Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΡΙΩΔΙΟΥ



Ακούμε, αδελφοί μου και πάλι, μέσα στην παραζάλη των ημερών, σήμερα «Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου»,  να παιανίζεται, απ’ άκρου σ΄ άκρο της γης, στην απανταχού Ορθοδοξία, ο παιάνας της μετανοίας. «Της μετανοίας άνοιξον μοι πύλας ζωοδότα…» και ο νους προστρέχει αναζητώντας γαλήνη και ηρεμία, στην κατανυκτικότατη αυτή Εκκλησιαστική περίοδο, που από σήμερα     Σήμερα λοιπόν Τριώδιο. Καλούμαστε να διαφοροποιηθούμε από τις αμαρτωλές επιλογές μας, που είναι πάμπολλες. Μνησικακία, μίσος, πλεονεξία, αλόγιστη προσκόλληση στα υλικά αγαθά, εγωιστική διεκδίκηση και υπεροχή σε βάρος των συνανθρώπων μας. Καλούμαστε να ανασυγκροτηθούμε και να αναγεννηθούμε με συντονισμένο πνευματικό αγώνας ώστε να βρουν θέση μέσα στην καρδιά μας, η αγάπη, η ανεξικακία, η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η υπομονή, η συγχωρητικότητα και τέλος η προσευχή. Αυτά τα κατορθώματα συνιστούν την πνευματική ζωή και πορεία του πιστού.
            «Καιρός, λοιπόν, μετανοίας» και πάλιν. Καιρός επιστροφής,  καιρός αυτογνωσίας, καιρός ανανήψεως. «Της μετανοίας άνοιξον μοι πύλας ζωοδότα. Ώρθρίζει γάρ το πνεύμα μου προς ναόν τον άγιον σου Ναόν φέρων του σώματος όλον εσπιλωμένον, αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον ευσπλάχνω σου ελέει ».
            «Το πρόθυμο πνεύμα του πιστού ξαγρυπνά στο ναό του Θεού, φέροντας μαζί του τον λερωμένο από την αμαρτία Ναό του σώματος ,και παρακαλεί να του ανοίξει ο Θεός τη θύρα της μετανοίας .Στον άγιο Ναό του θεού έχουν θέση μόνο οι καθαροί ,αυτός είναι ακάθαρτος ,αλλά ελπίζει στο έλεος του Θεού και στην καθαρτική δύναμη της χάριτος του» (Ι .Φουντούλη ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ).
            Εκεί ο ταλαίπωρος αμαρτωλός, αναμετρώντας «τα πλήθη των πεπραγμένων του δεινών τρέμει, γιατί επίκειται φοβερά η ημέρα της κρίσεως. Όμως γεμάτος θάρρος και ελπίζοντας στο έλεος του Θεού, σαν τον μετανοιωμένο Δαβίδ αναφωνεί μέσα απ’ τα βάθη της καρδιάς του : «ελέησον με ο Θεός κατά το μέγα Σου έλεος».
«Η περίοδος του Τριωδίου, είναι περίοδος κατεξοχήν εγκρατείας, νήψεως και μετανοίας. Οι μελωδοί του Τριωδίου σκοπό έχουν με τα θαυμάσια υμνογραφήματά τους να θυμίσουν τις απ’ αρχής πολλές ευεργεσίες του Θεού στον επιλήσμονα άνθρωπο. Αυτοεξόριστοι τελικώς της παραδείσιας τρυφής για την παρακοή, δαιμονόπληκτοι και δαιμονοκίνητοι, από τον εδώ πλανερό πόθο της θεώσεως, κάναμε τη θέση μας ακόμη δυσκολότερη ενώπιον της ανυπέρβλητης αγάπης του Θεού, που έφθασε στην άκρα ταπείνωση, δια της Ενανθρωπήσεώς Του και του Πάθους Του, για την επάνοδό μας στη μακαριότητα του ελεύθερου διαλόγου μαζί Του.
Οι τέσσερις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, δηλαδή του Τελώνου και Φαρισαίου, του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής είναι προοίμια και προγυμνάσματα των πνευματικών αγώνων της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πολύ δυστυχώς οι ημέρες αυτές εξελίχθηκαν σε περίοδο κορεσμού και μεταμφιέσεως, αμαυρώνοντας το «κατ’ εικόνα», όπου επλάσθημεν. Κάτι που αρκετοί συνεχίζουν όλο το έτος – ώστε οι Αποκριές να μακραίνουν στον τόπο μας κατά τρόπο κωμικοτραγικό.
Στα πρόσωπα του Τελώνου και του Φαρισαίου οι άγιοι Πατέρες εισαγωγικά μας διδάσκουν τον ασπασμό της ταπεινώσεως και την άρνηση της αλαζονείας. Η αιθάλη της οιήσεως και η πονηρία της υπερηφάνειας δίωξαν τους Πρωτόπλαστους από τον Παράδεισο. Τους απογύμνωσαν από τη θεία Χάρη και τους γκρέμισαν από τη θεϊκή συντροφιά και παραμυθία. Μιμούμενοι τον ταπεινό Τελώνη, ό,τι κι αν έχουμε πράξει, μας το συγχωρεί ο Θεός και μας επαναφέρει στην πρώτη μας δόξα. Η ταπείνωσή μας φανερώνει τη συμμετοχή μας στα πνευματικά γυμνάσματα της Εκκλησίας.
Ο αποστάτης Άσωτος είναι θα λέγαμε πρόσωπο συμπαθές, γιατί άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο τον μιμήθηκε ή τον μιμείται. Τα θλιβερά αποτελέσματα της αποστασίας του ανθρώπου, που θέλει να τη λέει ελευθερία, διεκτραγωδούνται στην παραστατική παραβολή του Ασώτου. Αλλά εδώ μας παρουσιάζεται περίλαμπρα και η ευσπλαγχνία του Πατέρα, με τις πάντα αναμένουσες ολάνοιχτες αγκάλες στην εξώθυρα του οίκου Του.
Η αγάπη όμως του Θεού δεν καταργεί τη δικαιοσύνη Του. Η αγάπη θα είναι το μέτρο της κρίσεως των αμελών κατά τη Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία. Αυτό είναι και το βαθύ νόημα της ευαγγελικής περικοπής της Μελλούσης Κρίσεως. Μη η φιλανθρωπία του Θεού στις δύο προηγούμενες παραβολές δώσει θάρρος στους οκνηρούς.
Η λεγόμενη Κυριακή της Τυρινής ζωηρά μας προτρέπει για τον επαναπατρισμό μας στον αειθαλή κήπο της Εδέμ. Ας τ’ ομολογήσουμε· είμαστε οι ξενιτεμένοι του Θεού. Καλούμαστε δια ταπεινώσεως, μετανοίας, φόβου Θεού κι απορρίψεως κάθε πλεονεξίας, κατακρίσεως και φθόνου, να επανέλθουμε στην εστία μας στην αναστάσιμη χαρά που εγκαινίασε ο νέος Αδάμ, ο Χριστός. Ο παράδεισος που ηθελημένα χάσαμε μας έκανε ανέστιους, γυμνούς, κοπιώντες και θλιβόμενους. Η σταυρώσιμη περίοδος της σαρανταήμερης νηστείας σκοπό έχει να μας οδηγήσει στο Πάσχα, τη διάβαση, την Ανάστασή μας.
Όλη η περίοδος του Τριωδίου είναι μια περιήγηση στον παλαιοδιαθηκικό χώρο. Η υμνολογία, οι κατανυκτικές ακολουθίες και η νηστεία είναι βοηθητικά μέσα ώστε να προσφέρουν το χαροποιόν πένθος, το οποίο θα κάνει πιο ελεήμονα την ψυχή κι εναργέστερη την εκζήτηση του Θεού. Ο Θεός πάσχει για τον πάσχοντα άνθρωπο και με το Πάθος Του, της θυσιαζόμενης αγάπης Του, λυτρώνει τους εμπαθείς. Με την Ανάστασή Του χαρίζει φως στους σκοτισμένους, ανασταίνει τους νεκρούς, νικά με τον θάνατό του τον θάνατο.» του Μοναχού Μωυσέως του Αγιορείτου
Θα ήθελα όμως σήμερα να μην παραβλέψουμε και τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, λόγια σημαδιακά που καταγράφουν με απόλυτη σαφήνεια και λεπτομέρεια τις δικές μας μέρες αλλά, και λόγια παραινέσεως, λόγια αγάπης. Ταιριάζουν απόλυτα και με όλο τον αγώνα μας, τον αγώνα του Τριωδίου, τον αγώνα για τη συνάντησή μας με το Χριστό και που τα ακούμε με την ευκαιρία της εορτής του Τ. Προδρόμου.
«Τέκνον Τιμόθεε, εσύ συμπορεύτηκες μαζί μου στη διδασκαλία, στον τρόπο ζωής, στους σκοπούς, στην πίστη, στη μακροθυμία, στην αγάπη, στην υπομονή, στους διωγμούς, στα παθήματα σαν αυτά που υπέμεινα στην  Αντιόχεια, στο  Ικόνιο, στα Λύστρα. Τι διωγμούς υπέφερα! Κι απ’ όλα με γλίτωσε ο Κύριος. Κι όχι μόνο εγώ, αλλά και όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του  Ιησο Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο· θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν.  Εσ όμως να μένεις σ’ αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια. Ξέρεις από ποιόν τα έμαθες· και μη λησμονείς ότι από τη βρεφική σου ηλικία γνωρίζεις τη Γραφή, που μπορεί να σε κάνει σοφό οδηγώντας σε στη σωτηρία δια της πίστεως στον  Ιησού Χριστό».
Αδελφοί μου!
Λοιπόν… «όλοι όσοι θέλουν να ζήσουν με ευσέβεια, σύμφωνα με το θέλημα του  Ιησο Χριστού, θα αντιμετωπίσουν διωγμούς. Μόνο οι πονηροί άνθρωποι και οι απατεώνες θα προκόβουν στο χειρότερο· θα εξαπατούν τους άλλους και οι άλλοι θα τους εξαπατούν.  Εσ όμως να μένεις σ’ αυτά που έμαθες και που για την αξιοπιστία τους έχεις τεκμήρια».
Έχοντας στο νου μας όλα τούτα ξεκινάμε την  περίοδο του Τριωδίου και κυρίως η Μ. Τεσσαρακοστή, και  καλούμαστε λοιπόν για μια επανεξέταση και συνάμα επαναδιοργάσνωση του εαυτού μας. Τούτος είναι ο Εκκλησιαστικός χρόνος ο οποίος προσφέρεται για μια εντονότερη άσκηση του πιστού, αγωνιστού ανθρώπου, για να πορευθούμε προς την τελείωση και την κατά χάριν Θέωση. Είναι το στάδιο της αθλήσεως όπου μέσα από μια εσωτερική ανακαινιστική πορεία θα αναγνωρίσουμε την προσωπική πνευματική μας εξορία και «εν μετανοία», με καινούρια μυαλά, καινούριες αποφάσεις, καινούριες επιθυμίες και προοπτικές θα επιζητήσουμε την συνάντηση μας με τον Αναστημένο Χριστό .
Αυτό αποζητάμε, αυτός είναι ο σκοπός μας, αυτή να  είναι και η προσπάθεια μας!

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

ΙΕΡΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ



Τ Ιζ΄  το Φεβρουαρου 
μηνς τν μνμην ορτζομεν 
το γου
νεομρτυρος Θεοδρου

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ: ΜΙΚΡΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Νικηφρου ΧουΝικοδμου γιορετου
Παρατθεται π: Ν = Νικοδμου γιορετου, Νον Μαρτυρολγιον, νετησιν 1799, παρ Νικολω Γλυκε τ ξ ωανννων, σσ.291292.
ν τ Μικρ σπεριν στμεν στχους δʹ κα ψλλομεν στιχηρ προσμοια
χος αʹ. Τν ορανων ταγμτων
Νυν ή σεβάσμιος μνήμη της σης αθλήσεως ημάς συναγαγοϋσα, ευφημήσαι προτρέπει τά τρόπαια, τους άθλους και τάς λαμπράς άριστείας έν άσμασιν, έν τή παρούση εσπέρα και τή νυκτί, άξιάγαστε Θεόδωρε.
Ίσχύϊ θεία νομίμως τον δρόμον ήνυσας του θείου μαρτυρίου και τήν πίστιν βεβαίαν έτήρησας, παμμάκαρ, προς τον Χριστόν και το στέφος, Θεόδωρε, ως καρτερώς έναθλήσας υπέρ αύτοϋ το άκήρατον άπείληφας.


2
Κανόνες, μέθοδοι, τέχναι των εγκωμίων, σοφέ, ηττώνται τφ μεγέθει των λαμπρών σου αγώνων, Θεόδωρε στερρόφρον, ους άνδρικώς και γενναίως ύπήνεγκας και δυσμενών αοράτων και ορατών και έθριάμβευσας την δύναμιν.
Ηδέα κόσμου και κόσμον πάντα κατέλιπες, Θεόδωρε, έμφρόνως Μωϋσέως τφ ζήλω και γάρ την κακουχίαν τών ηδονών, αθλοφόρε, προέκρινας και το θανεΐν υπέρ πίστεως ή το ζην, ώς ό Παύλος προετίμησας.
Δξα. χος δ
Φαιδρώς τον λαμπρόν άριστέα του Χριστου Θεόδωρον και στερρόν άθλοφόρον έορτάσωμεν, πιστοί υπέρ γάρ της ευσεβειας καλώς άγωνισάμενος, το βραβεΐον της νίκης επαξίως άπείληφε και τφ Θεφ νυν μετά παρρησίας μαρτυρικής αριστάμενος, πρεσβεύει άπαύστως υπέρ τών ψυχών ημών.
Κα νν. κ παντοων κινδνων
Ες τν στχον
χος βʹ. Οκος το φραθ
Όλλυται ό εχθρός βέλει της καρτερίας της σης, Χριστου όπλΐτα Θεόδωρε γενναίε, ό σου κατακαυχώμενος.
Στχ. Δκαιος ς φονιξ νθσει…
'Ρείθροις προκαθαρθείς δακρύων ώς ό Πέτρος, Θεόδωρε, έγένου συμμέτοχος έκείνω Χριστού παθών, μακάριε.
Στχ. Πεφυτ ευμνος ν τ οκ
Όντως δώρον Θεφ επάξιον προσήχθη Θεόδωρος ό θείος και κόσμω διανέμει θεοπαρόχους χάριτας.
Δξα κα νν
Ύπέρθεε Τριάς, Πάτερ, Τίέ και Πνεύμα, λιταΐς της Θεοτόκου και ταΐς τού Θεοδώρου θέωσον τους ύμνοΰντάς σε.
Απολυτκον


3
χος αʹ. Τς ρμου πολτης
Τφ Θεφ ώσπερ δώρον φερωνύμως, Θεόδωρε, δι' αθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον και άμωμον θϋμα8 και δεκτή, παμμάκαρ, έγένου προσφορά δθεν πόθω συνελθόντες τους σους αγώνας έν ύμνοις γεραίρομεν και δόξαν προσάγομεν Θεφ, τφ θαυμαστώς σε ένισχύσαντι , κατ' έχθρων όρωμένων και αοράτων, πολύαθλε.
Δξα κα νν το Γαβριλ φθεγξαμνου κα πλυσις 2) ΜΕΓΑΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΟΡΘΡΟΣ
Νικηφρου ΧουΝικοδμου γιορετου
κδδεται π: Ν = Νικοδμου γιορετου, Νον Μαρτυρολγιον, νετησιν 1799,
Γλυκε τ ξ ωανννων, παρ Νικολου σσ. 29231 Β. Δ = Χφ Βατοπεδινς Σκτης
γου Δημητρου 4, το τους 1797, φφ. 3266. Ι = Χφ Βατοπεδου 815, το τους 1856,
σσ. 442.
ν δ τ Μεγλ σπεριν, μετ τν Προοιμιακν, Τ Μακριος νρ. Ες τ Κριε κκραξα, στμεν στχους η κα ψλλομεν τ παρντα προσμοια, Νικοδμου
Μοναχο,
χος αʹ. Πανεφημοι μρτυρες
Παμμάκαρ Θεόδωρε, Χριστόν έκ ψυχής ήγάπησας και δι' αυτόν τήν εύπάθειαν σαρκός έμίσησας, νεότητα, κάλλος και τρυφήν τήν ρέουσαν και χαίρων το σον αίμα έξέχεας, διό τήν μνήμην σου την έτήσιον γεραίρομεν τον Σωτήρα Χριστόν μεγαλύνοντες.
Παμμάκαρ Θεόδωρε, ροαΐς Των σεπτών αιμάτων σου Λευϊαθάν τον άρχέκακον τόν σε νικήσαντα έβύθισας όντως καί τοις θείοις άθλοις σου τελείς άφανεία παρέδωκας, Χριστόν ικέτευε, δωρηθήναι ταΐς ψυχαΐς ημών τήν είρήνην καί το μέγα έλεος.
Παμμάκαρ Θεόδωρε, ήμΐν ώς αστήρ έξέλαμψας νεοφανής, τήν σκοτόμαιναν τής πλάνης άπασαν τήν καταχυθεΐσαν είς τά κόσμου πέρατα άκτΐσι του λαμπρού μαρτυρίου σου λύων, πανεύφημε, καί φωτίζων τους τιμώντας σε καί θερμαίνων προς πόθον του κτίσαντος.


4
Μωσέως τφ ζήλω, άθλητά ένδοξε Θεόδωρε, τρυφήν έάσας την πρόσκαιρον καί την άπόλαυσιν την έν βασιλείοις καί σπεύσας άπείληφας, την έν τοις ούρανοΐς αίωνίζουσαν πόνοις αθλήσεως, το υπόδειγμα μιμούμενος Ιακώβου του Πέρσου, μακάριε.
Παμμάκαρ Θεόδωρε, Θεόν ϊλεων άπέργασαι ήμΐν ταΐς θείαις πρεσβείαις σου τοις
έορτάζουσι την πανίερόν σου καί άγίαν άθλησιν καί την προς Χριστόν σήν
άνάλυσιν δι' ης άπείληφας, Τα βραβεία των αγώνων σου  συν
                           άγγέλοις             αεί
άγαλλό μενος.
Δξα. χος δʹ
Κροτήσωμεν σήμερον έπί τη μνήμη Θεοδώρου του νέου μάρτυρος όμωνυμήσας γάρ ούτος Θεοδώρψ τφ πάλαι μεγαλομάρτυρι τη μιμήσει τοΰ μαρτυρίου καί συνώνυμος αληθώς έκείνψ έγένετο όθεν ώς επώνυμος τών τοΰ Θεού δωρεών τοις αυτόν εύφημοΰσι δώρα πλουτοποιά τών θείων χαρίτων παρέχει καί πρεσβεύει άπαύστως υπέρ τών ψυχών ημών.
Και νν. δι σ Θεοπτωρ προφτης Δαβδ
Εσοδος: Τ Φς λαρν. Τ προκεμενον τς μρας κα     ναγνσματα το γου
Γεωργου.
Ες τν λιτν.
χος αʹ
Εύφραίνου έν Κυρίψ, μάρτυς Θεόδωρε, ό τον Χριστόν δοξάσας έν τοις τιμίοις σου
μέλεσι•εί γάρ καί προς καιρόν αυτού έχωρίσθης διά τής αρνήσεως, άλλα τούτω
πάλιν ήνώθης διά τής πίστεως καί τής έπί τή πίστει πεπαρρησιασμένης
ομολογίας• προσθήκη δέ τής ενώσεως ή τών αυτού παθών καί τοΰ θανάτου
όμοιότης καί κοινωνία σοι γέγονε• δι' ής τούτω, ώς κεφαλή μέλος έπί πλείστον
συνήφθης     και συνημμένος έση εις αιώνα τον άπαντα     δόξης
                            τής            αύτφ
πρεπούσης συναπολαύων•Όθεν, ώς παρρησίαν έχων προς αυτόν πρέσβευε άπαύστως υπέρ ημών τών τιμώντων σε.
Δξα.χος πλ. αʹ


5
Γενναίε μάρτυς του Χριστου Θεόδωρε, επαξίως εύφημοϋμεν την μνήμην σου• Σε γαρ ού βίαι τυραννικαί, ού θωπεΐαι άπατηλαί, ού μαστιγων έπιφοραί, ού στρέβλωσις κεφαλής, ούκ οφθαλμών έξωσις, ούκ οδόντων έκρίζωσις, ούτε ό δι' αγχόνης θάνατος, τής προς Χριστόν αγάπης χωρίσαι ίσχυσαν • καί νυν έν ούρανοΐς μετά Ιακώβου καίΜείρακος καί τών λοιπών μαρτύρων συναγαλλόμενος, μή παύση πρεσβεύων υπέρ τών ψυχών ημών.
Κα νν. Μακαρζομν σε
Ες τν στχον
χος πλ. αʹ. Χαροις, σκητικν ληθς
Χαίροις, ό έν ύστέροις καιροΐς τήν τών έξ Άγαρ άπελέγξας δυσσέβειαν καί πίστιν Χριστού, παμμάκαρ, άνακηρύξας ψυχής έν άνδρικωτάτω παραστήματι• ό νουν τον άρχέκακον καί τά τούτου στρατεύματα, λύπης πληρώσας τών αγγέλων δέ τάγματα, πλήσας άπαντα θυμηδίας καί τέρψεως•οΐς καί συναυλιζόμενος, γενναίε Θεόδωρε, αϊτησαι πάσι τοις πόθω έπιτελοΰσι τήν μνήμην σου ήμΐν δωρηθήναι ίλασμόν αμαρτημάτων καί μέγα έλεος.
Στχ. Θαυμαστς Θες ν τος γοις ατο
Χαίροις, τής καθ' ημάς γενεάς στήριγμα μέγα, αθλοφόρε Θεόδωρε, ό πάντων έξωμοσάντων ύπογραμμός αληθής, ό πολλάς βασάνους διά Κύριον, οδόντων έκρίζωσιν καί ομμάτων τήν έξωσιν καί τοΰ προσώπου ύπομείνας τήν στρέβλωσιν καί τον θάνατον χαρμοσύνως δεξάμενος•δόξα καί έγκαλλώπισμα πιστών ό γενόμενος, τών δέ άπιστων αισχύνη καί ατιμία αιώνιος. Χριστόν έκδυσώπει, ταΐς ψυχαΐς ημών δοθήναι Το μέγα έλεος.
Στχ.Τος γοις τος ν τ γ...
Χαίροις, γενναίε μάρτυς Χριστοΰ,ό έν χωρίω τής χαράς διαιτώμενος χαρίτων τών ακηρατων τφ πεπλησμένω άεί, όπου τών αγγέλων τά στρατεύματα, χαρά τερπνή χαίρουσι και δικαίων τά πνεύματα γελώσιν όντως τον μακάριον γέλωτα και έμπίπλανται χαρμονής τε καί τέρψεως, όπου ό χαριέστατος Χριστός ό Θεάνθρωπος πάσι τάς χάριτας νέμει τοις όλοψύχως ποθήσασιν, αυτόν καί παρέχει τήν χαράν τής άϊδίου μακαριότητας.


6
Δξα. χος δʹ
Έθαυμαστώθη, Χριστέ, το κράτος της δυνάμεως σου και πάλαι και νυν έξαιρέτως δε έν τη ασθενείς του σου νεομάρτυρος Θεοδώρου•ιδού γάρ ούτος ό κατά ψυχήν και σώμα ασθενής τε και άνανδρος, την άμαχον ίσχύν σου περιφραξάμενος, ανδρείως εις το στάδιον της αθλήσεως ήλατο, και βασάνους ύπομείνας, αϊ κάμπτουσι και τον άλκιμώτατον, τόν δυνατόν έν κακία ώς άσθενέστατον στρουθίον καταπεπάτηκεν • δθεν πάντας εγείρει εις δόξαν τοΰ σοΰ παντοδυνάμου ονόματος, τοΰ άπαύστως δοξαζομένου έν τοις άγίοις σου.
Κα νν. κ παντοων κινδνων
πολυτκιον ζτει ες τν Μικρν σπερινν
<Κα πλυσις>.
Ες τν ρθρον μετ τν α στιχολογαν κθισμα
χος αʹ. Τν τφον σου, Σωτρ
Αδάμας ό στερρός ώς ακλόνητος πύργος ώς άκμων άκαμπής προσβολάς τών βασάνωνύπήνεγκας, Θεόδωρε, καί ούδ' όλως είσδέδεξαι τήν δυσσέβειαν•την δέ όρθόδοξον πίστιν άνεκήρυξας έν τφ σταδίω γενναίως• διό σέ γεραίρομεν.
Δξα κα νν. Θεοτοκον
Μαρία ή τάς τρεις ανηκουστους ενώσεις, ενώσασα φρικτώς παρθενίαν καί τόκον, Θεόν τε καί άνθρωπον, πίστιν τε τήν πιστεύουσαν τοις ξενίζουσι τούτοις καρδίαν άνθρωπου, ημάς ένωσον τή τοΰ υίοΰ σου αγάπη καί σώσον πανύμνητε.
Μετ τν βʹ στιχολογαν κθισμα
χος δʹ. Ταχ προκατλαβε
Το πΰρ άγαπήσεως τής προς Χριστόν τόν Θεόνέν βάθει καρδίας σου έχων, σοφέ, το γλυκύ, μή φέρων τήν φλόγα δέ έσπευσας διαβήναι προς αυτόν, αθλοφόρε, θάττον διά θανάτου καί βασάνων ποικίλων καί νΰν Χριστφ ενωθείς έστης τοΰ πόθου σου.
Δξα κα νν. Θεοτοκον
Ταχύ δέξαι, Δέσποινα, τάς ικεσίας ημών και ταύτας προσάγαγε τφ σφ υίφ καί Θεφ,


7
κυρία πανάμωμε• λϋσον τάς περιστάσεις του παρόντος αιώνος, πράϋνον μηχανίας και κατάβαλε θράσος Των όπλιζομένων, άχραντε, κατά των δούλων σου.
Μετ τν πολυλεον
χος δʹ. ψωθες ν τ σταυρ
Διαφυγών τον σε πειράζοντα, μάρτυς, και μαρτυρίου σου το έργον τελέσας, προς τον Χριστόν άνέδραμες τόν σοι ποθητόν. ώσπερ πρώην έλεγες και νυν έστης του πόθου δόξης έμφορούμενος και χαράς ανεκφραστου• ης έκδυσώπει πάντας μετασχεΐν τους την ση ν μνήμην τελοϋντας, Θεόδωρε.
τερον. πεφνης σμερον
Την φθαρτήν υίότητατοϋ επιγείου βασιλέως έλιπες, μάρτυς Θεόδωρε, σοφώς•και νυν υιός έχρημάτισας έν αληθείς Χριστου του παντάνακτος.
Δξα κα νν. Θεοτοκον
Προστασία άμαχε Τών έν άνάγκαις καί λιμήν αχείμαστε Τών ναυαγούντων έν δεινοΐς•τής ένεστώσης ανάγκης με καί τρικυμίας παθών έλευθέρωσον.
Ο ναβαθμο. Τ αʹ ντφωνον το δʹ χου
Προκεμενον: Θαυμαστς Θες ν τος γοις ατο
Στχ. Τος γοις τος ν τ γ ατο...
Τ Πσα πνο. Εαγγλιον μαρτυρικν Ες τ κατ Λουκν
Δξα.Τας το θλοφρου.
Και νν. Τας τς Θεοτκου.
Ες τ λεμον, λησον με.
χος πλ.βʹ.
Παριστάμενος τφ θρόνω Χριστου του Θεοϋ καί της εκείθεν άπορρεούσης δόξης καί φωτοχυσίας άναπιμπλάμενος, μάρτυς Θεόδωρε, αϊτησαι πρεσβείαις σου δωρηθήναι ήμΐν το μέγα έλεος.


8
Κανών εις τής Θεοτόκου, οίον βούλει, είς ς', καί οι κανόνες τού άγιου είς η'.
< Ό α'>, ού ή άκροστιχίς: Ύμνον προσάδω Θεοδώρω τω ν εφ
Ωδή α'. Ηχος πλ. δ'. ρματηλτην Φαρα
Ύμνον προσςδειν Τη σεπτή άθλήσει σου έπιποθοΰντι μοι νυν, χάριν έν τφ λόγω καί λόγον έν χάριτι δίδου, μάρτυς Θεόδωρε, ώς άν μέλψω άξίως ταύτην και χάριν δωρήσωμαι τοις άκροωμένοις καί ψάλλουσι.
Μείνας έν τόπω ησυχίας, ένδοξε μάρτυς Θεόδωρε, είς αϊσθησιν ήλθες του κακοϋ ού πέπονθας καί την ψυχήν σου βέλεσι κατανύξεως βάλλεις καί θείου φόβου, άοίδιμε, κλαίων καί πικρώς όδυρόμενος
Νέων μαρτύρων τού Χριστού την άθλησιν καί τά μαρτύρια σύ άναγινώσκων συνεχώς, Θεόδωρε καί έξαιρέτως άθλησιν Πολυδώρου τού νέου, είς πόθον ήλθες καί έρωτα τού διά Χριστόν μαρτυρήσαι σε.
Θεοτοκίον
Όμματα ώσπερ της παιδίσκης βλέπουσιν άεί κυρίας αυτής είς τάς χείρας, ούτω τά όμματα βλέπουσιν ημών αγνή τών δούλων σου εις τάς χείρας άπαύστως σοΰ τής κυρίας τής κτίσεως, έως άν ημάς οίκτειρήσειας.
Άλλος. Πόνημα Μιχαήλ Εύμορφόπουλου.
Ηχος δ'. Θαλσσης τ ρυθραον
Ύμνήσαι προθυμουμένω σήμερον, τήν θείαν άθλησιν καί τους σεπτούς αγώνας τού κλεινού αθλοφόρου σου, Κύριε, αμαρτημάτων άφεσιν και φωτισμόν, Χριστέ, παράσχου μοι.
Μετάγνωσιν αληθή, Θεόδωρε, έφ οΐς πέρ έπραξας δακρυρροών σύ έδειξας πικρώς, δια τούτο καί δύναμιν παρά Χριστού άπείληφας, είς το νικήσαι τον άντίπαλον.
Ύπαρχων έν βασιλείοις, ένδοξε, Χριστόν ήθέτησας τή τού νοός κουφότητι τού σοΰ και σατάν δολιότητι, είς εαυτόν δ' άνέδραμες υπέρ Χριστού στερρώς τ' ένήθλησας.
Θεοτοκίον


9
Παρθένος μετά τον τόκον άφθορος διαμεμένηκας τον δι' ημάς όφθέντα επί γης υπέρ λόγον κυήσασα, δν εκτενώς ικέτευε φωταγωγήσαι τάς ψυχάς ημών.
δ γ΄. Ορανας ψδος
Νέον ρόδον έφάνης κοκκοβαφές, εύοσμον, έν καιρώ χειμώνος άνθησαν της νυν ψυχρότητος της καθ' ημάς γενεάς•όψιν και ρίνα εύφραίνων ημών τών ποθούντων σε, μάρτυς Θεόδωρε.
Πολύν πόλεμον έσχες και πειρασμούς ένδοθεν έν τοις λογισμοΐς σπειρομένους ύπό τού δράκοντος, μάρτυς Θεόδωρε, άλλα σταυρού τη δυνάμει απαντας διέλυσας διά της πίστεως.
'Ρώμην θείαν πλουτήσας την τού Χριστού ένδοθεν την τους ασθενείς δυναμοΰσαν και ένισχύουσαν,   μάρτυς Θεόδωρε, και ασθενής ών το σώμα ένευρώθης, ένδοξε, προς το μαρτύριον.
Θεοτοκον
Ό μέν σκύλα εύρίσκων καί θησαυρόν τέρπεται• έγώ δέ εύρων, Θεοτόκε, σόν θείον όνομα καί την εικόνα σου καταφυγήν έν άνάγκαις, χαίρω όνομάζων σε καί άσπαζόμενος.
λλος. Οκ ν σοφίᾳ κα δυνμει
Έπείπερ έγνως έν τη Χίω αδύνατον εΐναι σε τόν έχθρόν καταβαλεΐν ύφ' ού το πριν έξηπάτησαι, την Λέσβον κατέλαβες τούτον τρωσόμενος.
Ιδού έβόας τφ τυραννώ σοί δίδωμι σήμερον τήν ψευδή καί μυσαράν πίστιν, ήν πάλαι μοί έδωκας κηρύττω δέ άντικρυς, ήν εΐχον πρότερον.
Πυνθανομένω τφ τυραννώ τις ούτος; άντέλεγον οι όντες περί αυτόν,   άφρων υπάρχει• σύ δ' έφησας Χριστού δούλος πέφηνα ουχί δ' ανόητος.
Θεοτοκον
Σε τήν τεκοΰσαν τόν Θεόν, Θεοτόκε, δοξάζομεν τφ γεννήματι τφ σφ προσηγορίαν αρμόζοντες καί κλήσιν κατάλληλον, πάναγνε Δέσποινα.
Κθισμα


10
χος δʹ. ψωθες ν τ σταυρ
Καθάπερ έμπορος έχέφρων ήλλάξω των επιγείων τά ουράνια, μάρτυς•καί την ζωήν την πρόσκαιρον λιπών, ω άθλητά, εύρες την αίώνιον και την άπειρον, μάκαρ, βραχυτάτου αίματος βασιλείαν ώνήσω και συν χοροΐς εύφραίνη αθλητών υπέρ του κόσμου Θεόν ίλεούμενος.
Δξα κα νν. Θεοτοκον
Ο σιωπσομεν ποτ, Θεοτκε…
δ δʹ. Σ μου σχς
Συ μέν πυκνώς καταφιλών ού διέλιπες τας όσιους χείρας, ώ Θεόδωρε, και ταΐς ροαΐς δακρύων τών σών κατέβρεχες πόδας του συνοδίτου σοι γέροντος ευχαριστώ σοι, πάτερ, δι' έμέ άνακράζων, ότι κόπον τοσούτον ύπέμεινας.
Αλλ' έκ ψυχής ό συνοδίτης σοι έλεγε•παΰσαι, τέκνον, και μη ταύτα λέγε μοι•καί γάρ ει συ υπέρ του Χριστου άθλήσαι έπείγη, πώς ούκ έγώ αγαπήσω σε; άπόστηθι ούν λύπης και τών θρήνων άπόσχου και δειλίαν άπέλασον άπασαν.
Δύω ομού σύ τε κάκεΐνος όν έσχηκας συνοδίτην, ένδοξε Θεόδωρε, Τή τής ψυχής οδύνη πικρςί συνείχεσθε όλως μη στέγοντες τήν διάζευξιν•δακρυρροοΰντες άμφω συνθρηνοΰντες άλλήλοις, έως ού άπ' αλλήλων διέστητε.
Θεοτοκον
Ώ Μαριάμ, γλυκύ και πράγμα και όνομα• σύ έν μέσω Θεού τε ανθρώπων τε στάσα, τον μέν άνθρωπου υίόν εϊργασαι, Παρθένε, τους δέ ανθρώπους άνέδειξας υιούς Θεού• διό με, άποκήρυκτον όντα τώ Θεώ, υίοποίησον, άχραντε.
λλος. παρθντα σε
Ουδέν δέδοικα έβόας γενναιοφρόνων τάς παρ' ημών, δεινοί, άπειλουμένας βασάνους •Χριστός γάρ μοι δύναμις φ κράζω γηθόμενος, δόξα τή δυνάμει σου, Κύριε.
Βεβλημένον σε, θεόφρον, τής είρκτής ένδον, Τών άσεβων πλείστοι τινες είσεληλυθότες δεινώς μέν έμάστιζον έγέλων δέ κράζοντος δόξα τή δυνάμει σου, Κύριε.


11
Έλθέ σοι έλεγον πάλιν οι άσεβοΰντες επί την πίστιν την ημών ημείς δ'άντί ταύτης χρήματα σοι δίδομεν άξίαν και έπιπλα πίστιν την ημών προτιμήσαντι
Θεοτοκον
Την ψυχήν μου φαρμαχθεΐσαν τοις ίοβόλοις τών εναντίων δήγμασι δραστικώ φαρμάκω πρεσβειών θεράπευσον, Χριστέ, της τεκούσης σε και του ίεροϋ αθλοφόρου σου.
δ εʹ. να τ με πσω
Θείω έρωτι, μάρτυς, τφ του μαρτυρίου δεινώς συνεχόμενος, προς Χριστόν υπάγω, προς Χριστόν μου πορεύσομαι έλεγες καί ταχύ τελέσω έργον δ έχων άνά χείρας, ϊνα θάττον σατάν λυτρωθήσομαι.
Εύθαρσεΐ παρησία ήλεγξας απίστους, παμμάκαρ Θεόδωρε, καί ψευδοπροφήτην τόν αυτών άρχηγόν άνεκήρυξας καί θρησκείαν τούτου πλάνην ώνόμασας πανσόφως καί παρέδως αυτήν άναθέματι.
Ό κριτής έξεπλάγη καί οι μετ' αυτού συνεδρεύοντες άπαντες άκούοντες τούτων•καί ψυχής το άνδρεΐον παράστημα βλέποντες σου, μάρτυς, τις ούτος έλεγον υπάρχει; προς αλλήλους όρώντες σύν θαύματι.
Θεοτοκον
Δόξα αύτη σοι μόνη πάντων τών ανθρώπων, Παρθένε, δεδώρηται, λογισμών φανήναι σαρκικών άνωτέραν, πανάχραντε• όθεν ώς Παρθένος καί ήγεμών παρθενευόντων, παρθενεύειν κάμε ένδυνάμωσον.
λλος•. Σ, Κρι μου, φς
Συ, Κύριε μου, φώς καί σοφία καί στήριγμα έν σοι θαρρών κάγώ, Σώτερ, τάς ποινάς υπομένω έβόα ό Θεόδωρος
Μιμούμενος, σοφέ, τόν Σωτήρα καί Κύριον τόν έπί ξύλου ταθέντα καί αυτός τή αγχόνη, μετέωρος έκρέμασο.
Ούκ ίσχυσαν, σοφέ, τής ψυχής σου το εύτονον σαλεΰσαι οι τυραννοΰντες•έπί πέτραν γάρ όντως Χριστού τεθεμελίωτο.


12
Θεοτοκον
Σώσόν με ό Θεός, ώς φιλάνθρωπος• σώσον με δεήσεσι της άφράστως σε τεκούσης Παρθένου καί πάντων των άγιων σου.
δ ςʹ. Τν δησιν κχε
Ώς άγριοι αιμοφόροι λέοντες καί ώς λύκοι οι απόγονοι Άγαρ, σοι τφ Χριστου , έφορμώντες άρνίω ώθουν, έλάκτιζον, έδερον και ήκιζον παντοδαπώς και είρκτή σε εποίησαν έγκλειστον.
'Ραβδίζουσαι ώς άσκόν το σώμα σου, άπενάρκησαν δημίων αϊ χεΐρες•σύ δ' ώς τρυφάς τάς πληγάς έλογίζου, καθάπερ πάσχοντος άλλου, Θεόδωρε• και έψαλλες χαρμονικώς Θεοτόκου ώδήν χαριστήριον.
Ώς έλαφος ή διψώσα έσπευδες ψαλμικώς έπί πηγάς μαρτυρίου, όθεν θερμώς τι βραδύνετε έφης, ώ δικασταί, καί ού θάττόν με κτείνετε; ένοΰντές με προς τον Χριστόν, τόν Θεόν καί δεσπότην καί πλάστην μου.
Θεοτοκον
Τάς χείρας σου καί μαστούς, ώ Δέσποινα, τφ υίφ σου μεσιτεύουσα δεΐξον μΐξον τοις σοΐς τά εκείνου, Παρθένε, σταυρόν καί λόγχην καί σπόγγον καί κάλαμον, καί ούτως ίλέωσαι αυτόν, έφ' ήμΐν τοις πολλά άμαρτήσασι.
λλος. βησε προτυπν
Ύπήκουσεν ό τών όλων δεσπότης καί Κύριος τοΰ δικαίου Γεωργίου την δέησιν, ένδοξε, δι' όπερ σοι τούτον Τη είρκτή συγκλεισθήναι ηύδόκησε.
Μιμούμενος τον έν Σμύρνη Αλέξανδρον, ένδοξε, καί τόν θείον έν Έφέσω Πολύδωρον ήθλησας, δια τούτο πάντες εύφημοΰμέν σε, μάρτυς Θεόδωρε.
Ώς έμαθεν ό Γεώργιος, μάρτυς Θεόδωρε, έν είρκτή σε διατρίβοντα, τρόπον ένόησε δι' ούπερ έμβαίνει καί ποιεί προς αγώνας δρανέστερον.
Θεοτοκον
Άγνείας σέ καθαρόν εύρηκώς ενδιαίτημα έν γαστρί σου καθαρός ό Δεσπότης έσκήνωσεν έκκαθάραι θέλων Τών ανθρώπων, Παρθένε, το φύραμα.


13
Κοντκιον
χος δʹ. Έπεφάνης σήμερον
Ή καινή σου άθλησις    ώς εωσφόρος φαεινός ανέτειλε και συνεκίνησεν ημάς Χριστόν δοξάσαι, Θεόδωρε, τν σ ν θλοις στεῤῥὸν ναδεξαντα.
Οκος
Μετανοίας τελειοτατης και όλοκαρδίου υπόδειγμα σεαυτόν πάσι τοις άρνησιχρίστοις προέθηκας, μάρτυς Θεόδωρε· μεταγνούς γάρ πικρώς έφ' φ πέπονθας πτώματι, πάντων των τήδε καλών κατεφρόνησας, βασιλικήν υίότητα και άνθος νεότητας και κάλλος σώματος και ζωής αυτής το περισπούδαστον χρήμα εις ουδέν λογισάμενος• όθεν εις το στάδιον του μαρτυρίου ανδρείως αποδυθείς και βασάνους πολυειδεΐς ύπομείνας, μετά παρρησίας Θεόν άληθινόν τόν Χριστόν άνεκήρυξας, τν σ ν τος θλοις στεῤῥὸν ναδεξαντα.
Τ ατ μην ιζʹ μνμη το γου Νεομρτυρος Θεοδρου.
Στχοι
Ύμνος νεάζων Θεοδώρω τω νέω
Χριστου αθλητή ένδίκως άρμοστέος
Βή δε ες ονλνμποιο φαεινόν δώ Θεόδωρος
Ούτος ό ευλογημένος Θεόδωρος ... να εναρεστήσωμεν αύτω δια μετανοίας• ω ή δόξα και το κράτος εϊς τους αιώνας τών αιώνων αμήν.
δ ζʹ. Παίδες Εβραίων
Ώσπερ χαρίτων ουρανίων δώρον δέδοσαι ήμΐν, ώ Χριστου μάρτυς, τοις τιμώσι θερμώς και σέ ήγαπηκόσι παρά Θεοϋ, Θεόδωρε, Έπ' έσχατων τούτων χρόνων
Νίκην κατά του πολεμίου,   μάρτυς, έστησας του πριν νικήσαντος σε• και τρωθείς ύπ' αύτοϋ άντέτρωσας γενναίως αυτόν και έθανάτωσας    Τή πολλή υπομονή σου.
Έχων έγκάρδιον, τρισμάκαρ, τήν ταπείνωσιν σεαυτοϋ κατεμέμφου· και ών διά Χριστόν έν είρκτή και βασάνοις εύλογηθήναι ήθελες και μή άλλους εύλογήσαι.


14
Θεοτοκον
Ώ Παρθένε, συ μεν υψηλότερα άγνότητι πάντων, εγώ δ' έσχατος τούτων άμαρτίαις ειμί· συ ούν ανόρθωσαν με, Το πλήρωμα της χάριτος, πλήρωμα το τής κακίας.
λλος. διασσας ν πυρ
Ό ένισχύσας προ μικρού όντως τον Αλέξανδρον, Σώτερ, και τον Πολύδωρον αυτός, διασώζεις και νυν τον Θεόδωρον, ύπερύμνητε, κράζοντα, ό Θεός ό τών πατέρων εύλογητός ει.
Ό προ μικρού απατηθείς έτ' έν βασιλείοις υπάρχων τόν άπατήσαντά σε πριν Μυτιλήνην καταλαβών έτρωσας, ύπερύμνητε, δ' έκραζες, ό Θεός ό τών πατέρων εύλογητός ει.
'Ρήξον πταισμάτων τάς σειράς άθλοφορική πα^ησίοί τών εύσεβώς τε και πιστώς μελωδούντων, παμμάκαρ Θεόδωρε •ύπερύμνητε Κύριε, ό Θεός ό τών πατέρων εύλογητός ει.
Θεοτοκον
Πεποικιλμένη άρεταΐς τοΰ παμβασιλέως παρέστης έκ δεξιών τοΰ έκ τών σών σαρκωθέντος αιμάτων, ανύμφευτε, εκτενώς ίκετεύουσα λυτρωθήναι άπό πάσης ημάς ανάγκης.
δ ηʹ. Τν ν ρει
Κεφαλής σου τήν σύνθλιψιν γενναίως ύπομείνας ήνώθης, αθλοφόρε, τή κεφαλή τοΰ σώματος, Θεόδωρε, τοΰ τής Εκκλησίας, ήτις εστί μόνος Χριστός• ό ζωοδότης.
Όφθαλμών σου έξώσει, αθλοφόρε, τής ψυχής σου έφώτισας το όμμα·   προσώπου δέ στρεβλώσει κατηξίωσαι ίθυτενώς βλέπειν προσώπου τοΰ θείου το κάλλος το ώραΐον.
Εκριζώσει οδόντων σου, ώ μάρτυς, τών λεόντων συνέθλασας τάς μύλας κεράμων δέ παιδεία ίσχύν έλαβες, ώσπερ κεραμέως τά σκεύη συντρίβειν τήν κάραν διαβόλου.
Θεοτοκον


15
Χριστου μήτηρ και μήτηρ χριστωνύμων συ υπάρχεις, δι' δ σε δυσωποΰμεν τά κατά χάριν τέκνα σου έλέησον ημάς ταΐς πρεσβείαις ταΐς προς τον υίόν σου τόν κατά φύσιν, κόρη.
λλος. Λυτρωτ το παντς
Αϊ βαφαί των αιμάτων έπέχρωσαν πορφυρίδα την σήν, άξιάγαστε, ην στολισθείς, μακάριε, στεφηφόρος ταΐς νίκαις τφ έν ύψίστοις βασιλεΐ αίωνίω παρίστασαι.
Απεφάνθην τοις κτήνεσιν όμοιος ύποκύψας άλογων τοις πάθεσι, μάρτυς Χριστου Θεόδωρε, διά τοϋτό με σώσον ταΐς σαΐς πρεσβείαις, αθλοφόρε, Κυρίου στερρότατε,
Θεοτοκον
Ώς πηγή της ημών αναπλάσεως συντριβέντα με όλον άνάπλασον ταΐς προσβολαΐς του όφεως, όπως πίστει καί πόθω σε μακαρίζω, Θεοτόκε Παρθένε πανύμνητε.
δ θʹ• ξστη π τοτου
Μιμούμενος, τρισμάκαρ, τόν έν σταυρφ κρεμασθέντα Χριστόν τόν Δεσπότην σου εφ' υψηλού ξύλου έκρεμάσθης, ω άθλητά, και καθωράθης όμοιος άποκαθηλώσει τη τού Χριστού- δι' ό ώς κοινωνήσας παθών τοΰ σοΰ Δεσπότου και κοινωνός της δόξης γέγονας.
Έκρότησαν αγγέλων αϊ στρατιαί σέ όρώσαι τόν δρόμον τελέσαντα και ό Χριστός στεφάνω της δόξης περιχαρώς κατέστεψε, Θεόδωρε, ώς άγωνισάμενον άνδρικώς υπέρ αυτού, παμμάκαρ• και την κακίστην πλάνην καταβαλόντα την άντίχριστον.
Ήνοίγη σοι ή είσοδος, άθλητά, παραδείσου, Θεόδωρε ένδοξε•τρύφα, λοιπόν,
εύφραίνου και χόρευε νοητώς και βλέπε τόν Σωτήρα σου  πρόσωπον
                                     προς
πρόσωπον έναργώς σύν πάσι τοις άγίοις και μνείαν ημών ποίει Τών άγαπώντων και τιμώντων σε.
Θεοτοκον
Παρθένε, έξιλέωσαι σον υίόν ήμΐν πάσι πρεσβεύοντας έχουσαν υπέρ ημών υιού και Θεού σου τους άθλητάς Πολύδωρον, Θεόδωρον, ϊνα άξιώσης έπιτυχεΐν ημάς τού παραδείσου δοξάζοντας άπαύστως Πατέρα, Λόγον, Πνεύμα Άγιον.
λλος. πας γηγενς


16
Δέχου προσηνώς , τουτί δη το ψέλλισμα, μάρτυς Θεόδωρε, τους άνευφημούντας δε και άνυμνοΰντας τα σα παλαίσματα νυν εποπτεύεις άνωθεν θείαις πρεσβείαις σου τη Τριάδι παρεστώς, μακάριε, υπέρ ης τον αγώνα τετέλεκας.
Χαίρει και σκιρτά ή Κωνσταντινουπολις και γάρ έπλούτησεν, ένδοξε Θεόδωρε, σε πολιοΰχον και αντιλήπτορα• ην περιέπεις άνωθεν, το δ' έν αύτη άσεβες έκδιώξοις έθνος, παμμακάριστε, ταΐς προς Κύριον θείαις πρεσβείαις σου.
Ήδη προς αυτά, σοφέ,τά ουράνια σύ κατεσκήνωσας, δόξης δε λαβόμενος της άϊδίου και ταΐς μεθέξεσι ταΐς ίεραΐς θεούμενος μέμνησο πάντων ημών τών τιμώντων πίστει την πανίερον και σεπτήν τελετήν σου, Θεόδωρε.
Θεοτοκον
Φώτισον, Αγνή, τους πόθψ ύμνοΰντάς σε και μεγαλύνοντας• λΰσον τών παθών ημών το σκότος, κόρη, παΰσον τον κλύδωνα, τοΰ πονηρού τά σκάνδαλα έκ μέσου ποίησον, τους τής Αγαρ γόνους καθυπόταξον βασιλεΐ εύσεβεΐ ταΐς πρεσβείαις σου.
ξαποστειλριον. Γυνακες κουτσθητε
Περιχαρώς τήν μνήμην σου έορτάζομεν άπαντες και λείψανα σου τά θεία, Θεόδωρε, προσκυνοΰμεν και τήν σεπτήν εικόνα σου σχετικώς άσπαζόμεθα· σύ ούν ημάς περισωζε άπό παντοίας ανάγκης και βλάβης τοΰ αλλότριου.
Θεοτοκον
Θεόν όν έσωμάτωσεν ή Θεοτόκος, Δέσποινα, βαστάζουσα έν άγκάλαις πρεσβευτικώς άνεβόα· έπεί σπλάγχνον γλυκύτατον ηύδόκησας μητέρα σου γενέσθαι με τήν δούλην σου τους εις έμέ προσφυγόντας τής σής άξίωσον δόξης.
Ες τος ανους
χος αʹ. Τν ορανων ταγμτων
Tόν τοΰ Χριστού στρατιώτην και νεομάρτυρα Θεόδωρον συμφώνως εύφημήσωμεν ύμνοις, αύτώ άναβοώντες άπό ψυχής ταΐς εύχαΐς σου περισωζε ημάς τους σέ αγαπώντας έκ πειρασμών και παντοίων περιστάσεων


17
Τον Ίησοϋν δν έπόθεις έχων, Θεόδωρε, και θεωρία τούτου έντρυφών άνενδότως στρέψον σου το όμμα   και προς ημάς τους ποθοΰντάς σε, άγιε• και τον Χριστόν έκδυσώπει υπέρ ημών, όπως δόξης έπιτύχωμεν.
Της ύπερθέου Τριάδος καταλαμπόμενος ταΐς νοηταΐς άκτΐσιν όλος φως χρηματίζεις όλος έξαστράπτων όλος Θεός κατά χάριν, Θεόδωρε· φως καθορών τον Πατέρα, φως τον Τίόν, φως το Πνεύμα το πανάγιον.
Δξα. χος πλ. δʹ.
Σήμερον ή του Χριστου Εκκλησία τάς προς τον Ιωσήφ ευλογίας άναλαμβάνουσα
του πατριάρχου Ιακώβ, ώς καλή και φιλόπαις μήτηρ, Θεόδωρε, βοςί σοι•υίός μου
ηύξημένος συ ει, υιός μου νεώτατος, προς με άνάστρεψον ό
                         τών           νεοφανών
μαρτύρων μου έσχατος• και πρέσβευε άπαύστως τφ σφ κατά χάριν Πατρί και έμφ
νυμφίω, Χριστφ τφ Θεφ,  όπως με τής τυραννικής αιχμαλωσίας και
                                     πάσης
αίρέσεως λυτρωσάμενος σώση εις τήν βασιλείαν αυτού τήν ούράνιον
Και νν. Δσποινα πρσδεξαι
Δοξολογα μεγλη. Κα πλυσις
Ες τν Λειτουργαν τ Τυπικ. Ες τος Μακαρισμος, τν γʹ δν κ το αʹ
Καννος κα τν ςʹ κ το βʹ.
Μετ τ Τρισγιον, τν πστολον κα τ Εαγγλιον το γου Δημητρου
Κοινωνικν. Ες μνημσυνον αἰώνιον σται δκαιος.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ
Δεύτε εύφημήσωμεν οι πιστοί έν ώδαϊς και ύμνοις μαργαρίτην τού Ιησού · τών νεομαρτύρων Χριστού το λαμπρόν άστρον Θεόδωρον τον νέον πιστών το καύχημα.
Χαίροις, ό αήττητος αθλητής και κήρυξ γενναίος τής θεότητος Ιησού• χαίροις, Θεού δώρον ήμΐν δεδωρημένον έν χρόνοις τοις ύστέροις, μάρτυς Θεόδωρε.
Ήνθησας ώς ρόδον κοκκοβαφές, Θεόδωρε μάρτυς, έν τοις χρόνοις τοις καθ' ημάς και εύωδιάζεις όδμαΐς τών σών χαρίτων ημών τών σέ ποθούντων ψυχάς και σώματα.


18
Φύλαττε σους δούλους δια παντός, Θεόδωρε μάρτυς, τους τιμώντας σε εύλαβώς και πίστει και πόθψ τελοϋντάς σου την μνήμην άπό παντοίας βλάβης και περιστάσεως.
3) ΑΛΛΟΣ ΜΙΚΡΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Νικηφρου ΧουΝικοδμου γιορετου κδδεται π: Δ = Χφ Βατοπεδινς Σκτης γου Δημητρου 4, το τους 1797, φφ. ,3032. Ι = Χφ Βατοπεδου 815, το τους
1856, σσ.13
σπρας ν τ Μικρ ʹΕσπεριν στμεν στχους δʹ κα ψλλομεν στιχηρ
προσμοια
χος βʹ. τε κ το ξλου σε νεκρν
Ότε εις μετάμελον πικρόν πτώματος ού πέπονθας ήλθες, μάρτυς Θεόδωρε, έξομολογούμενος τάς αμαρτίας σου επιστρέφων προς Κύριον πενθών και νηστεύων πόνοις τε και δάκρυσι κατατηκόμενος, τότε τών δαιμόνων τά πλήθη συν όλολυγμφ άνεβόα•ώ πως άπωλέσαμεν όν εϊχομεν!
Ότε προς τήν άθλησιν στερρώς έδραμες αυτόκλητος, μάρτυς, και έπί βήματος λαμπρώς ώμολόγησας πίστιν τήν ένθεον και Μωάμεθ διήλεγξας τήν έχθιστον πλάνην, τότε το παράστημα το γενναιότατον σου οι ασεβείς έκπλαγέντες, τις ό τολμηρός ούτος πέλει; προς αλλήλους βλέποντες έκραύγαζον.
Ότε έκτετέλεκας καλώς τόν τού μαρτυρίου σου δρόμον και τον έπώδυνον, δι' αγχόνης θάνατον χαίρων ύπήνεγκας, δι' άγάπην τού κτιστου σου, Θεόδωρε, τότε άπαντες οι μάρτυρες σοι προσυπήντησαν δεΰρο, νεομάρτυς, βοώντες• δεΰρο μεθ' ημών συναγάλλου εις τά ύπερκόσμια σκηνώματα.
Δξα. χος δʹ
Δεύτε φίλαθλοι, και τών μαρτυρικών αγώνων φιλοθεάμονες• δεύτε και θεάσασθε πάλην καίνίκην τού νέου Θεοδώρου ξενήκουστον μειράκιον ευτελές έν αύτω τφ τής νεότητας άνθει τφ άρχαίω διαβόλω σταυρικώς συμπλακέν, εις το τέλος ένίκησε τόν άϋλον ό υλικός, τόν δυνατόν ό ασθενής, και τόν σοφιστήν τής κακίας ό απλοϊκός τε και άσοφος. Και το παράδοξον, ότι και προηττηθείς τήν ήτταν άναπαλαίσας νενίκηκε  και έν καιροΐς τοις έσχάτοις, ότε τά τών αθλητών εξέλιπε


19
παραδείγματα τοιαύτας καινοτομίας τα του Χριστου βέλη και φίλτρα οΐδεν έργάζεσθαι, ων και ημάς μετασχεΐν Χριστόν δυσωπήσωμεν ταΐς πρεσβείαις Θεοδώρου του νεομάρτυρος.
Κα νν. κ παντοων κινδνων
Ες τν στχον προσμοια
χος βʹ. Οκος το Εφραθ
Εύγε, παμβασιλεΰ, Χριστέ της σης ισχύος! δι’ ης τον άσθενοΰντα κατά τού άρχεκάκου ένίσχυσας Θεόδωρον.
Στχ. Θαυμαστς Θες ν τος γοις
της αντιστροφής της καλής των πραγμάτων! ό πριν τρωθείς τιτρώσκει, ό πριν κτανθείς νύν κτείνει έχθρόν τον αυτόν κτείναντα.
Στχ. Τος γοις τος ν τ γ ατο
Χαίρε καθολική Χριστού μου Εκκλησία, δτι και νύν προσφέρεις Θεφ έκ των σων τέκνων τελείους νεομάρτυρας.
Δξα. χος πλ. αʹ
Χαρά γίνεται έν ούρανφ και έν τή γή, έπί τή μνήμη Θεοδώρου τού νεομάρτυρος· σήμερον γάρ άγγελοι πανηγυρίζουσι και πάσα ή άνω θριαμβεύουσα Εκκλησία τών πρωτοτόκων, έπί τή γνησία τούτου μετανοια και τή διά Χριστού πεπαρρησιασμένη ομολογία. Πανηγυρίζει δέ και ή κάτω στρατευομενη Εκκλησία τών ορθοδόξων τοιούτον έν τοιούτοις καιροΐς πλουτήσασα μετανοίας υπόδειγμα, ευσεβειας άλείπτην και πρεσβευτήν άένναον υπέρ τής σωτηρίας αυτής προς τον Κύριον.
Κα νν. Μακαρζομεν σ, Θεοτκε Παρθνε
4) ΠΡΟΣθΕΤΑ ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΝΕΑΣΚΗΤΙΩΤΟΥ
α) Μικρο σπερινο Προσμοιο.
π Χφ Βατοπεδου 815, το τους 1856, σσ.12.


20
Στόμα διανοίξας έν Χριστου συ ομολογία, τρισμάκαρ στερρέ Θεόδωρε, στόματα ένέφραξας άγαρηνών δυσσεβών   επί σοι γαρ πεπλήρωται ή   πρόρρησις, μάρτυς, του Χριστου ή λέγουσα, εγώ παρέξω υμΐν στόμα και την άνω σοφίαν,  ήπερ άντιστήναι ουδόλως ουδέ άντειπεΐν εχθροί δυνήσονται.
β) Μικρο σπερινο
πολυτκιο. π Χφ Βατοπεδου 815, το τους1856, σ. 3.
πολυτκιον  χος δʹ. ς στλος κλνητος
Ό μάρτυς Θεόδωρος της Κωνσταντίνου βλαστός ημάς συνεκάλεσε την θείαν μνήμην αύτοϋ τελέσαι έν ασμασιν, ούτος γάρ ό γενναίος διά του μαρτυρίου ήσχυνε τους της Αγαρ απογόνους έμφρόνως, διό και δι' αγχόνης το στέφος έδέξατο'
κα Θεοτοκον Τ πʹ αἰῶνος πκρυφον
κα γνεται πλυσις.
γ) Μεγλου σπερινο Προσμοια.
π Χφ Βατοπεδου 815, το τους 1856, σσ. 45.
τερα. προσμοια το γου
χος δʹ. ς γενναον ν μρτυσιν
Φιλεορτων συστήματα άθροισθέντες έν πνεύματι έορτήν συστήσασθε άγαλλόμενοι του Θεοδώρου και (ίσατε Χριστφ ύμνοις σήμερον τφ δοξάσαντι αυτόν αφθαρσία και θαύμασι και βοήσατε ταΐς αύτοϋ ευπροσδεκτους ίκεσίαις ημάς σώσον τους τελοΰντας αυτού τήν μνήμην, φιλάνθρωπε.
Ώς αστήρ μάρτυς άδυτος άνατείλας, Θεόδωρε, καταυγάζεις άπασαν τήν ύφήλιον τοις τών θαυμάτων πυρσεύμασι τάς νόσους Ίώμενος τή σορφ τού σοΰ σεπτού σώματος σου προστρέχουσιν, όθεν σήμερον τήν άγίαν σου μνήμην έκτελοΰμεν δυσωποΰντες τού πρεσβεύειν υπέρ ημών προς τον Κύριον.
Κλέος ώφθης, Θεόδωρε, ευσεβειας, πανόλβιε, δυσσεβών το θρήσκευμα βδελυξάμενος και ίερεΐον όλόκληρον και θύμα πανεύοσμον τφ τυθέντι δι' ημάς


21
καθαρώς προσαγόμενος τώ δοξάσαντι σου το άγιον σώμα αφθαρσία θησαυρόν τη Εκκλησία δωρησαμένω, Θεόδωρε.
δ) διμελα τροπρια Λιτς.
π Χφ Βατοπεδου 815, το τους 1856, σσ. 89.
ατς (χος αʹ.)
Ώς μέγας, ώς πολύς σου ό πόθος, Θεόδωρε πολύαθλε, διό προς τους μαρτυρικούς αγώνας ηύτομόλησας ρωμαλαίω φρονήματι τού σώματος μη φεισάμενος και Χριστόν έμεγάλυνες τον ίσχύν σοι παρέχοντα, όν τελευταΐον έδόξασας τη στερρά σου άθλήσει παρρησίαν ώς έχων άθλητικήν προς αυτόν, ικέτευε υπέρ τών ψυχών ημών.
χος βʹ
Νέος ών τη ηλικία, νέος και τοις άγώσιν έφάνη ό νεομάρτυς Θεόδωρος, και πανήγυριν νέαν έν τη Εκκλησία συνεκρότησεν, έν ή συνελθόντες έκ πόθου εύφημήσωμεν έν ςίσμασι τάς της αθλήσεως αυτού άριστείας και τον ένισχύσαντα αυτόν Χριστόν τον Θεόν δοξάσωμεν ύμνοις, και άκηράτοις στεφάνοις αυτόν καταστέψαντα φ και παριστάμενος έν δόξη αθλητική, πρεσβεύει υπέρ τών ψυχών ημών.
χοςδʹ
Έλκει νΰν ημάς ό σος πόθος, Θεόδωρε, και τά θαύματα τα παρά σοΰ τελούμενα προς εύφημίαν σου άγουσι· φαιδρύνεται γάρ ή νήσος Λέσβος, ότι έν αυτή τον αγώνα τού μαρτυρίου έτέλεσας και το θείον σοΰ λείψανον έν πόλει τής Μυτιλήνης τεθησαύρισται, ής και πολιούχος ήδη κατέστης και φρουρός, άλλα και πάσα ή τών πιστών Εκκλησία άγάλλεται νέον σε πρέσβυν προς Θεόν κτησαμένη, ήν έν ειρήνη και εύσεβεία προς αυτόν ίκεσίαις σου, πανένδοξε, διαφύλαττε.
ε) Στιχηρ προσμοιο τν Ανων.
π Χφ Βατοπεδου 815, το τους 1856, σ. 41.
Μαρτυρική πανδαισία πρόκειται σήμερον · δεύτε ούν έν ασμάτων ευφρανθώ μεν ένθέως τερπνότητι, ύμνοΰντες τον άθλητήν νΰν Θεόδωρον χαίροντες ώς άριστέα λαμπρότατον τού Χριστού φιλεορτων τά συστήματα.


ΚΑΝΩΝ  ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟY

    ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΕΔΩ

ΒΙΟΣ   ΚΑΙ  ΠΟΛΙΤΕΙΑ:            ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΔΩ