Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας διασώζει τον περίφημο διάλογο που είχε ο Χριστός με μια πόρνη γυναίκα, την Σαμαρείτιδα. Με μια γυναίκα που οι άλλοι Εβραίοι δεν θα καταδέχονταν όχι απλώς να συνομιλήσουν, αλλ’ ούτε κάν να την πλησιάσουν. Και τούτο, για δύο λόγους: πρώτον γιατί ήταν Σαμαρείτιδα και δεύτερον γιατί ήταν πολύ αμαρτωλή. Την γυναίκα αυτή την απέφευγαν και οι ίδιοι οι συμπατριώτες της, οι Σαμαρείτες. Την απέφευγαν, για την αμαρτωλή διαγωγή της. Τέσσερις άνδρες είχαν περάσει από την ζωή της, και με τον πέμπτο συζούσε παράνομα.
 Όλοι λοιπόν, την αγνοούν, την περιφρονούν, την αποστρέφονται. Όλοι, εκτός από τον Σωτήρα Χριστό, ο Οποίος βαδίζει μέσα στη ζέστη του καλοκαιριάτικου μεσημεριού, για να έλθει να την συναντήσει και να της χαρίσει την λύτρωση. Κουρασμένος από την οδοιπορία και διψασμένος, κάθισε στην πηγή του Ιακώβ να ξαποστάσει. Έστειλε τους μαθητές του στην πόλη να αγοράσουν τρόφιμα και περίμενε την ταλαίπωρη εκείνη γυναίκα, που είχε γίνει θύμα του διαβόλου. Ώ, πόση είναι η αγάπη του Χριστού και η δίψα του για την σωτηρία κάθε αμαρτωλής ψυχής!
 Για την γυναίκα αυτή ο Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αυγουστίνος, γράφει: «Ως Θεός ο Χριστός γνώριζε ότι σ΄εκείνη τη δυστυχισμένη χώρα της Σαμάρειας υπήρχε ένα διαμάντι. Διαμάντι, που είχε πέσει μέσα στη λάσπη, και κανένας δεν το πρόσεχε. Διαμάντι ήταν αυτή η αμαρτωλή γυναίκα, η Σαμαρείτιδα. Παρ’ όλη την κατάπτωση και την διαφθορά της, μέσα της έκρυβε κάτι το πολύτιμο. Ερχόταν ώρα που σιχαινόταν τον εαυτό της. Έβλεπε πόσο χαμηλά είχε πέσει. Ποθούσε μια ανώτερη ζωή. Ποθούσε να γνωρίσει την αλήθεια.» (Κυριακοδρόμιον)
Ο διάλογος του Χριστού με την Σαμαρείτιδα
Αυτή την γυναίκα περίμενε ο Ιησούς στο φρέαρ του Ιακώβ. Και να, σε λίγο καταφθάνει, με την στάμνα στο χέρι. Ο Θεάνθρωπος της ζήτησε να του δώσει λίγο νερό. Εκείνη απόρησε πώς ένας Ιουδαίος τολμάει να μιλά σε μια Σαμαρείτιδα, γι’ αυτό και του λέει: «πώς σύ, που είσαι Ιουδαίος, ζητάς να πιεις νερό από εμένα που είμαι γυναίκα Σαμαρείτιδα;» Οι Ιουδαίοι, όπως είπαμε, δεν είχαν καμία επικοινωνία με τους Σαμαρείτες «ου γάρ συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις»
 (Ιωάν. δ’ 9).
 Βέβαια, αν ήμασταν εμείς οι «θεοφοβούμενοι», κι εγώ δεν ξέρω τι θα άκουγε η γυναίκα εκείνη! Και όμως, ο Χριστός δεν την περιφρονεί, δεν την αποστρέφεται, δεν την προσβάλλει και δεν την ταπεινώνει για την ζωή που κάνει. Αλλά σαν έμπειρος γιατρός προσπαθεί να την θεραπεύσει και σαν καλός ποιμένας να την οδηγήσει στην μάνδρα του Θεού.
 Ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας το σημείο αυτό, γράφει: «…Έτσι και η Σαμαρείτιδα. Την ψυχή της είχε βουτηγμένη στις πορνείες, και φιλονικεί για την πόση λίγου νερού. Και ο Ιησούς δεν την αποστόμωσε, δεν της είπε εγώ είμαι Θεός από Θεό, εγώ στερέωσα τον Ουρανό και θεμελίωσα την γή, και φιλονικείς για το νερό και την πόση του και μάλιστα σύ, γυναίκα μολυσμένη από τις αμαρτίες;». (Μητροπολίτου Τρίκκης & Σταγών Διονυσίου, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Α΄.Αθήναι 1968, σελ. 47).
Όχι, αδελφέ μου, ο Χριστός δεν της είπε κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, παίρνοντας αφορμή από τα λόγια της, της αποκαλύπτει θεμελιώδεις ουράνιες αλήθειες. Ναι, σ’ αυτή την αμαρτωλή γυναίκα, που οι συγχωριανοί της την περιφρονούσαν, σ’ αυτή που ήταν βουτηγμένη στις σαρκικές αμαρτίες, τις οποίες ο Θεός τόσο πολύ βδελύσσεται και καταδικάζει, σ’ αυτή την πόρνη γυναίκα ο Ιησούς αποκαλύπτει την θεότητα του!
 Στην αμηχανία της Σαμαρείτιδας, λοιπόν να προσφέρει λίγο νερό σ΄έναν Ιουδαίο, (όπως εκείνη Τον έβλεπε), ο Χριστός απαντά: «Εάν ήξερες την δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέγει: ‘Δός μου να πιώ’, τότε εσύ θα τον παρακαλούσες κι εκείνος θα σου έδινε νερό ζωντανό» (Ιωάν. δ’ 10).
 Ο νούς της αδυνατεί να συλλάβει και να εννοήσει αυτές τις θείες αλήθειες, γι΄αυτό και Του λέει: «Κύριε, ούτε δοχείο έχεις, αλλά και το πηγάδι είναι βαθύ. Από πού, λοιπόν, έχεις το νερό το ζωντανό; Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωκε το πηγάδι, κι ήπιε από αυτό ο ίδιος και τα παιδιά του και τα ζώα του;» (Ιωάν. δ’ 11-12).
 Η γυναίκα και πάλι αδυνατεί να εννοήσει όλα αυτά. ΄Αλλωστε, θα ήταν ίσως η πρώτη φορά που της δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσει και να ακούσει τέτοια ουράνια και θεϊκά λόγια. Νομίζοντας, ακόμη, ότι το νερό που έχει αυτός που της μιλά είναι διαφορετικό από τα άλλα και έχει την ικανότητα να κόβη την δίψα μια για πάντα, και επιπλέον ότι έτσι θα απαλλασσόταν από τον κόπο της μεταφοράς, του λέει: «Κύριε, δός μου αυτό το νερό για να μη διψώ, ούτε να έρχομαι εδώ στο πηγάδι να παίρνω» (Ιωάν. δ’ 15).
 Ο Χριστός, ως καρδιογνώστης, βλέποντας ότι ήρθε η ώρα να δεχθεί η Σαμαρείτιδα το φάρμακο της μετανοίας και το σωτήριο και λυτρωτικό μήνυμα, της λέει με αγάπη και διάκριση: «Πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ». Η γυναίκα αποκρίθηκε: «Δεν έχω άνδρα». Ο Χριστός της λέει: «Καλά είπες ότι δεν έχεις άνδρα, γιατί πέντε άνδρες πήρες, και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι άνδρας σου. Αυτό, το είπες αλήθεια» (Ιωάν. δ’ 16-18).
 Βλέποντας η αμαρτωλή γυναίκα έναν άγνωστο γι’ αυτήν άνθρωπο να γνωρίζει τα μυστικά της ζωής και της καρδιάς της, του λέει: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης» (Ιωάν. δ’ 19). Και αμέσως – αλήθεια ποιος το περίμενε! – η πόρνη άρχισε να ρωτάει τον Χριστό σε ποιόν τόπο πρέπει να λατρεύεται ο Θεός, στα Ιεροσόλυμα, όπως υποστηρίζουν οι Ιουδαίοι ή στο όρος Γαριζείν, όπως δέχονται οι Σαμαρείτες;
 Στην συνέχεια, ο Ιησούς αποκαλύπτει σε μια άσωτη γυναίκα τι είναι ο Θεός και πώς θέλει να Τον λατρεύουν και να Τον προσκυνούν οι αληθινοί προσκυνητές. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε τις θείες και σωτήριες αυτές αλήθειες:
 «Πίστεψε με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «πλησιάζει ο καιρός πού ούτε σ΄αυτό το όρος ούτε στα Ιεροσόλυμα θα λατρεύετε τον Πατέρα. Εσείς, οι Σαμαρείτες, λατρεύετε εκείνο που δεν ξέρετε, εμείς όμως λατρεύουμε εκείνο που γνωρίζουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Πλησιάζει όμως ο καιρός, και μάλιστα ήλθε ήδη, που οι αληθινοί προσκυνητές θα λατρεύσουν τον Πατέρα πνευματικά και αληθινά, γιατί τέτοιοι θέλει ο Πατέρας να είναι εκείνοι που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα, και εκείνοι που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά» (Ιωάν. δ’ 21-24).
 Ακούγοντας αυτά η Σαμαρείτιδα, ξέχασε και το νερό, ξέχασε και τις δουλειές της, ξέχασε ακόμη και το «ου συγχρώνται Ιουδαίοι Σαμαρείταις», ξέχασε κάθε βιοτική και κοσμική μέριμνα, και ενδιαφέρεται τώρα να μάθει περισσότερα για τον Θεό. Γι’ αυτό και Του λέει: «Ξέρω ότι θα έλθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός, όταν έλθει εκείνος, θα μας τα διδάξει όλα» (Ιωάν. δ’ 25).
 Βλέποντας την θεία αλλοίωση της ψυχής της, και παίρνοντας αφορμή από τα λόγια της ο άγνωστος γι’ αυτήν Χριστός, ο κουρασμένος και διψασμένος στρατοκόπος που της ζήτησε λίγο νερό, της λέει: «Εγώ είμαι που μιλώ μαζί σου» (Ιωάν. δ’ 26), «ο Μεσσίας που περιμένετε να έλθει για να σας διδάξει και να σας αποκαλύψει τις ουράνιες και σωτήριες αλήθειες, ο Μεσσίας αυτός, είμαι εγώ, εγώ που σου μιλώ αυτή την στιγμή».
Απόστολος, πριν από τους Αποστόλους
Ο ιερός Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τα λόγια αυτά του Κυρίου, λέγει: «Μεγάλα και παράδοξα θαύματα. Αυτό που σε πολλούς Αποστόλους έκρυψε, στην πόρνη αποκαλύπτει φανερά». Θα ήθελα όμως να τελειώσω με τα λόγια του ιδίου Πατρός, με τα λόγια εκείνα που αναφέρονται στην προσπάθεια της Σαμαρείτιδας να πείσει τους συμπατριώτες της να έλθουν και να δούν τον Χριστό:
 «Στο μεταξύ έρχονται οι μαθητές και Τον βρίσκουν να μιλά με την γυναίκα. Απόρησαν που μιλούσε με γυναίκα. Αυτός που τον προσκυνούν οι άγγελοι, μιλούσε με την πόρνη. Αυτός που συμβασιλεύει με τον Πατέρα στην ατελείωτη βασιλεία, μιλούσε μόνος σε μια γυναίκα μόνη. Εκείνη όμως άφησε την στάμνα της και μπήκε στην πόλη. Άφησε την στάμνα της, γιατί γέμισε με τα ζωντανά νερά, και αφού μπήκε, φώναξε στους πολίτες: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός»; «Ελάτε να δείτε κάποιον». Δεν είπε, ελάτε να δείτε τον Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους, για να μην νομίσουν οι άνθρωποι ότι παραφρόνησε. Για να μην πούν οι άνθρωποι: αυτή είναι τρελή. Πότε είδε κανείς τον Θεό να περπατά; Πότε είδε κανένας τον Θεό να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους; «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα».
 «Τους ξυπνά την επιθυμία να βγουν και να πιαστούν. Όπως πιάστηκε στο δίχτυ, θέλει να πιάσει. Είδε έναν Ιουδαίο και έφθασε η ίδια στην αντίληψη του Κυρίου, κι οδηγεί τους άλλους να φθάσουν από τον άνθρωπο στο Θεό. Πόρνη με συνείδηση Αποστόλου, που έγινε από τους Αποστόλους πιο δυνατή. Γιατί οι Απόστολοι περίμεναν να συμπληρωθεί ολόκληρη η Θεία οικονομία και τότε άρχισαν τα αποστολικά τους κηρύγματα. Η πόρνη όμως και πριν από το πάθος και την Ανάσταση, ευαγγελίζεται τον Χριστό. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκαμα. Διαλαλώ τα αμαρτήματα μου, για να οδηγήσω εσάς. Για να δείτε εσείς τον Θεό που έφθασε στον κόσμο, πομπεύω τα σφάλματα μου. Κι ας προσκυνείται ο Χριστός που δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς. Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκαμα. Μήπως αυτός είναι ο Χριστός»;
 «Πρόσεξε τη σοφία της γυναίκας, πρόσεξε την ευγνωμοσύνη της πόρνης. Ένα αμάρτημα της είπε ο Χριστός, την πορνεία μονάχα, κι εκείνη άφησε την στάμνα κι έτρεξε στην πόλη λέγοντας: «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα».
 «Κηρύττει αυτόν που γνωρίζει τα πάντα, κηρύττει πιο μεγαλόφωνα από τους Αποστόλους. Δεν τον είδε να σηκώνεται από τους νεκρούς, δεν είδε τον τετραήμερο Λάζαρο να ξαναπροσκαλήται από τον τάφο, δεν είδε τον θάνατο να φυλακίζεται, δεν είδε την θάλασσα να χαλιναγωγείται με τον λόγο. Δεν είδε τον πλάστη του Αδάμ, στην περίπτωση του τυφλού, να αναπληρώνει με το πηλό το φυσικό ελάττωμα, όμως τον κεραμουργό του Παραδείσου διαλαλούσε με τον λόγο της. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έκανα». Κι από την πόλη εκείνη των Σαμαρειτών πίστεψαν σ’ αυτόν πολλοί από τα λόγια της γυναίκας, που μαρτυρούσε ότι «μου είπε όλα όσα έκανα».
 Ας μιμηθούμε κι εμείς αυτή την Σαμαρείτιδα και χωρίς να νιώθουμε παράλογη εντροπή για τα αμαρτήματα μας, να φοβόμαστε τον Θεό. Τώρα όμως βλέπω να γίνεται το αντίθετο, δεν φοβόμαστε αυτόν που πρόκειται να μας κρίνει, αλλά τρομάζομε αυτούς που δεν μπορούν να μας βλάψουν σε τίποτα και φοβόμαστε μη μας προσβάλλουν. Γι’ αυτό τιμωρούμαστε γι’ αυτά που φοβόμαστε. Αυτός που ντρέπεται να φανερώσει τα αμαρτήματα του σε άνθρωπο, δεν ντρέπεται όμως να τα πράξει μπροστά στα μάτια του Θεού και δεν θέλει να ομολογήσει και να μετανοήσει, θα θεατρινιστεί εκείνη την ημέρα όχι μπροστά σ’ έναν και σε δύο αλλά στα μάτια όλης της οικουμένης.
 Ας συνομιλήσουμε λοιπόν με τον Χριστό, γιατί και τώρα ανάμεσα μας στέκεται και μας μιλά με το στόμα των Προφητών και των Αποστόλων. Ας Τον ακούσουμε και ας Τον πιστέψουμε» (Μητροπολίτου Τρίκκης & Σταγών Διονυσίου, Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, Ά, Αθήναι 1968, σελ. 55-57).
 Αδελφέ μου, όταν ακούς τον ψάλτη στην εκκλησία να λέει: «Τη αυτή ημέρα, Κυριακή Πέμπτη από του Πάσχα, την της Σαμαρείτιδας εορτήν εορτάζομεν. Ταίς της σης Μάρτυρος Φωτεινής πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν», να ξέρεις ότι πρόκειται γι’ αυτήν την πρώην πόρνη και αμαρτωλή γυναίκα.
 Ναι, είναι η Αγία πλέον, Μεγαλομάρτυς και Ισαπόστολος Φωτεινή




ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ: Κυριακή της Σαμαρείτιδος - Ομιλία Αγίου Γρηγορίου ...

ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ: Κυριακή της Σαμαρείτιδος - Ομιλία Αγίου Γρηγορίου ...: Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά Ομιλία επί του Ευαγγελίου του Χριστού περί της Σαμαρείτιδος Όλην την περίοδο...

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ...

MAΪΟΥ 1453 - "Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ..."


  ..............................................................................................................

Βρισκόμαστε στις αρχές του 1453, όπου έμελε να γίνουν οι τελευταίες στιγμές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η λαμπρή αυτή αυτοκρατορία έχει συρρικνωθεί στην Κωνσταντινούπολη, στις περιοχές της Θράκης που βρίσκονται κοντά στην Βασιλεύουσα και σε ένα μεγάλο κομμάτι της Πελοποννήσου. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι αυτοκράτορας. Ο τελευταίος, όπως έδειξε η ιστορία, αυτοκράτορας του Βυζαντίου.

Εδώ και δυο χρόνια, κεφαλή των Τούρκων είναι ο Μωάμεθ ο δεύτερος, όπου σε ηλικία μόλις 21 ετών, έχει κάνει σκοπό της ζωής του την εξάπλωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τροχοπέδη στα σχέδια του είναι η Κωνσταντινούπολη και έτσι όλες του οι προσπάθειες συγκεντρώνονται στην κατάληψη της.

Ήδη, μετά από εντολές του, έχει χτιστεί ένα φρούριο στα βόρεια της Πόλης, στο πιο στενό σημείο του Βοσπόρου. Το φρούριο αυτό ονομάστηκε Ρούμελι- Χισάρ. Η θέση του φρουρίου αυτού, το καθιστά χρήσιμο στον Μωάμεθ για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι μέσω αυτού ελέγχει την διέλευση των πλοίων από τον Βόσπορο και έτσι έχει την δυνατότητα, όποτε θελήσει, να απαγορεύσει την προσέγγιση πλοίων στην Πόλη από την Μαύρη Θάλασσα. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο του είναι χρήσιμο το Ρούμελι- Χισάρ, είναι ότι από αυτό εφορμούν Τούρκοι στις περιοχές γύρω από την Κωνσταντινούπολη, τις λεηλατούν και τρομοκρατούν τους κατοίκους αυτών.

Αυτές οι ενέργειες των Τούρκων ανάγκασαν τον Παλαιολόγο να μαζέψει τους κατοίκους των περιοχών αυτών, μέσα από τα τείχη της Βασιλεύουσας και να ξεκινήσει τις ετοιμασίες για την πολιορκία που θα υφίσταντο η Πόλη, όπως διαφαινόταν στον ορίζοντα. Ανάμεσα στις ετοιμασίες αυτές ήταν η συγκέντρωση όσο περισσοτέρων τροφίμων μπορούσαν να μαζευτούν, η επισκευή των τειχών, το κλείσιμο του Κεράτιου με την αλυσίδα και η αποστολή επιστολών στην Δύση με τις οποίες ζητούσε βοήθεια. Μια βοήθεια που, δυστυχώς, δεν στάλθηκε ποτέ στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι ετοίμασε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος την Πόλη. Αξιοσημείωτο είναι ότι πολλά από τα εκκλησιαστικά κειμήλια χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή νομισμάτων.

Με τα νομίσματα αυτά έγινε η πληρωμή των στρατιωτών και η κάλυψη των εξόδων προετοιμασίας της Βασιλεύουσας.
Ο Μωάμεθ, που στην ιστορία έμεινε με το όνομα Μωάμεθ ο Πορθητής, έκανε τις δικές του ετοιμασίες. Εκτός από την κατασκευή του Ρούμελι- Χισάρ, το φθινόπωρο του 1452, λίγους μήνες δηλαδή πριν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, έστειλε μέρος του στρατού του στην Πελοπόννησο. Σκοπός αυτού του στρατού, ήταν να απασχολήσει τους εκεί Έλληνες ώστε να μην μπορούν να στείλουν βοήθεια στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και στους υπερασπιστές της Πόλης.


Ο Μωάμεθ, όμως, δεν σταμάτησε εδώ. Την ίδια εποχή που έστειλε στρατό στον Μοριά, προσέλαβε ένα Ούγγρο τεχνίτη και του ανάθεσε την κατασκευή ενός τεράστιου, για την εποχή, κανονιού. Διάφορες πηγές αναφέρουν ότι αυτό το κανόνι μπορούσε να εκτοξεύσει βλήματα βάρους 544 κιλών. Ενδεικτικό του μεγέθους του, είναι το ότι για να συρθεί χρησιμοποιούνταν 30 βοϊδάμαξες και 500 άντρες.
Στις αρχές του 1453 αρχίζουν να συγκεντρώνονται τα τουρκικά στρατεύματα γύρω από την Πόλη. Τον αποκλεισμό της από την θάλασσα, αναλαμβάνουν 400 τουρκικά πλοία. Το δε μεγάλο κανόνι στήνεται απέναντι από την Πύλη του Ρωμανού. Επίσημα η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε στις αρχές Απριλίου του 1453.

Μέσα στην Πόλη βρίσκονται 50.000 ψυχές. Οι στρατιώτες είναι 7.000, και σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται 2.000 ξένοι. Έξω από την Κωνσταντινούπολη έχει συγκεντρωθεί πολλαπλάσιος αριθμός Τούρκων στρατιωτών. Ακριβής αριθμός δεν υπάρχει, αλλά πιθανολογείτε ότι ήταν μεταξύ 250.000 και 400.000. Μαζί τους έχουν πολιορκητικές μηχανές, πύργους, σκάλες και φυσικά κανόνια. Κανόνια που ξεκινούν να σφυροκοπούν τα τείχη της Κωνσταντινούπολης.

Οι υπερασπιστές της Βασιλεύουσας με την βοήθεια του άμαχου πληθυσμού της, επισκευάζουν κάθε βράδυ, τις ζημιές στα τείχη που έχουν κάνει τα κανόνια του Μωάμεθ, κατά την διάρκεια της ημέρας. Αυτό όμως είναι κάτι που γίνεται όλο και πιο δύσκολα και ταυτόχρονα όλο και πιο αναποτελεσματικά.
Έτσι κυλούν οι μέρες ως τις 21 Μαΐου, όπου ο Μωάμεθ ο Πορθητής, προτείνει στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να παραδώσει την Πόλη. Ο Κωνσταντίνος δεν αποδέχεται την πρόταση και από το σημείο αυτό, για οκτώ συνεχής ημέρες, τα Τούρκικα κανόνια βάλουν ακατάπαυτα τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Το μεγάλο κανόνι έχει καταστρέψει τα τείχη στην Πύλη του Ρωμανού σχεδόν ολοκληρωτικά. Αυτό το σημείο των τειχών υπερασπίζεται μεταξύ άλλων και ο ίδιος ο Παλαιολόγος.
Την 28η Μαΐου τελείται Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία. Ο Αυτοκράτορας, όπως και άλλοι υπερασπιστές της Πόλης, λαμβάνουν την Θεία Κοινωνία. Το ίδιο βράδυ, και πιο συγκεκριμένα τις πρώτες ώρες της Τρίτης 29 Μαΐου του 1453, αρχίζει η μεγάλη επίθεση του Μωάμεθ. Ο Παλαιολόγος θα αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στα τείχη, υπερασπιζόμενος την Βασιλεύουσα. Η Κωνσταντινούπολη, την ημέρα αυτή έπεσε στα χέρια των Τούρκων.

Για τρία μερόνυχτα, όπως τους είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ, οι Τούρκοι λεηλάτησαν την Πόλη. Έκαψαν, κατάστρεψαν, βίασαν και δολοφόνησαν μέχρι που ελάχιστα πράγματα έμειναν στην Πόλη που να θυμίζουν την προηγούμενη αίγλη και ομορφιά της. Ενδεικτικό των τουρκικών βιαιοπραγιών είναι ο σφαγιασμός των Ελλήνων που είχαν καταφύγει στην Αγιά Σοφιά τις ώρες εκείνες. Οι Τούρκοι στρατιώτες, έσπασαν τις πόρτες του ναού και μέσα στον ιερό αυτό χώρο αφαίρεσαν τις ζωές δεκάδων αμάχων.

Μια παράδοση αναφέρει ότι την ώρα που εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Αγιά Σοφιά τελούνταν Θεία Λειτουργία. Ο τοίχος, τότε, πίσω από την Αγία Τράπεζα άνοιξε και μέσα του εξαφανίστηκε ο Ιερέας. Όταν η Πόλη επιστρέψει σε χέρια Χριστιανών, ο Ιερέας θα ξαναβγεί από εκεί και θα συνεχίσει την Θεία Λειτουργία που άφησε στην μέση.
Ο Μωάμεθ, ξαναέκτισε την Κωνσταντινούπολη και μετέφερε εκεί την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που μέχρι τότε ήταν η Ανδριανούπολη. Στην Πόλη, που οι Τούρκοι από τότε ονομάζουν Ινσταμπούλ, μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν άνθρωποι διαφόρων εθνικοτήτων. Όσο λαμπερά κι αν ήταν όμως τα οικοδομήματα του Μωάμεθ, η Κωνσταντινούπολη δεν απέκτησε ποτέ πια την αίγλη των Βυζαντινών χρόνων. Και αυτό γιατί στολίδια της δεν ήταν ποτέ τα κτίρια. Στολίδι της ήταν το Φως του Χριστιανισμού και το Φως του Ελληνικού πνεύματος που την περιέβαλαν.

Σημείωση:
Ένα υπέροχο βιβλίο που περιγράφει με μυθιστορηματικό τρόπο τις τελευταίες στιγμές της Κωνσταντινούπολης, είναι το «Πήραν την πόλη πήραν την» της Λαμπαδαρίδου Πόθου Μαρίας και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Αξίζει πραγματικά να το διαβάσετε.
ΚΕΙΜΕΝΟ-ΠΗΓΗ:www.matia.grl

©ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟΝ/visaltis.net

Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Αέναη επΑνάσταση: Είσαι ο άνθρωπός μου; (Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης)

Αέναη επΑνάσταση: Είσαι ο άνθρωπός μου; (Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης):


Ένας παράλυτος περίμενε 38 χρόνια, γιατί δεν είχε άνθρωπο (μέχρι που πέρασε ο Χριστός)....
 
Εσύ έχεις άνθρωπο; Είσαι ο άνθρωπος κάποιου; Το παιδί σου έχει άνθρωπο;
Αυτά τα ερωτήματα χορεύουν μέσα μου με αφορμή την «Κυριακή του Παραλύτου», τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, που τιμάμε στις εκκλησιές μας τη θεραπεία ενός παράλυτου από το Χριστό. Το θαύμα αυτό έγινε στην Κολυμβήθρα Βηθεσδά, μια δεξαμενή στην Ιερουσαλήμ, όπου, κατά το ευαγγέλιο (κατά Ιωάννην, κεφ. 5), ένας άγγελος κατά καιρούς τάραζε τα νερά και, μετά, ο πρώτος που θα έμπαινε μέσα θεραπευόταν, όποια αρρώστια κι αν είχε.

Ο Χριστός πλησίασε ένα συγκεκριμένο άνθρωπο, από το πλήθος των αρρώστων που περίμεναν συγκεντρωμένοι γύρω από τη δεξαμενή. Του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;». Κι εκείνος απαντά: «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο και, κάθε φορά, μέχρι να φτάσω στο νερό, έχουν προλάβει άλλοι πριν από μένα». Ο Χριστός τού λέει: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Και ο άνθρωπος – που ήταν παράλυτος 38 χρόνια – θεραπεύτηκε.

Γι’ αυτό το «δεν έχω άνθρωπο» (στο αρχαίο: «άνθρωπον ουκ έχω») έχουν γραφτεί πάρα πολλά κι έχουν γίνει πολλά κηρύγματα. Αυτή η φράση, δεν ξέρω πως φαίνεται σε σας, αλλά κι εμένα με συγκλονίζει. Κι έτσι, θέτω τα ερωτήματα της αρχής.
Δεν είναι αμείλικτα ερωτήματα, που μπαίνουν για να σε κρίνουν, αλλά σωτήρια ερωτήματα, που μπαίνουν για να μου δώσουν / να σου δώσουν ελπίδα και να μας ανοίξουν το δρόμο της σωτηρίας.

Έχεις άνθρωπο; Τότε η ζωή σου έχει ομορφιά και αντέχεται, όσο δύσκολη ή πονεμένη κι αν είναι!

Είσαι ο άνθρωπος κάποιου; Κατά προτίμηση, κάποιου που δεν είναι ο άντρας σου, η γυναίκα σου, τα παιδιά σου, αλλά ένας που βρίσκεται πιο πέρα απ’ αυτή τη στενή συγγένεια, η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο προέκταση του εγώ μας; Και στους στενούς μου ανθρώπους βέβαια πρέπει να είμαι «ο άνθρωπός τους» και δεν είναι καθόλου αυτονόητο αυτό, τόσο εγωιστής που είμαι και τόσο έτοιμος να μισήσω ή να περιφρονήσω τη γυναίκα ή το παιδί μου αν δεν είναι «όπως το θέλω ΕΓΩ»!!... Τόσο ανάξιος είμαι να μ’ αγαπάει ο Θεός και μάλιστα δεν το καταλαβαίνω κιόλας και νομίζω πως είμαι καλός και δίκαιος!

Πάντως ο Χριστός ήρθε για να γίνει ο άνθρωπος του καθενός από μας. Εγώ λοιπόν είμαι ο άνθρωπος κάποιου, ώστε να βαδίζω το δρόμο του Ιησού Χριστού, που είναι ο άνθρωπος όλων των ανθρώπων;

(Μπορεί βέβαια να μη θέλω να βαδίσω αυτό το δρόμο, μα αυτό θα μου βγει σε κακό, γιατί αυτός ο δρόμος είναι ο δρόμος της αγάπης).

Αν είμαι ο άνθρωπος των δικών μου ανθρώπων, ή και άλλων που τους κάνω δικούς μου, τότε έχω σταυρό να σηκώσω, αλλά ο δρόμος μου με πάει ίσια στον παράδεισο. Τι χαρά!
Μα πώς θ’ αντέξω να σηκώνω σταυρό ξένο, χώρια που έχω και δικό μου βαρύ σταυρό στη ζωή; Πώς θα γίνω ο άνθρωπός σου, συνάνθρωπέ μου; Ποιος είναι ο δικός μου άνθρωπος, που θα με βοηθήσει να γίνω ο άνθρωπος κάποιου άλλου;
Και: αν δεν έχω άνθρωπο έτσι κι αλλιώς κι η ζωή μου είναι αβάσταχτο μαρτύριο, τι θ’ απογίνω; Χάθηκα! Χάθηκα; Ν’ αυτοκτονήσω;
Όχι. Η αλήθεια είναι, αδελφέ κι αδελφή μου, ότι έχεις άνθρωπο. Έχεις τουλάχιστον έναν άνθρωπο, που είναι ο δικός σου άνθρωπος, που, κι αν όλοι σε εγκαταλείψουν, εκείνος δε θα σ’ εγκαταλείψει ποτέ – κι αν όλοι σε προδώσουν, εκείνος δε θα σε προδώσει ποτέ, ποτέ!

Είναι ο παπάς με το πετραχήλι του, ο εξομολόγος σου.

Αυτός είναι ο άνθρωπός σου. Ο παντοτινός, δικός σου φίλος, αδελφός, άνθρωπος και πατέρας. Ο σύμβουλός σου, ο δάσκαλός σου, ο οδηγός σου.
Γι’ αυτό η Εκκλησία όρισε να εξομολογείται ο άνθρωπος σ’ έναν άλλο άνθρωπο κι όχι σε μια εικόνα ή μόνο με απευθείας προσευχή στο Χριστό – και θέσπισε το θεσμό του «πνευματικού» (εξομολόγου). Για να φύγει λίγος εγωισμός από μέσα μας και να έχεις πάντα τον άνθρωπό σου, που μάλιστα μπορεί να κάνει κάτι που δε μπορεί να το κάνει ο φίλος, ο γονιός, ο σύζυγος, ο σύντροφος: να πάρει όλες τις αμαρτίες σου και να τις πετάξει στην άβυσσο, να δώσει άφεση αμαρτιών (δεν τη δίνει ο παπάς, αλλά ο Χριστός – στο ευαγγέλιο αυτό αναφέρεται στο κατά Ματθαίον, κεφ. 18, στίχ. 18, και Ιωάννην, 20, 22-23) και να σε συμβουλεύσει στα ηθικά και πνευματικά διλήμματα της ζωής και της καρδιάς σου, με στόχο να πλησιάσεις και να φτάσεις στο Χριστό και στην αιώνια ζωή! Και βέβαια να ζήσεις μια ποιοτική ζωή εδώ, τέτοια που μόνο η ένωση με το Χριστό και το συνάνθρωπο προσφέρει, κι όχι το χρήμα ή οι απολαύσεις ή οι δραστηριότητες ή ακόμα και η τέχνη, η λογοτεχνία, η φιλοσοφία, ο αθλητισμός ή η επιστημονική έρευνα… Μια ποιοτική ζωή αγάπης και Φωτός, θείου Φωτός (που θα δώσει και νόημα σ’ όλα τα υπόλοιπα).

Ο άνθρωπος των παιδιών σου
Να ρωτήσω τώρα και κάτι άλλο: τα παιδιά σου έχουν άνθρωπο;
Εσύ είσαι ο άνθρωπος των παιδιών σου;
Ως καθηγητής σε λύκειο, οφείλω να σε πληροφορήσω – και ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό – πως τα παιδιά μας δεν έχουν άνθρωπο. Θέλουν να έχουν, μα δεν τον έχουν και ζουν μια ζωή γεμάτη προβλήματα, βαδίζοντας σε λάθος δρόμους: δρόμους εξαρτήσεων, απελπισίας, αγωνίας, ζαλάδας για τη (δήθεν) καταπολέμηση της αγωνίας.

Και ξέρεις ποιος είναι ο άνθρωπος των παιδιών σου; Εκείνος που θα τους μιλήσει για το Χριστό και την Παναγία. Αν μιλήσεις στα παιδιά σου γι’ αυτούς (όχι βέβαια να τους βρίζεις το Χριστό και την Παναγία, αλλά να τα μάθεις ν’ αγαπούν το Χριστό και την Παναγία), τότε κέρδισες τα παιδιά σου. Τότε επίσης, τα παιδιά σου θ’ αγαπάνε κι εσένα (ακόμη κι αν κάνεις χίλια λάθη), μαζί και όλο τον κόσμο, γιατί ο Χριστός και η Παναγία είναι η απόλυτη αγάπη.

Θέλεις όμως το παιδί σου ν’ αγαπάει όλο τον κόσμο; Συχνά μεγαλώνουμε τα παιδιά μας μαθαίνοντάς τα ν’ αγαπάνε μόνο τον εαυτό τους κι εμάς – και τελικά δεν αγαπάνε ούτε τον εαυτό τους (γιατί δεν τους αρέσει τέτοιος που είναι), ούτε εμάς, γιατί τα κάναμε έτσι που δεν τους αρέσει ο εαυτός τους. Αν όμως δεν είσαι ο άνθρωπος των παιδιών σου, και δεν τους μάθεις ν’ αγαπάνε το Χριστό και την Παναγία, θα ’ρθουν κάποιοι άλλοι και θα τους μιλήσουν, λέγοντάς τους ψέματα. Και τότε έχασες τα παιδιά σου, όσο μορφωμένα, καταξιωμένα ή και «ηθικά» κι αν τα κάνεις…
Κι εσύ, παιδί μου (αγόρι ή κορίτσι), να ξέρεις πως έχεις πάντα τον άνθρωπό σου. Είπα παραπάνω ποιος είναι: ο πνευματικός σου (ο εξομολόγος σου). Μπορεί ο γονιός σου να μη θέλει να πας να εξομολογηθείς. Να η ευκαιρία να κάνεις την επανάστασή σου (πάντα με σεβασμό και αγάπη προς το γονιό, αλλιώς χάνεις το δίκιο σου). Όταν ο γονιός δε σε αφήνει να ξενυχτάς κάθε Σάββατο, δεν κάνεις επανάσταση μέσα στο σπίτι; Κάνε και τώρα μια επανάσταση: αυτή θα είναι η επανάσταση που αξίζει, η επανάσταση που θα σε ελευθερώσει. Θα με θυμηθείς. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
 

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ


 Ο ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ, Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

 Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση

πρωτ.Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη

 


 

α) Τό βάπτισμα συνδεόταν στήν ἐκκλησιαστική παράδοση κυρίως μέ τήν ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα. Τότε, πλῆθος ἀνθρώπων πού εἶχαν στή διάρκεια τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς κατηχηθεῖ, ἔρχονταν πανηγυρικά διά τοῦ βαπτίσματος στήν Ἐκκλησία. Ἡ λαμπάδα τῶν νεοφώτιστων, πού συνδέεται μέ τήν πασχαλινή λαμπάδα, ἀποτελεῖ σύμβολο τοῦ ἐσωτερικοῦ φωτός καί τῆς πνευματικῆς ἀναγέννησης τοῦ ἀνθρώπου.

Σύμβολο τῆς μετάβασης ἀπό τή ζωή τοῦ σκότους στή ζωή τοῦ φωτός. Εἶναι δύσκολο στίς μέρες μας νά ἀντιληφθοῦμε τό βαθύ θεολογικό νόημα τῆς εἰσόδου τοῦ ἀνθρώπου στό χῶρο τῆς χάριτος. Κι αὐτό, διότι τό βάπτισμα ἔγινε ἁπλῶς ἕνα καλό ἔθιμο, ἕνα πολιτιστικό αὐτονόητο γιά βρέφη, συχνά χωρίς πνευματική προοπτική.

β) Ἴσως δέ γίνεται εὐρύτερα ἀντιληπτό, ὅτι ἡ εἴσοδος στό ἁγιασμένο ὕδωρ τῆς κολυμβήθρας χαριτώνει τόν ἄνθρωπο καί δραστηριοποιεῖ ὅλες τίς ψυχικές του δυνάμεις γιά τόν πολύμορφο πνευματικό ἀγώνα. Δέν κατανοεῖται ἐπίσης, ὅτι ἡ ἔνταξη αὐτή ἀποσπᾶ ἀπό τή μοναξιά καί φέρει σέ κοινωνία τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί μεταξύ τους. Τούς καθιστᾶ ὄντως ἀδελφούς ἐν Χριστῷ. Καί λέγονται αὐτά, διότι τίς ἀνοιξιάτικες αὐ- τές μέρες γίνονται στούς ἐνοριακούς ναούς πολλές βαπτίσεις νηπίων καί σύμφωνα μέ ἐπίσημες στατιστικές, πάνω ἀπό τό 90% τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ βαπτίζει τά παιδιά του. Πῶς τώρα φθάνουμε στό σημεῖο, ἐνῶ οἱ νέοι ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, νά μήν «πᾶνε στήν Ἐκκλησία», δύσκολα ἑρμηνεύεται.

γ) Ὅσα εἰπώθηκαν πιό πάνω γιά τό βάπτισμα, μποροῦν νά συνδεθοῦν μέ τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 5, 1-15). Ἡ σύνδεση αὐτή ἐξάλλου ἀπαντᾶ τόσο στήν ὑμνολογία ὅσο καί στήν πατερική σκέψη καί θεολογία. Ἡ προβατική κολυμβήθρα ἦταν τύπος τῆς κολυμβήθρας τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, γράφει ὁ Ζιγαβηνός. Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἐπισημαίνει ὅτι τότε, μόνο ἕνας εἶχε τή δυνατότητα νά θεραπευθεῖ, ἐνῶ στό βάπτισμα τῆς Ἐκκλησίας «κἄν ἡ οἰκουμένη πᾶσα ἔλθῃ, ἡ χάρις οὐκ ἀναλίσκεται». Καί πράγματι ἡ χάρη εἶναι ἀνεξάντλητη, ἀρκεῖ ὁ χριστιανός νά ἀνταποκρίνεται στήν ἔλευση τῆς χάριτος καί μέ ἐπίγνωση νά ζεῖ σέ κοινωνία μέ τούς ἄλλους τό μυστήριο τῆς πίστεως.

δ) Ὅταν βιώνεται ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα ὡς σχέση καί κοινωνία, ὡς ἄρση τοῦ σταυροῦ τοῦ ἄλλου, ὡς συμμετοχή στό πρόβλημα, στόν πόνο καί στή θλίψη, τότε παραμερίζεται ἡ μοναξιά καί γεμίζει ἡ κοινωνία ἀπό ἀνθρώπους. Ὅταν ὅμως καλλιεργεῖται στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο ἡ ἀτομική εὐσέβεια, αὐτή διαχέεται καί στήν κοινωνία ὡς ἀτομισμός καί ὡς συμφεροντολογικός ἐγωκεντρισμός. Τότε ψάχνουμε ἀνθρώπους καί δέν τούς βρίσκουμε. Ἀναζητοῦμε ἀνθρωπιά καί αὐτή ἔχει ξεθωριάσει. Ὁπότε, βρίσκει πρόσφορο ἔδαφος ἡ μοναξιά καί ἡ ἀπελπισία.

ε) Ὁ Χριστός ὡς θεάνθρωπος ἀποτελεῖ πρότυπο αὐθεντικοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἦλθε στόν κόσμο γιά νά διακονηθεῖ, ἀλλά νά διακονήσει καί νά προσφέρει τή ζωή Του γιά τή σωτηρία τοῦ δημιουργήματός Του. Ὅμως, σέβεται τήν ἐλευθερία καί τό αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἐπεμβαίνει βίαια στή ζωή του. Ἀκόμη καί γιά τό δῶρο τῆς ὑγείας ρωτᾶ: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Μιά ἐρώτηση μάλλον περιττή γιά κάποιον πού περίμενε τριάντα ὀκτώ ἔτη. Κι ὅμως, ἡ ἀπάντηση ἀποκαλύπτει τό πρόβλημα τοῦ παραλύτου, ὁ ὁποῖος εἶχε δεχθεῖ μοιρολατρικά τήν κατάστασή του καί δέν εἶχε τό κουράγιο καί τήν ἐλπίδα νά σηκωθεῖ, γιά νά εἰσέλθει στά ἰαματικά νερά.

στ) Φαίνεται ὅτι δέν ἦταν μόνο σωματικά ἀλλά καί ψυχικά παράλυτος. Ἀντί λοιπόν μέ πόθο καί λαχτάρα νά ἀπαντήσει, «ναί Κύριε, θέλω νά γίνω καλά», μεταθέτει τό πρόβλημα λέγοντας: «Δέν ἔχω ἄνθρωπο νά μέ βάλει στή δεξαμενή, ὅταν ταραχθοῦν τά νερά». Κι ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἀνατρέποντας τή λογική τῆς ἀπελπισίας τοῦ λέγει: «Σήκω πάνω, πάρε τό κρεβάτι σου καί περπάτα». Κι ἀμέσως ἔγινε ὑγιής, πῆρε τό κρεβάτι του καί περπατοῦσε. Δέ χρειάζεται νά σχολιασθεῖ ὁ φθόνος καί ἡ τυπολατρία τῶν θρησκευτικῶν ἀρχόντων τῶν Ἰουδαίων γιά τή δῆθεν παράβαση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Ἄς ἑστιασθεῖ ἡ προσοχή μας στήν εὐθύνη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στά νεοβαπτιζόμενα παιδιά.

 ζ) Χαρά Θεοῦ κατά τήν ἡμέρα πού βαπτίζεται στά ἁγιασμένα νερά ἕνα νέο μέλος, κατά κανόνα μικρό παιδί, καί εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία. Συμμετέχουμε πλῆθος ἀνθρώπων: κληρικοί, ἀνάδοχοι, συγγενεῖς, φίλοι, γείτονες, συνάδελφοι καί γνωστοί. Ἡ ἀτμόσφαιρα πανηγυρική, συγκινητική καί εὐφρόσυνη. Ὅλοι δίδουμε εὐχές καί χαιρόμαστε τή μεγάλη αὐτή στιγμή. Ἀλλά μήπως αὐτό κρατᾶ μόνο λίγες ὧρες; Ποῦ εἴμαστε ἀλήθεια ὅλοι ἐμεῖς, ὅταν τό παιδί αὐτό ἀρχίζει νά ἀντιμετωπίζει τή μοναξιά, τήν ἐφηβική μελαγχολία, τό ἄγχος τῆς ζωῆς, τίς ἐσωτερικές συγκρούσεις, τά ἀδιέξοδα καί τίς πρῶτες ἀπογοητεύσεις; Εἴμαστε δίπλα του ὡς ἄνθρωποι ἤ ὡς κριτές καί τιμητές; Εἶναι λυπηρό στή σημερινή κοινωνία, νέα παιδιά νά παραλύουν ψυχικά καί νά φωνάζουν «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω». Ἄς σκεφθοῦμε σοβαρά τήν εὐθύνη μας, ἐπαναφέροντας στήν κοινωνία τήν ἀνθρωπιά μέ ἀναφορά στό Θεάνθρωπο Χριστό, τόν Ἀναστημένο Κύριο.

‘Από τό βιβλίο: ΜΑΘΗΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ  ΕΔΩ:  ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΡΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Ο Ολοζώντανος Ταξιάρχης


Λίγα μόλις μέτρα από την φιλήσυχη κοινότητα του Μανταμάδου με ιδιαίτερη λαμπρότητα μας καλωσορίζει η Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Μία όαση ελπίδας και ευφροσύνης σε απόλυτη αρμονία με την γύρω περιοχή,  γνωστή τοις πάσι για την μοναδική στην ορθόδοξη εικονογραφία θαυματουργή ανάγλυφη εικόνα του Ταξιάρχου Μιχαήλ. Ένα φιλοτέχνημα – αντίδωρο του δοκίμου μοναχού Γαβριήλ στον “σωτήρα” του Αρχάγγελο με αίμα (των εν Μανταμάδω 18 σφαγιασθέντων μοναχών) και χώμα.

Αυτό όμως που πραγματικά κάμει ιδιαίτερη την συγκεκριμένη εικόνα δεν είναι τόσο η σύστασή της, όσο η ζωντανή της παρουσία. Ένας Ταξιάρχης ολοζώντανος με δυο ασημοκέντητα φτερά σπεύδει να βγει, να σου πει, να σε αγκαλιάσει. Άλλοτε ροδοκόκκινος, φιλικός, χαμογελαστός, άλλοτε μαυριδερός και απόμακρος. Άλλοτε πάλι με δάκρυα στα μάτια, στάλες ιδρώτα σε όλο το πρόσωπο, με ολάνοιχτες τις κόρες των ματιών, το στόμα...

Για θυμηθείτε παλαιότερα πόσοι μα πόσοι επισκέπτες αποσπούσαν κομμάτια από το πρόσωπο του Αγίου, για να το αντικρίσουν την επομένη έκθαμβοι οι νεωκόροι με επουλωμένες τις “πληγές”; Πόσες φορές φιλώντας το δεν ένοιωθες την θερμότητά του, την ανθρωπίνη του υφή; Και πόσα ακόμα θαυμαστά και υπέροχα.

Μία θεία μορφή που αμετακίνητη για περισσότερα από χίλια χρόνια συνεχίζει όχι μόνο να δεσπόζει αλλά και να σκορπά απλόχερα τους ουράνιους μαργαρίτες της σε όλους όσους επικαλεστούν τη χάρη της. Ας έχει όλο τον κόσμο καλά.

Ποσειδών Γ. Γιαννακής

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


ΙΑΚΩΒΟΣ

ελέω και χάριτι Θεού Επίσκοπος και Μητροπολίτης Μυτιλήνης,
Ερεσού καί Πλωμαρίου
 
Προς
τον Ιερόν Κλήρον
και τους ευσεβείς χριστιανούς της Θεοσώστου ημών επαρχίας
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά και πεφιλημένα
Χριστός Ανέστη
 
Ανείπωτη χαρά γευόμεθα σήμερα, διότι ο Θεάνθρωπος Χριστός μας, που έπαθε ως άνθρωπος και με τη θέληση Του υπέμεινε σταυρικό θάνατο , ανέστη από τον τάφο ωραίος και λαμπρός, σαν να εξήλθε από νυφικό θάλαμο, με σκοπό να σώσει τον κόσμο '' .
Μέσα από αυτές τις λίγες λέξεις ο ιερός υμνωδός, αγαπητοί μου αδελφοί, σκιαγραφεί όλο το νόημα της μεγάλης και λαμπρής εορτής της Αναστάσεως τοΰ Κυρίου μας, διότι εδώ βρίσκεται το περιεχόμενο της πίστεως μας ! Εδώ στηρίζεται η αλήθεια τοΰ Ευαγγελίου ! Έδώ |3α6ιζεται το κήρυγμα των Αποστόλων ! Εδώ εδραιώνεται η διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας ! Εδώ η ομολογία των αγίων μαρτύρων ! Εδώ τα δάκρυα της μετανοίας και Οι προσευχές των οσίων της Εκκλησίας μας ! Εδώ η ζωή της Εκκλησίας μας!
Με τη Σταυρική του θυσία και με την εκ νεκρών έγερσή Του ο Κύριος μας χάρισε την αθανασία, μας δώρισε την αιώνια ζωή, μας έδωσε τη δυνατότητα να γίνουμε άπό άτομα πρόσωπα, μας προσκάλεσε στην ανέσπερη Βασιλεία Του και μας διεμήνυσε ότι η θύρα   του   Παραδείσου   άνοιξε. Αναστήθηκε   ο   Χριστός   που ανασταίνει τους πεσμένους και ανάστησε τον Αδάμ. Αναστήθηκε ο Χριστός, Αυτός που ανασταίνει όλους και ελευθέρωσε την Εύα απ' την κατάρα. Αναστήθηκε ο Χριστός που Αυτός μόνος ανασταίνει και χαροποίησε τον ακατάστατο κόσμο, σε όλα το ρυθμό και την τάξη έγκαθιστώντας. Αναστήθηκε ο Κύριος, όπως αυτός που κοιμάται, και τους εχθρούς Του όλους τους χτύπησε και τους ντρόπιασε. Αναστήθηκε και δώρησε χαρά και όλη την κτίση. Αναστήθηκε και άδειασε η φυλακή του Άδη. Αναστήθηκε και τη φθορά της φύσης σε αφθαρσία τη μετάλλαξε. Αναστήθηκε ο Χριστός , κι αποκατέστησε τον Αδάμ στην παλιά δόξα της αθανασίας".
Η Ανάσταση του Χριστού μας βεβαιώνει περίτρανα ότι ο θάνατος '' καταργείται με τον ίδιο το θάνατο και ο διάβολος νικιέται με το ίδιο του όπλο ", όπως μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έτσι αποκτά ο άνθρωπος τη δυνατότητα να έρθει σε κοινωνία με το θεό και να βρει την αληθινή ζωή , διότι ο Αναστημένος Χριστός είναι η αληθινή ζωή των ανθρώπων " , κατά τον άγιο Ιγνάτιο το Θεοφόρο .
Ο άνθρωπος, λοιπόν, που θέλει να ζήσει εμπειρικά την Ανάσταση του Κυρίου μας και διακαώς επιθυμεί την επαφή με το Θεό , πορεύεται με αληθινή μετάνοια ήδη από τον παρόντα κόσμο  διότι η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δίνει το βίωμα της αναστάσεως της ψυχής σ' αυτούς που φλογερά μετανοούν και την πείρα της εις αδου καταβάσεως και την πείρα του Άδου της αγάπης ".
Αγαπητοί μου αδελφοί, η ζωή μακριά άπό το Αναστάντα Χριστό και την Εκκλησία Του είναι χωρίς ουσία και στ)μασία. Ο άνθρωπος εκείνος που δικαιολογεί τις αδυναμίες του και έχει παραιτηθεί από κάθε πνευματικό αγώνα, προκειμένου να θεραπευθεί με τη βοήθεια της θείας Χάριτος από την ποικιλόμορφη αμαρτία χάνει την υπόσταση του ! Γίνεται ένα πτώμα ! Τι και αν έχει ακλόνητη σωματική υγεία ! Τι και αν διαπρέπει στην κοινωνία, κατέχοντας σπουδαίες και επίζηλες θέσεις ! Τι και αν πίνει μέχρι τέλος το ποτήρι των ηδονών και απολαύσεων ! Ζώντας βιολογικά , πάντοτε θα πεινά και θα διψά πνευματικά, διότι πλάσθηκε « επίγειος και ουράνιος, πρόσκαιρος και αιώνιος, ορατός και νοούμενος, αληθινά και πραγματικά '' ζώο θεούμενο '' ».
Στις μέρες μας δε ιδιαίτερα, που η αβεβαιότητα , η ανασφάλεια, το ανέλπιδο, οι πολλές οικονομικές δυσκολίες των συνανθρώπων μας και τα προβλήματα πάσης φύσεως , που ταλανίζουν τις ψυχές των αδελφών μας φυγάδευσαν λίγο η πολύ τη  χαρά και την αισιοδοξία άπό τη  ζωή τους,  το  μήνυμα  της Αναστάσεως θα είναι πάντοτε εκείνος ο τρόπος, για να μας δίδει ελπίδα αληθινή και ανάσταση ψυχική . Για να μας θυμίζει ότι Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου, καθώς προείπεν, έδωκεν ημίν την αιώνιον ζωήν και μέγα έλεος", ότι "σήμερον πάσα κτίσις άγάλλεται και χαίρει, ότι Χριστός ανέστη και άδης εσκυλεύθη'' και ότι "ο άγγελος εβόα τη Κεχαριτωμένη αγνή Παρθένε, χαίρε και πάλιν ερώ, χαίρε ο σος Υιός ανέστη τριήμερος εκ τάφου.

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

ΠΡΟ ΤΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΥ





ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΗ,: ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΚΥΡΟΥ  ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ Α΄  ΤΟΥ ΑΠΟ ΔΥΡΡΑΧΙΟΥ
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 1947



Τέκνα ν Κυρί γαπητά,

Κατὰ τᾶς προηγούμενος αγίας ἡμέρας τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἑβδομάδος παρηκολουθήσαμεν νοερῶς τᾶς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ ἐνανθρωπηήσαντος Υιοῦ τοῦ θεού. Σήμερον Τὸν βλέπομεν ὑψωμένον ἐπάνω εἰς τὸ ξύλον τοῦ Σταυροῦ, γεμάτον ἀπὸ πληγᾶς, λουσμένον μέσα εἰς τὸ αἵμα Του, αγκαθοστεφανωμένον, βασανιζόμενον ἀπό τὸν πόνον καὶ ἀπὸ  τὴν δίψαν.
Πονεί διὰ τᾶς ἁμαρτίας μας καὶ δίψα δι’ ὅλοὺ τοῦ κόσμου τὴν σωτηρίαν, χάριν τῆς ὁποίας τρέχει ἀπὸ τᾶς πληγᾶς Τοῦ τὸ τίμιον αἷμα. Διψᾶ τήνισωτηριαν καὶ ἐκείνων ἀκόμη ποῦ Τὸν ἔχουν σταυρώσει, ἐκείνων ποὺ ἀκόμη τὸν ὑβρίζουν καὶ τὸν βλασφημοῦν «Πάτερ, ὦφες αὐτοίς, οὐ γὰρ οἴδασι   τί   ποιοῦσι».
Ἀποθνήσκει ἐπάνω εἰς τὸν Σταυρὸν ὁ Κύριος της ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, καὶ μὲ τὸ αἴμα Του ὑπογράφει τὸ συμβόλαιον τῆς ἀπολυτρώσεως μας. Μὲ τὸν ἰδικόν Του θάνατον ἠθέλησε νά μας χαρίση τὴν ζωήν. Ἐκεί ὤδηγησε τὸν Υἱόν τοῦ θεοῦ ἡ τελεία Τοῦ ἀγάπη πρὸς τοὺς Ἀνθρώπους.
Ἀπέναντι τῆς τόσον μεγάλης καὶ ἄπειρου αὐτῆς ἀγάπης τοῦ Ἐσταυρωμένου, τί ἔχομεν νὰ τοῦ προσφέρωμεν ἠμεῖς; Τίποτε τὸ ὑλικόν δὲν ἠμπορεῖ νὰ   προσφέρη ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ πλήρωση τὴν   τόσην   ἄγαπην τοῦ θεοῦ. Δὲν ἔχει Ἐκεῖνος ἀνάγκην ἀπὸ τὰ ἀγαθά μας. Ἀκούσατε τί εἶπεν ὁ Ἴδιος τὸ τελευταίον βράδυ, ποὺ ἔφαγε μαζὶ μὲ τοὺς μαθητᾶς. Ἀκούσατε τί ὁ Ἴδιος ζητεῖ ἀπὸ ἐκείνους πόα ἤγαπησε· «Μείνατε—ειπεν —ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ».
Αὐτὸ θέλει μόνον. Αὐτὸ τοῦ εἶναι ἄρκετον. Νὰ τὸν ἄγαπησωμεν καὶ ἠμείς. Καὶ ὁ Ἰδιος πάλιν μας εἶπε μὲ ποῖον τρόπον ἡμποροῦμεν νὰ δείξωμεν αὐτήν μας τὴν ἄγαπην. Μᾶς ἔδειξε τοὺς πάσχοντας ἀδελφούς μας καὶ μᾶς εἴπεν : «Ἒφ' δσον ἔποιησατε ἑνϊ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἔμοι ἔποιησατε». Καὶ ἡ τελευταία Του παραγγελία ἦτο,, νὰ ἄγαπωμεθα μεταξύ μας. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ γνωρίζωνται οι ἀληθινοὶ πιστοί «Ἐκ τούτου γνώσονται πάντες, δτι ἐμοί μαθηταὶ ἔστε, ἐὰν ἄγαπην ἔχητε ἐν ἄλληλοις».
Ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὸ πνεύμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ ἒφερεν εἰς τὸν κόσμον τὴν σκληρότητα καὶ τὴν σύγχυσιν ποὺ ὤδηγησε τὴν ἀνθρωπότητα εἰς τὸ σημερινὸν κατάντημά της. Ἡ ἐπιστροφὴ εἰς τὸ πνεῦμα τουἘσταυρωμένου θὰ ἐπαναφέρη πάλιν καὶ τὰ ἄτομα καὶ τοὺς λαούς εἰς τὸν δρόμον τῆς εὐημερίας καὶ τῆς προόδου.
Ἐγκολπωθῆτε, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ καὶ δείξατε μὲ τὰ καλά σας ἔργα, δτι εἶσθε «τέκνα φωτός». Ἐπωφεληθῆτε τῆς εὐκαιρίας τῶν ἁγίων αὐτῶν ἥμερων, διὰ νὰ δροσίσετε τᾶς ψυχᾶς σας μὲ τὴν πνοὴν της θείας ἀγάπης. Κάμετε ἀρχὴν νὰ ἀγαπᾶτε καὶ νὰ εὔεργετίτε, δσοὶ δὲν ἔχετε δοκιμάσει τῶν καλῶν ἔργων τὴν χαράν. Προσπαθήσατε νὰ ἔπανευρετέ τους ἑαυτούς σας, δσοὶ τυχὸν παρεσύρθητε ἀπὸ τοϋ αἰῶνος τὴν σκληρότητα καὶ ἀπεμακρύνθητε ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς ἀγάπης. Ἐκδηλώσατε ἀκόμη ἐντονώτερα καὶ ἀπόφασιστικότερα τὴν ἀγάπην σας, ὅσοι ἔχετε τὸ εὐτύχημα νὰ τὴν κρατῆτε ἀκόμη «εἴς τὴν ψυχὴν σας. Τοιουτοτρόπως θὰ τιμηθῆ πράγματι ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ θὰ ἀξιωθῆτε νὰ ἑορτάσετε τὴν Λαμπροφόρον ἥμεράν της Ἀναστάσεως τοϋ Κυρίου μὲ ἀληθινὴν χαράν, «καί τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἄφ’  ὑμῶν».
Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἂς γίνουν διὰ τὸν καθένα χωριστὰ καὶ δι’  δλους μαζὶ πραγματικότης, διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἄγαπησαντος ἠμᾶς Ἰησοῦ Χρστοῦ, «τοῦ δόντος Εαὑτὸν ἄντιλυτρον ὑπὲρ ἠμῶν». Γένοιτο.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΙΑ ΜΑΣ





Τώρα είν’ Αγιά Σαρακουστή, π’ αγιάζουνε οι μέρες

Και λειτουργούν οι Εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες.



Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

Σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.



Καλό είν’ τ’ Άγιος ο Θεός, καλό είν’ κι ας το λένε,

όποιος το λέει σώζεται, όποιος το λέει αγιάζει,



κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,

παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.



Κάτω στα Ιεροσόλυμα, ένα δεντρί φυτρώνει,

Κορμός του ήταν ο Χριστός και ρίζα η Παναγία,

και τα ψηλά κλωνάρια του, οι δώδεκα Αποστόλοι.



Η Παναγιά καθότανε μόνη και μοναχή της,

την προσευχή της έκανε για τον Μονογενή της.



Ακού βροντές, ακού αστραπές και ταραχές μεγάλες,

βγαίνει στο παραθύρι της να δει τη γειτονιά της.



Βλέπει τον ουρανό θολό και τ’ άστρα βουρκωμένα,

και το φεγγάρι το λαμπρό, στο αίμα βουτηγμένο.



Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

Βλέπει και δεξιότερα, βλέπει τον άγιο Γιάννη.



Βαστά και στο χεράκι του, μαντήλι ματωμένο,

και στ’ άλλο το χεράκι του, μαλλιά της κεφαλής του.



Τι έχεις Γιάννη κι έρχεσαι δαρμένος και κλαμένος,

βαστάς και στο χεράκι σου μαντήλι ματωμένο;

Βαστάς κι απ’ τ’ άλλο σου μαλλιά, μαλλιά της κεφαλής σου;



Δεν έχω στόμα να στο πω, στόμα να στο χαράξω,

Μήτ’ η καρδιά μου το βαστά, να σου τ’ ομολογήσω.



Το δάσκαλο μου πιάσανε οι άνομοι Εβραίοι•

σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε.



Δέσανε στα χεράκια του, καντάρια αλυσίδες,

Βάλανε και στον ώμο του, το μύλο, το λιθάρι.



Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.

Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.



Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,

και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.



Όσοι αγαπάτε το Χριστό κι όσοι τον προσκυνάτε,

Ελάτε να ‘κλουθήσετε, να πάμε να τον βρούμε.



Ας έρθει η Μάρθα, η Μαριάμ κι η άλλη, η Λισάββα,

Ας έρθει κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα.

Κι ακλουθήσαν τ’ Παναγιά, να πάνε να τον βρούνε.



Έριξε τη τζουγκράνα της γινήκαν τα ρουμάνια,

έριξε και το χτένι της, χωρήσαν τα χωράφια,



Έριξε και το τάσι της γινήκαν τα πηγάδια,

κλάψανι τα ματέλια της, γινήκαν τα ζουμπούλια.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί του μουνουπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος σ’ ένα τσουμπανάκι.



Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον κυνηγούσανε, οι άνομοι Εβραίοι,

Κι έκουψι μες τα πρόβατα κι εκείνα τον εκρύψαν.



Να έχουν την ευχούλα μου, εμού και του ιγιού μου!

Το ένα χίλια να γενεί, τα δυο σου, δυο χιλιάδες,

και τ’ άλλα τα υπόλοιπα, αμέτρητεςς χιλιάδες.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος άλλο τσουμπανάκι.



Ώρα καλή σου τσόμπανε, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον κυνηγούσανε οι άνομοι Εβραίοι,

Κι έκουψι μες τα γίδια μου κι εκείνα τον εδείξαν.



Ας έχουν την κατάρα μου, εμού και του ιγιού μου!

Το γάλα τους να ‘ναι νερό και το τυρί ασβέστης

Κι όπου κι αν παν κι όπου σταθούν καταραμένα να ‘ναι.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως και τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα μαστοράκι.





Ώρα καλή σου μάστορα, καλώς την Παναγία,

Μην είδις τον ιγιόκα μου και τον μονογενή μου;



Εχθές τον επαιρνούσανε, εβραίικα παλικάρια,

Και μένα παραγγείλανε να κάνω δυο περούνια.



Κι εγώ Μαριάμ παράκουσα κι έκαμα τα, πέντε.

Τι θα τα κάνουν μάστορα τα πέντε τα περούνια;



Εγώ Μαριάμ που τα ‘κανα, εγώ θα σ’ αρμηνέψω.

Τα δυο, στα δυο του γόνατα, τ’ άλλα, στα δυο του χέρια,



Το πέμπτο το φαρμακερό, μες τα καρά τζιγέρια,

να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.



Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθει.

Στάμνες νερό τη ρίχνουνε, τρία γυαλιά του μόσχου.



Τέσσερα το ροδόσταμο ώσπου για να συνέλθει,

και πάλι σαν συνέφερε τούτο το λόγο λέει.



Βρ’ ατζίγκανι κι βρε χαρτσιά κι βρε καταραμένι!

Όπου κι αν πας κι όπου σταθείς, πουτές αχλιά μην κάψεις.



Πάντα λιρός, πάντα γυμνός κι πάντα ξισχισμέμνους,

Πουτέ λινό πουκάμιοσου, στη ράχη σου μη βάλεις,

Πουτέ στου ψουμουσάνιοδου, ψουμιά μην απουτάξεις.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Προυτού τουν βάλουν στου Σταυρό και μας τον εσταυρώσουν,

Προυτού τουν βάλουν στα καρφιά, και μας τον θανατώσουν.



Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος ένα τσεσμεδάκι.



Σκύψε Μαριάμ να πιεις νερό, νερό με το βαμβάκι,

Να βρέξεις τα χειλάκια σου που στάζει το φαρμάκι.



Αντίτι να παγαίνουμι, αντίτι να διαβούμε,

Ίσως κι τον προλάβουμε στο δρόμο να τον δούμε.



Παίρνουν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι,

Και το στρατί τις έβγαλε μπρος του ληστή την πόρτα.



Βλέπει τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα

Και τα μικρά παράθυρα, καλά μανταλωμένα.



Γονάτισε η Παναγιά, κάνει την προσευχή της.

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου,

Και σεις μικρά παράθυρα, γυρίστε άνου κάτου.



Η πόρτα από το φόβο της, ανοίγει μοναχή της

Και τα μικρά παράθυρα γύρισαν άνου κάτου.



Μπαίνει η Παναγιά μπροστά, πίσω ο κόσμος όλος,

κι από το πλήθος το πολύ κι από την Εβραιωσύνη,

κανέναν δεν εγνώρισε, κανέναν δεν γνωρίζει.



Βλέπει δεξιά, βλέπει ζερβά, βλέπει τον Άγιο Γιάννη.

Άγιε μου Γιάννη σύντεκνε, μεγάλο τ’ όνομα σου,



Μεγάλη και η χάρη σου και το προσκύνημα σου.

Μην ίδες τον ιγιόκα μου και σε το βάφτισμα σου;



Συ γέννησες κι ανέθρεψες και δεν τον εγνωρίζεις

κι εγώ που τον εβάπτισα πώς να τον εγνωρίζω;



Βλέπεις εκείνο τον γυμνό και τον αναμαλλιάρη,

Οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Εκείνος είν’ ο γιόκα σου κι εμέ το βάφτισμα μου.





Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε κι ελιγώθει

Και σαν της ήρθε ο λογισμός, τούτο το λόγο λέγει.



Σταυρέ, για γύρε χαμηλά, γύρε για να σε φτάσω,

Να σε φιλώ ω γιόκα μου, ώσπου να σε χορτάσω.



Γιε μου, για γύρε χαμηλά, γιε μου, για γύρε εμπρός μου,

Να βγάλω τη μποστοπουδιά, το αίμα να σκουπίσω.



Τα δυο χεράκια σου να δω, γιε μου τα τρυπημένα,

Και να φιλώ τα πόδια σου, τα καταματουμένα.



Γιε μου εγώ σε γέννησα, σπλάχνο μου πονεμένο,

Γιε μου εγώ σε θήλασα, το αίμα της καρδιάς μου.



Γλυκό μου στόμα δε μιλάς, χείλη μου στεγνωμένα,

Καρδούλα μου, για δε χτυπάς; Λυπήσου με και μένα.



Άνοιξε τα ματάκια σου, γιόκα μου τα κλεισμένα,

Και κοίτα κάτω απ’ το Σταυρό και μίλα μου κι εμένα.



--Σώπα μανούλα μου μην κλαις και βαριαναστενάζεις!

--Πούναι γκρεμός να γκρεμιστώ, φωτιά να πέσω απάνω,

Που είναι λίμνη να πνιγώ, θάνατος να πεθάνω.



--Μάναμ’ αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέται ο κόσμος όλος,

Μάνα αν πέσεις στο νερό πνίγετ’ ο κόσμος όλος,

Μάναμ’ αν πέσεις στη φωτιά καίγετ’ ο κόσμος όλος.



Γκριμιόντι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,

Γκριμιόντι κ’ οι καλόπαντρες για τους καλούς τους άντρες.

Γκριμιόντι κ’ οι κακόπαντρες για τους κακούς τους άντρες.





Άϊντε μάναμ’ στο σπίτι μας και διάφορο μην έχεις,

Και το Μεγάλο Σάββατο περίμενε με να ‘ρθω.



Σαν κράξουνε οι πετεινοί, σημἀνουν οι καμπάνες,

Τότε και συ μανούλα μου να ‘χεις χαρές μεγάλες,

Απάντεχε με μάνα μου με τις χρυσές λαμπάδες.



Άιντε μάναμ΄ στο σπίτι μας, στον πύργο περιβόλι,



Βάλε κρασί στην κούπα μας κι αφράτο παξιμάδι,

Να κάνεις την παρηγοριά, να βρει ο κόσμος όλος.



Πέρασε κι η Αγιά Καλή κι αυτό το λόγο λέγει.



Ποιος είδε γιο στο μακελειό και μάνα στις ταβέρνες,



Ως μ’ έκαψες Αγιά Καλή, πάντα καμένη να ‘σαι

Και σ’ ένα βαθυλάγγαδο εκεί να πας να κάτσεις,

Ποτέ λιβάνι και κερί μπροστά σου μην ανάψεις.



Καλό είν’ τα’ Άγιος ο Θεός καλό είν’ κι ας το λένε,

Όποιος το λέει σώζεται, όποιος τι λέει αγιάζει,



κι όποιος το καλαφουγραστεί, παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο, από τον Άγιο Τάφο.