσβεύων, υπέρ των πίστει τιμώντων την μακαρίαν σου Άθλησιν.
Εν τη απολύσει το παρόν.
Ήχος Β’. Ότε εκ του ξύλου.
Πάσης επηρείας και οργής, βλάβης και παντοίας ανάγκης, και περιστάσεως, πάντας ελευθέρωσον, Ιερομάρτυς Χριστού, Ελευθέριε ένδοξε, τους εξαιτουμένους, την θερμήν αντίληψιν, της προστασίας σου˙ συ γαρ βοηθός Ορθοδόξοις, και τοις κινδυνεύουσι ρύστης, προς Θεού εδόθης ιερώτατε.
Δίστιχον.
Παθών παντοίων ελεύθερόν με δείξον
Γεράσιμον παμμάκαρ σοι προσιόντα.

 Η/Υ επιμέλεια, Σοφίας Μερκούρη.